Ο Ευγένιος Ευγενίδης (1882-1954)

Ο Ευγένιος Ευγενίδης (Διδυμότειχο, 22 Δεκεμβρίου 1882 – Μοντρέ Ελβετίας, 21 Απριλίου 1954) ήταν Έλληνας εφοπλιστής και εθνικός ευεργέτης από τη Θράκη.

Ο Ευγένιος Ευγενίδης
Ο Ευγένιος Ευγενίδης

Ο Βίος του Ευγένιου Ευγενίδη

Ο Ευγένιος Ευγενίδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο του Έβρου, (επί  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) στις 22 Δεκεμβρίου 1882 και πέθανε στις 22 Απριλίου 1954 στο Βεβέ στην Ελβετία. Ήταν γιος του Αγαπίου Ευγενίδη, ανωτάτου δικαστικού (καδή) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και της Χαρίκλειας Αφεντάκη. Είχε επίσης και μια νεαρότερη αδελφή, την Μαριάνθη, σύζυγο Γεωργίου Σίμου.

Ο Ευγένιος Ευγενίδης σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το πέρας των σπουδών του, άρχισε να επιδίδεται σε ναυτιλιακές εργασίες. Στα 20 του, βρήκε δουλειά σε μια Βρετανική ναυτιλιακή εταιρία, στην Doro’s Brothers και μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα προσλήφθηκε ως γενικός διευθυντής στο ναυτιλιακό πρακτορείο Reppen. Ο Ευγένιος Ευγενίδης διεύθυνε την σουηδική εταιρεία «Χομ Λάιν», φθάνοντας κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του να έχει αναπτύξει και να διευθύνει όλες τις σουηδικές  ναυτιλιακές γραμμές στη Μεσόγειο αναλαμβάνοντας πλέον και ο ίδιος πλοιοκτήτης.

Διετέλεσε επίσης και γενικός Πρόξενος της Φινλανδίας, στην  Κωνσταντινούπολη και μετέπειτα στην Ελλάδα.

Τον Δεκέμβριο του 1953 υπέγραψε σύμβαση με το ελληνικό Δημόσιο, μέσω της οποίας διέθεσε το υπερωκεάνειό του Ατλάντικ στη γραμμή  Πειραιά-Νέα Υόρκη που προς τιμή της βασίλισσας μετονομάσθηκε σε Βασίλισσα Φρειδερίκη. Επίσης τότε εγκαινίασε νέα τακτική ναυτιλιακή γραμμή Πειραιά-Νότια Αμερική με πρώτο πλοίο το φορτηγό Αθήναι.

Ο Ευγένιος Ευγενίδης εθνικός ευεργέτης

Πριν το θάνατό του ζήτησε από τον Βασιλέα Παύλο σε ποιο επιστημονικό τομέα θα μπορούσε να προσφέρει οικονομικά για την δημιουργία ενός απόλυτα πρωτοποριακού πνευματικού ιδρύματος. Συνέπεια αυτού ήταν να έλθει σε επαφές με πολλούς σημαντικούς επιστήμονες της εποχής από τις οποίες επαφές, κατέληξε στη δημιουργία του γνωστού Ιδρύματος Ευγενίδου.

Το Ίδρυμα Ευγενίδου.
Το Ίδρυμα Ευγενίδου.

Το τέλος του Ευγένιου Ευγενίδη

Όταν τον Απρίλιο του 1954, έφυγε από τη ζωή, ήταν ήδη καθιερωμένος διεθνώς ως μεγάλου κύρους επιχειρηματική φυσιογνωμία και, στην πατρίδα του, ως εθνικός ευεργέτης. Πέθανε στο Βεβέ της Ελβετίας, στις 22 Απριλίου του 1954, στη διάρκεια μιας δεξίωσης.

Για την αναγνώριση αυτή των υπηρεσιών του, τιμήθηκε από τον Βασιλέα Παύλο με τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ευγένιος_Ευγενίδης

Please follow and like us:
error0

Ο Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638)

Ο Κύριλλος Λούκαρις, συχνά και Λούκαρης (13 Νοεμβρίου 1572–27 Ιουνίου 1638) ή και Κύριλλος ο Κρης, ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Κύριλλος Γ΄) και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (ως Κύριλλος Α΄).

Ο Κύριλλος Λούκαρις
Ο Κύριλλος Λούκαρις

Ο Βίος του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Κύριλλος Λούκαρις γεννήθηκε στο Χάνδακα, σημερινό Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Ο πατέρας του μάλλον ήταν ιερέας. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό και ύστερα, χάρις στην μέριμνα του θείου και μέντορά του Μελέτιου Πηγά, πήγε στη Βενετία όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο ο οποίος του έμαθε ελληνικά, λατινικά, ιταλική γλώσσα και θεολογία. Στη συνέχεια σπούδασε στην Πάδοβα κοντά στον Παύλο Σάρπα και τον Τσεζάρε Κρεμονίνι, ενώ αργότερα επισκέφτηκε την Γενεύη, την Ολλανδία, και τη Γερμανία. Επιστρέφοντας στον ελλαδικό χώρο μετέβη στον θείο του Μελέτιο Πηγά, στην Αλεξάνδρεια, όπου το 1593 έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Κύριλλος. O Πηγάς τον έκανε πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου και τον έστειλε έξαρχο στην Πολωνία με σκοπό να αποτρέψει την ένωση των ορθόδοξων Ουκρανών και Λευκορώσων με τη Ρώμη. Όμως, αν και ανάπτυξε σημαντική δράση γι’ αυτό το σκοπό, τελικά απέτυχε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Αλεξανδρείας

Από το 1594 ο Πηγάς προετοίμαζε τον Λούκαρι για διάδοχό του στον Πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας. Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, ο Λούκαρις τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της  Δυτικής Εκκλησίας. Έτσι, μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συνοδική καταδίκη των Λατίνων. Μετέβη στην Κύπρο στα 1605 με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποσόβηση εσωτερικής κρίσης που έπληττε την Εκκλησία της Κύπρου. Το 1608 μετέβη στα Ιεροσόλυμα συμμετέχοντας στην χειροτονία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνους. Δρομολόγησε την επισκευή ναών και λόγω των χρεών του Πατριαρχείου οργάνωσε ζητεία (έρανο) η οποία όμως δεν ευοδώθηκε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Μετά την εκτόπιση του οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β’ στη Ρόδο (Φεβρουάριος 1602-Ιανουάριος 1603 και Οκτώβριος 1609-Οκτώβριος 1612), το 1612 ο Λούκαρις τοποθετήθηκε, με την ιδιότητά του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας και επομένως ιεραρχικά αρχαιότερος αξιωματούχος, επίτροπος για είκοσι μία ημέρες στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Επιβλήθηκε όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β’ και ο Λούκαρις αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος και από εκεί στη Βλαχία. Δεν εγκατέλειψε τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι, στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στον αγώνα του κατά των Ιησουιτών αναζήτησε στήριξη και σε προτεσταντικούς κύκλους με τους οποίους αλληλογραφούσε και συζητούσε. Αυτό υπήρξε και η αιτία να κατηγορηθεί ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου. Για να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς του με τους διαμαρτυρόμενους και να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους έστειλε στα 1617 στην Αγγλία, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589–1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιον Όρος.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Στις αρχές Νοεμβρίου 1620 διαδόθηκε η είδηση για τον ξαφνικό θάνατο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Τιμόθεου Β’. Θεωρήθηκε πως είχε δολοφονηθεί και πως ηθικός αυτουργός για το έγκλημα αυτό ήταν ο Λούκαρις, ανένδοτος εχθρός του Τιμόθεου. Στις 4 Νοεμβρίου 1620 ο Λούκαρις εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης γεγονός που δικαίωνε όσους διέδιδαν τις φήμες πως ο Τιμόθεος είχε δηλητηριαστεί με δική του εντολή.

Απομάκρυνσή από τον Πατριαρχικό θρόνο και επάνοδος

Τον Απρίλιο του 1623 ο Λούκαρις απομακρύνθηκε από τον θρόνο με την επέμβαση του πρεσβευτή της Γαλλίας Fhillippe de Cesy. Είχαν προηγηθεί διαβήματα του αποστολικού νούντσιου στο Παρίσι στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’. Συγκεκριμένα, ο μεγάλος βεζύρης Μερέ Χουσεΐν δωροδοκήθηκε από τον Cesy 40.000 τάλληρα για να ενεργήσει παράτυπα, δηλαδή χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Στις 17 Απριλίου 1623 ο Λούκαρις δραπέτευσε με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη από το στρατιωτικό απόσπασμα που εισέβαλε στο κτίριο του Πατριαρχείου. Ο Cecy δεν έμεινε ικανοποιημένος από την καθαίρεση του Λούκαρι. Πληροφορούμενος ότι ο Λούκαρις κρυβόταν στην Κωνσταντινούπολη, πλήρωσε 3.000 σκούδα για να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Έτσι συνελήφθη και οδηγήθηκε με φρεγάτα εξόριστος στην Ρόδο. Στη θέση του εκλέχθηκε στις 28 Μαΐου ο Αμασείας Γρηγόριος, «λατινόφρων», ο επονομαζόμενος «Στραβοαμασείας» και μετά από ένα μήνα, στις 25 Ιουνίου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος. Όμως στις 2 Οκτωβρίου ο Λούκαρις ανέβηκε και πάλι στον θρόνο χάρις στην υποστήριξη των πρεσβευτών Ολλανδίας Cornells Haga και της Αγγλίας Sir Thomas Roe. Εκείνη την εποχή στην Ευρώπη μαίνονταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και Καθολικοί και Προτεστάντες προσπαθούσαν να προσεταιριστούν την Ορθόδοξη Εκκλησία και ειδικά τον πατριάρχη.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1626 μερικοί ιεράρχες, υποκινημένοι από τον Γάλλο πρεσβευτή, κατάγγειλαν τον Λούκαρι στην Πύλη ότι ευθυνόταν για την υπερχρέωση του Πατριαρχείου και ότι διοικούσε τυραννικά την εκκλησία. Όμως για το πρώτο ζήτημα δεν ευθυνόταν ο ίδιος επειδή είχε παραλάβει αυτό το χρέος από τον προκάτοχό του. Για το δεύτερο ζήτημα, αν και είχε επιχειρήσει να απομακρύνει τους διαφωνούντες προς αυτόν, τον Ιωάσαφ Χαλκηδόνος και τον Κορίνθου Νεόφυτο, τους καθαίρεσε η σύνοδος. Ο Λούκαρις κατέφυγε στην ολλανδική πρεσβεία για να αποφύγει τα χειρότερα και ο Άγγλος πρέσβης Roe μεσολάβησε στην Πύλη για την προστασία του. Επίσης και η Βενετική Γερουσία επιθυμούσε την παραμονή του Λούκαρι στον πατριαρχικό θρόνο γι’ αυτό ήταν έτοιμη να δωροδοκήσει με 1.000 ρεάλια τούρκους αξιωματούχους.

Το τυπογραφείο του Κύριλλου Λούκαρι

Αρχικά ο Λούκαρις είχε στείλει στο Λονδίνο τον Νικόδημο Μέταξα για να σπουδάσει την τυπογραφική τέχνη. Εκείνος επέστρεψε στα μέσα του 1627 με κάσες γεμάτες τυπογραφικά στοιχεία. Το τυπογραφείο ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1627 κοντά στην Αγγλική πρεσβεία. Το πρώτο βιβλίο που βγήκε από το πιεστήριό του ήταν μια αντιιουδαϊκή πραγματεία του Λούκαρι. Στο τυπογραφικό του πρόγραμμα ήταν η έκδοση όλων των παλιότερων και νεώτερων αντικαθολικών βιβλίων που είχαν γράψει ορθόδοξοι θεολόγοι. Η δραστηριότητα του τυπογραφείου προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Καθολικών. Στις 27 Οκτωβρίου 1627 ο φιλοκαθολικός επίσκοπος Παροναξίας Ιερεμίας Βαρβαρήγος εισηγήθηκε στην Propaganda Fide το κλείσιμο του τυπογραφείου. Τον Νοέμβριο του 1627 συνεδρίασε η Propaganda Fide η οποία εισηγήθηκε να πειστούν οι Τούρκοι να κλείσουν το τυπογραφείο. Τον Ιανουάριο του 1628, οι μηχανορραφίες και καταγγελίες είχαν ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες του και να να κατασχεθεί προσωρινά ο εξοπλισμός του από τους Τούρκους.

Το τέλος του Κύριλλου Λούκαρι

Λίγους μήνες αργότερα, η αναχώρηση του Roe από την Κωνσταντινούπολη στέρησε τον Λούκαρι από έναν ισχυρό προστάτη. Πιστεύεται ότι ο πατριάρχης του έδωσε ως δώρο προς τον βασιλιά Κάρολο Α’ τον περίφημο «Αλεξανδρινό κώδικα», κτήμα τώρα του Βρετανικού Μουσείου, στον οποίο βασίστηκε η μετάφραση της Βίβλου στα αγγλικά, γνωστή ως King James. Τέλος, οι καθολικοί κατήγγειλαν τον Λούκαρι ότι ετοίμαζε, με τη βοήθεια των Ρώσων, επανάσταση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου 1638. Το πτώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι.

Πιστεύεται ότι ο Κύριλλος Λούκαρις, όταν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, πήρε μαζί του τον Αλεξανδρινό Κώδικα —έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς Βιβλικούς Κώδικες που σώζονται έως σήμερα— και αργότερα τον έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Ιάκωβο Α’ της Αγγλίας. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ήταν εκείνος που έδωσε εντολή να γίνει μια νέα μετάφραση της Βίβλου στην Αγγλική, η οποία ξεκίνησε το 1607 και ολοκληρώθηκε το 1611 και η οποία έγινε γνωστή ως «Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου» King James Version ή Authorized Version). Ο Ιάκωβος πέθανε πριν του παραδοθεί ο Κώδικας κι έτσι τον παρέλαβε ο διάδοχός του Κάρολος Α’ το 1627.

Η πνευματική εξέλιξή του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις ήταν γαλουχημένος με τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της ανατολικής ορθόδοξης Εκκλησίας και άρχισε τη δράση του ως  συντηρητικός ορθόδοξος. Αυτό τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό που έδωσε στα πρώτα βήματα της δράσης του ως έξαρχου στην Πολωνία. Στη διαμάχη με τους ενωτικούς ανέπτυξε τα παραδοσιακά επιχειρήματα της ορθοδοξίας, ενώ σε επιστολή του προς τον Λατίνο επίσκοπο Λεμβέργης Δημήτριο Solikowski προβάλει τις επτά πρώτες Οικουμενικές Συνόδους ως κοινής αποδοχής και από τις δύο Εκκλησίες και αποσιωπά την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ωστόσο άρχισε να έρχεται σε επαφή με τη Μεταρρυθισμένη θεολογία από την εποχή που σπούδαζε στην Ιταλία, όταν αλληλογραφούσε με τους μεταρρυθμιστές διανοούμενους David Hoeschel και Friedrich Sylbourg.

Όταν πια ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας άρχισε να μελετά πιο συστηματικά δυτικοευρωπαίους θεολόγους και φιλόσοφους, όπως μαρτυρούν επιστολές του και σημειώσεις σε προσχέδια κηρυγμάτων του. Καθώς η λατινική προπαγάνδα σε βάρος των ορθοδόξων οξυνόταν, το αντιλατινικό μέτωπο ήταν πιο δεκτικό στα μεταρρυθμιστικά επιχειρήματα. Όμως το κοινό μέτωπο ορθοδόξων και καλβινιστών έναντι της Ρώμης έκανε τον Λούκαρι να σκέφτεται να αξιοποιήσει την Καλβινιστική διδασκαλία για την αποκάθαρση της ορθόδοξης πίστης από διαστρεβλώσεις, καταχρήσεις, ρωμαϊκές επιρροές. Στα 1618 ο Λούκαρις, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του με τον Ολλανδό έμπορο David de Wilhelm le Leu, γοητεύτηκε από την προτεσταντική αρχή του αποκλειστικού προορισμού ενώ θεωρούσε ως βάσεις της μεταρρύθμισης την ταπεινοφροσύνη, την απλότητα και όχι τη δεισιδαιμονία, την περιφρόνηση προς τα εγκόσμια.

Η εκπαιδευτική στρατηγική του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις, σύμφωνα με τον Πατηνιώτη, αποσκοπούσε στην συγκρότηση «μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας των ορθοδόξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» και να τους καταστήσει «[…]μια διακριτή πολιτισμική ενότητα στο μεταίχμιο μεταξύ ισλαμικής Ανατολής και Καθολικής Δύσης».

Κρίσεις για τον Κύριλλο Λούκαρι

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Κάποιοι υποστηρίζουν πως κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «…στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του φαίνεται η τάση του Ελληνισμού για να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κύριλλος_Λούκαρις

Please follow and like us:
error0

Ο Ανδρέας Συγγρός (1830-1899)

Ο Ανδρέας Συγγρός (Κωνσταντινούπολη12 Οκτωβρίου 1830 – Αθήνα, 13 Φεβρουαρίου 1899) ήταν Έλληνας τραπεζίτης, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Αρχικά, ασχολήθηκε με το εμπόριο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον τραπεζικό κλάδο, φτάνοντας να δανείζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα. Με την εγκατάστασή του στην Αθήνα ανέπτυξε σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο Ανδρέας Συγγρός
Ο Ανδρέας Συγγρός

Η προσωπική ζωή του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν δευτερότοκος γιος του Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής (Νικολέτας) Νομικού. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Χίο (Λιθί Χίου) και είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη λόγω του ιατρικού επαγγέλματος του Δομένικου, ο οποίος ήταν ο προσωπικός γιατρός της αδερφής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’. Το 1834 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Άνδρο και λίγα χρόνια αργότερα στη Σύρο. Το 1838 ξεκίνησε τη φοίτησή του στη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη και συνέχισε τις σπουδές του στο σχολαρχείο της Ερμούπολης μέχρι το 1845.

Αν και ο πατέρας του τον προόριζε για γιατρό, ο ίδιος διάλεξε, ύστερα από αρκετές πιέσεις, το επάγγελμα του εμπόρου. Εργάστηκε αρχικά στην επιχείρηση του Θεόδωρου Ροδοκανάκη και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως εργαζόμενος του Νικολάου Δαμιανού.

Ο Ανδρέας Συγγρός παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος, σε ηλικία 45 ετών, την Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842 – 1921), χήρα Αντωνιάδη, με την οποία και δεν απέκτησε παιδιά. Είχε αποκτήσει έναν νόθο γιο, τον Γεώργιο Νομικό, τον οποίο αν και συμπεριέλαβε στην διαθήκη του δωρίζοντάς του τεράστιες εκτάσεις στην Εύβοια και την Θεσσαλία δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1899 στο σπίτι του στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Στην κηδεία του παραβρέθηκε πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων το βασιλικό ζεύγος, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας  Στέφανος Στρέιτ κ.α. Το 1908 εκδόθηκαν τα απομνημονεύματα του Συγγρού από τη σύζυγό του και με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.

Ο Ανδρέας Συγγρός στην Αθήνα

Το 1855 αγόρασε το 4% της επιχείρησης «Ε. Μ. Βούρος και Σία» και άρχισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του ασχολούμενος με το μετάξι, καθώς και με τις κρατικές προμήθειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1861 η εταιρεία διαλύθηκε και το 1867 πραγματοποίησε ταξίδι στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον τότε υπουργό εξωτερικών, Χαρίλαο Τρικούπη, το Βασιλιά Γεώργιο Α’ κ.α. Τον ίδιο χρόνο δημιούργησε την εταιρεία «Συγγρός, Κορωνιός & Σία», η οποία και παρείχε δάνεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με υπέρογκους τόκους. Στην επιχείρηση συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος εξελίχθηκε σε στενό συνεργάτη και φίλο του Συγγρού. Εκείνη την περίοδο ίδρυσε και την τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, η οποία δάνειζε κατά καιρούς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αίγυπτο.

Το 1872 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην Αττική, καθώς και ένα οικόπεδο στο κέντρο της Αθήνας προκειμένου να κατασκευάσει το μέγαρό του. Στην Ελλάδα ασχολήθηκε πάλι με τις τραπεζικές επιχειρήσεις.

Επιχειρηματική και πολιτική δραστηριότητα

Η υπογραφή του Ανδρέα Συγγρού

Το 1881, ύστερα από την προσάρτηση της Θεσσαλίας από το ελληνικό κράτος, ο Συγγρός ίδρυσε μαζί με συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας, την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, στην οποία παραχωρήθηκε το προνόμιο της αποκλειστικής έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομίσματος στις «Νέες Χώρες». Παράλληλα, μαζί με άλλους Έλληνες της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην περιοχή της Θεσσαλίας από Τούρκους ιδιοκτήτες. Το 1882 ίδρυσε την «Πανελλήνιον Ατμοπλοΐα» και λίγο αργότερα δάνεισε το δήμο Αθηναίων με 225.000 δραχμές, ενώ παράλληλα μεσολάβησε για τη σύναψη δανείου της ελληνικής κυβέρνησης με ξένους επενδυτές. Στις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885  έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα εκλεγόμενος ως ανεξάρτητος βουλευτής Σύρου. Στις δημοτικές εκλογές του 1887 εγγράφηκε ως υποψήφιος από οπαδούς του και ενώ έλειπε στο εξωτερικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη δήμαρχος με 5.149 ψήφους έναντι 3.943 του Δημητρίου Σούτσου. Τελικά όμως λόγω ακυρότητας (δεν ήταν εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο) δεν επικυρώθηκε η εκλογή του. Στις εκλογές του 1890 εξελέγη βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας. Με τον πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη συγκρούστηκε αρκετές φορές εντός Βουλής, ενώ θεωρείται ότι υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της πτώσης της κυβερνήσεώς του. Ένα μήνα πριν την πτώση της κυβέρνησης, ο Συγγρός είχε υποβάλει στο Βασιλιά υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο η διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης Δεληγιάννη εγκυμονούσε κινδύνους για την οικονομία. Συγκεκριμένα ο Συγγρός επιδίωκε να περιέλθουν οι πρόσοδοι του ελληνικού κράτους σε όμιλο Ελλήνων και ξένων κεφαλαιούχων, των οποίων ηγείτο ο ίδιος. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Δεληγιάννη συμμετείχε με ένα ποσοστό σε δάνειο 16.000.000 φράγκων προς την ελληνική κυβέρνηση. Στις εκλογές του 1892 εξελέγη βουλευτής Σύρου με 3.180 ψήφους.

Η νέα κυβέρνηση Τρικούπη αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Ο Συγγρός με διάφορες κινήσεις προσπάθησε να συμβάλει στην χρεοκοπία της χώρας, έτσι ώστε να καταφέρει να γίνει μέτοχος της Εθνικής Τράπεζας. Κατηγορήθηκε δε από τον τύπο και τον πολιτικό κόσμο για κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδος. Τον Ιανουάριο του 1894 έσκασαν κροτίδες δυναμίτιδας μέσα στον κήπο του Μεγάρου του προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές. Στις εκλογές του 1899 εξελέγη βουλευτής Αττικής με 15.139 ψήφους.

Το φιλανθρωπικό έργο του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός διέθεσε τεράστια ποσά υπέρ κοινωφελών και φιλανθρωπικών σκοπών. Με δικά του έξοδα κατασκεύασε το δημοτικό σχολείο Σκιάθου, τις φυλακές Συγγρού, το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, το παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, το αρχαιολογικό μουσείο  Δελφών κ.ά. Με δικά του έξοδα κατασκευάστηκε η αριστερή πτέρυγα του Ευαγγελισμού και ολοκληρώθηκε ο οίκος των Αδερφών στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Τον Απρίλιο του 1881 προσέφερε 10.000 δραχμές στην κοινωνία της Χίου, η οποία είχε χτυπηθεί από τον εγκέλαδο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1890 λόγω της καταστροφικής φωτιάς που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη προσέφερε 400.000 δραχμές προκειμένου να επισκευαστούν διάφορα δημόσια κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Παπάφειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Μεγάλα ποσά πρόσφερε στο Ωδείο Αθηνών, στην κοινωνία της Σύρου, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στα εθνικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στο χωριό του, το Λιθί Χίου.

Με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλα ποσά στο Πτωχοκομείο Αθηνών, στο Δρομοκαΐτειο, στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο, στο Δημοτικό νοσοκομείο, στο μετοχικό ταμείο αξιωματικών, ενώ όλες τις εκτάσεις του στην Αττική τις δώρισε στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο. Σημαντικό μέρος της περιουσίας του δωρήθηκε απευθείας στο κράτος προκειμένου να κατασκευασθούν σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια. Μετά το θάνατό του η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου, δώρισε στο ελληνικό δημόσιο το Κτήμα Συγγρού, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού για να στεγάσει το υπουργείο εξωτερικών, ενώ από κληροδότημα του ίδιου και με την εποπτεία της Ιφιγένειας, κατασκευάστηκε το Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» και η λεωφόρος Συγγρού. Τέλος, με χρήματα του Ανδρέα Συγγρού χτίστηκε το Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας, τα έτη 1912-1913.

Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας
Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας

Κριτική & Τιμές για τον Ανδρέα Συγγρό

Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο ενώ ο τύπος της εποχής «χρυσοκάνθαρο». Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.  Σφοδρή κριτική για την συμμετοχή του στα Λαυριωτικά άσκησε ο Εμμανουήλ Ροΐδης καθώς και οι σατιρικές εφημερίδες. Ο κόσμος δε τον αποκάλεσε Λαυριοφάγο. Στον αντίποδα έχει χαρακτηριστεί ως μέγας εθνικός ευεργέτης λόγω του τεράστιου φιλανθρωπικού του έργου. Θεωρείται ότι υπήρξε ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄.

Είχε τιμηθεί με την Ταινία του Μετζιτιέ Α Τάξεως και το παράσημο Μετζιτιέ Β’ Τάξεως από το Σουλτάνο, με το παράσημο των Ανώτερων Ταξιαρχών του Δάνεμβρογ από τη βασιλική οικογένεια της Δανίας, με τα παράσημο της Β’ Τάξεως και των Ταξιαρχών της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική κυβέρνηση, με το Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος για τις προσφορές του στο Έθνος, με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος, με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος και με το Μεγαλοσταυρό του Β΄ Τάγματος του Σωτήρος από το Βασιλιά Γεώργιο Α’. Επίσης πολλοί δρόμοι σε ελληνικές πόλεις φέρουν το όνομά του.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Συγγρός

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο «εξ απορρήτων»

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (7 Σεπτεμβρίου 1641 – 23 Δεκεμβρίου 1709), ο επιλεγόμενος «ο εξ απορρήτων», ήταν σημαντικός Φαναριώτης ιατρός και διπλωμάτης του 17ου αιώνα. Τρισέγγονός του ήταν ο γνωστός ως πολιτικός στην Ελληνική Επανάσταση και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865).

Ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδατος, «ο εξ απορρήτων»
Ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδάτος

Ο Βίος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «ο εξ απορρήτων» γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος από την Χίο και η Λωξάνδρα από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Κατά το 1649 έμεινε ορφανός από πατέρα και γι’ αυτό έμαθε τα πρώτα γράμματά του από την μητέρα του. Φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη και μετά σπούδασε Φιλολογία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Ρώμης. Μετά πήγε στην Πάδοβα, όπου σπούδασε ιατρική και αναγορεύτηκε διδάκτορας κατά το 1662.

Το 1670  παντρεύτηκε με την Σουλτάνα, κόρη του Ιωάννη Χρυσοσκουλαίου και της Κασσάνδρας Ηλία Βόδα, με την οποία απέκτησε τον

  • Νικόλαο (διάδοχός του στο αξίωμα του Μεγάλου Διερμηνέα και πρώτος Έλληνας κυβερνήτης στην Ηγεμονία της Μολδαβίας)
  • τον Σκαρλάτο
  • τον Ιωάννη Α΄ Μαυροκορδάτο.

Απεβίωσε στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Δεκεμβρίου του 1709 και τάφηκε στον ναό της Αγίας Παρασκευής. Θεωρήθηκε ως ένας από τους πιο μορφωμένους Έλληνες της εποχής του, καθώς και άτομο που μέσω της θέσης του προστάτευσε τις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα προνόμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας επί του Παναγίου Τάφου.

Επαγγελματική δραστηριότητα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος μετά τις σπουδές του έμεινε για λίγο καιρό στη Χίο και τελικά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αρχικώς δίδαξε στη Σχολή Μανωλάκη και κατόπιν διορίσθηκε σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής (1665-1672), ενώ παραλλήλως ασκούσε την Ιατρική με επιτυχία. Η ευρυμάθεια και η γλωσσομάθειά του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Εκτός από τις ευρωπαϊκές γλώσσες γνώριζε άπταιστα την τουρκική, την αραβική, την περσική, γαλλική και την εβραϊκή γλώσσα. Ως συνέπεια αυτού, επιβλήθηκε σύντομα στους επιστημονικούς και κοινωνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και, μετά τον θάνατο του διερμηνέα της Υψηλής Πύλης Παναγιώτη Νικουσίου το 1673, ο Μαυροκορδάτος -που είχε διατελέσει γραμματέας του Νικούσιου- κλήθηκε και ανέλαβε Μέγας Διερμηνέας της Πύλης.

Υπό την ιδιότητα αυτή σταδιοδρόμησε τόσο στον πολιτικό όσο και στον διπλωματικό τομέα. Το 1683 όμως, μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς, έπεσε σε δυσμένεια, η περιουσία του δημεύτηκε και ο ίδιος, η μητέρα και η σύζυγός του φυλακίστηκαν για μία χρονιά. Στην συνέχεια διέφυγε στη Σωζόπολη και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1685, όταν ο νέος Μέγας Βεζίρης τον αποκατέστησε στην παλαιά του θέση και του επέστρεψε την περιουσία του. Τα επόμενα χρόνια αναδείχθηκε σε προσωπικότητα με διεθνές κύρος, ιδίως μετά την συμμετοχή του στην υπογραφή της ιστορικής Συνθήκη του Κάρλοβιτς (στη σημερινή αυτόνομη περιφέρεια της Βοϊβοντίνας)1699, ως πληρεξουσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οπότε και έφθασε στο απόγειο της δόξας του χειριζόμενος το ζήτημα της ειρήνης με τη μοναρχία των Αψβούργων με λεπτότητα και σοφία. Αλλά και ο Λεοπόλδος του οίκου των Αψβούργων ανύψωσε αυτόν στον τίτλο του πρίγκηπα εν αγνοία των Τούρκων. Ο δε Yemeniz Eugene αναφέρει: «ο αυτοκράτορας Λεοπόδος γοητευμένος από τα ταλέντα του, του χάρισε πενήντα χιλιάδες φιορίνια… και του απένειμε τον κληρονομικό τίτλο του πρίγκηπα».

Το επιστημονικό έργο Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ως επιστήμονας ιατρός, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε από τους γνωστότερους του 17ου αιώνα σε όλη την Ευρώπη. Μεταξύ των επιστημονικών του εργασιών, εκείνη που τον έκανε γνωστό ήταν η διδακτορική διατριβή του, δια της οποίας απεδείκνυε, με πειράματα σε ζώα, την κυκλοφορία του αίματος στους πνεύμονες. Η εργασία αυτή εκδόθηκε στα λατινικά στη Μπολόνια το 1664 με τίτλο Instrumentum Pneumaticum Circulandi Sanguinis sive modu usu pulmonum. Επανεκδόθηκε στη Φραγκφούρτη το 1665 και στη Λειψία το 1682, εντυπωσιάζοντας τους επιστημονικούς κύκλους της εποχής. Ακόμα και οι Τούρκοι σχολίαζαν ποικιλοτρόπως την ανακάλυψη αυτή, μέχρι του σημείου πολλοί δύσπιστοι να θεωρούν τον Μαυροκορδάτο μάγο. Αυτός, για να διαλύσει την πλάνη μεταξύ των Τούρκων, μετέφρασε και εξέδωσε το έργο του και στην τουρκική γλώσσα.

Εκτός από τα ιατρικά, ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδάτος «ο εξ απορρήτων» συνέγραψε και μελέτες για ποικίλα θέματα φιλολογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά και στοχαστικά, όλα σε αρχαΐζουσα γλώσσα. Κάποια σημαντικά του έργα είναι:

  • Εφημερίδες (που αναφέρεται στα γεγονότα της περιόδου 1682-1687 και θεωρείται ιδιαίτερα αξιόλογη ιστορική πηγή για την εποχή εκείνη)
  • Γραμματική
  • Ρητορική
  • Ερμηνεία εις το περί γενέσεως και φθοράς του Αριστοτέλους
  • Ιερά Ιστορία
  • Ιστορία Ρωμαϊκή (σε τρεις τόμους)
  • Απομνημονεύματα περί των Τούρκων Αυτοκρατόρων
  • Φιλοσοφικά και φιλολογικά ανάμεικτα
  • Φροντίσματα
  • Λόγος πρεσβευτικός προς Γερμανούς περί ειρήνης
  • Ευχαί εις τον όρθρον και μετά το απόδειπνον

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Μαυροκορδάτος_(ο_εξ_απορρήτων)

Please follow and like us:
error0

Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως

Οι Άγιοι Αλέξανδρος, Παύλος και Ιωάννης διετέλεσαν Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως στην περίοδο ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως
Άγιοι Αλέξανδρος, Ιωάννης και Παύλος ο νέος, Πατριάρχες Κωνσταντινούπολης

Αλέξανδρος

Ο Αλέξανδρος (μεταξύ 237 και 244 – 337) ήταν επίσκοπος Νέας Ρώμης είκοσι τρία έτη (314–337).

Καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας. Αφιερώθηκε από μικρός στο Θεό και διαδέχθηκε τον Μητροφάνη, όταν εκείνος πέθανε. Σπουδαία γεγονότα που συνέβησαν επί των ημερών του ήταν η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 και καταδίκασε τον Αρειανισμό, καθώς επίσης και τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, τα οποία τελέστηκαν στις 11 Μαΐου του 330. Τέλος, επί των ημερών του, και συγκεκριμένα το 336, συγκροτήθηκε η πρώτη Ενδημούσα Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, με τη συμμετοχή επισκόπων της περιοχής.

Ο Αλέξανδρος πέθανε το 337, την ίδια χρονιά με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 30 Αυγούστου.

Παύλος ο Γ΄

Ο Παύλος Γ΄ ήταν Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως για έξι χρόνια και οκτώ μήνες, από το 687 μέχρι το 693. Ο Παύλος Γ΄ προήδρευσε της «εν Τρούλλω» Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη το 692 στην Κωνσταντινούπολη. Επί των ημερών της Πατριαρχίας του εγκαινιάστηκε στην Αθήνα ο Παρθενώνας ως Ναός της Αγίας Σοφίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο, η μνήμη του οποίου και τιμάται στις 30 Αυγούστου (ως τον 12ο αιώνα ετιμάτο στις 2 Σεπτεμβρίου).

Ιωάννης

Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος ήταν σπουδαίος βυζαντινός νομικός και λόγιος, ο οποίος αναγορεύθηκε και πατριάρχης.

Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος γεννήθηκε στην Τραπεζούντα μεταξύ του 1005 και του 1008 και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Ξιφιλίνων. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και διακρίθηκε στη Νομική επιστήμη ως δικηγόρος, δικαστής και δάσκαλος στην Ανωτέρα Σχολή Νομικής που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Θ΄, διδάσκοντας τους δικηγόρους και υποψηφίους για ανώτερες κρατικές θέσεις, φέροντας τον τίτλο του «νομοφύλακος» της σχολής. Εκεί ανέπτυξε φιλική σχέση με τον Μιχαήλ Ψελλό, ύπατο των φιλοσόφων, του δεύτερου τομέα της σχολής. Ήταν δε τόσο στενή η φιλία τους ώστε τον ακολούθησε ως μοναχός στη μονή του Ολύμπου της Βιθυνίας, όταν ο Μιχαήλ Ψελλός αποπέμφθηκε το 1054 και εξαναγκάστηκε να αναλάβει το μοναστικό σχήμα στη μονή.

Το 1064, ο Ιωάννης Ξιφιλίνος κλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δούκα να αναλάβει Οικουμενικός Πατριάρχης ως Ιωάννης Η΄. Ως Πατριάρχης ανέπτυξε σημαντική κοινωνική δράση, ενδιαφέρθηκε για τους φτωχούς, κατασκευάζοντας φούρνους και ανακαίνισε το Ναό της Αγίας Σοφίας. Παράλληλα, συνέχισε και το συγγραφικό του έργο, στο οποίο διακρίνονται θεολογικές, φιλοσοφικές και νομικές πραγματείες. Από αυτά διασώζονται κάποιες ερμηνείες των ευαγγελικών περικοπών και ορισμένες επιστολές. Πέθανε στις 2 Αυγούστου 1075. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και τιμά τη μνήμη του στις 30 Αυγούστου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/

Please follow and like us:
error0

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν αδέλφια, μοναχοί, με μεγάλη ιεραποστολική δράση.  Σε αυτούς αποδίδεται ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και η απόδοση γραφής στη σλαβική γλώσσα.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων
Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος

Οι αδελφοί Κωνσταντίνος (μοναστικό όνομα Κύριλλος) και Μεθόδιος ήταν δύο από τα επτά συνολικά παιδιά μιας γνωστής οικογένειας της πόλης της Θεσσαλονίκης, με έντονη θρησκευτικότητα. Στη βιογραφία του ο Άγιος Κύριλλος ισχυρίζεται ότι με τον αδελφό του κατάγονται από «βασιλικό γένος». Εκείνη την εποχή ο πατέρας τους ήταν υπεύθυνος για τα θέματα στρατιωτικής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Τα δύο αδέλφια μιλούσαν την ελληνική, ενώ είχαν σπουδάσει, ιδιαίτερα ο Κύριλλος, τη σλαβική , την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα, Η γνώση αυτών των γλωσσών τους διευκόλυνε στη μετέπειτα διακονία τους.
Ο Μεθόδιος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ, γεννήθηκε το 815. Ήταν άνθρωπος της πράξης και είχε ξεκινήσει καριέρα στον πολιτικό στίβο. Διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλίας, ενώ αργότερα έγινε μοναχός σε ένα μοναστήρι στον Όλυμπο.

Ο Κύριλλος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 827. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε ιερέας και μετέπειτα έφτασε στο βαθμό του επισκόπου. Δίδαξε τη Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία.

Ιεραποστολή στο σλαβικό έθνος

Το 863, μετά απo αίτημα του Σλάβου ηγεμόνα της Μοραβίας Ρατισλάβου, όταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο Μιχαήλ ο Γ’, ο Πατριάρχης Φώτιος επέλεξε τους Μεθόδιο και Κύριλλο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη σοφία τους, για το δύσκολο έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων. Οι δύο ιερωμένοι δέχτηκαν με μεγάλη προθυμία και χαρά, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα υπηρετούσαν το θέλημα του Θεού και θα οδηγούσαν στο δρόμο της σωτηρίας τους λαούς των περιοχών που βρίσκονταν πάνω από τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους λαούς αυτούς, χρησιμοποίησαν ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ελληνικό, το οποίο μπορούσε να αποδώσει τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας, και το οποίο εφηύρε ο Κύριλλος. Σε αυτό το αλφάβητο που ονομάστηκε Γλαγολιτικό, μετέφρασαν την Αγία Γραφή, πoλλά λειτουργικά και θεολογικά βιβλία, καθώς και τη Χριστιανική λειτουργική υμνολογία. Επάνω στο Γλαγολιτικό αλφάβητο στηρίζεται και η σημερινή Κυριλλική γραφή (που ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Κύριλλου) των σλαβικών εθνών και πάνω σε αυτό αναπτύχθηκε ολόκληρη η γραμματεία τους.

Η διαφωτιστική τους αποστολή εκεί προκάλεσε την οργή, τη ζήλια και το μίσος στα μέρη των φράγκων και του γερμανο-λατινικού κλήρου και ήταν η αιτία να υπάρξουν εντάσεις ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτική. Οι ιεραπόστολοι αδελφοί αναγκάστηκαν από τον Πάπα Avδριαvό τoν Β’ να προσέλθουν στη Ρώμη για να απολογηθούν στις κατηγορίες ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η χριστιανική ιεροτελεστία μπορεί να τελείται μόνο στην Eβραϊκή, την Ελληνική και τη Λατινική γλώσσα, δηλαδή στις τρεις γλώσσες, στις οποίες γράφτηκε η επιγραφή που κρεμάστηκε στο σταυρό του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος Κύριλλος υποστήριξε ότι όλοι οι λαοί, όπως και οι Σλάβοι, δικαιούνται να δοξάζουν τον Θεό και να δημιουργούν την κουλτούρα τους στην μητρική τους γλώσσα. Ο Πάπας Ανδριανός o Β’ επείσθη, αγίασε τα μεταφρασμένα βιβλία, ενώ σε μερικές εκκλησίες της Ρώμης τελέστηκε λειτουργία στη σλαβική γλώσσα, προς αναγνώρισή της στο χριστιανικό κόσμο. Πρόκειται για μια επιτυχημένη αποστολή των Αγίων αδελφών.

Αποστολή στους Σαρακηνούς

Στο πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, αφού άρπαξαν τις πλούσιες εκείνες περιοχές της αυτοκρατορίας, δεν έπαυσαν ποτέ να ενεργούν επιδρομές στις ανατολικές της επαρχίες με κύριο σκοπό τη λεηλασία. Υπό την κυριαρχία των μουσουλμάνων Αράβων ζούσαν ακόμη πολλά εκατομμύρια χριστιανοί. Έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να πάρουν θάρρος και οι κατακτητές να αναγκαστούν να τους συμπεριφέρονται ηπιότερα. Αλλά τα βυζαντινά όπλα δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την κατάσταση.

Το 856 στάλθηκε στο χαλιφάτο της Βαγδάτης ο Φώτιος για πολιτικές διαπραγματεύσεις. Έπειτα από λίγα χρόνια, ίσως το 860, ανατέθηκε άλλη αποστολή στον Κωνσταντίνο, η οποία απέβλεπε στη βελτίωση της θέσης των εκεί χριστιανών με τις συζητήσεις που θα γίνονταν με τον Χαλίφη Μουταβακκήλ. Υπήρχε ελπίδα ότι θα ήταν δυνατή η κάμψη του φανατισμού και της ορμής των Αράβων με το λόγο, αλλά περισσότερο υπήρχε ελπίδα ότι το φρόνημα των υπόδουλων χριστιανών θα αναπτερωνόταν με την είδηση ότι κάποιος δυναμικός ομόθρησκός τους επισκέφτηκε την πρωτεύουσα του χαλιφάτου και ντρόπιασε τους μουσουλμάνους θεολόγους.

Έφτασε στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου μαζί με ένα γραμματέα σε εποχή έξαρσης των πιέσεων και διώξεων κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων οι δυνάστες είχαν υποχρεώσει τους χριστιανούς να ζωγραφίσουν στις πόρτες των σπιτιών τους τη μορφή του διαβόλου. Κατά την επίσκεψή του ο Κωνσταντίνος ρωτήθηκε ειρωνικά από μουσουλμάνους τι σήμαινε η απεικόνιση αυτή. Απάντησε με χαρακτηριστική ευστροφία: «Βλέπω παραστάσεις διαβόλων και συμπεραίνω ότι στο εσωτερικό αυτών των σπιτιών κατοικούν χριστιανοί· επειδή, δηλαδή, οι διάβολοι δεν μπορούν να συμβιώσουν με αυτούς, βγήκαν έξω από τα σπίτια. Όπου δε βλέπω τις παραστάσεις αυτές, εκεί προφανώς οι διάβολοι κατοικούν μέσα».

Σε συζήτηση με μουσουλμάνους θεολόγους κατά τη διάρκεια συμποσίου ο Κωνσταντίνος έθιξε ένα από τα σπουδαιότερα σημεία διαφορών μεταξύ των δύο θρησκειών. Οι Χριστιανοί, είπε, βαδίζουν προς την απόκτηση της τελειότητας με ηθικούς αγώνες και δοκιμάζουν μεταπτώσεις στο δρόμο τους, αλλά τα επιτεύγματά τους είναι πιο πνευματικά. Οι Μουσουλμάνοι δεν αγωνίζονται ηθικά, διότι ο θρησκευτικός νόμος τους δεν έχει απαγορεύσεις, γι’ αυτό δεν μπορούν να προκόψουν σε ήθος.
Η αποστολή του Κωνσταντίνου στο αραβικό κράτος έφερε κάποια ανακούφιση στους εκεί χριστιανούς. Κατά την επιστροφή του αυτός πέρασε από το ασκητήριο του αδελφού του Μεθοδίου, στον Όλυμπο, και έμεινε λίγο χρόνο μαζί του για ανάπαυση.

Αποστολή στη Ρωσία

Η προηγούμενη αποστολή του Κωνσταντίνου δεν υπήρξε τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός. Εδώ και δύο αιώνες και ο Χριστιανισμός και η ελληνική αυτοκρατορία μίκραινε λόγω της αραβικής επίθεσης. Τώρα ήταν καιρός ν’ αφυπνιστούν και από τη μακραίωνη σύμπτυξη να έρθουν σε απότομη ανάπτυξη. Δυστυχώς η απόπειρα επέκτασης προς την Ανατολή δεν έφερε αποτελέσματα. Αλλά αν ο Χριστιανισμός έχασε έδαφος στο Νότο και στην Ανατολή εξαιτίας της αιματηρής βίας των Μουσουλμάνων, υπήρχε χώρος δράσης στο Βορρά.

Ο πατριάρχης Φώτιος αντιλήφτηκε εγκαίρως ότι οι Σλάβοι και οι Τούρκοι του Βορρά, οι Χαζάροι, έχοντας έρθει σε επαφή με τους Έλληνες από παλιά, ήταν πλέον ώριμοι να κερδηθούν και να μπουν στην ομάδα των χριστιανικών λαών και συγχρόνως στον κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Για την ασφαλή θεμελίωση κάθε προσπάθειας προς την κατεύθυνση αυτή έπρεπε να προηγηθεί προσεκτική μελέτη των θεσμών των σλαβικών ιδίως λαών, λογοτεχνική διαμόρφωση της σλαβικής γλώσσας και μετάφραση των απαραίτητων βιβλίων σε αυτήν. Για την προετοιμασία αυτού του έργου ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ειδικό κέντρο σλαβικών μελετών, στο οποίο εκπαιδεύτηκαν ιεραπόστολοι και εκπολιτιστές. Προϊστάμενος του κέντρου ορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τον Φώτιο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος στο εξής ανέλαβε τη διοργάνωση κάθε διαφωτιστικής αποστολής
Τον Ιούνιο του 860 πολυάριθμα ρωσικά στρατεύματα ενήργησαν εισβολή απίθανης αγριότητας στην Κωνσταντινούπολη με μονόξυλα. Ο Φώτιος τη χαρακτηρίζει ως εξής σε ομιλία του: «το παράλογο της επίθεσης, το απροσδόκητο της ταχύτητας, η απανθρωπιά της βαρβαρικής φυλής, η σκληρότητα της συμπεριφοράς και η επιθετική σκέψη παρουσιάζουν τη συμφορά σαν κεραυνό που στάλθηκε από τους ουρανούς». Ευτυχώς η εισβολή αποκρούστηκε τόσο απροσδόκητα όσο είχε ενεργηθεί.

Οι Ρώσοι ήταν σλαβικό έθνος υποταγμένο τότε στη μικρή σκανδιναβική φυλή, τους Βαράγγους, που είχαν κατέβει από τη λίμνη Λάδογα [Λάντογκα]. Αν και οι Ρώσοι ήταν υπόδουλοι, η γλώσσα τους επικράτησε και τελικά οι Βαράγγοι αφομοιώθηκαν με αυτούς. Κατείχαν τότε το χώρο μεταξύ των μεγάλων ποταμών Δνειπέρου και Δον. Κατά την εισβολή τους στην πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας, τη πολυθρύλητη Τσάργραδ, είδαν όλη τη λάμψη της και κατά την απόκρουσή τους έμαθαν εκ πείρας όλη τη δύναμή της.

Αντιλήφτηκαν, λοιπόν, ότι ήταν προτιμότερο να έχουν τη φιλία παρά την έχθρα των Ελλήνων. Και το Βυζάντιο τους διευκόλυνε σε αυτό. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να σταλεί αντιπροσωπεία ικανή να θέσει τις βάσεις για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων του Βορρά, αλλά και των Χαζάρων που βρίσκονταν στα ανατολικά τους. Αυτό θα ήταν επίσης ωφέλιμο και από πολιτικής πλευράς· διότι ο Χριστιανισμός έφερε πάντοτε εξημέρωση ηθών και μέχρι ενός σημείου κατεύνασε τις επιθετικές διαθέσεις των βαρβάρων που δέχονταν.

Ο αυτοκράτορας και ο Φώτιος δεν μπορούσαν να βρουν άλλον πιο κατάλληλο από τον Κωνσταντίνο. Αυτός, αν και είχε επιστρέψει από την αποστολή του στους Άραβες μόλις πριν από μικρό χρονικό διάστημα, δέχτηκε χωρίς δισταγμό την εντολή, και πήρε μαζί του τον Μεθόδιο, ο οποίος φαίνεται ότι τον είχε ακολουθήσει από τον Όλυμπο στην πρωτεύουσα. Ο Μεθόδιος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Κωνσταντίνο, αλλά υποτάχθηκε σε εκείνον, επειδή ήταν πιο αρμόδιος για την ιεραποστολή. Αυτός εργαζόταν περισσότερο με την προσευχή, εκείνος με το λόγο. Αλλά αργότερα έγινε και αυτός πολύ ικανός οργανωτής.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος πήγαν με πλοίο στη Χερσώνα της Κριμαίας. Το καθεστώς της Κριμαίας ήταν πολύ ρευστό: ανατολικά τους κυριαρχούσαν οι Χαζάροι, βόρεια οι Ρώσοι και δυτικά οι Ούγγροι, ενώ ομάδες αυτών των φύλων κατοικούσαν και μέσα στη Χερσόνησο. Είχαν απομείνει εκεί επίσης αρκετοί Έλληνες κάτοικοι και μερικοί μοναχοί.

Μία ημέρα, κατά την οποία οι ιεραπόστολοι βρίσκονταν σε ένα ελληνικό μοναστήρι και τελούσαν λειτουργία, επιτέθηκε πλήθος Ούγγρων, έτοιμο να τους κατασπαράξει. Οι αδελφοί δεν ταράχτηκαν καθόλου. Είπαν μόνο το «Κύριε ελέησον» και συνέχισαν τη λειτουργία. Όταν οι επιδρομείς είδαν ότι δε φοβούνται, έμειναν έκπληκτοι και δεν τους πείραξαν.

Στην Κριμαία ο Κωνσταντίνος έδωσε δείγματα της επίδοσής του σε γλωσσικά και μεταφραστικά έργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους και κοντά τους είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τις γνώσεις του στην εβραϊκή γλώσσα. Εκεί μετέφρασε και την εβραϊκή γραμματική, η οποία τώρα για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της. Συνάντησε, επίσης, γέροντα Σαμαρείτη, που του έδειξε τη βίβλο της κοινότητάς του, δηλαδή τη σαμαρειτική Πεντάτευχο, την οποία αυτός κατόρθωσε να διαβάσει.
Μεταξύ των Ρώσων βρήκε περικοπές των Ευαγγελίων και των Ψαλμών μεταφρασμένες στη σλαβική γλώσσα με συριακούς χαρακτήρες. Τότε για ακόμη μία φορά κατάλαβαν ότι χρειαζόταν καινούριο αλφάβητο, ικανό να αποδώσει όλους τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας.

Πριν προχωρήσουν ανατολικά, ανέσυραν από τη θάλασσα το λείψανο του Αγίου Κλήμη, επισκόπου Ρώμης. Σύμφωνα με παλιά παράδοση, ο Κλήμης είχε εξοριστεί στη Χερσώνα το 100 μ.Χ. και οι δεσμώτες του τον είχαν ρίξει στη θάλασσα δένοντας στο λαιμό του μία πέτρα. Οι αδελφοί πήγαν τα λείψανα στο ναό της Χερσώνας και πήραν μαζί τους μέρος από αυτά, το οποίο μετέφεραν αργότερα στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος έγραψε προς τιμή του Κλήμη Βίο, Λόγο Πανηγυρικό και Ύμνους.
Τα αποτελέσματα αυτής της αποστολής υπήρξαν σπουδαία. Δεν προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας των Ρώσων, αλλά ήρθαν σε επαφή με εκπροσώπους τους στην Κριμαία και σε περιοχές βόρεια της πόλης. Οι Ρώσοι επέτρεπαν πλέον ελεύθερα στους ιεραποστόλους να εισέρχονται στη χώρα τους και δέχτηκαν επίσκοπο. Έτσι, τέθηκαν γερές βάσεις για τον ολοκληρωτικό εκχριστιανισμό της αχανούς χώρας τους κατά τον επόμενο αιώνα.

Αποστολή στη Χαζαρία

Μετά από πολύμηνη διαμονή στην Κριμαία οι ιεραπόστολοι πήγαν στη Χαζαρία. Εκείνη ακριβώς την εποχή ο ηγεμόνας των Χαζάρων ζήτησε με αντιπροσωπεία την αποστολή στη χώρα του, για να αποδείξει την υπεροχή του Χριστιανισμού έναντι της ιουδαϊκής και της μωαμεθανικής θρησκείας, ώστε να τον δεχτεί ο λαός του.
Οι δύο αδελφοί είχαν πάρει εντολή να επισκεφτούν και τη χώρα του. Οι Χαζάροι, φύλο της τουρκικής οικογένειας, κατείχαν τότε την περιοχή από την Κριμαία μέχρι τον Κάτω Βόλγα και από τον Εύξεινο μέχρι την Κασπία. Είχαν εκπολιτιστεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τα άλλα τουρκικά φύλα και η χώρα τους ήταν πόλος έλξης για Έλληνες, Άραβες και Ιουδαίους εμπόρους.

Διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με του Βυζαντινούς από τον έβδομο (Ζ’) αιώνα. Ο Ιουστινιανός ο Β’ κατέφυγε εκεί και παντρεύτηκε μία από τις κόρες του ηγεμόνα τους, του Χαγάνου. Μετά από λίγες δεκαετίες η κόρη άλλου Χαγάνου, η Ειρήνη, έγινε σύζυγος του Κωνσταντίνου του Ε’. Τώρα οι ηγεμόνες τους αισθάνονταν την ανάγκη να συνδεθούν στενότερα με αυτούς. Ένα μέσο ήταν να δεχτούν τη χριστιανική θρησκεία. Πίστευαν σε ένα Θεό, προφανώς ως έμμεση επίδραση από τον Χριστιανισμό. Ήδη όμως μεταξύ του λαού είχε αρχίσει η διάδοση του Ιουδαϊσμού και του Μωαμεθανισμού. Ό,τι έχανε η ειδωλολατρία το κέρδιζαν αυτοί. Ήταν, λοιπόν, επείγουσα η ανάγκη της αντίδρασης.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έφυγαν από τη Χερσώνα με πλοίο και αποβιβάστηκαν στις ανατολικές ακτές του Εύξεινου. Πρωτεύουσα της Χαζαρίας ήταν η Ίτιλ, αλλά ο Χαγάνος έμενε άλλοτε και στη Σάρκελ, πόλη κοντά στον Εύξεινο, την οποία είχαν κτίσει βυζαντινοί αρχιτέκτονες.

Στο τραπέζι του Χαγάνου έγιναν διαδοχικές συζητήσεις με εκπροσώπους πρώτα του Ιουδαϊσμού, έπειτα και του Μωαμεθανισμού, τους οποίους και κατατρόπωσαν. Προκλήθηκε μεγάλη εντύπωση. Διακόσιοι επίσημοι άντρες βαπτίστηκαν αμέσως από τους ιεραποστόλους και άλλοι δήλωσαν ότι θα τους μιμηθούν αργότερα. Το ίδιο δήλωσε και ο Χαγάνος με επιστολή του προς τον αυτοκράτορα.
Οι ιεραπόστολοι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη πάλι δια μέσου της Χερσώνας.

Τέλος των Αγίων

Ο Κύριλλος πέθανε το Φεβρουάριο του 869 στη Ρώμη. Ετάφη με τιμές στον προσωπικό τάφο του Πάπα Avδριανού τoυ Β’, ενώ αργότερα μετακινήθηκε στη βασιλική του Αγίου Κλεμεντίνου στη Ρώμη, όπου και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανά του.
Το χριστιανικό διαφωτιστικό και αποστολικό έργο συνεχίζει ο μεγαλύτερός του αδελφός Μεθόδιος, ο οποίος απεβίωσε στις 6 Απριλίου 885 ως επίσκοπος Μοραβίας.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/άγιοι-κύριλλος-και-μεθόδιος-οι-ισαπόσ/

Please follow and like us:
error0