Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος (86π.Χ.-35π.Χ)

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος (Gaius Sallustius Crispus, 1 Οκτωβρίου 86 π.Χ. – 13 Μαΐου 35 ή 34 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος ιστορικός και πολιτικός από ιταλική πληβεία οικογένεια. Γεννήθηκε στη χώρα των Σαβίνων (δίπλα στον ποταμό Τίβερη) και ήταν αντίπαλος της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος ήταν Ρωμαίος ιστορικός και πολιτικός από ιταλική πληβεία οικογένεια και  ήταν αντίπαλος της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

Τα πρώτα χρόνια του Σαλλούστιου

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος γεννήθηκε στο Αμίτερνο, πόλη της γης των Σαβίνων σε απόσταση 90 περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Ρώμης. και πέθανε στις 131 Μαρτίου του 35 ή ο 34π.Χ. Για την οικογένεια και τη ζωή του έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες. Επειδή εξελέγη δήμαρχος εικάζεται ότι καταγόταν από οικογένεια πληβείων. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο – το αξίωμα του δημάρχου μπορεί απλά να υποδηλώνει τον πολιτικό προσανατολισμό του Σαλλούστιου – και υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η οικογένεια του ιστορικού ανήκε στην τάξη των ιππέων ή τουλάχιστον είχε περιουσία της τάξεως των ιππέων. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Σαλλούστιος μετά τα πρώτα γράμματα, που έμαθε στην πατρίδα του, είχε τη ευχέρεια να μεταβεί στην Ρώμη για ανώτερες σπουδές, όπως συνήθιζαν οι νέοι των καλών και εύπορων οικογενειών. Άλλωστε η οικογένεια του διέθετε σπίτι στην πρωτεύουσα. Στις ανώτερες σπουδές του Σαλλούστιου συμπεριλαμβάνονταν και η γραμματική-λογοτεχνία και η ρητορική, ο ίδιος δε ομολογεί την ιδιαίτερη κλίση του στην ιστορία.

Πολιτική σταδιοδρομία του Γάιου Σαλλούστιου Κρίσπου

Αλλά η πολυτέλεια, η απληστία και η διαφθορά μέσα στην οποία κλυδωνιζόταν η νεολαία της εποχής του, δεν άφησαν ανεπηρέαστο και τον Σαλλούστιο, ο οποίος προσανατολίστηκε προς την πολιτική ως μέσο όχι μόνο ικανοποιήσεως της προδωπικής του φιλοδοξίας αλλά και εξασφάλισης πόρων για μια ανώτερη και πολυτελή διαβίωση.

Σε ηλικία περίπου 30 ετών, δηλαδή με τη συμπλήρωση του κατώτατου ορίου ηλικίας που απαιτούσε ο νόμος, εξελέγη ταμίας. Το 52 π.Χ. ο Σαλλούστιος διετέλεσε δήμαρχος και από τη θέση αυτή εκδηλώνεται σαφέστατα υπέρ του Καίσαρος και του «δημοκρατικού» κόμματος και αντιτίθεται με σφοδρότητα στον Κικέρωνα και το συντηρητικό κόμμα.

Ο Καίσαρας αμείβοντας τις υπηρεσίες του Σαλλούστιου και θέλοντας να του δώσει μια ευκαιρία να εφαρμόσει ο ίδιος τις αρχές και τις συμβουλές του, τον διόρισε διοικητή με τον τίτλο του ανθυπάτου, της νεοϊδρυθείσης επαρχίας της Νέας Αφρικής. Ο Σαλλούστιος ως διοικητής δεν απέφυγε τον πειρασμό να ιδιοποιηθεί πολλούς θησαυρούς του πρώην βασιλείου και πλουτίσει υπέρμετρα εις βάρος των διοικουμένων. Γι’ αυτό όταν το 45 π.Χ. όταν επανήλθε στη Ρώμη, κατηγορήθηκε για παράνομο πλουτισμό και κάκωση της επαρχίας. Με παρέμβαση όμως του πανίσχυρου Καίσαρα απέφυγε τη δίκη και την επαπειλούμενη καταδίκη.

Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44π.Χ.) ο Σαλλούστιος απογοητευμένος αποσύρεται από την πολιτική.

Ο Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος στρατιωτικός

Με την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Καίσαρος και Πομπηίου, ο Καίσαρας χρησιμοποίησε τον Σαλλούστιο σε διάφορες στρατιωτικές αποστολές. Στην πρώτη από αυτές εναντίον των Πομπηιανών στην Ιλλυρία ο Σαλλούστιος νικήθηκε. Το 47 ο Σαλλούστιος στάλθηκε από τον Καίσαρα στην Καμπανία ως μεσολαβητής, προκειμένου να κατευνάσει τη στάση των λεγεωνάριων εξαιτίας της καθυστέρησης των μισθών τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κινδύνεψε μάλιστα να χάσει και τη ζωή του από τους εξαγριωμένους λεγεωνάριους. Το 46 Π.Χ. συμμετέχει ως στρατηγός στον Αφρικανικό πόλεμο του Καίσαρα και σημείωσε μια αξιόλογη επιτυχία: κατόρθωσε να κυριεύσει τη νήσο Κερκίνα και τις πλούσιες προμήθειες και τα εφόδια που είχαν συγκεντρώσει εκεί οι Πομπηιανοί, προσφέροντας μεγάλη ανακούφιση στα στρατεύματα του Καίσαρος και ενισχύοντας σημαντικά την θέση του.

Το συγγραφικό έργο του Σαλλούστιου

Ο Σαλλούστιος έγραψε ένα λίβελλο κατά του Κικέρωνα και δύο παραινετικές-συμβουλευτικές επιστολές ή λόγους προς τον Καίσαρα. Τα έργα όμως που τον έκαναν γνωστό και ένδοξο είναι τα ιστορικά του.

  • Η συνωμοσία του Κατιλίνα ή Κατιλιναϊκός Πόλεμος (42-41 π.Χ.)
  • Ο Ιουγουρθικός Πόλεμος ή Ο Πόλεμος κατά του Ιουγούρθα (41-40π.Χ.)
  • Ιστορίες (μετά το 40π.Χ.)

Κρίσεις για τον Σαλλούστιο

Ο Σαλλούστιος υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες και γνώρισε πολλούς επικριτές και πολύ περισσότερες θαυμαστές διαμέσου των αιώνων. Οι σύγχρονοι του αντιμετώπισαν δυσμενώς το έργο του, αλλά έναν αιώνα μετά το θάνατο του οι θαυμαστές ήταν πολύ περισσότεροι από τους επικριτές του.

Η αδιάκοπη έρευνα και η διχογνωμία γύρω από το Σαλλούστιο και το έργο του είναι δείγμα του μεγέθους του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει να δώσει στα γεγονότα και στις μορφές μια πολυσημία, που αντικατοπτρίζει την πολυσημία των ιστορικών φαινομένων και της ζωής.

Πηγή: https://www.miet.gr/book-list/?author=salloystios

Please follow and like us:
error0

Το Κιλκίς (1200 π.χ.-…)

Το Κιλκίς είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κιλκίς και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κιλκίς στην Κεντρική Μακεδονία.

Πρόκειται για μία πόλη πλούσια σε ιστορία, κτισμένη στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Γεωργίου, όπου σώζεται η μεταβυζαντινή ομώνυμη εκκλησία, χτισμένη γύρω στο 1830. Το Κιλκίς είναι μία αναπτυσσόμενη επαρχιακή πόλη με αξιοσημείωτη βιομηχανική πρόοδο μετά την ίδρυση της η ίδρυση της Βι.Πε. Σταυροχωρίου. Το 2011 η πόλη είχε μόνιμο πληθυσμό 22.740 και ο Δήμος 51.710 μόνιμους κατοίκους. Απέχει 48 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, 66 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» και γειτνιάζει με την ελληνοσκοπιανή μεθόριο.

Μνημείο για την πολύνεκρη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου), κατά την οποία οι ελληνικές απώλειες ξεπέρασαν τις 10.000
Το μνημείο για τη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά

Το όνομα του Κιλκίς

Η πόλη πήρε το όνομά της από την αρχαία πόλη Καλλικώς, που στη συνέχεια ως Ρωμαϊκός σταθμός του 1ου αιώνα π.Χ. ονομάζονταν Κάλλικουμ (Callicum). Callicum ή Καλλικώς ήταν το δερμάτινο κόσκινο με το οποίο συλλέγονταν ο χρυσός από τον ποταμό Εχέδωρο. Άλλωστε ο ποταμός πήρε την ονομασία “Γαλλικός” από τον οικισμό Καλλικό. Σήμερα ο οικισμός Καλλικώς/Καλλικός έχει ταυτιστεί με την Κολχίδα Κιλκίς, όπου υπάρχουν ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά ερείπια οικισμού. 

Τα αρχαία χρόνια του Κιλκίς

Η περιοχή υπήρξε γνωστή από την εποχή του Τρωικού πολέμου ως κατοικία των Παιόνων με πρωτεύουσα την Αμυδώνα (Αξιοχώρι). Οι Παίονες συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο με τον βασιλιά Πυραίχμη και τον Αστερόπαιο. Στο ανατολικό τμήμα της περιοχής ζούσαν οι Κρήστωνες σε πόλεις όπως το Ίωρον (Παλατιανό) και οι Κλιταί (Ξυλοκερατιά). Ο λόφος και η γύρω περιοχή κατοικούνται από την αρχαϊκή εποχή, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα. Τον 12ο π.χ. αι. η περιοχή της Παιονίας κατοικήθηκε από Κρήτες, που ονομάστηκαν Βοττιαίοι, από τον οικιστή Βόττωνα. Τότε ιδρύθηκαν οι πόλεις Αταλάντη (Αξιούπολη), Γόρτυνα (Γοργόπη) και Ειδομένη. Οι Φρύγες επιδρομείς εγκαθίστανται στη περιοχή στις αρχές της αρχαϊκής εποχής και ιδρύουν την Βαϊρό (Κάστρο) και τις Βραγύλες (Μεταλλικό). Τα κλασικά χρόνια, η περιοχή αποτελεί τμήμα του Μακεδονικού Βασιλείου. Ιδρύονται σημαντικές ελληνικές πόλεις όπως η Μορρία Ύλη (Άνω Απόστολοι), η Καλλίνδοια και η Ευρωπός. Την ρωμαϊκή εποχή (1ος μ.χ. αι.) ιδρύεται το Callicum (ή Gallicum), η σημερινή πόλη Κιλκίς – όπου υπήρχε χρυσός από τον ποταμό Εχέδωρο (Γαλλικός)- και η πόλη Ταυριανά (Πολύκαστρο). Το Καλλίκουμ αποτελούσε επίσης σημαντικό σταθμό στη δημόσια Ρωμαϊκή όδο που διέρχονταν την περιοχή.

Το Κιλκίς στα Βυζαντινά χρόνια

Με την προσχώρηση των κατοίκων της περιοχής στο Χριστιανισμό ιδρύεται η Επισκοπή Καλλικού. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. ιδρύεται στον λόφο του σημερινού Κιλκίς, η «μονή της Παναγίας της Καλλικούς» και γύρω από αυτή εξελίσσεται ένα μικρό πόλισμα.

Κατά τον 10ο αιώνα με την ίδρυση της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, η πόλη Καλλικόν λεηλατείται από τους Βούλγαρους και πολλοί κάτοικοί της μεταναστεύουν στην Καλαβρία της Νοτίου Ιταλίας, που τότε ανήκε στο Βυζάντιο. Ίδρυσαν εκεί την πόλη Γαλλικιάνο (Gallicianò), όπου μέχρι σήμερα οι κάτοικοι γνωρίζουν την καταγωγή τους από το Καλλικόν της Μακεδονίας και διατηρούν την ελληνική τους συνείδηση και παράδοση. Λόγω της εκτεταμένης καταστροφής του 10ου αιώνα παύει και η Επισκοπή Καλλικού. Η σύγχρονη πόλη δημιουργήθηκε από τους κατοίκους του κατεστραμμένου Καλλικού, μετά το 1014, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ κατέστρεψε το Βουλγαρικό στρατό και επανήλθε η ηρεμία στην περιοχή. Πολλοί κάτοικοι του Καλλικού συνέρρευσαν τότε στη μονή της Παναγίας της Καλλικούς και το ήδη υπάρχον πόλισμα εξελίχτηκε σε κωμόπολη με το όνομα Καλλικούς και μετέπειτα, εκ παραφθοράς, Καλκούσι.

Το 1246 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης εκστράτευσε και επετέθη κατά των Βουλγάρων. Ο Ιωάννης ανέκτησε την περιοχή από τον Αξιό έως τον ποταμό Έβρο ενσωματώνοντας την περιοχή στην βυζαντινή Αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Με την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους τον 10ο αιώνα, το Κιλκίς καταστρέφεται από τους κατακτητές και οι κάτοικοι μεταναστεύουν στη νότια Ιταλία. Μετά το 1014, με την καταστροφή του βουλγαρικού στρατού από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄, η πόλη ξανακτίζεται. Τον 14ο αιώνα η περιοχή, που ανήκε σε γαιοκτήμονες του Βυζαντίου, αναφέρεται  ως «κτήμα Γαλλικός».

Το Κιλκίς κατά την τουρκοκρατία

Η πόλη είναι γνωστή ως Κίλκισι και από τον 15ο αιώνα αποκτά πολιτική σταθερότητα και ακμάζει στο τομέα της μεταξουργίας και υφαντουργίας. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ανήκε στο τσιφλίκι του Γιουρούκ Χασάν Αγά, ενώ γύρω στα 1765 ενσωματώθηκε στο τσιφλίκι του Αβδούλ Αγά από την οικογένεια των γαιοκτημόνων Χαμπεντέρογλου της Δοϊράνης. Στα 1780, η περιοχή δόθηκε  από την Πύλη, στον Γιουσούφ Μπέη της οικογένειας Εβρενός.

Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1530, το Κιλκίς είχε 195 χριστιανικά νοικοκυριά. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ανήκε στο τσιφλίκι του Γιουρούκ Χασάν Αγά, ενώ γύρω στα 1765 ενσωματώθηκε στο τσιφλίκι του Αβδούλ Αγά από την οικογένεια των γαιοκτημόνων Χαμπεντέρογλου της Δοϊράνης. Το Κιλκίς αναφέρεται τον 17ο αιώνα ως σημαντικό αγροτοεμπορικό Κέντρο. Το «χωρίον Κηλκήση» αναφέρεται σε εκκλησιαστικό κώδικα του 1732. Στα μέσα του 18ου αιώνα η πρωτεύουσα του καζά Αβρέτ Χισάρ (σημ. Γυναικοκάστρου) μεταφέρθηκε από το Γυναικόκαστρο στο Κιλκίς. Στα τέλη του 18ου αιώνα, το Κιλκίς αποτελούσε τσιφλίκι του Γιουσούφ Μουχλίς πασά, γιου του Ισμαήλ μπέη από τις Σέρρες.

Το Κιλκίς στην Επανάσταση του 1821

Οι Κιλκισιώτες συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821 με αποτέλεσμα να δεχτούν τα Οθωμανικά αντίποινα μετά την καταστολή των εξεγέρσεων στη Μακεδονία. Έτσι το Κιλκίς καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Από τότε ο Ελληνισμός της πόλης συρρικνώθηκε ανεπανόρθωτα, καθώς άρχισαν να εγκαθίστανται Βούλγαροι αγροτοεργάτες προκειμένου να καλύψουν το κενό στα τσιφλίκια.

Το Κιλκίς πριν το Μακεδονικό Αγώνα

Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκίνησε να διαδίδεται στο Κιλκίς η βουλγαρική εθνική ιδεολογία. Το 1869, προκειμένου να αποτρέψει τη μαζική προσχώρηση της τοπικής ορθόδοξης κοινότητας στην Καθολική Εκκλησία, οι ουνίτες προσηλυτιστές της οποίας δραστηριοποιούνταν στην περιοχή εκμεταλλευόμενοι τους αναδυόμενους εθνικούς ανταγωνισμούς, το Πατριαρχείο απέστειλε στο Κιλκίς ένα Βούλγαρο ιερέα. Όταν το 1874 υπήρξε συνεννόηση μεταξύ της Εξαρχίας και του Πατριαρχείου για την απομάκρυνση των εξαρχικών επισκόπων από τη Μακεδονία, περίπου 1.200 οικογένειες Κιλκισιωτών υπό τον εξαρχικό επίσκοπο Νείλο Ισβόρωφ πέρασαν στην Ουνία, εξακολουθώντας να τελούν τις θρησκευτικές τελετές στη βουλγαρική, αποφεύγοντας την εισφορά στον πατριαρχικό επίσκοπο και επωφελούμενοι από τη δωρέαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρείχε το προσωπικό της Ουνίας. Μετά το 1878, την ίδρυση της ανεξάρτητης Βουλγαρίας και την εξασφάλιση ύπαρξης βουλγαρικής εθνικής εκκλησίας, η ουνιτική κοινότητα του Κιλκίς συρρικνώθηκε, αριθμώντας 300 οικογένειες το 1897 και μόλις 30, έναντι περ. 1.400 εξαρχικών οικογενειών, το 1909.

Το 1874 ο πληθυσμός του καζά του Αβρετ-Χισάρ ήταν σχεδόν αποκλειστικά βουλγαρικός, όπως μας πληροφορεί ο πρόξενος της Αυστροουγγαρίας φον Κναπ σε έκθεσή του προς τον υπουργό κόμη Αντράσσυ. Το 1884 το Κιλκίς αριθμούσε γύρω στους 800 κατοίκους. Η πλειοψηφία των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν Έλληνες, όπως μας πληροφορεί ο Βρετανός πρόξενος Θεσσαλονίκης Τσαρλς Μπλαντ (Charles Blunt) σε απόρρητη έκθεσή του προς την Βρετανική πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, στις 15 Μαρτίου του 1885.  Στο Κιλκίς αναφέρονται μετά το 1850 δύο Ελληνικές εκκλησίες, της Παναγίας του Κιλκίς, στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Γεωργίου και ο Άγιος Γεώργιος (που αργότερα καταλήφθηκε προσωρινά από τους Ουνίτες), καθώς και ένα Ελληνικό σχολείο. Η εκκλησία της Παναγίας (χρονολογείται ήδη από τον 5ο αιώνα, καθώς ήταν το καθολικό της μονής) καταστράφηκε από ουνίτες και εξαρχικούς το 1886, κατά τη διάρκεια των εθνικών ανταγωνισμών. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε το 1830 πάνω σε ερείπια Βυζαντινού ναού, και αγιογραφήθηκε από το Γεώργιο από τη Χαλάστρα και τον Εμμανουήλ από τα Γιαννιτσά. Σύμφωνα με την καταγραφή του οδοιπόρου Σχινά το 1884, το Καλκίς (ή Καλκίτσι, Κιλκίς ή Κουκούσι) βρισκόταν κτισμένο στις πλαγιές ενός λόφου σε υψόμετρο 282 μ., αριθμούσε περίπου 380 οικογένειες χριστιανικές και μουσουλμανικές, ήταν η «ἑστία τοῦ βουλγαρισμοῦ» στην επαρχία και 53 μέτρα ψηλότερα από αυτό βρισκόταν ένα «μοναστήριον ἑλληνικόν» ισομέγεθες με τη Μονή Δαφνίου.

Το 1892 ο ιδιοκτήτης τσιφλικιού στο γειτονικό Γιάννες ή Ενέσοβο (σημ. Μεταλλικό) έγραφε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη ότι το Κιλκίς είχε πληθυσμό περίπου 6.000, από τους οποίους χίλιοι περίπου ήταν μουσουλμάνοι, χίλιοι ουνίτες, τέσσερεις χιλιάδες εξαρχικοί και ορθόδοξοι «κατ’ όνομα μεν δυο τρεις, κατ’ ουσίαν δε ουδείς», και λειτουργούσε ως κέντρο της βουλγαρικής δράσης. Σε όλα τα έγγραφα πρακτόρων της ελληνικής δράσης στη Μακεδονία το Κιλκίς μαζί με την πέριξ αγροτική χώρα, ο έλεγχος της οποίας επηρέαζε τον έλεγχο και της γειτονικής Θεσσαλονίκης, περιγράφεται ως στερούμενο ελληνικού ή ελληνίζοντος πληθυσμού, στην παρουσία του οποίου στηρίζονταν τα εθνολογικά επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς. Από το Κιλκίς κατάγονταν και εκεί μεγάλωσαν σημαίνοντα στελέχη της ΕΜΕΟ, όπως ο Ιβάν Χατζηνικόλωφ και ο Γκότσε Ντέλτσεφ.

Όταν στις αρχές του 1901 οι οθωμανικές αρχές έλαβαν έκτακτα μέτρα για να καταστείλουν τη δράση της ΕΜΕΟ, προβαίνοντας σε συλλήψεις, φυλακίσεις και συνοπτικές καταδίκες ανταρτών, μελών και συμπαθούντων της οργάνωσης ιδίως στην περιοχή του Κιλκίς, και συλλαμβάνοντας 25 μέλη των Κομιτάτων στην πόλη, αξιωματούχοι του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών και ο επίσκοπος Πολυανής Παρθένιος θεώρησαν τη στιγμή κατάλληλη για να προσπαθήσουν σε συνεργασία με τις οθωμανικές αρχές να ανακαταλάβουν το χαμένο έδαφος στην περιοχή του Αβρέτ-Χισάρ και ιδίως στο Κιλκίς, που ήταν κέντρο διάδοσης της βουλγαρικής δράσης. Το Μάρτιο του 1901 ο Παρθένιος επισκέφθηκε το Κιλκίς και έλαβε τη διαβεβαίωση από έναν ντόπιο δάσκαλο ότι θα ήταν δυνατό να συγκεντρωθούν 20 υπογραφές ντόπιων ότι ήταν Ορθόδοξοι πατριαρχικοί ώστε να δημιουργηθεί ελληνική κοινότητα στην πόλη. Σε ανταπόκριση της αθηναϊκής εφημερίδας Εμπρός στις 21 Μαρτίου 1901 γράφηκε ότι στο Κιλκίς, «ακρόπολι του Βουλγαρισμού της Μακεδονίας», 42 οικογένειες αιτήθηκαν την επάνοδό τους στην Ορθοδοξία. Όταν ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, στον οποίον είχε απευθυνθεί ο Παρθένιος, έστειλε έναν επίτροπό του στην πόλη τον επόμενο μήνα, 16 αρχηγοί οικογενειών, εκπρόσωποι 41 ατόμων, υπέγραψαν μια αναφορά με την οποία ζητούσαν την αποστολή πατριαρχικού ιερέα και τη σύσταση σχολείου. Καθώς, ωστόσο, δεν τους καταβλήθηκαν προκαταβολικά τα υπεσχημένα ποσά, δεν παρουσιάστηκαν στον καϊμακάκη για να ζητήσουν την αλλαγή της καταχώρησης του μιλλέτ τους από «μπουλγκάρ» σε «ρουμ» στα διαμονητήριά τους («νουφούζια») και το Μάιο ο αρχιερατικός επίτροπος εγκατέλειψε την προσπάθεια. Τον Ιούλιο το έργο της σύστασης ελληνικής κοινότητας ανέλαβε ένας αρχιμανδρίτης του Πατριαρχείου που υπηρετούσε ως αρχιερατικός επίτροπος στα Σκόπια, που λίγο μετά την άφιξή του συνέταξε ένα πολυδάπανο σχέδιο δράσης σε μία έκθεση προς το ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, όμως, κρίθηκε αμφίβολης αποτελεσματικότητας από τον υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμανό. Το 1903 στάλθηκε ένας νέος αρχιερατικός επίτροπος στο Κιλκίς για να μη χαθεί η ελπίδα ανάκτησής του από την ελληνική πλευρά και το 1904 έγινε προσπάθεια σε συνεννόηση με το Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Χιλμή πασά να αλλαχθεί ο εχθρικά διακείμενος καϊμακάμης του Κιλκίς.

Από την πόλη του Κιλκίς κατάγονταν οι Μακεδονομάχοι Γεώργιος Σαμαράς, Ιωάννης Δοϊρανλής και Πέτρος Κουκίδης καθώς και οι Ευαγγελία Τραϊανού Τζούκου και Αικατερίνη Σταμπουλή. Επίσης, σημαντική ήταν η προσφορά της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Η οικογένεια Χατζηλαζάρου διατηρούσε μεγάλο κτήμα στο Μεταλλικό, του οποίου τη σοδειά διέθετε για τη χρηματοδότηση του Μακεδονικού Αγώνα. Το κτήμα αποτέλεσε και καταφύγιο των Μακεδονομάχων στην περιοχή.

Το Μάρτιο του 1905 στο ελληνικό σχολείο φοιτούσαν 12 παιδιά, ενώ τον Ιούλιο η «Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα Κιλκισίου» αριθμούσε δύο οικογένειες.  Σε μία έκθεση προς το υπουργείο εξωτερικών το Μάιο του 1905 ο ιδρυτής ενός «Μακεδονικού Συνδέσμου» στην Καβάλα, προέκρινε σε περίπτωση αποτυχίας των προσηλυτιστικών ενεργειών των Ελλήνων στο Κιλκίς τη «δι’ οιωνδήποτε μέσων διαγραφή αυτού από του χάρτου».

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Τον Οκτώβριο του 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, οι κάτοικοι του Κιλκίς υποδέχθηκαν πανηγυρικά το βουλγαρικό στρατό. Δυο μήνες αργότερα η πόλη έγινε πρωτεύουσα της «επαρχίας Θεσσαλονίκης» της νεοσύστατης Βουλγαρικής Στρατιωτικής Διοίκησης Μακεδονίας. Τον πρώτο καιρό της βουλγαρικής κυριαρχίας, παραστρατιωτικές ομάδες κομιτατζήδων εξαπέλυσαν διωγμό εναντίον των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, με αποτέλεσμα το 1913 οι περισσότεροι να έχουν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη και μόνο 22 από τις 300 μουσουλμανικές οικογένειες της πόλης να έχουν παραμείνει εκεί.

Στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 ο ελληνικός στρατός εισήλθε στο Κιλκίς μετά από την τριήμερη, πολύνεκρη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου), κατά την οποία οι ελληνικές απώλειες ξεπέρασαν τις 10.000, αλλά αποτέλεσε καθοριστικό βήμα για την τελική, νικηφόρα για την Ελλάδα έκβαση του πολέμου. Όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στο Κιλκίς το πρωί της 21ης Ιουνίου/4ης Ιουλίου, βρήκε την πόλη έρημη, καθώς οι περισσότεροι κάτοικοί της, που ήταν Βούλγαροι, 7.000 συνολικά, μετά από προτροπή του Βούλγαρου επισκόπου είχαν ακολουθήσει τον υποχωρούντα βουλγαρικό στρατό, με την εξαίρεση 400 αμάχων που βρήκαν καταφύγιο στο καθολικό ορφανοτροφείο της πόλης και 70 ατόμων που παρέμειναν στην πόλη και μάλλον σκοτώθηκαν. Προς το απόβραδο της ίδιας μέρας το Κιλκίς, αφού λεηλατήθηκε, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τον ελληνικό στρατό. Οι Κιλκισιώτες που εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στη Βουλγαρία εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους στη Σόφια.

Το Κιλκίς μετά την απελευθέρωση του

Στην κατεστραμμένη πόλη ήρθαν τον Αύγουστο του 1913 και εγκαταστάθηκαν Έλληνες Μακεδόνες πρόσφυγες από τις πόλεις Στρώμνιτσα, Τίκφες και Γευγελή της βόρειας Μακεδονίας. Οι Στρωμνιτσιώτες έφεραν μαζί τους το λείψανο του αγίου Πέτρου, ενός εκ των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων πολιούχων της Στρώμνιτσας, που καθιερώθηκαν από τότε και ως πολιούχοι του Κιλκίς, και έδωσαν στην πόλη την ονομασία «Νέα Στρώμνιτσα». Το επόμενο έτος, 1914, εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς Θρακιώτες από το Ακαλάν (σήμερα Μπελοπόλιανε) και τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας, λόγω των διώξεων των Βουλγάρων, και από τη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Από το 1913 έως το 1919 οι περισσότεροι Έλληνες των περιοχών αυτών μετακινήθηκαν εντός Ελληνικής επικράτειας στη Μακεδονία σύμφωνα με τη χάραξη των νέων συνόρων. Οι τελευταίοι Έλληνες της Στενημάχου, 304 οικογένεις, ήρθαν ως πρόσφυγες στο Κιλκίς το 1925 σύμφωνα με όσα είχε προβλέψει λίγα χρόνια νωρίτερα η Συνθήκη του Νεϊγύ. Οι Θρακιώτες πρόσφυγες της Στενημάχου τιμούν την Παναγία Ελεούσα και τον Άγιο Τρύφωνα προστάτη των αμπελοκαλλιεργητών καθώς ασχολούνταν με την καλλιέργεια της αμπέλου.

Σε ανάμνηση της νικηφόρας για την Ελλάδα μάχης του Κιλκίς-Λαχανά το Πολεμικό Ναυτικό ονόμασε το 1914 ένα θωρηκτό με το όνομα της πόλης, το θωρηκτό Κιλκίς (πρώην USS Mississippi) και το 1925 ο εισηγητής μετονομασίας των μη ελληνικών τοπωνυμίων της Μακεδονίας Βασίλειος Κ. Κολοκοτρώνης πρότεινε τη διατήρηση της παλαιάς ονομασίας της πόλης.

Το 1915 οι Θρακιώτες και Μακεδόνες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη (από από το Ακαλάν (σήμερα Μπελοπόλιανε) της Ανατολικής Ρωμυλίας, τη Στρώμνιτσα και τη Βιζύη) επανέκτησαν τον ναό του Αγίου Γεωργίου, καθώς τον κατείχαν ακόμα Ουνίτες. Τότε, αποκαλύφθηκαν οι παλαιότερες ελληνικές γραφές στις αγιογραφίες, αφού ξύστηκαν οι νεώτερες κυριλλικές που είχαν προστεθεί.

Η πόλη επεκτάθηκε εγγύτερα στη σιδηροδρομική γραμμή της Θεσσαλονίκης ώστε να μπορέσει να δεχτεί και τους Έλληνες πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, τη Σερβία και τη Μικρά Ασία.

Κατοχή, Εθνική Αντίσταση και Απελευθέρωση (1941-44)

Η πόλη του Κιλκίς περιήλθε υπό Βουλγαρική κατοχή το 1943, όταν η Βουλγαρική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε, ώστε να συμπεριλάβει τις περιφέρειες του Κιλκίς και της Χαλκιδικής. Οι Βούλγαροι ακολούθησαν πολιτική βίαιου εκβουλγαρισμού με απώτερο σκοπό την προσάρτηση της περιοχής στη Βουλγαρία, αλλά εμποδίστηκαν σ’ αυτό από τους Γερμανούς συμμάχους τους, που φοβήθηκαν μια αποσταθεροποίηση της Ελλάδας, αν οι Βούλγαροι συνέχιζαν την πολιτική τους. Η περιοχή έγινε μείζον κέντρο αντάρτικης αντιστασιακής δράσης πριν απελευθερωθεί το 1944.

Στις 4 Νοεμβρίου 1944 έλαβε χώρα η Μάχη του Κιλκίς (1944) μεταξύ του ΕΛΑΣ, από τη μία πλευρά, και εθνικιστικών ομάδων-συνεργατών του ναζιστικού Γ΄ Ράιχ και Ταγμάτων Ασφαλείας της Μακεδονίας, από την άλλη. Η μάχη διήρκεσε 9 ώρες και κατέληξε σε πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ.

Το Κιλκίς σήμερα

Σήμερα η περιοχή βρίσκεται σε γενική ανασυγκρότηση, οικονομική και πολιτισμική, και δέχεται τον επισκέπτη της στα πλούσια από άποψη φυσικής ομορφιάς μέρη της με μεγάλη ευχαρίστηση.

Πηγή: http://www.golden-greece.gr/places/makedonia/kilkis/kilkis_kilkis.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κιλκίς

Πηγή: https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?InfoId=28&Code=EGRMKL0p&PrimeCode=EGRMKL0p&Level=6&PrimeLevel=6&lng=1

Please follow and like us:
error0

Οι Σέρρες (1200 π.Χ.-…)

Οι Σέρρες είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας. Κτίστηκαν πριν από 3200 χρόνια. Η πόλη ιδρύθηκε στη σημερινή θέση, καθώς ο λόφος της Ακροπόλεως ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος για την οχύρωσή της. Πρόκειται για ένα από τα πιο ταραγμένα σταυροδρόμια της Ευρώπης, πέρασμα πληθώρας στρατών και λαών, είναι μια από τις λίγες αρχαίες πόλεις του πολύπαθου ελληνικού χώρου που κατόρθωσε να διατηρήσει αδιάλειπτη ζωή από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι σήμερα. Ο Ηρόδοτος την αναφέρει με το όνομα Σίρις και τον εθνικό προσδιορισμό «Παιονική», τους δε κατοίκους Σιροπαίονες. Μετά τον Ηρόδοτο, τη μνημονεύει ο Θεόπεμπος ως Σίρρα, το εθνικόν Σιρραίος. Αργότερα, ο Ρωμαίος Τίτος Λίβιος την αποκαλεί Siras (= Σίραι, στον πληθυντικό) και την εντοπίζει στην Οδομαντική. Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει: «Σίρις εν Παιονία» και «Σιριοπαίονες».

Το αρχαιότερο επιγραφικό μνημείο που διασώζει τη γραφή «Σιρραίων πόλις» είναι ρωμαΐκής εποχής και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Με το όνομα Σέρραι μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα με την παραλλαγή Φέρραι. Το όνομα Σίρις προέρχεται, ίσως, από την λέξη σίριος = ήλιος.

Σέρρες, Οχυρό Ρούπελ
Μνημείο πεσόντων στο Οχυρό Ρούπελ

Η Αρχαιότητα των Σερρών

Η ίδρυση της πόλης ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Το 496 π.Χ. ο σατράπης των Περσών στη Θράκη Μεγάβαζος εκστράτευσε εναντίον των κατοίκων της Σίριος μετά από εντολή του βασιλιά των Περσών, Δαρείου Α. Οι ηττημένοι Σιριοπαίονες οδηγήθηκαν ως σκλάβοι στην Ασία, αφού παρέδωσαν τη χώρα τους στους Θράκες Οδόμαντες. Η πόλη ονομάστηκε τότε Σίρις ή Όδομαντική.

Ο ιστορικός Θεόπομπος τη χαρακτηρίζει θρακική πόλη, πριν ακόμη αποτελέσει τμήμα του βασιλείου του Φιλίππου Β’ (357 π.Χ.). Ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος αναφέρει ότι ο ύπατος Αιμίλιος Παύλος είχε στρατοπεδεύσει σε πεδιάδα κοντά στην πρωτεύουσα της Οδομαντικής. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Μακεδονίας και τη διαίρεση της σε τέσσερα τμήματα, η πόλη έχασε την αυτονομία της και προσαρτήθηκε στο πρώτο τμήμα με πρωτεύουσα την Αμφίπολη.

Η αρχαία πόλη περιλάμβανε την περιτειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του λόφου αλλά το κυρίως αστικό τμήμα της, που απλωνόταν στις νότιες επικλινείς υπώρειες, ανάμεσα σε δύο χείμαρρους. Η ρωμαϊκή νεκρόπολη ξεκινούσε από τη ΝΔ παρειά του λόφου και εκτεινόταν και την απέναντι όχθη του χειμάρρου, της Κλομπιοτίτζας. Εκεί, αποκαλύφτηκαν αρκετά ρωμαϊκά επιτύμβια ενεπίγραφα μνημεία, που μας πληροφορούν για την κοινωνική, θρησκευτική και πολιτική οργάνωση της πόλης. Από αυτά γνωρίζουμε ότι το άστυ είχε ανεξάρτητη διοίκηση και διέθετε δήμο, βουλευτές, αγορανόμους, γυμνασίαρχο, αρχιερέα και αγωνοθέτη. Επί βασιλείας του Σεπτίμιου Σεβήρου (192-211 μ.Χ.), η Σίρις κατείχε σημαντική θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες πόλεις της Οδομαντικής, οι οποίες είχαν συγκροτήσει μάλιστα κοινή συνομοσπονδία , «Πεντάπολη», με έδρα την ίδια.

Διασώθηκαν ελάχιστα αρχαιολογικά ευρήματα από την πρώτη ιστορική εποχή των Σερρών, όπως μερικά μελανομβαφή όστρακα του 6ου ή του 7ου αιώνα π.Χ. στην Ακρόπολη. Πλουσιότερα είναι τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής: μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές επιτάφιες, τιμητικές και αναθηματικές.

Οι Σέρρες στη Ρωμαϊκή εποχή

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σίρρα, κατά τη λεγόμενη δημοκρατική περίοδο, παρήκμασε, ως συνέπεια των βαρβαρικών επιδρομών, καθώς και της κατάχρησης εξουσίας από τους Ρωμαίους. Κατά την αυτοκρατορική περίοδο, ωστόσο, και ως τις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, χάρη στη ρωμαϊκή ειρήνη (pax Romana), γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Κατά τη μεγάλη κρίση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (235-284 μ.Χ.), η πόλη παρακμάζει και μόνο στα χρόνια του Διοκλητιανού, με τις διοικητικές του μεταρρυθμίσεις (σύστημα Τετραρχίας), κατάφερε πάλι να ορθοποδήσει.

Από τις ενεπίγραφες πλάκες, που σώθηκαν από τη Ρωμαϊκή εποχή, φαίνεται ότι είχε βουλή που απεφάσιζε για τα κοινά της πόλεως. Σε μια ενεπίγραφη πλάκα, που φυλάγεται στο μουσείο, γράφει: «Βουλευόντων και βουλευσαμένων εδεδόχθαι…» να αναγείρουν τιμητικό ψήφισμα για τον ευεργέτη Αντώνιο Ρεβίλο και για τον Κτησίφονα που χρημάτισε βουλευτής και αγορανόμος «Βουλεύσας και αγορανόμησας». Επίσης η πόλη των Σερρών διοργάνωνε γυμναστικούς αγώνες στο στάδιό της. Σώθηκαν δυο ενεπίγραφες πλάκες που αναφέρουν τη διοργάνωση των γυμναστικών αγώνων. Επίσης βρέθηκε Ρωμαϊκό νεκροταφείο με θολωτούς τάφους του 1ου μ.χ. αιώνα καθώς και πολλές επιτύμβιες πλάκες που φυλάγονται στο αρχαιολογικό μουσείο τη πόλεως. Η ανάπτυξη της πόλεως των Σερρών μετά από τόσες καταστροφές οφείλεται και στη μακροχρόνιο ειρήνη των 250 χρόνων που επικράτησε . Το βιοτικό της επίπεδο ανέβηκε, το εμπόριο της αναπτύχθηκε και ο πληθυσμός της αυξήθηκε. Πάντως από όλες τις ενεπίγραφες πλάκες που διασώθηκαν φαίνεται ότι ομιλείτο η ελληνική γλώσσα. 

Ο Χριστιανισμός διαδόθηκε πολύ ενωρίς στις Σέρρες και στην περιοχή της. Ο Απόστολος Παύλος πέρασε τρεις φορές από την περιοχή αυτή διερχόμενος από την Εγνατία οδό κατά την Β΄ και Γ΄αποστολική περιοδεία.

Οι Σέρρες στη Βυζαντινή εποχή

Στη βυζαντινή εποχή η περιφέρεια των Σερρών ήταν από τις πρώτες της αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα ενδιαφέρονταν οι αυτοκράτορες για την οχύρωση και τη διοίκησή της. Διόριζαν ως πολιτικούς και στρατιωτικούς διοικητές αυτής διακεκριμένα πρόσωπα όπως π. χ το Μιχαήλ Παλαιολόγο τον μετέπειτα, (1259-1282) αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος στο νομό Σερρών εξόντωσε τα βουλγαρικά στρατεύματα του Σαμουήλ το 1014 μ. Χ.

Ο Ιεροκλής, τον 6ο μ. Χ αιώνα, χαρακτηρίζει τις Σέρρες την πιο σημαντική πόλη της 7ης επαρχίας του Ιλλυρικού. Ήταν πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνος που περιλάμβανε όλη την Ανατολική Μακεδονία.

Στα χρόνια των Ανδρονίκων Παλαιολόγων και Καντακουζινών, οι Σέρρες υπήρξαν στο δυναστικό πόλεμο το κέντρο του ενδιαφέροντος και το μήλο της έριδος όλων των παρατάξεων. Κατ’ επανάληψη την πολιόρκησαν μέχρι που τις κατέλαβαν οι Σέρβοι το 1345.

Αυτοί έκαναν τις Σέρρες πρωτεύουσα του κράτους του πριγκιπάτου των Σερρών με βασιλιά στην αρχή το γιό του Ντιουσάν, Ούρεση, μετά την Ελένη του Κράλλη και τέλος τον Ούγκλεση.

Οι Σέρρες στην Τουρκοκρατία

Η πόλη των Σερρών κατά την περίοδο αυτή ανήκε στο ομώνυμο σαντζάκι του βιλαετιού Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε πρωτεύουσα του καζά. Υπήρξε αξιόλογο διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Η γεωργική παραγωγή και τα κτηνοτροφικά της προϊόντα, καθώς και η σπουδαία γεωγραφική της θέση προσέφεραν στους κατοίκους οικονομική ευρωστία. Φημισμένα ήταν τα σερραϊκά εργαστήρια υφαντικής και χρυσοχοΐας. Η εβδομαδιαία υπαίθρια αγορά (παζάρι) την Τρίτη και το ετήσιο πανηγύρι διευκόλυναν τις εμπορικές συναλλαγές. Μεγάλοι ευρωπαϊκοί και παραδουνάβιοι οίκοι είχαν ιδρύσει εδώ διάφορα εμπορικά υποκαταστήματα. Εγκατάσταση εβραϊκής κοινότητας μαρτυρείται από τις αρχές ακόμη του 16ου αιώνα.

Οι Χριστιανοί κάτοικοι της εμφανίζονται καλά οργανωμένοι στην τοπική κοινότητα και την Εκκλησία. Η δωδεκαμελής κοινοτική επιτροπή από εκπροσώπους των συντεχνιών εκλεγόταν από όλους τους Έλληνες στην καταγωγή πολίτες. Οι Οθωμανοί από τη δική τους πλευρά διέθεταν μία σχετικά ισχυρή και τοπικά κυρίαρχη τάξη προκρίτων (αγιάνηδων), που ήταν γαιοκτήμονες, φορομισθωτές και εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας. Την εποχή της παντοδυναμίας του φιλοπροόδου διοικητή της Ισμαήλ μπέη (1795-1813), οι Σέρρες αριθμούσαν 30.000 περίπου κατοίκους. Από αυτούς οι μισοί σχεδόν ήταν Τούρκοι.

Οι Σερραίοι πήραν μέρος στο πρώτο επαναστατικό κίνημα κατά των Τούρκων, που εκδηλώθηκε αμέσως μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Η μύηση τους στη Φιλική Εταιρία πραγματοποιήθηκε από το Γιάννη Φαρμάκη. Πρώτος ασπάσθηκε τις αρχές της ο μητροπολίτης Χρύσανθος. Ακολούθησαν και άλλοι προύχοντες, ανάμεσα τους και ο αρχιστράτηγος των Μακεδονικών δυνάμεων Εμμανουήλ Παπάς (1772 – 1821), ο οποίος διέθεσε όλη του την περιουσία και θυσίασε την πολυμελή του οικογένεια για την απελευθέρωση της πατρίδας του.

Οι Σέρρες και ο Μακεδονικός Αγώνας

Η πόλη κατά την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα (1904 – 1908), υπήρξε μαζί με την Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, βασικό κέντρο οργάνωσης και καθοδήγησής του. Στο τέλος του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, ένα μεγάλο τμήμα των Σερρών πυρπολήθηκε και ερειπώθηκε από τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Αλλά, είχαν σημάνει πια οι καμπάνες της ελευθερίας ύστερα από δουλεία 530 χρόνων. Έφτασε η πιο μεγάλη ώρα των Σερρών. Στην τυραννισμένη πολιτεία μπήκε η VII Ελληνική μεραρχία. Ο μέραρχος Ναπολέοντας Σωτήλης με προκήρυξη που εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 1913, εξήγγειλε ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας».

Β΄ Βουλγαρική Κατοχή στις Σέρρες

Το 1916, μονάδες της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας κατέλαβαν τις Σέρρες όπως και άλλες πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας. Κατά συνέπεια πέθαναν 3.000 περίπου άτομα λόγω των κακουχιών, της πείνας και γενικά της κακομεταχείρισης του ελληνικού πληθυσμού. Ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός προέβαινε σε φυλακίσεις, βιαιοπραγίες και βασανισμούς των κατοίκων της πόλης και των χωριών.

Μετά τον Ιούνιο του 1917 συνελήφθησαν 3.000 περίπου άνδρες από την πόλη των Σερρών και τα χωριά και εκτοπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Βουλγαρίας ως όμηροι για καταναγκαστική εργασία. Το καλοκαίρι του 1918 συνελήφθησαν άλλοι 5.000 περίπου άνδρες και εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία και αυτοί ως όμηροι στα Ντουρτουβάκια. Μετά την ήττα του βουλγαρικού στρατού και την επακόλουθη ανακωχή, τον Σεπτέμβριο του 1918, όσοι όμηροι επέζησαν από τις κακουχίες και τα καταναγκαστικά έργα επέστρεψαν σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση. 

Γ’ Βουλγαρική Κατοχή στις Σέρρες

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη κατακτήθηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι παρακάμπτοντας τα οχυρά του Ρούπελ μπήκαν στη Θεσσαλονίκη και εκ των υστέρων η διοίκηση των οχυρών αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδώσει την πόλη στους κατακτητές. Οι Γερμανοί θαυμάζοντας τον ηρωισμό των φυλάκων των οχυρών, στην τελετή παράδοσης τους απέδωσαν τιμές ηρώων και τους επέτρεψαν να πάνε στις Σέρρες με κανονική φάλαγγα και με τον οπλισμό τους για να τον παραδώσουν εκεί στη στρατιωτική διοίκηση κατοχής. 

Οι Γερμανοί παρέδωσαν την πόλη στους Βουλγάρους συμμάχους τους, οι οποίοι έχοντας και τα προηγούμενα των παλαιοτέρων κατοχών της πόλης, ήταν πολύ σκληροί, προσπάθησαν πάλι να εξαλείψουν τα εθνικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού, επιβάλλοντας μέχρι και εκβουλγαρισμό των ελληνικών ονομάτων στους πολίτες και σε όσους δέχτηκαν αυτή την αλλαγή έδωσαν ειδικά προνόμια, κυρίως διπλή μερίδα τροφίμων. Κάποιοι Έλληνες λόγω πείνας αναγκάστηκαν να Βουλγαρογραφούν. Αυτούς οι υπόλοιποι Σερραίοι τους έδωσαν τον σαρκαστικό προσδιορισμό «Λαδοβούλγαροι». 

Η βουλγαρική κατοχή ήταν πολύ σκληρή και αυτό φαίνεται και από το ότι πολλοί Σερραίοι δραπέτευαν στη Θεσσαλονίκη που ήταν υπό γερμανική κατοχή με πολύ πιο ήπια συμπεριφορά προς τον Ελληνικό πληθυσμό. Από τον Στρυμόνα μέχρι σχεδόν τις όχθες του Έβρου ήταν πλέον «Βουλγαρία» και παρέμεινε έτσι μέχρι τον Οκτώβριο του 1944. Μετά την ήττα του άξονα και την επερχόμενη απελευθέρωση, οι Βούλγαροι εγκαταλείποντας την πόλη, την πυρπόλησαν σε ένα τμήμα της για δεύτερη φορά. Στις πυρκαγιές οφείλεται το ότι η σημερινή πόλη είναι νεόκτιστη με ελάχιστα παλαιά κτίρια να σώζονται. 

Μερικά ιστορικά κτίρια που είχαν απομείνει, επειδή δεν υπήρξαν ποτέ σχέδιο και βούληση διατήρησης του χρώματος της πόλης, επιτράπηκε να κατεδαφιστούν, είτε από τους ιδιοκτήτες τους, αφού η πολιτεία δεν είχε φροντίσει να τα διασώσει χαρακτηρίζοντάς τα ως διατηρητέα, είτε από τις δημοτικές αρχές της πόλης, παρά την κατακραυγή μεγάλης μερίδας των κατοίκων.

Σύγχρονη ιστορία των Σερρών

Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, παρόλο που της κυβέρνησης ηγείτο Σερραίος πρωθυπουργός, ο Νομός και η πόλη δεν αναπτύχθηκαν όπως χρειαζόταν. Τα αγροτικά προϊόντα είχαν χαμηλές τιμές, γεγονός που οδήγησε τον κάμπο σε μαρασμό και τους κατοίκους σε μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, με πολλούς μετανάστες στην τότε Δυτική Γερμανία.

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/makedonia/938-serres-i-istoria-tou-kastrou-tis-makedonias


Please follow and like us:
error0

Η Καβάλα (6.200 π.Χ.-…)

Η ιστορία της Καβάλας αρχίζει με τη δημιουργία οικισμών στο χώρο που σήμερα ταυτίζεται με τα όρια του Δήμου Καβάλας κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Στοιχεία της άυλης και υλικής πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως μύθοι, προφορικές μαρτυρίες, αρχαιολογικά ευρήματα, ελληνικές και ξενόγλωσσες αρχειακές πηγές, συμβάλλουν στην ανασύνθεση της ιστορίας της περιοχής. Ιστορικά γεγονότα, όπως η μάχη των Φιλίππων, η έλευση του Αποστόλου Παύλου, η ίδρυση της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας στην Ευρώπη και η βάφτιση της πρώτης ευρωπαίας χριστιανής, οι πρώτες απεργίες στα Βαλκάνια κ.ά., μεγαλειώδη αρχαία, βυζαντινά και νεότερα οικοδομήματα, όπως το αρχαίο θέατρο, οι Βασιλικές των Φιλίππων, το Οκτάγωνο, η αρχαία Εγνατία, οι Καμάρες, η Ακρόπολη, το Ιμαρέτ κ.ά., και σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Φίλιππος ο Β΄(πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Απόστολος Παύλος, ο Μωχάμετ Άλη κ. ά., καθιστούν την ιστορία της Καβάλας παγκοσμίως γνωστή, ενώ προκαλούν και προσκαλούν τους δημότες, αλλά και τους επισκέπτες του να τη γνωρίσουν.
Η τριπλή ονομασία της Καβάλας (Νεάπολις, Χριστούπολις, Καβάλα), αντιστοιχεί σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, την αρχαία, τη βυζαντινή και τη νεότερη αντίστοιχα.

Γενική άποψη της περιτειχισμένης πόλης των Φιλίππων.
Η πόλη των Φιλίππων

ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας στην περιοχή του σημερινού Δήμου Καβάλας ανάγονται στους προϊστορικούς χρόνους και συγκεκριμένα στη Νεολιθική εποχή (~6.200 π.Χ.) και εντοπίζονται στη θέση Ντικιλί Τας (=όρθια πέτρα στην τουρκική) στα ανατολικά προάστια της σύγχρονης πόλης των Κρηνίδων. Πρόκειται για τον προϊστορικό οικισμό που πήρε το όνομά του από το μαρμάρινο επιτύμβιο μνημείο του Ρωμαίου αξιωματούχου C. Vibius Quartus που δεσπόζει στην περιοχή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στον οικισμό αυτό «βρέθηκε η πιο παλιά μέχρι στιγμής ένδειξη οινοποίησης στην Ευρώπη».
Στην περιοχή της σημερινής πόλης της Καβάλας εντοπίστηκαν δύο προϊστορικές θέσεις, Αντισάρα στην περιοχή της σημερινής Καλαμίτσας και Περιγιάλι σε χαμηλό λόφο ανατολικά της πόλης, όπου βρέθηκε ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής το Χαλκού. Ίχνη κατοίκησης της Πρώιμης εποχής του Σιδήρου εντοπίστηκαν στη χερσόνησο της Παναγίας.  Τα αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής  συνηγορούν στην υπόθεση για παρουσία θρακικών φύλων στην περιοχή (Σάτρες, Σαπαίοι, Ηδωνοί).

ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Δύο σημαντικές πόλεις, η Νεάπολις και οι Κρηνίδες (μετέπειτα Φίλιπποι), ιδρύονται την περίοδο αυτή στην περιοχή του σημερινού Δήμου Καβάλας. Το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. οι κάτοικοι της Θάσου, έποικοι οι ίδιοι από την Πάρο, ίδρυσαν τη Νεάπολη στη χερσόνησο (σήμερα) της Παναγίας, στην προσπάθειά τους να διεισδύσουν στην απέναντι θρακική παραλία· αυτό συνέβη μετά από μακροχρόνιους πολέμους εναντίον θρακικών φύλων. 

Η Νεάπολη

Περί τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. η Νεάπολη ανεξαρτητοποιείται από τη μητρόπολή της και κόβει δικό της νόμισμα, ενώ στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αιώνα π.χ. πιθανότατα κατακτήθηκε από τους Πέρσες.
Η Νεάπολη ήταν μέλος της Α΄ και της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας, ενώ στον Πελοποννησιακό Πόλεμο τάχτηκε στο πλευρό της Αθήνας κι έμεινε σύμμαχος της ως την κατάκτησή της από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο γύρω στα 350 π.Χ. Η Νεάπολη ως τμήμα πια του μακεδονικού κράτους κατέστη επίνειο των Φιλίππων και φαίνεται πως οδηγήθηκε σε παρακμή.
Τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. η Νεάπολη αναβαθμίστηκε σε σημαντικό σταθμό της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού. Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ο λιμένας της Νεάπολης αποτέλεσε το τέρμα του θαλάσσιου δρόμου Αλεξάνδρειας – Τρωάδας – Θεσσαλονίκης, που ένωνε τους Φιλίππους με την ανατολή. Το 42 π.Χ. στο λιμάνι της Νεάπολης αγκυροβόλησε ο στόλος των Δημοκρατικών Κάσσιου και Βρούτου, δολοφόνων του Καίσαρα για τη μάχη των Φιλίππων. Γύρω στο 49 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Νεάπολης και ακολουθώντας την Εγνατία οδό πήγε στους Φιλίππους. Εκεί κήρυξε τη νέα θρησκεία.

Η πόλη των Φιλίππων

Η πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε το 360-359π.Χ. με το όνομα Κρηνίδες ως  αποικία των Θασίων από τον Αθηναίο ρήτορα και πολιτικό Καλλίστρατο. Το 356 π.Χ. οι κάτοικοι των Κρηνίδων απειλούμενοι από τους Θράκες ζήτησαν τη βοήθεια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄, ο οποίος στη συνέχεια κατάκτησε την πόλη και της έδωσε το όνομά του. Οι Φίλιπποι αποτέλεσαν σημαντικό οικονομικό κέντρο του βασιλείου της Μακεδονίας. Στην ελληνιστική περίοδο οι Φίλιπποι περιλάμβαναν οχυρωματικά τείχη, θέατρο, δημόσια κτήρια και ιδιωτικές οικίες. Η κατασκευή της Εγνατίας οδού διαμέσου της πόλης το 2ο αιώνα π.Χ. κατέδειξε τη γεωστρατηγική της σημασία και ενίσχυσε την ανάπτυξή της.

Η μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της πόλης και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πραγματοποιήθηκε έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης, όπου ο στρατός του Οκταβιανού και Μάρκου Αντωνίου (οπαδών του Ιουλίου Καίσαρα) νίκησε τους Δημοκρατικούς Βρούτο και Κάσσιο, σφραγίζοντας το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Αντώνιος το 42 π.Χ. μετέτρεψε την πόλη των Φιλίππων σε ρωμαϊκή αποικία (Colonia victrix Philipensium), ενώ το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός επανίδρυσε τη ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων (Colonia Augusta Iulia Philippensis).
Γύρω στο 49 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε την πρώτη ευρωπαϊκή χριστιανική εκκλησία στους Φιλίππους και βάφτισε τους πρώτους Ευρωπαίους Χριστιανούς (Λυδία κ.ά.), παίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η βυζαντινή Χριστούπολη

Οι μαρτυρίες για την ιστορία της πρωτοχριστιανικής Νεάπολης και της βυζαντινής Χριστούπολης είναι λιγοστές και αποσπασματικές. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η Νεάπολη αναφέρεται ως σταθμός της Εγνατίας οδού, ενώ τον 6ο αιώνα ως μία από τις πόλεις που επισκεύασε τα τείχη της και που υπάγονταν στην Επαρχία του Ιλλυρικού. Οι πρώτες μαρτυρίες για την αλλαγή του ονόματός της εντοπίζονται στον 8ο αιώνα (746). Αρχές του 9ου αιώνα η Χριστούπολη υπήρξε σημαντικό βυζαντινό κάστρο-τελευταία γραμμή άμυνας της αυτοκρατορίας στις επιθέσεις Βουλγάρων κ.α. στην περιοχή. Το 926 ανοικοδομούνται τα τείχη της από το στρατηγό του Θέματος Στρυμόνας Βασίλειο Κλάδωνα. Το 1097 πέρασαν από τη Χριστούπολη τα στρατεύματα της πρώτης Σταυροφορίας.

Στα μέσα του 12ου αιώνα ο Άραβας γεωγράφος Ιντρισί διερχόμενος από τη Χριστούπολη επισημαίνει την οχυρή της θέση και το ναυτικό της εμπόριο. Σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Χριστούπολης είναι η πυρπόληση και η καταστροφή της από τους Νορμανδούς το 1185. Την περίοδο 1204-1224 η Χριστούπολη περιήλθε στα χέρια των Λομβαρδών βιώνοντας μία σύντομη Φραγκική κατοχή. Έπειτα το 1225 η πόλη περιήλθε σε ελληνικές ηγεμονίες και υπάχθηκε στο κράτος του Θεοδώρου Κομνηνού του Δεσποτάτου της Ηπείρου μέχρι το 1230. Το 1242 ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας κατέλαβε τη Χριστούπολη. Το 1261 η επισκοπή της Χριστούπολης προβιβάστηκε σε αρχιεπισκοπή και στη συνέχεια σε Μητρόπολη.
Το 1306 οι Καταλανοί απέτυχαν να εκπορθήσουν την πόλη. Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος για να εμποδίσει την επιστροφή των Καταλανών στη Θράκη έκτισε το «μακρό τείχος» της Χριστουπόλεως. Το διατείχισμα, μήκους περίπου 1500 μέτρων, άρχιζε μάλλον πάνω από τις Καμάρες και κατέληγε στην κορυφή του υψώματος όπου βρίσκεται το παλιό νοσοκομείο (πρώην Σανατόριο). Σήμερα δεν έχουν απομείνει παρά ερείπια μεμονωμένων πύργων.

Η Χριστούπολη παρέμεινε υπό βυζαντινή διοίκηση μέχρι περίπου το 1380. Όμως οι Τούρκοι είχαν κυριαρχήσει στην ενδοχώρα της ανατολικής Μακεδονίας και βρίσκονταν προ των πυλών. Το 1383 η πόλη παραδόθηκε στον Εβρενός μπέη και περιήλθε σε καθεστώς υποτέλειας, πιθανότατα υπό τη διοίκηση του Μανουήλ Παλαιολόγου. Το 1391 η Χριστούπολη πολιορκήθηκε εκ νέου, κυριεύτηκε και παραδόθηκε στη μανία των κατακτητών της.

Το 1425 το κάστρο της Χριστουπόλεως καταλήφθηκε για σύντομο διάστημα από 10 βενετικές γαλέρες, οι οποίες όμως στη συνέχεια εκδιώχθηκαν από ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις. Έτσι έπεσε η αυλαία στη βυζαντινή περίοδο της ιστορίας της πόλης.
Η πόλη των Φιλίππων κατά τον 5ο και 6ο αι. γνώρισε άνθιση και μετετράπη σε κέντρο Χριστιανικής λατρείας. Στις αρχές του 7ου αι. ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε εξαιτίας ισχυρών σεισμών και σλαβικών επιδρομών. Στα βυζαντινά χρόνια επέζησε ως οχυρό φρούριο, ενώ το 1387 με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς ενσωματώθηκε οριστικά η περιοχή των Φιλίππων στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Το νεότερο όνομα της πόλης «Καβάλα» εμφανίζεται κατά την πρώιμη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας και αρχίζει να επικρατεί στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Η Καβάλα αρχίζει να αποκτά τις υποδομές και τις λειτουργίες μιας πόλης στις αρχές του 16ου αιώνα. Τη δεκαετία του 1520 επί σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς δημιουργούνται μεγάλης κλίμακας έργα υποδομής. Σε αυτά συγκαταλέγονται η  ριζική επισκευή του παλαιού υδραγωγείου (Καμάρες), η ανακατασκευή των παλαιών περιμετρικών  τειχών της χερσονήσου και η οικοδόμηση του νέου περιβόλου με τον οποίο επεκτείνονται τα όρια της πόλης, η ενίσχυση της ακροπόλεως και η προσθήκη του εξωτερικού της περιβόλου, η ίδρυση külliye (=συγκρότημα δημοσίων κτισμάτων) από τον Ιμπραήμ πασά με τζαμί, μεντρεσέ, μεκτέμπ (σχολείο για μικρούς μαθητές), ιμαρέτ, μεστζίτ (μικρό τζαμί), τεκέ και ζαβιγιέ (μοναστήρι και κατάλυμα δερβίσηδων), χαμάμ και σεχλιμπανέ (δημόσιες κρήνες). Χτίστηκαν ακόμη χάνια, μαγαζιά, εργαστήρια, αποθήκες και μεγάλο καραβάν σεράι (πανδοχείο).

Παράλληλα αυξάνεται ο πληθυσμός της πόλης μ’ ένα πρόγραμμα οργανωμένων εποικισμών. Στην περιοχή της Καβάλας μεταφέρονται μουσουλμάνοι από εδάφη της Μικράς Ασίας (Γιουρούκοι και Κονιάροι), ενώ γύρω στο 1527-1528 μετακινούνται υποχρεωτικά Εβραίοι από περιοχές της Ουγγαρίας για να τονώσουν την εμπορική της δραστηριότητα. Εκτός από τους εποικισμούς έγιναν και εξισλαμισμοί, αναγκαστικοί ή εκούσιοι. Αποτέλεσμα αυτών ήταν αφενός η θεαματική αύξηση του πληθυσμού και αφετέρου η διαφοροποίηση της σύνθεσής του.

Το 16ο αιώνα η Καβάλα αναδεικνύεται ως κέντρο μιας αυτόνομης διοικητικής ενότητας. Το 1573 αποτελεί ήδη έδρα καζά (υποδιοίκησης) που περιλαμβάνει και τα γύρω χωριά (Δάτο, Κρυονέρι, Λεκάνη κ.ά.). Γύρω στα 1600 προάγεται σε πρωτεύουσα σαντζακίου (διοίκησης), το οποίο περιελάβανε επτά καζάδες από το Στρυμόνα μέχρι το Νέστο και προς βορρά μέχρι τις βουλγαρικές περιοχές.

Από το 15ο αιώνα και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η Καβάλα και η περιοχή της λεηλατήθηκε από πειρατικές επιδρομές κουρσάρων, στόλων των ιταλικών πόλεων και χριστιανικών ταγμάτων της Δύσης. Στο πλαίσιο αυτό το 1684 οι Βενετοί βομβάρδισαν την Καβάλα και προσπάθησαν να την καταλάβουν, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1771 η Καβάλα λεηλατήθηκε από το ρωσικό στόλο, ο οποίος πλησίασε την πόλη και άρπαξε όλα τα σιτηρά που υπήρχαν σε ιδιωτικές και δημόσιες αποθήκες του λιμανιού.

ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Οικονομική ανάπτυξη της Καβάλας

Η γεωστρατηγική θέση της Καβάλας και του λιμανιού της συνέβαλε ώστε να λειτουργήσει ως κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου ήδη από την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Το 18ο αιώνα η εμπορική δραστηριότητα αυξάνεται, κυρίως λόγω της ευρωπαϊκής διείσδυσης. Στην Καβάλα κατά το 18ο και 19ο αιώνα ιδρύθηκαν και λειτούργησαν ξένες προξενικές αρχές και εμπορικοί οίκοι (π.χ. προξενείο της Γαλλίας, υποπροξενείο της Βενετίας, της Αυστροουγγαρίας, προξενικό πρακτορείο και στη συνέχεια υποπροξενείο της Ελλάδας, υποπροξενείο της Αγγλίας, προξενική αρχή της Σαρδηνίας, προξενικά πρακτορεία της Ιταλίας, της Πρωσίας, της Γερμανίας, της Ρωσίας, των Κάτω Χωρών-Ολλανδίας, προξενική αρχή της Ισπανίας, καπνεμπορικός οίκος Αδελφών Αλλατίνι). Η εγκατάσταση όλων αυτών των ευρωπαϊκών προξενικών αρχών στην Οθωμανική Καβάλα συνδεόταν με τους προσανατολισμούς του ευρωπαϊκού εμπορίου και τη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στο χώρο της Οθωμανικής Ανατολής και δημιούργησε τις προϋποθέσεις οικονομικής άνθησης της πόλης και της περιοχής της.

Η μεγάλη ανάπτυξη της Καβάλας αρχίζει στα μέσα του 19ου αιώνα. Η ενδοχώρα εξειδικεύεται στην καλλιέργεια του καπνού, που είχε τεράστια ζήτηση, η πόλη συγκεντρώνει τις υπηρεσίες που ασχολούνται με τη διεκπεραίωση των καπνεμπορικών υποθέσεων της ευρύτερης  περιοχής και το λιμάνι αναδεικνύεται σε κέντρο επεξεργασίας του προϊόντος και διακίνησής του προς τις αγορές του εξωτερικού.
Η εμπορική ανάπτυξη μεταμορφώνει μέσα σε λίγες δεκαετίες την ασήμαντη κωμόπολη σε εύρωστη πόλη. Η Καβάλα γίνεται πόλος έλξης για Έλληνες, Εβραίους και Ευρωπαίους εμπόρους και για εργάτες που αναζητούν δουλειά στα καπνομάγαζα. Η αύξηση του πληθυσμού της είναι αλματώδης.

Τη δεκαετία του 1810 (~1813) ο γεννηθείς εν Καβάλα αντιβασιλέας και αναμορφωτής της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη ίδρυσε στη γενέτειρά του το Ιμαρέτ (külliye), ένα θρησκευτικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό ίδρυμα.

Η συμβολή της Καβάλας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821

Η Καβάλα συμμετείχε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 με αγωνιστές της που κατέφυγαν και πολέμησαν στη Νότια Ελλάδα, όπως ο Θεόδωρος Καβαλιώτης, ο Ιλαρίωνας Καρατζόγλου και ο Νικόλαος Καγιάσας. Την περίοδο αυτή οι κάτοικοι της Καβάλας υπέστησαν ξυλοδαρμούς και βιαιοπραγίες.

Η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας

Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Καβάλα βρίσκουμε την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα, την Οθωμανική, την Εβραϊκή, τη Ρωμαιοκαθολική και την Αρμενική.
Οι απαρχές της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στα μέσα του 19ου αιώνα, εντοπίζονται στο νότιο άκρο της χερσονήσου του Μαχαλά, γύρω από την εκκλησία της Παναγίας. Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα παίρνει την απόφαση να βγει από το φρούριο και να επεκτείνει την πόλη προς τα δυτικά το 1864. Η άδεια δίνεται τελικά και δημιουργείται η σημερινή συνοικία του Αγίου Ιωάννη, αμιγώς ελληνορθόδοξη χριστιανική.

Παράλληλα, το μέχρι τότε Ελληνικό Προξενικό Πρακτορείο  που ιδρύθηκε στην Καβάλα το 1834 αναβαθμίζεται σε Υποπροξενείο (1867), το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1913. Το υποπροξενείο εξυπηρετούσε τα εμπορικά συμφέροντα των Ελλήνων και προστάτευε τα εθνικά συμφέροντα του ελληνισμού, προσφέροντας μάλιστα κατά το μακεδονικό αγώνα πολύτιμες εθνικές υπηρεσίες.

Στα τέλη του 19ου αιώνα στην Καβάλα έλαβε χώρα η πρώτη και η μεγαλύτερη εργατική απεργία (5000) εργάτες σε ολόκληρα τα Βαλκάνια.
Σημαντική υπήρξε και η συμβολή της Καβάλας στον Μακεδονικό Αγώνα τόσο μέσω σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων όσο και οπλαρχηγών, όπως ο Νικόλαος Φιλιππίδης, ο ποιητής Ιωάννης Κωνσταντινίδης, ο Ιωάννης Δραγούμης, ο Πέτρος Ιωαννίδης, ο Περικλής Δράκος.

Οι Βούλγαροι στην Καβάλα

Η Καβάλα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα υπέστη τρεις βουλγαρικές κατοχές:
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 1912 η Καβάλα καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους (πρώτη βουλγαρική κατοχή). Στις 26-6-1913 (Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος) η Καβάλα απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στη Θάσο υπό το Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, ενώ η προέλαση της 7ης Μεραρχίας του ελληνικού στρατού στην πόλη εξεδίωξε τους Βουλγάρους από αυτήν. Η Καβάλα ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28-7/10-8-1913).
Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα στις 30-8-1916 οι Βούλγαροι κατέλαβαν ξανά την Καβάλα (δεύτερη βουλγαρική κατοχή). Η Καβάλα απελευθερώθηκε από τους Βουλγάρους το 1918 μετά από δύο χρόνια σκληρής κατοχής -η δεύτερη κατοχή ήταν σκληρότερη από την πρώτη.
Το Νοέμβριο του 1918 με Βασιλικό Διάταγμα ιδρύθηκε ο Δήμος Καβάλας που ανήκε στο Νομό Δράμας ως «Υποδιοίκηση Καβάλας».
Η Καβάλα δέχτηκε σημαντικό αριθμό προσφύγων τη δεκαετία του 1910 και κυρίως του 1920, ενώ  με τη Σύμβαση περί Ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών του 1923 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της. Στη συνέχεια ακολούθησε μία διαφορετική εποχή ανάπτυξης για την πόλη έχοντας ως κινητήρια δύναμη το προσφυγικό εργατικό δυναμικό.

Το Φεβρουάριο του 1934 η Καβάλα εξέλεξε τον πρώτο κομμουνιστή δήμαρχο στην ιστορία της Ελλάδος, το συνδικαλιστή καπνεργάτη Δημήτριο Παρτσαλίδη. Το 1935 η Καβάλα βομβαρδίστηκε από τον κυβερνητικό στόλο ως έδρα του κινήματος των βενιζελικών.
Ο πόλεμος του 1940–41 και η τρίτη βουλγαρική κατοχή, η οποία επιβλήθηκε στην Καβάλα μετά την ήττα από τους Γερμανούς και την απόδοση της περιοχής  της Ανατολικής Μακεδονίας στη σύμμαχο των Ναζί Βουλγαρία, οδήγησε σε μια νέα οδυνηρή περιπέτεια τους κατοίκους της πόλης. Με μεγάλη καθυστέρηση σχετικά με την υπόλοιπη Ελλάδα, στις αρχές του 1944, αναπτύχθηκε στην περιοχή ένα κίνημα αντίστασης. Τελικά, στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες μέρες αφού η Βουλγαρία άλλαξε ηγεσία και μεταπήδησε στο συμμαχικό στρατόπεδο, δυνάμεις του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, στρατιωτικού σκέλους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου –ΕΑΜ) απελευθέρωσαν την Καβάλα.

Οι μετανάστες της Καβάλας

Μετά την απελευθέρωση σημειώθηκαν διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία της Καβάλας. Ο περιορισμός της ζήτησης των ανατολικών καπνών στις διεθνείς αγορές και η εισαγωγή μηχανών στην επεξεργασία του καπνού αύξησε την ανεργία και οδήγησε τους κατοίκους σε οικονομικό μαρασμό και στη μετανάστευση. Το μεταναστευτικό ρεύμα σταμάτησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Η δικτατορία του 1967 μετέβαλε τον οικονομικό προσανατολισμό της πόλης. Ενισχύθηκε ο τομέας των υπηρεσιών και η πόλη μετατράπηκε σε διοικητικό κέντρο, χωρίς να ενισχυθεί η παραγωγική της υποδομή.
Μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989, η Καβάλα δέχτηκε κύμα «οικονομικών μεταναστών» από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, που ενσωματώθηκαν στο οικονομικό γίγνεσθαι της περιοχής ως φθηνό εργατικό δυναμικό.

Πηγή: https://kavala.gov.gr/o-dimos/o-dimos-xthes-kai-simera/istorika-stoixeia-dimou

Please follow and like us:
error0

Η Αρητιάς, το νησί του Πόντου

Η Αρητιάς του Πόντου

Η «άσβεστη κανδήλα» της Αρητιάδας με φόντο
 ένα «ματωμένο» Ποντιακό ηλιοβασίλεμα
Η Αρητιάς του Πόντου

Η Αρητιάς «απολαμβάνει» την αγκαλιά των τριών αστικών κέντρων πολιτισμού (Σινώπη, Κερασούντα και Τραπεζούντα) που κοσμούν τα μεσημβρινά παράλια του Έλληνος Πόντου. Βέβαια, το πολυσήμαντο αυτό νησάκι της «Αρητιάδος» βρίσκεται -σαν ζωογόνος πνοή- πολύ κοντά στα χείλη της Κερασούντας, απέχοντας μόλις 1,5 χλμ από τις εκβολές του Ασκιανού ποταμού και 3 χλμ από την προκυμαία της σύγχρονης πόλης Giresun (πλησίον της αρχαίας Φαρνακίας – Pharnakeia). Γενικότερα, υπογραμμίζεται ότι στα εκτεταμένα βόρεια μικρασιατικά παράλια οι κόλποι και οι φυσικοί λιμένες σπανίζουν ενώ ο αριθμός νήσων είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Χηλή, Δάφνη, Sary Ada, Κιλικόνησος, Φιλυρηίς, Furun Adasi είναι (πέραν της Αρητιάδας) τα ονόματα των πιο βασικών νησίδων της περιοχής που, παρά το μικρό μέγεθός τους, σχετίζονται άμεσα με κάποιες πτυχές της ιστορίας του Ελληνισμού. Από τη «μνημειώδη» Γεωγραφία (της Μικράς Ασίας) του αειμνήστου Παντελή Κοντογιάννη και τις εμπεριστατωμένες μελέτες του κ. Γεωργίου Γιαγκάκη πληροφορούμαστε ότι η Κερασούντα, που η ονομασία της οφείλεται στην αφθονία των κερασιών της περιοχής, μέχρι το 1922 είχε 22.000 κατοίκους εκ των οποίων 10.000 Έλληνες και 2.000 Αρμένιους. Παράλληλα, δεχόταν 750 προσεγγίσεις ατμοπλοίων ετησίως ενώ άλλοτε είχε αξιόλογο στόλο 60 ιστιοφόρων τα οποία -σημειωτέον- εναυπηγούντο στο λιμάνι της. Η ακμαία ελληνική κοινότητα είχε τον έλεγχο του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθιστώντας εύλογη την αφιέρωση του μητροπολιτικού ναού στον άγιο Νικόλαο, που σώζεται μέχρι σήμερα στην Κερασούντα η οποία αριθμεί πλέον περίπου 75.000 κατοίκους.

Αρητιάς, η Νήσος του Άρεως

Η Αρητιάς (Αρητιάδα – Νήσος του Άρεως) έχει λάβει το όνομά της από έναν ναό τον οποίον είχαν αφιερώσει οι Αμαζόνες στο θεό του πολέμου. Συγκεκριμένα, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος γράφει στο έπος του «Αργοναυτικά» ότι πριν από κάθε μάχη οι βασίλισσες (Αντιόπη και Οτρήρη) της πολεμοχαρούς φυλής θυσίαζαν άλογα -τα οποία εξέτρεφαν για το συγκεκριμένο σκοπό– στον Άρη. Στην ίδια πηγή γίνεται αναφορά σε ένα μεγάλο μαύρο βράχο που λειτουργούσε ως θυσιαστήριο (βωμός) κατά τη διάρκεια τέτοιων μυστικιστικών τελετουργιών. Ταυτόχρονα, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, περιγράφοντας τη διέλευση των Αργοναυτών από την περιοχή, επισημαίνει την ύπαρξη πολλών ορνέων με επιθετική διάθεση προς τους διερχόμενους ανθρώπους.

Η Αρητιάς στη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο

Περνώντας στη Ρωμαϊκή περίοδο, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23 – 79 μ.Χ.) αποδίδει στην Αρητιάδα την ονομασία «Χαλκερίτις», αναφέρει σαφώς το υπαίθριο ιερό τους Άρεως καθώς και κάποια σμήνη από άγρια θαλασσοπούλια που απογειώνονται εκ της βραχώδους ακτής κινούμενα «εναντίον» κάθε παραπλέοντος σκάφους (Natural History VI 13.32). Οι λιγοστές γραπτές μαρτυρίες που προέρχονται από τη Βυζαντινή εποχή, μιλούν για κάποιο τείχος κατασκευασμένο επί της Νήσου, το οποίο περιελάμβανε και έναν πύργο. Οι ντόπιοι είχαν υιοθετήσει το παρανόμι «Παλάτι της Βασίλισσας» για τον εν λόγω πύργο, καθότι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, σε αυτό το μέρος έζησε βίο ασκητικό μια βασιλοπούλα της αυλής του Βυζαντίου, που εξορίσθηκε από τους οικείους της χάριν κάποιου ηθικού – ερωτικού παραστρατήματος. Παράλληλα, εκείνη την περίοδο καταγράφεται και ύπαρξη ναού του Αγίου Φωκά στο νησί της Κερασούντας. Τονίζεται ότι ο Άγιος Φωκάς προϋπήρξε του Αγίου Νικολάου ως προστάτης των ναυτικών και η λατρεία προς αυτόν ήταν έντονη και ιδιαίτερη στην περιοχή του Πόντου (και της ανατολικής Μεσογείου) για περίπου εννιακόσια χρόνια (5ος –  14ος αιώνας). Οι περιηγητές του 19ου αιώνα κάνουν σαφείς αναφορές για την Αρητιάδα (η οποία εγκαταλείφθηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα) λέγοντας ότι πάνω σε αυτή υπάρχουν οχυρωματικά έργα (τείχος με καστρόπυργους) αλλά και Μοναστήρι του Αγίου Φωκά από τη Σινώπη.

Η χαρακτηριστική 
«κάτοψη» από την εκκλησία 
του Αγίου Φωκά
Ο Άγιος Φωκάς

Έτσι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το συγκεκριμένο «μικρό» νησαίον έδαφος (με έκταση 40 στρέμματα) φιλοξένησε ανθρώπινη παρουσία και ποικίλες δραστηριότητες συνεχώς και αδιαλείπτως για περίπου 20 αιώνες.

Αρχαιολογική σκαπάνη στη Νήσο Αρητιάς

Πλην όμως, μόλις τα τελευταία χρόνια (2011 – 2012) ήλθε η «επίσημη» αρχαιολογική σκαπάνη να φέρει στο φως εξαιρετικά ενδιαφέροντα ευρήματα που αποδεικνύουν πολλά από τα γραφόμενα των ταξιδευτάδων, θρύλους και τοπικές ιστορίες. Συγκεκριμένα, μετά την ολοκλήρωση των πρώτων ανασκαφών δημοσιεύθηκαν σε έγκριτες τουρκικές εφημερίδες – ιστοσελίδες (πχ Hurriet,Sabah) και  ειδησεογραφικά πρακτορεία (πχ Anadolu Agency, CNN Turk) εκτενή αφιερώματα όπου παρουσιάζονταν τα πρώτα πορίσματα των αρχαιολόγων. Αρχικά, μετά το βραχώδη αιγιαλό εντοπίστηκαν δύο πύργοι και προμαχώνες ενός περιμετρικού αμυντικού (μάλλον Ρωμαϊκής κατασκευής) τείχους μήκους εξακοσίων (600) μέτρων, ύψους έξι (6) μέτρων και πάχους ενός (1) μέτρου. Επίσης, στον ίδιο χώρο αποδεικνύεται ότι υπήρχαν δεξαμενές συλλογής ομβρίων υδάτων (στέρνες), αποθήκες τροφίμων, ένα ευμέγεθες κυβερνητικό κτίριο ενώ ανασύρθηκαν και ψηφιδωτά του 5ου αιώνα π.Χ. Εντός των τειχών βρέθηκαν ακόμα, τα θεμέλια του«καταπεσόντος  ναού» του αγίου Φωκά, ο οποίος αποτελούσε το Καθολικόν ενός καστρομονάστηρου (10ος – 12ος αιώνας μ.Χ.). Γύρω από την εκκλησία ανεσκάφησαν πολλοί τάφοι με μεσημβρινό (πάντοτε) προσανατολισμό, ενώ οι 172 (!) σκελετοί που μελετήθηκαν από τους επιστήμονες, αντιστοιχούν σε πληθυσμό, αποτελούμενο από ενηλίκους και ανηλίκους (άνδρες και γυναίκες). Έξω από το αμυντικό τείχος, υπήρχε το κυρίως λιμάνι στον απάνεμο κολπίσκο, στα νοτιοανατολικά του νησιού, καθώς και ένα λατομείο πέτρας. Συνδυάζοντας τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η πολυαίωνη παρουσία ανθρώπινης μικροκοινωνίας στην Αρητιάδα, δεν εξυπηρετούσε μόνον θρησκευτικούς – λατρευτικούς σκοπούς, αλλά είχε (συχνά) και στρατιωτικό χαρακτήρα. Το Νησί αποτελούσε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της περιοχής, ήταν η απόληξη της Κερασούντιας άμυνας, ένα αβύθιστο παρατηρητήριο,  μια «άσβεστη κανδήλα» στη νευραλγική θέση ανάμεσα σε Σινώπη και Τραπεζούντα.

Η Αρητιάς σήμερα

Κατόπιν τούτων, προκαλεί ελαφρά «αμηχανία» (με εποικοδομητική διάθεση εθνικής αυτοκριτικής) το γεγονός ότι η γειτονική χώρα έχει αναπτύξει ένα έντονο πολιτιστικό μάρκετινγκ στην περιοχή, ανάγοντας –με επιτυχία- σε τουριστικό προϊόν το Giresun Adasi (Νησί της Κερασούντας) και οδηγώντας  σε αυτό 27.000 επισκέπτες ετησίως. Μάλιστα, τα ταξιδιωτικά – τουριστικά γραφεία που περιλαμβάνουν στο «πακέτο» τους την Αρητιάδα, έχουν υιοθετήσει και κάποιες πρωτότυπες επικοινωνιακές τεχνικές ιδιάζουσας αισθητικής. Συγκεκριμένα, κατά τις ξεναγήσεις εκτυλίσσονται συμμετοχικά δρώμενα (events) όπου νεαρές κοπέλες με αμφίεση και «οπλισμό» Αμαζόνων αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τον κόσμο για την πλούσια ιστορία του τόπου.
Τέλος, υπογραμμίζεται ότι οι μέχρι τώρα έρευνες δεν έχουν καλύψει το σύνολο της επιφάνειας του Νησιού, καθότι η πυκνή βλάστηση καθιστά δυσχερές το περαιτέρω ανασκαφικό έργο των αρχαιολόγων. Έτσι, δεν είναι ακόμα δυνατός ο ακριβής εντοπισμός του αρχαιοελληνικού υπαίθριου ιερού (ή ιερών) όπου θυσίαζαν οι Αμαζόνες και οι Αργοναύτες σύμφωνα με τη Μυθιστορία. Μεταξύ των σαφών ενδείξεων περί ύπαρξης τέτοιων λατρευτικών χώρων στο Νησί, είναι και μια μεγάλη μαύρη πέτρα που βρίσκεται στην ανατολική βραχώδη ακτή. Σημειώνεται ότι η εν λόγω πέτρα ονομάζεται από τους ντόπιους “Hamza Stone” και έχει συνδεθεί με ένα έθιμο το οποίο έχει δυσανάγνωστη προέλευση. Κάθε χρόνο στις 7 Μαΐου (20/05 με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο), πολλοί επισκέπτες έρχονται στο Giresun Adasi για να βαδίσουν τρεις φορές γύρω από αυτό το βράχο, ψιθυρίζοντας ευχές. Γενικότερα όμως, αυτές τις μέρες του έτους διεξάγεται στην Κερασούντα μια πολυσυλλεκτική γιορτή με θέμα τις άυλες πολιτιστικές κληρονομιές της ευρύτερης περιοχής: το International Aksou Festival. Πολλοί συμμετέχοντες φέρνουν ο καθένας από επτά ζευγάρια βότσαλα, προερχόμενα από την ηπειρωτική ενδοχώρα. Στέκουν στις εκβολές του ποταμού Ασκιανού -με πλάτη προς την Αρητιάδα- και πετούν τα βότσαλα στη θάλασσα.  Σε τέτοιες περιπτώσεις δοξασιών, πέρα και πάνω από γεωγραφικά σύνορα, τα συνήθη «διακυβεύματα» είναι η υγεία, η γονιμότητα, η καλή τύχη, η εξάλειψη του φόβου του Θανάτου. Ποικίλα ήθη κι έθιμα των οποίων οι ρίζες χάνονται στα βάθη του χρόνου, του χώρου και των τοπικών δεισιδαιμονιών.

Στον Ελλαδικό χώρο, η «οδός Αρητιάδος» είναι ο μοναδικός δρομίσκος του λεκανοπεδίου με αυτό το όνομα. Το εν λόγω συμπαθές σοκάκι εντοπίζεται πλησίον αλσυλλίου, σε γειτονιά της «προσφυγομάνας» Καλλιθέας, κάπου ανάμεσα στις οδούς Σινώπης, Τραπεζούντος και Κερασούντος, όπως και στη γεωγραφική πραγματικότητα.

Πηγή: https://www.istorikathemata.com/2019/04/blog-post_10.html

Please follow and like us:
error0

Η Θράκη (100.000 π.Χ.-…)

Η Θράκη είναι τμήμα αναπόσπαστο του Ελληνισμού από αιώνες, στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, γνώρισε από την αρχή της προϊστορικής της ακόμη πορείας, μια πολυτάραχη ζωή. Στα εδάφη της κινήθηκαν διάφοροι λαοί και φύλα. Έλληνες, Ρωμαίοι, βάρβαροι του βορρά και της στέπας, Φράγκοι και Σλάβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.

Η Θράκη
Η Θράκη στην πραγματική της διάσταση

H πρώτη εγκατάσταση στη Θράκη ανάγεται στο 100.000 π.Χ. Η αρχαία Θράκη εκτεινόταν από το Αιγαίο ως το Δούναβη και από τον Εύξεινο Πόντο έως τα όρια της Μακεδονίας. Κατά τον Ηρόδοτο οι Θράκες ήταν στην αρχαιότητα, ο πολυπληθέστερος λαός μετά τους Ινδούς. Στους προϊστορικούς κατοίκους προστίθενται τα Θρακικά φύλα που κατεβαίνουν από τον Βορρά. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες αποικίζουν το Αιγαίο, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο Στα παράλια της Θρακικής γης ιδρύονται και ακμάζουν σημαντικές  ιωνικές αποικίες: Μαρώνεια, Άβδηρα, Βυζάντιο, Αγχίαλος, Απολλωνία, Μεσημβρία, Οδησσός.

Η Θράκη στην Ελληνική Μυθολογία

Κατά την ελληνική μυθολογία, υπήρξε ένας προπάτορας που λεγόταν Θραξ και ήταν γιος του θεού του πολέμου Άρη. Ο θεός Άρης λεγόταν ότι διέμενε στη Θράκη. Σε μια άλλη εκδοχή και σύμφωνα με τον Ευριπίδη (στο έργο του Των Θρακών οι χρυσές ασπίδες) αναφέρει ότι το όνομα του Άρη ήταν Θραξ, ο οποίος ήταν ο προστάτης των Θρακών και του οποίου η χρυσή ασπίδα φυλασσόταν στο ναό του στη Βιστονίδα της Θράκης. Στην ελληνική μυθολογία η Θράκη ήταν κόρη του Ωκεανού και της Παρθενόπης, αδελφή της Ευρώπης.

Οι Θράκες εμφανίζονται στην Ιλιάδα του Ομήρου ως σύμμαχοι των Τρώων με αρχηγούς τον Ακάμα και τον Πήρο ή Πήρρο. Αργότερα στη Ιλιάδα έκανε την εμφάνιση του και ένας άλλος βασιλιάς, ο Ρήσος, ο οποίος σκοτώθηκε μετά από νυχτερινή επιδρομή που έκανε ο Διομήδης και ο Οδυσσέας στο στρατόπεδο των Τρώων. Ένας άλλος μυθολογικός βασιλιάς των Θρακών ήταν ο Κισσεύς, ο οποίος ζούσε στη δυτική τότε Θράκη και μετέπειτα Μακεδονία, ο οποίος ήταν πατέρας του Τρώα πρεσβύτερου Αντήνορα. Η Ομηρική Θράκη εκτεινόταν ως τον Αξιό ποταμό δυτικά, τον Ελλήσποντο και την Μαύρη Θάλασσα ανατολικά. Βόρεια εκτεινόταν μέχρι και τη σημερινή Σερβία και ολόκληρη τη Βουλγαρία.

Η ελληνική μυθολογία είναι γεμάτη από Θράκες βασιλείς όπως οι: Διομήδης των Θρακών, Τηρέας, Λυκούργος, Φινέας, Εύμολπος, Πολυμνήστωρ, Οίαγρος (πατέρας τουΟρφέα) και άλλοι. Επίσης η φυλή που ο Όμηρος καλούσε Θράκες περιλάμβανε πολλές φυλές, διότι η αρχαία Θράκη ήταν τόπος διαμονής φυλών όπως οι Ηδωνοί που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου, οι Βισάλτες που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, οι Κίκονες στην περιοχή της σημερινής Ροδόπης, οι Βίστωνες, οι Δόβηρες, οι Μύγδονες, οι Σάτραι, οι Αψίνθιοι και πολλοί άλλοι.

Το όνομα των αρχαίων Θρακών είναι στενότατα συνδεδεμένο προς το θρησκευτικό και πνευματικό βίο των Ελλήνων κυρίως με την λατρεία του Ορφέα και του Διόνυσου και των Καβειρίων μυστηρίων.

Η Θράκη κατά την Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή

Με τον όρο Θράκη κατά την αρχαιότητα καθοριζόταν μια πολύ μεγάλη περιοχή που  κατά τον Ηρόδοτο άρχιζε από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου και έφθανε  μέχρι τις κορυφογραμμές της Πίνδου, από τον Βορρά ξεκινούσε από τον Δούναβη  και προς τον Νότο έφθανε στο Αιγαίο πέλαγος  και τον Όλυμπο. Τα πιθανότερα σύνορά της είναι αυτά που προσδιορίζει ο Θουκυδίδης. Στο βορρά ο Δούναβης, στην Ανατολή ο Εύξεινος Πόντος, στη Δύση ο ποταμός Στρυμόνας και στο Νότο το Αιγαίο πέλαγος.

Ως πρώτοι κάτοικοί της φέρονται διάφορα Πελασγικά φύλλα όπως Ηδωνες, Δίοι, Οδρύσαι, Κίκονες, Γέτες κ.α. τα οποία αποτέλεσαν έναν λαό μέγα και αρχαιότατο, έναν από τους αρχαιότερους λαούς της Ευρώπης. Οι πρώτες θετικές πληροφορίες για την ιστορία της Θράκης αρχίζουν με την εποχή της ίδρυσης των Ελληνικών αποικιών στα παράλια της τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι παράγοντες που προώθησαν τον ραγδαίο αποικισμό και την δημιουργία πόλεων από τους Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Μεγαρείς και Κυκλαδίτες ήταν η σημασία των παραλίων αυτών για τον έλεγχο της Προποντίδας και τα πλεονεκτήματα από την οικονομική εκμετάλλευση των μεταλλείων της Θράκης και ιδιαίτερα του χρυσού  Παγγαίου. Οι πόλεις αυτές μεταβλήθηκαν σε εστίες ελληνικής παραγωγικής δράσης, φημισμένες για την αμπελουργία και την οινοπαραγωγή τους

Η Θράκη νότια του Δούναβη(εκτός από την περιοχή των Βησσών), για μισό αιώνα ήταν προσαρτημένη στην Περσία από τον Δαρείο Α΄, που πραγματοποίησε εκστρατεία στην περιοχή από το 513 π.Χ. έως το 512 π.Χ..

Κατά την κλασική περίοδο, οι Θράκες ήταν διαιρεμένοι σε πολυάριθμες φυλές. Ισχυρά βασίλεια παρέμειναν αυτά των Οδρυσών και της Δακίας. Αυτή την περίοδο (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.), οι Θράκες ήταν περιζήτητοι από τις ελληνικές πόλεις-κράτη ως μισθοφόροι πελταστές. Οι πελταστές ήταν εξοπλισμένοι με την πέλτη, δηλ. μικρή ασπίδα η οποία είχε μία εσοχή σαν μισοφέγγαρο, και τρία ακόντια, τα οποία κρατούσαν το ένα στο ένα χέρι και τα άλλα δύο στο άλλο χέρι μαζί με την ασπίδα.

Η Θράκη κατακτήθηκε από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και ανήκε στο βασίλειο της Μακεδονίας για ενάμιση αιώνα. Μετά τον Γ’ Μακεδονικό Πόλεμο, η Θράκη έγινε χώρα υποτελής στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 279 π.Χ. Κέλτες εισέβαλαν στη Μακεδονία, τη Νότια Ελλάδα, και τη Θράκη και, ενώ εκδιώχθηκαν γρήγορα από την νότια Ελλάδα και τη Μακεδονία, παρέμειναν στη Θράκη έως το τέλος του αιώνα.

Θρησκεία – Πολιτισμός της Θράκης

Η θρησκεία των Θρακών επικεντρώνεται γύρω από τη ζωή, το θάνατο και τη γονιμότητα. Οι Θράκες, εκτός των άλλων θεών των Ελλήνων, λάτρευαν περισσότερο τον Διόνυσο, στον οποίο πρόσφεραν θυσίες και έκαναν πολυήμερες γιορτές, ενώ αρκετοί αρχαίοι ιστορικοί αναφέρονται και στα Διονύσια μυστήρια. Σημαντικότερα από αυτά τα μυστήρια ήταν τα Καβείρια, τα οποία τελούσαν οι Κάβειροι, λαός που ζούσε στη σημερινή Ροδόπη και στη νήσο Σαμοθράκη. Πολλά φαλλικά σύμβολα βρέθηκαν κατά τις σύγχρονες ανασκαφές, τα οποία μαρτυρούν τη λατρεία αυτών των συμβόλων, η οποία προερχόταν από τη θρησκευτική λατρεία για τη γονιμότητα. Επίσης ο μυθικός ποιητής Ορφέας, αλλά και θεός της ποίησης των αρχαίων Ελλήνων, λατρευόταν και αυτός από τους αρχαίους λαούς της Θράκης.

Ο πολιτισμός των αρχαίων Θρακών, όπως περιγράφεται από πολλούς ιστορικούς αλλά και από τα ευρήματα των ανασκαφών, αναφέρεται σε ένα λαό με πολλές φυλές. Συγκεκριμένα ο Ηρόδοτος τους αποκαλεί το δεύτερο πολυπληθέστερο λαό (μετά τους Ινδούς) στον τότε γνωστό κόσμο γι΄αυτόν και ο πιο ισχυρός από όλους, αν υπολογίσουμε όλες τις φυλές ενωμένες.

Η Θράκη κατά την Ρωμαϊκή Εποχή

Το 168 π.Χ.  γίνεται η  κατάκτηση της Θράκης από τους Ρωμαίους, μετά την ήττα του Περσέα στη μάχη της Πύδνας και τη διάλυση του Μακεδονικού Κράτους. Το 46 μ.Χ. η Θράκη ανακηρύσσεται Ρωμαϊκή Επαρχία. Παντού επικρατεί η Ελληνική γλώσσα, οι θεσμοί, οι λατρείες κ.λπ. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Τραϊανός και Αδριανός ανέπτυξαν τους οικισμούς. Λόγω του ότι οι Θράκες ήταν επιδέξιοι και άφοβοι πολεμιστές, έγιναν επιθυμητοί και σεβαστοί μονομάχοι. Αυτός ο τύπος μονομάχου ονομαζόταν και Θραξ. Ο γνωστός μονομάχος και αρχηγός των σκλάβων Σπάρτακος καταγόταν από τη Θράκη. Αξιοσημείωτη είναι η λατρεία του τοπικού ανώνυμου θεού «Ήρωα Ιππέα», που αργότερα ταυτίστηκε με τον Αγ. Γεώργιο.

Η Θράκη κατά τη Βυζαντινή Εποχή

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, η Θράκη αναβαθμίζεται σημαντικά. Η νέα πρωτεύουσα του κράτους, Κωνσταντινούπολη, βρίσκεται στην περιοχή της Θράκης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συρροή πολλών ατόμων στην περιοχή, προς αναζήτηση καλύτερης ζωής και το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού μετατοπίζεται από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη. Μερικοί από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες κατάγονταν από τη Θράκη, όπως ο Ιουστίνος και ο ανιψιός και διάδοχός του Ιουστινιανός. Φυσικά πρόκειται για μία αυτοκρατορία που κυρίως στηρίζει τη συνεκτικότητά της στη θρησκεία και στη γλώσσα και όχι στον ελληνικό πολιτισμό. Όμως στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων πολλά από τα ήθη και έθιμά τους προέρχονται από τον ελληνικό πολιτισμό εμπλουτισμένα με τη χριστιανική θρησκεία, όπως του κιοπέκ μπέη, του καλόγερου, τα αναστενάρια κ.α. Στα βυζαντινά χρόνια έχουμε και τις συγκρούσεις με τα σλαβικά φύλα, καθώς και με το αλταϊκό φύλο των Βουλγάρων, τα οποία θα δημιουργήσουν ισχυρά ρήγματα στην πυκνότητα του ντόπιου πληθυσμού.

Η Θράκη υπό την Οθωμανική Κατάκτηση

Το 1204 μ.Χ. η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύεται από τους Φράγκους και η Θράκη ονομάστηκε Ρωμανία.  Στα μέσα του 14ου αιώνα ακολουθεί και η  κατάκτηση από τους Τούρκους. Την ονομάζουν Ρουμελί – Ρούμελη – Rum Eli, δηλαδή «Χώρα των Ρωμαίων». Το 1352 γίνεται  η πρώτη κατάκτηση. Το 1371 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’ μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους του στην Αδριανούπολη.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας ο Ελληνισμός της Θράκης, αν και υπόδουλος, ζει έντονα  την Ελληνική παράδοση. Η θρησκεία και η λαογραφία διατήρησαν αναλλοίωτη την εθνική συνείδηση των Θρακών παρά τις όποιες προσπάθειες των νεοτούρκων, πολιτική των εκτοπισμών, σφαγές, δημεύσεις.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Οθωμανοί διέκριναν τους υπηκόους σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους, δίνοντας φυσικά περισσότερα προνόμια στους μουσουλμάνους, ως πολίτες πρώτης κατηγορίας. Σαν παράδειγμα των μέτρων που έλαβαν οι Οθωμανοί μπορούμε να αναφέρουμε το παιδομάζωμα και τo χαράτσι ή κεφαλικό φόρο. Σε αυτήν την ιστορική φάση αρκετοί Θρακικοί πληθυσμοί έγιναν μουσουλμανικοί, είτε λόγω των παραπάνω κινήτρων είτε λόγω μίας μουσουλμανικής συγκρητιστικής αίρεσης, των κιζιλμπασήδων, η οποία φέρει αρκετά κοινά στοιχεία με το χριστιανισμό. Κάποια χρόνια αργότερα άλλαξε η πολιτική του Οθωμανικού κράτους λαμβάνοντας ηπιότερα μέτρα, καθώς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχαν γίνει ήδη μουσουλμάνοι και με αυτό τον τρόπο δεν πλήρωναν φόρο, μειώνοντας κατά πολύ τα έσοδα του κράτους. Παράλληλα έχουμε και μεταφορές άλλων εθνοτήτων όπως Τσιγγάνους, Αρμένιους και Εβραίους. Παράλληλα έχουμε και μεταναστεύσεις ελληνικών φύλων προς τη Θράκη όπως Ηπειρώτες, Θεσσαλούς, Μακεδόνες και Πελοποννησίους.

Η Θράκη υπό Βουλγαρική Κατοχή

Κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής (1913-1918), στη Δυτική Θράκη σημειώθηκαν μαζικές εκτοπίσεις Ελλήνων δια της βίας, σε σημείο τέτοιο, ώστε ο Ελληνισμός της περιοχής συρρικνώθηκε ανεπανόρθωτα. Έτσι, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1920 οι μουσουλμάνοι ήταν μια ξεκάθαρη πλειοψηφία στην δυτική Θράκη. Μετά το 1923 στην Ελληνική Θράκη εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία(Βόρεια Θράκη).


Θράκη και Εθνική Παλιγγενεσία

Η Θράκη, κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, πλήρωσε βαρύ τίμημα σε αντίποινα. Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο οθωμανικός στόλος κατέστρεψε ολοσχερώς τη Σαμοθράκη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της.

Έως τις αρχές του 20ου αιώνα, στον ενιαίο αυτό χώρο ζούσαν Έλληνες- Ρωμιοί – Ρωμαίοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.  Από το 1885 άρχισε η τριχοτόμηση:  Η αυτόνομη από το 1875  Βουλγαρική Ηγεμονία προσάρτησε την Ανατολική Ρουμελία ή Ρωμυλιό.
Το 1913, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η νότια Θράκη χωρίστηκε σε Ανατολική και Δυτική.  Η Ανατολική παρέμεινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ η Δυτική, αν και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό στρατό, παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία.

Η Ενσωμάτωση της Θράκης στο ελληνικό κράτος

Με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878 ιδρύθηκε η “Μεγάλη Βουλγαρία”, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης. Με την αναθεώρηση της Συνθήκης από το Συνέδριο του Βερολίνου η εδαφική έκταση της αυτόνομης Βουλγαρίας περιορίστηκε και η βόρεια Θράκη έγινε ξεχωριστό κράτος, υποτελές στον Σουλτάνο, με το όνομα “Ανατολική Ρωμυλία”. Η υπόλοιπη Θράκη παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία. Το 1886, μέσω πραξικοπήματος, η Ανατολική Ρωμυλία ενώθηκε με το βουλγαρικό κράτος. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 η Δυτική Θράκη προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία, ενώ η Ανατολική, συμπεριλαμβανομένης και της Αδριανουπόλεως, παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 απέδωσε το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Με τη Συνθήκη των Σεβρών οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι νικήτριες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Ιαπωνία, μετά από διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου, παράλληλα με τον τιτάνιο αγώνα των ντόπιων Ελλήνων εκχώρησαν στην Ελλάδα τη Δυτική και την Ανατολική Θράκη ως τις Μέτρες. Όμως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και να υποχωρήσει πέραν του Έβρου. Η συγκεκριμένη κατάσταση παγιώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης που οριστικοποιήθηκε η απώλεια της Ανατολικής Θράκης και τα σημερινά σύνορα της Ελλάδας. Από την ανταλλαγή πληθυσμών εξαιρούνται οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης που αναγνωρίζονται ως θρησκευτική μειονότητα και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου. 200.000 και πλέον Ανατολικοθρακιώτες οδηγούνται στον ξεριζωμό και την προσφυγιά.

Ξεριζωμένοι από την γενέθλια γη τους οι Θρακιώτες έφεραν μαζί με την πίκρα και τον πόνο του ξεριζωμού, τον πολύτιμο, τον  πλουσιότατο και ανεξάντλητο θησαυρό των γραφικών τους εθίμων και των λαϊκών τους παραδόσεων. Η Θράκη έχει να μας παρουσιάσει ένα δικό της ξεχωριστό και πολύ χαρακτηριστικό μάλιστα μουσικοχορευτικό ύφος και χρώμα, πράγμα που το διαπιστώνουμε τόσο όταν ακούμε τις μελωδίες και τα τραγούδια της, όσο και όταν βλέπουμε τους υπέροχους Θρακιώτικους χορούς να χορεύονται.

Σήμερα, στην Ελλάδα η ευημερούσα μουσουλμανική μειονότητα αριθμεί περίπου 120.000 μέλη, ενώ στην απέναντι όχθη του Έβρου είναι ζήτημα αν απέμειναν 3.000 Έλληνες.

Σημερινή Κατάσταση της Θράκης

Η Βόρεια Θράκη ανήκει στην Βουλγαρία (συνθήκη Αγίου Στεφάνου 1878) η Ανατολική Θράκη ανήκει στην Τουρκία (συνθήκη Μουδανίων 1922) και η Δυτική Θράκη το μικρότερο τμήμα ανήκει στην Ελλάδα, η οποία σαν χώρα Ελληνική έχει κοινά με όλες τις άλλες περιοχές τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ελληνικότητάς της. Έχει όμως όπως και εκείνες τη δική της ξεχωριστή φυσιογνωμία, που διαμορφώθηκε μέσα στη μακρά ιστορική της πορεία. Η γεωγραφική της θέση, η επαφή της με άλλους λαούς, το κάπως τραχύ κλίμα της, οι ιστορικές της περιπέτειες επηρέασαν την πνευματική, ψυχική και κοινωνική ζωή του λαού της. Η ζωή αυτή βρήκε την έκφρασή της στις ποικίλες και πολύμορφες εκδηλώσεις, παραδόσεις, έθιμα, τραγούδια, παροιμίες, λατρεία, παραμύθια.

Σήμερα στη Θράκη της δικής μας εποχής υπάρχει ένα μεγάλο και πολύτιμο αλλά και ανεξερεύνητο στρώμα λαϊκού πολιτισμού. Ακόμη και η απλή λαϊκή ζωή έχει κρατήσει και πολύ μεγάλο από το επιβλητικό μεγαλείο και την ανεπανάληπτη ομορφιά της ζωής στην παλαιότερη μορφή της.

Συμπερασματικά, με όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται περίτρανα η αυθεντικότητα αλλά και η Ελληνικότητα της Θράκης, της Θράκης που είναι μια πανάρχαια  Ελληνική περιοχή, πατρίδα του Ορφέα, του Δημόκριτου, του Πρωταγόρα και πολλών άλλων φιλοσόφων της αρχαιότητας και κορυφαίων πνευματικών μορφών της νεότερης εποχής, Γεώργιος Βιζυηνός, Βάρναλης, Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου κ.α.

Πηγή: sgouridis.gr

Πηγή: https://thrakiki.gr/thraki/istoria

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θράκη

Please follow and like us:
error0

Η Μονεμβασιά και ο Ελκόμενος Χριστός

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου “Βράχου της Μονεμβασιάς”, που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Μπαίνοντας στην Μονεμβασιά ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία όπου βρίσκεται το παλαιό κανόνι και ο Ελκόμενος Χριστός.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

Η Μονεμβασιά και η εικόνα του Χριστού Ελκόμενου
Μονεμβασιά και Ο Χριστός Ελκόμενος

Η Μονεμβασιά στα αρχαία χρόνια

Η Μονεμβασιά απαντάται ήδη από την προϊστορική περίοδο. Πρωτοκατοικήθηκε πριν από 8.000 χρόνια και πρόκειται για τον μοναδικό Πρωτοελλαδικό οικισμό στις ανατολικές ακτές της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ο Πρωτοελλαδικός πολιτισμός συμπίπτει χρονολογικά με τον πρώτο Κυκλαδίτικο και τον Πρωτομινωικό πολιτισμό.

Η Μονεμβασιά, τότε Άκρα Μινώα, που παρέμενε ακόμα στεριά και όχι διαμορφωμένο νησί, αποτέλεσμα σεισμού που έλαβε χώρα αιώνες αργότερα, αποτέλεσε τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στις χερσαίες περιοχές της Ελλάδας και στο ήδη ακμάζον δίπτυχο Κυκλάδων- Κρήτης.

Η Μονεμβασιά συνεχίζει να αποτελεί νευραλγικό σημείο- σταθμό και κατά την διάρκεια της Μυκηναϊκής ή Υστεροελλαδικής εποχής, καθώς υπήρξε σπουδαίο Μυκηναϊκό κέντρο², εξελισσόμενη σε πελαγίσιο μονοπάτι μεταξύ του Μυκηναϊκού και Μινωικού πολιτισμού.

Η Μονεμβασιά στα Βυζαντινά χρόνια

Μεταπηδώντας χρονικά στον 4ο αιώνα μ.Χ., οπότε και αλλάζει ριζικά ο εδαφολογικός χάρτης της περιοχής, κατά τον ισχυρότατο σεισμό του 375μ.Χ., με την αποκοπή μέρους της στεριάς η Άκρα Μινώα, μετατρέπεται σε νησί, την Μονεμβασιά. Χρονικά της εποχής, παρέχουν σχετικά ασφαλείς πληροφορίες για τις συνθήκες κτίσης της πόλης πάνω στον βράχο.

Η περιοχή που κατοικήθηκε εκείνη την περίοδο, ήταν ο Γουλάς, ή Πάνω Πόλη του βράχου .Γουλάς ονομάστηκε από το αλβανικό «Γουλάς» που σημαίνει οχύρωμα ή, κατ’ άλλους από τη λέξη Γουλί, λόγω της φαλακρότητας του εδάφους. Οι ανάγκες της εποχής καλούσαν για σύνθετα οχυρωματικά έργα. Τότε κατασκευάστηκε και η πρώτη γέφυρα που συνέδεε το νησί με την απέναντι στεριά.

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα, κατά τη βασιλεία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, οι κάτοικοι της Λακεδαίμονας εγκατέλειψαν ομαδικά τον τόπο τους λόγω των Σλαβικών επιδρομών. Πολλοί από αυτούς βρήκαν ασφάλεια στη Σικελία, ενώ οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν σε ένα βράχο στις ανατολικές ακτές της Λακωνίας. Εκεί δημιούργησαν μία πόλη που λόγω της μοναδικής της εισόδου ονόμασαν Μονεμβασία (“Μόνη-Έμβαση”). Κατά το Χρονικό της Μονεμβασίας, τα παραπάνω γεγονότα έγιναν κατά τον έκτο χρόνο της βασιλείας του Μαυρίκιου, δηλαδή το 588 μ.Χ. 

Αμέσως μετά την ίδρυση της, η Μονεμβασία αναπτύχθηκε γρήγορα και εξελίχθηκε σε μία σημαντική πόλη. Για πρώτη φορά, στις μέχρι σήμερα γνωστές ιστορικές πηγές, η πόλη αναφέρεται το 723 μ.Χ. από τον επίσκοπο Willibald ο οποίος πέρασε από την Μονεμβασία στο ταξίδι του προς τους Άγιους Τόπους. Λίγο αργότερα, το 746 μ.Χ., ο ιστορικός Θεοφάνης αναφέρει ότι μολυσματική ασθένεια μεταδόθηκε στη Μονεμβασία, μέσω του λιμανιού της, από τη Σικελία και την Καλαβρία.  Το 787 μ.Χ. ο επίσκοπος Μονεμβασίας Πέτρος συμμετείχε στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Το εμπόριο και η ναυτιλία αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και το λιμάνι της πόλης ήταν από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου. Η φυσική οχύρωση της ενισχύθηκε με τείχη, αρχικά στην Άνω και αργότερα στην Κάτω Πόλη.

Η Μονεμβασιά φραγκοκρατούμενη

Το 1147 οι Νορμανδοί επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν με πολιορκία το Κάστρο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Άραβας γεωγράφος Εδρισί ονομάζει την πόλη Μαλλιάσα. Το 1249 η πόλη κυριεύτηκε από τους Φράγκους, ύστερα από τρίχρονη πολιορκία από τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο. Η Φραγκοκρατία διήρκησε 14 χρόνια και το 1262 ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατέλαβε την πόλη. Κατά την βασιλεία του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια στη Μονεμβασία μέσω δύο Χρυσόβουλλων που εκδόθηκαν το 1284 και 1301. Τα προνόμια αυτά επεκτάθηκαν το 1336 με άλλο Χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Γ’. Το 1292, ο Καταλανός πειρατής Roger de Lluria λεηλάτησε τη Μονεμβασία και άλλες πόλεις του Αιγαίου. Το 1395, η πόλη καταλαμβάνεται για τρεις μήνες από τους Τούρκους, ενώ το 1443 ο Θεόδωρος Β’ Παλαιολόγος ανανέωσε τα προνόμια της πόλης.

Το 1460 η πόλη ήταν υπό την προστασία του Πάπα Πίου Β’ ενώ το 1463 καταλήφθηκε από τους Βενετούς. Η Α’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1540. Αμέσως μετά η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους για 150 χρόνια (1540-1690). Το 1564 οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν το Κάστρο. Μετά από αυτήν την επιχείρηση, η είσοδος στη Βορεινή πλευρά του βράχου σφραγίστηκε με τείχος (Mura Rossa). Το 1690 η πόλη ξαναπέφτει στα χέρια των Βενετών για 25 χρόνια. Η Β’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1715, όταν η Μονεμβασία παραδόθηκε και πάλι στους Τούρκους.

Η Μονεμβασιά απελευθερώνεται

Την 23η Ιουνίου ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, πληρεξούσιος του Δημητρίου Υψηλάντη, κατέφθασε από τα Βέρβαινα στη Μονεμβασία, προκειμένου να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι κωλυσιεργούσαν και οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν αποφάσισε να στενέψει τον πολιορκητικό κλοιό με την κυρίευση του πύργου της γέφυρας. Στις 10 ή 11 Ιουλίου ένοπλο σώμα  Τσακώνων και Μανιατών κατέλαβε μετά από σκληρή μάχη τον πύργο της γέφυρας εξορμώντας μέχρι τα τείχη της Κάτω Πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Τούρκοι έσπευσαν να αποδεχθούν τη συνθήκη της παράδοσης.

Το Σάββατο της 23ης  Ιουλίου ο Τούρκος διοικητής Μουσταφάμπεης Χασάν Μπεηζανδές παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Στη συνέχεια, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατευθύνθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του Ελκομένου Χριστού, όπου τελέσθηκε θεία δοξολογία.

Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασία πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών και Τούρκων. Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.

Μια άγνωστη ιστορία για το κάστρο

Αν και η Μονεμβασιά είναι φημισμένη για το κάστρο της, ωστόσο μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία συνέβη σε αυτήν. Την πρωτακούσαμε από την κα Μάγδα όταν καθίσαμε για φαγητό και ξεκινάει περίπου 35 χρόνια πριν..

Στο κέντρο περίπου του κάστρου υπάρχει ένας λευκός ναός με καταπληκτική θέα και ένα κανόνι μπροστά του. Η εκκλησία αυτή φέρει το όνομα Χριστός Ελκόμενος και απ’ ότι μάθαμε είναι η μοναδική εκκλησία στην Ελλάδα με αυτό το όνομα, το οποίο προέρχεται από το ρήμα έλκω που στα αρχαία σημαίνει τραβώ, φέρω.

Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχει ειδικός χώρος στον οποίο φυλάσσεται η ομώνυμη εικόνα κάτω από δρακόντια μέτρα ασφαλείας. Ο λόγος είναι ότι πριν από περίπου 35 χρόνια και μια βροχερή νύχτα, η εικόνα εκλάπη υπό αρχαιοκαπήλων. Η εικόνα έχει μέγεθος λίγο μικρότερο μιας πόρτας. Για να μπορέσουν, λοιπόν, να την βγάλουν από την εκκλησία, την έκοψαν σε 4-5 κομμάτια. Βρέθηκε λίγους μήνες μετά και έκτοτε φυλασσόταν στο Βυζαντινό μουσείο, όπου έγινε και η αποκατάστασή της, ενώ στην Μονεμβάσια γύρισε 32 χρόνια αργότερα ύστερα από πολυετείς προσπάθειες του Μητροπολίτη και αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εγγυήσεις για την ασφάλειά της. Οι εγγυήσεις αυτές αφορούσαν το ειδικό κουβούκλιο στο οποίο φυλάσσεται η εικόνα και στοιχίζει πάνω από 200.000 ευρώ. Για να εισέλθει κάποιος στο κουβούκλιο, θα πρέπει η υπεύθυνη του ναού να πληκτρολογήσει τον ειδικό κωδικό, ενώ μέσα υπάρχουν κάμερες που σαρώνουν την εικόνα ανά 2 δευτερόλεπτα.

Την αξία της εικόνας, που είναι ανεκτίμητη, μας επιβεβαίωσε ο αρχαιολόγος της περιοχής που μας έκανε μια μίνι ξενάγηση και μας εδωσε πληροφορίες όχι μόνο για την εικόνα και την περιπέτειά της, αλλά και για την τέχνη της αγιογραφίας. Είναι από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες εικόνες της Παλαιολόγειας περιόδου ενώ  έχει χαρακτηριστεί ως η σπουδαιότερη Σταύρωση σε φορητή εικόνα.

Παρουσιάζει μια σκηνή του θείου Πάθους και συγκεκριμένα αυτήν αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού. Στο κέντρο βρίσκεται ο Χριστός με τα μάτια κλειστά, σε αντίθεση με άλλες εικόνες που τον θέλουν με τα μάτια μισάνοιχτα. Τον περιβάλλουν 2 συμμετρικού κύκλοι. Αριστερά η Παναγία με τις Μυροφόρες ενώ δεξιά ο Ιωάννης με τον εκατόνταρχο πίσω του. Στην κορυφή υπάρχει η επιγραφή ‘’Ο βασιλιάς της δόξης’’  ενώ στη βάση ένα σπήλαιο με το κρανίο του Αδάμ μέσα σε αυτό.

Κάτι που επίσης, δεν είναι γνωστό είναι ότι στην ιστορία της κλοπής της εικόνας βασίστηκε και η σειρά ‘’Ιερόσυλοι’’ της κρατικής τηλεόρασης εκείνη την εποχή, με τον Θάνο Λειβαδίτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πηγή: http://xifoupolis.gr/sitemap/Ηπεριοχήμας/ΙστορικήΑναδρομή.html

Πηγή; http://dim-monemv.lak.sch.gr/istoria.htm

Πηγή: http://www.monemvasianews.gr/απελευθέρωση-της-μονεμβασίας-23-ιουλίο/

Πηγή: http://alternatrips.gr/el/peloponissos/lakonia/mia-ohi-kai-toso-gnosti-istoria-gia-ti-monemvasia

Please follow and like us:
error0

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, η Κομοτηνή

Η Κομοτηνή, πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας και ανήκει στον Νομό Ροδόπης. Αποτελεί έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης καθώς και έδρα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Χάρτης της δυτικής Θράκης
Η θέση της Κομοτηνής – χάρτης Δυτικής Θράκης

Με την ύπαρξή της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην Υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οδήγησαν στην οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια, το 1920. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της, και επηρεασμένη, ως ένα βαθμό, από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των μειονοτικών ομάδων.

Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία, χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν . Στην περιοχή είναι έντονη η παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου που δίνει ιδιαίτερο χρώμα τόσο με τις ενδυμασίες και τα έθιμα όσο και με την αρχιτεκτονική χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν οι μιναρέδες και τα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών στις παλιές συνοικίες.

Όνομα

Το βυζαντινό όνομα ήταν Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Ως προς την προέλευση του ονόματος, έχει διατυπωθεί η εκδοχή ότι έτσι είχαν χαρακτηριστεί τα κτήματα κάποιου κόμητα της περιοχής: *Κομητηνά > Κομοτηνά > Κομοτζηνά/Κουμουτζηνά. Η πρώτη χρήση του ονόματος Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine έχει καταγραφεί σε οθωμανική πηγή το έτος 1344 μ.Χ. Το όνομα Κομοτηνή ορίσθηκε επισήμως το 1920 και αποτελεί τη λόγια μορφή του ονόματος Κουμουτζηνά που χρησιμοποιούσε ο Κατακουζηνός στα μέσα του 14ου αιώνα.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου. Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα Βυζαντινά Χρόνια

Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη, ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄. Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, τα οποία υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με τον ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ). Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8ο-9ο αιώνα. Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη (σημ. Πλόβντιβ) και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).

Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας. Όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά. Ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Τούρκο ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατύρρυακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου, που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στην Οθωμανική περίοδος

Η κατάκτηση της Βυζαντινής πόλης Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά σύμφωνα με παλαιούς Οθωμανούς χρονικογράφους τοποθετείται περίπου το 1361 ή 1362 με την κατάληψη της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης βορειότερα. Θεωρείται ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό κατακτητή Γαζή Εβρενός, του οποίου αποτέλεσε στρατιωτική έδρα. Με την Οθωμανική κατάκτηση, πολλοί Κομοτηναίοι εκπατρίζονται και εγκαθίστανται στην Ήπειρο, ιδρύοντας τους Κουμουτζάδες Άρτας (σήμερα Αμμότοπος), ενώ με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Οθωμανούς το 1449, κατέφυγαν τελικά στη Βερβίτσα Αρκαδίας (σήμερα Τρόπαια).

Η οθωμανική κατάκτηση της Θράκης δημιούργησε προβλήματα στην επιβίωση του ελληνικού στοιχείου. Η Κομοτηνή έκτοτε ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και υπάγονταν έως το 1867 στο σαντζάκι (διοίκηση) Δράμας, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων, εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως.

Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, το διάστημα 1362 – 1912 ζούσαν στην πόλη χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό κράτος ακολούθησε η προσφυγή πολλών Εξαρχικών χριστιανών στη Βουλγαρία, ενώ η πόλη υποδέχθηκε και κάποιους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης. Η πληθυσμιακή σύνθεση συμπληρωνόταν από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων.

Σε αυτή την περίοδο η πόλη επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία (422 σπίτια) ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή. Σε απογραφή το 1519 η Κομοτηνή αναφέρεται ότι είχε 393 μουσουλμανικά νοικοκυριά, 197 άγαμους/ες μουσουλμάνους/ες, 42 χριστιανικά νοικοκυριά, έξι άγαμους/ες Χριστιανούς/ες, 8 χήρες αλλά και 19 Εβραϊκά νοικοκυριά και 5 άγαμους/ες Εβραίους/ες. Σε απογραφή το 1530 έχει αναφερθεί ότι στην Κομοτηνή υπήρχαν 17 μαχαλάδες/γειτονιές με Τουρκικά ονόματα. Υπήρχε 1 ισλαμικό τέμενος, 15 μαστζίντ (μικρότερα ισλαμικά τεμένη), 4 ζαβιγιέ (ισλαμικά εκπαιδευτικά ινστιτούτα), τέσσερα σχολεία και μια εκκλησία.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης ήταν εμπορικό κέντρο και, μέσω του περάσματος της Νυμφαίας, (δια της οροσειράς της Ροδόπης) υπήρχε εμπορική σύνδεση με τη Φιλιππούπολη. Από την Κομοτηνή προερχόταν ο λόγιος Αθανάσιος Βατοπεδινός ο εκ Κομοτηνής. Είτε από την Κομοτηνή είτε από τη Δράμα καταγόταν ο Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μέγας Βεζίρης (1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α’. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Νασούχ Πασάς είχε χριστιανική καταγωγή (είχε πατέρα Έλληνα κληρικό) και άλλες αναφέρουν ότι είχε Αλβανική καταγωγή. 

Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Κατά την οθωμανική απογραφή του 1831 στην Κομοτηνή υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο αρμένικος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Սուրբ Գրիգոր Լուսավորիչ, Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Αδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.

Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.

Ιμαρέτ

Διάσημο είναι το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1360-1380) το οποίο έχτισε ο Εβρενός και διασώζεται, ενώ θεωρείται από τα παλαιότερα οθωμανικά μνημεία στην Θράκη. Εκτός από το Ιμαρέτ ο Εβρενός στην πόλη έκτισε μια μεγάλη έπαυλη, ένα ισλαμικό τέμενος, χαμάμ και μια πληθώρα καταστημάτων τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της ισλαμικής ζωής στην πόλη. Τα κτήρια του Έβρενος βρίσκονταν έξω από το τείχος του κάστρου και μέσα σε αυτό συνέχισε να κατοικεί ο ελληνικός πληθυσμός. Ο αποικισμός με Τούρκους αγρότες στα χωράφια γύρω από την πόλη οφείλεται επίσης στον Εβρενός. Το Χαμάμ του Γαζί Εβρενός σωζόταν μέχρι το 1970 (στην θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ΚΑΠΗ μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αϊδινίου και παρόδου Αϊδινίου), όταν κατά την διάρκεια της Επταετούς δικτατορίαςανατινάχθηκε με δυναμίτη, ενώ έως το 1923 υπήρχε αραβική επιγραφή του 14ου αιώνα. 

Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Για την περίοδο των αρχών του 16ου αιώνα, ο καθηγητής Μπαρκάν έχει δημοσιεύσει χάρτη ο οποίος δείχνει το τουρκικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον χάρτη αυτό η Κομοτηνή τον 15ο και το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα ήταν μια μικρή πόλη με 250 μουσουλμανικές και 50 χριστιανικές οικογένειες. Η ανάπτυξη της πόλης θα πρέπει να έγινε μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφτηκε την πόλη το 1667-8, περιγράφει το φρούριο της πόλης ως στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα τέλη του 19ου αιώνα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα αποτέλεσε και παλαιότερα την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο). Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη βουλγαρική πλευρά.

Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο “Σχολαρχείο”. Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος “Ομόνοια” ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος. Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός, ερευνητής και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.

Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη, από τη μουσουλμανική κοινότητα, το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle) στην περιοχή βορείως του κέντρου. Το 1889, η εβραϊκή κοινότητα ίδρυσε αρρεναγωγείο και στη συνέχεια, το 1900, παρθεναγωγείο. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israélite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι στην Κομοτηνή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce. Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στις αρχές 20ού αιώνα

Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου. Εντούτοις, το 1913 στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας, οι Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 50% του συνόλου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο χριστιανικός πληθυσμός την πόλης που διώκονταν καθημερινά από την οθωμανική διοίκηση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Βουλγαρία που προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βουλγαρόφωνους κατοίκους. Επιειδή, οι βουλγαρικές προσπάθειες δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα, δραστηριοποιήθηκε η ουνιτική κίνηση, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και τη Γαλλία, δίνοντας καταφύγιο σε χριστιανούς κατοίκους που υφίσταντο τον οθωμανικό ζυγό. Η ουνιτική κίνηση εξυπηρετούσε κυρίως τα βουλγαρικά συμφέροντα. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εχθρική στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό, Βούλγαροι κομιτατζήδες, που υποστήριξαν την επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Σαντάνσκι εισέρχονταν στην περιοχή και την πόλη της Κομοτηνής και διά της προπαγάνδας και της βίας προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Έλληνες προς τον Βουλγαρισμό, υποσχόμενοι ευνοϊκή μεταχείριση, και να τους μυήσουν έτσι στα σχέδια των νέων πολιτικών κυρίαρχων.

Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908 καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα αφομοίωσης και εκτουρκισμού των μουσουλμάνων κατοίκων, διωγμού των χριστιανών κατοίκων και εποικισμού με μουσουλμανικούς πληθυσμούς. 

Βραχύβια απελευθέρωση και γεγονότα 1913-1919

Η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας η οποία κράτησε 549 έτη, έληξε κατά τον Ά Βαλκανικό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1912, οπότε η πόλη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι σχεδόν αμέσως εξαπέλυσαν διωγμούς κατά Ελλήνων, Πομάκων και Τούρκων. Οι διωγμοί αυτοί προκάλεσαν εθνολογική αλλοίωση στην πόλη. Το 1912-13 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν σε μεγάλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την ίδια περίοδο και έως το 1918 εγκαταστάθηκαν σε αυτή Αρμένιοι πρόσφυγες και ο πληθυσμός τους έφτασε τα 396 άτομα.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 14 Ιουλίου του 1913, απελευθερώθηκε από την VIIΙ μεραρχία του ελληνικού στρατού, ωστόσο στις 10 Αυγούστου του ίδιου έτους παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Στις 31 Αυγούστου του 1913 το κίνημα των Πομάκων με τη συνδρομή των ντόπιων Τούρκων και την υποστήριξη των Ελλήνων, εγκαθίδρυσε τη βραχύβια Αυτόνομη Κυβέρνηση Δυτικής Θράκης με έδρα την πόλη. Ο πληθυσμός του κρατιδίου ήταν 500.000 εκ των οποίων το 50% (250.000) ήταν Έλληνες. Ως φρούραρχος της πόλης της Κομοτηνής, τοποθετήθηκε Έλληνας. Το ανεξάρτητο αυτό κρατίδιο καταλύθηκε μετά από δύο μήνες στις 25 Οκτωβρίου του 1913 και η Κομοτηνή πέρασε πάλι υπό βουλγαρική κατοχή. Με την είδηση του ερχομού των Βουλγάρων όλοι σχεδόν οι Έλληνες της πόλης αποχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Παρέμειναν μόνο, οι πλουσιότεροι κάτοικοι για να προστατέψουν τις περιουσίες τους. Στις 8 Οκτωβρίου του 1913, όταν ο Έλληνας φρούραρχος παρέδωσε την πόλη στις Βουλγαρικές δυνάμεις, οι κατακτητές κατέλαβαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στη συνέχεια προέβησαν σε απελάσεις των οικονομικά ισχυρότερων Κομοτηναίων, όπως ο Αθανάσιος Καστανάς, ο Κ. Μαλιόπουλος, ο Δ. Βέτσικας, ο Γεώργιος Ματσόπουλος, ο Θεοφάνης Ψάλτης, ο Κ. Θεοχαρίδης και άλλοι. Το Νοέμβριο του 1914 επισκέφτηκε μυστικά την Κομοτηνή ο μονάρχης της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ο Α΄ προκειμένου να δώσει το έναυσμα για νέους διωγμούς κατά των εναπομεινάντων Ελλήνων, καθιστώντας την Κομοτηνή, την πρώτη προτεραιότητα της βουλγαρικής πολιτικής αλλοίωσης της εθνολογικής κατάστασης. Εκπονήθηκε μάλιστα, και ένα πρόγραμμα μαζικού εποικισμού Βουλγάρων στη Δυτική Θράκη, το οποίο εφαρμόστηκε έντονα στην Κομοτηνή.

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε από γαλλικά στρατεύματα και ετέθη υπό το καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, με έδρα του ανεξάρτητου κρατιδίου την ίδια την πόλη και διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ (γαλλ. Charles Antoine Charpy,1869-1941).

Ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό

Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 – 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη). Την 14η Μαΐου 1920 ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.

Μικρασιατική Καταστροφή και Ανταλλαγή Πληθυσμών

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λωζάνης εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πολλοί Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία (Ιωνία-μικρασιατικά παράλια, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πόντος και άλλες μικρασιατικές περιοχές). Ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία στην Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί πως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή της Θράκης και αρκετοί μουσουλμάνοι αντικεμαλιστές ως πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς και Αρμένιοι πρόσφυγες με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1928 η αρμενική κοινότητα να αριθμεί σε όλο τον Δήμο Κομοτηνής 779 άτομαΣτην ανατολική περιοχή της πόλης βρίσκεται η συνοικία όπου παραδοσιακά κατοικούσαν που φέρει την ονομασία Αρμενιό. Λίγο πριν υπογραφεί η συνθήκη της Λωζάνης ενὠ είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανταλλαγές πληθυσμών που προέβλεπε, έγινε επίσημη ελληνική στατιστική στις 7 Ιουνίου 1923, οπότε καταγράφηκαν 30.989 κάτοικοι από τους οποίους οι 15.810 ήταν Έλληνες (εκ των οποίων 6.115 Έλληνες παλαιοί κάτοικοι και 9.695 Έλληνες πρόσφυγες), οι 12.843 μουσουλμάνοι, οι 1.183 Αρμένιοι, οι 1.112 Εβραίοι και οι 41 Κιρκάσιοι.  Στην Κομοτηνή, μετά την απελευθέρωσή της τον Μάιο του 1920, λειτουργούσαν φιλανθρωπικοί σύλλογοι και πολιτιστική λέσχη από την ισραηλίτικη κοινότητα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Δ’ Βουλγαρική Κατοχή

Η Κομοτηνή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γνώρισε την τέταρτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή (μετά τις κατοχές: 1912, Ιουλίου 1913, Οκτωβρίου 1913). Η εβραϊκή κοινότητα εξοντώθηκε σε αυτή την περίοδο. Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 863 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Περίπου 20 άτομα αφέθηκαν ελεύθερα από εκεί, καθώς είχαν τουρκική, ισπανική και ιταλική υπηκοότητα. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν, στις 19 Μαρτίου, με ποταμόπλοιο από τον Δούναβη στη Βιέννη, από εκεί με τρένο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα, όπου εξοντώθηκαν. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον οκτώ άτομα. Το 1958 η ισραηλίτικη κοινότητα της Κομοτηνής διαλύθηκε λόγω έλλειψης μελών. Η εβραϊκή συναγωγή διατηρείτο μέχρι τον Απρίλιο του 1994, όταν πάρθηκε η απόφαση να κατεδαφιστεί, παρόλο που το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Το 2004 ο Δήμος Κομοτηνής τοποθέτησε, στο Πάρκο Αγίας Παρασκευής, μνημείο αφιερωμένο στους Εβραίους-θύματα του Ολοκαυτώματος.

Το Νοέμβριο του 1987 απαγορεύτηκε στην “Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής” (που λειτουργούσε από το 1928) να χρησιμοποιεί τον όρο “τουρκική” με την αιτιολογία ότι αυτός αφορά πολίτες της Τουρκίας και ότι η χρήση του για Έλληνες πολίτες αντιτίθεται στη Συνθήκης της Λωζάνης απειλώντας την κοινωνική ειρήνη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν μερίδα της μειονότητας που δεν είχε αποδεχτεί το πρόσωπο του νέου μουφτή Μέτσο Τζεμαλή, αντιπρότεινε τον Ιμπραήμ Σερήφ (ο Μέτσο Τζεμαλή είχε διοριστεί το 1984 μετά το θάνατο του Χουσεΐν Μουσταφά Εφεντί). Ο Ιμπραήμ Σερήφ δεν έγινε δεκτός από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνέχισε να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα ως ιδιώτης μουφτής, γεγονός που προκάλεσε την ποινική του δίωξη για αντιποίηση αρχής και το θέμα έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς και ότι οι καταδίκες σε χαμηλότερο βαθμό περιόριζαν τα ατομικά δικαιώματα θρησκευτικής έκφρασης, ενώ παράλληλα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν ο τότε υποψήφιος βουλευτής Σαδίκ Αχμέτ έθεσε ζήτημα αναγνώρισης εθνικής μειονότητας δηλώνοντας εθνικά Τούρκος. Στις 26 Ιανουαρίου του 1990 ο Σαδίκ Αχμέτ οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθως ξέσπασαν διαμαρτυρίες μουσουλμάνων με κλείσιμο των καταστημάτων. Στις 29 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν 1.500 μουσουλμάνοι έξω από τζαμί φωνάζοντας “είμαστε Τούρκοι”, γεγονός που προκάλεσε επεισόδια με μερίδα χριστιανών. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 50 άτομα, προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε καταστήματα μουσουλμάνων και στα γραφεία δυο εφημερίδων της μειονότητας. Παρόμοια επεισόδια μικρής έντασης σημειώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιούλιο του 1998.

Η Κομοτηνή σήμερα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική με έντονο τον χαρακτήρα της φοιτητούπολης. Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της. Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, Έλληνες απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο, έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως “Τενεκέ Μαχαλά” μέσα στην Κομοτηνή. Την δεκαετία του 1990 εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000 φοιτητές.

Γεωγραφία

Η πόλη είναι επίπεδη, χτισμένη μέσα στον θρακικό κάμπο και στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης, σε υψόμετρο 31-55 μ., 30 περίπου χλμ. οδικώς από τη θάλασσα. Αποτελεί σπουδαίο εμπορικό, οικονομικό και συγκοινωνιακό κόμβο της Θράκης και βρίσκεται επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και της Εγνατίας Οδού (Α2). Η θέση της εντοπίζεται επί της ιζηματογενούς λεκάνης Ξάνθης-Κομοτηνής η οποία ανήκει στη γεωτεκτονική μάζα της Ροδόπης. Ως εκ τούτου η γεωλογική της σύσταση περιλαμβάνει κυρίως ἀργιλο, χάλικες και αμμοχάλικες. Βρίσκεται επί εδάφους της Νεογενούς περιόδου, πολύ κοντά στο σεισμικό ρήγμα Καβάλας-Ξάνθης-Κομοτηνής. Εντούτοις, δεν παρουσιάζει έντονη σεισμικότητα και ο τελευταίος μεγάλος σεισμός που έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Κομοτηνής συνέβη το 1784 με μέγεθος 6,3.

Please follow and like us:
error0

Αλεξανδρούπολη

Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης

Η Αλεξανδρούπολη είναι πόλη της Θράκης και πρωτεύουσα του Νομού Έβρου. Έχει 57.812 κατοίκους και είναι η μεγαλύτερη (σε έκταση και πληθυσμό) πόλη της Θράκης και της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Αποτελεί σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο της βορειοανατολικής Ελλάδας. Έχει χαρακτηριστεί ως “σταυροδρόμι των λαών, των πολιτισμών και της ομορφιάς“, αφού κατέχει στρατηγική γεωγραφική θέση συνδέοντας την Ευρώπη με την Ασία,τη Δύση με την Ανατολή, ενώ προσφέρει μαγευτικά θαλάσσια τοπία.

Ιστορία

Η Αλεξανδρούπολη είναι μία από τις νεότερες πόλεις στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ιδρύθηκε ως ένα απλό ψαροχώρι στα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στα αρχαία χρόνια στη θέση της υπήρχε η αρχαία πόλη Σάλη που ιδρύθηκε από αποίκους από το νησί της Σαμοθράκης, τους Μαρωνίτες. Η ζώνη της Αλεξανδρούπολης, όπως και όλη η έκταση από το Δέλτα του Έβρου μέχρι τη Βιστωνίδα λίμνη και τους πρόποδες της Ροδόπης, κατοικούνταν από τους Κίκονες. Οι Κίκονες ήταν ο θρακικός λαός, με τον οποίο συγκρούστηκε σύμφωνα με την μυθολογία ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του στην επιστροφή από την Τροία. Έως το 19ο αιώνα ήταν ένα μικρό ψαροχώρι. Η σύγχρονη πόλη ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από αλιείς από τα χωριά της Μάκρης και της Μαρώνειας και έγινε γνωστή ως Δεδέαγατς. Η ανάπτυξη του οικισμού ανάγεται στον 19ο αιώνα, όταν η περιοχή ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γνώρισε ανάπτυξη κατά τη διάρκεια κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας από το Πύθιο. Το συγκεκριμένο έργο αποτελούσε μέρος μιας προσπάθειας εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανατέθηκε σε μηχανικούς από την Αυστροουγγαρία. Ο οικισμός σύντομα εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο χωριό.

Η συγκεκριμένη ονομασία Δεδέαγατς στα τουρκικά σημαίνει δέντρο του παππού (dede σημαίνει παππούς και ağaç σημαίνει δέντρο) και βασιζόταν σε τοπική παράδοση σχετικά με ένα σοφό δερβίση, που πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη σκιά ενός τοπικού δέντρου και, τελικά, τάφηκε δίπλα σε αυτό. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι πήρε το όνομα της από τις βελανιδιές που σκίαζαν την παραλία.

Από τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης της πόλης (14 Μαΐου 1920) οι αρμόδιες τοπικές Αρχές καθώς και η Ιερά Μητρόπολη, ζητώντας τη γνώμη και του ιατρού Αχιλλέα Σαμοθράκη, που ως μελετητής της ιστορίας της Αρχαίας Θράκης οριζόταν πάντοτε ως πρόεδρος των εκάστοτε Επιτροπών Τοπωνυμιών, έλαβαν την απόφαση να μετονομάσουν την πόλη από Δεδέαγατς σε Νεάπολη, καθώς αποτελούσε ως τότε την νεότερη Ελληνική πόλη.

Το 1920 όμως, ο βασιλιάς της Ελλάδας, Αλέξανδρος Α’, επισκέφθηκε την πόλη, και οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να μετονομάσουν την πόλη σε Αλεξανδρούπολη, προς τιμήν του.

Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878)

Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το Δεδέαγατς και εγκαταστάθηκαν σε αυτό. Οι επικεφαλής αξιωματικοί σχεδίασαν το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης που βασίζονταν σε φαρδείς, παράλληλους δρόμους αποφεύγοντας τις αδιεξόδους ώστε να διευκολύνεται η γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων. Το σχέδιο αυτό έρχονταν σε αντίθεση με χαρακτηριστικά Οθωμανικών πόλεων της περιόδου εκείνης όπως στενά δαιδαλώδη σοκάκια, καλντερίμια και αδιέξοδους. Η πόλη επέστρεψε στην κατοχή των Οθωμανών με το τέλος του πολέμου αλλά η σύντομη παρουσία των Ρώσων είχε σημαντική συμβολή. Ορισμένοι Ρώσοι στρατιώτες πέθαναν στην πόλη το 1878 από επιδημία τύφου. Προς τιμήν των Ρώσων στρατιωτών ανεγέρθηκε μνημείο στον προαύλιο χώρο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την 28η Οκτωβρίου 2011 μετά από την κοινή παρέλαση Ελλήνων και Ρώσων στρατιωτών.

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Δεδέαγατς οδήγησε στην ανάπτυξη του χωριού σε μια πόλη, καθώς και σε ένα μικρό εμπορικό κέντρο μέχρι το τέλος του αιώνα. Η πόλη έγινε η έδρα του πασά ως πρωτεύουσα του σαντζακίου. Ο Οθωμανικός έλεγχος της πόλης διήρκεσε μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους. Στις 8 Νοεμβρίου του 1912, το Δεδέαγατς και ο σταθμός του καταλήφθηκαν από τις βουλγαρικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Πολεμικού Ναυτικού. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα ήταν σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά αντίπαλοι στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Το Δεδέαγατς κατελήφθη αυτή τη φορά από τις ελληνικές δυνάμεις στις 11 Ιουλίου 1913. Ωστόσο, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου του 1913), το Δεδέαγατς ξαναπέρασε στα χέρια της Βουλγαρίας μαζί με την υπόλοιπη Δυτική Θράκη.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η ήττα της Βουλγαρίας από τις συμμαχικές δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) εξασφάλισε μια αλλαγή χεριών για την πόλη. Μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου υπογράφτηκε η Συνθήκη του Νεϊγύ σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία ως μεγάλη ηττημένη παραιτήθηκε όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης. Το Δεδέαγατς κυβερνήθηκε προσωρινά από μια Διασυμμαχική Διοίκηση, με κυβερνητικό αντιπρόσωπο τον Χαρίσιο Βαμβακά, στενό συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος κατόρθωσε να ενσωματώσει την περιοχή στον Ελληνικό διοικητικό οργανισμό πριν ακόμη επιδικαστεί στην Ελλάδα. Στις 14η Μαΐου 1920 η 9η Μεραρχία Σερρών, με διοικητή τον Στρατηγό Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και συγκεντρώθηκε στη Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή). Ακολούθησε η υποστολή της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής από τον Κων/νο Μαζαράκη-Αινιάν. Ο αστυνομικός διευθυντής Κ. Δανιήλ παρέδωσε την πόλη. Με την Συνθήκη των Σεβρών εκτός των άλλων η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδωσε την κυριαρχία της Θράκης στην Ελλάδα.

Μικρασιατική Εκστρατεία και Μικρασιατική Καταστροφή

Μετά την ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1919-1922), ο Ελληνικός Στρατός υπό τον στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο υποχώρησε από την Ανατολική Θράκη στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Η Βουλγαρία εκμεταλλεύτηκε την ήττα των Ελλήνων για να απαιτήσει είτε την επιστροφή της Αλεξανδρούπολης υπό τον έλεγχό της ή την κήρυξη σε ουδέτερη ζώνη υπό διεθνή έλεγχο. Και τα δύο αιτήματα απορρίφθηκαν από την ελληνική ηγεσία και την Κοινωνία των Εθνών.

Ανταλλαγή Πληθυσμών 1923-1924

Η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου του 1923) επιβεβαίωσε ότι η Δυτική Θράκη και η Αλεξανδρούπολη θα συνεχίσουν να βρίσκονται υπό τον ελέγχο της Ελλάδας, υποχρεώνοντας όμως την άνευ όρων παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους. Μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης το 1923 και την Ανταλλαγή πληθυσμών καταφεύγουν στην περιοχή πολλοί πρόσφυγες από τη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρωμυλία), την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία.

Μετά την εγκατάσταση των προσφύγων αρχίζει μία πνευματική αναγέννηση, με ηγετικές φυσιογνωμίες τον παιδαγωγό Θεόδωρο Κόστανο, τον διδάσκαλο Αθανάσιο Σπανό και τον ιατροφιλόσοφο και ιστοριοδίφη Αχιλλέα Σαμοθράκη.

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Αλεξανδρούπολη παρέμεινε για 3 χρόνια υπό βουλγαρική κατοχή (1941-1944). Η πόλη υπέστη κάποιες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου αλλά σε μεγάλο βαθμό γλίτωσε τις επιπτώσεις του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Η επιστροφή της ειρήνης επέτρεψε στην Αλεξανδρούπολη να αυξηθεί από μια πόλη των 16.332 κατοίκων το 1951, σε μια πόλη των 57.812 κατοίκων, μέχρι το 2011.

Σύγχρονη ιστορία

Η Αλεξανδρούπολη ακολουθεί πλέον ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης με μοχλούς την Εγνατία Οδό, το αεροδρόμιο, το λιμάνι και το σιδηροδρομικό σταθμό. Αποτελεί μάλιστα σημαντικό κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου. Η Αλεξανδρούπολη υπερβαίνει τους 70.000 κατοίκους και προσφέρει σήμερα υψηλή ποιότητα ζωής με περιβαλλοντική ισορροπία και έντονη πολιτιστική δραστηριότητα.

Μεταφορές

Η Αλεξανδρούπολη είναι μια πόλη σύγχρονη με προσεγμένο ρυμοτομικό σχέδιο και αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συγκοινωνιακούς κόμβους καθώς προσεγγίζεται με όλα τα μέσα, αεροπορικώς, σιδηροδρομικώς, οδικώς και ακτοπλοϊκώς. Αξιοσημείωτα έργα υποδομής είναι το σύγχρονο-διεθνές λιμάνι, η Εγνατία οδός καθώς και η σιδηροδρομική σύνδεση με σημαντικές πόλεις που την καθιστούν εμπορικό κόμβο και δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της στο μέλλον. Επίσης, λειτουργούν ποδηλατόδρομοι στο κέντρο της πόλης.

Οδικές μεταφορές

Η Εγνατία Οδός είναι ο μεγαλύτερος κύριος δρόμος που περνά από την Αλεξανδρούπολη. Συνδέει την πόλη με την Ηγουμενίτσα, τα Ιωάννινα, την Θεσσαλονίκη και την Καβάλα προς τα δυτικά και τους Κήπους Έβρου προς τα ανατολικά. Σε λίγα χρόνια, πρόκειται να αποκτήσει ευκολότερη πρόσβαση προς τις περιοχές του βορείου Έβρου. Υπάρχουν επίσης και δρομολόγια των υπεραστικών λεωφορείων ΚΤΕΛ που συνδέουν την Αλεξανδρούπολη με τις πόλεις της Κομοτηνής, Ξάνθης, Καβάλας και Θεσσαλονίκης. Μέσω του Σταθμού των Υπεραστικών ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης υπάρχει δυνατότητα μετάβασης στις πόλεις της Δυτικής, Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας. Υπάρχουν επίσης ορισμένα δρομολόγια υπεραστικών λεωφορείων που συνδέουν απευθείας την Αλεξανδρούπολη με την Αθήνα. Συχνή καθημερινή σύνδεση υπάρχει με τις υπόλοιπες περιοχές του Νομού Έβρου.

Σιδηροδρομικές, θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Αλεξανδρούπολης έχει τρένα που συνδέουν την πόλη με τη Θεσσαλονίκη, διερχόμενα από Κομοτηνή, Ξάνθη, Δράμα, Σέρρες και Κιλκίς. Δρομολόγια υπάρχουν και με τις περιοχές του Βόρειου Έβρου, προς το Σουφλί, το Διδυμότειχο, την Ορεστιάδα και τα Δίκαια.

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης διαθέτει ακτοπλοϊκά δρομολόγια από και προς τη Σαμοθράκη και την Καβάλα.

Αεροπορικές μεταφορές

Η Αλεξανδρούπολη έχει ένα διεθνές αεροδρόμιο (Διεθνές Αεροδρόμιο Δημόκριτος), το οποίο απέχει 6,3 χλμ. από το κέντρο της πόλης στην περιοχή του Απαλού. Εκτελούνται καθημερινές πτήσεις από και προς την Αθήνα. Ορισμένες μέρες της εβδομάδας υπάρχουν πτήσεις από και προς την Κρήτη και τη Μυτιλήνη. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών εκτελούνται μερικές εποχιακές πτήσεις από και προς τη Γερμανία και Ρωσία. Το αεροδρόμιο συνδέεται με την πόλη με λεωφορεία του αστικού ΚΤΕΛ και με ταξί.

Πολιτισμός

Γιορτή Κρασιού

Ως τη δεκαετία του ’80 στην πόλη γινόταν η Γιορτή Κρασιού, υπό την αιγίδα του ΕΟΤ. Η εν λόγω γιορτή αναβίωσε έπειτα από 25 χρόνια, το καλοκαίρι του 2013 με πρωτοβουλία του Δήμου Αλεξανδρούπολης και της Τ.Ι.Ε.Δ.Α. Κάθε χρόνο για μια βδομάδα περίπου το καλοκαίρι μαζεύονται καθημερινά χιλιάδες κόσμου στο Πάρκο Κυκλοφοριακής Αγωγής της πόλης, για να απολαύσουν βραδιές με άφθονο κρασί, μουσική, χορό και φαγητό. Πολιτιστικοί σύλλογοι της πόλης αλλά και του νόμου Έβρου στήνουν τους πάγκους τους και προσφέρουν κόκκινο και λευκό κρασί τοπικής παραγωγής, ενώ ψήνουν σουβλάκια και άλλα είδη κρεατικών για να τα πουλήσουν στον κόσμο που συρρέει στη γιορτή. Κάθε βραδιά έχει ως θέμα ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής όπως: Θρακιώτικη βραδιά, λαϊκή βραδιά, Ποντιακή βραδιά, Κρητική βραδιά, Σαρακατσάνικη βραδιά. Ο χώρος αυτός διαθέτει μια μεγάλη εξέδρα στην οποία ο κόσμος μπορεί να χορέψει στο ρυθμό των τραγουδιών. Ακόμη, σε κάποιες βραδιές διεξάγονται συναυλίες με γνωστά ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου.

Οικοπάρκο Αλτιναλμάζη

Από το Μάιο του 2017 η Αλεξανδρούπολη διαθέτει ένα νέο κηποθέατρο στο “Οικοπάρκο Αλτιναλμάζη”, όπου και πραγματοποιούνται ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις όπως θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Το συγκεκριμένο πάρκο οφείλει την ονομασία του στον Κωνσταντίνο Αλτιναλμάζη, τον μακροβιότερο δήμαρχο της πόλης (1925-29, 1929-33, 1933-37,1937-41).

Πανεπιστήμιο

Στην πόλη λειτουργούν τέσσερα τμήματα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης. Τα τμήματα αυτά είναι τα εξής: Τμήμα Επιστημών Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία, Τμήμα Ιατρικής, Τμήμα Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής και Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης. Το Τμήμα Ιατρικής στεγάζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον σύγχρονα νοσοκομεία των Βαλκανίων και το μεγαλύτερο της χώρας.

Αξιοθέατα

Αξιοθέατο και σύμβολο της πόλης είναι ο Φάρος(αναγνωρίστηκε ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς με την απόφαση στο ΦΕΚ 322/12-9-2013) στην παραλιακή οδό της πόλης, η Σπηλιά του Κύκλωπα στη Μάκρη, το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης στην οδό 14ης Μαΐου 63, το εκκλησιαστικό μουσείο στην πλατεία της Μητρόπολης και άλλα νεοκλασικά κτίρια. Ακόμη, σε απόσταση μόλις 22 χιλιομέτρων από την πόλη μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Δέλτα του Έβρου και να θαυμάσει σημαντικά και σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας, ιδιαίτερα ορνιθοπανίδας. Στις 14 Μαΐου κατ’ έτος τιμάται με παρέλαση η απελευθέρωση της πόλης, αλλά και όλης της Θράκης. Πολιούχος της πόλης είναι ο Άγιος Νικόλαος, του οποίου τη χάρη η πόλη τιμάει στις 6 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο.

Μουσεία

  • Ιστορικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης (Λ. Δημοκρατίας 335)
  • Εθνολογικό Μουσείο Θράκης (14ης Μαΐου 63)
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης (Λεωφ.Μάκρης 44)
  • Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης (Πλ.Μητροπόλεως)
  • Μουσείο Συλλόγου Καππαδοκών Αλεξανδρούπολης (Μητροπούλου 1)
  • Μουσείο Λαογραφίας και Φυσικής Ιστορίας (Θερμοπυλών 8, Νέα Χηλή)
  • Μουσείο Φυσικής Ιστορίας (Πλατανότοπος Μαΐστρου)
  • Μουσείο Χλωρίδας και Πανίδας (Κέντρο Τέχνης & Πολιτισμού Δήμου Αλεξανδρούπολης «Γεώργιος Βιζυηνός»

Αδελφοποιημένες πόλεις

Ο Δήμος Αλεξανδρούπολης έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

  •  Αγία Πετρούπολη, Ρωσία 
    Αδελφοποιημένη πόλη από το 2015
  •  Σοσνόβυι Μπορ, Ρωσσία 
    Αδελφοποιημένη πόλη από το 2013
  •  Ανδριανούπολη, Τουρκία
    Αδελφοποιημένη πόλη από το 2007
  •  Λακατάμια, Κύπρος 
    Αδελφοποιημένος δήμος από το 1993

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλεξανδρούπολη

Please follow and like us:
error0