Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

«Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς» είναι βιβλίο του Ανδρέα Λασκαράτου. Σε αυτό το έργο ο συγγραφέας σατιρίζει και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της κεφαλλονίτικης κοινωνίας και επικρίνει δηκτικά τον κλήρο. Όταν εκδίδεται, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων και φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Λασκαράτος καταγγέλλεται ως άθεος και αφορίζεται.

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Θρησκευτικά

Είναι ως από πολύν καιρό τώρα, Πανιερώτατε, που η ψυχή μου θλίβεται και λυπάται διά την πρόοδον της πλάνης στην κοινωνία μας. Και επειδή οι πλάνοι μεταχειρίζονται ως όργανον της αισχροκέρδειας τους την θρησκείαν, εσατίρισα πειρισσότερον από μίαν φοράν τις αισχροεργίες τους, στιγματίζοντας κατάχρησες διαφόρων ειδών. Αλλά οι πλάνοι τούτοι, εγγιγμένοι εις τα συμφέροντα τους, και μην ημπορόντες να ζητήσουνε μετά παρησίας ως και δια το σύστημα της πλάνης την ελευθερίαν του εμπορίου, εσυκοφαντήσανε τες σάτιρες μου ως αντίθρησκες, και μ’ εκατηφορήσανε ως άθεον. Η συκοφαντία τούτη, Πανιερώτατε, εξαγρίωσε εναντίον μου όλην την ανοησίαν του όχλου την οποίαν αυτοί καλλιεργούν και τρυγούν ησύχως εν καιρώ τω δέοντι.

Εγώ ημπορούσα, Πανιερώτατε, και μπορώ κάθε που θέλω, να κάμω αγάπη με τους πλάνους του Τόπου, επειδή φθάνει μόνον ναν τους υποσχεθώ να μη σατιρίσω πλέον εις το εξής το εμπόριο τους. Συνθήκη που, είμαι βέβαιος, ήθελε τήνε δεχθούνε ως και όντις ήθελε τους γυρέψω να μου βγάνουν το δέκατο ανέξοδο και ακοπίαστο. Τότε χάριν λόγου, η μαρμαρένιες εικόνες να μπορούνε να ιδρώνουν ελεύθερα, ο λαός να τρέχη να βλέπη και να πληρώνει το θαύμα, κ΄εγώ να μη μιλώ. Η Παναγία να βγαίνη όξου σε λιτανεία με μία βέστα μεταξωτή μισόφορη κρεμασμένη πίσω στο θρόνο της για να παρακινηόνται η φτωχές νοικοκυράδες να δίνουνε κ’ εκείνες τη δική τους, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι γαστάλδοι, οι ευλαβικώτατοι και φιλακόλουθοι γαστάλδοι να θρέφονται από τα έσοδα της εκκλησίας, αφήνοντες τη βυθισμένη στα χρέγια κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι πνευματικοί να ξετιμόνουνε τες αμαρτίες του όχλου, να πουσναρόνουνε την τιμήν της αφέσεως, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι ιερείς να πληρόνουνται τη μετάληψη χέρι με χέρι, κ’ εγώ να μη μιλώ. Να μη μιλώ βλέποντας τες εκκλησίες καταντημένες θρησκομάγαζα, τους ιερείς μαγαζιάτορες, και τους συναδέλφους αβεντόρους! Αβεντόροι που διεγείρουνε όλην τη θηριώδη ζηλοτυπία του μαγαζιάτορα ιερέα σε κάθε παραμικρό κίνημα για ν’ αλλάξουνε μαγαζί. Κ’ έπειτα απ’ όλα τούτα και χιλιάδες άλλα παρόμοια, να βλέπω στο φόρο, και σωπένω, τούτους τους θεοπαίχτιδες να καμόνονται πως ανατριχιάζουνε κάθε που βλέπουνε εκείνους τους οποίους αυτοί ονομάζουν άθεους, και να ξέρω πως οι άθεοι τούτοι, δεν είναι άλλο παρά τίμιοι άνθρωποι, οι οποίοι καταφρονούνε και απεχθάνονται τη διαγωγή των θεοπαιχτιδώνε.

Εγώ όμως, ούτε τα βρομερά τους ξεδούλια ορέγομαι, ούτε την οργήν του ανόητου όχλου ψηφάω. Προκρίνω εξεναντίας να ομολογώ την αλήθεια με όλην εκείνην την τόλμη που η αλήθεια η ίδια μου εμπνέει, και να γένω τοιουτοτρόπως ο ευεργέτης εκείνων των ιδίων ανοήτων, οι οποίοι διά τούτο ξαγριόνουνται εναντίον μου.

Εγώ δεν καταδέχομαι να προσποιηθώ και να κολακέψω τες πρόληψες του όχλου διά να έμπω στην εύνοιαν του. Εξεναντίας χτυπάω με θάρρος τες πρόληψες, και αδιαφορώ εις την αγανάκτησή του, καθώς αδιαφορώ και στα κλάματα των παιδιώνε μου όταν τους πλένω το πρόσωπο.

Ανδρέας Λασκαράτος

Καιάδας

Ως Καιάδας αναφερόταν στην αρχαιότητα το μεγάλο βάραθρο κοντά στην αρχαία Σπάρτη στους πρόποδες του όρους Ταΰγετος. Έχει συνδεθεί το όνομα αυτό με την έκθεση των δύσμορφων βρεφών στη Σπάρτη. Αυτό στηρίζεται στην άποψη ότι οι Σπαρτιάτες υποστήριζαν και επιθυμούσαν την ευγονία και την χρησιμότητα τους στο κράτος.

Καιάδας

Η άποψη αυτή ταυτίστηκε με μια σειρά στερεοτύπων που ακολουθούν συνήθως τους χαρακτηρισμούς της σπαρτιατικής κοινωνίας και συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη εικόνα-παράσταση για τη σπαρτιατική πολιτεία. Απομονώνει επίσης την σπαρτιατική πρακτική από το ευρύτερα διαδεδομένο φαινόμενο της έκθεσης βρεφών στην αρχαιότητα, αποδίδοντας ιδιαίτερο σημασιολογικό φορτίο.

Παραδόξως, καμιά από τις αντιλήψεις-απόψεις περί σπαρτιατικής ιδιαιτερότητας ή «αγριότητας» δεν καταγράφονται στις μαρτυρίες των αρχαίων. Οι αιτίες που οδηγούσαν κάποια οικογένεια στην έκθεση ενός αρτιμελούς παιδιού ήταν συνήθως κοινωνικές και οικονομικές και υπάρχουν διαφορές από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή ως προς τις διαστάσεις και τον τρόπο εφαρμογής της.

Αντίθετα, η έκθεση των βρεφών με κάποια γενετική δυσπλασία ή δυσμορφία αποτελούσε κοινή πρακτική και δεν παρατηρούνται διακρίσεις ή πολυνομία από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή. Το τερατόμορφο βρέφος θεωρούνταν ανεπιθύμητο και προκαλούσε το φόβο της κοινότητας.

Η μοναδική φιλολογική μαρτυρία, που μας είναι γνωστή, ο Πλούταρχος, εμφανίζει μεγάλη συνάφεια και πνευματική συγγένεια με τις απόψεις του Πλάτωνα, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στην σπαρτιατική πρακτική. Ο Πλάτωνας, όπως συχνά κάνει και σε άλλα ζητήματα, καινοτομεί και σε αυτό. Θεωρητικοποιεί την ευγονία, τη συνδέει με την έκθεση και εισάγει στη διαδικασία της έκθεσης μια ειδική επιτροπή «αξιολόγησης» των νεογέννητων. Παράλληλα, αποκλείει την έκθεση των υγιών βρεφών και επικεντρώνει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στα δύσμορφα.

Τη λογική αυτή κατάταξη του θέματος, καθώς και τον τρόπο περιγραφής της διαδικασίας της έκθεσης τη συναντάμε και στον Πλούταρχο για την περίπτωση της Σπάρτης. Το χωρίο του Πλούταρχου εγείρει πέντε βασικά σημεία: την εξέταση, την ευγονία, την απονομή κλήρου στο υγιές παιδί, τη ρίψη του δύσμορφου στον Καιάδα και τον ρόλο των φυλετών που συνδυάζεται με τον βαθμό εξουσίας του πατέρα πάνω στο παιδί του.

Σε μια κλειστή κοινωνία, όπως αυτή των Ομοίων, στη Σπάρτη, όπου επικρατούσαν ενδογαμικές σχέσεις, το φαινόμενο ως προς τη διαμαρτία περί της διάπλασης των παιδιών δεν πρέπει να ήταν σπάνιο και ίσως για το λόγο αυτό μέτρα προστασίας να κρίθηκαν από την κοινότητα αναγκαία και απαραίτητα. Εκεί, ίσως, να βρίσκεται και η αιτία της ιατρικής εξέτασης του παιδιού από τους γεροντότερους.

Η ορθολογική ερμηνεία της ευγονίας, πολιτικά μεταφράζεται στη διάθεση των Σπαρτιατών να απομακρύνουν μόνο τα τερατόμορφα βρέφη, βασιζόμενοι στην αρχή πως κάθε υγιές παιδί είναι συγχρόνως και ένας μελλοντικός πολίτης.

Με την ευκαιρία διαδικασίας εξέτασης του παιδιού από τους φυλέτες, συνδυάζονταν και η απονομή του κλήρου από τον πατέρα. Ο χαρακτήρας, η σημασία όμως αυτή της απονομής ήταν διαφορετική πριν και μετά το νόμο του Επιταδέα.

Πριν από το νόμο του Επιταδέα, η απονομή κλήρου ίσως είχε συμβολικό χαρακτήρα και αφού το παιδί αποκτούσε αυτοδίκαια την πατρική περιουσία. Μετά το νόμο του Επιταδέα, η απονομή γης στο νεογέννητο πρέπει να αποκτά ουσιαστικό χαρακτήρα για το μελλοντικό πολίτη. Η δημοσιοποίηση της απονομής κλήρου αποτελούσε ίσως μια δεσμευτική υπόσχεση του πατέρα, παρουσία των μελών της φυλής, ότι θα αφήσει τον κλήρο στο παιδί που αναγνωρίζει και αναλαμβάνει να αναθρέψει και όχι σε κάποιον άλλον.

Στη νεότερη και σύγχρονη ιστοριογραφία επικρατεί η άποψη που ταυτίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Πλούταρχος, όπως και καμία άλλη μαρτυρία, δεν συσχετίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Καιάδας και η θρυλική ρίψη σ’ αυτόν αφορά καταδικασμένους σε θάνατο ή τα πτώματα τους και όχι τα δύσμορφα μωρά. Η ταύτιση του με τους Αποθέτες ανταποκρίνεται περισσότερο στην παράσταση-εικόνα της πόλης αυτής έτσι όπως κατασκευάστηκε στη σύγχρονη εποχή και λιγότερο στην ιστορική της πραγματικότητα.

Και μόνο το γεγονός πως ο Σπαρτιάτης με την ιδιότητα του πατέρα, παρουσιάζει το παιδί στους φυλέτες, προϋποθέτει ένα στάδιο αναγνώρισης του βρέφους εκ μέρους του (κάτι αντίστοιχο με τη γιορτή των «Αμφιδρομίων» στην Αθήνα). Ο πατέρας δηλαδή έφερνε στη λέσχη μόνο όσα επιθυμούσε να αναθρέψει. Το γιατί στη Σπάρτη η έκθεση των αρτιμελών παιδιών δεν εκφραζόταν με την κλασική μορφή της εγκατάλειψης τους, όπως συνέβαινε στην Αθήνα, ίσως να οφειλόταν στη διαφορετική δομή που είχε η κοινωνική διαστρωμάτωση των πολιτών. Στο γεγονός, δηλαδή, πως στην τάξη των Σπαρτιατών υπήρχαν θεσμοθετημένα κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν να «υποδεχθούν» το εκτιθέμενο παιδί, κάτι που δεν συναντάμε στην Αθήνα.

Η παρουσία των φυλετών δεν αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης του παιδιού από τον πατέρα, που ήταν καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Αφορά τη διαδικασία εισόδου και εγγραφής του παιδιού στη φυλή, η οποία δεν ανήκει στη δικαιοδοσία της οικογένειας. Έτσι ερμηνεύεται ο αναβαθμισμένος ρόλος των φυλετών, ανεξάρτητα από το βαθμό εξουσίας του πατέρα. Τη γενικότερη χαλάρωση των παραδοσιακών θεσμών της Σπάρτης στη μακρόχρονη περίοδο, από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή εποχή, ακολούθησε και η ισχύς των φυλετών.

Η σπαρτιατική συνήθεια της έκθεσης εντάσσεται στη γενικότερη διαδεδομένη συνήθεια της έκθεσης των ανεπιθύμητων παιδιών στον αρχαίο κόσμο. Καμιά «σπαρτιατική ανωμαλία», δεν τίποτα το ιδιαίτερο ή αξιοπερίεργο δεν σημειώνεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία για την εφαρμογή αυτής της πρακτικής στην Σπάρτη. Η μοναδική ιδιαιτερότητα που εμφανίζεται στην περίπτωση της Σπάρτης είναι ότι η έκθεση περιορίζεται και επικεντρώνεται μόνο στα τερατόμορφα παιδιά και δεν επεκτείνεται και στα αρτιγενή, όπως ευρύτατα εφαρμοζόταν στις άλλες πόλεις.

Η μαρτυρία του «ηθικολόγου» Πλουτάρχου μέσα από το σπαρτιατικό πρότυπο λειτουργεί παράλληλα και ως παρότρυνση και προτροπή για τον περιορισμό των διαστάσεων της έκθεσης των υγιών βρεφών, που στην εποχή του παρουσίαζε τρομακτική έξαρση, επικεντρώνοντας την μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή των δύσμορφων εκ γενετής παιδιών. Τα συμπεράσματα περί ευγονίας των Σπαρτιατών, στο πλαίσιο μιας στρατοκρατούμενης κοινωνίας, ο υπερβάλλων ρόλος των φυλετών στις οικογενειακές και ατομικές υποθέσεις, στο πλαίσιο του κοινοβιακού χαρακτήρα της σπαρτιατικής κοινωνίας, προέρχονται και αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του σπαρτιατικού μύθου, του οποίου ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες ήταν και ο Πλούταρχος.

Αυτή ή εγώ…

«Ποια είναι καλύτερη, αυτή ή εγώ;». Η διερεύνηση του πως είμασταν πριν από ένα χρόνο και τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, τι πετύχαμε, τι αφήσαμε ίδιο, τι καταφέραμε, συμβάλλει στο να εκτιμήσουμε τις πραγματικές μας ικανότητες, να αναγνωρίσουμε τα δυνατά μας σημεία, να βελτιώσουμε κάποια άλλα αλλά και να μας αποδεχτούμε για αυτό που πραγματικά είμαστε.

Αυτή ή εγώ...

Άραγε οι γυναίκες αγαπάμε τον εαυτό μας ή τον ωθούμε διαρκώς σε έναν ατέρμονο αγώνα σύγκρισης με την άλλη γυναίκα; Πώς είναι; Πώς μιλάει; Είναι πιο έξυπνη; Πιο δυναμική; Επαγγελματικά επιτυχημένη ή αποτυχημένη; Έχει άντρα ή είναι μόνη της; Έναν ή περισσότερους; Παιδιά; Χαμογελάει; Λέει αστεία; Είναι χοντρή ή αδύνατη;

Και όταν η υποψήφια ανταγωνίστρια βγει σε όλες τις κλίμακες αξιολόγησης κατώτερη, τότε μπορούμε να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας και να απολαύσουμε τον καφέ μας. Αν πάλι όχι; Αν εκείνη είναι πιο όμορφη ή τραβάει πιο πολύ το ενδιαφέρον της παρέας, είναι πιο ευχάριστη, έχει πιο ωραίο άντρα, φοράει πιο ακριβά ρούχα ή έχει περισσότερα φυσικά προσόντα;

Τότε, μάλλον, ήρθε η καταστροφή. Αισθήματα αναξιότητας, αυτοϋποτίμησης, σχεδόν κατάθλιψης κάνουν αυτόματα την εμφάνισή τους. Σαν να ήταν κάπου κρυμμένη μια εσωτερική φωνή, που περίμενε αυτήν την απόδειξη της μειονεξίας μας, για να ξεπροβάλλει δικαιωμένη και να πει «Είδες που στα έλεγα; Δεν αξίζεις τίποτε. Αυτή είναι καλύτερη!»

Η συγκριτική διαδικασία δεν συναντάται μόνο στις γυναικείες σχέσεις και συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι καλό, υγιές, ακολουθούμενη από την εκλογίκευση ότι γίνεται για να βελτιωθούμε. Στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί μια απάτη, αφού το μοναδικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι να πληγώσουμε τον εαυτό μας, να τον υποβιβάσουμε, να χτυπήσουμε χωρίς έλεος την αυτοεκτίμησή μας, είτε αφορά εμάς τους ίδιους είτε κάποιο άλλο πρόσωπο.

Σκεφτείτε κάποιον που λέει στο παιδί του: «Είδες ο Κώστας! Και μπάλα προλαβαίνει να παίξει και άριστος μαθητής είναι στο σχολείο! Εσύ γιατί δεν μπορείς να το κάνεις;». Το παιδί, αλλά και όποιος υφίσταται ένα τέτοιο σχόλιο, αρχικά αισθάνεται θυμό, γιατί εισπράττει ότι αντί να προσπαθήσουν να το καταλάβουν, το κρίνουν.


Στην συνέχεια, όσο κι αν αν δεν το συνειδητοποιεί, αρχίζει να σκέφτεται ότι, μήπως, τελικά είχε δίκιο ο μπαμπάς του; Μήπως, ο Κώστας είναι καλύτερος και ο ίδιος δεν αξίζει και πολλά; Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε μορφή σύγκρισης επηρεάζει άμεσα το πόσο αισθανόμαστε ότι αξίζουμε, κάτι που προκαλεί συναισθήματα ντροπής.

Οι γυναίκες, που τακτικά υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μια τέτοια διαδικασία, επαναλαμβάνουν κάτι, που το έχουν υποστεί στην παιδική τους ηλικία. Συνήθως η πρώτη «Άλλη» γυναίκα στη ζωή τους, που πάντοτε στην σύγκριση μαζί της έβγαιναν χαμένες, γιατί πάντα εκείνη είχε τα περισσότερα, είναι η μητέρα τους. Εκείνη, στα μάτια του μικρού κοριτσιού, είναι η βασίλισσα, που έχει όλα τα καλά, όπως είναι ο πατέρας και τα μωρά.

Πολύ συχνά οι μητέρες, που συγκρίνουν τα κορίτσια τους, τα οδηγούν σε μια υπονόμευση της θηλυκότητάς τους και της αξίας τους. Μάλιστα, όταν η σύγκρισή αυτή γίνεται με τις ίδιες, τότε οι επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρότερες, καθώς λόγω του μικρού της ηλικίας το παιδί εμπλέκεται σε μια άνιση ή φαντασιακή σύγκριση, από την οποία είναι αδύνατο να βγει κερδισμένο.

Πάντοτε, σε όποια ηλικία και να βρίσκεται, η μητέρα του θα ξέρει καλύτερα ή θα μπορεί περισσότερα, εξαιτίας της χρονικής απόστασης, που τις χωρίζει. Αυτό ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο στην σχέση της με τον εαυτό της όσο και στις μετέπειτα φιλικές σχέσεις της ζωής της, στις οποίες αναμένεται να λειτουργεί ανταγωνιστικά, καθώς συνεχώς θα παραμονεύει ο φόβος να αποδειχθεί ότι είναι λίγη.

Στην πραγματικότητα η μόνη εποικοδομητική σύγκριση, που μας βοηθά να εξελιχθούμε και να γίνουμε καλύτεροι, είναι με τον παλιότερο εαυτό μας. Η διερεύνηση του πως είμασταν πριν από ένα χρόνο και τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, τι πετύχαμε, τι αφήσαμε ίδιο, τι καταφέραμε, συμβάλλει στο να εκτιμήσουμε τις πραγματικές μας ικανότητες, να αναγνωρίσουμε τα δυνατά μας σημεία, να βελτιώσουμε κάποια άλλα αλλά και να μας αποδεχτούμε για αυτό που πραγματικά είμαστε. Κι έτσι θα πάψουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας «ποια είναι καλύτερη, αυτή ή εγώ;».

Πηγή: https://www.psychologynow.gr

Χρήματα

Το να αγγίζει κανείς χρήματα ή η απλή σκέψη της κατοχής τους μπορούν να ανακουφίσουν τον φυσικό πόνο και το άγχος της κοινωνικής απόρριψης. Αντίθετα, η ανάμνηση της δαπάνης χρημάτων μπορεί να επιδεινώσει τόσο τον πόνο όσο και το άγχος, σύμφωνα με μελέτη. Με πειράματα σε εθελοντές, οι ερευνητές ενός κινεζικού και δύο αμερικανικών πανεπιστημίων έδειξαν ότι η σκέψη ή αφή του χρήματος ενισχύει όχι μόνο την ψυχική αλλά και τη σωματική δύναμη κάποιου.

Χρήματα

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σύγχρονοι στοχαστές επιδίδονται σ’ ένα κυνήγι συλλογής αποδείξεων του προφανούς, ότι «όταν υπάρχουν αρκετά χρήματα, η ζωή γίνεται λιγότερο δύσκολη». Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν πρόκειται για την απλή επιστημονική επιβεβαίωση μιας αυταπόδεικτης καθημερινής αλήθειας, αλλά για την αναβίβαση του χρήματος σε μεταφυσική αξία, σε μαγικό γιατρικό – το ακουμπάς και ανυψώνεσαι. Δεν είναι αστείο. Στο αντικείμενο και τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης καθρεφτίζεται το πόσο πολύ η κοινωνία είναι δέσμια της ύλης, χωρίς άλλη αξία. «Σκέφτεσαι τα χρήματα και αποκτάς ψυχική δύναμη και φυσική ρώμη». Ο ένας και μοναδικός θεός είναι πολύ καλά στρογγυλοκαθισμένος στον θρόνο του.

Και οι πιστοί του, ακούραστοι είλωτες, περιορισμένοι στον ρόλο του παραγωγού, δεμένοι στο άρμα της κατανάλωσης, αναλώσιμη ύλη οι ίδιοι, αλληλοσπαράσσονται, άνισοι, πλήρως υποταγμένοι.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια που οι άνθρωποι, κυρίως οι μη έχοντες, παρηγορούνταν με τη στερεοτυπική δοξασία ότι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία. Μάλιστα προ 35ετίας είχε αποδειχθεί και επιστημονικά αυτό που από την εποχή του Διαφωτισμού πρέσβευαν στοχαστές: «Πιο σοφή είναι η ενασχόληση με την ευτυχία, παρά με το χρήμα» ισχυριζόταν ο Βρετανός φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ. Ο Αμερικανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Ιστερλιν το 1974 έγινε διάσημος όταν με μελέτη απέδειξε ότι αν και οι πλούσιοι είναι γενικά πιο ευτυχισμένοι από τους φτωχούς, η αιφνίδια απόκτηση χρήματος δεν κάνει τον άνθρωπο πιο ευτυχισμένο, πρώτον διότι συνηθίζει πολύ γρήγορα στα νέα δεδομένα και δεύτερον διότι τείνει να συγκρίνει τα πλούτη του όχι με εκείνα που διέθετε παλαιότερα, αλλά με αυτά (περισσότερα) που διαθέτουν οι άλλοι.

«Δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο κακό για τους ανθρώπους από το χρήμα. Καταστρέφει ψυχές και πολιτείες, ωθεί τους ανθρώπους στην τυχοδιωκτική ζωή, δελεάζει και διαφθείρει τους τίμιους, τους παρασύρει σε ανήθικες πράξεις. Το χρήμα δίδαξε στους ανθρώπους τον δόλο» έλεγε ο Σοφοκλής.

Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία που διεκπεραιώνει τα προβλήματα για να κυκλοφορήσει χρήμα.

Κάποτε η κρατούσα ηθική, υποκριτικά έστω, υπερασπιζόταν την αρετή, το ήθος, τη χρηστότητα. Σήμερα, η θεοποίηση του χρήματος διατυπώνεται επισήμως.

Το ξήλωμα στην πλέξη του μέτρου, της αναλογίας. Διότι η ευτυχία δεν σχετίζεται με την τρέχουσα καταναλωτική ευδαιμονία. Είναι το κύμα που αναβλύζει αβίαστα και «σφραγίζει» την κάθε μικρή ολοκλήρωση, την κάθε μικρή νίκη της σκέψης πάνω στους αδιάλειπτους ανομολόγητους ή ασυνείδητους «θανάτους».

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/714629/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/xrhma-h-nea-filosofikh-li8os

Η μυωπία και η τύφλωση

Η μυωπία είναι ένα σύνηθες πρόβλημα, στο οποίο συχνά δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, όμως υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη μυωπία και την τύφλωση, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη τακτικών επισκέψεων στον οφθαλμίατρο, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Η μυωπία είναι ένα σύνηθες πρόβλημα
Γυαλιά μυωπίας

Η μυωπία, αυτό το σύνηθες πρόβλημα όρασης βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας έρευνας που διεξήχθη σε δείγμα 200.000 ατόμων από το γαλλικό οφθαλμολογικό κέντρο «Point Vision».

 Η μελέτη αυτή κατέδειξε τη σοβαρότητα που μπορεί να έχουν οι επιπλοκές της μυωπίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με πολύ υψηλή μυωπία. Το 25% των ατόμων άνω των 60 ετών με υψηλή μυωπία τυφλώνονται. Δεν είναι, πάντως, οι μόνοι που πρέπει να ανησυχούν, δεδομένου ότι αυτή η έρευνα υπογραμμίζει και τον κίνδυνο των επιπλοκών του αμφιβληστροειδούς για όλα τα περιστατικά μυωπίας.

Βρέθηκε ακόμα ότι όταν η μυωπία ξεπερνά τον 1 βαθμό, ο κίνδυνος επιπλοκών αυξάνεται κατά 40%. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά αποκλειστικά τα άτομα με πολύ υψηλή μυωπία αλλά και τους μέτριους μύωπες.

Οι οθόνες και η μυωπία

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής επιδεινώνει αυτό το πρόβλημα, καθώς οι δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση των οθονων και μάλιστα αυτό είναι κάτι που ξεκινά ήδη από πολύ μικρή ηλικία.

«Η ζωή στην ύπαιθρο που μπορεί να είχαν οι παππούδες μας έχει πλέον σχδόν εγκαταλειφθεί. Δουλεύουμε όλο και περισσότερο μπροστά σε οθόνες. Το να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να βγουν έξω να παίξουν ίσως είναι ένας τρόπος μείωσης της μυωπίας», εξηγεί ο Νικολά Λεβεζιέλ, ένας από τους συντάκτες της μελέτης και καθηγητής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Πουατιέ.

Επίσκεψη στον οφθαμίατρο

Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη τακτικών επισκέψεων σε οφθαλμίατρο, ιδιαίτερα για τα άτομα που έχουν από μέτρια έως σοβαρή μυωπία.

Ο Λεβεζιέλ, μάλιστα, τονίζει κι αυτός την ανάγκη τακτικών επισκέψεων ιδιαίτερα σε αυτούς που έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση με λέιζερ.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2050, ο αριθμός των ατόμων με μυωπία θα φτάσει τα 5 δισεκατομμύρια, δηλαδή θα έχει μυωπία η μισή ανθρωπότητα και επομένως δυνητικά άλλα σοβαρά προβλήματα όρασης ή τύφλωση.

Η παρούσα έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από το ιατρικό οφθαλμολογικό κέντρο «Point Vision», σε συνεργασία με τον καθηγητή Νικολά Λεβεζιέλ, τον καθηγητή Πιέρ Ινγκράντ, την καθηγήτρια Σιμόν Μαριγιέ και τη δημόσια υπηρεσία υγείας του Πουατιέ.

Πηγή: https://www.tovima.gr/2019/09/24/science