Η Γιουγκοσλαβία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Μετά την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας το 1940 η Γιουγκοσλαβία έγινε χώρος αντικρουόμενων αντιδράσεων. Η συμπάθεια για την αντίσταση που πρόβαλαν οι Έλληνες ήταν μεγάλη και εκφραζόταν δημοσίως στους δρόμους, ειδικότερα στη σερβική κοινότητα, ενώ παράλληλα τα αισθήματα κατά του Άξονα εκφράζονταν ανοιχτά. Από την άλλη, εξαιτίας της δύσκολης θέσης που βρισκόταν η εξωτερική πολιτική, η πολιτική ηγεσία δίστασε να υποστηρίξει ανοιχτά την Ελλάδα. Μόλις πρόσφατα είχε περιέλθει κάποια σχετική ηρεμία με τη Σερβοκροατική Συμφωνία, η οποία παραχωρούσε ευρεία αυτονομία στην Κροατία. Η κατάσταση αυτή ώθησε την κυβέρνηση του Βελιγραδίου και τον αντιβασιλέα Παύλο να αρχίσει μια επικίνδυνη πολιτική ισορροπίας, σε καθεστώς πιέσεων και απαιτήσεων των αντιμαχόμενων μερών.

Η Γιουγκοσλαβία στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
Η πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Πολίτικα» του Βελιγραδίου την 28η Οκτωβρίου 1940 με τίτλο:
«Γεγονότα στο Νότο-Επεισόδια στα ελληνοαλβανικά σύνορα» και φωτογραφία του Ιωάννη Μεταξά

Η επίθεση κατά της Ελλάδας την 28η Οκτωβρίου 1940 προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο Βελιγράδι και επιδείνωσε τον φόβο εξάπλωσης του πολέμου. Η ενέργεια αυτή του Μουσολίνι αιφνιδίασε τον Χίτλερ και δεν βόλευε τα τρέχοντα γερμανικά σχέδια. Στην αρχή της κρίσης το Βερολίνο χρησιμοποίησε τις επιρροές του, για να εμποδίσει ανάμιξη γειτονικών κρατών και να περιορίσει τη σύγκρουση. ήδη από τις 29 Οκτωβρίου οι διπλωματικές πιέσεις οδήγησαν στη δήλωση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης ότι δεν θα αναμιγνυόταν στη σύγκρουση και ότι θα παρέμενε ουδέτερη.

Πιθανή ιταλική νίκη θα σήμαινε ότι η Γιουγκοσλαβία θα περικυκλωνόταν από εχθρικές χώρες. Η βρετανική υπόσχεση, ότι θα βοήθησε την Ελλάδα, αναπτέρωσε τις ελπίδες στη Βελιγράδι ότι η ιταλική πίεση θα σταματήσει πριν απειλήσει τη Θεσσαλονίκη. Στις 30 Οκτωβρίου η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση πληροφόρησε το Βερολίνο ότι πιθανή είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο, στο πλευρό της Ιταλίας, θα προκαλούσε αντίδραση του γιουγκοσλαβικού στρατού πράγμα που αποτελούσε διόρθωση της στάσης ουδετερότητας. Υπό την πίεση της Γερμανίας, η βουλγαρική κυβέρνηση δήλωσε ότι θα παραμείνει ουδέτερη στη σύγκρουση αυτή.

Στις 30 Οκτωβρίου ο Γιουγκοσλάβος υπουργός Εξωτερικών διαβεβαίωσε τους Έλληνες κα Βρετανούς απεσταλμένους ότι η Γιουγκοσλαβία δεν θα επιτρέψει το πέρασμα των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων από το έδαφος της χώρας. Η βρετανική εκτίμηση για για πιθανή βοήθεια στην Ελλάδα ήταν ότι θα περιοριζόταν σε «καλοπροαίρετη ουδετερότητα» και απόρριψη των απαιτήσεων του Άξονα που θα απειλούσαν την εθνική κυριαρχία της Γιουγκοσλαβίας.

Για να προλάβει πιθανή γιουγκοσλαβική δράση στην Ελλάδα και για να δοκιμάσει την ετοιμότητα του Βελιγραδίου ο Μουσολίνι διέταξε βομβαρδισμό της πόλης Μπίτολα (Μοναστήρι) στις 5 Νοεμβρίου. Αυτή η σοβαρή παραβίαση της γιουγκοσλαβικής κυριαρχίας δεν προκάλεσε καμιά ουσιαστική αντίδραση.

Οι αρχικές στρατιωτικές επιτυχίες της Ελλάδας δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν την πεποίθηση ότι, ανεξάρτητα από τη βοήθεια των Βρετανών, η Ελλάδα ούτως ή άλλως θα υποταχθεί. Ο Βρετανός βασιλιάς Γεώργιος Στ’, απευθυνόμενος στον πρίγκιπα Παύλο στις 15 Νοεμβρίου, διαβίβασε τη θέση της βρετανικής κυβέρνησης, ότι κατανοούσε την επιδείνωση της γιουγκοσλαβικής θέση, μετά την επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδας κα συνέστησε στενότερη συνεργασία με Ελλάδα και Τουρκία. Ισχυρίστηκε ότι η δυνατότητα αποστολής στρατιωτικής βοήθειας ήταν μόνο θέμα χρόνου, πράγμα που δεν φαινόταν ιδιαίτερα πειστικό για να ενθαρρύνει τους Γιουγκοσλάβους. Η ελληνική κυβέρνηση έλαβε διαβεβαιώσεις από το Βελιγράδι ότι να οι Ιταλοί απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη -ακόμη και χωρίς παραβίαση του Γιουγκοσλαβικού εδάφους- η Γιουγκοσλαβία θα ήταν υποχρεωμένη να προβάλει αντίσταση.

Στο τέλος του 1940 ο Άξονας ενέτεινε τις πιέσεις στην Γιουγκοσλαβία να μπει στο Τριμερές Σύμφωνο. Η δυσμενής εξέλιξη στο ζήτημα της βρετανικής βοήθειας συνδυάστηκε με περαιτέρω επιδείνωση της γιουγκοσλαβικής θέσης, όταν η Ουγγαρία, η Ρουμανία και λίγο αργότερα η Βουλγαρία μπήκαν στο Τριμερές Σύμφωνο. Το γεγονός αυτό έριξε το ηθικό τους κι συνέβαλε στην εξασθένιση της στάσης απέναντι στις γερμανικές πιέσεις.

Από την άλλη ο Μεταξάς και ο στρατηγός Παπάγος τόνιζαν πολλές φορές ότι αν η Γιουγκοσλαβία έπαιρνε το μέρος της Ελλάδας, ως ενεργός σύμμαχος, ακόμη και σε περιορισμένο βαθμό, θα ήταν γεγονός μεγάλης σημασίας για την τελική ήττα της Ιταλίας.

Τελικά στα μέσα Μαρτίου του 1941 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση υποχώρησε στις γερμανικές πιέσεις. Οι αλλεπάλληλες βρετανικές εκκλήσεις για επίθεση των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων εναντίον της Ιταλίας στη βόρεια Αλβανία για να βοηθήσουν την Ελλάδα, και η δέσμευση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης ότι θα θεωρήσει γερμανική επίθεση κατά της Θεσσαλονίκης ως επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας, τώρα ήταν άσκοπες.

Στις 25 Μαρτίου 1941 υπογράφτηκε συμφωνία στη Βιέννη από την Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία η οποία περιελάμβανε τους εξής γιουγκοσλαβικούς όρους: ότι ο γερμανικός στρατός δεν θα περάσει μέσα από τη Γιουγκοσλαβία, ο γιουγκοσλαβικός σιδηρόδρομος δεν θα χρησιμοποιηθεί από για τη μεταφορά γερμανικών στρατευμάτων, ότι η συμφωνία δεν περιέχει στρατιωτικές δεσμεύσεις και ότι εγγυάται την γιουγκοσλαβική ακεραιότητα. Ένας κρυφός όρος αναφερόταν στη Θεσσαλονίκη. Η Γερμανία δέχτηκε ότι η συμφωνία για είσοδο στο Τριμερές Σύμφωνο περιέχει την υπόσχεση ότι κατά τον μεταπολεμικό καθορισμό των συνόρων στα Βαλκάνια, η Γιουγκοσλαβία θα αποκτήσει «εδαφική πρόσβαση στο Αιγαίο» και θα ελέγχει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Στις 27 Μαρτίου το στρατιωτικό πραξικόπημα που οργανώθηκε από φιλοβρετανούς αξιωματικούς και η έκρηξη της λαϊκής εξέγερσης κατά του Άξονα, κυρίως στις σερβικές περιοχές, ανέτρεψε την κυβέρνηση. Η νέα κυβέρνηση αντί, όμως, να ακυρώσει την συμφωνία με τη Γερμανία και να βοηθήσει την Ελλάδα, κάτι που και οι ίδιοι οι Βρετανοί περίμεναν, προσπάθησε να πείσει το Βερολίνο ότι θα σεβαστεί τη συμφωνία τςη 25ης Μαρτίου αλλά αυτές οι διαβεβαιώσεις δεν ήταν αρκετές για τον Γερμανό δικτάτορα.

Η οργή του για την «σερβική προδοσία» ξέσπασε πάνω στη Γιουγκοσλαβία. στις 6 Απριλίου 1942, την ίδια μέρα που άρχισε η επίθεση κατά της Ελλάδας. Ο βομβαρδισμός του Βελιγραδίου και άλλων σερβικών πόλεων, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου, που συνοδεύτηκε από μια επίθεση από όλα τα μέσα του πεζικού του Άξονα, ήταν η εισαγωγή στην τριετή οδύνη της διχόνοιας, της κατοχής και της καταστροφής των δύο κρατών.

Η βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία

Από την εποχή που ο Θεοδόσιος είχε κληροδοτήσει στους γιους του Αρκάδιο και Ονώριο το ανατολικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας αντίστοιχα και επί όσο χρόνο τα δύο αυτά τμήματα του αρχαίου και ενιαίου ρωμαϊκού συνόλου συμβίωναν παράλληλα, έστω και υπό διαφορετικές συνθήκες, η Ανατολική Αυτοκρατορία που έχει πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη/ Νέα Ρώμη είναι φυσικό να μην αποβλέπει στην Ιταλία, μόνιμο λίκνο της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Όταν, όμως, το 476, καταλύεται η ρωμαϊκή αυτοκρατορική νομιμότητα στη Δύση με την εκθρόνιση του Ρωμύλου Αυγουστύλου, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά: ο αυτοκράτορας, που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και είναι τώρα ένας και μοναδικός, έχει χρέος και καθήκον να επαναφέρει στους κόλπους της ρωμαϊκής οικουμένης, αυτής που υπάρχει τότε και που υπακούσει στην Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, από όπου κάποτε ξεκίνησαν οι Ρωμαίοι για να κατακτήσουν τον κόσμο. Έτσι άρχισε η βυζαντινή ανάμειξη στα πράγματα της Ιταλίας.

Η βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία
Λεπτομέρεια από ψηφιδωτό με τη Προσκύνηση των Μάγων στην Αγία Μαρία του Κοσμεντίν στη Ρώμη

Η βυζαντινή ανάμειξη επί Ιουστινιανού

Αρχικά, η τακτική που ακολουθήθηκε ήταν ειρηνική: στο βάρβαρο ηγεμόνα Οδόακρο, που επιβάλλεται στην Ιταλία από το 476 και μετά, ο αυτοκράτορας Ζήνων απονέμει τα διάσημα του πατρικίου και ο Οδόακρος αναγνωρίζει την θεωρητική επικυριαρχία του αυτοκράτορα που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη. Η ίδια κατάσταση θα συνεχιστεί και επί του Οτρογότθου ηγεμόνα Θεοδώριχου που καταλύει και διαδέχεται τον Οδόακρο στην Ιταλία, μέχρι που οι συνθήκες στην Ανατολική Αυτοκρατορία να ωριμάσουν για μια ένοπλη επέμβαση στην Ιταλία. Μια πρώτη ναυτική απόβαση το 508 επί αυτοκράτορα Αναστάσιου δεν είναι παρά χλωμό προανάκρουσμα του σχεδόν εικοσάχρονου επιθετικού πολέμου που θα εξαπολύσει ο Ιουστινιανός Α’ και που θα λήξει με την πλήρη προσάρτηση της Ιταλίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η εισβολή των Λογγοβάρδων από το 568 και εξής ανατρέπει προοδευτικά όχι μόνο την εδαφική συνοχή της ιταλικής χερσονήσου, αλλά και την αντίληψη ότι η πλήρης κατοχή της Ιταλίας από τους Βυζαντινούς θα μπορούσε να είναι μόνιμη. Έπειτα από ορισμένες μάταιες προσπάθειες επαναφοράς της προηγούμενης κατάστασης στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα, οπότε το Βυζάντιο χρησιμοποιεί στρατιωτικά τους συμμάχους του Φράγκους εναντίον των Λογγοβάρδων στην Ιταλία.

Η βυζαντινή ανάμειξη κλονίζεται

Οι αυτοκράτορες Φωκάς (602-610) και Ηράκλειος (610-641), παρ΄ όλο που ανήκουν σε διαμετρικά αντίθετες κοινωνικές παρατάξεις, αναγκάζονται να παραδεχτούν με συνθήκες τη νέα κατάσταση: οι βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία περιορίζονται στα εξής -πέρα από τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία- σε μια σχετικά στενή λωρίδα γης από τη Ραβένα στη Ρώμη, το γνωστό εξαρχάτο της Ιταλίας ή εξαρχάτο της Ραβένας. Εξάλλου, ως το πρώτο μισό του 7ου αιώνα, ολόκληρη η πρώην αιρετική, αρειανική Δύση θα έχει προσέλθει στην Ορθοδοξία με πρωτοβουλίες των διαδοχικών παπών Ρώμης, άρα δεν υπάρχει πια, επίσημα τουλάχιστον, ανάγκη για μια βυζαντινή ένοπλη επέμβαση στη Δύση ανάλογη της ιουστινιάνειας εποχής.

Από τον Ηράκλειο και εξής οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες του 7ου αιώνα θα υποχρεωθούν να συνειδητοποιήσουν ότι διατήρηση του ελέγχου τους στις βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία απαιτεί καλές σχέσεις με τον πάπα Ρώμης, που αναδεικνύεται βαθμιαία σε δύναμη με μεγάλη επιρροή στη Δύση. Τα πράγματα αρχίζουν έτσι να αντιστρέφονται: ένας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης που αποκλίνει προς δοξασίες τις οποίες η Ρώμη θεωρεί αιρετικές θα αντιμετωπίσει μοιραίως ανυπακοή, ανταρσίες στην Ιταλία και γενικά, την εχθρότητα της δυτικής Εκκλησίας, όπου η παπική επιρροή κερδίζει έδαφος. Γι΄ αυτό και ναυαγεί η ένοπλη πεντάχρονη επέμβαση που επιχειρεί προσωπικά για να υποτάξει την Ιταλία ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ που θεωρείται αιρετικός.

Η μεγάλη κρίση εκδηλώνεται κατά την πρώτη περίοδο της Εικονομαχίας (727-775). Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες Λέων Γ’ και Κωνσταντίνος Ε’ βλέπουν τις υ=ιταλικές κτήσεις να εξεγείρονται, το εξαρχάτο της Ραβένας να υποκύπτει στους Λογγοβάρδους και τους πάπες Ρώμης να προσφεύγουν στους ορθόδοξους Φράγκους που, νικώντας τους Λογγοβάρδους, παραχωρούν τα εδάφη του βυζαντινού εξαρχάτου στους πάπες, και έτσι, ιδρύεται το παπικό κοσμικό κράτος. Οι βυζαντινές κτήσεις στη Ιταλία απειλούνται με μαρασμό, καθώς μάλιστα η αραβική απειλή στη Μεσόγειο γίνεται όλο και πιο αισθητή.

Η δε παποσύνη χαλκεύει τότε περίπου το περίφημο πλαστό έγγραφο που αποκαλείται Κωνσταντίνεια Δωρεά, σύμφωνα με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος αναχωρώντας οριστικά για την Κωνσταντινούπολη άφησε τη Ρώμη, την Ιταλία και ολόκληρη τη Δύση στην πνευματική και εμπράγματη εξουσία του πάπα Ρώμης. Αν αληθεύουν όλα αυτά τότε ο πάπας μπορεί να προχωρήσει και στο επόμενο βήμα, που είναι η στέψη του αυτοκράτορα στη Δύση, εφόσον οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης δεν νομιμοποιούνται να επέμβουν στη Δύση.

Τα Χριστούγεννα του 800 ο Καρλομάγνος στέφεται από τον πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρώμη αυτοκράτορας της Δύσης και από τότε η Ιταλία αρχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού των δύο μεσαιωνικών αυτοκρατοριών: της Βυζαντινής, που είναι υποχρεωμένη από τα πράγματα να υποχωρεί στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, και της Δυτικής, που έλκει τη νομιμότητα της από την αυτοκρατορική στέψη που γίνεται αποκλειστικά στην Ιταλία.

Ωστόσο, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που αρχίζει να αναζωογονείται και πάλι κοινωνικά, παρατηρείται μια γενική τάση εδαφικής εξάπλωσης που δεν μπορεί, παρά να συμπεριλάβει στις ορέξεις της και την Ιταλία. Φορέας της γενικής αυτής τάσης είναι, κυρίαρχα, η νένα σφριγηλή αριστοκρατία της γης που, εφόσον οι διαδοχικοί αυτοκράτορες συμμορφώνονται ρεαλιστικά με την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων στρέφονται στην πνευματική ηγεσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και μαζί πατριάρχης και στρατιωτική αριστοκρατία της γης ωθούν τα πράγματα προς ρήξη με τη Ρώμη, κάτι που θα συμβεί επί πάπα Νικολάου Α’ και πατριάρχη Φωτίου (858-867 και οι δύο) και μπορεί να αποτελέσει προανάκρουσμα γενικής ρήξης με τη Δύση. Έτσι, η τάση αυτή ανατρέπεται με δυναμικό τρόπο από τον Βασίλειο το Μακεδόνα, που ερχόμενος στο θρόνο δεν εγκαθιδρύσει απλά μια δυναστεία, αλλά εγκαινιάζει μια πολιτική μακρόπνοης συνεννόησης με τη Δύση που διαρκεί όσον καιρό η ένδοξη Μακεδονική Δυναστεία βρίσκεται στην εξουσία, δηλαδή ως τα μέσα του 11ου αιώνα.

Η νέα ισορροπία των Μακεδόνων αυτοκρατόρων έχει κι αυτή επίκεντρο την Ιταλία και αποτελεί έναν πολύπλοκο συμβιβασμό πραγματικών προϋποθέσεων και συνέχειας της αρχαίας παράδοσης, ρεαλισμού και πολιτικής ιδεολογίας: η πρώτη προϋπόθεση είναι η αποκατάσταση των καλών σχέσεων με τον πάπα Ρώμης και η παροχή σε αυτόν και στο Δυτικό αυτοκράτορα στρατιωτικής και ναυτικής συνδρομής για την απόκρουση των Αράβων από τη Νότια Ιταλία από το 869 και εξής. Ο βυζαντινός στόλος σταθεροποιεί τις βυζαντινές ιταλικές κτήσεις και ακόμη, πολύ περισσότερο, καταργεί στην πράξη -και με την έγκριση του πάπα- τις διατάξεις της Κωνσταντίνειας Δωρεάς που απαγόρευε κάθε βυζαντινή ένοπλη επέμβαση στη Δύση. Στο εξής, η βυζαντινή κατοχή στη Νότια Ιταλία θα είναι πολιτικά και ιδεολογικά κατοχυρωμένη και αυτό θα διαρκέσει ως τη νέα και οριστική ρήξη Κωνσταντινούπολης και Ρώμης το 1054, που συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την πτώση της Μακεδονικής Δυναστείας.

Η δυτική πολιτική των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής Δυναστείας μπορεί να εξασφάλισε μια νέα και ιδεολογικά κατοχυρωμένη επάνοδο της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στη Δύση και μια έστω και περιορισμένη οικουμενικότητα, σε σύγκριση με την παλιά οικουμενικότητα της εποχής του Ιουστινιανού. Ωστόσο, η αυτοκρατορική στέψη του Όθωνα Α’ (936-973) που γίνεται στη Ρώμη το 962 με βυζαντινή σιωπηρή ανοχή, απελευθερώνει μέσα στη βυζαντινή κοινωνία δυνάμεις που θεωρούν προδοσία τη ασκούμενη πολιτική της προσάρτησης ολόκληρης της οικουμένης στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Ο επικεφαλής της στρατιωτικής αριστοκρατίας Νικηφόρος Β’ Φωκάς θεωρεί ότι μπορεί να επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο την ιουστινιάνεια πολιτική της προσάρτησης ολόκληρης της οικουμένης στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, διακόπτει τη δυναστική συνέχεια των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων, καταργεί την πολιτική συνεννόησης με τη Δύση και προχωρά σε μια σειρά στρατιωτικών παρεμβάσεων στην περιοχή της Ιταλίας, οι οποίες όμως τον οδηγούν σε ήττες. Οι ήττες αυτές προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια του λαού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής που διαδέχεται το Νικηφόρο Φωκά δολοφονώντας τον το 969, αποκαθιστά τη δυτική πολιτική της Μακεδονικής Δυναστείας και με μεσολάβηση του πρίγκιπα της Κάπουας, επανέρχονται οι φιλικές σχέσεις με τη γερμανική αυτοκρατορία που θα διατηρηθούν, με μικρά διαλείμματα, ως τον 11 αιώνα. Η μακρόχρονη βασιλεία του Βασίλειου Β’ είναι μια εποχή άνθησης και επέκτασης της Βυζαντινής Ιταλίας.

Το τέλος της Βυζαντινής ανάμειξης στην Ιταλία

Η θρησκευτική ρήξη ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία με το Σχίσμα του 1054, η παποσύνη θα ενισχύσει με όλες τις δυνάμεις της κάθε προσπάθεια για να καταλυθεί η βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία. Το τελικό της όπλο ήταν οι Νορμανδοί. Το 1072, οπότε παράλληλα με την καταστροφή του Ματζικέρτ, έπεφτε στα χέρια τους η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Ιταλίας Μπάρι, είναι το έτος που σηματοδοτεί το οριστικό τέλος για κάθε βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία και κάθε εμπράγματη βυζαντινή οικουμενικότητα.

Jacobo della Quercia (1374-1438)

Ο Jacobo della Quercia (Quercia, 1374-Siena, 1438) ήταν Ιταλός γλύπτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Jacobo di Maestro Piero di Filippo. Γεννήθηκε στο Quercia της Ιταλίας, μια μικρή περιοχή κοντά στη Siena το 1374, γι’ αυτό και έγινε γνωστός Jacobo della Quercia. Ήταν από τους πρώτους που άρχισε να δουλεύει στην τέχνη του με περισσότερες μελέτες και πολλή φροντίδα, δείχνοντας πως με την τέχνη μπορεί κανείς να πλησιάσει τη ζωή. Ήταν επίσης από τους πρώτους που έδιναν στους άλλους ελπίδα και θάρρος ότι μπορούν, κατά κάποιον τρόπο, να είναι πιστοί στο φυσικό πρότυπο.

Jacobo della Quercia
Jacobo della Quercia

Το πρωιμότερο έργο του ο Jacobo della Quercia το δημιούργησε στα δεκαεννιά του χρόνια στη Siena. Αφορμή γι’ αυτό δόθηκε ένα συμβάν: οι Σιενέζοι είχαν παρατάξει κατά των Φλωρεντινών ένα στράτευμα υπό τις διαταγές των Gian Tedesco και Giovanni d’ Azzo Ubaldini. Όμως ο Giovanni d’ Azzo αρρώστησε. Τον έφεραν στη Siena, όπου και πέθανε. Οι Σιενέζοι, που τους άγγιξε πολύ ο θάνατος του, του έκαναν μια λαμπρή κηδεία και του έφτιαξαν ένα ικρίωμα από ξύλο στο τύπο της πυραμίδας. Σ’ αυτήν τοποθέτησαν ένα άγαλμα φτιαγμένο από το χέρι του Jacobo della Quercia, το οποίο παρουσίαζε τον Giovanni d’ Azzo έφιππο και σε υπερβολικό μέγεθος. Η μορφή αυτή ήταν φτιαγμένη με πολύ εφευρετικότητα, αφού η μέθοδος που ακολούθησε ο Jacobo δεν ήταν γνωστή μέχρι τότε. Ο σκελετός του αλόγου και της ανθρώπινης μορφής κατασκευαζόταν από ξύλα και σανίδια, τα οποία ενώνονταν και ύστερα περιτυλίγονταν με σανό, στουπί και σχοινιά. Όλα αυτά δένονταν γερά μεταξύ τους και πάνω τους ο Jacobo τοποθετούσε ένα επίχρισμα από πηλό τον οποίο ανακάτευε με μαλλί, ζύμη και κόλλα, μια μέθοδος που, πραγματικά, για τέτοια πράγματα ήταν η καλύτερη, αφού έργα αυτού του τύπου εμφανίζονταν σαν συμπαγή, έτοιμα και στεγνά, ενώ ήταν πολύ ελαφριά και κέρδιζαν το βλέμμα του θεατή. Επιπλέον, αγάλματα που δημιουργούνταν με αυτόν τον τρόπο δεν αποκτούσαν ρωγμές, κάτι που θα συνέβαινε αν ήταν μόνο με πηλό.

Μετά από μια εξέγερση των Σιενέζων ο μέντορας του Jacobo εκδιώχθηκε από την πόλη και έτσι ο γλύπτης με τη βοήθεια κάποιων φίλων πήγε στην πόλη Lucca, όπου με εντολή του άρχοντα της πόλης έφτιαξε στην εκκλησία του San Martino ένα ταφικό μνημείο για τη σύζυγο του, που είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό. Στη βάση αυτού του έργου σμίλεψε μερικά παιδιά, τα οποία ήταν καλά δουλεμένα που φαίνονται σαν ζωντανά. Επάνω στη σαρκοφάγο σμίλεψε τη σύζυγο του άρχοντα, η οποία ήταν ενταφιασμένη σ’ αυτήν, και από το ίδιο πέτρωμα απεικόνισε ένα σκυλί στα πόδια της, ως σύμβολο της πίστης της προς το σύζυγό της.

Jacobo della Quercia
San Martino

Ο Jacobo μετά από μια περιήγηση στις πόλεις της Ιταλίας επέστρεψε στη Siena, όπου βρήκε την ευκαιρία να δοξαστεί. Η Signoria της Siena του ανέθεσε να διακοσμήσει με μάρμαρο μια κρήνη, το νερό της οποίας είχε διοχετευθεί στην μεγάλη πλατεία. Το ποσό που θα έπαιρνε για αυτό το έργο ορίστηκε στα 2.200 χρυσά. Δημιούργησε ένα πρόπλασμα και άρχισε τη δουλειά στο μάρμαρο, την οποία ολοκλήρωσε για μεγάλη ικανοποίηση των συμπολιτών του, οι οποίοι δεν τον ονόμαζαν πια Jacobo della Quercia αλλά Jacobo della Fonte. Το επίκεντρο της παράστασης κατέλαβε η Ένδοξη Παρθένος Μαρία, η κατ’ εξοχήν προστάτιδα της πόλης. Ήταν κάπως μεγαλύτερη από τις άλλες μορφές, δοσμένη με έναν τρόπο ωραίο και ασυνήθιστο. Γύρω από αυτήν βλέπει κανείς τις μορφές των επτά θεολογικών και πρώτιστων Αρετών, τα κεφάλια των οποίων δουλεύτηκαν με πολλή τρυφερότητα και με χαριτωμένη έκφραση. Για τη διακόσμηση αυτής της κρήνης επεξεργάστηκε επίσης μερικές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, όπως τη δημιουργία των πρωτόπλαστων, τη γεύση του απαγορευμένου καρπού, ενώ στο πρόσωπο της Εύας κατάφερε να προσδώσει μια τόσο ωραία έκφραση καθώς προκαλεί τον Αδάμ να δοκιμάσει το μήλο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι του ήταν αδύνατο να αρνηθεί. Η υπόλοιπη διακόσμηση ολοκληρώνεται με παιδικές μορφές και άλλα διακοσμητικά, με λιοντάρια και λύκους που ανήκουν στο έμβλημα της πόλης. Και όλα αυτά τα έφτιαξε ο Jacobo μέσα σε δώδεκα χρόνια με φιλοπονία και πείρα.

Jacobo della Quercia
Fonte Gaia (Siena)

Με αυτή την εργασία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη φήμη και με την ηθική ζωή του έγινε γνωστός ως άνθρωπος ευγενικών ηθών. Γι’ αυτό χρίστηκε ιππότης από τη Signoria και αμέσως μετά πρωτομάστορας του ναού. Αυτά τα καθήκοντα του τα εκτέλεσε πολύ καλά ως το τέλος της ζωής του το 1438.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Όθων Α’ (912-973)

Ο Όθων Α’ (23 Νοεμβρίου 912-7 Μαΐου 973) ήταν βασιλιάς της Γερμανίας από 936 και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 962. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Α’ και της Ματθίλδης κόρης του Ντήτριχ, κόμη του Ρίνγκελχαϊμ.

Ο Όθων Α'
Ο Όθων Α’

Ο Βασιλιάς και Αυτοκράτορας Όθων Α’

Ο Όθων Α’ στέφθηκε βασιλιάς στο Άαχεν. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Το Άαχεν ανήκε στην περιοχή της Λοθαριγγίας. Ήθελε να υπογραμμίσει τα αναφαίρετα δικαιώματα του στην Λοθαριγγία, την οποία διεκδικούσε και ο βασιλιάς του δυτικού Φράγκικου κράτους Λουδοβίκος Δ’, ως γνήσιος διάδοχος του Καρόλου του Μεγάλου.

Ο Όθων Α’ κατάφερε το 962, με το γάμο του με την Αδελαΐδα της Ιταλίας το 951, να αποκτήσει τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την 31η Ιανουαρίου 962 ο Όθων Α’, στα πλαίσια εκστρατείας του στην Ιταλία μπαίνει στην Αιώνια Πόλη, γίνεται δεκτός από τον Πάπα και τον λαό στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και στέφεται Αυτοκράτορας Η 2α Φεβρουαρίου 962 θεωρείται ως η ημέρα ιδρύσεως της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επάνω στον τάφο του Αποστόλου Πέτρου ο Πάπας και οι Ρωμαίοι έδωσαν στον Όθωνα Α’ όρκο πίστεως, ενώ ο Γερμανός μονάρχης τους υποσχέθηκε σεβασμό των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Ο Όθων Α’ κατάφερε να βάλει τα θεμέλια μιας ισχυρής Γερμανίας. Συγκρούστηκε σχεδόν με όλους τους γειτονικούς του λαούς. Αντιμετώπισε πολλές συνωμοσίες εναντίον του από συγγενικά πρόσωπα και ιδίως από τον αδελφό του που δύο φορές συμμάχησε και δήλωσε υποταγή στον Γάλλο βασιλιά, αλλά βγήκε αλώβητος.

Ο Όθων και οι Βυζαντινοί

Ο Όθων ήθελε να υποτάξει όλη την Ιταλία. Η νότια Ιταλία όμως ανήκε στους Βυζαντινούς. Το 967 υπέταξε περιοχές της νότιας Ιταλίας που θεωρούνταν βυζαντινές και θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς η ενέργεια αυτή ως εχθρική. Ο Νικηφόρος Φωκάς, αυτοκράτορας τότε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έστειλε αντιπροσωπεία προσφέροντας συμμαχία στον Όθωνα κατά των Σαρακηνών με τον όρο να εγκαταλείψει και να παραχωρήσει στο Βυζάντιο τις περιοχές που είχε καταλάβει. Ο Όθων δέχτηκε. Έστειλε στο Βυζάντιο τον Ενετό Δομίνικο ως κομιστή της απάντησης αλλά και ως κομιστή συνοικεσίου. Ήθελε ο Όθων να παντρέψει τον ομώνυμο γιο του με την κόρη του Ρωμανού Β’ και της Θεοφανούς, ελπίζοντας πως οι Βυζαντινοί θα έδιναν ως προίκα τις περιοχές της νότιας Ιταλίας. Οι Βυζαντινοί δεν δέχτηκαν το προξενιό. Θεωρούσαν ανήκουστο να παντρευτεί πορφυρογέννητη πριγκίπισσα βάρβαρο. Αυτό θα γινόταν μόνο αν επέστρεφε στο Βυζάντιο όλη τη νότια Ιταλία. Οι αξιώσεις όμως δεν έγιναν δεκτές.

Οι σχέσεις του Όθωνα με τους Βυζαντινούς βελτιώθηκαν όταν πέθανε ο Νικηφόρος Φωκάς και ανέβηκε στη βυζαντινό θρόνο ο Ιωάννης Τσιμισκής. Ο τελευταίος επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τον Όθωνα Α’ και δέχτηκε να δώσει βυζαντινή πριγκίπισσα στον Όθωνα Β’. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας έστειλε ως νύφη όχι την κόρη του Ρωμανού Β, αλλά την ανηψιά του Θεοφανώ. Οι γάμοι του Όθωνα Β’ και της Θεοφανούς έγιναν το 972 στο ναό του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη και ευλογήθηκαν από τον Πάπα Ιωάννη ΙΓ’. Τα αποτελέσματα αυτής της επιγαμίας μπορούν αν συνοψισθούν ως εξής: οι Γερμανοί έπαψαν να διεκδικούν την κυριαρχία των βυζαντινών κτήσεων της Απουλίας και της Καλαβρία. Οι Βυζαντινοί αναγνώρισαν το αυτοκρατορικό αξίωμα του Όθωνα Α’ και τον γερμανικό έλεγχο στα πριγκιπάτα Βενεβέντου, Κάπουας και Σαλέρνου. Έτσι η ιταλική πολιτική του Όθωνα Α’ στέφθηκε με επιτυχία.

Υστεροφημία του Όθωνα Α’

Έπειτα από 37 χρόνια βασιλείας ο Όθων Α’ πέθανε στις 7 Μαΐου του 973. Τον έθαψαν στον καθεδρικό ναό της αγαπημένης του πόλης του Μαγδεβούργου, στην ίδια περιοχή που αναπαυόταν και ο πατέρας του, Ερρίκος Α’. Και οι δύο, ο πρώτος ως βασιλιάς και ο δεύτερος ως αυτοκράτορας, ανήκουν στην ιστορία. Έβαλαν τα θεμέλια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της έδωσαν την τελική μορφή για όλη την περίοδο του Μεσαίωνα. Ο Όθων Α’ κληρονόμησε τις στρατιωτικές ικανότητες του πατέρα του, χάρη στις οποίες κατάφερε αυτό που φαινόταν αδιανόητο. Σε διάστημα είκοσι ετών καθυπόταξε, παρά τις σοβαρές συνωμοσίες ανάμεσα τους και αυτές μελών του στενού οικογενειακού του κύκλου, όχι μόνο τους Γερμανούς δούκες αλλά και τους Ούγγρους και τους Σλάβους. Ο Όθων Α’, στηριζόμενος στην ίδια παράδοση με τον Κάρολο τον Μέγα, ίδρυσε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Κάρολος και η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Όθων Α’ ήταν τόσο σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία, που η τελευταία κόσμησε με την επωνυμία «Μέγας» μόνο αυτούς τους δύο ανώτατους άρχοντες.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Όθωνα ιστοριογράφο Βιδουκίνδο, «ο λαός εξύμνησε τον Όθωνα Α’ για τα κατορθώματα του και κυβέρνησε τους υπηκόους του με πατρική στοργή, τους απελευθέρωσε από τους εχθρούς, κατέβαλε με τη δύναμη των όπλων τους υπερόπτες πολεμίους, Αβάρους (Ούγγρους), Σαρακηνούς, Σλάβους, υπέταξε την Ιταλία, κατέστρεψε τους ειδωλολατρικούς ναούς των γειτονικών ειδωλολατρών, ίδρυσε χριστιανικούς ναούς και χριστιανικά μνημεία». Ένας σύγχρονος Ιταλός ιστορικός σημειώνει: «Όλοι οι δρόμοι της Ευρωπαϊκής ιστορίας: της αγγλικής, της γαλλικής, της βουργουνδικής και κυρίως της ιταλικής οδηγούσαν στην αυλή του Όθωνα Α’. Ως κυρίαρχος των εθνών, ως αρχηγός το στρατού των κατακτήσεων, ως υπερασπιστής της πίστεως, ως ανώτατος ρυθμιστής της πολιτικής της Δύσεως ο Όθων Α’ υπήρξε πράγματι στη συνείδηση των αρχόντων της αυτοκρατορίας, του στρατού και του λαού του ο νέος Κάρολος».

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του δεν ήταν παντρεμένος με τη μητέρα του. Έτσι ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτρης θεωρούνται νόθοι. Την παραμονή του θανάτου, όμως, ο κόμης Νικόλαος Σολωμός νομιμοποίησε τα παιδιά του, αφού παντρεύτηκε την γυναίκα που τα γέννησε.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Ο Διονύσιος Σολωμός

Ο θάνατος του κόμη στέρησε από τον ποιητή την πατρική παρουσία, αλλά τον έκανε και κάτοχο μεγάλης περιουσίας. Έτσι το 1807 ο Διονύσιος Σολωμός πήγε μαζί με τον δάσκαλο του Σάντο Ρόσσι στη Βενετία για σπουδές. Γρήγορα, όμως, εκδήλωσε και την ποιητική του κλίση γράφοντας στίχους στα ιταλικά.

Ο Διονύσιος Σολωμός το 1818 γύρισε στην Ζάκυνθο και, καθώς ήταν επηρεασμένος από την ιταλική φιλολογία, συνέχισε να γράφει ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Το 1822 γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει και στην ελληνική, και μάλιστα στη δημοτική. Ο Σολωμός πείστηκε και άρχισε να διαβάζει τη δημοτική ποίηση και όλη τη μέχρι τότε ποιητική παραγωγή. Και μέσα σε μία εβδομάδα ο Διονύσιος Σολωμός είχε γράψει το πρώτο του ποίημα στα ελληνικά την «Ξανθούλα». Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε αμέσως από το λαό και τραγουδιόταν καθημερινά.

Από τότε ο Σολωμός αφιερώθηκε αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Δεν παντρεύτηκε και δεν δούλεψε ποτέ, αφού δεν είχε οικονομικές ανάγκες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μοναδική του ενασχόληση ήταν το διάβασμα και το γράψιμο.

Το 1828 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αυτό το κανε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή τον επηρέασε η δίκη που είχε με τον αδελφό του για τα κληρονομικά ζητήματα. Δεύτερον, επειδή η πνευματική ζωή της Κέρκυρας βρισκόταν σε υψηλότερη στάθμη από αυτήν της Ζακύνθου, προσφέροντας του μεγαλύτερο πεδίο δράσης και λογοτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, η Κέρκυρα θα σταθεί αφορμή να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής. Στην Κέρκυρα βλέπουμε ένα Σολωμό αλλιώτικο, έναν Σολωμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Ζακύνθου. Το άγχος και η έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής τον οδήγησαν στο ποτό. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στην κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, ανίκανος να αντιδράσει.

Και τελικά στις 21 Φεβρουαρίου 1857 νικήθηκε από το χάρο, κλείνοντας για πάντα τα μάτια του στην Κέρκυρα. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τη μέρα του θανάτου του κηρύχτηκε δημόσιο πένθος.

Ο Σολωμός υπήρξε πολυγραφότατος. Ωστόσο, δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, γιατί φιλοδοξούσε να πετύχει το τέλειο και το ιδανικό και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Σε αυτό μάλιστα οφείλεται και το γεγονός ότι άφησε και έργα ατελείωτα. Έγραφε και έσκιζε συνέχεια. Ήθελε πρώτα να είναι αυτός ευχαριστημένος από τα γραπτά και μετά οι άλλοι. Αυτό, όμως, ζημίωσε τη λογοτεχνία μας, που στερήθηκε τα σκισμένα έργα, γιατί ο Διονύσιος Σολωμός έκρινε τα έργα του με υπερβολική αυστηρότητα.

Τα έργα, όμως, που μας άφησε είναι πραγματικά αριστουργήματα. Πολεμώντας κάθε περιττό και ρητορικό σχήμα και επιδιώκοντας μέσα στους πυκνούς του στίχους να προβάλει με φως και διαύγεια εικόνες απλές, με σκοπό να πετύχει εναρμονισμένη έκφραση, ο Σολωμός παρουσίασε για πρώτη φορά δείγματα υπευθυνότητας και αισθητικής καλλιέργειας. Η συνολική λογοτεχνική παραγωγή του Σολωμού κρίθηκε από όλους ως πολύ αξιόλογη.

Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε βάρδος της Αρετής και της Ελευθερίας, της οποιασδήποτε Ελευθερίας. Και στη ζωή του η Εθνική, η Ηθική και η Πνευματική Ελευθερία κατείχαν σπουδαία θέση. Στα τρία βασικά έργα του, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», και «Διάλογος», αναφέρεται στο νόημα των τριών αυτών μορφών ελευθερίας. Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήταν γεννημένος ποιητής. Αυτό φαίνεται καθαρά στα έργα του. Λυρικά, με αριστουργηματική ποιητική πνοή και λογοτεχνικό ύφος, κάνουν τους πάντες να τα ακούν και να τα διαβάζουν με δέος. Άλλωστε το «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τον έγραψε σε ηλικία 25 ετών. Τα έργα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και «Πορφύρας» έμειναν ατελείωτα, λόγω της τελειομανίας του Σολωμού.

Η καθολική αναγνώριση του Διονύσιου Σολωμού ήρθε μετά το θάνατο του. Το 1864, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίστηκε ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας και ο Διονύσιος Σολωμός ως ο εθνικός μας ποιητής. Λίγο αργότερα οι στροφές αυτές μελοποιήθηκαν από το Νικόλαο Μάντζαρο.

Το 1957, εκατό χρόνια από το θάνατο του, καθιερώθηκε επίσημα ως «Έτος Διονύσιου Σολωμού». Κατά το έτος αυτό έγιναν πανηγυρισμοί σε διάφορα φιλολογικά σωματεία της χώρας καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών.

Η Αγία Ροζαλία του Βαν Ντάικ

Η Αγία Ροζαλία ήταν μια ευγενής που απαρνήθηκε τον πλούτο για να ζήσει με προσευχές στη σπηλιά του βουνού Πελεγκρίνο, επιθυμώντας το κέρδος της απόλυτης γαλήνης της αιωνιότητας.

Η Αγία Ροζαλία του Βαν Ντάικ
Η Αγία Ροζαλία δέεται για τους πανουκλιασμένους του Παλέρμο

Ένας άκρως εκλεπτυσμένος ζωγράφος, αγαπητός στην ευρωπαϊκή καλή κοινωνία της εποχής του και διάσημος για τα πορτραίτα του ένιωσε δέος μπροστά στην τρομερή πανώλη, τόσο, ώστε να δημιουργήσει ένα από τα ελάχιστα έργα της ιστορίας της τέχνης με σαφή αναφορά στο λοιμό που μάστιζε την ανθρωπότητα. Αυτός ο ζωγράφος ήταν ο Άντονι Βαν Ντάικ. Ο γνωστός Φλαμανδός ζωγράφος των μουσείων, σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Παλέρμο της Σικελίας όπου έζησε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το 1624, βρέθηκε στη δίνη μιας από τις πολλές επιδημίες πανώλους που μάστιζαν μαζικά τις κοινωνίες του παρελθόντος, συγκλονίστηκε και δούλεψε το περίφημο πορτραίτο «Η Αγία Ροζαλία δέεται για τους πανουκλιασμένους του Παλέρμο». Το έργο ανήκει στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το οποίο απέκτησε το 1871.

Ο Άντονι Βαν Ντάικ, γιος εύπορου εμπόρου από την Αμβέρσα, μαθητής του Ρούμπενς, στο εργαστήριο του οποίου δούλεψε γύρω στο 1619, γοητευμένος από το χρώμα και τις υφές των υφασμάτων του δασκάλου, ζωγράφισε αναφερόμενος, αρχικά, στην αρχαία ελληνική μυθολογία και σε ηλικία 21 χρόνων μπήκε στην αγγλική βασιλική αυτή, αποδεχόμενος πρόσκληση του κόμητα της Αρουντέλ. Με τον κόμη έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ιταλία, όπου προσκλήθηκε από τον Καρδινάλιο της Ρώμης Μπεντιβόλιο και τις μεγάλες γενοβέζικες οικογένειες Σπίνολα, Μπρίνγκολε Σάλε και Ντουράτζο. Η Ιταλία ασκούσε τεράστια γοητεία στους καλλιτέχνες της εποχής, οι Φλαμανδοί, από την εποχή του Τζιότο, είχαν νιώσει τις ισχυρές επιδράσεις του Νότου όπως εξάλλου και ο Νότος δέχτηκε με θαυμασμό τους ζωγράφους του Βορρά και αγόρασε τους πίνακες τους. Το καμίνι της κόλασης και η φλεγόμενη βάτος έβγαλαν ακόμη πιο λαμπερά κόκκινα στην ανάμνηση των φλαμανδικών εξεγέρσεων που πνίγηκαν στο αίμα, ενώ ο Ρούμπενς κορύφωσε τη ζωγραφική του γενέθλιου τόπου, εναρμονίζοντας την πλήρως με την ιταλική περιπέτεια της μεγάλης τέχνης.

Ο Άντονι Βαν Ντάικ θαυμάζει απεριόριστα την Ιταλία, γοητεύεται από τ απαστράπτοντα χρώματα του μπαρόκ αλλά και μένει πιστός στο φλαμανδικό πρότυπο των πορτραίτων, που δεν απεικονίζουν ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, αλλά σταματούν κάπου στο μέσον των ποδιών. Στις κατακτήσεις του συνοψίζονται τα φίνα λαμπερά χρώματα της λεπτής πινελιάς, οι ασημένιοι και χρυσοί φωτισμοί που ξεγλιστρούν από τις θερμές σκιές. Βιρτουόζος του λευκού μεταξωτού. του μπλε και της υφής του πολύτιμου βελούδου. Ο Άντονι Βαν Ντάικ δουλεύει την Αγία Ροζαλία, αναδεικνύοντας το μέγεθος μιας πίστης όπου το θείο βρίσκεται ψηλά και ο πιστός χρειάζεται να εναρμονίσει το βλέμμα με την κίνηση προς τα επάνω.

Βιώνοντας ο Βαν Ντάικ την τρομερή επιδημία πανώλους στο Παλέρμο, επιδημία που κόστισε τη ζωή πολλών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου και του αντιβασιλέα της Σικελίας, προστάτη του ζωγράφου, συγκλονίστηκε. Ενώ η πανούκλα ήταν σε έξαρση βρέθηκαν τα οστά της Αγίας Ροζαλίας στο όρος Πελεγκρίνο, γεγονός που επικύρωσε τη φήμη της ως πολιούχου Αγίας του Παλέρμου.

Στο έργο του Βαν Ντάικ η Αγία Ροζαλία εικονίζεται να υπερίπταται της πόλης προς τον ουρανό για να δεηθεί ώστε ο Θεός να σώσει το Παλέρμο από την πανούκλα. Στη διαδρομή της τη συνοδεύουν άγγελοι. Ο ένας βρίσκεται ψηλότερα και είναι έτοιμος να τη στεφανώσει, ο άλλος δεξιά εικονίζεται τρομοκρατημένος, ενώ εκείνος που βρίσκεται στην άκρη του έργου αριστερά, κρατά την μύτη του. Είναι μια κίνηση υπαινικτική για την πανουκλιασμένη πόλη που απλώνεται κάτω.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Άλδος Μανούτιος (1452-1515)

Ο Άλδος Μανούτιος (1452 – 6 Φεβρουαρίου 1515) ήταν Ιταλός ουμανιστής, γνωστός για την εκδοτική του δραστηριότητα στη Βενετία την εποχή της Αναγέννησης. Άριστος γνώστης ελληνικών, ήταν από τους πρώτους που εκτύπωσαν βιβλία με ελληνικούς χαρακτήρες, αξιοποιώντας τα χειρόγραφα της πολύτιμης συλλογής του Βησσαρίωνα του Τραπεζούντιου, που σώζονται σήμερα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. Αξιοσημείωτη είναι η συνεισφορά του στην τυπογραφία με την επινόηση των πλάγιων γραμματοσειρών, την καθιέρωση της άνω τελείας στιγμής (semicolon), καθώς και τη μαζική παραγωγή δερματόδετων βιβλίων τσέπης σε προσιτές τιμές.

Ο Άλδος Μανούτιος
Ο Άλδος Μανούτιος

Ο εκδότης Άλδος Μανούτιος

Ο Άλδος Μανούτιος γεννήθηκε στο Μπασιάνο (Bassiano) των Παπικών Κρατών, στη σημερινή επαρχία του Λάτσιο, κοντά στη Ρώμη. Καθώς η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη, ο Μανούτιος έλαβε μια σφαιρική μόρφωση, σπουδάζοντας λατινικά στη Ρώμη με τον Γκασπαρίνο ντα Βερόνα, καθώς και (αρχαία) ελληνικά στη Φεράρα με τον Γκουαρίνο ντα Βερόνα.

Το 1482, μαζί με τον πάλαι ποτέ συμφοιτητή του και παλαιόθεν φίλο Τζοβάννι Πίκο ντε λα Μιράντολα, εγκαταστάθηκε στην πόλη Μιράντολα, όπου και έμεινε για δύο χρόνια, μελετώντας αρχαίους έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους. Προτού ο Πίκο φύγει για τη Φλωρεντία, συνέστησε τον Μανούτιο ως διδάσκαλο για τους ανηψιούς του, Αλβέρτο και Λιονέλο Πίο, πρίγκιπες του Κάρπι. Αργότερα, με χρηματοδότηση και γαίες του Αλβέρτου, ο Μανούτιος ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητα στην τυπογραφία.

Ως κυρίαρχος εκδότης και τυπογράφος την εποχή της ακμής της Αναγέννησης, ο Άλδος εδραίωσε κατ’ αρχάς τον σχεδιασμό του βιβλίου -ένα πρωτόκολλο- που περιελάμβανε το μέγεθος του χαρτιού, τον σχεδιασμό και τη χρήση συγκεκριμένων γραμματοσειρών, τη μορφολογία της σελίδας καθώς και νέες μεθόδους βιβλιοδεσίας. Οι εκδόσεις του με έργα κλασικών (αρχαία ελληνική φιλολογία) έγιναν περίφημες σε όλη την Ευρώπη. Πολλοί μάλιστα αντέγραψαν το εταιρικό του λογότυπο, ένα δελφίνι και μια άγκυρα, το οποίο συνδέεται με το λατινικό ρητό «Festina lente» («σπεύδε βραδέως»). Η εικόνα και το ρητό απεικονίζονταν σε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ., το οποίο και αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Το 1533 τη διεύθυνση του τυπογραφείου ανέλαβε ο γιος του Παύλος Μανούτιος (1512-1574).

Οι Έλληνες κλασικοί του Άλδου Μανούτιου

Μία από τις κυριότερες φιλοδοξίες του Μανούτιου ήταν να περισώσει ό,τι είχε απομείνει από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Εξέδωσε πολλές εκδόσεις των κυριότερων έργων, τόσο σε κανονική μορφή, όσο και σε μέγεθος τσέπης, ώστε τα έργα αυτά να γίνουν διαθέσιμα στο ευρύτερο κοινό. Μέχρι τότε ελάχιστα ελληνικά συγγράμματα κυκλοφορούσαν από εκδοτικούς οίκους: στο Μιλάνο η «Γραμματική του Λασκάρεως», Ελληνικοί Ψαλμοί, έργα του Αισώπου, του Θεοκρίτου και του Ισοκράτη (εκδόσεις 1476 – 1493), στη Βενετία τα «Ερωτήματα του Χρυσολωρά» (1484), στη Βιντσέντσα υπήρχαν ανατυπώσεις της «Γραμματικής του Λασκάρεως» και των «Ερωτημάτων» (1488 και 1490), και τέλος στη Φλωρεντία είχαν εκδοθεί έργα του Ομήρου μεταφρασμένα από τον Λορέντσο ντε Αλόπα. Από αυτά, μόνο ο Θεόκριτος, ο Ισοκράτης και ο Όμηρος θεωρούνταν κλασικά.

Ο Μανούτιος επέλεξε τη Βενετία ως πλέον κατάλληλη έδρα για την επιχείρησή του. Εγκαταστάθηκε το 1490 και τα πρώτα έργα που τυπώθηκαν ήταν το Ηρώ και Λέανδρος του Μουσαίου, η Γαλεομυομαχία και το Ελληνικό Ψαλτήρι. Χωρίς να φέρουν χρονολογία έκδοσης, θεωρούνται τα αρχαιότερα του τυπογραφείου.

Ο Άλδος Μανούτιος στρατολόγησε πλήθος μελετητών της ελληνικής στη Βενετία. Εμπορευόταν στα ελληνικά, έδινε οδηγίες στους τυπογράφους και τους βιβλιοδέτες στα ελληνικά· μέχρι και η καθημερινότητα του σπιτιού του ενδυόταν την ελληνική γλώσσα. Στις εκδόσεις τους προλόγιζε πάντα στα ελληνικά, ενώ προσέλαβε Κρητικούς λόγιους (όπως το Μάρκο Μουσούρο και τον Αρσένιο Αποστόλη) για να σελιδοποιούν και να επιμελούνται χειρόγραφα, καθώς και για να δειγματίσουν καλλιγραφικές ελληνικές γραμματοσειρές. Τουλάχιστον τριάντα Έλληνες βοηθοί εργαζόταν μαζί του, χωρίς να υπολογίζουμε τους τεχνίτες και χειρώνακτες. Ακούραστος και ανελέητος, εξέδωσε τον πρώτο τόμο με έργα του Αριστοτέλη το 1495. Μέχρι το 1498 άλλοι τέσσερις τόμοι συμπλήρωναν το έργο το μεγάλου κλασικού. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν εκδόσεις των Θουκυδίδη, Σοφοκλή, Ηροδότου, Ξενοφώντα και Δημοσθένη.

Ο β’ ιταλικός πόλεμος επιβράδυνε την εκδοτική του δραστηριότητα. Παρόλ’ αυτά, το 1508 εκδίδει έναν τόμο για τους Έλληνες ρήτορες και τον επόμενο χρόνο έργα του Πλουτάρχου. Νέοι πόλεμοι ανάγκασαν τη διακοπή του τυπογραφείου, μέχρι το 1513, οπότε και εκδίδεται τα άπαντα του Πλάτωνα (σε επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου), αφιερωμένο στον Πάπα Λέοντα τον Ι’. Στον πρόλογο ο Μανούτιος κάνει μια σύγκριση ανάμεσα στις κακουχίες της πολεμοπαθούσας Ιταλίας και στην ηρεμία και ομορφιά της μελέτης, ενώ ο Μουσούρος καλεί τον Πάπα σε νέα Σταυροφορία για ανακατάληψη των εδαφών όπου μιλιέται ακόμα η ελληνική γλώσσα, όπως και σε ενίσχυση διδασκαλίας της στην Ιταλία. Ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Αθήναιος ακολουθούν το 1514, ενώ προς το τέλος της ζωής του εργαζόταν πάνω στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η πρώτη έκδοση των οποίων έγινε μετά τον θάνατό του το 1518.

Με τα παραπάνω ολοκληρώνεται ο κατάλογος των εκδόσεων του Άλδου Μανούτιου. Ωστόσο, οι συνεχιστές του έργου του (κυρίως ο εγγονός του, Άλδος Μανούτιος ο νεότερος) έφεραν στο εκδοτικό προσκήνιο έργα των Παυσανία, Στράβωνα, Αισχύλου, Γαληνού, Ιπποκράτη και Λογγίνου. Ο Μανούτιος εξέδωσε και άλλα ελληνικά έργα που είχαν ήδη εκδοθεί, εντούτοις προσδίδοντάς τους διορθώσεις και τον χαρακτήρα του εκδοτικού του οίκου.

Η ιδιότητά του δεν ήταν αποκλειστικά του εκδότη και τυπογράφου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό αυτή του μελετητή και μεταφραστή. Ο Μανούτιος ως λόγιος υπήρξε στις μέρες του πραγματικά λίκνο του ουμανισμού και του ελληνισμού. Με στόχο να προάγει τις ελληνικές σπουδές, το 1502 ίδρυσε τη «Νέα Ακαδημία», ένα ίδρυμα αποκλειστικά για κλασικές ελληνιστικές σπουδές. Τα μέλη έπρεπε απαραιτήτως να μιλούν ελληνικά, να φέρουν ελληνοποιημένο το όνομά τους καθώς και τους τίτλους τους. Ένα από τα μέλη ήταν και ο γνωστός Έρασμος.

Παρόλο που η προσφορά του στον ελληνισμό υπήρξε τεράστια, σήμερα πολλοί αποδέχονται ότι η κυρτή γραφή και οι βραχυγραφίες που χρησιμοποίησε υπήρξαν ανασταλτικές τόσο στην εξέλιξη του ελληνικού γράμματος στην τυπογραφία, όσο και στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

Ο Άλδος Μανούτιος πέθανε φτωχός, έχοντας αφήσει στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο έργο ελληνικής φιλολογίας.

https://el.wikipedia.org/wiki/Άλδος_Μανούτιος

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1355-1415)

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Κωνσταντία, 15 Σεπτεμβρίου 1415) ήταν από τους κυριότερους συγγραφείς και πρωτεργάτες της εισαγωγής της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στην Ιταλία κατά τα τελευταία έτη ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπήρξε ο λόγιος που έδωσε την πρώτη σοβαρή ώθηση για την άνθηση των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας τη Δύση όχι ως τον αντίποδα της Ανατολής, συνέβαλε στην πολιτισμική προσέγγιση των δύο μερών της διηρημένης χριστιανοσύνης. Ως πρεσβευτής του Μανουήλ Β’, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι (1408), δώρισε εκ μέρους του αυτοκράτορα στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου πολύτιμο ιστορημένο χειρόγραφο (σώζεται ως σήμερα) που περιείχε έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς
Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο πρόδρομος Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 σε επιφανή βυζαντινή οικογένεια. Απέκτησε μεγάλη μόρφωση και κλασσική παιδεία, παρακολουθώντας διαλέξεις και του Γεώργιου Γεμιστού και συνδέθηκε με το περίπου συνομήλικό του Aυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο.

Το 1394 ή 1395, επειδή ήταν γνώστης της λατινικής γλώσσας, εστάλη από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο στη Βενετία για να διαπραγματευτεί την αποστολή βοήθειας κατά των τουρκικών επιθέσεων που πολιορκούσαν την Πόλη υπό το σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’.

Το 1396 ή 1397 προσκλήθηκε στη Φλωρεντία να διδάξει ελληνικά από το μαικήνα Πάλα Στρότσι και τον προστάτη των γραμμάτων Κολούτσιο Σαλουτάτι. Την εποχή εκείνη στη Φλωρεντία άνθιζε το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές και τα ελληνικά ως γλώσσας φορέας τους. Ο Χρυσολωράς άρχισε με ελάχιστα μέσα, μερικά χειρόγραφα από τα έπη του Ομήρου, αλλά με τη μεταδοτικότητά του ενέπνευσε ενθουσιασμό στους μαθητές του. Βασίστηκε εν μέρει στην εργασία που είχε αρχίσει 35 χρόνια πριν στην ίδια πόλη ο Λεόντιος Πιλάτος.

Στον Χρυσολωρά ανήκει η τιμή ότι προετοίμασε για τους άλλους Βυζαντινούς λόγιους τον δύσκολο δρόμο, που οδηγούσε στις ελληνικές σπουδές, γιατί έπρεπε να διδάξει σε ξένους που δεν είχαν καμία σχετική προπαιδεία. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη τον έκανε να συντάξει τη πρώτη στοιχειώδη γραμματική με τον τίτλο «Ερωτήματα» γιατί είχε γραφτεί με τη μορφή απλών ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο Χρυσολωράς, σκυμμένος με τους μαθητές του επάνω στα αρχαία ελληνικά κείμενα, αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα της μεταφράσεως και το λύνει με την πιο αποτελεσματική μέθοδο που τη συνοψίζει στις τρεις λατινικές λέξεις «tranferre et sententiam» που σημαίνουν: να προσπαθείς να μεταφράζει το κείμενο κατά λέξη όπου είναι δυνατόν, αλλιώς όμως πιο ελεύθερα για να αποδίδει πιστά το νόημά του με τις κατάλληλες λέξεις ή εκφράσεις στη δική σου γλώσσα. Ήταν μια νέα αντίληψη για την εποχή εκείνη, εντελώς διαφορετική από τη σχολαστική και κατά λέξη μετάφραση που ακολουθούσαν ως τότε, όπως είχε κάνει ο Λεόντιος Πιλάτος.

Δίδαξε έπειτα τα ελληνικά γράμματα στη Βενετία, το Μιλάνο, την Πάντοβα, τη Παβία, τη Μπολόνια και τελικά στη Ρώμη. Τόνωσε το ενδιαφέρον για απόκτηση νέων ελληνικών χειρογράφων από τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που πραγματοποίησαν σύντομα λόγιοι όπως ο Τζιοβάνι Αουρίσπα, ο Φραγκίσκος Φίλελφος αλλά κι άρχοντες όπως ο Κολούτσιο Σαλουτάτι κι ο Κόζιμο των Μεδίκων.

Το 1400 συνάντησε στην Παβία τον Μανουήλ Παλαιολόγο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος αναζήτηση οικονομικής ή και στρατιωτικής στήριξης για να ανακουφίσει την Κωνσταντινούπολη από την πολυετή πολιορκία.

Το 1403, αφού η πολιορκία είχε επιτέλους λυθεί χάρη στην ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας (1402), ο Χρυσολωράς ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από το μαθητή του Γκουαρίνο ντα Βερόνα. Από το 1406 ταξίδεψε πέρα από την Ιταλία, σε διπλωματική αποστολή για συμμαχίες για το Βυζάντιο κι έφτασε στο Παρίσι, τη Βαρκελώνη και την Αγγλία (Λονδίνο και Salisbury), χωρίς όμως απτά αποτελέσματα εκτός από κατανόηση.

Το 1409 ο Αντίπαπας Αλέξανδρος Ε’ τον ονόμασε Καρδινάλιο και του ανέθεσε το έργο της Ένωσης των Εκκλησιών, γεγονός που αποδεικνύει την εκ μέρους του αποδοχή του καθολικού δόγματος.

Έγκαταστάθηκε στη Μπολόνια το 1410 και τελικά στη Ρώμη από το 1411 ως το 1413, συμμετέχοντας στις προσπάθειες σύγκλησης ενωτικής Συνόδου για να ξεπεραστεί το Σχίσμα της καθολικής Εκκλησίας. Το 1413 εστάλη σε νέα διπλωματική αποστολή στο Λουγκάνο, στο Γερμανό βασιλιά Σιγισμόνδο, όπου δέχτηκε να γίνει η Σύνοδος τον επόμενο χρόνο(1414) στην Κωνσταντία της Γερμανίας, δηλαδή σε έδαφος μακριά από την επιρροή του Πάπα.

Ο Μανουήλ έλαβε μέρος στη σημαντική για την καθολική Εκκλησία Σύνοδο της Κωνσταντίας, όπου επιχειρηματολόγησε υπέρ της Ένωσης των χριστιανικών κρατών ενάντια στους Τούρκους που θα τους απειλούσαν σύντομα κι άμεσα, αλλά και πάλι δεν εισακούστηκε. Άφησε την τελευταία πνοή κατά τη διάρκεια της Συνόδου, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1415 σε ηλικία 60 χρονών κι ετάφη εκεί.

Η επιτύμβια πλάκα του στο Μοναστήρι των Δομινικανών στην Κωνσταντία της Γερμανίας με εγκωμιαστικό επίγραμμα του μαθητή του Πιερ Πάολο Βερτζέριο σώζεται ως σήμερα.

Ανιψιός του ήταν ο λόγιος Ιωάννης Χρυσολωράς που επίσης άφησε την Κωνσταντινούπολη κι έζησε στην Ιταλία για να διδάξει ελληνικά. Η κόρη του Ιωάννη παντρεύτηκε το μαθητή του Μανουήλ Φραγκίσκο Φίλελφο.

Το έργο του Μανουήλ Χρυσολωρά

Ανάμεσα στα έργα του συναντούμε:

  • «Ερωτήματα» με μορφή ερωταποκρίσεων,
  • «Σύγκρισις Παλαιάς και Νέας Ρώμης» (δηλ.της Ρώμης με την Κωνσταντινούπολη)
  • «Πολιτεία» του Πλάτωνα και
  • «Οδύσσεια» του Ομήρου

Τα «Ερωτήματα» του βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Ήταν η πρώτη ελληνική Γραμματική που εκτυπώθηκε περί το 1471 και χρησιμοποιήθηκε από το Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, τον Έρασμο και το Γιόχαν Ρόιχλιν. Ο Γκουαρίνο τη μετέφρασε στα λατινικά.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μανουήλ_Χρυσολωράς

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (Κέρκυρα, 1468-Πέζαρο, Ιταλία 1541) αποκαλούσε τον εαυτό του «Πατρίκιο Κωνσταντινούπολης», όπως και οι σύγχρονοι του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές. Ο Διπλοβατάτζης ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια φιλολογικών και ιστορικών κειμένων.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης
Εικόνα νομικού σε αρχίγραμμα νομικού κειμένου

Ο νομικός Θωμάς Διπλοβατάτζης

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του και διέμεναν εκεί από το 1457 έως το 1477. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου, την οποία παρέδωσε τη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Η Παπική Εκκλησία δεν τήρησε τη συμφωνία με τον Γεώργιο Διπλοβατάτζη «για άλλους τόπους» και έτσι ο τελευταίος κατέφυγε στην αυλή των Ισπανών βασιλιάδων, Φερδινάνδου και Ισαβέλλας και ως σταυροφόρος πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μοχόμενος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυριτανών στη Γρανάδα το 1481. Η Μαρία Λασκάρεως απέσπασε το γιο της, Θωμά, από το φιλολογικό προσανατολισμό του θείου του Κωνσταντίνου και μετανάστευσε στη βόρεια Ιταλία, δίνοντας στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα Πανεπιστήμια της Πάντοβας και της Φεράρας. Εκεί ο Θωμάς αναγορεύτηκε διδάκτωρ του φεουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαίου…» το 1490.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του Κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης. Το 1493 διορίστηκε σύμβουλος του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα. Για να αποδείξει του λόγου το αληθές άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν βρέθηκε ολόκληρο, το περιεχόμενο του όμως μας είναι γνωστό: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 αφορούσαν στα Ιδρύματα (σχολές, Πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Το ένατο βιβλίο, το οποίο σώθηκε από αντίγραφο, περιλαμβάνει τις βιογραφίες κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών, νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας, τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και της μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο είναι γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο του είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα, με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία, αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη του βιβλιοθήκη και κατέγραψε. Οι βιογραφίες του Θωμά Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Αποτίμηση του Θωμά Διπλοβατάτζη

Το μέγεθος της γενικής αναγνώρισης του Θωμά Διπλοβατάτζη συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερμανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» και «Πρόδρομος της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου».

Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με μεταγενέστερα, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας, πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μεταγενέστερους ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνιστική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών. Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παραμέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίωσης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρχαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, όπως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν.

Δεύτερο στοιχείο του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής αλλά και του περιεχομένου του. Ο Διπλοβατάτσης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου αλλά υπεισήλθε στη βάση της αθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και τις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων.

Για την πραγμάτωση αυτής της μεθόδου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομοθέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των οποίων παράγεται και εξαρτάται το παρόν δίκαιο. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών σε παράλληλα πορεία. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνότητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παιδεία του, τη χρονολογία, τις γνώσεις σύγχρονων και μεταγενέστερων. Προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικότητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανάτου των πρωταγωνιστών του έργου του. Τέλος, επικαλείται και διανθίζει τα κείμενα του και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής περιόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλολογικών, εκτός από των νομικών, πηγών με στίχους και αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών καθώς και φιλοσόφων, ιστορικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του: ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δικαίου. ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του Δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό και κοινωνιολογικό, όντα ο ίδιος ο πρώτος νομικός-ανθρωπιστής-φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος-κοινωνιολόγος του δικαίου.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Σφαγή του Δομένικου (1943)

Η Σφαγή του Δομένικου, ή Ολοκαύτωμα του Δομένικου αναφέρεται στην ολοκληρωτική καταστροφή που υπέστη το χωριό Δομένικο της Λάρισας στις 16-17 Φεβρουαρίου του 1943, από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής, που αφού το πυρπόλησαν στη συνέχεια προέβησαν με ωμή βία στην εκτέλεση 150 αθώων κατοίκων.

Η Σφαγή του Δομένικου
Η Σφαγή του Δομένικου

Πριν τη σφαγή του Δομένικου

Λίγες μέρες πριν στο αρχηγείο ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Οξιά είχε φθάσει η πληροφορία πως οι Ιταλοί από την Ελασσόνα μαζί με Ιταλούς από τη Λάρισα θα κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Όλυμπο. Έτσι οι αντάρτες αποφάσισαν να τοποθετηθούν στο δημόσιο δρόμο και να χτυπήσουν με ενέδρα τους Ιταλούς στη θέση Μαυρίτσα μεταξύ Δομένικου-Μυλόγουστας. Τρία τμήματα ανταρτών συγκεντρώθηκαν και πήραν θέση στη Μαυρίτσα. Λίγο πριν το μεσημέρι Ιταλική φάλαγγα 6 αυτοκινήτων και δυο προπορευόμενων μοτοσικλετιστών με 130 περίπου Ιταλούς εμφανίσθηκε κινούμενη προς Ελασσόνα. Η μάχη άρχισε και με τα πρώτα πυρά ο ένας μοτοσικλετιστής σκοτώθηκε επιτόπου ενώ ο άλλος κατόρθωσε να διαφύγει προς τον Τύρναβο όπου ειδοποίησε για ενισχύσεις. Σε λίγο εμφανίστηκαν Ιταλικά αεροπλάνα που από χαμηλό ύψος πολυβολούσαν τους αντάρτες αναγκάζοντας τους να αποχωρίσουν και να συμπτυχθούν προς τα ορεινά. Οι απώλειες των Ιταλών, όπως γράφει ο Θόδωρος Καριπίδης στο βιβλίο του Εαμική Εθνική Αντίσταση, ήταν 9 νεκροί μεταξύ των οποίων ένας αξιωματικός που υπέκυψε στα τραύματά του στη Λάρισα το ίδιο απόγευμα, ενώ οι αντάρτες είχαν 2 τραυματίες που τους πήραν μαζί τους. Στη συνέχεια οι Ιταλοί ειδοποιημένοι από τον μοτοσικλετιστή και ενισχυμένοι από τον Τύρναβο και την Ελασσόνα κινήθηκαν προς το Δομένικο από όλες τις πλευρές.

Η σφαγή του Δομένικου

Ιταλοί στρατιώτες με 40 αυτοκίνητα έφθασαν στη Μαυρίτσα, χωρίστηκαν σε 3 φάλαγγες και αφού χώρισαν το χωριό σε 3 τομείς μπήκαν σε αυτό, ενώ ένας άλλος λόχος το υπερφαλάγγισε από την πλευρά του Προφήτη Ηλία. Μέχρι που να μπουν στο χωριό όποιον βρίσκανε τον εκτελούσαν επί τόπου. Η πρώτη φάλαγγα βρέθηκε στο σπίτι του Γιάννη Καραγιάννη και του έβαλε φωτιά. Αυτό ήταν και το σύνθημα. Σε λίγο όλο το χωριό καιγόταν.

Μεταξύ άλλων εκτέλεσαν τις Κωνσταντινίδου Βαρβάρα και Κερασίνα Μπαράκου διότι ήταν άρρωστες και δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους. Οι Δομενικιώτες πιστεύοντας τα λόγια του τότε διορισμένου από τη Λεγεώνα Προέδρου του χωριού Νίκου Χώτου συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και με την απειλή των πολυβόλων οδηγήθηκαν στον τόπο της συμπλοκής στη Μαυρίτσα. Εκεί άρχισαν να ξεχωρίζουν τους άνδρες από 14 χρόνων και πάνω ξεχωρίζοντας μόνο τους πολύ ηλικιωμένους. Στη συνέχεια διέταξαν τα γυναικόπαιδα να βαδίσουν προς το διπλανό χωριό Αμούρι λέγοντας ότι τους άνδρες θα τους πήγαιναν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα. Αμέσως μετά με ονομαστική κατάσταση που τους είχε παραδώσει ο δωσίλογος Χώτος έβγαλαν από τη γραμμή τους αδελφούς Ζάγκα και εκτέλεσαν πρώτα το Γιώργο με στιλέτο κόβοντας του την καρωτίδα ενώ ο δεύτερος ο Βαγγέλης πιάνοντας το χέρι του Ιταλού ζήτησε και εκτελέστηκε με το τουφέκι. Στη συνέχεια αφού εκτέλεσαν άλλους 20 περίπου και οδήγησαν τους υπόλοιπους σε άλλο σημείο. Καθοδόν στη Μυλόγουστα (το σημερινό Μεσοχώρι) έκαψαν άλλα 40 σπίτια και σκότωσαν όσους συνάντησαν, περαστικούς ή εργαζόμενους στα κτήματα τους (1 κάτοικο του Αμουρίου, 12 κατοίκους του Μεσοχωρίου και 5 του Δαμασίου). Είχε ήδη βραδιάσει όταν ήρθε η διαταγή για την εκτέλεση από τον εγκληματία πολέμου διοικητή της Μεραρχίας Πινερόλο αντιστράτηγο Μπενέλι. Χωρισμένοι σε επτάδες οι κρατούμενοι άρχισαν να εκτελούνται και να βάφουν με το αίμα τους το χώμα του Καυκακιού. Μόνο 6 κατάφεραν να σωθούν. Ο Πέτρος Κιάτος έσπρωξε τον Ιταλό σκοπό και έτρεξε μέσα στα πουρνάρια προς το ποτάμι χωρίς να τον βρουν οι σφαίρες ενώ οι άλλοι 5 (ο Γιώργος Κιάτος, ο Ευάγγελος Ντάσιος, ο Χρήστος Κυπαρίσσης, ο Βασίλης Ζάγκας και ο Σωτήρης Δισακόπουλος) γλύτωσαν καθώς παρέμειναν κρυμμένοι κάτω από το σωρό των πτωμάτων των υπόλοιπων εκτελεσθέντων.

Για το έγκλημα αυτό ζητήθηκε η ποινική δίωξη των υπευθύνων ήτοι: 1) του Ταγματάρχη πεζικού Antonio Festi, που ήταν Φρούραρχος και Διοικητής των Ιταλικών δυνάμεων Ελασσόνας 2) του συνταγματάρχη της Καραμπινερίας και εθνοσύμβουλο του Fascio Antonio Bali, που ήταν και αυτός που διέταξε την πυρπόληση της Tσαριτσάνης και την εκτέλεση 45 κατοίκων της στις 12-3-1943, 3) του Αντισυνταγματάρχη της Καραμπινερίας Antonio Tsigano και 4) του Διοικητή της Ιταλικής Μεραρχίας Λάρισας Benelli.

στις κατοχικές δυνάμεις διαμαρτυρήθηκε εντόνως με αποτέλεσμα την σύλληψή του και την αποστολή του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία από όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του Διοικητή της Μεραρχίας Μπενέλλι που ήρθε στο φως μέσα από την έρευνα της κας Λύντια Σανταρέλλι, καθηγήτριας της σύγχρονης Ιταλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και του Έλληνα Ιστορικού Κωστή Κορνέτη στα αρχεία της μεραρχίας Πινερόλο, διοικητής των Ιταλικών Δυνάμεων στις επιχειρήσεις του Δομενίκου που είναι ο υπεύθυνος αξιωματικός την βραδιά της σφαγής ήταν ο Αντισυνταγματάρχης Αντόνιο ντι Πάουλα που μάλιστα προτείνεται από τον Μπενέλλι για εύφημο μνεία ενώ βαρύτατη είναι η ευθύνη του Στρατηγού Τζελόζο, που ήταν Διοικητής του Σώματος του Ιταλικού Στρατού στην Ελλάδα, καθότι η πολιτική των αντιποίνων κατά του άμαχου πληθυσμού, όπως αποδεικνύεται ξεκάθαρα από την έρευνα της κας Σανταρέλλι, αποτέλεσε επίσημη τακτική του Ιταλικού στρατού σε όλα τα Βαλκάνια.

https://el.wikipedia.org/wiki/Σφαγή_του_Δομένικου