Σχολές των Ιωαννίνων

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Ιωαννίνων είναι οι δύο σχολές και οι βιβλιοθήκες τους. Συλλογή συγγραμμάτων βρίσκει κανείς και στον καθεδρικό ναό, αν και οι καλόγεροι θα μπορούσαν να καυχώνται μόνο για τους ιερούς Πατέρες και τη Βυζαντινή Ιστορία. Επικεφαλής της παλιάς σχολής, της οποίας η αυθεντικότητα ξεπερνά την παράδοση, είναι ο Κοσμάς Μπαλάνος, ένας αξιοσέβαστος γέροντας του οποίου ο πατέρας ήταν και εκείνος διευθυντής. Σε αυτή τη σχολή που στηρίζεται κυρίως από τους Ζωσιμάδες, διδάσκονται γραμματική και Έλληνες συγγραφείς, όπως και σε πολλά σχολεία της Ελλάδας.

Στην άλλη σχολή 100 μαθητές διδάσκονται ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, και φιλοσοφία. Το κολλέγιο αυτό ιδρύθηκε από τον Πικροζώη, έναν ντόπιο έμπορο, που κληροδότησε 800 βαλάντια, των οποίων ο τοκισμός συν κάποιες άλλες δωρεές αρκούν για να πληρώνεται με περίπου 2.000 πιάστρα ο αρχιδιδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλίδας, για το μισθό δύο βοηθών και για μια μικρή υποτροφία που δίνεται ετησίως σε κάθε μαθητή. Ο Πικροζώης έχτισε επίσης στα Ιωάννινα μια εκκλησία και ένα νοσοκομείο. Το σύνολο των διαφόρων ή ετήσιων τόκων από την περιουσία των δύο σχολείων είναι περίπου 60 βαλάντια. Εκτός από αυτά τα ιδρύματα πολλά ακόμα, υπάρχουν μικρά, τα οποία συντηρούν ιδιώτες, αλλά η γνώση που παρέχουν δεν ξεπερνά τα ελληνικά των ελληνικών ευαγγελίων.

Στο μέσο του καλοκαιριού δεν είναι σύνηθες να βλέπει κανείς κάποιον από τους δασκάλους αυτούς να κάθεται κάτω από ένα δέντρο στα προάστια της πόλης, περιβαλλόμενος από τριάντα-σαράντα μαθητές. Συνήθως οι δάσκαλοι παίρνουν ένα πιάστρο από τους φτωχότερους μαθητές.

Λέγεται εδώ ότι το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην προσπάθεια για να πειστούν οι Έλληνες ότι τα σχολεία είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί το έθνος έφερε το έργο του μοναχού από το Απόκουρο, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος για οκτώ χρόνια ταξίδευε στη χώρα κάνοντας κήρυγμα με κεντρικό θέμα αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Ο Κοσμάς ήταν και για άλλους λόγους μεταρρυθμιστής, καθώς έπεισε τις γυναίκες του Ζαγορίου να αλλάξουν ένα μεγάλο, δίχως σχήμα κεφαλομάντηλο παρόμοιο με εκείνα των γυναικών του Αιγαίου, με ένα απλό μαντήλι. Μαρτύρησε το 1780, δολοφονηθείς από τον Κουρτ πασά.

Ο βεζίρης ενθαρρύνει την εκπαίδευση των Ελλήνων ίσως γιατί αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή υποθέτει ότι άμεσα ωφελείται. Συχνά λοιπόν διατυπώνει αυτή την συμβουλή προς τους επισκόπους, οι περισσότεροι των οποίων -καθώς έχουν το μυαλό τους μόνο στο να κάνουν κομπόδεμα και ενεργούν ακριβώς όπως οι Τούρκοι που βρίσκονται στην εξουσία- τείνουν να την αγνοούν. Και με τον παλιό διδάσκαλο Μπαλάνο ο βεζίρης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα ξορκίζοντας τον να διδάσκει τους μαθητές που αφήνονται στα χέρια του με φιλοπονία, να τους δίνει το καλό παράδειγμα και να μην τους αφήσει καμία αμφιβολία ότι θα έχουν την εύνοια και την προστασία του.

Η καταπίεση που επιδεικνύει απέναντι στα μοναστήρια είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στα χωριά και τους ιδιώτες. Τελευταίως μάλιστα έδειξε εύνοια στο μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κορυτσά και την Αχρίδα. Δεν ξοδεύεται βέβαια ο ίδιος όταν υπάρχει ανάγκη. Πρόσφατα, όταν ένας βράχος έπεσε πάνω στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο νησί των Ιωαννίνων, διέταξε τα έξοδα για τις επισκευές να πληρώσουν ορισμένοι από τους προεστούς των Ιωαννίνων. Και, τελικά, την πτώση του βράχου πλήρωσε ο μεγαλύτερος έμπορος της πόλης, ο οποίος είχε δυσαρεστήσει με μια ενέργεια του το βεζίρη.

Τα ελληνικά μιλιούνται στα Ιωάννινα είναι πιο εξευγενισμένα από οπουδήποτε αλλού στην κυρίως Ελλάδα. Οι φράσεις είναι πιο ελληνικές και η δομή περισσότερο γραμματική. Αυτό συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι οι σχολές λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και οι διαμένουν στην πόλη πολλοί έμποροι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει ή κατοικήσει στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τούτο πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων. Τούρκοι και μουσουλμάνοι Αλβανοί χρησιμοποιούν μια τούρκικη λέξη κάθε δέκα ελληνικές. Αυτές οι τούρκικες, μάλιστα, είναι ό,τι ξέρουν όλο κι όλο οι ιθαγενείς μωαμεθανοί.

Στην Ήπειρο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, οι αγροίκοι χρησιμοποιούν ορισμένες λέξεις με γνήσιες ελληνικές ρίζες, δεν συνηθίζονται όμως αλλού, ούτε βέβαια και στις ανώτερες τάξεις εδώ, οι οποίες μιλούν εξευγενισμένα ελληνικά. Τις λέξεις αυτές μπορεί να μην τις βρούμε ούτε στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που διασώζονται ούτε βέβαια και να τις ακούσουμε στις πόλεις, αλλά διατηρήθηκαν στη γλώσσα των χωρικών όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα.

Κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι ο «τροχοτός», ή ρεύμα τη λίμνης, και το «σκιάδιον», άλλως το καπέλο που φορούν οι χωρικοί την εποχή του θερισμού, το οποίο όμως οι ψαράδες της λίμνης, που επίσης το χρησιμοποιούν, το λένε «καλαμία». Οι λέξεις «αντλώ, αντλία, τροπωτήρι», χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς του Αιγαίου. Στο Ζαγόρι η «θύρα» σημαίνει «πόρτα». Η δεύτερη αυτή λέξη είναι που χρησιμοποιείται ανά την Ελλάδα. Το «προθηλάζω» χρησιμοποιείται στην ίδια περιοχή και περιγράφει τη στιγμή που ένα προβατάκι πίνει γάλα από το στήθος της προβατίνας που δεν είναι η μάνα του. «Κατεθροήθησαν τα όρνια» δηλαδή οι κότες είναι ανήσυχες, είναι μια ακόμα έκφραση που χρησιμοποιείται στο Ζαγόρι. Στην τοπική διάλεκτο τα ίχνη της άφησε και η σλαβική φυλή περισσότερο όμως στα τοπωνύμια , την κατάληξη και την προφορά λέξεων ελληνικής προέλευσης. Στην ντοπιολαλιά έχουν επίσης ενταχθεί ιταλικές λέξεις από τα γειτονικά νησιά, εξαιτίας του εμπορίου που διατηρούν τα Ιωάννινα με την Ιταλία.

William Martin Leake

Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Αρχαία Δωδώνη, τόπος μαντικής και λατρείας

Η Αρχαία Δωδώνη υπήρξε λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης. Υπήρξε, επίσης, γνωστό μαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Προσδιορίζεται γεωγραφικά σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τον οικισμό της Δωδώνης και 22 χλμ. νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων. Κείται σε κλειστή, επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600μ.

Αρχαία Δωδώνη, τόπος θεών
Η ιερή βελανιδιά στο ναό του Δία στη Δωδώνη

Το απόμακρο μαντείο της Δωδώνης επικαλείται ο Αχιλλέας, ενώ στην ψηλόκορφη δρυ λέγεται ότι κατέφυγε ο Οδυσσέας για να γνωρίσει τη θέληση του θεού σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη. Σε αυτές τις δρύες, που μιλούν κατέφυγε η Ιώ, προσπαθώντας να ξεφύγει από την οργή της Ήρας.

Αν στα μυθολογικά αυτά δεδομένα που αναφέρονται στο ρόλο της φηγού προσθέσει κανείς το πέταγμα και τους κρωγμούς των περιστεριών, τον ήχο των λεβήτων που περιέβαλλαν την ιερή βελανιδιά, καθώς και το ρόλο των Πελειάδων και των Σελλών (ιερειών και υποφητών του μαντείου) μπορεί να σχηματίσει μια πρώτη εικόνα για τα στοιχεία εκείνα, μέσω των οποίων μεταφέρονται στους θνητούς τα θεϊκά μηνύματα του Δία.

Για την ερμηνεία της ίδρυσης του ο Ηρόδοτος προσπάθησε να συνδυάσει δύο μύθους, εκείνον που αναφέρεται σε δύο γυναίκες που ίδρυσαν μαντείο του Δία στη Λιβύη και και τη Δωδώνη, και τον άλλο που αποδίδει το ρόλο αυτό σε δύο μαύρα περιστέρια καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ταυτίζονται με τα περιστέρια, γιατί μιλούσαν βαρβαρικά και ήταν αιγυπτιακής καταγωγής. Πολύ αργότερα, ο Πλούταρχος ανήγαγε την ίδρυση του μαντείου στον Δευκαλίωνα και την Πύρρα.

Η ίδια τάση εκλογίκευσης της εικόνας του μαντείου παρατηρείται και στους νεότερους μελετητές: Δύο διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις συναντώνται στο λατρευτικό ορίζοντα του ιερού: η λατρεία της μητέρας Γης, η οποία προηγήθηκε και έφτασε στη νότια Ελλάδα και η λατρεία του Δία που ήρθε από το βορρά.

Ωστόσο, η αναζήτηση της πρωταρχικής θεότητας αποδυναμώνει την κατανόηση της φύσης και της λειτουργίας του μαντείου με την πανελλήνια ακτινοβολία. Η μακραίωνη παρουσία του χρηστηρίου του Δία, στο οποίο μάλιστα οικοδομήθηκε και ένας μικρός ναός κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και ο σημαντικός του ρόλος σχεδόν σε όλες τις εποχές απαιτούν μια συνολική θεώρηση των μυθολογικών, λογοτεχνικών και αρχαιολογικών δεδομένων.

Η αρχαιολογική σκαπάνη στη περιοχή τη Δωδώνης έφερε στο φως ένα πλήθος από αξιόλογα ευρήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα πασίγνωστα πλέον μολύβδινα χρηστήρια-ελάσματα: τα πρώτα σε κορινθιακό αλφάβητο, ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ. και φέρουν εγχάρακτες ερωτήσεις δημοσίου αλλά και ιδιωτικού χαρακτήρα. Μπορεί οι σωζόμενες απαντήσεις να είναι σπάνιες, η μυθική όμως παράδοση φέρει τον Ηρακλή ως αποδέκτη γραπτών χρησμών από πολύφυλλη δρυ, που όριζαν το τέλος των άθλων του.

Ο ιδιόμορφος αυτός τρόπος χρησμοδοσίας και οι ξεχωριστοί μηχανισμοί επικοινωνίας μεταξύ του κόσμου των θεών και του κόσμου των ανθρώπων καθιστούν αναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τις αναλογίες, τις συμμετρίες, τους αλληλοσυσχετισμούς και τις αντιθέσεις των στοιχείων, που απαρτίζουν την εικόνα του μαντείου.

Η πρώτη έχει να κάνει με τον εξέχοντα ρόλο του πτερωτού βασιλείου, που διασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των θεών και των ανθρώπων. Η παρουσία του στοιχείου αυτού στον ιερό χώρο της Δωδώνης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνιμη εμφάνιση του αετού στο πλευρό του Δία της Δωδώνης έχει οδηγήσει στην ταύτιση του Δία με το σύμβολο του, σε σημείο που να έχουν λησμονηθεί η παραμερισθεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του βασιλιά των πτηνών. Σύμφωνα με τη θρησκευτική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, ο αετός, αγγελιοφόρος, ο μεσολαβητής της θέλησης του Δία, ενώ στα χαρακτηριστικά του θα πρέπει να προστεθούν και εκείνα που έχουν να κάνουν με το ρόλο του στην ανατροφή του Δία τη σχέση του με τη θεϊκή διατροφή, τον ουρανό, τη φωτιά, με άλλες λειτουργίες στενά δεμένες με τον πολιτισμό.

Στο σύμπλεγμα Ζευς-αετός έρχεται να προστεθεί ο σκοτεινός χαρακτήρας των περιστεριών, τα οποία είναι αναπόσπαστα δεμένα με ον ακατανόητο χαρακτήρα των θεϊκών χρησμών. Οι πέλειες, οι οποίες εκφράζουν ανάλογες λειτουργίες με αυτές του αετού, κατοχή δηλαδή της γνώσης και των μυστικών της θεϊκής διατροφής, καλύπτουν με τη σειρά τους το διάστημα που βρίσκεται κοντά στο θεϊκό αλλά και στον ανθρώπινο ορίζοντα.

Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με το σταθερά ριζωμένο στη γη κόσμο της φύσης και των ανθρώπων. Απέναντι στη συνεχή κίνηση του χώρου των πτηνών προβάλλει η φηγός, που κυριαρχεί στη μαντική διαδικασία διερμηνεύοντας με το θρόισμα των φύλλων της τα θεϊκά λόγια. Πρόκειται για ένα δέντρο που καλύπτει πολλαπλές λειτουργίες του γήινου κόσμου. Αναπόσπαστα δεμένη με τη γη, εκφράζει ό,τι σχέση με την αυτοχθονία, ενώ οι καρποί της δίνουν το στίγμα του τρόπου διατροφής που προηγήθηκε από το στάδιο της μαγειρεμένης τροφής και τη χρήση της φωτιάς. Η πρώιμη παρουσία της στον ελληνικό πολιτισμό δηλώνεται και σε μύθους που τη συνδέουν άλλοτε με τον Απόλλωνα, ο οποίος ερωτεύτηκε τη νύμφη Δρυόπη, και άλλοτε με τους Δρύοπες, που θεωρούνταν από τους πρώτους κατοίκους της ελληνικής Χερσονήσου.

Ο κατεξοχήν μαντικός χαρακτήρας της φηγού στη Δωδώνη έφερε σε δεύτερη μοίρα τα υπόλοιπα στοιχεία του μαντείου. Οι λέβητες έχουν συνδεθεί με τη μαντική λειτουργία λόγω του ιδιότυπου ηχητικού τρόπου μετάδοσης της θεϊκής βούλησης. Οι λέβητες είναι ένα όργανο με συγκεκριμένες λειτουργίες στο ανθρώπινο κοινωνικό και θρησκευτικό πεδίο.

Οι μυθικές διηγήσεις δεν αναφέρονται καθόλου στη χρήση των λεβήτων σε σχέση με τη διατροφή, αναφέρουν όμως μια περίεργη τιμωρία των προφητών που τις έριξαν στη φωτιά ή το ζεστό νερό των λεβήτων. Διαδικασία που θυμίζει τελετές αναγέννησης ή ξανανιώματος. Οι λέβητες δεν χρησιμοποιούνταν μόνο στην προετοιμασία της τροφής αλλά και εξασφαλίζουν την αθανασία, λειτουργία που είναι κατά κάποιον τρόπο αντίστοιχη με τη μαντική.

Οι προφήτες του μαντείου οι Πέλειες κατέχουν αμφίσημη θέση στο πλαίσιο του ιερού. Παραπέμπουν άλλοτε στις πέλειες-περιστέρια και άλλοτε στις νεαρές (Πελειάδες) ή γριές (Πέλειες) που διασφαλίζουν την επικοινωνία μεταξύ φύσης και θεών. Ο χαρακτήρας τους είναι σκοτεινός και συμβαδίζει με το χαρακτήρα των υποφητών του μαντείου, των Σελλών. Οι τελευταίοι έχουν συνδεθεί πότε με αντιλήψεις περί αυτοχθονίας και πότε με κοινωνικές, που σχετίζονται με τη μαντική διαδικασία και την επαφή τους με τη γη.

Ο σταθερός κόσμος της γης και ο αέναα κινούμενος κόσμος των πτηνών τελούν υπό την κυριαρχία του Δία, κατόχου της απόλυτης εξουσίας και γνώσης. Στη βασιλεία του όμως αυτή ο Ζευς συνοδεύεται και από τη Διώνη, η οποία με τις δικές της ιδιότητες και τη θεϊκή της υπόσταση ολοκληρώνει το σχήμα του θεϊκού ζευγαριού, που εποπτεύει όλα τα προβλήματα της φυσικής και ανθρώπινης τάξης.

Η εικόνα του μαντείου γίνεται κατανοητή μόνο, όταν όλα τα στοιχεία που την απαρτίζουν πάρουν τη θέση, που τους ταιριάζει στο ιδιόμορφο αυτό οικοδόμημα, το οποίο καλύπτει ολόκληρο το σύμπαν και αντανακλά τα κυριότερα προβλήματα αυτού του κόσμου. Οι πολλαπλές συνδέσεις των στοιχείων του μαντείου οδηγούν στη διαπίστωση ενός αριστοτεχνικού δημιουργήματος του ανθρώπινου πνεύματος, ενός ιερού που εκφράζει κάτω από ένα μυθικό μανδύα ό,τι συνιστά το ανθρώπινο σύμπαν: τη συνειδητοποίηση δηλαδή της ανθρώπινης φύσης σχετικά με τον περιοριστικό χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης και της ανάγκης για επικοινωνία με το θείο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπείται από το θεϊκό ζεύγος Δίας-Διώνη.

Τα Ιωάννινα (527μ.Χ.-…)

Τα Ιωάννινα ή αλλιώς Γιάννενα είναι κτισμένα στη δυτική όχθη της λίμνης Παμβώτιδας, σχεδόν στο κέντρο ενός λεκανοπεδίου, που ορίζουν τα όρη Μιτσικέλι-Τόμαρος-Ξεροβούνι. Πυρήνα της πόλης αποτέλεσε ιστορικά και χωροταξικά μία βραχώδης χερσόνησος, η οποία καταλήγει βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά σε δύο υψώματα.

Το όνομα των Ιωαννίνων

Η πόλη αναφέρεται και σαν Νέα Εύροια η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Ιωάννινα ανάμεσα στο 550 και 850μ.Χ. Κατ’ άλλη εκδοχή το όνομα Ιωάννινα αναφέρεται για πρώτη φορά το 879μ.Χ. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Ζαχαρίας «εξ Ιωαννίνης». Άλλες μαρτυρίες γύρω από την πατρότητα του ονόματος αναφέρουν ότι η πόλη πήρε το όνομα από την Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στα ερείπια της οποίας έκτισε ο Ασλάν Πασάς το τζαμί.

Τα Ιωάννινα κατά τους αρχαίους χρόνους

Λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στο σπήλαιο της Καστρίτσας μαρτυρούν ότι ανθρώπινη δραστηριότητα εντοπίζεται για πρώτη φορά στην περιοχή από την Παλαιολιθική Εποχή (πριν 38.000 χρόνια).

Τα Ιωάννινα τα βυζαντινά χρόνια

Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων
Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων

Η πόλη ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά το 527 μ.χ. από τον ιστορικό Προκόπιο με την ονομασία Ευροία. Κατά την Βυζαντινή περίοδο και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται ότι περιοριζόταν μόνον εντός του φρουρίου. Κατά το τέλος του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. ακολούθησαν σλαβικές επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή. Το 879 η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα και ήταν έδρα Επισκόπου. Η πόλη καταλήφθηκε προσωρινά από τους Βουλγάρους του τσάρου Σαμουήλ. Το 1082 η πόλη καταλήφθηκε από τους Νορμανδούς που επιδιόρθωσαν τα τείχη της πόλης για να απωθήσουν αντεπίθεση του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Ο τελευταίος απελευθέρωσε την πόλη το 1108. Το 13ο αι. με την εγκαθίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου τα Ιωάννινα ήταν το δεύτερο σημαντικότερο αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας συνέβαλε στην εγκατάσταση στην πόλη επιφανών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη που είχαν διαφύγει λόγω της Άλωσης του 1204 από τους Σταυροφόρους. Από το 1337-1340 ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος με τη βοήθεια του Ιωάννη Καντακουζηνού καταλύουν το Δεσποτάτο της Ηπείρου και τα Ιωάννινα περιέρχονται υπό βυζαντινό έλεγχο. Μέχρι την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1430, παρόλο που η πόλη περιήλθε υπό σέρβικη και ιταλική κατοχή άνθησε οικονομικά και πνευματικά.

Τα Ιωάννινα κατά την Τουρκοκρατία

Η πόλη δεσμεύτηκε το 1430 από τους Οθωμανούς, με σουλτάνο το Σινάν Πασά, με έγγραφη συμφωνία να γίνουν σεβαστά πολλά προνόμια των κατοίκων, κυρίως περιουσιακά και εκκλησιαστικά. Το 1611 ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, πρώην Επίσκοπος Λάρισας, ορίστηκε ως ηγέτης εξέγερσης στην περιοχή. Η εξέγερση όμως καταπνίγηκε από τον Ασλάν Πασά, που ήταν γενίτσαρος ελληνικής καταγωγής. Ο Διονύσιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ως συνέπεια του ξεσηκωμού αυτού ήταν και η κατάργηση των προνομίων. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου καταστράφηκε και οι μοναχοί θανατώθηκαν. Στη θέση του ανεγέρθηκε το 1618 τζαμί αφιερωμένο στον Ασλάν Πασά που κατέπνιξε το κίνημα του Διονύσιου. Από την εποχή εκείνη εγκαταστάθηκαν οικογένειες Τούρκων και Εβραίων στο κάστρο της πόλης. Οι Έλληνες που εδιώχθησαν ίδρυσαν νέους οικισμούς για πρώτη φορά έξω από το κάστρo.

Παρ’ όλη την αναταραχή, η πόλη επανέκαμψε, οι ντόπιοι συνέχισαν τις εμπορικές και χειροτεχνικές τους δραστηριότητες. Οι εμπορικές σχέσεις με σημαντικά κέντρα της Ευρώπης ήταν έντονες, όπου έμποροι από τα Ιωάννινα ίδρυαν εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους. Ταυτόχρονα, διατηρούσαν την επαφή τους με την πατρίδα και χρηματοδοτούσαν την κατασκευή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτοί οι έμποροι υπήρξαν και οι πιο σημαντικοί εθνικοί ευεργέτες.

Τα Ιωάννινα και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Η σημαντικότατη πνευματική και εκπαιδευτική δραστηριότητα την εποχή εκείνη ήταν απόρροια της οικονομικής ευημερίας που η πόλη γνώρισε. Τα Ιωάννινα αποτέλεσαν το σημαντικότερο κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μαζί με την Κωνσταντινούπολη και τα κέντρα του απόδημου Ελληνισμού στη Βιέννη και στο Βουκουρέστι. Οι Γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση. Για παράδειγμα Ιωαννίτες ήταν οι ιδρυτές και των τεσσάρων ελληνικών τυπογραφείων της Βενετίας: του Νικολάου Γλυκύ, Ανδρέα Ιουλιανού, Νικολάου Σάρου και Δημητρίου Θεοδοσίου. Στον 17ο και 18ο αιώνα χτίστηκαν πολλές σχολές: η Επιφανείου, η Μπαλάνειος, η Μαρούτσιος, η Καπλάνειος, η Ζωσιμαία Σχολή και άλλες.

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων

Το 1821, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ στην Κωνσταντινούπολη, ενοχλήθηκε από την συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του Αλή πασά και από πληροφορίες για πιθανή απόσχισή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, διέταξε τον αποκεφαλισμό του για προδοσία ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Δυο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από αξιωματούχους του Σουλτάνου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη θανατική καταδίκη. Στην ακρόπολη του κάστρου, υπάρχουν τα ερείπια του σεραγιού του Αλή Πασά, που καταστράφηκε από τον Οθωμανικό στρατό, το Φετιχιέ τζαμί κτισμένο το 1597, η μαρμάρινη βάση του τάφου του Αλή Πασά, κάποια διασωζώμενα παλιά τουρκικά κτίσματα και κάποια. Σώζεται επίσης ένας πύργος των Νορμανδών που είχε ενσωματωθεί με το σεράϊ του Αλή Πασά. Το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων κτίστηκε το 1918 πάνω στο θησαυροφυλάκιο του Αλή Πασά.

Τα Ιωάννινα ελεύθερα

Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείτο των ελληνικών όπλων.

Στις 11 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.

Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις μονάδες. Στη διήμερη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός είχε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι.

Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5 Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο.

Τα σύγχρονα Ιωάννινα

Στις 25 Μαρτίου του 1944, εκτοπίζεται και εξοντώνεται ο εβραϊκός πληθυσμός των Ιωαννίνων, ο οποίος απαριθμούσε τότε περί τα 2.000 άτομα, με τους σοφούς Χαχάμηδες, με τους εμπόρους και με τον λαό της. Η πόλη ολόκληρη περνά την τραγωδία της Ναζιστικής Γερμανικής Κατοχής, με τις κακουχίες και τους βασανισμούς στα μαρτυρικά υπόγεια της Ζωσιμαίας Σχολής, αλλά και στη συνέχεια, με τη μεταφορά Γιαννιωτών στα απέραντα στρατόπεδα της Γερμανίας, Αυστρίας και Πολωνίας, προκειμένου να εργαστούν στα υπόγεια τούνελ και σε άλλες καταναγκαστικές εργασίες. Πολλοί από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους, τα Ιωάννινα, και όσοι θα γυρίσουν θα γίνουν θύματα του Εμφυλίου που θα ακολουθήσει.

Η πόλη πλέον παίρνει έναν άλλον χαρακτήρα. Ως σύμβολα αυτού του πολυπολιτισμικού παρελθόντος παραμένουν, από τα δεκαεπτά τζαμιά της πόλης, δύο με μιναρέ και δύο άλλα χωρίς μιναρέ, και από τις δύο Συναγωγές, μία εντός του Κάστρου και μία εκτός, η εντός Συναγωγή.

Το 1970 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ενώ τα Ιωάννινα έχουν θέσει υποψηφιότητα για την ανάδειξή τους σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2021.

Το Νησί των Ιωαννίνων

Το Νησί των Ιωαννίνων
Το Νησί των Ιωαννίνων

Το νησάκι της λίμνης Παμβώτιδας (νήσος Ιωαννίνων) είναι ένα από τα δύο κατοικημένα νησιά σε λίμνη στη χώρα (το άλλο είναι ο Άγιος Αχίλλειος Πρεσπών. Σε αυτό βρίσκεται μικρός οικισμός και διάφορα μνημεία και αξιοθέατα, όπως η τελευταία κατοικία του Αλή Πασά. Υπάρχουν επίσης έξι μοναστήρια, το παλιότερο του Αγίου Νικολάου (Ντίλιου) ή Στρατηγοπούλου του 11ου αιώνα, του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών από το 1292 μ.Χ., του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (1506 μ.Χ.), της Ελεούσης (1570 μ.Χ.), του Αγίου Παντελεήμονος (17ου αιώνα) και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1851 μ.Χ.). Στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών δίδαξαν κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο λόγιος  Αλέξιος Σπανός, οι μοναχοί Πρόκλος και Κομνηνός και οι αδελφοί Αψαράδες, Θεοφάνης και Νεκτάριος.

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/24-ipeiros/1005-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-grammaton-kai-ton-texnon

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html