Ο Γεώργιος Φραντζής (1401-1480)

Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1401μ.Χ. επί της βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου, του Μαμωνά, γιου του μεγάλου Δούκα του Μαμωνά, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας.

Ο Γεώργιος Φραντζής
Ο Γεώργιος Φραντζής

Σε ηλικία δεκαεξίμισι ετών προσλήφθηκε από το βασιλιά Μανουήλ για να μορφωθεί στο Κελί του. Ο Μανουήλ τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την πίστη, την αφοσίωση και την εξυπνάδα του, τον χρησιμοποιούσε σε εμπιστευτικές υποθέσεις και τέλος τον έστειλε δυο φορές πρέσβη στο σουλτάνο Μουράτ.

Η μεγάλη οικειότητα του βασιλιά απέναντι του φαίνεται από το γεγονός ότι του ανέθεσε να γράψει ο ίδιος τη διαθήκη του, με την οποία τον όριζε, μαζί με άλλους δύο, επίτροπο της τελευταίας θέλησης του, και έκανε ιδιαίτερη σύσταση στο γιο και διάδοχο του  Ιωάννη να τον έχει πάντα μαζί του, να τον θεωρεί σαν έναν από τους πιστότερους ανθρώπους του και να του δώσει προαγωγή.

Ο Γεώργιος Φραντζής είχε από παιδί μεγάλη φιλία με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο. Ο τελευταίος ζήτησε από τον αδελφό του Ιωάννη να τον έχει στην υπηρεσία του όταν εκείνος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Μανουήλ. Ο Ιωάννης, όμως, έχοντας υπόψιν την πατρική εντολή, δεν ήθελε να του τον δώσει. Με τη μεσολάβηση και τη συγκατάθεση της βασιλομήτορος Ελένης Δραγάτση, επέτρεψε να συνοδεύσει ο Γεώργιος Φραντζής τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όπου πήγαινε να αναλάβει την ηγεμονία αυτής της περιοχής.

Από τότε ο Κωνσταντίνος τον έπαιρνε πάντα μαζί του, τον αγαπούσε, του εμπιστευόταν τα ιδιαίτερα μυστικά του, του ανέθετε διάφορες διπλωματικές αποστολές και τον είχε μυστικοσύμβουλο του. Ο Φραντζής ήταν αχώριστος σύντροφος του μέχρι το τέλος και παρευρέθηκε στην κηδεία του. Τον έσωσε μάλιστα έξω από την Πάτρα, σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της, που τότε βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός αρχιερέα, όταν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ήταν τόσο στενοί φίλοι, ώστε ο Κωνσταντίνος τον στεφάνωσε και του βάφτισε όλα του τα παιδιά.

Ο Φραντζής είχε πάρει το αξίωμα του Πρωτοβεστιάριου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ λίγες μέρες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης τον ονόμασε Μεγάλο Λογοθέτη.

Τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρη η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν στην Άλωση της Βασιλεύουσας. Ο σουλτάνος αγόρασε από τον αρχιιπποκόμο του τα παιδιά του Φραντζή, που ήταν πολύ όμορφα, με σκοπό να ατιμάσει το μεγαλύτερο γιο του, που ήταν δεκαπέντε χρόνων. Επειδή, όμως, το αγόρι δεν υπέκυψε στις επιθυμίες του, το έσφαξε. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και πήγε στην Πελοπόννησο, στον αδελφό του Αυτοκράτορα Δημήτριο, που ήταν ηγεμόνας της Σπάρτης και ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ, μέχρι που κατάφερε τελικά να εξαγοράσει τη σύζυγό του.

Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να συμφιλιώσει τους αδελφούς του αυτοκράτορα Δημήτριο (ηγεμόνα της Σπάρτης)και Θωμά (ηγεμόνα της Πάτρας), για τη σωτηρία τουλάχιστον της Πελοποννήσου, την οποία απειλούσαν οι Τούρκοι εξαιτίας των διχονοιών και των εμφυλίων πολέμων αίτιοι των οποίων ήταν -κατά τον Φραντζή- οι Αλβανοί της Πελοποννήσου και ο Ματθαίος Ασάν.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη. locked0

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Επί αιώνες η ιστορική έρευνα προσπαθεί να διαπιστώσει αν η στάση που τήρησε ο Μέγας Κωνσταντίνος απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν το αποτέλεσμα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύονταν από την εκτίμηση του συνόλου των συνθηκών.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Ανεξάρτητα από κίνητρα του, ο Μέγας Κωνσταντίνος έλαβε σειρά μέτρων τα οποία -πέρα από κάθε αμφισβήτηση- ευνόησαν την Εκκλησία. Ακούγοντας μέτρα, η σκέψη όλων πηγαίνει στην κατάπαυση των διωγμών, ύστερα από τη γνωστή συμφωνία για την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας το 313 στο Μεδιόλανο (σημερινό Μιλάνο). Αυτή η συμφωνία δεν έτυχε γενικής εφαρμογής, γιατί οι διωγμοί τερματίστηκαν οριστικά το 324 όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο και έμεινε μονοκράτορας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για την Εκκλησία η απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που στο παρελθόν είχε δημευθεί, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας για επαύξηση αυτής της περιουσίας. Η ενίσχυση της θέσης του κλήρου όχι μόνο από υλική αλλά και από ηθική άποψη, υπήρξε επίσης σημαντική. Στην υλική ενίσχυση ανήκει η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και στην ηθική η λεγόμενη «επισκοπική δικαιοδοσία», δηλαδή η παροχή στους επισκόπους του δικαιώματος να επιλύουν -μάλλον ιδιωτικώς- ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν περισσότερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των εκκλησιαστικών ποιμένων παρά των πολιτειακών δικαστών.

Ο Κωνσταντίνος όταν έγινε αυτοκράτορας διατήρησε τον τίτλο του pontifex maximus των Ρωμαίων καθώς και τα εθνικά θρησκευτικά σύμβολα στα νομίσματα. Διηγήσεις περιγράφουν ότι έλαβε μέτρα κατά των ειδωλολατρών αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ιστορικώς. Εξαίρεση αποτέλεσε το κλείσιμο λατρευτικών κέντρων με άσεμνες τελετές, γιατί ο χριστιανισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εθνικές θρησκείες και στο θέμα της λατρείας.

Εκδήλωση του σεβασμού του προς τις αρχές του χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321 με τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε ουσιαστικά την αργία της Κυριακής, αλλά και αυτή με κάποιους περιορισμούς.

Η Εκκλησία κατέταξε τον Κωνσταντίνο, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, μεταξύ των αγίων της δίνοντας του μάλιστα ξεχωριστή θέση. Δεν επικρατεί όμως ομοφωνία, μεταξύ των πηγών, ως προς το χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητας του στη συνείδηση των πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ενταφιάστηκε στο προετοιμασμένο γι’ αυτόν και την οικογένεια του μνημείο δίπλα στα κενοτάφια των Δώδεκα Αποστόλων στο ναό της Βασιλεύουσας, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστια της μαρτυρείται η ύπαρξη περίπου μιας δεκάδας ναών αφιερωμένων στη μνήμη του.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εορτάζεται στις 21 Μαΐου, ημέρα του θανάτου του το 337μ.Χ. Λίγες μέρες πριν είχε βαπτιστεί Χριστιανός. Η 21η Μαΐου καθιερώθηκε ως «άπρακτος», δηλαδή ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων, μόλις το 1166 με Νεαρά του Μανουήλ Α΄Κομνηνού. Σε αντίστοιχα κείμενα κείμενα των προγενέστερων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Ο Βυζαντινός ρυθμός

Την 1η Μαΐου του 880 μ.Χ. εγκαινιάζεται στην Κωνσταντινούπολη η Νέα Εκκλησία, θέτοντας το πρότυπο για όλες τις μεταγενέστερες ορθόδοξες εκκλησίες. Ο τύπος της Νέας Εκκλησίας είναι ο βυζαντινός ρυθμός. Ο βυζαντινός ρυθμός είναι «εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο», με διάφορες παραλλαγές.

Ο Βυζαντινός ρυθμός
«Εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός με τρούλο»

Η Νέα Εκκλησία βρισκόταν στην περιοχή του Μεγάλου Παλατίου (σήμερα Μπλε Τζαμί). Καταστράφηκε όμως στο τέλος του 15ου αιώνα και σήμερα τη γνωρίζουμε μόνο από την περιγραφή του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Ο ναός ήταν πεντάτρουλλος με δευτερεύοντα πλάγια κλίτη. Λόγω της μεγάλης διάδοσης του τύπου αυτού θεωρείται ότι ο συγκεκριμένος ναός ήταν το πρότυπο.

Ο βυζαντινός ρυθμός διαμορφώνεται πλήρως στην περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1057) και θα επικρατήσει σε όλη την αυτοκρατορία και στις περιοχές που επηρεάζονται από αυτή.

Ο τρούλλος στον βυζαντινό ρυθμό υποβαστάζεται από τέσσερις ημικυκλικές καμάρες που διατάσσονται σταυροειδώς διαγράφοντας στη στέγη του ναού το σημείο του σταυρού. Για να εξουδετερώνονται οι ωθήσεις των ημικυκλικών θόλων τα εκατέρωθεν κενά των κεραιών του σταυρού γεμίζουν με τέσσερα μικρά γωνιακά διαμερίσματα και έτσι ο σταυρός που είναι ο πυρήνας του κτίσματος εγγράφεται σε τετράγωνο ή ορθογώνιο.

Τα μικρά γωνιακά διαμερίσματα στεγάζονται χαμηλότερα από τις κεραίες του σταυρού, ο οποίος διαγράφεται με σαφήνεια στη στέγη. Εσωτερικά τα γωνιακά διαμερίσματα στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, καλύπτονται με σταυροθόλια, ασπίδες ή τρουλλίσκους. Στον ελλαδικό χώρο επικρατεί και η στέγαση τους με ημικυλινδρικές καμάρες. Ο τρούλλος διατρυπάται από πολλά παράθυρα. Τα στηρίγματα των καμαρών είναι λεπτοί κίονες ή σπανιότατα λεπτοί πεσσοί.

Ο βυζαντινός ρυθμός έχει τριμερές ιερό βήμα με τρεις αψίδες προς την ανατολή. Το ιερό βήμα αποτελεί ενιαίο σύνολο με τον κυρίως ναό. Πολλές φορές στον κυρίως ναό προστίθενται νάρθηκες, στοές και παρεκκλήσια σαν προσκτίσματα. Ο πλήρης βυζαντινός ρυθμός, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος, διακρίνεται για τη συμμετρική και σαφή διάταξη των τμημάτων του και την ενότητα του χώρου.

Για το πως δημιουργήθηκε ο βυζαντινός ρυθμός υπάρχουν διάφορες απόψεις. Όμως, το πιο πιθανό είναι η δημιουργία του να είναι τυχαία. Από πολύ νωρίς διαμορφώνεται η ιδέα του τρούλλου που στηρίζεται πάνω σε καμάρες, οι οποίες σχηματίζουν ελληνικό σταυρό. Έτσι ώστε η εκκλησία να δίνει καθαρότερα την εικόνα του μικρόκοσμου και παράλληλα να αναδεικνύεται το σημείο της Πίστεως, ο Σταυρός.

Για καθαρά λειτουργικούς λόγους εγγράφηκε αργότερα σε τετράγωνο ή ορθογώνιο, οι τοίχοι του σταυρού εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από λεπτούς κίονες ή σπανιότερα από πεσσούς επιτρέποντας έτσι την ενοποίηση του εσωτερικού χώρου του ναού και δίνοντας στο όλο οικοδόμημα αίσθηση της λιτότητας, της σαφήνειας στη σχέση των διαφόρων μερών του και της συμμετρικής διάταξης του χώρου γύρω από τον κεντρικό τρούλλο.

Ο βυζαντινός ρυθμός είναι πραγματικά πανέμορφος, λιτός και προσδίδει κατάνυξη στον πιστό-επισκέπτη. Έχει όμως και δύο μειονεκτήματα: Το μέγεθος του είναι περιορισμένο. Έτσι οι εκκλησίες με αυτό το ρυθμό από την αρχή προορίζονταν για εκκλησίασμα μέχρι εκατό ατόμων. Ακόμη η έλλειψη σαφούς χωρισμού του ναού σε ξεχωριστά κλίτη. Ολόκληρος ο χώρος εδώ αποτελεί ένα και μοναδικό στην ουσία κλίτος, έτσι δεν είναι εύκολη η διάκριση του εκκλησιάσματος σε γυναίκες και άνδρες.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο βυζαντινός ρυθμός επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μοναστικών κοινοτήτων, αφού τα βυζαντινά μοναστήρια αριθμούσαν συνήθως μέχρι εκατό μοναχούς και εκείνοι ανήκαν πάντα στο ίδιο φύλο, άνδρες ή γυναίκες.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν Έλληνας ποιητής, γνωστός ως ο ποιητής της Ιθάκης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Έζησε στο Λίβερπουλ, το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έγραψε πλήθος ποιημάτων, με θεματολογία από την ιστορία και μυθολογία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής περιόδου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης λίγο πριν το τέλος

Ο Κωνσταντίνος καβάφης ζει τις τελευταίες μέρες του στην Αλεξάνδρεια. Καιρό πριν είχε διαγνωστεί με καρκίνο του λάρυγγα. Από τον Μάρτιο του 1933 η υγεία του ποιητή είχε επιδεινωθεί. ήταν πολύ μελαγχολικός. Από το σπίτι του έβγαινε μόνο για να πάει στο γιατρό. Τον σωλήνα της τραχειοτομής του τον άλλαζε κάθε βράδυ ένας νοσοκόμος ο οποίος έμενε εκεί ως το πρωί. Δεν δεχόταν επισκέψεις, τον ενοχλούσαν, μόνο λίγους συγγενείς.

Παρ’ όλη την άσχημη σωματική και ψυχική του κατάσταση δουλεύει το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» που έμελλε να είναι και το τελευταίο του ποίημα. Το πνεύμα του ήταν ακμαίο. Υπολόγιζε να γράψει και άλλα ποιήματα. Αρχές Απριλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Μεταφέρθηκε στο Ελληνικό νοσοκομείο. Όταν είδε τη βαλίτσα που του ετοίμαζαν οι συγγενείς του για να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα μαζί του στο νοσοκομείο, δάκρυσε, είπε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα 30 χρόνια πριν, ένα βραδάκι βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».

Η ασθένεια του που τον οδήγησε στο τάφο τον είχε χτυπήσει στο λαιμό. Μάταιη αποδείχτηκε μία χειρουργική επέμβαση, που του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ένας ασημένιος σωλήνας, σφηνωμένος στο λάρυγγα δεν του ξανάδωσε φωνή. Πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Λίγοι φίλοι πήγαιναν να του κάνουν λίγη παρέα και κρατούσαν τη συζήτηση επιδέξια για θέματα που μπορούσαν να τον ευχαριστήσουν. Ο ποιητής απαντούσε χαράζοντας λίγες λέξεις πάνω σε μικρά κομματάκια χαρτί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φορούσε μια αλυσιδίτσα με ένα μικρό σταυρουδάκι στο λαιμό του. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο Καβάφης πίστευε ή όχι στον Χριστιανισμό. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά τις τελευταίες ώρες του δέχτηκε ένα παπά να τον κοινωνήσει και μετά έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, σαν να ζητούσε συγχώρεση.

Στο κρεβάτι ξάπλωσε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήταν θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση. Στις 29 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 το πρωί ο Κωνσταντίνος Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα, είναι Ιερό Χριστιανικό Αγίασμα που βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη, έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών», στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balik (= ψάρι) και περιλαμβάνει το Μοναστήρι, την Εκκλησία και το Αγίασμα.

Η Ζωοδόχος Πηγή
Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλί

Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής

Για την αποκάλυψη του Αγιάσματος υπάρχουν δυο εκδοχές: 1) Η πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457-474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας για νερό, μια φωνή του υπέδειξε την Πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην Πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή Εκκλησία προς τιμήν της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή». Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή Εκκλησία με πολλές λεπτομέρειες, αν και η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στο οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Ιστορικά πάντως είναι εξακριβωμένο, ότι το 536 στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά, λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος «του Οίκου της Αγίας Ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».

2) Η δεύτερη, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ’ ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά και δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό Παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν Ιερέα μπροστά σε μια Πηγή. «Είναι η Πηγή των θαυμάτων», του είπαν. Και έχτισε εκεί Μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφιά. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ανάγεται στην ανακαίνιση του Ναού το 559.

Η Ζωοδόχος Πηγή χτίζεται 5 φορές

Το 559 ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, θεραπευμένος από λιθίαση κάνοντας χρήση του νερού της Πηγής, ανακαίνισε τον Ναό αυτό με υλικά που είχαν περισσέψει από την Αγιά Σοφιά. Ο ανακαινισμένος όμως Ναός, κατέπεσε μετά από σεισμό όπου και ανοικοδόμησε εκ νέου η Ειρήνη η Αθηναία. Αλλά και μετά από νεότερη πτώση του, ανοικοδομήθηκε για τρίτη φορά από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα. Αργότερα πυρπολήθηκε από τον αρχηγό των Βουλγάρων, Συμεών, όπου και ανεγέρθηκε για 4η φορά από τον Ρωμανό τον Λεκαπηνό. Κατά τον 6ο αιώνα αποτελούσε ανδρώα Μονή στην οποία προσέρχονταν ο Αυτοκράτορας κάθε Πέμπτη της Αναλήψεως.

Στον περίβολο του Ναού αυτού, έστησε τις σκηνές του το 1424 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’. Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο Ναός καταστράφηκε και το Αγίασμα καλύφθηκε. Αργότερα όμως επετράπη στους Χριστιανούς να αποκαλύψουν το Αγίασμα και να επανιδρύσουν μικρό Προσκύνημα. Το 1732, οι Αρμένιοι προσπάθησαν να υφαρπάξουν το προσκύνημα, όμως, οι Έλληνες Χριστιανοί διέσωσαν το δικαίωμα της κατοχής τους. Το 1825 καταστράφηκε από τους γενίτσαρους και το 1827 ανευρέθηκε η Ιερά Εικόνα της Θεοτόκου εικονιζόμενη υπέρ της Ζωοδόχου Πηγής. Μετά απ’ αυτό, το 1830 ο Σουλτάνος επέτρεψε την νέα ανοικοδόμηση (5η φορά) του Ναού όπως σήμερα διασώζεται, επί Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α’ όπου και εγκαινιάσθηκε μετά από πέντε χρόνια.

Σήμερα στην αυλή της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών. Το δε Αγίασμα, βρίσκεται στον υπόγειο Ναό και αποτελείται από μαρμαρόκτιστη Πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται αγιασμένο. Απ’ εδώ διαδόθηκε ο τύπος της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ψηφιδωτή παράσταση της Εικόνας σώζεται στον εσωνάρθηκα της Μονής της Χώρας.

Σε ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού από τον Αυτοκράτορα Λέοντα, η Εκκλησία καθιέρωσε την κατ’ έτος Εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδας.

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή και τα ψάρια

Το όνομα Μπαλουκλί, προέρχεται από την Τουρκική λέξη «balik» («ψάρι») (προφέρεται περίπου μπαλούκ) και σημαίνει «των ψαριών» ή «με τα ψάρια», πιθανότατα λόγω ύπαρξης ψαριών στα νερά της περιοχής.

Σύμφωνα με το θρύλο, για τη Μονή του Μπαλουκλί, ένας καλόγερος τηγανίζει ψάρια. Τα ψάρια, μισοτηγανισμένα, έπεσαν στη λίμνη και περιμένουν την επιστροφή των Ελλήνων ως κυριάρχων στην Κωνσταντινούπολη για να ολοκληρώσει το τηγάνισμα ο καλόγερος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ζωοδόχος_Πηγή_του_Μπαλουκλή

Ο Ηράκλειος (575-641)

Το διάστημα 602-610 αυτοκράτορας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο Φωκάς. Η συμπεριφορά του απέναντι στους στρατιωτικούς και τους αξιωματικούς της αυτοκρατορίας ήταν αυταρχική. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι συγκλητικοί ήρθαν σε επαφή με τον έξαρχο της Αφρικής, τον Ηράκλειο. Ο τελευταίος επαναστάτησε κατά του Φωκά και έστειλε υπό τις διαταγές του γιου του Ηράκλειου, στόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος κατανίκησε τη μικρή αντίσταση του Φωκά, τον σκότωσε και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Ο Ηράκλειος
Βυζαντινό νόμισμα με τη μορφή του Ηρακλείου

Η αυτοκρατορία, όταν ανέλαβε ο Ηράκλειος, ήταν σχεδόν υπό διάλυση. Είχε να αντιμετωπίσει στον περσικό κίνδυνο και συγχρόνως νέα αραβική απειλή. Επιπλέον, η διακυβέρνηση του Φωκά είχε απορφανίσει το στρατό και τις πολιτικές υπηρεσίες από τα καλύτερα στελέχη τους και είχε υποσκάψει τα οικονομικά του κράτους. Οι Πέρσες συνέχιζαν τις επιθέσεις και επιδρομές τους. Το 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν στην πρωτεύουσα τους τον Τίμιο Σταυρό. Το 619 κατέλαβαν την Αίγυπτο, ανέκοψαν έτσι τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά, και προέλασαν προς την Κυρηναϊκή.

Τις ατυχίες στην Ανατολή συμπλήρωσαν οι ατυχίες στα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εξωθούμενοι από τους Αβάρους διασχίζουν το Δούναβη από το 615 και εισβάλλουν στο κράτος. Παραμένουν στη βόρεια Βαλκανική και εγκαθίστανται στην περιοχή της Κάτω Μοισίας και Σκυθίας σε συμπαγείς και συνεχείς πληθυσμούς. Προέλασαν ακόμη ως στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν, αλλά αποκρούστηκαν όμως έπειτα από σκληρό αγώνα, την αίσια έκβαση του οποίου οι ευγνώμονες κάτοικοι απέδωσαν στην επέμβαση του Αγίου Δημητρίου.

Συγχρόνως, άλλα σλαβικά φύλα, το 614, επιτέθηκαν εναντίον των Σαλώνων τα οποία κατέλαβαν. Προοδοποίησαν έτσι την κατάκτηση του βορειότερου μέρους της σημερινής Δαλματίας από τους Κροάτες (Χρωβάτους) και της σημερινής Σερβίας και Βοσνίας (Άνω Μοισίας, Δαρδανίας) από τους Σέρβους. Οι επιτυχίες των Σλάβων ενθάρρυναν τους Αβάρους, που εξεδήλωσαν επιδρομικές τάσεις εναντίον του Βυζαντίου.

Τα επανειλημμένα ισχυρά εξωτερικά χτυπήματα κλόνισαν τον αυτοκράτορα, που για μια στιγμή σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα τυο στην Καρχηδόνα, για να αναλάβει από εκεί αντεπίθεση εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών. Τον αυτοκράτορα μετέπεισε η αντίδραση του λαού, της συγκλήτου και προπαντός του πατριάρχη Σεργίου. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες είχε αρχίσει να γεννά αισθήματα ιερού πολέμου, αισθήματα αληθινής σταυροφορίας στην ψυχή του ευσεβούς βυζαντινού λαού εναντίον του αδυσώπητου αλλόθρησκου αντιπάλου. Η εκκλησία παρέδωσε οικειοθελώς τους θησαυρούς της στον αυτοκράτορα και ο Ηράκλειος κατάφερε να πορισθεί τα αναγκαία μέσα για να συνάψει ανακωχή με τους Αβάρους και να οργανώσει νέο στρατό κατά των Περσών.

Την άνοιξη του 622, μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού ενθουσιασμού, έπειτα από τελετή που έμοιαζε με αληθινό σταυροφορικό ξεκίνημα, ο Ηράκλειος διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Απέφυγε να κατευθυνθεί εναντίον του αντιπάλου και προχώρησε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Με την κίνηση αυτή ανάγκασε τον περσικό στρατό που προχωρούσε εναντίον του, να αναστρέψει την κίνηση του εγκαταλείποντας όλη την πρόσω Μικρά Ασία.

Οι πρώτες συγκρούσεις με τους Πέρσες που διεξήχθησαν σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής έξαρσης, απέβησαν υπέρ των βυζαντινών. Στα επόμενα έτη, 623-625, ο Ηράκλειος ανέλαβε σειρά εκστρατειών στη διάρκεια των οποίων νίκησε τους Πέρσες παντού, στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την ίδια την Περσία. Μάταια επιχείρησαν οι Πέρσες το 626, αφού συνεννοήθηκαν με τους Αβάρους, να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοπεποίθηση του λαού έπειτα από τόσες νίκες, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός, η πίστη στη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την εικόνα περιέφεραν στα τείχη, η ακατάβλητη δραστηριότητα του Πατριάρχη Σεργίου και του μαγίστρου Βώνου, έφεραν τη συντριβή των Αβαροπερσών μπροστά στα τείχη της πόλεως. Οι κάτοικοι της γεμάτοι ευγνωμοσύνη ανέπεμψαν τον ευχαριστήριο Ακάθιστο Ύμνο στη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη λύτρωση τους.

Το επόμενο έτος, 627, ο Ηράκλειος σε νέα εκστρατεία κατανίκησε έτσι τους εξασθενημένους Πέρσες κοντά στη Νινευί και εξεβίασε την περσική υποταγή. Ο Χοσρόης Β’ δολοφονήθηκε και ο διάδοχος του Σιρόης έσπευσε να ζητήσει ειρήνη. Απόδοση όλων των βυζαντινών αιχμαλώτων και του Τιμίου Σταυρού και αναγνώριση των συνόρων του 591 ήταν οι όροι της ειρήνης, την οποία ο Βυζαντινός ηγεμόνας έπειτα από εξάχρονους σκληρούς αγώνες επέβαλε στον προαιώνιο εχθρό του Βυζαντίου.

Ανώτερη κάθε περιγραφής ήταν η υποδοχή του θριαμβευτή αυτοκράτορα, όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα του, το 629, φέρνοντας μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο έσπευσε να στήσει στην αρχική του θέση στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου 630.

Το μέγεθος της υποδοχής δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και της αγωνίας, από την οποία είχαν λυτρωθεί οι Βυζαντινοί. Βέβαια, η νίκη στην Ανατολή είχε πληρωθεί με απώλειες στη δυτική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Όμως, οι απώλειες των ισπανικών κτήσεων και της Δαλματίας, Άνω Μοισίας και Δαρδανίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια Κροάτες και Σέρβοι, ήταν μηδαμινές μπροστά στην περσική ήττα.

Η ανάκτηση των μονοφυσιτικών επαρχιών από τον Ηράκλειο, επανέφερε οξύτατο το πρόβλημα της συμβίωσης των Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων. Για να πετύχει η συνδιαλλαγή τους ο Ηράκλειος με εισήγηση του πατριάρχη Σεργίου εξέδωσε το 638 την Έκθεση στην οποία, αφού απαγόρευσε κάθε συζήτηση για τη μία ή τις δύο φύσεις ή ενέργειες του Χριστού, δεχόταν τη μία του θέληση. Δυστυχώς, όμως, και η διατύπωση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από τους Μονοφυσίτες ούτε από τους Ορθόδοξους, μεγάλωσε τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και κατέληξε να διευκολύνει την αραβική επέκταση στις περιοχές αυτές.

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου βρίσκονται σε τρομακτική αντίθεση ως προς τα πρώτα από την άποψη των επιτυχών ενεργειών και της δραστηριότητας του αυτοκράτορα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στη γεροντική πια ηλικία του Ηρακλείου, αλλά ακόμη στην εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων. Με την ταχύτητα και την αγριότητα ενός τυφώνα, οι νέοι επιδρομείς συντρίβουν και κατακτούν την Περσία και στη συνέχεια επιτίθενται εναντίον του βυζαντινού κράτους. Το 636 καταλαμβάνουν τη Συρία, το 638 την Παλαιστίνη, το 640 την Αίγυπτο. Η γρήγορη και σχεδόν άκοπη απόσπαση των περιοχών αυτών από την αυτοκρατορία, εξηγείται από την ψυχική αποξένωση των μονοφυσιτικών πληθυσμών τους από το ορθόδοξο κράτος.

Η αποξένωση και η αντίθεση αυτή φάνηκαν κατά την εφαρμογή της θρησκευτικής πολιτικής του Ηρακλείου. Στην προσπάθεια του να συμβιβάσει Μονοφυσίτες και οπαδούς του δόγματος της Χαλκηδόνας, δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, από το να φανατίσει περισσότερο τους Μονοφυσίτες. Υπό τις συνθήκες αυτές Σύροι και Παλαιστίνιοι θεώρησαν του Άραβες ως το μικρότερο κακό και υποτάχθηκαν στους κατακτητές, που άφησαν άλλωστε άθικτη τη ζωή, την περιουσία και τη λατρεία σ’ αυτούς που παραδίδονταν εκούσια.

Πηγή: Το Βυζαντινό Κράτος, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (1855-1856)

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (προάστιο της Κωνσταντινούπολης) ήταν δύο και υπογράφτηκαν ανάμεσα την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1855 και το 1856 αντίστοιχα. Ήταν απόρροια του Κριμαϊκού πολέμου και των γεγονότων που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο παράλληλα με τον πόλεμο αυτό ανάμεσα τη Ρωσία και την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (1855-1856)
Ο Βόσπορος από την Κάνλιτζα

Τα γεγονότα πριν τις Συνθήκες της Κάνλιτζα

Στην Ελλάδα, κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, συνέβησαν σοβαρά γεγονότα. Όταν έγινε γνωστό ότι τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και ετοιμάζονταν να κινηθούν προς τα νότια, οι Έλληνες κατελήφθησαν από υπέρμετρο ενθουσιασμό. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της προστασίας των δικαιωμάτων των Ορθοδόξων, τον οποίο έδινε ο τσάρος στον πόλεμο αυτό -σε συνδυασμό και με τις γνωστές ελληνικές μεγαλοϊδεατικές αντιλήψεις- πολλαπλασίασε το συναισθηματικό ενδιαφέρον των Ελλήνων, για τους υπόδουλους ομοεθνείς και δημιούργησε ατμόσφαιρα φιλοπόλεμη. Η Ρωσία ενίσχυε, φυσικά, το φιλοπόλεμο αυτό ρεύμα, το οποίο δημιουργούσε αντιπερισπασμό στους Τούρκους, αλλά ουσιαστική βοήθεια δεν προσέφερε στους Έλληνες, γιατί η επιτήρηση των Αγγλογάλλων ήταν συνεχής και αυστηρή.

Παραταύτα, η Ελλάδα παρέβλεψε το γεγονός αυτό και εισήλθε σε έναν ακήρυχτο πόλεμο εναντίον της της Τουρκίας, τον οποίο κατηύθυνε περισσότερο το πανελλήνιο φρόνημα και λιγότερο η υπεύθυνη κυβέρνηση. Παρά τις συστάσεις, αλλά και τις απειλές των συμμάχων της Τουρκίας Μεγάλων Δυνάμεων προς την ελληνική κυβέρνηση, να παραμείνει ουδέτερη διάφορα σώματα, ελληνικά, αποτελούμενα από τακτικούς στρατιώτες και εθελοντές εισέβαλαν στο τουρκικό και άρχισαν αγώνα εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής των σωμάτων αυτών ήταν παλιοί οπλαρχηγοί, αλλά και νεώτεροι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού. Ο Όθων και η ελληνική κυβέρνηση ενίσχυε με κάθε μέσο τους αναχωρούντες για την ελληνοτουρκική μεθόριο. Υποτίθεται ότι όλα αυτά γίνονταν μυστικά, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τους αναχωρούντες να εκδηλώνουν τον ενθουσιασμό τους με παρελάσεις στους αθηναϊκούς δρόμους, κατά τις οποίες τα πολεμικά εμβατήρια και οι πυροβολισμοί στον αέρα ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Στην Ήπειρο έσπευσαν πρώτοι, για να ενισχύσουν τους εξεγερθέντες υπόδουλους Έλληνες εναντίον των τουρκικών τοπικών αρχών, ο υπολοχαγός Σπυρ. Καραϊσκάκης και ο συνάδελφος του Δημ. Γρίβας, των οποίων οι αρχικές επιτυχίες προξένησαν μεγάλο ενθουσιασμό. Ωστόσο, ο κύριος στόχος, της απελευθέρωσης της Άρτας, καθυστερούσε, γιατί οι ενισχύσεις των Τούρκων, οι οποίες έφθαναν στην Πρέβεζα με την προστασία των αγγλικών πολεμικών, δυσκόλευαν την κατάσταση για τους Έλληνες. Τότε, η σκέψη όλων στράφηκε προς τον παλαίμαχο υποστράτηγο Θεόδ. Γρίβα, ο οποίος και ανέλαβε τον συντονισμό των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Παράλληλα, η κυβέρνηση ενίσχυε συνεχώς τους επαναστάτες με νέους εθελοντές και πολεμοφόδια. Ο Γρίβας, με τη βοήθεια και των άλλων αξιωματικών, είχε σημαντικές επιτυχίες, και λίγο αργότερα, με την ενίσχυση και του Κίτσου Τζαβέλλα, που έφθασε στο μεταξύ εκεί και ενώθηκε μαζί του, απελευθερώθηκε σχεδόν ολόκληρη η Νότια Ήπειρος. Συγχρόνων γινόταν προετοιμασίες για προέλαση και κατάληψη των Ιωαννίνων.

Στη συνέχεια, η επανάσταση μεταδόθηκε στη Θεσσαλία, όπου εισέβαλαν (αρχές 1854) οι εθελοντές-επαναστάτες, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στη Λαμία με τη φροντίδα του υπουργού των Στρατιωτικών Σκαρλάτου Σούτσου και του μοιράρχου της περιοχής Σωτ. Κροκιδά. Επικεφαλής των επαναστατών και εδώ ήταν παλιοί οπλαρχηγοί και νέοι αξιωματικοί, όπως ο Γεώρ, Δυοβουνιώτης, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Παπακώστας Τζαμάλας, ο Ευαγ. Κοντογιάννης, ο Ευαγ. Μπαλτατσός, ο Θεοδ. Ζιάκας, ο Γεώρ. Καταραχιάς, ο Καλαμάρας Τσουκαλάς, οι οπλαρχηγοί Τζακόπουλος, Κόρακας, Στουρνάρας, Καραμήτσος κ.α.

Κατά τα μέσα Μαρτίου πέρασε στη Θεσσαλία και ο υποστράτηγος και υπασπιστής του Όθωνα Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, ο οποίος ανέλαβε τον συντονισμό του αγώνα. Έτσι, από τον Απρίλιο εντάθηκε η δράση των Ελλήνων εθελοντών που ξεπερνούσαν τις 6.000 χιλιάδες και ενισχύονταν συνεχώς από τους ντόπιους αγωνιστές. Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Ελλήνων ήταν η κατάληψη, μετά από σφοδρή μάχη, του χωριού Πλάτανος Αλμυρού (12 Μαρτίου), η νίκη στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων (8 Απριλίου), η μάχη γύρω από το Δομοκό (13 Απριλίου) και η νίκη στην Καλαμπάκα (10 Μαΐου). Οι επαναστάτες έγιναν κύριοι της Θεσσαλικής πεδιάδας.

Στη Μακεδονία, η επανάσταση άρχισε κατά τα μέσα Μαρτίου 1854, αλλά δεν είχε την έκταση και την ένταση των εξεγέρσεων της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Οι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν από τα πλησιέστερα στρατιωτικά κέντρα ένοπλες δυνάμεις για την έγκαιρη καταστολή της. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, όμως, οι Μακεδόνες δεν υστέρησαν σε αγωνιστική διάθεση και η επανάσταση εκδηλώθηκε σε τρία σημεία: α) στη Χαλκιδική, όπου αποβιβάστηκε ο πρώην υπασπιστής του Όθωνα Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος με σώμα 500 περίπου ανδρών, β) στα Γρεβενά, όπου πέρασε μετά την εξέγερση στη Θεσσαλία, ο παλιός οπλαρχηγός Θεοδ. Ζιάκας και γ) στην περιοχή του Ολύμπου, όπου αγωνίστηκε σώμα Μακεδόνων οπλαρχηγών.

Καθώς ήταν επόμενο, ο ακήρυχτος αυτός πόλεμος οδήγησε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε ζητήσει διαμέσου του πρεσβευτή της στην Αθήνα και με την υπόδειξη των συμμάχων της Άγγλων και Γάλλων, τελεσιγραφικά αό την ελληνική κυβέρνηση: α) να σταματήσει αμέσως την ενίσχυση των επαναστατών, β) να ανακαλέσει και α τιμωρήσει τους αξιωματικούς, οι οποίοι συμμετείχαν στα επαναστατικά κινήματα και γ) να καταστείλει την αντιτουρκική προπαγάνδα του τύπου. Επειδή η ελληνική απάντηση δεν κρίθηκε ικανοποιητική, ο Τούρκος πρέσβης εγκατέλειψε την Αθήνα, ενώ η Ελλάδα ανακάλεσε τον Ανδρέα Μεταξά, που ήταν τότε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, ανέλαβαν πλέον να δώσουν λύση στο θέμα η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες κατέφυγαν στην αποτελεσματική πολιτική των κανονιοφόρων.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1854, απηύθυναν ταυτόσημες αυστηρές διακοινώσεις προς την Ελλάδα, για τη στάση της. Ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση την ικανοποίηση των τουρκικών απαιτήσεων και από τον Όθωνα, ειδικότερα, την αποκήρυξη των επαναστατών της Ηπειρο-Θεσσαλία και της Μακεδονίας, καθώς και την αντικατάσταση της κυβέρνησης Αντ. Κριεζή. Κατά την τελευταία διακοίνωση τους δεν παρέλειψαν να κάνουν και σαφή υπαινιγμό για δυναστική αλλαγή (εκθρόνιση του Όθωνα) και ακόμη να θέσουν 15ήμερη προθεσμία για την ικανοποίηση των όρων τους.

Ο βασιλιάς, αν και είχε ενστερνιστεί τα ιδανικά λαού και είχε καταληφθεί από τον φιλοπόλεμο ενθουσιασμό των Ελλήνων, την τελευταία μέρα της τελεσιγραφικής προθεσμίας (14 Μαΐου), αναγκάστηκε να υποκύψει. Δεν είχε καμιά δυνατότητα επιλογής πλέον, γιατί οι Αγγλογάλλοι, την ίδια μέρα αποβίβασαν αγήματα στον Πειραιά και απέκλεισαν την πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα η προστατευμένη Ελλάδα να βρεθεί και αποκλεισμένη. Ο Όθων αφού δήλωσε ότι θα τηρήσει αυστηρή ουδετερότητα έναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έπαυσε την κυβέρνηση και κάλεσα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο να σχηματίσει κυβέρνηση. Το Υπουργείο Στρατιωτικών ανέλαβε, ως εκπρόσωπος της γαλλικής μερίδας, ο Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος είχε γνωρισθεί παλαιότερα στο Λονδίνο και είχε συνδεθεί φιλικά με τον στρατηγό Λουδοβίκο Ναπολέοντα, ανηψιό του Μεγάλου Ναπολέοντα, και από το 1851, αυτοκράτορα της Γαλλίας ως Ναπολέων Γ’.

Το Υπουργείο Κατοχής, όπως αποκλήθηκε η κυβέρνηση αυτή, πολιτεύθηκε κατά τη δύσκολη αυτή περίοδο, με σύνεση. Διέταξε τη διάλυση των εθελοντικών σωμάτων και δέχθηκε, σιωπηρώς, την επάνοδο των αξιωματικών στις τάξεις του στρατού, για την αποφυγή εσωτερικής αναταραχής. Πάντως, αντέδρασαν αρκετοί και στις παραμεθόριες περιοχές είχε αρχίσει να παρατηρείται, εξαιτίας των γεγονότων, έξαρση της ληστείας.

Το έργο της κυβέρνησης ήταν δυσχερέστατο, γιατί υπήρχαν και άλλα δεινά της Κατοχής, τα οποία προσπαθούσε να μετριάσει. Τα ξένα αγήματα φέρονταν με προκλητικό τρόπο που μεγάλωνε την αγανάκτηση του λαού. Στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποιούσαν στρατιωτικές παρελάσεις, για να εκφοβίσουν τους κατοίκους και να ταπεινώσουν περισσότερο τον Όθωνα. Κατέστρεψαν τα τυπογραφεία των φιλορωσικών εφημερίδων Αιών και Ελπίς και έθεσαν υπό κράτηση τους διευθυντές τους Ιω. Φιλήμονα και Κων. Λεβίδη. Κια το χειρότερο τα στρατεύματα Κατοχής μετέφεραν από τη Βάρνα και μετέδωσαν στον πληθυσμό της Αττικής την επιδημία της χολέρας, από την οποία πέθαναν περισσότερα από 3.000 άτομα.

Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ύστερα από μεσολάβηση και πίεση των Αγγλογάλλων, αποκαταστάθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής. Διορίσθηκαν νέοι διπλωματικοί εκπρόσωποι και από τα δύο μέρη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα και στη συνέχεια κλείστηκαν δύο ελληνοτουρκικές συνθήκες, οι Συνθήκες της Κάνλιτζα.

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα

Η πρώτη ήταν η Συνθήκη φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας, η οποία υπογράφτηκε στις 8 Ιουνίου 1855, από τον απεσταλμένο και αργότερα πρεσβευτή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Κουντουριώτη και επικυρώθηκε στις 21 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Η δεύτερη ελληνοτουρκική συνθήκη, η οποία θεωρείτο συμπληρωματική της πρώτης και αφορούσε στην καταδίωξη της ληστείας, υπογράφτηκε στις 20 Απριλίου 1856 από την κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη (ο Αλ.Μαυροκορδάτος είχε παραιτηθεί). Μεταξύ των άλλων, η συνθήκη αυτή προέβλεπε τη συνεργασία των δύο κρατών, ιδιαίτερα στις όμορες επαρχίες, για την πάταξη της ληστείας και κάθε μία χώρα επέτρεπε στα καταδιωκτικά αποσπάσματα της άλλης να καταδιώκουν τους ληστές, σε ορισμένη ακτίνα, μέσα στο έδαφός της.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ορθόδοξη Εκκλησία: 1453-1821

Η θρησκεία αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των λαών. Το «ομόθρησκον» είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν την ενότητα αλλά και την ομοιότητα τους οι Έλληνες. Τι συνέβη όμως με τον κύριο εκφραστή της θρησκείας των Ελλήνων, την Ορθόδοξη Εκκλησία, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά;

Ορθόδοξη Εκκλησία
Ο Γεννάδιος Σχολάριος με τον Μωάμεθ Β’

Οι κατακτητές, σύμφωνα με τον ιερονομικό κώδικα των μωαμεθανών, το Κοράνιο, αλλά και για άλλους λόγους, πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος, έδειξαν ανεκτικοί απέναντι στις θρησκευτικές εθνικές ιδιαιτερότητες των ραγιάδων. Οι υπόδουλοι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό και συσπειρώθηκαν γύρω από την εκκλησιαστική τους εξουσία, την οποία περιόρισε, αλλά δεν κατήργησε ο σουλτάνος. Έτσι, διαχώρισαν τον εαυτό τους από τους αλλόθρησκους Τούρκους (ή ακόμη και με τους ετερόδοξους Φράγκους).

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τη κατάλυση της πολιτικής εξουσίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε πλέον ο μόνος εκπρόσωπος και αρχηγός των υπόδουλων Ορθοδόξων, σύμφωνα με το σύστημα των Millet, δηλαδή της διαίρεσης των υποταγμένων με βάση μόνο τους θρησκευτικούς δεσμούς, που υιοθέτησε από την αρχή της κυριαρχίας ο οθωμανικός κρατικός μηχανισμός. Ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’ φρόντισε για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής διοίκησης και επιδίωξε να ρυθμίσει τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο και μέσω αυτού με το χριστιανικό ποίμνιο. Με εντολή του, συγκλήθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 1454, Σύνοδος Επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη και εξέλεξε νέο Πατριάρχη το μοναχό Γεννάδιο. Μετά την εγκατάσταση του νέου Πατριάρχη εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα (βεράτι) με σειρά προνομίων, δυνάμει των οποίων ο επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατέστη Εθνάρχη. Τα προνόμια αυτά διαιρούνται σε εκκλησιαστικά και πολιτικά.

Σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά ο Πατριάρχης μπορούσε να:

  1. να ασκεί ανώτατη εποπτεία επί του ορθόδοξου κλήρου, των ναών, των μοναστηριών, καθώς και της περιουσίας αυτών.
  2. να δικάζει κληρικούς για παραπτώματα όχι μόνο εκκλησιαστικής φύσεως, αλλά και πολιτικής
  3. να αποφασίζει μαζί με την Πατριαρχική Σύνοδο των αρχιερέων, για κάθε ζήτημα δογματικό, ή πολιτικό, που αφορούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία
  4. να επιβάλλει ποινές στους απειθούντες
  5. να διορίζει, να μεταθέτει και να παύει τους υπ’ αυτόν κληρικούς, σχεδόν χωρίς έλεγχο, αφού η Υψηλή Πύλη εξέδιδε -κατά κανόνα- χωρίς αντίρρηση τα ανάλογα φιρμάνια.

Σύμφωνα με τα πολιτικά ο Πατριάρχης μπορούσε:

  1. να ιδρύει σχολεία, να διορίζει δασκάλους και να φροντίζει γενικά για την εκπαίδευση
  2. να ρυθμίζει αστικές υποθέσεις που αφορούσαν τους Ορθόδοξους και συνδέονταν -άμεσα ή έμμεσα- με τον θρησκευτικό βίο (γάμοι, βαπτίσεις, διαζύγια, επιτροπείες ανηλίκων, κληρονομιές κ.λ.π.)
  3. να αποφασίζει και για άλλες αστικές υποθέσεις, οικονομικές δοσοληψίες ή κτηματικές διαφορές κ.λ.π
  4. να επιβέλλει φορολογία σε λαϊκούς και κληρικούς, για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών της Εκκλησίας
  5. να διατηρεί ειδικούς υπαλλήλους για την είσπραξη φόρων
  6. να εισηγείται στην Υψηλή Πύλη την αποκατάσταση γενομένων αδικιών ή να προβαίνει σε παραστάσεις υπέρ των υποδούλων

Η σουλτανική αυτή ενέργεια υπήρξε αποφασιστική για την τύχη των Ελλήνων. Ωστόσο, δεν πρέπει να παρερμηνευτεί, ως προς τα αληθινά της κίνητρα. Οι λόγοι, για τους οποίους παραχωρήθηκαν τα προνόμια αυτά στον ορθόδοξο Πατριάρχη και, κατά συνέπεια, στους διαδόχους του, δεν υπαγορεύονταν μόνο από τις διατάξεις του Ισλάμ, που συνιστούσε στους μωαμεθανούς ηγεμόνες να τηρούν στάση ανοχής απέναντι στους λαούς της Βίβλου, δηλαδή Εβραίους και Χριστιανούς. Ο Μωάμεθ ορμήθηκε προπαντός από πολιτικούς λόγους: η εκχώρηση προνομίων στο Πατριαρχείο παρείχε στους Τούρκους τη δυνατότητα να κυβερνούν ευχερέστερα τους Χριστιανούς, δεδομένου ότι ο Πατριάρχης αναλάμβανε την υποχρέωση, απέναντι στο κυρίαρχο οθωμανικό κράτος, να τηρεί σε υποταγή τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παράβαση ή αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής συνεπαγόταν καθαίρεση ή θάνατο για τον Πατριάρχη, που ήταν υπεύθυνος για κάθε επαναστατική ενέργεια ή ακόμα και ύποπτη κίνηση των ραγιάδων. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος της παραχώρησης των προνομίων.

Η τακτική αυτή του σουλτάνου ενείχε και άλλο στόχο: να εμποδίσει -στην πράξη- την ένωση των νέων υπηκόων του ορθοδόξων της Ανατολής με καθολική Δύση, όπως είχε αποφασιστεί στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας για λόγους σκοπιμότητας (απόκρουση της τουρκικής απειλής). Με τον τρόπο αυτό ικανοποιούσε το θρησκευτικό συναίσθημα των Ορθοδόξων και ταυτόχρονα απομάκρυνε το ενδεχόμενο ανάληψης σταυροφορίας από μέρους των Καθολικών της Ευρώπης, για την απελευθέρωση των Χριστιανών της Ανατολής. Ο σουλτάνος είχε συμφέρον να διατηρηθεί το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, και προτίμησε για τον πατριαρχικό θρόνο τον Γεώργιο Σχολάριο, γνωστό για τις ανθενωτικές του ιδέες και τα αντιπαπικά του φρονήματα.

Βέβαια, η μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης στον ελληνικό χώρο δεν δικαίωσε τους υπολογισμούς του σουλτάνου. Το εθνικό φρόνημα και ο πόθος της λύτρωσης από τα δεινά της δουλείας έθεσαν σε δεύτερη μοίρα την αντίθεση με τους Καθολικούς και ώθησαν τους Έλληνες σε συνεργασία για την απελευθέρωση τους. Σε αρκετές περιπτώσεις οι Έλληνες ενίσχυσαν, παρά τα σκληρά μέτρα της τουρκικής εξουσίας, τους Δυτικούς στους πολέμους τους κατά των Οθωμανών, με την ελπίδα να ενισχυθούν στο μέλλον και οι ίδιοι, για την ανάκτηση της ελευθερίας τους.

Θεωρητικά, η Εκκλησία, με τα προνόμια που είχε στη διάθεση της, ασκούσε τα καθήκοντα της χωρίς επεμβάσεις της οθωμανικής εξουσίας. Στην ουσία, όμως, τα πράγματα συνέβαιναν διαφορετικά. Οι Τούρκοι επενέβαιναν πολλές φορές στην εκλογή του Πατριάρχη, ή με διάφορα προσχήματα τον εξανάγκαζαν σε παραίτηση, για να επιλέξουν άλλον της αρεσκείας τους. Μέρος της ευθύνης για τις ανωμαλίες αυτές έφερε και η αντιζηλία και η διαμάχη μεταξύ των ισχυρών Ελλήνων -λαϊκών και κληρικών- που με τις ενέργειες τους υπονόμευαν τον Πατριάρχη.

Οι τουρκικές επεμβάσεις εκτείνονταν σε όλους τους τομείς που αφορούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία, ανάλογα με τις διαθέσεις των ισχυρών και προπαντός του σουλτάνου. Παραταύτα, οι εκάστοτε Πατριάρχες προσέφεραν -στα πλαίσια πάντα των διορθοδόξων πνευματικών καθηκόντων τους- ανυπολόγιστη βοήθεια προς το Έθνος. Ήταν, κατά κανόνα, το στήριγμα των Ελλήνων. Η ευθυκρισία τους μάλιστα ήταν σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε προσέφευγαν σ’ αυτή ακόμη και Τούρκοι, αφού ο καδής έκρινε, συνήθως, τις δικαστικές υποθέσεις, ανάλογα με την αξία των προσφερομένων δώρων των διαδίκων. Για τους Έλληνες ο Πατριάρχης δεν ήταν μόνο ηγέτης της Εκκλησίας, αλλά και του Έθνους. Ήταν, δηλαδή, τυπικά και ουσιαστικά Εθνάρχης. Μαζί με τον υπ’ αυτόν κλήρο αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα της εθνικοπολιτικής αποκατάστασης του Γένους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html