Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, η Κομοτηνή

Η Κομοτηνή, πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας και ανήκει στον Νομό Ροδόπης. Αποτελεί έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης καθώς και έδρα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Χάρτης της δυτικής Θράκης
Η θέση της Κομοτηνής – χάρτης Δυτικής Θράκης

Με την ύπαρξή της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή  Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην Υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους  Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου  οδήγησαν στην οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια, το 1920. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της, και επηρεασμένη, ως ένα βαθμό, από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των μειονοτικών ομάδων.

Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία, χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν . Στην περιοχή είναι έντονη η παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου που δίνει ιδιαίτερο χρώμα τόσο με τις ενδυμασίες και τα έθιμα όσο και με την αρχιτεκτονική χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν οι μιναρέδες και τα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών στις παλιές συνοικίες.

Όνομα

Το βυζαντινό όνομα ήταν Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Ως προς την προέλευση του ονόματος, έχει διατυπωθεί η εκδοχή ότι έτσι είχαν χαρακτηριστεί τα κτήματα κάποιου κόμητα της περιοχής: *Κομητηνά > Κομοτηνά > Κομοτζηνά/Κουμουτζηνά. Η πρώτη χρήση του ονόματος Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine έχει καταγραφεί σε οθωμανική πηγή το έτος 1344 μ.Χ. Το όνομα Κομοτηνή ορίσθηκε επισήμως το 1920 και αποτελεί τη λόγια μορφή του ονόματος Κουμουτζηνά που χρησιμοποιούσε ο Κατακουζηνός στα μέσα του 14ου αιώνα.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου. Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα Βυζαντινά Χρόνια

Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη, ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄. Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, τα οποία υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με τον ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ). Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8ο-9ο αιώνα. Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη (σημ. Πλόβντιβ) και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).

Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας. Όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά. Ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Τούρκο ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατύρρυακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου, που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στην Οθωμανική περίοδος

Η κατάκτηση της Βυζαντινής πόλης Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά σύμφωνα με παλαιούς Οθωμανούς χρονικογράφους τοποθετείται περίπου το 1361 ή 1362 με την κατάληψη της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης βορειότερα. Θεωρείται ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό κατακτητή Γαζή Εβρενός, του οποίου αποτέλεσε στρατιωτική έδρα. Με την Οθωμανική κατάκτηση, πολλοί Κομοτηναίοι εκπατρίζονται και εγκαθίστανται στην Ήπειρο, ιδρύοντας τους Κουμουτζάδες Άρτας (σήμερα Αμμότοπος), ενώ με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Οθωμανούς το 1449, κατέφυγαν τελικά στη Βερβίτσα Αρκαδίας (σήμερα Τρόπαια).

Η οθωμανική κατάκτηση της Θράκης δημιούργησε προβλήματα στην επιβίωση του ελληνικού στοιχείου. Η Κομοτηνή έκτοτε ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και υπάγονταν έως το 1867 στο σαντζάκι (διοίκηση) Δράμας, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων, εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως.

Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, το διάστημα 1362 – 1912 ζούσαν στην πόλη χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό κράτος ακολούθησε η προσφυγή πολλών Εξαρχικών χριστιανών στη Βουλγαρία, ενώ η πόλη υποδέχθηκε και κάποιους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης. Η πληθυσμιακή σύνθεση συμπληρωνόταν από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων.

Σε αυτή την περίοδο η πόλη επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία (422 σπίτια) ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή. Σε απογραφή το 1519 η Κομοτηνή αναφέρεται ότι είχε 393 μουσουλμανικά νοικοκυριά, 197 άγαμους/ες μουσουλμάνους/ες, 42 χριστιανικά νοικοκυριά, έξι άγαμους/ες Χριστιανούς/ες, 8 χήρες αλλά και 19 Εβραϊκά νοικοκυριά και 5 άγαμους/ες Εβραίους/ες. Σε απογραφή το 1530 έχει αναφερθεί ότι στην Κομοτηνή υπήρχαν 17 μαχαλάδες/γειτονιές με Τουρκικά ονόματα. Υπήρχε 1 ισλαμικό τέμενος, 15 μαστζίντ (μικρότερα ισλαμικά τεμένη), 4 ζαβιγιέ (ισλαμικά εκπαιδευτικά ινστιτούτα), τέσσερα σχολεία και μια εκκλησία.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης ήταν εμπορικό κέντρο και, μέσω του περάσματος της Νυμφαίας, (δια της οροσειράς της Ροδόπης) υπήρχε εμπορική σύνδεση με τη Φιλιππούπολη. Από την Κομοτηνή προερχόταν ο λόγιος Αθανάσιος Βατοπεδινός ο εκ Κομοτηνής. Είτε από την Κομοτηνή είτε από τη Δράμα καταγόταν ο Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μέγας Βεζίρης (1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α’. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Νασούχ Πασάς είχε χριστιανική καταγωγή (είχε πατέρα Έλληνα κληρικό) και άλλες αναφέρουν ότι είχε Αλβανική καταγωγή. 

Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Κατά την οθωμανική απογραφή του 1831 στην Κομοτηνή υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο αρμένικος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Սուրբ Գրիգոր Լուսավորիչ, Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Αδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.

Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.

Ιμαρέτ

Διάσημο είναι το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1360-1380) το οποίο έχτισε ο Εβρενός και διασώζεται, ενώ θεωρείται από τα παλαιότερα οθωμανικά μνημεία στην Θράκη. Εκτός από το Ιμαρέτ ο Εβρενός στην πόλη έκτισε μια μεγάλη έπαυλη, ένα ισλαμικό τέμενος, χαμάμ και μια πληθώρα καταστημάτων τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της ισλαμικής ζωής στην πόλη. Τα κτήρια του Έβρενος βρίσκονταν έξω από το τείχος του κάστρου και μέσα σε αυτό συνέχισε να κατοικεί ο ελληνικός πληθυσμός. Ο αποικισμός με Τούρκους αγρότες στα χωράφια γύρω από την πόλη οφείλεται επίσης στον Εβρενός. Το Χαμάμ του Γαζί Εβρενός σωζόταν μέχρι το 1970 (στην θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ΚΑΠΗ μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αϊδινίου και παρόδου Αϊδινίου), όταν κατά την διάρκεια της Επταετούς δικτατορίαςανατινάχθηκε με δυναμίτη, ενώ έως το 1923 υπήρχε αραβική επιγραφή του 14ου αιώνα. 

Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Για την περίοδο των αρχών του 16ου αιώνα, ο καθηγητής Μπαρκάν έχει δημοσιεύσει χάρτη ο οποίος δείχνει το τουρκικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον χάρτη αυτό η Κομοτηνή τον 15ο και το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα ήταν μια μικρή πόλη με 250 μουσουλμανικές και 50 χριστιανικές οικογένειες. Η ανάπτυξη της πόλης θα πρέπει να έγινε μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφτηκε την πόλη το 1667-8, περιγράφει το φρούριο της πόλης ως στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα τέλη του 19ου αιώνα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα αποτέλεσε και παλαιότερα την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο). Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη βουλγαρική πλευρά.

Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο “Σχολαρχείο”. Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος “Ομόνοια” ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος. Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός, ερευνητής και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.

Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη, από τη μουσουλμανική κοινότητα, το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle) στην περιοχή βορείως του κέντρου. Το 1889, η εβραϊκή κοινότητα ίδρυσε αρρεναγωγείο και στη συνέχεια, το 1900, παρθεναγωγείο. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israélite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι στην Κομοτηνή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce. Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στις αρχές 20ού αιώνα

Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου. Εντούτοις, το 1913 στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας, οι Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 50% του συνόλου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο χριστιανικός πληθυσμός την πόλης που διώκονταν καθημερινά από την οθωμανική διοίκηση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Βουλγαρία που προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βουλγαρόφωνους κατοίκους. Επιειδή, οι βουλγαρικές προσπάθειες δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα, δραστηριοποιήθηκε η ουνιτική κίνηση, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και τη Γαλλία, δίνοντας καταφύγιο σε χριστιανούς κατοίκους που υφίσταντο τον οθωμανικό ζυγό. Η ουνιτική κίνηση εξυπηρετούσε κυρίως τα βουλγαρικά συμφέροντα. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εχθρική στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό, Βούλγαροι κομιτατζήδες, που υποστήριξαν την επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Σαντάνσκι εισέρχονταν στην περιοχή και την πόλη της Κομοτηνής και διά της προπαγάνδας και της βίας προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Έλληνες προς τον Βουλγαρισμό, υποσχόμενοι ευνοϊκή μεταχείριση, και να τους μυήσουν έτσι στα σχέδια των νέων πολιτικών κυρίαρχων.

Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908 καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα αφομοίωσης και εκτουρκισμού των μουσουλμάνων κατοίκων, διωγμού των χριστιανών κατοίκων και εποικισμού με μουσουλμανικούς πληθυσμούς. 

Βραχύβια απελευθέρωση και γεγονότα 1913-1919

Η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας η οποία κράτησε 549 έτη, έληξε κατά τον Ά Βαλκανικό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1912, οπότε η πόλη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι σχεδόν αμέσως εξαπέλυσαν διωγμούς κατά Ελλήνων, Πομάκων και Τούρκων. Οι διωγμοί αυτοί προκάλεσαν εθνολογική αλλοίωση στην πόλη. Το 1912-13 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν σε μεγάλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την ίδια περίοδο και έως το 1918 εγκαταστάθηκαν σε αυτή Αρμένιοι πρόσφυγες και ο πληθυσμός τους έφτασε τα 396 άτομα.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 14 Ιουλίου του 1913, απελευθερώθηκε από την VIIΙ μεραρχία του ελληνικού στρατού, ωστόσο στις 10 Αυγούστου του ίδιου έτους παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Στις 31 Αυγούστου του 1913 το κίνημα των Πομάκων με τη συνδρομή των ντόπιων Τούρκων και την υποστήριξη των Ελλήνων, εγκαθίδρυσε τη βραχύβια Αυτόνομη Κυβέρνηση Δυτικής Θράκης με έδρα την πόλη. Ο πληθυσμός του κρατιδίου ήταν 500.000 εκ των οποίων το 50% (250.000) ήταν Έλληνες. Ως φρούραρχος της πόλης της Κομοτηνής, τοποθετήθηκε Έλληνας. Το ανεξάρτητο αυτό κρατίδιο καταλύθηκε μετά από δύο μήνες στις 25 Οκτωβρίου του 1913 και η Κομοτηνή πέρασε πάλι υπό βουλγαρική κατοχή. Με την είδηση του ερχομού των Βουλγάρων όλοι σχεδόν οι Έλληνες της πόλης αποχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Παρέμειναν μόνο, οι πλουσιότεροι κάτοικοι για να προστατέψουν τις περιουσίες τους. Στις 8 Οκτωβρίου του 1913, όταν ο Έλληνας φρούραρχος παρέδωσε την πόλη στις Βουλγαρικές δυνάμεις, οι κατακτητές κατέλαβαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στη συνέχεια προέβησαν σε απελάσεις των οικονομικά ισχυρότερων Κομοτηναίων, όπως ο Αθανάσιος Καστανάς, ο Κ. Μαλιόπουλος, ο Δ. Βέτσικας, ο Γεώργιος Ματσόπουλος, ο Θεοφάνης Ψάλτης, ο Κ. Θεοχαρίδης και άλλοι. Το Νοέμβριο του 1914 επισκέφτηκε μυστικά την Κομοτηνή ο μονάρχης της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ο Α΄ προκειμένου να δώσει το έναυσμα για νέους διωγμούς κατά των εναπομεινάντων Ελλήνων, καθιστώντας την Κομοτηνή, την πρώτη προτεραιότητα της βουλγαρικής πολιτικής αλλοίωσης της εθνολογικής κατάστασης. Εκπονήθηκε μάλιστα, και ένα πρόγραμμα μαζικού εποικισμού Βουλγάρων στη Δυτική Θράκη, το οποίο εφαρμόστηκε έντονα στην Κομοτηνή.

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε από γαλλικά στρατεύματα και ετέθη υπό το καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, με έδρα του ανεξάρτητου κρατιδίου την ίδια την πόλη και διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ (γαλλ. Charles Antoine Charpy,1869-1941).

Ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό

Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 – 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη). Την 14η Μαΐου 1920 ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.

Μικρασιατική Καταστροφή και Ανταλλαγή Πληθυσμών

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λωζάνης εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πολλοί Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία (Ιωνία-μικρασιατικά παράλια, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πόντος και άλλες μικρασιατικές περιοχές). Ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία στην Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί πως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή της Θράκης και αρκετοί μουσουλμάνοι αντικεμαλιστές ως πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς και Αρμένιοι πρόσφυγες με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1928 η αρμενική κοινότητα να αριθμεί σε όλο τον Δήμο Κομοτηνής 779 άτομαΣτην ανατολική περιοχή της πόλης βρίσκεται η συνοικία όπου παραδοσιακά κατοικούσαν που φέρει την ονομασία Αρμενιό. Λίγο πριν υπογραφεί η συνθήκη της Λωζάνης ενὠ είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανταλλαγές πληθυσμών που προέβλεπε, έγινε επίσημη ελληνική στατιστική στις 7 Ιουνίου 1923, οπότε καταγράφηκαν 30.989 κάτοικοι από τους οποίους οι 15.810 ήταν Έλληνες (εκ των οποίων 6.115 Έλληνες παλαιοί κάτοικοι και 9.695 Έλληνες πρόσφυγες), οι 12.843 μουσουλμάνοι, οι 1.183 Αρμένιοι, οι 1.112 Εβραίοι και οι 41 Κιρκάσιοι.  Στην Κομοτηνή, μετά την απελευθέρωσή της τον Μάιο του 1920, λειτουργούσαν φιλανθρωπικοί σύλλογοι και πολιτιστική λέσχη από την ισραηλίτικη κοινότητα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Δ’ Βουλγαρική Κατοχή

Η Κομοτηνή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γνώρισε την τέταρτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή (μετά τις κατοχές: 1912, Ιουλίου 1913, Οκτωβρίου 1913). Η εβραϊκή κοινότητα εξοντώθηκε σε αυτή την περίοδο. Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 863 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Περίπου 20 άτομα αφέθηκαν ελεύθερα από εκεί, καθώς είχαν τουρκική, ισπανική και ιταλική υπηκοότητα. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν, στις 19 Μαρτίου, με ποταμόπλοιο από τον Δούναβη στη Βιέννη, από εκεί με τρένο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα, όπου εξοντώθηκαν. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον οκτώ άτομα. Το 1958 η ισραηλίτικη κοινότητα της Κομοτηνής διαλύθηκε λόγω έλλειψης μελών. Η εβραϊκή συναγωγή διατηρείτο μέχρι τον Απρίλιο του 1994, όταν πάρθηκε η απόφαση να κατεδαφιστεί, παρόλο που το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Το 2004 ο Δήμος Κομοτηνής τοποθέτησε, στο Πάρκο Αγίας Παρασκευής, μνημείο αφιερωμένο στους Εβραίους-θύματα του Ολοκαυτώματος.

Το Νοέμβριο του 1987 απαγορεύτηκε στην “Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής” (που λειτουργούσε από το 1928) να χρησιμοποιεί τον όρο “τουρκική” με την αιτιολογία ότι αυτός αφορά πολίτες της Τουρκίας και ότι η χρήση του για Έλληνες πολίτες αντιτίθεται στη Συνθήκης της Λωζάνης απειλώντας την κοινωνική ειρήνη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν μερίδα της μειονότητας που δεν είχε αποδεχτεί το πρόσωπο του νέου μουφτή Μέτσο Τζεμαλή, αντιπρότεινε τον Ιμπραήμ Σερήφ (ο Μέτσο Τζεμαλή είχε διοριστεί το 1984 μετά το θάνατο του Χουσεΐν Μουσταφά Εφεντί). Ο Ιμπραήμ Σερήφ δεν έγινε δεκτός από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνέχισε να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα ως ιδιώτης μουφτής, γεγονός που προκάλεσε την ποινική του δίωξη για αντιποίηση αρχής και το θέμα έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς και ότι οι καταδίκες σε χαμηλότερο βαθμό περιόριζαν τα ατομικά δικαιώματα θρησκευτικής έκφρασης, ενώ παράλληλα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν ο τότε υποψήφιος βουλευτής Σαδίκ Αχμέτ έθεσε ζήτημα αναγνώρισης εθνικής μειονότητας δηλώνοντας εθνικά Τούρκος. Στις 26 Ιανουαρίου του 1990 ο Σαδίκ Αχμέτ οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθως ξέσπασαν διαμαρτυρίες μουσουλμάνων με κλείσιμο των καταστημάτων. Στις 29 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν 1.500 μουσουλμάνοι έξω από τζαμί φωνάζοντας “είμαστε Τούρκοι”, γεγονός που προκάλεσε επεισόδια με μερίδα χριστιανών. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 50 άτομα, προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε καταστήματα μουσουλμάνων και στα γραφεία δυο εφημερίδων της μειονότητας. Παρόμοια επεισόδια μικρής έντασης σημειώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιούλιο του 1998.

Η Κομοτηνή σήμερα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική με έντονο τον χαρακτήρα της φοιτητούπολης. Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της. Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, Έλληνες απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο, έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως “Τενεκέ Μαχαλά” μέσα στην Κομοτηνή. Την δεκαετία του 1990 εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000 φοιτητές.

Γεωγραφία

Η πόλη είναι επίπεδη, χτισμένη μέσα στον θρακικό κάμπο και στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης, σε υψόμετρο 31-55 μ., 30 περίπου χλμ. οδικώς από τη θάλασσα. Αποτελεί σπουδαίο εμπορικό, οικονομικό και συγκοινωνιακό κόμβο της Θράκης και βρίσκεται επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και της Εγνατίας Οδού (Α2). Η θέση της εντοπίζεται επί της ιζηματογενούς λεκάνης Ξάνθης-Κομοτηνής η οποία ανήκει στη γεωτεκτονική μάζα της Ροδόπης. Ως εκ τούτου η γεωλογική της σύσταση περιλαμβάνει κυρίως ἀργιλο, χάλικες και αμμοχάλικες. Βρίσκεται επί εδάφους της Νεογενούς περιόδου, πολύ κοντά στο σεισμικό ρήγμα Καβάλας-Ξάνθης-Κομοτηνής. Εντούτοις, δεν παρουσιάζει έντονη σεισμικότητα και ο τελευταίος μεγάλος σεισμός που έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Κομοτηνής συνέβη το 1784 με μέγεθος 6,3.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κομοτηνή