Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

Ο Ανδρέας Κάλβος (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστή απεικόνιση. Η νεοκλασικιστική του παιδεία και η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκαπεντασύλλαβους).

Ο Ανδρέας Κάλβος
Ο Ανδρέας Κάλβος

Ο Βίος του Ανδρέα Κάλβου

Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792  στη Ζάκυνθο από την Ανδριανή Ρουκάνη, καταγόμενη από παλιά αρχοντική οικογένεια της Ζακύνθου, και από τον Τζανέτο Κάλβο, Κερκυραίο μικροαστό. Το 1802 ο πατέρας Κάλβος παίρνει τα δύο παιδιά του, τον Ανδρέα και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο, και εγκαταλείπει τη σύζυγο του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου ήταν από παλαιότερα εγκατεστημένος ο αδελφός του, Βιτσέντσο. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή του Ανδρέα Κάλβου στο Λιβόρνο από το 1802 έως το 1811, όπου απέκτησε στέρεη γνώση της ιταλικής παιδείας και γλώσσας. Για τον πατέρα του Τζανέτο υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ήταν μέλος των μυστικών εταιρειών της εποχής που είχαν πολιτική και απελευθερωτική δράση στην Ιταλία.

Στο Λιβόρνο ο Ανδρέας Κάλβος έγραψε μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου και τύπωσε το καλοκαίρι του 1811 το πρώτο του έργο (Canzone…) αφιερωμένο στον Ναπολέοντα, που αργότερα αποκηρύσσει. Τον ίδιο χρόνο πήγε για λίγους μήνες στην Πίζα, όπου εργάστηκε ως γραμματέας και αμέσως μετά στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας όπου φοίτησε στην Ακαδημία. Το 1812 σημαδεύεται από τη γνωριμία του με τον Ugo Foscolo, ποιητή και λόγιο, ο οποίος θα γίνει δάσκαλος, καθοδηγητής και μυητής του Κάλβου στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα, και στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το 1813 ο Κάλβος, και υπό την σκιά του Foscolo, γράφει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες:  Θηραμένης, Δαναΐδες και Ιππίας. Επιπλέον ολοκληρώνει τέσσερις δραματικούς μονολόγους σύμφωνα με τις νεοκλασικιστικές επιταγές. Ο Foscolo αυτοεξορίζεται στο τέλος του 1813 στη Ζυρίχη για να αποφύγει το αυστριακό καθεστώς. Ο Κάλβος τον ξανασυναντά εκεί το 1816 και την ίδια εποχή πληροφορείται τον θάνατο της μητέρας του. Εν τω μεταξύ έχει συνθέσει στα ιταλικά, από το 1814, την Ode agl’Ionii [Ωδή εις Ιονίους].

Σεπτέμβριο 1816 οι δύο φτάνουν στο Λονδίνο και η αλληλεπίδραση τους εξακολουθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1817, όταν διαλύεται η σχέση τους. Ο Ανδρέας Κάλβος εξασφαλίζει τα προς το ζην παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και σε μικρότερο βαθμό ελληνικών. Μεταξύ 1817 και 1818 μεταφράζει στα νέα ελληνικά το Book of Common Prayer, το βασικό λειτουργικό κείμενο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και επιμελείται φιλολογικά την ιταλική μετάφραση για λογαριασμό του εκδότη Bagster. Η νεοελληνική έκδοση θα κυκλοφορήσει το 1820 και η ιταλική το 1821. Η πολύγλωττος έκδοση, σε οκτώ γλώσσες, θα τυπωθεί το 1821 σε σχήμα 4ο. Στα 1818-19 δίνει διαλέξεις με θέμα τη ορθή προφορά των αρχαίων ελληνικών, οι οποίες προκαλούν αίσθηση. Συντάσσει μια Νεοελληνική Γραμματική, μια Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών σε τέσσερα μέρη (το τρίτο μέρος συνιστούν οι δικές του Danaidi) και ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.

Το Μάιο του 1819, προσχώρησε στο Αγγλικανικό Δόγμα (he had conformed to the Church of England) και παντρεύεται με το αγγλικανικό τυπικό την Τερέζα Τόμας η οποία πεθαίνει (πιθανότατα και η κόρη που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει) ένα χρόνο αργότερα. Συνάπτει ερωτική σχέση με τη μαθήτρια του Σούζαν Ριντού. Τέλη Ιουλίου του 1820 εγκαταλείπει την Αγγλία.

Το 1819 τυπώνει την πρώτη ελληνόφωνη ωδή του, Ελπίς Πατρίδος. Το ποίημα θα ανευρεθεί από τον Λεύκιο Ζαφειρίου σχεδόν 200 χρόνια μετά στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης και θα παρουσιαστεί στον τόμο «Ο Βίος και το Έργο του Ανδρέα Κάλβου» (Μεταίχμιο 2006).

Τον Σεπτέμβριο του 1820 επιστρέφει στη Φλωρεντία με μια μικρής διάρκειας στάση στο Παρίσι. Εμπλέκεται στο κίνημα των Καρμπονάρων, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στις 23 Απριλίου του 1821. Καταφεύγει στη Γενεύη, όπου εργάζεται ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα τον απασχολεί η έκδοση ενός χειρογράφου της Ιλιάδας, που όμως δεν πραγματοποιείται. Συγκλονισμένος και συνεπαρμένος από το ξέσπασμα της επανάστασης, εκδίδει το 1824 στη Γενεύη τη Λύρα, συλλογή 10 ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται στα γαλλικά και βρίσκουν ευμενή υποδοχή. Στις αρχές του 1825 ο Κάλβος μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμη δέκα ωδές σε δίγλωσση έκδοση, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τις Νέες ωδές.

Τέλη Ιουλίου 1826 φτάνει στο Ναύπλιο όπου διαμένει για σύντομο χρονικό διάστημα και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου αναχωρεί για την Κέρκυρα. Μέχρι το 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Ως το 1836, οπότε και επανατοποθετείται στην Ακαδημία, ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα. Το 1841 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες. Με τον Σολωμό, όπως μαρτυρείται, «είχε απλή γνωριμία».

Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου
Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου

Τον Νοέμβριο του 1852 ο Κάλβος αφήνει την Κέρκυρα και επιστρέφει στην Αγγλία. Ένα χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1853  παντρεύεται με τη Charlotte Wadams, στο παρθεναγωγείο της οποίας στο Λάουθ θα διδάσκει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Κάλβος πεθαίνει στις 3 Νοεμβρίου του 1869. Η ταφή του (καθώς και της χήρας του, που πέθανε το 1888) έγινε στο νεκροταφείο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, κοντά στο Λάουθ.

Μετακομιδή των οστών του Ανδρέα Κάλβου

Η σορός του Ανδρέα Κάλβου και της συζύγου παρέμειναν στην Αγγλία για 91 χρόνια. Κατόπιν αιτήσεως της, τότε, ελληνικής κυβέρνησης, που γιόρτασε το 1960 ως «Έτος Κάλβου», έγινε η μετακομιδή των οστών του εθνικού ποιητή από το Λονδίνο στην Αθήνα και εν συνεχεία στη  Ζάκυνθο. Πρεσβευτής στην αγγλική πρωτεύουσα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Στρατιωτικό απόσπασμα απένειμε τιμές στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, την 19η Μαρτίου, ημέρα της μεταφοράς των δύο φερέτρων, ενώπιον συγκεντρωμένου πλήθους και προσωπικοτήτων από τον πνευματικό και πολιτικό κόσμο. Με στρατιωτική συνοδεία τα δύο «μολύβδινα φέρετρα», στα οποία τοποθετήθηκε η ελληνική σημαία, οδηγήθηκαν στο ναό του Αγίου Ελευθερίου στη Μητρόπολη, όπου ετελέσθη τρισάγιο.

Το έργο του Ανδρέα Κάλβου

  • Έργα (αυτοτελείς εκδόσεις )
  1. Canzone…, Λιβόρνο, 1811
  2. Le Danaidi, Λονδίνο, 1818
  3. Ελπίς Πατρίδος, Λονδίνο, 1819
  4. Italian Lessons in four parts, Λονδίνο, 1820 [1818 σε τέσσερα αυτοτελή τεύχη]
  5. Βιβλίον των Δημοσίων προσευχών, Λονδίνο, 1820 (και ανατυπώσεις)
  6. Η Λύρα, Γενεύη, 1824
  7. Odes nouvelles [Νέες ωδές], Παρίσι, 1826
  • Χειρόγραφα και σκόρπια έργα
  1. Ιππίας (τραγωδία) (1813)
  2. Θηραμένης(1813)
  3. Οί Εποχές (Le Stagioni – Giovanni Meli) (1814)
  4. Ωδή εις Ιονίους (Ωδή σε Ionii) (1814)
  5. Απολογία της Αυτοκτονίας (1815)
  6. Σxέδιο Νέων Αρχών καί των Γραμμάτων (1821)
  7. Ερευνα Περί της Φύσεως του Διαφορικού Υπολογισμού (1827)
  8. Χάριτες – αποσπάσματα, Φώσκολος (1846)
  9. Επίκρισις Θεολογική (1840)
  10. Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσης (Γραμματική της Σύγχρονης Γλώσσης Ελλήνων Φυσικών)(1822)
  • Κυριότερες συγκεντρωτικές εκδόσεις
  1. «Ωδαί (Η Λύρα – Λυρικά – Απόσπασμα άτιτλου ποιήματος)», Ωκεανίδα 1997 (Πιστή μετατύπωση των έργων του Ανδρέα Κάλβου, σε επιμέλεια Γιάννη Δάλλα)
  2. «Ωδαί», Ίκαρος 1970, Κριτική Έκδοση: Filippo Maria Pontani
  3. «Η Ιωνιάς», Συνέχεια 1992 (Ανατύπωση και φιλολογική επιμέλεια της σωζόμενης χειρόγραφης μορφής των ποιημάτων της «Λύρας»)
  4. «Το Ψαλτήριον του Δαυίδ μεταφρασθέν υπό Α. Κάλβου του Ζακυνθίου», Ίκαρος 2011
  5. «Ωδαί», Μεταίχμιο 2009, επιμέλεια Δ. Δημηρούλη (αντίστοιχης δομής με την έκδοση της Ωκεανίδας, αλλά με την προσθήκη της νεοευρεθείσας ωδής «Ελπίς Πατρίδος», με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία και στο μονοτονικό· συνοδεύεται από cd με αναγνώσεις ποιημάτων από τον Βασίλη Παπαβασιλείου)
  6. Κάλβος, Α.: Μαθήματα φιλοσοφίας. Πανεπιστημιακές παραδόσεις στην Ιόνιο Ακαδημία, Κέρκυρα 1840-41. Εισαγωγή Παναγής Αλιπράντης, Επιμ. Λίνος Μπενάκης, Προλεγόμενα Ευάγγελος Μουτσόπουλος. ΚΕΕΦ – Ακαδημία Αθηνών, Αθ. 2002

https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Κάλβος

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Μεταξάς (1871-1941)

Ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους  Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.

Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος  Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941. Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του ιταλικού  τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, που του επιδόθηκε από τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Η πράξη αυτή αποκρυσταλλώθηκε συμβολικά στον επίσημο κρατικό λόγο και στη δημόσια ιστορία, καθώς και εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη ως «ΟΧΙ».

Ο Ιωάννης Μεταξάς
Ο Ιωάννης Μεταξάς

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως έπαρχος. Ήταν γιος του Παναγή Μεταξά, ανώτατου κρατικού υπαλλήλου, και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο. Καταγόταν από παρηκμασμένο οικονομικά κλάδο των Αντζουλακάτων της αριστοκρατικής οικογένειας των Μεταξάδων και ήταν εγγονός του Μαρίνου Μεταξά, νομικού και γερουσιαστή, πρώτος ξάδερφος του Μενέλαου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού καθώς και ανιψιός του Αγαμέμνωνα Μεταξά και του Νικολάου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού και πολιτικού. Είχε άλλα δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά, σχετικά νέος, οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο. Μεγάλωσε με σχετική οικονομική άνεση μέχρι και το  1879, οπότε και ο πατέρας του απώλεσε την πολιτική θέση που κατείχε με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στην Κεφαλονιά. Στην Κεφαλονιά περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ενώ δημοτικό παρακολούθησε στο τοπικό σχολείο της Ιθάκης.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Μεταξά

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο  Ναύπλιο, όπου και ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου του. Το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία. Το 1902 αποφοίτησε από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις, δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Σύμφωνα με τα αρχεία της Ακαδημίας για τους αξιωματικούς που φοίτησαν εκεί κατά την ίδια περίοδο, ο Μεταξάς φοίτησε στην ίδια τάξη με τρεις μετέπειτα αρχηγούς του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου (Βίλχελμ Χάιε, Όττο Χάσσε και Γκέοργκ Βέτζελ), τον μετέπειτα Πρώσο υπουργό πολέμου και ιδρυτή της Ράιχσβερ στρατηγό Βάλτερ Ράινχαρντ, τον Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ (μετέπειτα διοικητή των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ενώ φαίνεται ότι στην ίδια τάξη φοιτούσε και ο Νουρεντίν πασάς, μετέπειτα διοικητής του τουρκικού στρατού κατά την Καταστροφή της Σμύρνης. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη  για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α’ Τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β’. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές του με τη βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε «Γιαννάκη». Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος. Στη συνάντηση του προσέφερε την θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.

Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά. Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε. Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Ιωάννης Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε Διοικητής του Επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως Διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά με το Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Ιωάννης Μεταξάς

Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας. Ο μεν Ιωάννης Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος, ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε, λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές, να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού ο Μεταξάς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας φανερά τη διατήρηση της ουδετερότητας. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απομάκρυνση του Δούσμανη, ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου. Στις 17 Φεβρουαρίου, αμέσως μετά την συνάντηση Βενιζέλου και Βασιλιά, ο Μεταξάς ανακοίνωσε την παραίτησή του υποβάλλοντας παράλληλα αίτηση αποστρατείας αλλά και ένα υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί θεωρούσε ότι η επιχείρηση των συμμαχικών δυνάμεων στο στενό των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε.

Όπως διατύπωσε στην εν λόγω επιστολή ο Μεταξάς, μια προσπάθεια κατάληψης εδαφών στην Μικρά Ασία θα ήταν καταδικασμένη εξαρχής, αφού αφενός θα αποδυνάμωνε το στρατιωτικό μέτωπο στα σύνορα με την Βουλγαρία, αφετέρου η αντιμετώπιση του σχεδόν εξ ολοκλήρου τούρκικου πληθυσμού στην ενδοχώρα της θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον έλεγχο των εδαφών. Εκτός αυτού, υποστήριξε πως τα εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας καθώς ήταν πεδινά ήταν ευάλωτα και δεν είχαν κατάλληλα σημεία για άμυνα ενάντια σε μια επίθεση από την ενδοχώρα. Για τον Μεταξά, μοναδική οριστική λύση θα ήταν η απευθείας κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας, που ωστόσο η Ελλάδα δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανή να πετύχει. Μετά την αποχώρησή του ο Μεταξάς φαίνεται ότι προχώρησε στην δημοσίευση ανυπόγραφων άρθρων στην εφημερίδα «Η Νέα Ημέρα Τεργέστης», στην οποία διέρρευσε μέρος των περιεχομένων από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Μικρά Ασία αποικία, γεγονός που προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των μικρασιατικών συλλόγων και του Βενιζέλου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Μεταξάς μαζί με τους Γεώργιο Στρέιτ, Δούσμανη και την Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, διατηρούσαν δε συνεχή επικοινωνία με το Βερολίνο, στο οποίο διοχέτευαν απόρρητα έγγραφα, με αξιωματούχους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα ως Υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύθηκε διάταγμα γενικής αποστράτευσης. Με προσωπική ανάμειξη του ίδιου του Μεταξά αλλά και των μελών του επιτελείου, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι επιστράτων, οι οποίοι στελεχώθηκαν με απόστρατους και αποτέλεσαν την πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα, αριθμώντας 200.000 μέλη. Οι σύνδεσμοι επιστράτων λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τον βασιλικό θεσμό καθ’ όλη τη διάρκεια των γεγονότων του Εθνικού Διχασμού. Στις 12 Αυγούστου 1916 ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ να αποβιβαστεί με 3.000 στρατιώτες στο Φάληρο και να προελάσει προς την Αθήνα, όπου συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τους Επιστράτους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει. Την αποχώρηση των συμμάχων ακολούθησαν διώξεις των Βενιζελικών, οπαδοί των οποίων συνελήφθησαν σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας. Τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί ως «Νοεμβριανά».

Η Εξορία του Ιωάννη Μεταξά

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν  κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα  αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των Κεντρικών Δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.

Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ. Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά, στις οκτώ το βράδυ, οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία. Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων. Παρ’ όλες τις πιέσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Τιττόνι (Tittoni), η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα ή Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο. Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη  Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.

Πολιτική σταδιοδρομία

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.

Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από τη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου. Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δε δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Παρόλα αυτά ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα. Το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο, όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά, η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική  καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για τη ζωή του.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των  Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη. Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε το κίνημα εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Το κίνημα αυτό καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Στην αρχή φάνηκε ότι οι κινηματίες υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο. Τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου και ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του, με νορβηγικό πλοίο από την  Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.

Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποδέχτηκε την νέα πολιτική σκηνή. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί από τους Βενιζελικούς. «Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον βασιλόφρονα πολιτικό κόσμο. Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκίνησε περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Με τη δικτατορία Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε. Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Ως υπουργός ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν αρμόδιος για το ζήτημα της σύμβασης που είχε υπογραφεί επί της δικτατορίας του Πάγκαλου με την εταιρεία ηλεκτρισμού «Πάουερ» με όρους δυσμενείς για το ελληνικό δημόσιο. Η κυβέρνηση της Βρετανίας διαμήνυσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν δεν επικυρωνόταν η σύμβαση δε θα είχε πρόσβαση σε δανειοδότηση από την αγγλική χρηματαγορά. Ως αρμόδιος υπουργός ο Μεταξάς κατάφερε να πείσει τους απρόθυμους βουλευτές να υπερψηφίσουν τη σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδυναμία της Ελλάδας «από απόψεως νομοθετικής» περιοριζόταν «υπό της παντοδυναμίας» των κρατών με τα οποία διατηρούσε σχέσεις. Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανέδειξαν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις  βουλευτικές εκλογές του 1932, στις οποίες το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες. Παρόλα αυτά ο Μεταξάς συμμετείχε στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις «μυθοπλασίες», κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα Καθημερινή. Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα, ενώ ο Μεταξάς 70. Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται η απέχθεια που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι. Προς υπεράσπισή του ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε. Από την άλλη, οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους συμμάχους των Γερμανών ύστερα από την παράδοση του Ρούπελ από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αποδεικνύουν τις όποιες εγγυήσεις ουδετερότητας στην καλύτερη περίπτωση ανεφάρμοστες.

Το 1935 το κόμμα του Μεταξά ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Η απελπισία του ήταν έκδηλη. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά. Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της.

Προς το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Μετά τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνιών κυρίως για το ζήτημα της επανόδου στο στράτευμα των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών του κινήματος του 1935. Με σειρά πρωτοβουλιών του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ κατάφερε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: στις 5 Μαρτίου ο Γεώργιος διόρισε εν αγνοία του πρωθυπουργού υπουργό στρατιωτικών το Μεταξά, θέση στην οποία θα παρέμενε μέχρι το θάνατό του το 1941. Η πολιτική σημασία της πράξης ήταν μεγάλη, καθώς ο Μεταξάς, εκτός από αφοσιωμένος φιλοβασιλικός, ήταν ένας από τους λιγοστούς πολιτικούς που είχαν υποστηρίξει την επιβολή ενός αυταρχικού, μη κοινοβουλευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου και την ίδια ημέρα ο βασιλιάς, δίχως να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς, διόρισε το Μεταξά πρωθυπουργό.

Μετά από νέα αποτυχία των Φιλελευθέρων να έλθουν σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, η κυβέρνηση Μεταξά  εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή στις 27 Απριλίου με 241 ψήφους υπέρ, 4 αποχές και 16 κατά, τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τρεις μέρες αργότερα, η Βουλή με ψήφισμά της διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η οποία δε λειτούργησε ποτέ.

Η πρωτοφανής αυτή παραίτηση του κοινοβουλίου από τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας συνέπεσε με την πολιτική στήριξη που προσέφερε ο παραδοσιακός πολιτικός κόσμος στην αυταρχική και κατασταλτική δράση της κυβέρνησης ενώπιον της πρωτοφανούς έξαρσης των εκδηλώσεων του εργατικού κινήματος την περίοδο αυτή, με αποκορύφωμα την αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου  στη Θεσσαλονίκη. Ο Μεταξάς έσπευσε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, επισείοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης και στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με στενούς συνεργάτες του. Στα μέσα Ιουλίου επήλθε συμφωνία για το αποτακτικό ζήτημα και το σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του αντιβενιζελικού Θεοτόκη και του ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος το ανακοίνωσε στο Γεώργιο. Η συμφωνία θα εφαρμοζόταν με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής. Όμως, στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή εικοσιτετράωρης πανελλαδικής απεργίας, ο Μεταξάς, επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει επ’ αόριστον την ισχύ πολλών διατάξεων του  Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, να διαλύσει τη Βουλή με τη συγκατάθεση του βασιλιά, ο οποίος εξέδωσε δύο παράνομα διατάγματα με τα οποία καταλύθηκε ο κοινοβουλευτισμός και επιβλήθηκε δικτατορία.

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά

Χαρακτήρας και ιδεολογία του καθεστώτος

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά είχε αρκετά εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων, αλλά ουσιαστικά κατατασσόταν από σύγχρονους παρατηρητές ως «απροσδιόριστο» και όχι φιλοφασιστικό καθεστώς. Δημιουργήθηκε η ΕΟΝ, οργάνωση νεολαίας – η συμμετοχή στην οποία αρχικά δεν ήταν υποχρεωτική – στην οποία χρησιμοποιούσαν σκούρες μπλε στολές (αντίστοιχα οι Ιταλοί φασίστες φορούσαν μαύρες στολές), υιοθετήθηκε ο χαιρετισμός δι’ ανατάσεως της δεξιάς χειρός (όπως στη Γερμανία του Χίτλερ). Οι Αδόλφος Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως δεκανείς, ανήλθαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές μέσω των μαζικών πολιτικών κομμάτων που διηύθυναν, δημιούργησαν ομάδες εφόδου που τρομοκρατούσαν τους αντιπάλους τους και ευθύνονται για μεγάλη σειρά πολιτικών δολοφονιών. Ο Μεταξάς επίσης δεν δίσταζε να συνεργαστεί και να χρησιμοποιήσει συλλόγους που υποστήριζαν και εφάρμοζαν δυναμική, βίαιη πολιτική, αλλά τα εργαλεία αυτά τα ενέτασσε σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικής οργάνωσης. Ο αντικοινοβουλευτισμός του Μεταξά δεν συνεπαγόταν τα πληβειοκρατικά στοιχεία του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τα οποία τον απωθούσαν. Επίσης, η ρητορεία των τελευταίων ήταν καθαρά ιμπεριαλιστική, αντιθέτως αυτής του Μεταξά. Ο Μεταξάς δε συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Βρετανία. Η βασική διαφορά του καθεστώτος του Μεταξά με τα φασιστικά ήταν ότι στηριζόταν στη δύναμη του στρατού, ο οποίος αρκείτο στη βεβαιότητα ότι δεν θα επανέλθουν οι βενιζελικοί αξιωματικοί. Παρά το ότι ήταν αντικομμουνιστικό, βίαιο και αντικοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν ήταν και ολοκληρωτικό, αφού δεν επεδίωκε τον γενικό συντονισμό όλης της κοινωνίας.

Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου, και η οποία εμπνεόταν από την ιδεολογία του «Γ΄ Ράιχ» αλλά είχε πιο παραδοσιακά στοιχεία, όπως την θρησκευτική πίστη. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α’) και Βυζαντινού (Β’) Πολιτισμού και να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον “παλαιοκομματισμό” και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Το καθεστώς Μεταξά δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. 

Διώξεις – αντικομμουνισμός

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δικτατορίας ήταν η αστυνομική τρομοκρατία, η οποία στράφηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα κυρίως κατά των κομμουνιστών, αλλά και κατά δημοκρατικών πολιτών. Επίσης και κατά κάποιων συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ιωάννη Μεταξά. Ο Γεώργιος Καφαντάρης σε ανακοίνωση διαμαρτυρίας γράφει «Αι αυθαίρετοι συλλήψεις είναι συνήθη φαινόμενα. Πάμπολλοι είναι οι υποβληθέντες εις μεσαιωνικά μαρτύρια». Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τα συνδικάτα διαλύθηκαν ενώ οι βασανισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο στα αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν τόσο άσχημες που μερικοί πέθαιναν από αρρώστιες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας είναι ότι η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον ίδιο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα πέτυχε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε και πέτυχε να επιβάλει έναν συστηματικό διωγμό του κομμουνιστικού στοιχείου. Την «επιχείρηση» αυτή ανέλαβε ο Υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος με βασανιστήρια, διώξεις και με πιστοποιητικά φρονημάτων επιχείρησε να περιορίσει την επέκτασή του. Ο αιφνιδιασμός του ΚΚΕ και η μη οργανωμένη αντίδραση είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη εξουδετέρωση του πρώτου από τη δικτατορία Μεταξά, όχι όμως και τη διάλυσή του.

Το καθεστώς από την πρώτη κιόλας μέρα έκλεισε τον Ριζοσπάστη και έκανε το πρώτο κύμα συλλήψεων. Τον Σεπτέμβριο του 1936 συνέλαβε και φυλάκισε τον Νίκο Ζαχαριάδη στην Κέρκυρα στην περιβόητη Ακτίνα Θ’. Μέχρι τα μέσα του 1938 συνέλαβε σχεδόν όλη την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις φυλακές της Ακροναυπλίας που λειτούργησαν από την άνοιξη του 1937 φυλάκισε την μεγαλύτερη ομάδα κομμουνιστών, περίπου 600 άτομα. Επίσης εκτόπισε στα μικρά νησιά Αη Στράτη, Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο, Γαύδο και αλλού πολλά στελέχη και μέλη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1939 ελάχιστα μέλη του ΚΚΕ είχαν παραμείνει ασύλληπτα. Το ΚΚΕ ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Το 1939 ο Μανιαδάκης κατασκεύασε την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ με ηγετικά στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στο καθεστώς, όπως ο Μιχάλης Τυρίμος και ο Μανώλης Μανωλέας. Μάλιστα η Προσωρινή Διοίκηση εξέδιδε και δικό της πλαστό Ριζοσπάστη και κατάφερε να συσπειρώσει στους κόλπους της αρκετά μέλη του ΚΚΕ. Παράλληλα, όμως, υπήρχε και η παλιά ηγεσία του ΚΚΕ, η λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή, η οποία εξέδιδε δικό της Ριζοσπάστη.

Στα τέλη του 1939 κατ’ εντολήν του φυλακισμένου Ζαχαριάδη, το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε από την Κέρκυρα για να ξεκαθαρίσει το κόμμα από τους χαφιέδες και να βοηθήσει στην ανασυγκρότησή του. Όμως, μπλέχτηκε στα δίχτυα της Ασφάλειας και εντάχθηκε στην Προσωρινή Διοίκηση με αποτέλεσμα και ο έγκλειστος Ζαχαριάδης να υποστηρίξει την Προσωρινή Διοίκηση σαν την πραγματική καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αλληλοκατηγορίες των δύο καθοδηγήσεων αποπροσανατόλισαν τα μέλη του ΚΚΕ, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου σύγχυση και το τοπίο ξεκαθάρισε προς τα τέλη του 1941, όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ μεσούσης της Κατοχής.

Το κοινωνικό προφίλ του καθεστώτος Μεταξά

Ο τομέας της κοινωνικής πρόνοιας θεωρείται ως ο μοναδικός τομέας που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου παρουσίασε μια συνολική και συνεπή πολιτική με την ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, την καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως την εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία ωστόσο είχε δυνητική αξία, εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια.

Εξωτερική και οικονομική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Για τη διαφορετική νοοτροπία Αγγλίας και Ελλάδας γράφει ο Βρετανός στρατηγός σερ Χ.Μ. Ουίλσον «κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά είχαν υιοθετηθεί ορισμένες ναζιστικές ιδέες. Η νεολαία χαιρετούσε χιτλερικά έως ότου οι Αυστραλοί την εδίδαξαν να χαιρετά με το σύνθημα της νίκης. Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης». Από τη δεκαετία του 1930 η αντιβενιζελική παράταξη στην οποία ανήκε ο Μεταξάς είχε συντονιστεί με την πολιτική των κρατών της δυτικής Ευρώπης στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα της Βρετανίας, θεωρώντας πως ήταν σύμφωνη με την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας ο Μεταξάς σύνηψε συμφωνία με τους Βρετανούς με την οποία άυξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημόσιου χρέους από 30% που προβλεπόταν για την διετία 1935-37 σε 40% ενώ στις αρχές του 1940 αυτό αυξήθηκε κατά 3% ακόμη. Τον Μάρτιο του 1937 δήλωνε με επιστολή του στον πρέσβη της Ελλάδος στο Λονδίνο ότι «οι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί».

Τον Οκτώβριο του 1938 ο Μεταξάς πρότεινε στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά, επιφυλασσόμενη να συνδεθεί με επίσημο τρόπο με ένα καθεστώς που θεωρούσε ότι είχε αβέβαιο μέλλον εξαιτίας της αντιδημοτικότητάς του και υπολογίζοντας ότι μια τέτοια συμμαχία θα αντιμετωπίζονταν ως πρόκληση από την Ιταλία και ίσως προξενούσε ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, την ώρα που η άμυνα της Ελλάδας ήταν ανεπαρκής. Από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη περαιτέρω μέτρων.

Οι Βενιζελικοί θεωρούσαν τον Μεταξά προσκείμενο στην γερμανική πλευρά, ενώ οι βασιλόφρονες θεωρούσαν ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ήταν προσκείμενος περισσότερο στην Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι στον μεσοπόλεμο ο Μεταξάς άλλαξε την πολιτική του γραμμή προς την Βρετανική αυτοκρατορία. Το είχε δηλώσει μάλιστα στην σύσκεψη των στρατηγών (Μάιος 1940) όπως και σε διάφορες συνεντεύξεις του ότι το επαναλαμβανόμενο δόγμα της Ελλάδας ήταν ότι δεν μπορούσε να βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο εκτός εκείνου της Αγγλίας. Η Αγγλία είχε στρατιωτική υπεροχή στην Μεσόγειο και ένας αγγλικός αποκλεισμός θα ήταν το τέλος της οικονομικής ανάπτυξης στη Ελλάδα. Μάλιστα αυτό αποδείχτηκε αργότερα με τον Βρετανικό αποκλεισμό κατά την διάρκεια της κατοχής που προξένησε την λιμοκτονία του Ελληνικού πληθυσμού.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος

Εξώφυλλο εφημερίδας "Έθνος", 28 Οκτωβρίου 1940.
Εξώφυλλο εφημερίδας “Έθνος”, 28 Οκτωβρίου 1940.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή, όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα τον στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ’ άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου». Σύμφωνα με άλλες απόψεις αναγκάστηκε να πει το ΟΧΙ είτε λόγω της πίεσης από τον λαό, είτε λόγο του ότι ήταν αναγκασμένος. Άλλοι τονίζουν πως το ΟΧΙ ήταν προσχηματικό, καθώς ο Μεταξάς ήθελε απλώς να πέσουν μερικές τουφεκιές «για την τιμή των όπλων». Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος τη φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από κάποια ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ ως πλαστό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφασή του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940. Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε «Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών».

Το τέλος του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρρώστησε από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος, η οποία κατέληξε σε παραμυγδαλικό απόστημα με τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκές και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στις 6:00 π.μ.

Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941

«Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ. Οι θεράποντες ιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, Β. Μπένσης, Μ. Γεωργόπουλος, Μ. Μακκάς, Ε. Φωκάς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Χρυσικός, Γ. Καραγιαννόπουλος, Δ. Κομνηνός, Ν. Λωράνδος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Γεωργόπουλος».

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι «καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ» και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη («Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί»).

Επίσης, ο Σπύρος Παξινός Διευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών (1936-1941), το 1942 κατά τη διάρκεια δεξίωσης της Αγγλικής πρεσβείας στο Κάιρο, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη την επιθυμία του να γράψει ένα βιβλίο που θα απεκάλυπτε τα πάντα γύρω από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά και το οποίο θα εξέδιδε μετά τον πόλεμο. Την επόμενη μέρα τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και μεταφέρθηκε στις Συριακές φυλακές στο Άκρον, ως πράκτορας των Γερμανών. Με το τέλος του πολέμου μεταφέρθηκε σε φυλακές στην Ινδία και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, χωρίς να διαλευκανθεί το έγκλημα.

Η προσωπική ζωή του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν παντρεμένος από το 1909 με τη Λέλα Χατζηϊωάννου (1883 – 5-10-1984) με την οποία απέκτησε δύο παιδιά:

  • τη Λουκία Μεταξά, σύζυγο του Γεώργιου Μαντζούφα
  • την Ιωάννα Μεταξά, σύζυγο του καθηγητή ιατρικής και πρύτανη Ευγένιου Φωκά

Κόρη της Ιωάννας Μεταξά είναι η συγγραφέας Ιωάννα Φωκά – Μεταξά, σύζυγος του Αριστομένη Περρωτή, βουλευτή Μεσσηνίας.

Παρ’ ότι ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από οικογένεια μετριότατης οικονομικής κατάστασης, είχε μια πλούσια πνευματική καλλιέργεια και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη μουσική, τη ζωγραφική το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτή την καλλιέργεια φαίνεται ότι την απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και κατά την εξορία του στη Γαλλία και την Ιταλία (1917-1920). Κατά τη διάρκεια που είχε την εξουσία, εξακολουθούσε να παρακολουθεί τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας, όπως μαρτυρεί ο Παντελής Πρεβελάκης, Διευθυντής των Καλών Τεχνών επί καθεστώτος 4ης Αυγούστου. Στη διάρκεια της δικτατορίας δεν επιδίωξε την «στράτευση» καλλιτεχνών για την παραγωγή προπαγανδιστικού έργου, όπως συνέβη σε άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα του μεσοπολέμου. Κράτησε ίσες αποστάσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, απαγορεύοντας μόνο την παραγωγή εκείνων που ήταν ιδεολογικά αντίθετα με το καθεστώς.

Πηγή: www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Μεταξάς

Please follow and like us:
error0

Ο Τσιμαμπούε (1240-1302)

Ο Τσιμαμπούε (Cimabue, Σεπτέμβριος 1240 – 24 Ιανουαρίου 1302), γνωστός επίσης με το πραγματικό του όνομα Τσέννι ντι Πέπο (Τζοβάννι) Τσιμαμπούε (Cenni di Pepo (Giovanni) Cimabue) ή Μπενβενούτο ντι Τζουζέππε (Benvenuto di Giuseppe), ήταν Ιταλός ζωγράφος με καταγωγή από τη Φλωρεντία. Θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν τα ψηφιδωτά που φιλοτέχνησε, ενώ ο ίδιος θεωρείται ως ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε τον Τζιότο του οποίου υπήρξε πιθανά δάσκαλος. Το έργο του έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν μεταγενέστεροι ζωγράφοι, όπως ο Τζιότο και ο Ντούτσιο, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Ο σύγχρονός του Δάντης εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του και τον είχε κατατάξει ανάμεσα στους μείζονες Ιταλούς ζωγράφους της εποχής, όπως έκανε πολύ μεταγενέστερα και ο Τζόρτζιο Βαζάρι.

 Ο Τσιμαμπούε θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική.
Ο Τσιμαμπούε

Ο Βίος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε γεννήθηκε στην Φλωρεντία από ευγενική οικογένεια. Σύμφωνα με την κρίση του πατέρα του αλλά και άλλων το παιδί είχε ένα εξαιρετικά καθαρό μυαλό, γι’ αυτό έπρεπε να σπουδάσει τις επιστήμες. Έτσι, όταν μεγάλωσε το έφερε ο πατέρας του σ’ ένα συγγενή, που δίδασκε γραμματική στις νέες μοναχές στη Santa Maria Novella. Όμως ο νεαρός Τσιμαμπούε, αντί να επιδίδεται στις επιστήμες, περνούσε όλη την ημέρα ζωγραφίζοντας πάνω στα βιβλία και σε άλλα φύλλα χαρτιού ανθρώπους, άλογα, σπίτια και κάθε είδους φαντασίες και σε αυτήν την κλίση του υπήρξε τυχερός. Γιατί οι τότε προύχοντες της πόλης κάλεσαν στην Φλωρεντία μερικούς Έλληνες ζωγράφους, οι οποίοι έπρεπε να αναζωπυρώσουν τη σβησμένη τέχνη, κα αυτοί ιστόρησαν μεταξύ των άλλων και το παρεκκλήσιο των Gondi στη Santa Maria Novella, του οποίου η οροφή και οι τοίχοι έχουν τώρα πια καταστραφεί. Αφού ο Τσιμαμπούε έκανε τα πρώτα του βήματα στην τέχνη που τόσο του άρεσε, άφηνε συχνά τα μαθήματα του και παρακολουθούσε τους ζωγράφους στο έργο τους. Γ’ αυτό πίστεψαν και αυτοί, όπως ο πατέρας του ότι, ότι έχει ταλέντο ζωγράφου και ότι μπορούσε, αν αφιερωνόταν στη ζωγραφική, να ελπίζει σ’ ένα λαμπρό μέλλον. Έτσι τον παρέδωσαν, για μεγάλη του χαρά, σε εκείνους τους καλλιτέχνες, προκειμένου να διδαχθεί την τέχνη τους, και με συνεχή προσπάθεια αλλά και χάρη στο ταλέντο του κατάφερε να ξεπεράσει και αυτούς τους δασκάλους του σε ό,τι αφορά το σχέδιο και το χρώμα. Γιατί αυτοί δεν δούλευαν με βάση το ωραίο, αρχαίο ελληνικό τρόπο, αλλά, όπως το βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα στα έργα τους, με τον χονδροειδή και σκληρό τρόπο της εποχής τους, χωρίς να προσπαθούν στο ελάχιστο για οποιαδήποτε καλυτέρευση.

Η τέχνη του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε τους μιμήθηκε βέβαια, αλλά εξευμένισε και τελειοποίησε την τέχνη τους, έτσι ώστε το όνομα του και τα έργα του τίμησαν την πόλη όπου γεννήθηκε. Αυτό μαρτυρούν πολλές εικόνες που ζωγράφισε στη Φλωρεντία, όπως ο πίνακας μπροστά στο βωμό της Santa Croce. Ύστερα ζωγράφισε πάνω σε χρυσό καμβά, όσο καλύτερα μπορούσε τον Άγιο Φραγκίσκο εκ του φυσικού, κάτι νέο για την εποχή του, και γύρω γύρω ιστορίες από τη ζωή του Αγίου σε είκοσι μικρές εικόνες, γεμάτες από μικρές μορφές πάνω σε χρυσό καμβά. Ανέλαβε ένα μεγάλο πίνακα για τους μοναχούς της Vallombrosa, στο μοναστήρι για της Santa Trinita, στη Φλωρεντία. Κόπιασε πολύ προκειμένου να ανταποκριθεί στη φήμη που είχε αποκτήσει και παρουσίασε καλύτερες επινοήσεις και ωραίες πόζες. Η εικόνα αυτή έδειχνε μια Παναγία με το Βρέφος στην αγκαλιά της και πολλούς αγγέλους τριγύρω που την υμνούσαν, και όλα αυτά πάνω σε χρυσό καμβά. Όταν τελείωσε αυτό το έργο, πήρε από τον ηγούμενο παραγγελία να ζωγραφίσει πάνω σε ξύλο έναν μεγάλο Εσταυρωμένο.

Maestà της Santa Trinita, 1290-1300, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Η Παναγία με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι

Ο Τσιμαμπούε στην Ασίζη

Με αυτά τα έργα απλώθηκε παντού η φήμη του Τσιμαμπούε και έτσι τον κάλεσαν στην Ασίζη, όπου μαζί με μερικούς Έλληνες ζωγράφους ιστόρησε ένα τμήμα της οροφής της Κάτω Εκκλησίας και επάνω στους τοίχους ζωγράφισε την ιστορία του Χριστού και εκείνη του Αγίου Φραγκίσκου, ενώ ξεπέρασε κατά πολύ με την τέχνη του εκείνους τους Έλληνες ζωγράφους. Έτσι πήρε θάρρος. Άρχισε να νωπογραφεί μόνος του την Άνω Εκκλησία και στην κύρια κόγχη, πάνω στο βωμό, σε τέσσερα τμήματα ζωγράφισε σκηνές από το βίο της Θεοτόκου, και μάλιστα την Κοίμηση της, ύστερα την Ανάληψη της και τελικά την Στέψη της με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι. Ζωγράφισε επίσης στα πέντε σταυροθόλια της ίδιας εκκλησίας πολλά ιερά θαύματα.

Maestà της Ασσίζης, νωπογραφία, 1288, Ασσίζη, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου
Maestà της Ασσίζης, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου

Όταν τελείωσε η οροφή, ζωγράφισε, στην αριστερή πλευρά της εκκλησίας, το επάνω τμήμα του τοίχου σε φρέσκο. Αυτό το πολύ μεγάλο, πλούσιο και πραγματικά εξαίρετο έργο πρέπει να εντυπωσίασε τους πάντες εκείνη την εποχή, ύστερα από τον λήθαργο της τέχνης. Επιστρέφοντας στη Φλωρεντία ο καλλιτέχνης ζωγράφισε στο Chiostro (αυλή με κιονοστοιχίες) του μοναστηριού Santo Spirito -όπου η μια πλευρά της εκκλησίας ήταν ζωγραφισμένη με τον ελληνικό τρόπο- τρία τόξα με θέματα από τη ζωή του Χριστού, τα οποία είναι αναμφίβολα πολύ ωραία δοσμένα.

Για την εκκλησία Santa Maria Novella ζωγράφισε την εικόνα της Παναγίας, η οποία είχε τοποθετηθεί μεταξύ του παρεκκλησίου των Ruccellai και εκείνο των Bardi da Vernio. Αυτό το έργο έχει μεγαλύτερο μέγεθος από οποιοδήποτε άλλο παλαιότερο, και μερικοί άγγελοι που περιβάλλουν τη Θεοτόκο δείχνουν πως ο Τσιμαμπούε δούλευε ακόμη κατά τον ελληνικό τρόπο, αν και με τα περιγράμματα αλλά και με τη μέθοδο πλησίαζε περισσότερο προς τη νεότερη τεχνοτροπία. Ως τότε δεν είχε δει κανείς κάτι καλύτερο και γι’ αυτό η εικόνα αυτή ξε σήκωσε τόσο θαυμασμό, ώστε μεταφέρθηκε με εορταστική πομπή από το σπίτι του Τσιμαμπούε στην εκκλησία με πολλή μεγαλοπρέπεια και με μουσική από τρομπέτες, ενώ ο ίδιος ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα για την προσπάθεια του αυτή.

Το τέλος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε έφυγε από αυτόν τον κόσμο στα 62 του, αφού ανάστησε στην κυριολεξία τη ζωγραφική. Θάφτηκε στη Santa Maria del Fiore και στον τάφο του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«Credidit ut Cimabos picturae castra tenere, Sic tenuit vivens, nunc tenet astra poli».

«Όπως πίστευε ο Τσιμαμπούε ότι κρατά τα κάστρα της ζωγραφικής, έτσι τα κρατούσε ζωντανά. Τώρα κρατά τα άστρα του ουρανού».

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Please follow and like us:
error0

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (1412-1492)

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (Piero della Francesca, 1412 – 12 Οκτωβρίου 1492) ήταν Ιταλός ζωγράφος της πρώιμης Αναγέννησης. Ήταν επίσης γνωστός στους συγχρόνους του και ως μαθηματικός-γεωμέτρης. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από την ηρεμία των χρωμάτων της και τις γεωμετρικές φόρμες, ειδικά ως προς την προοπτική της. Η επίδρασή του σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες, όπως ο Λούκα Σινιορέλλι και Πιέτρο Περουτζίνο, είναι εμφανής.

O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα
O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Βίος του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, γνωστός στους συγχρόνους του ως Πιέρο ντι Μπενεντέττο ντε’ Φραντσέσκι (Piero di Benedetto de’ Franceschi) γεννήθηκε στο Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο (Borgo San Sepolcro) (σημερινό Σανσεπόλκρο), μια κωμόπολη κοντά στο Αρέτσο της Τοσκάνης. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν έχει γίνει δυνατό να καθοριστεί, γι’ αυτό διάφορες πηγές δίνουν έτη γεννήσεως κυμαινόμενα από το 1412 έως το 1422. Ο πατέρας του, Μπενεντέττο, ήταν έμπορος δερμάτων και μαλλιού, η μητέρα του, Ρομάνα, ήταν κόρη του Ρέντσο ντι Κάρλο ντα Μοντέρκι (Renzo di Carlo da Monterchi) από το παρακείμενο χωριό Μοντέρκι, επίσης εμπόρου μαλλιού. Πιστεύεται ότι οι γονείς του παντρεύτηκαν γύρω στα 1416, αν και δεν βρέθηκε κάποιο πιστοποιητικό γάμου στα αρχεία, αλλά βρέθηκε το προικοσύμφωνό τους με αυτή τη χρονολογία. Βασισμένος σε αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Πιέρο ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, ο ιστορικός Τζέιμς Μπεκ (James Beck) δίνει ως πιθανότερη χρονολογία γέννησης τον Ιούνιο του 1420.

Ο Πιέρο πιθανότατα έμαθε την τέχνη της ζωγραφικής από κάποιον από τους καλλιτέχνες της σχολής της Σιένα, που εργάζονταν εκείνη την εποχή στην πόλη του και εργάστηκε στο Σανσεπόλκρο ως βοηθός του ζωγράφου Αντόνιο ντ’ Ανγκιάρι (Antonio d’Anghiari), ο οποίος, καταγόμενος από το παρακείμενο ομώνυμο χωριό είχε εγκατασταθεί στο Σανσεπόλκρο προκειμένου να εκτελέσει κάποια παραγγελία. Το 1439 εργάστηκε μαζί με τον Ντομένικο Βενετσιάνο (Domenico Veneziano) σε νωπογραφίες στην παρακείμενη εκκλησία Sant’ Egidio του Νοσοκομείου Santa Maria Nuova της Φλωρεντίας. Η εργασία του Βενετσιάνο, ιδιαίτερα στην κατανομή του χώρου, επηρέασε τον νεαρό Πιέρο. Εργάστηκε σε πολλές πόλεις της Κεντρικής Ιταλίας, όπως Ρώμη,  Φερράρα, Πέζαρο, Ανκόνα, Αρέτσο,  Ρίμινι, Ουρμπίνο  και Περούτζια,  αλλά δεν έχασε την επαφή του με τη γενέτειρά του, την οποία απεικόνισε σε ορισμένα έργα του, όπως «Η Βάπτιση του Χριστού», ενώ οι λόφοι της απεικονίζονται και στη «Γέννηση». Με τις περιπλανήσεις του αυτές γνώρισε αρκετούς συναδέλφους του, μεταξύ των οποίων και τον Φρα Αντζέλικο, ο οποίος τον συνέστησε σε πολλούς διάσημους ζωγράφους της εποχής, όπως ο Μαζάτσιο και ο Μπρουνελλέσκι.

Η Βάπτιση, 1448-1450, Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη
Η Βάπτιση του Χριστού

Το 1442 ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα επέστρεψε στη γενέτειρά του, η οποία εκείνη την εποχή πέρασε στην επικυριαρχία της Φλωρεντίας. Εκείνη την περίοδο (1445) έλαβε παραγγελία να ζωγραφίσει το «Πολύπτυχο του Ελέους» (Polittico della Misericordia). Στη συνέχεια μετέβη στην Ανκόνα (1450) και από εκεί στο Λορέτο, όπου έλαβε παραγγελία για μια νωπογραφία, όπως αναγράφει ο Βαζάρι, για το σκευοφυλάκιο του ναού της Παναγίας. Φαίνεται ότι η παραγγελία έμεινε ημιτελής, καθώς ο Πιέρο έφυγε από το Λορέτο λόγω επιδημίας πανώλους που ενέσκηψε εκείνη την εποχή στην περιοχή. Πήγε στο Αρέτσο, όπου το 1452 άρχισε να εικονογραφεί το χοροστάσιο του ιερού ναού του Αγίου Φραγκίσκου με εικόνες (χωρίς χρονολογική σειρά) βασισμένες στον θρύλο του Τιμίου Σταυρού (La Legenda della vera Croce), τις οποίες ολοκλήρωσε το 1466. Στις νωπογραφίες αυτές φαίνεται η γνώση του και επιμέλειά του στην προοπτική καθώς και στη χρήση των χρωμάτων, παράλληλα με τη γεωμετρική αρμονία και την ικανότητα στη σύνθεση των εικόνων του.

Πολύπτυχο του Ελέους, (Polittico della Misericordia)
Πολύπτυχο του Ελέους

Το 1455 ο Πιέρο βρίσκεται στην αυλή του Πάπα Νικολάου Ε’, όπου ζωγράφιζε νωπογραφίες στο Ανάκτορο του Βατικανού, παραμένοντας εκεί και υπό τον Πάπα Πίο Β’. Δυστυχώς, οι νωπογραφίες αυτές καταστράφηκαν, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος για αντίστοιχες νωπογραφίες του Ραφαήλ. Την εποχή αυτή συναντήθηκε με τον αρχιτέκτονα Φραντσέσκο ντελ Μπόργκο (Francesco del Borgo), ο οποίος είχε αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας Santa Maria Maggiore. Ο ντελ Μπόργκο ήταν γνωστός και ως μαθηματικός, και αντάλλασσε με τον Πιέρο απόψεις σχετικές με τα μαθηματικά. Ο Πιέρο διακόσμησε εκεί το παρεκκλήσιο του Αγίου Μιχαήλ.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ο Πιέρο έζησε στη γενέτειρά του, όπου εκτέλεσε διάφορες παραγγελίες για λογαριασμό των τοπικών εκκλησιών. Κανένα από τα έργα του αυτά δεν σώζεται. Το 1480 ο Πιέρο ονομάστηκε επικεφαλής της Confraternita di San Bartolomeo και ζωγράφισε τη «Γέννηση» (σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου) και τη «Μαντόνα» στην εκκλησία Santa Maria delle Grazie στη Σενιγκάλια (Senigallia). Τέλος, ζωγράφισε την Αγία Τράπεζα στην Περούτζια, ένα έργο που χαρακτηρίζεται αδέξιο, τη «Θεοτόκο με το Βρέφος και τους Αγίους».

Madonna di Senigallia, μεταξύ 1470 και 1485, Ουρμπίνο, Galleria Nazionale delle Marche
Madonna di Senigallia

Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του ο Πιέρο ασχολήθηκε με άλλα θέματα πλην της ζωγραφικής. Μεταξύ 1474 και 1482 συνέγραψε το έργο De prospectiva pingendi (Περί της προοπτικής στη ζωγραφική), στα χνάρια του Ευκλείδη και του Αλμπέρτι. Το πρωτότυπο κείμενο φυλάσσεται σήμερα στην Biblioteca Palatina στην Πάρμα, είναι χειρόγραφο γραμμένο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αφιερωμένο στον προστάτη του Δούκα Guidobaldo da Montefeltro και εικονογραφημένο με σχέδιά του επί γεωμετρικών, προοπτικών και αναλογικών μελετών. Ακολούθησε δεύτερο έργο, De quinque corporibus regularibus (Περί των πέντε κανονικών σωμάτων), στο οποίο ασχολείται με την ιδέα της τέλειας προοπτικής, βασισμένο στις ιδέες του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Το χειρόγραφο, εικονογραφημένο από τον καλλιτέχνη, φυλάσσεται σήμερα στη Φλωρεντία. Η άποψη του Βαζάρι ότι ο καλλιτέχνης είχε τυφλωθεί λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθώς το δεύτερο χειρόγραφό του ολοκληρώθηκε το 1485.

Ο Πιέρο απεβίωσε στο σπίτι του στο Σανσεπόλκρο το 1492. Πέντε χρόνια νωρίτερα είχε συντάξει διαθήκη, με την οποία άφηνε τα υπάρχοντά του στην οικογένειά του και στην Εκκλησία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πιέρο_ντέλλα_Φραντσέσκα

Please follow and like us:
error0

«Αινειάδα»

Βιργίλιος
Βιργίλιος

Τραγουδάω τα όπλα και τον άνδρα, που πρόσφυγας σαν αρχηγός απ’ τις ακτές της Τροίας σύμφωνα με τη μοίρα ήρθε στην Ιταλία και μάλιστα στ’ ακρογιάλια του Λαβινίου, αφού ταλαιπωρήθηκε πολύ εκείνος και στη στεριά και το πέλαγος από τη δύναμη των θεών για τη μνησίκακη οργή της εξαγριωμένης Ήρας, κι αφού ακόμα έπαθε πολλά στον πόλεμο, ώσπου να χτίσει την πόλη και να βάλει τους θεούς μέσα στο Λάτιο, από όπου το έθνος των Λατίνων και οι Αλβανοί πρόγονοι και τα τείχη της υψηλής Ρώμης. Μούσα, θύμισε μου τις αιτίες, ποιο θεϊκό θέλημα παραμελήθηκε ή από τι λυπημένη η βασίλισσα των θεών έσπρωξε τον ξακουστό για τη ευσέβεια του άνδρα να μπει σε τόσες συμφορές, τόσους κινδύνους να αναλάβει. Να υπάρχει τάχα τόση μεγάλη οργή στις ψυχές των επουρανίων;

Ήταν μια πόλη αρχαία (την κατείχαν Τύριοι άποικοι), η Καρχηδόνα, μακριά απέναντι από την Ιταλία και τις εκβολές του Τίβερη, πλούσια σε αγαθά και τραχύτατη στις ασχολίες του πολέμου, αυτή μόνο απ’ όλες τις μεγάλες χώρες λένε πως περιποιήθηκε η Ήρα, αφού έβαλε σε δεύτερη μοίρα τη Σάμο.

Εκεί ήταν τα όπλα της, εκεί το άρμα της υπήρχε, αυτήν πλέον από τότε η θεά και προσπαθεί και την ευνοεί να γίνει βασίλειο για τα έθνη, αν κάπως οι μοίρες το επιτρέψουν.

Αλλ’ όμως είχε ακούσει να λένε, ότι θα βγει γόνος από το αίμα το τρωικό, που θα ανατρέψει κάποτε τις τυριακές ακροπόλεις και ότι από αυτόν θα προέλθει λαός με πλατιά εξουσία περήφανος από τον πόλεμο για εξαφάνιση της Λιβύης. Έτσι όρισαν οι μοίρες.

Αυτό το φόβο έχοντας η Κρονία και θυμούμενη τον παλιό τον πόλεμο, που πρώτη αυτή είχε κάμει κοντά στην Τροία για τους αγαπητούς της Αργίτες – γιατί ακόμα δεν είχαν σβήσει απ’ την ψυχή της οι αιτίες της οργής και οι σκληροί πόνοι, παραμένει απωθημένη στο βάθος του νου η κρίση του Πάρη και η αδικία για την καταφρονημένη ομορφιά και το μισητό γένος των Τρώων και οι τιμές του αρπαγμένου Γανυμήδη.

Αναμμένη απ’ αυτά η Ήρα τους ταλαιπωρημένους επάνω σ’ όλο το πέλαγος Τρώες, τα λείψανα των Δαναών και του σκληρού Αχιλλέα, απομάκρυνε μακριά από το Λάτιο, που για πολλά χρόνια συρμένοι από τη μοίρα πλανιόταν σ’ όλες τις θάλασσες. Τόσο πολύ δύσκολο ήταν να χτιστεί το Ρωμαϊκό έθνος!…

Πηγή: Αινείας, Βιργίλιος, https://www.papadimasbooks.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Βιργίλιος (70π.Χ.-19π.Χ.)

Ο Βιργίλιος, πλήρες όνομα Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 15 Οκτωβρίου 70 π.Χ. – 21 Σεπτεμβρίου 19 π.Χ.), ήταν αρχαίος Ρωμαίος ποιητής της περιόδου του Οκταβιανού Αύγουστου. Το σημαντικότερο ίσως έργο του, η Αινειάδα, θεωρείται το σπουδαιότερο  έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων
Βιργίλιος

Ο Βίος του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος γεννήθηκε στις ειδούς του Οκτωβρίου του 684 έτους από κτίσεως Ρώμης, ήτοι στις 15 Οκτωβρίου 70π.Χ., σε ένα χωριό κοντά στη Μάντουα, που βρισκόταν στις Άνδεις. Ο πατέρας του ήταν ένα φτωχός μεροκαματιάρης, ο οποίος μετά το γάμο του με τη Μάγια Πώλλα, κόρη δημόσιου κλητήρα και μητέρα του Βιργίλιου, έλαβε ως προίκα κάποια περιουσία, την οποία εκμεταλλεύτηκε, αγοράζοντας κάποια δασική έκταση. Οπότε ο πρώην μεροκαματιάρης εξελίχθηκε σε ανεξάρτητο επιχειρηματία μικρών εκμεταλλεύσεων, όπως ήταν η μελισσοκομία και η κεραμική. Για αδέλφια του το μόνο που ξέρουμε είναι ότι είχε δύο αδελφούς οι οποίοι πέθαναν σε παιδική ηλικία.

Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του Βιργίλιου δε θα γνωρίζαμε τίποτα αν δεν ήταν γνωστή η εποχή στην οποία έτυχε να ζήσει. Ο ίδιος ο ποιητής ήταν βαθύτατα ευγνώμων προς τον πατέρα του, ο οποίος παρά την κατώτερη οικονομική και κοινωνική του θέση φρόντισε ώστε να βοηθήσει το γιο του να λάβει την καλύτερη μόρφωση για την εποχή του. Ο Βιργίλιος δώδεκα ετών βρίσκεται στην Κρεμώνα, όπου διδάσκεται τα στοιχειώδη γράμματα. Στα δεκαέξι στάλθηκε στο Μιλάνο για ευρύτερες σπουδές. Εκεί ασκήθηκε στην Ελληνική και τη Λατινική Φιλολογία και απέκτησε κιόλας σπουδαία φήμη ως ευμαθής, επιμελής και πολυμαθής.

Το 52π.Χ. ο Βιργίλιος πήγε στη Ρώμη για ανώτερες σπουδές, κυρίως στη Ρητορική, Ιατρική και Φιλοσοφία. Εν τω μεταξύ είχε ντυθεί την ανδρική τήβεννο, το οποίο σημαίνει ότι ο πατέρας του κέρδιζε αρκετά, ώστε να έχει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη και κατ’ επέκταση να το μεταβιβάσει και στο γιο του. Αυτό το δικαίωμα διαφαίνεται και από τη φιλοδοξία του να αναδειχθεί ως πολιτικός άνδρας, προοπτική που του επέτρεπε ή πιθανώς και να του επέβαλλε η κοινωνικοοικονομική του θέση ανάμεσα στους αριστοκράτες συμπολίτες του στη Μάντουα. Αλλά δυστυχώς ο Βιργίλιος δεν επέδειξε σπουδαίες ικανότητες σχετικά με τη Ρητορική, για τις οποίες άλλωστε και ο ίδιος πείστηκε νωρίς, ύστερα από κάποιες ανεπιτυχείς δημόσιες εμφανίσεις του, και γι’ αυτό εγκατέλειψε τη Ρητορική και μαζί και τη φιλοδοξία για την ανάδειξη του στο στίβο της πολιτικής. Ωστόσο η προτίμηση του Βιργιλίου να σπουδάσει τις επιστήμες αυτές αποδείχνει και το ενδιαφέρον του να αποκτήσει την όσο γινόταν στέρεα και αληθινή μόρφωση.

Ο Βιργίλιος είχε την σφοδρή επιθυμία να ταξιδέψει στην Αθήνα όπου σκόπευε να ασχοληθεί με τη Φιλοσοφία. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρώμη κατά τα έτη 25-22π.Χ. δεν του το επέτρεψε, παρά το έτος 19π.Χ. Κατά μια επίσκεψη του στα Μέγαρα του παρουσιάσθηκε υψηλός πυρετός. Εκείνη την εποχή περνούσε από την Αθήνα ο Αύγουστος προερχόμενος από την Ανατολή και πηγαίνοντας στη Ρώμη. έτσι δείχνοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την υγεία και τη ζωή του ποιητή τον ανάγκασε να τον συνοδέψει πίσω στη Ρώμη. Βγαίνοντας όμως στο Βρινδήσιο η κατάσταση της υγείας του ποιητή είχε τόσο επιδεινωθεί, ώστε εκείνος υπέκυψε στις 21 Σεπτεμβρίου του 19π.Χ. Τάφηκε στη Νεάπολη.

Το έργο του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος αφού εγκατέλειψε τη Ρητορική επιδόθηκε στην Ποίηση. Ήδη από την εφηβική του ηλικία έγιναν ευρύτερα γνωστά σπουδαία ποιήματα του. Το πρώτο του ποίημα αναφερόταν σε κάποιο περιπλανώμενο ληστή ονόματι Βαλλίστα . Ακολουθεί μια μακρά σειρά ποιημάτων, αναφέρονται τα: Καταλεπτόν, Πριάπεια, Επιγράμμματα, Σκληρές, Κείρις, Κουνούπι, ως πρωτόλεια του ποιητή. Τα περισσότερα από αυτά συμπεριελήφθησαν στη συλλογή του με τίτλο Appendix Vergiliana. Ακόμη έγραψε τα Βουκολικά ή Εκλογές, τα Γεωργικά, την Αινειάδα. Η Αινειάδα είναι το σημαντικότερο έργο του ποιητή. Είναι το έπος του ρωμαϊκού πολιτισμού. Από το έτος 30 μέχρι το 19π.Χ., ένδεκα ολόκληρα χρόνια, ο ποιητής είναι καταπιασμένος συνέχεια με τη σύνθεση του έπους του Αινεία.

Ο Αινείας ήταν ήρωας της Τροίας. Επικεφαλής των Τρώων φυγάδων, μετά τον Τρωικό πόλεμο έφυγαν από την Τροία και αναζήτησαν αλλού πατρίδα. Μετά από πολλές περιπλανήσεις και περιπέτειες έφτασαν στο αρχαίο Λάτιο και εκεί εγκαταστάθηκαν ιδρύοντας μια νέα Τροία, τη Ρώμη. Με αυτό το έπος ο Βιργίλιος κυνήγησε πολλούς σκοπούς: Αρχικά ήθελε να δώσει στους Ρωμαίους το δικό τους έπος της φυλής τους, όπως οι Έλληνες τα Ομηρικά Έπη. Ύστερα ήθελα να υμνήσει τη Ρώμη, που ξεκινώντας από το ασήμαντο Λάτιο θέριεψε και αναδείχτηκε κοσμοκράτειρα δύναμη. Τέλος, με την Αινειάδα ζήτησε να κωδικοποιήσει όλες τις θρησκευτικές πίστεις και δοξασίες, που ήταν καθαρά ρωμαϊκές.

Ο χαρακτηρισμός του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος ως άνθρωπος ήταν ειλικρινής προς όλους και ιδιαίτερα απέναντι στους φίλους του, ήταν αγαθός, τρυφερός και αγνός. Απέφευγε τις κοινωνικές επιδείξεις, ήταν ταπεινός και διατήρησε μέχρι το θάνατό του την αγροτική αφέλεια της παιδικής του ηλικίας. Είχε λευκή την παιδική του ψυχή. Είχε σταθερή και λεπτότατη ευαισθησία, η δε ευσυνειδησία του σχετικά με την καλλιτεχνική του εργασία ήταν σύστοιχη με την ποιητική του μεγαλοφυία. Διακατεχόταν από ανειρήνευτο πάθος τελειομορφίας για τα προϊόντα της ποίησης του.

Η αγάπη του προς τη φιλοσοφία, η τρυφερή και πολύ ευαίσθητη καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία μαρτυρούν τύπο εσωστρεφή και μυστικοπαθή. ίσως σ’ αυτό οφείλεται και η προτίμηση του να διαμένει μόνιμα στην Ιταλία ή στη Σικελία, γιατί το κλίμα στις περιοχές αυτές είναι ευνοϊκό για την ιδιοσυγκρασία του ποιητή, ο οποίος ήταν λιτοδίαιτος, φυματικός, στομαχικός και συχνά έπασχε από πονοκέφαλο και φλεγμονές του λαιμού. Η δειλία του μπροστά στο κοινό και η έλλειψη ευφράδειας δεν οφειλόταν σε φυγανθρωπία ή μισανθρωπία, αλλά στο ότι ήταν τύπος δημιουργού, ο οποίος μέσα τη γόνιμη σιγαλή απομόνωση του πάσχει για το -από ιδανική άποψη- τέλειο.

Πηγή: https://www.papadimasbooks.gr

Please follow and like us:
error0

Πάπυροι και Βεζούβιος

Ερευνητές αναπτύσσουν μια νέα μέθοδο, η οποία συνδυάζει την ισχυρή ακτινοβολία ακτίνων-Χ του συγχρότρου με την τεχνητή νοημοσύνη, αισιοδοξώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουν να «ξετυλίξουν» ψηφιακά εύθραυστους παπύρους της συλλογής του Ηρακλείου Καμπανίας (Herculaneum scrolls), που είχαν θαφτεί και απανθρακωθεί κατά τη φονική έκρηξη του Βεζούβιο το 79 π.Χ., η οποία κατέστρεψε τις πόλεις Πομπηία και Ηράκλειο (Ερκουλάνουμ). Το κείμενο δεν έχει διαβαστεί ακόμη, αλλά υπάρχουν ελπίδες ότι αυτό μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Πάπυροι
Πάπυροι

Δύο πάπυροι, που έως τώρα ποτέ δεν έχουν ανοιχτεί και διατηρούνται στο Ινστιτούτο της Γαλλίας στο Παρίσι, καθώς και άλλα τέσσερα τεμάχια παπύρων της αρχαίας βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, που είχε έλθει στο φως στα μέσα του 18ου αιώνα στη διάρκεια ανασκαφών σε μια αρχαία ρωμαϊκή βίλα, εξετάστηκαν και σαρώθηκαν στις εγκαταστάσεις του συγχρότρου Diamond Light Source στην Οξφόρδη της Βρετανίας, από έναν επιταχυντή σωματιδίων που παράγει φωτεινή ακτινοβολία πολλές φορές ισχυρότερη και από τον Ήλιο.

Οι ερευνητές, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς και τη «Γκάρντιαν», ελπίζουν ότι, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (ενός υπό ανάπτυξη νέου ειδικού αλγόριθμου μηχανικής μάθησης), θα μπορέσουν να αποκωδικοποιήσουν το κείμενο των παπύρων, το οποίο αναμένεται να είναι είτε ελληνικό είτε λατινικό.

Οι ψηφιακές εικόνες των παπύρων που δημιουργήθηκαν από το σύγχροτρο, θα αναλυθούν στη συνέχεια από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Κεντάκι στις ΗΠΑ, με επικεφαλής τον καθηγητή επιστήμης των υπολογιστών Μπρεντ Σιλς. Προς το παρόν, οι επιστήμονες «εκπαιδεύουν» τον αλγόριθμο τους για να μπορεί να διαβάσει τα γράμματα των παπύρων, μια διαδικασία που θα πάρει μήνες. 

Η ομάδα του Σιλς είχε προηγουμένως «ξετυλίξει» ψηφιακά μια εβραϊκή περγαμηνή ηλικίας 1.700 ετών, που είχε βρεθεί σε μια συναγωγή στο Ισραήλ, αποκαλύπτοντας ότι περιείχε κείμενο από το Λευιτικό.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/1045346/article/epikairothta/episthmh/arxaia-kamena-xeirografa-apo-ton-vezoyvio-mporei-na-diavastoyn-3ana-me-th-voh8eia-ths-texnologias

Please follow and like us:
error0

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος (86π.Χ.-35π.Χ)

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος (Gaius Sallustius Crispus, 1 Οκτωβρίου 86 π.Χ. – 13 Μαΐου 35 ή 34 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος ιστορικός και πολιτικός από ιταλική πληβεία οικογένεια. Γεννήθηκε στη χώρα των Σαβίνων (δίπλα στον ποταμό Τίβερη) και ήταν αντίπαλος της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος ήταν Ρωμαίος ιστορικός και πολιτικός από ιταλική πληβεία οικογένεια και  ήταν αντίπαλος της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

Τα πρώτα χρόνια του Σαλλούστιου

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος γεννήθηκε στο Αμίτερνο, πόλη της γης των Σαβίνων σε απόσταση 90 περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Ρώμης. και πέθανε στις 131 Μαρτίου του 35 ή ο 34π.Χ. Για την οικογένεια και τη ζωή του έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες. Επειδή εξελέγη δήμαρχος εικάζεται ότι καταγόταν από οικογένεια πληβείων. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο – το αξίωμα του δημάρχου μπορεί απλά να υποδηλώνει τον πολιτικό προσανατολισμό του Σαλλούστιου – και υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η οικογένεια του ιστορικού ανήκε στην τάξη των ιππέων ή τουλάχιστον είχε περιουσία της τάξεως των ιππέων. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Σαλλούστιος μετά τα πρώτα γράμματα, που έμαθε στην πατρίδα του, είχε τη ευχέρεια να μεταβεί στην Ρώμη για ανώτερες σπουδές, όπως συνήθιζαν οι νέοι των καλών και εύπορων οικογενειών. Άλλωστε η οικογένεια του διέθετε σπίτι στην πρωτεύουσα. Στις ανώτερες σπουδές του Σαλλούστιου συμπεριλαμβάνονταν και η γραμματική-λογοτεχνία και η ρητορική, ο ίδιος δε ομολογεί την ιδιαίτερη κλίση του στην ιστορία.

Πολιτική σταδιοδρομία του Γάιου Σαλλούστιου Κρίσπου

Αλλά η πολυτέλεια, η απληστία και η διαφθορά μέσα στην οποία κλυδωνιζόταν η νεολαία της εποχής του, δεν άφησαν ανεπηρέαστο και τον Σαλλούστιο, ο οποίος προσανατολίστηκε προς την πολιτική ως μέσο όχι μόνο ικανοποιήσεως της προδωπικής του φιλοδοξίας αλλά και εξασφάλισης πόρων για μια ανώτερη και πολυτελή διαβίωση.

Σε ηλικία περίπου 30 ετών, δηλαδή με τη συμπλήρωση του κατώτατου ορίου ηλικίας που απαιτούσε ο νόμος, εξελέγη ταμίας. Το 52 π.Χ. ο Σαλλούστιος διετέλεσε δήμαρχος και από τη θέση αυτή εκδηλώνεται σαφέστατα υπέρ του Καίσαρος και του «δημοκρατικού» κόμματος και αντιτίθεται με σφοδρότητα στον Κικέρωνα και το συντηρητικό κόμμα.

Ο Καίσαρας αμείβοντας τις υπηρεσίες του Σαλλούστιου και θέλοντας να του δώσει μια ευκαιρία να εφαρμόσει ο ίδιος τις αρχές και τις συμβουλές του, τον διόρισε διοικητή με τον τίτλο του ανθυπάτου, της νεοϊδρυθείσης επαρχίας της Νέας Αφρικής. Ο Σαλλούστιος ως διοικητής δεν απέφυγε τον πειρασμό να ιδιοποιηθεί πολλούς θησαυρούς του πρώην βασιλείου και πλουτίσει υπέρμετρα εις βάρος των διοικουμένων. Γι’ αυτό όταν το 45 π.Χ. όταν επανήλθε στη Ρώμη, κατηγορήθηκε για παράνομο πλουτισμό και κάκωση της επαρχίας. Με παρέμβαση όμως του πανίσχυρου Καίσαρα απέφυγε τη δίκη και την επαπειλούμενη καταδίκη.

Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44π.Χ.) ο Σαλλούστιος απογοητευμένος αποσύρεται από την πολιτική.

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος στρατιωτικός

Με την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Καίσαρος και Πομπηίου, ο Καίσαρας χρησιμοποίησε τον Σαλλούστιο σε διάφορες στρατιωτικές αποστολές. Στην πρώτη από αυτές εναντίον των Πομπηιανών στην Ιλλυρία ο Σαλλούστιος νικήθηκε. Το 47 ο Σαλλούστιος στάλθηκε από τον Καίσαρα στην Καμπανία ως μεσολαβητής, προκειμένου να κατευνάσει τη στάση των λεγεωνάριων εξαιτίας της καθυστέρησης των μισθών τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κινδύνεψε μάλιστα να χάσει και τη ζωή του από τους εξαγριωμένους λεγεωνάριους. Το 46 Π.Χ. συμμετέχει ως στρατηγός στον Αφρικανικό πόλεμο του Καίσαρα και σημείωσε μια αξιόλογη επιτυχία: κατόρθωσε να κυριεύσει τη νήσο Κερκίνα και τις πλούσιες προμήθειες και τα εφόδια που είχαν συγκεντρώσει εκεί οι Πομπηιανοί, προσφέροντας μεγάλη ανακούφιση στα στρατεύματα του Καίσαρος και ενισχύοντας σημαντικά την θέση του.

Το συγγραφικό έργο του Σαλλούστιου

Ο Σαλλούστιος έγραψε ένα λίβελλο κατά του Κικέρωνα και δύο παραινετικές-συμβουλευτικές επιστολές ή λόγους προς τον Καίσαρα. Τα έργα όμως που τον έκαναν γνωστό και ένδοξο είναι τα ιστορικά του.

  • Η συνωμοσία του Κατιλίνα ή Κατιλιναϊκός Πόλεμος (42-41 π.Χ.)
  • Ο Ιουγουρθικός Πόλεμος ή Ο Πόλεμος κατά του Ιουγούρθα (41-40π.Χ.)
  • Ιστορίες (μετά το 40π.Χ.)

Κρίσεις για τον Σαλλούστιο

Ο Σαλλούστιος υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες και γνώρισε πολλούς επικριτές και πολύ περισσότερες θαυμαστές διαμέσου των αιώνων. Οι σύγχρονοι του αντιμετώπισαν δυσμενώς το έργο του, αλλά έναν αιώνα μετά το θάνατο του οι θαυμαστές ήταν πολύ περισσότεροι από τους επικριτές του.

Η αδιάκοπη έρευνα και η διχογνωμία γύρω από το Σαλλούστιο και το έργο του είναι δείγμα του μεγέθους του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει να δώσει στα γεγονότα και στις μορφές μια πολυσημία, που αντικατοπτρίζει την πολυσημία των ιστορικών φαινομένων και της ζωής.

Πηγή: https://www.miet.gr/book-list/?author=salloystios

Please follow and like us:
error0

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (1571-1610)

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (ιταλ.: Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 1571 – 18 Ιουλίου 1610), γνωστός περισσότερο απλά ως Καραβάτζιο, ήταν Ιταλός ζωγράφος, το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών. Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των αποστόλων και των μαρτύρων στα έργα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της Αντιμεταρρύθμισης. Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζιο, σφράγισε την μπαρόκ  σχολή της ζωγραφικής.

Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική. Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Ο ζωγράφος, Michelangelo Merisi da Caravaggio (Ιταλικά)
Michelangelo Merisi da Caravaggio 

Ο Βίος του Καραβάτζιο

Τα νεανικά του χρόνια

Ο Καραβάτζιο γεννήθηκε το 1571, χρονολογία που επιβεβαιώνεται από μία πρόσφατη ανακάλυψη ενός συμβολαίου με το οποίο ανέλαβε μαθητευόμενος του ζωγράφου Σιμόνε Πετερτσάνο. Πιθανή ημερομηνία γέννησής του θεωρείται η 29η Σεπτεμβρίου, ημέρα γιορτής του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Ο πατέρας του, Φέρμο ήταν διακοσμητής-αρχιτέκτονας και εργαζόταν στην υπηρεσία του Φραγκίσκου Α΄ Σφόρτσα, μαρκησίου του Καραβάτζιο. Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής, συμπεραίνεται πως η οικογένεια Μερίζι ήταν εγκατεστημένη στο Μιλάνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1570, τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Φέρμο Μερίζι από πανούκλα στις 20 Οκτωβρίου 1577. Εξαιτίας της απώλειας τόσο του πατέρα του όσο και του θείου του, η μητέρα του μεγάλωσε τα πέντε συνολικά παιδιά της οικογένειας υπό συνθήκες οικονομικής ανέχειας. Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου Σφόρτσα, την προστασία του νεαρού Καραβάτζιο ανέλαβε η οικογένεια των Κολόννα, συνδεόμενη δι’ επιγαμίας με αυτήν των Σφόρτσα.

Ο Καραβάτζιο μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια δίπλα στον ζωγράφο Σιμόνε Πετερτσάνο που καταγόταν από το Μπέργκαμο και ήταν μαθητής του Τιτσιάνο. Σχετικά με την δραστηριότητά του κατά την περίοδο της μαθητείας του, ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές. Ήδη στις 6 Απριλίου του 1584 καταγράφεται η παρουσία του στο Μιλάνο, ως μαθητευόμενου του Πετερτσάνο, ενώ νομικά έγγραφα της περιόδου, που πραγματεύονται την κληρονομιά των αδελφών Μερίζι, μαρτυρούν πως ήταν κάτοικος του Καραβάτζιο το Σεπτέμβριο του 1589, τον Ιούνιο του 1590 και στα τέλη Μαρτίου του 1591. Θεωρείται πιθανό πως κατά το ίδιο διάστημα επισκέφτηκε τη Βενετία όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Τζορτζόνε και του Τιτσιάνο.

Στις 11 Μαΐου 1592, οριστικοποιήθηκε το μοίρασμα της οικογενειακής του περιουσίας και ο ίδιος πώλησε το μερίδιο που του απέμενε – μια μικρή έκταση γης – ενώ φαίνεται πως δεν επέστρεψε έκτοτε ποτέ στον τόπο της καταγωγής του, τουλάχιστον όπως αυτό συμπεραίνεται από την απουσία σχετικών αναφορών σε άλλα σύγχρονα έγγραφα στην ευρύτερη περιοχή της Λομβαρδίας. Θεωρείται πιθανό πως αναζήτησε απλώς την επαγγελματική του ανέλιξη σε άλλες πόλεις, ωστόσο σύμφωνα με τον ιστορικό και βιογράφο του Τζοβάννι Πιέτρο Μπελόρι, εγκατέλειψε την περιοχή εξαιτίας ενός διαπληκτισμού του. Μία παρόμοια αναφορά συναντάται και στην πρώτη βιογραφία του Καραβάτζιο από τον Τζούλιο Μαντσίνι, σύμφωνα με την οποία είχε σκανδαλώδη συμπεριφορά λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του.

Παρά το γεγονός πως δεν διαθέτουμε αναφορές σε συγκεκριμένα έργα που φιλοτέχνησε σε νεαρή ηλικία, η εκπαίδευση του και εν γένει η πνευματική κίνηση στο νότο της Ιταλίας θα πρέπει να είχαν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της τέχνης του. Ο Μαντσίνι δίνει επίσης μία από τις λίγες αναφορές σχετικά με την εκπαίδευσή του, σύμφωνα με την οποία σπούδασε στο Μιλάνο για τέσσερα ή έξι χρόνια. Tα πρώιμα έργα του Καραβάτζιο θεωρούνται επηρεασμένα από τον Πετερτσάνο αλλά και άλλους καλλιτέχνες του Μιλάνου, ενώ δεν μπορούν να αποκλειστούν και επιρροές από τον Τζορτζόνε, τον Τιτσιάνο ή ακόμη και από τον Τζοβάννι Μπελλίνι. Ειδικότερα, στο Μιλάνο είχε δημιουργηθεί εκείνη την εποχή μία νέα σχολή ζωγραφικής, που αντλούσε έμπνευση από την καθημερινότητα, ενώ αρκετοί ζωγράφοι είχαν απορρίψει τη σχολή του μανιερισμού.

Ο Καραβάτζιο στη Ρώμη

Άρρωστος Βάκχος, πιθανό προσωπογραφία του Καραβάτζιο,  Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.
Άρρωστος Βάκχος,
Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.

Η εγκατάσταση του Καραβάτζιο στη Ρώμη τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1588-92, όταν είχε ήδη αποκτήσει σημαντική εμπειρία στο εργαστήριο του Πετερτσάνο, ωστόσο δεν υπάρχουν σύγχρονες πηγές για τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Μαντσίνι, μετέβη στη Ρώμη σε ηλικία είκοσι ετών (1591), ενώ ασαφές είναι επίσης αν ταξίδεψε εκεί από το Μιλάνο ή αν, όπως αναφέρει ο Μπελόρι, μεσολάβησε η επίσκεψή του στη Βενετία. Η παλαιότερη εκτενής αναφορά στον άσημο τότε Καραβάτζιο φαίνεται πως είναι ένα αρχειακό έγγραφο σχετικά με τις προκαταρκτικές ανακρίσεις που πραγματοποίησε στις 11 και 12 Ιουλίου του 1597 ο συμβολαιογράφος του δικαστηρίου της Ρώμης, Tommaso de Richis, σχετικά με μία υπόθεση εγκλήματος που ωστόσο δεν οδηγήθηκε σε δίκη, ενώ ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη σε παραβατική συμπεριφορά αλλά εμφανίστηκε ως μάρτυρας. Οι πίνακες του Καραβάτζιο δεν ανταποκρίνονταν στην κυρίαρχη τάση εκείνης της περιόδου που ήταν ο μανιερισμός και θεωρείται μάλλον απίθανο να έβρισκαν αγοραστές. Επίδραση στην πορεία του Καραβάτζιο είχε αρχικά ένας πλούσιος ιεράρχης, ο Pandulfo Pucci, ο οποίος του πρόσφερε στέγη και τροφή με αντάλλαγμα αντιγραφές διαφόρων θρησκευτικών πινάκων που αναλάμβανε ο Καραβάτζιο, έργα που ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Σύντομα, ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε την οικία του Pucci και λίγο αργότερα προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια, κοινή για εκείνη την εποχή, που τον ανάγκασε να περάσει περίπου έξι μήνες στο νοσοκομείο των απόρων Santa Maria della Consolazione. Εκεί, χάρη στις προσπάθειες του ηγούμενου του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν γνωστός της οικογένειας των Pucci, αντιμετωπίστηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα και τελικά η ζωή του σώθηκε. Το διάστημα που βρισκόταν στο νοσοκομείο, εμπνεύστηκε και ένα από τα πιο γνωστά έργα του, τον Άρρωστο Βάκχο, που θεωρείται πως πρόκειται για αυτοπροσωπογραφία. Νωρίτερα, ο Καραβάτζιο πιθανότατα εργάστηκε στο εργαστήριο του Λορέντζο Σιτσιλιάνο, μέτριου καλλιτέχνη της εποχής που ειδικευόταν στην κατασκευή προτομών. Βέβαιη θεωρείται η παραμονή του Καραβάτζιο στην οικία του μανιεριστή ζωγράφου Τζουζέπε Τσέζαρι, του επονομαζόμενου Καβαλιέρ ντ’ Αρπίνο, για διάστημα περίπου οκτώ μηνών, αν και οι σχετικές αναφορές σε πρωτογενείς πηγές δεν είναι πάντα σύμφωνες. Κατά τον Μπελόρι, ο Καραβάτζιο εργάστηκε αποκλειστικά ως ζωγράφος λουλουδιών και φρούτων, φιλοτεχνώντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις. Με δεδομένο πως η προσωπική συλλογή του Αρπίνο δεν περιέχει έργα αυτού του είδους, εικάζεται πως είτε δεν διασώθηκαν είτε πουλήθηκαν από τον Αρπίνο χωρίς την υπογραφή του δημιουργού τους.

Δουλεύοντας στο πλευρό του Αρπίνο, ο Καραβάτζιο ήρθε σε επαφή με αρκετούς πλούσιους φιλότεχνους στην πόλη της Ρώμης, καθώς επίσης και με εμπόρους τέχνης. Αυτή η περίοδος θα πρέπει να αποτέλεσε και την πρώτη κατά την οποία ο Καραβάτζιο κατάφερε να πουλήσει πίνακές του. Περίπου το 1594, εγκατέλειψε τον Αρπίνο αποφασισμένος να ακολουθήσει μία αυτόνομη πορεία ως ζωγράφος. Ευνοήθηκε από τη γνωριμία του με τον Φαντίνο Πετρινιάνι, ο οποίος του παραχώρησε στέγη και πιθανώς προώθησε έργα του βοηθώντας στην πώλησή τους σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Αναφέρεται ότι αυτή την περίοδο φιλοτέχνησε πλήθος έργων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο πίνακας Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596/97, Ρώμη, πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι). Το συνεσταλμένο και περίτεχνο ύφος που καλλιέργησε σε αυτά τα έργα αντλούν από την τεχνοτροπία της βόρειας Ιταλίας ενώ ορισμένα στοιχεία της σύνθεσης στην Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο παραπέμπουν στη βενετική παράδοση.

Παρά τις γνωριμίες του με τον καλλιτεχνικό κόσμο της Ρώμης, επέλεξε να συναναστρέφεται με άλλους άπορους ζωγράφους και να ακολουθεί έναν σκανδαλώδη – για τα πρότυπα της εποχής – τρόπο ζωής, με αποτέλεσμα να έχει και συχνά προβλήματα με την αστυνομία του Βατικανού. Σε αναζήτηση χρημάτων για την επιβίωσή του, στράφηκε σε έναν Γάλλο έμπορο τέχνης με το όνομα Maestro Valentino, ο οποίος τον συμβούλεψε να ζωγραφίσει θρησκευτικούς πίνακες καθώς είχαν μεγάλη ζήτηση. Ωστόσο, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως αγνόησε τις συμβουλές του Valentino, καθώς ανάμεσα στα έργα του εκείνης της περιόδου συγκαταλέγονται κυρίως πίνακες με καθημερινά θέματα, από τους οποίους αποκόμισε λίγα χρήματα. Αργότερα, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως τελικά πείστηκε να πραγματοποιήσει το πρώτο του θρησκευτικό έργο, το οποίο όμως δεν βασιζόταν σε κάποιο δημοφιλές θέμα όπως η Σταύρωση, αλλά έφερε τον τίτλο Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου (1595). Το τελικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με άλλους πίνακες της ίδιας περιόδου του εξασφάλισε την εκτίμηση αρκετών φιλότεχνων και μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα ώριμα έργα του που σηματοδότησε τις απαρχές του μπαρόκ και προανήγγειλε τις μεταγενέστερες θρησκευτικές συνθέσεις του.

Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου, Connecticut, Wadsworth Atheneum
Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου,
Hartford Connecticut, Wadsworth Atheneum

Ο Καραβάτζιο γίνεται διάσημος ζωγράφος

Το επόμενο διάστημα, ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Μαρία ντελ Μόντε, εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του Καραβάτζιο, τού πρόσφερε τροφή και στέγη την οποία εκείνος αποδέχτηκε. Ο ντελ Μόντε βρισκόταν στο επίκεντρο των καλλιτεχνικών κύκλων της Ρώμης και ο Καραβάτζιο κατόρθωσε να πραγματοποιήσει διασυνδέσεις με ισχυρούς πάτρονες αλλά και διακεκριμένους ποιητές που με τη σειρά τους προέβαλαν το έργο του. Παρέμεινε στην οικία του τουλάχιστον μέχρι τις 19 Νοεμβρίου του 1600, ενώ στην κατοχή του ντελ Μόντε βρέθηκαν αργότερα δέκα πίνακες του Καραβάτζιο. Εξελίχθηκε σημαντικά, προσφέροντας – κυρίως θρησκευτικούς – πίνακες μεγάλης αξίας. Ζωγράφισε θέματα που σπάνια είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ενώ κάτω από την πίεση των καρδινάλιων, να αποτυπώσει γνωστά βιβλικά θέματα, τα απέδωσε με ένα τρόπο που απείχε από τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής, θυμίζοντας συχνά σκηνές της καθημερινότητας. Ένα παράδειγμα που αποτυπώνει τον αντισυμβατικό χαρακτήρα της τέχνης του Καραβάτζιο αποτελεί ο πίνακας Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596-1597), όπου παριστάνεται η Παναγία με μαλλιά σε έντονο κόκκινο χρώμα και σε αντιδιαστολή με τα ξανθά μαλλιά του Χριστού. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Καραβάτζιο ήταν ένας αναγνωρισμένος για το ταλέντο του ζωγράφος. Το 1599 ανέλαβε επίσης μία σημαντική παραγγελία για την διακόσμηση του παρεκκλησίου Κονταρέλλι της εκκλησίας του Αγίου Λουδοβίκου των Γάλλων (San Luigi dei Francesi) στην Ρώμη, έργο για το οποίο ήταν υποψήφιοι αρκετοί ακόμη καθιερωμένοι ζωγράφοι. Αν και δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένος ο λόγος που ο Καραβάτζιο ανέλαβε τελικά την παραγγελία, θεωρείται πιθανό πως καταλυτικό ρόλο είχε η επιρροή του ντελ Μόντε.

Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη
Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη

Η φήμη που απέκτησε μέσα από αυτά τα έργα, είχε ως αποτέλεσμα να αναλάβει μία ακόμη σημαντική παραγγελία για ένα παρεκκλήσι στην εκκλησία Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο. Το συμβόλαιο της συγκεκριμένης συμφωνίας, ανακαλύφθηκε το 1920 και αναφέρεται συνολικά σε δύο έργα που θα παρέδιδε ο Καραβάτζιο. Τα θέματα της παραγγελίας ήταν η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου. Οι πρώτες εκδοχές του έργου απορρίφθηκαν, πιθανόν διότι θεωρήθηκαν προκλητικές, αλλά τελικά ο Καραβάτζιο παρέδωσε με καθυστέρηση το έργο, σε μία μορφή που έγινε αποδεκτή.

Η περίοδος 1602 – 1606 αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγική και δημιουργική για τον Καραβάτζιο. Παράλληλα, συνοδεύτηκε και από προβλήματα με τη δικαιοσύνη. Εξαιτίας μιας δημόσιας αρνητικής κριτικής του κατά του ζωγράφου Τζοβάννι Μπαλιόνε, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος κυρίως χάρη στην επέμβαση ορισμένων καρδινάλιων και του μαρκησίου Τζουστινιάνι. Το 1604, ένας συμβολαιογράφος με το όνομα Μαριάνο Πασκαλόνε, εμφανίστηκε αιμόφυρτος στην αστυνομία δηλώνοντας πως ο Καραβάτζιο είχε αποπειραθεί να τον σκοτώσει. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε τότε τη Ρώμη και αναζήτησε καταφύγιο στη Γένοβα, στο πλευρό του πρίγκιπα Μάρτσο Κολόννα. Επέστρεψε στη Ρώμη όταν, για άγνωστους λόγους, ο Πασκαλόνε απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον του. Παρά την κακή φήμη που είχε αναπτύξει, η προστασία του από τον πρίγκιπα Κολόννα του έδωσε την ευκαιρία να λάβει αρκετές παραγγελίες, μεταξύ αυτών και μία για την εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Του ανατέθηκε να ζωγραφίσει μία Παναγία, έργο που θα αποτελούσε μία πολύ σημαντική ευκαιρία για την καταξίωση κάθε ζωγράφου. Παρόλα αυτά, ο Καραβάτζιο επέλεξε να ολοκληρώσει το έργο υιοθετώντας μία πλήρως αντισυμβατική προσέγγιση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ιερόσυλη και ασεβής. Στον πίνακα που παρέδωσε, αποτύπωσε την Παναγία ως μία κοινή θνητή, την Αγία Άννα σαν μια άσχημη γερασμένη γυναίκα και τον Χριστό εντελώς γυμνό παρότι δεν ήταν σε βρεφική ηλικία. Το έργο φυσικά απορρίφθηκε, στερώντας από τον Καραβάτζιο την ευκαιρία να λάβει επίσημη αναγνώριση ως ζωγράφος.

Η εξορία και ο θάνατος του

Στις 29 Μαΐου του 1606, κατά τη διάρκεια λογομαχίας, o Καραβάτζιο σκότωσε με μαχαίρι ένα νεαρό ονόματι Ρανούτσιο Τομασσόνι. Τα αίτια ενδεχομένως να ήταν οικονομικά ή/και ερωτικά ή πολιτικά. Ο ίδιος τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι φίλοι του που ήταν παρόντες στο επεισόδιο φυλακίστηκαν. Για την πράξη του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και εξορία, γεγονός που έδινε το δικαίωμα σε κάθε μέλος της αστυνομίας του Βατικανού να τον εκτελέσει επιτόπου. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε μεταμφιεσμένος τη Ρώμη αφού αναζήτησε μάταια καταφύγιο στους πρώην προστάτες του. Πρώτο σταθμό της περιπλάνησής του αποτέλεσε η Νάπολι, όπου παρέμεινε αρχικά για περίπου οκτώ μήνες.

Παρά την μεγάλη του επιτυχία και φήμη, εγκατέλειψε την πόλη και έφυγε για την Μάλτα. Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησής του θεωρείται η πρόθεσή του να γίνει Ιππότης του Τάγματος της Μάλτας, ώστε να μπορεί πιο εύκολα να διεκδικήσει μια απονομή χάριτος από τον Πάπα και να επιστρέψει στο μέλλον στη Ρώμη. Εκεί έζησε για περίπου πέντε μήνες, διάστημα στο οποίο ολοκλήρωσε το έργο Ο Άγιος Ιερώνυμος στο σπουδαστήριο του για τον καθεδρικό ναό της Βαλέτας. Άλλοι αξιοσημείωτοι πίνακες της ίδιας περιόδου είναι ο τεραστίων διαστάσεων Αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο), η προσωπογραφία του Μεγάλου Μάγιστρου Alof de Wignacourt, καθώς και ο Ερωτιδέας που κοιμάται, έργο που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το ασκητικό πνεύμα των Ιπποτών. Ο Καραβάτζιο τελικά εκδιώχθηκε από το τάγμα, χαρακτηριζόμενος ως «διεφθαρμένος και ρυπαρός» (putridum et foetidum) και κατέφυγε στη Σικελία, αρχικά στις Συρακούσες και αργότερα στη Μεσσίνα.

Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα,  (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο),
Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα

Το 1609 επέστρεψε στη Νάπολι όπου έγινε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, οι λόγοι της οποίας παραμένουν άγνωστοι. Το καλοκαίρι του 1610 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και έφτασε με πλεούμενο στο κοντινό στη Ρώμη λιμάνι Πόρτο Έρκολε που βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή, ενώ πιθανότατα σταμάτησε να ζωγραφίζει. Εκεί φέρεται να συνελήφθη και να εξαγόρασε την απελευθέρωσή του, τα ίχνη του όμως χάνονται σε αυτό το σημείο. Στις 28 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε η είδηση του θανάτου του διάσημου ζωγράφου, ενώ τρεις ημέρες αργότερα μία νέα δημοσίευση αναφερόταν σε θάνατό του από σοβαρή ασθένεια. Ως επίσημη ημερομηνία θανάτου του θεωρείται η 18η Ιουλίου, ωστόσο παραμένει υπό διερεύνηση τόσο ο ακριβής χρόνος όσο και η αιτία του θανάτου του.

Το έργο του Καραβάτζιο

Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη
Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου,
 Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη

Το έργο του Καραβάτζιο συχνά αντιμετωπίστηκε αρνητικά στην εποχή του, κυρίως λόγω του σκανδαλώδους τρόπου με τον οποίο αποτύπωνε τα θέματά του, ωστόσο ακόμη και οι επικριτές του αναγνώριζαν το ταλέντο του. Η ζωγραφική του θεωρείται πως διαμόρφωσε καταλυτικά τη μπαρόκ σχολή, επιδιώκοντας να ανατρέψει τον μανιερισμό των παλαιότερων ζωγράφων. Διαμόρφωσε ένα ρεαλιστικό ύφος στη ζωγραφική, με έντονα στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο των έργων του αποτελούσε η χρήση των φωτοσκιάσεων και των φωτεινών αντιθέσεων (κιαροσκούρο). Αν και η τεχνική αυτή είχε αναπτυχθεί πριν από τον Καραβάτζιο, εκείνος την υιοθέτησε με απόλυτο τρόπο και θεωρείται πως αποτέλεσε τον ιδανικό εκφραστή της. Το δεδομένο στυλ έμεινε γνωστό στην ιστορία της τέχνης ως τενεμπρισμός, δηλαδή ελεύθερη τεχνική η οποία χρησιμοποιεί το σκοτάδι σαν ουσιαστικό στοιχείο ενός έργου.

Ζωγράφιζε με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς προπαρασκευαστικά σχέδια και χρησιμοποιώντας μοντέλα εκ του φυσικού, τα οποία απεικόνιζε απ’ ευθείας στον καμβά. Λεπτομερείς έρευνες πάνω σε πίνακές του, φανερώνουν πως απουσίαζαν ίχνη σχεδίου, ενώ χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες αδρές χαράξεις, κυρίως για τον καθορισμό της σύνθεσης και της θέσης των μοντέλων. Θεωρείται πως η χρήση ζωντανών μοντέλων αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο για το ρεαλισμό που αναζητούσε να αποδώσει.

Μετά το θάνατό του, η φήμη του εξασθένισε γρήγορα και το όνομά του ουσιαστικά εξαφανίστηκε από καταλόγους. Ο πρώτος του βιογράφος ήταν ο ζωγράφος Τζοβάννι Μπαλιόνε, ο οποίος δεν έτρεφε συμπάθεια προς το έργο του. Πολλοί από τους πίνακές του αποδόθηκαν σε άλλους ζωγράφους, ενώ παράλληλα έργα που δεν του ανήκαν αποδόθηκαν σε αυτόν. Μετά από μια μακροχρόνια λήθη, το έργο του Καραβάτζιο άρχισε να επανεκτιμάται στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Wolfgang Kallab, μελετώντας κάποιους πίνακες, αναγνώρισε σε αυτούς πολλά κοινά στοιχεία και τελικά μετά από ενδελεχή έρευνα τους απέδωσε στον Μικελάντζελο Μερίζι. Εκείνη την εποχή, ελάχιστα ήταν γνωστά για τον Καραβάτζιο, ενώ μόλις ένα έργο έφερε την υπογραφή του. Ωστόσο, με έναυσμα την έρευνα του Kallab και την μεσολάβηση και άλλων ειδικών, σύντομα ξεκίνησε να αποκαλύπτεται το κυρίως σώμα του έργου του Καραβάτζιο. Στην ανάδειξη του έργου του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης η ανακάλυψη σχετικών εγγράφων στις πόλεις όπου έζησε και δημιούργησε ο Καραβάτζιο.

Το γεγονός είναι ότι το έργο του Καραβάτζιο επηρέασε γενιές καλλιτεχνών του νέου ύφους του μπαρόκ. Ανάμεσά τους οι Τζοβάννι Μπαλιόνε, Λεονέλλο Σπάντα, Οράτσιο Τζεντιλέσκι, Κάρλο Σαρατσένι, Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, οι Καραβατζιστές της Ουτρέχτης, Φλαμανδοί (Ρούμπενς και Άμπραχαμ Γιάνσσενς, Γάλλοι (Ζωρζ ντε Λα Τουρ και Σιμόν Βουέ) και Ισπανοί (Φρανθίσκο Ριμπάλτα και Χοσέ Ριμπέρα).

Το 1920, ο ιστορικός τέχνης Roberto Longhi μελέτησε περαιτέρω τη δομή και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου του, ισχυριζόμενος πως μεταγενέστεροι καλλιτέχνες όπως ο Γιοχάννες Βερμέερ ή ο Ρέμπραντ δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς τον Καραβάτζιο, ενώ η τεχνική ζωγράφων όπως ο Ντελακρουά ή ο Εντουάρ Μανέ θα ήταν ριζικά διαφορετική. Ο Αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Μπέρενσον επίσης σχολίασε πως «εκτός από τον Μιχαήλ Άγγελο, κανένας Ιταλός ζωγράφος δεν άσκησε τόσο έντονη επιρροή». Οι νέες έρευνες και κριτικές πάνω στο έργο του Καραβάτζιο ενίσχυσαν τη φήμη του και οδήγησαν σε μία πρώτη σημαντική έκθεση με τίτλο Καραβάτζιο και Καραβατζιστές (Caravaggio e dei Caravaggeschi), μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες εκθέσεις για τον Καραβάτζιο, ο οποίος είχε πλέον αναγνωριστεί ως μεγάλος ζωγράφος του παρελθόντος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Καραβάτζο

Please follow and like us:
error0