Ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973)

Ο Πάμπλο Πικάσο, πραγματικό όνομα Πάμπλο Ρουίθ ι Πικάσο, (ισπανικά: Pablo Ruiz y Picasso, ισπανική προφορά: ˈpaβlo piˈkaso, 25 Οκτωβρίου 1881 – 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.

Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του  Κομμουνισμού, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ήταν αντιφρανκικός.

Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.
Ο Πάμπλο Πικάσο

Ο Βίος του Πάμπλο Πικάσο

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ ι Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεθ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.

Ο Πάμπλο Πικάσο γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια»  όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.

Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1898 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).

Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Το έργο του Πάμπλο Πικάσο

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:

  • Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
  • Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
  • Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
  • Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.

Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του ’20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν, Πάμπλο Πικάσο
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ’ όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας «Je suis aussi un poète», δηλαδή «είμαι κι εγώ ένας ποιητής». Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d’ Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.

Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκερνίκα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην  Ισπανία  προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του.

Το 1966 φιλοξενήθηκε στο Γκραν Παλέ και στο Πτί Παλέ στο Παρίσι  μεγάλη έκθεση του 85χρονου τότε Πικάσο, με περισσότερα από 1.000 έργα. Τα ρεπορτάζ της εποχής εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για τη «μεγαλύτερη αναδρομική εκδήλωση που έχει ποτέ οργανωθεί για ζώντα καλλιτέχνη». Οι επισκέπτες σχημάτισαν τεράστιες ουρές για να περιπλανηθούν στο σύμπαν από πίνακες, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια και γκραβούρες του μεγάλου καλλιτέχνη. Έκθεση που συμπύκνωνε μία πλούσια ζωή: 60 χρόνια δουλειάς, 7 επαναστάσεις, 7 γυναίκες, μισό χιλιόμετρο ζωγραφικής, δεκάδες γλυπτά κ.ο.κ. Ιδιαίτερα παραγωγικός, «ζωγραφίζει όπως αναπνέει» υποστήριζαν, κρατούσε διαρκώς ένα χαρτί κι ένα μολύβι στο χέρι, δημιουργώντας σχέδια, το καθένα από τα οποία στοιχίζει πλέον μία περιουσία. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν στο Παρίσι (ως τις 12 Φεβρουαρίου του 1966) και παρουσίασαν την πορεία του Πικάσο στις εικαστικές τέχνες, περιλαμβάνονταν και ορισμένα που αποτέλεσαν σταθμό στην καριέρα του, όπως Οι δεσποινίδες της Αβινιόν (1907), που έφερε επανάσταση στη σύγχρονη ζωγραφική και θεωρήθηκε προμήνυμα του κυβισμού: «Άλλοτε ένας πίνακας ήταν ένα σύνολο από προσθέσεις. Εγώ θέλησα να δώσω ένα σύνολο από αφαιρέσεις», είπε ο Πικάσο. Ακόμη: Οι μουσικοί με τις μάσκες (1921), Ο ακροβάτης (1930), Κοπέλα μπροστά σε καθρέφτη (1932) κ.α. Η Γκερνίκα δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, γιατί είχε ήδη εκτεθεί στο Παρίσι, στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών το 1955. Τα γενέθλια του ζωγράφου γιορτάστηκαν σε όλη τη Δύση με αφιερώματα και εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, σκεπτόμενος διαρκώς το μέλλον.

Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγό του, Ζακλίν Ροκ, στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.

Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby’s).

Προσωπική ζωή

Πρώτη σύζυγος του Πάμπλο Πικάσο ήταν η Ρωσίδα χορεύτρια Όλγα Κοκλόβα. Στις αρχές Μαρτίου του 1961, σε ηλικία 79 ετών, ο Πάμπλο Πικάσο παντρεύτηκε την 34χρονη Ζακλίν Ροκ, μοντέλο, μελαχρινή με πράσινα μάτια, την οποία απαθανάτισε σε αρκετούς πίνακές του. Ο γάμος, όχι θρησκευτικός, τελέσθηκε εν πλήρει μυστικότητα στο Βαλορί της Κυανής Ακτής και ήταν ο δεύτερος και για τους δύο. Αν και υπήρξε  κομμουνιστής, εξέφρασε πολλές φορές την αντίθεσή του σε διάφορες πρακτικές του Σοβιετικό μπλοκ, όπως η Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, χωρίς όμως να διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Είχε στηρίξει μαζί με άλλους διανοούμενους τον Νίκο Μπελογιάννη και μάλιστα του αφιέρωσε και ένα πίνακα μετά την εκτέλεσή του. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έκλεισε το πορτρέτο είπε χαρακτηριστικά «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτρέτο». Κάποτε είχε δημιουργήσει ένα πορτρέτο που να αναπαριστά τον Στάλιν, κατόπιν πιέσεων των συντρόφων του, όμως προκάλεσε σάλο στους ηγέτες του κόμματος, διότι στο πορτρέτο διαφαινόταν μία σατυρική ματιά για τον Στάλιν, μία διαπεραστική ειρωνεία. Γενικά, οι σχέσεις του με τον Σοβιετικό ηγέτη δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάμπλο_Πικάσο

Please follow and like us:
error0

Ο «Δον Κιχώτης»

Δον Κιχώτης

Η μάχη με τους ανεμόμυλους

Ο Δον Κιχώτης πέρασε δεκαπέντε μέρες στη βολή του σπιτιού του, και ασχολιόταν με τις υποθέσεις του, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι ήθελε να ξαναρχίσει τις τρέλες του. Όλο αυτό το διάστημα κουβέντιασε πολύ με το γεωργό, το χωριανό του, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο, αλλά χωρίς πολύ μυαλό στο κεφάλι του. Από τα πολλά που του είπε, τις τόσες υποσχέσεις που του έκανε, στο τέλος έπεισε το δύστυχο χωρικό να μπει στη δούλεψή του ως ιπποκόμος. Ανάμεσα στα άλλα, του έλεγε ο Δον Κιχώτης, πως αν ερχόταν μαζί του με την καρδιά του, γιατί – ποιος ξέρει – όλο και θα του τύχαινε κάποια περιπέτεια από την οποία θα έβγαινε νικητής, θα τον διόριζε διοικητή σε ένα νησί. Με αυτήν, αλλά και με πολλές άλλες υποσχέσεις, ο Σάντσο Πάντσα, έτσι λεγόταν ο χωρικός, άφησε γυναίκα και παιδιά και πήγε ιπποκόμος του Δον Κιχώτη. Ο Δον Κιχώτης βάλθηκε να βρει χρήματα. Αφού πούλησε κάποια πράματα, έβαλε ενέχυρο κάποια άλλα, και ξεπούλησε τα υπάρχοντά του όσο-όσο, συγκέντρωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ύστερα, ανακοίνωσε στο Σάντσο Πάντσα τη μέρα και την ώρα που θα ξεκινούσαν, ώστε να πάρει μαζί του ό,τι του ήταν απαραίτητο. Πάνω απ’ όλα του είπε να πάρει προμήθειες για το ταξίδι. Εκείνος δέχτηκε και, μάλιστα, του είπε πως μπορούσε να φέρει και το γαϊδούρι του που ήταν πολύ καλό, γιατί ήταν συνηθισμένο στα μεγάλα ταξίδια. Χωρίς να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του ο Σάντσο Πάντσα, όπως ούτε και ο Δον Κιχώτης την οικονόμο και την ανεψιά του, βγήκαν νύχτα από το χωριό χωρίς να τους δει κανείς. Έκαναν πολύ δρόμο, μέχρι να βεβαιωθούν ότι κανείς δε θα τους έβρισκε, όσο και να τους έψαχνε, ώσπου στο τέλος ξημέρωσε. Πήραν το δρόμο τους κουβεντιάζοντας, όταν είδαν στον κάμπο καμιά τριάντα με σαράντα ανεμόμυλους. Ο Δον Κιχώτης, μόλις τους αντίκρισε, είπε στον ιπποκόμο του:«Η τύχη οδηγεί τα βήματά μας.» Βλέπεις εκεί φίλε μου Σάντσο Πάντσα, τριάντα, ίσως και λιγότερους, τεράστιους γίγαντες που ενάντια τους θα πολεμήσω και θα τους πάρω τη ζωή;», «Μα ποιους γίγαντες;» είπε ο Σάντσο.», «Εκείνους εκεί κάτω, δεν βλέπεις;» απάντησε ο αφέντης του, μερικοί μάλιστα έχουν χέρια μακριά ίσαμε δυο λεύγες.», «Κοιτάξτε αφέντη μου,» παρατήρησε ο Σάντσο «εκείνα εκεί κάτω που φαίνονται έτσι δεν είναι γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι, και αυτά που μοιάζουν με χέρια είναι τα φτερά του που, καθώς ο άνεμος τα γυρίζει, κάνουν τη μυλόπετρα να αλέθει.», «Πώς φαίνεται ότι δεν έχεις ιδέα από περιπέτειες! Αυτοί εκεί είναι γίγαντες και, αν φοβάσαι, πήγαινε στην άκρη να προσευχηθείς, όσο θα δίνω την άνιση μάχη ενάντια τους.». Και με αυτά τα λόγια, σπιρούνιασε το Ροσινάντη χωρίς να δίνει σημασία στις φωνές του ιπποκόμου. Ήταν τόσο πεισμένος ότι οι ανεμόμυλοι ήταν γίγαντες, που δεν το κατάλαβε ούτε καν, όταν τους πλησίασε. Στο μεταξύ, τους φώναζε: «Μη φεύγετε δειλά και άνανδρα πλάσματα, ένας και μόνο ιππότης σάς επιτίθεται!» Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε αέρας, τα μεγάλα φτερά των ανεμόμυλων άρχισαν να κινούνται και βλέποντάς το αυτό ο Δον Κιχώτης είπε: «Ε λοιπόν, και περισσότερα από το Βριάρεω χέρια να κινήστε, θα το πληρώστε!». Και με αυτά τα λόγια, πιστεύοντας πως η κυρά του η Δουλσινέα, όπως την είχε ικετεύσει, θα του συμπαραστεκόταν σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή, καλύφθηκε καλά με την ολοστρόγγυλη λεπτή του ασπίδα, κατέβασε οριζόντια τη λόγχη, κάλπασε με όλη του τη φόρα και όρμησε με δύναμη πάνω στον πρώτο ανεμόμυλο που βρέθηκε μπροστά του. Έδωσε ένα χτύπημα με τη λόγχη του στο φτερό του ανεμόμυλου, αλλά ο αέρας το μετακίνησε με τόση ορμή που έσπασε στα δυο τη λόγχη και ξεπέταξε μακριά στα χωράφι άλογο και καβαλάρη. Ο Σάντσο έτρεξε με το γάιδαρό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να βοηθήσει τον αφέντη του, αλλά, όταν έφτασε στο μέρος όπου είχε πέσει, ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κουνήσει. «Ο Θεός το ξέρει, είπε ο Σάντσο, μια ώρα δεν φώναζα στην ευγένειά σας να προσέξει καλά τι κάνει, γιατί δεν ήταν γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι;», «Πάψε φίλε μου Σάντσο», απάντησε ο Δον Κιχώτης, «τα πράγματα στον πόλεμο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλάζουν διαρκώς. Και μάλιστα, όσο το σκέφτομαι, τόσο πείθομαι ότι εκείνος ο μάγος ο Φρεστώνας μεταμόρφωσε αυτούς τους γίγαντες σε ανεμόμυλους για να μου στερήσει τη δόξα που θα κέρδιζα αν τους νικούσα. Όμως δεν θα καταφέρουν τίποτα τα φθονερά του μάγια απέναντι στην καλοσύνη του σπαθιού μου!». Και με τη βοήθεια του Σάντσο καβάλησε και πάλι το άλογό του. Εκείνη τη νύχτα την πέρασαν ανάμεσα στα δέντρα. Μάλιστα ο Δον Κιχώτης έκοψε και ένα κλαδί από κάποιο δέντρο και στην άκρη του έμπηξε τη μεταλλική αιχμή από τη λόγχη του που είχε σπάσει. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα ο Δον Κιχώτης, καθώς η σκέψη ήταν στην κυρά του τη Δουλσινέα. Αντίθετα, ο Σάντσο, που είχε γεμάτο το στομάχι του, κοιμήθηκε μονορούφι.

Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Πηγή: https://www.ispania.gr/arthra/logotexnia/586-don-kixwths-apospasma

Please follow and like us:
error0

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616)

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616) ήταν Ισπανός συγγραφέας, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην ισπανική γλώσσα και ο κατ’ εξοχήν μυθιστοριογράφος παγκοσμίως. Το έργο του ανήκει χρονικά στην «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε εξαιρετική άνθηση στις τέχνες.

Η περιπετειώδης και γεμάτη οδύνες ζωή του κύλησε ανάμεσα στην περίοδο του μεγαλείου της Ισπανίας και στην αρχή της παρακμής της, πράγμα που αποτυπώνεται στο διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, που συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από τον 18ο αιώνα. Το έργο αυτό επηρέασε γενιές πεζογράφων, όχι μόνο στον ισπανόφωνο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο, μετά τη Βίβλο.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Στρατιωτικός, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, λογιστής
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Τα πρώτα χρόνια του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 στα περίχωρα της Μαδρίτης, στην πόλη Αλκαλά δε Ενάρες. Ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά του Ροδρίγο δε Θερβάντες, ενός πλανόδιου χειρουργού και φαρμακοποιού με άστατο βίο.

Από πολύ μικρός αγαπούσε να διαβάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του και να γράφει στίχους. Το 1569 δημοσίευσε το πρώτο γνωστό του έργο σ’ έναν τόμο με ελεγείες για την τρίτη σύζυγο του βασιλιά Φιλίππου Β’, Ελισάβετ, ο πρόωρος θάνατος της οποίας είχε βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στρατιωτικός

Το 1570 και σε ηλικία 23 χρονών κατατάχθηκε στο στρατό και την επόμενη χρονιά είχε την τύχη και την ατυχία μαζί να πάρει μέρος στην περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571.

Στην «πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι», όπως είχε πει ο ίδιος, ο χριστιανικός στόλος υπό τον ισπανό πρίγκιπα Δον Χουάν της Αυστρίας με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν σχεδόν αήττητος έως τότε, και ανέκοψε την επεκτατική πολιτική του Σουλτάνου προς την Ευρώπη.

Το πλοίο «Μαρκησία», στο οποίο ήταν στρατολογημένος ο Θερβάντες, βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγάλης σύγκρουσης και κανείς από το πλήρωμά του δεν τον ξεπέρασε σε γενναιότητα, όπως μαρτυρούν πολλές αξιόπιστες πηγές. Αν και ταλαιπωρούνταν από πυρετό, αρνήθηκε να κατέβει από το κατάστρωμα και τραυματίστηκε δύο φορές στο στήθος, ενώ μία τρίτη σφαίρα τού έκοψε το αριστερό χέρι «προς μεγαλύτερη δόξα του δεξιού», όπως είπε.

Έπειτα από μία περίοδο ανάρρωσης στη Μεσίνα της Σικελίας, ο Θερβάντες επέστρεψε στην Ισπανία και τον Απρίλιο του 1572 πήρε μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία για την κατάληψη της Τύνιδας. Το 1575, υπηρετώντας στη Νεάπολη (Νάπολι) ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά, με αίτημα να προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού, παρότι είχε μόλις πέντε χρόνια υπηρεσίας στο στράτευμα.

Η αιχμαλωσία του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Στις 20 Σεπτεμβρίου αναχώρησε με πλοίο για τη Μαδρίτη, προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του. Έξι ημέρες αργότερα, το πλοίο του αποκόπηκε από τα υπόλοιπα και δέχθηκε επίθεση κουρσάρικων καραβιών. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και οι δυο τους μαζί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες οδηγήθηκαν στο Αλγέρι, έδρα διαβόητων πειρατών για πολλά χρόνια.

Έως το 1580, οπότε απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων, προσπάθησε πολλές φορές να δραπετεύσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1576 οργάνωσε μία τέτοια απόπειρα, αλλά ένας ντόπιος που είχε πληρωθεί για να απελευθερώσει τον Θερβάντες, τον αδελφό του και άλλους ισπανούς αιχμαλώτους, τους εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα.

Στις αρχές του 1577, κληρικοί από το Τάγμα του Ελέους έφθασαν στο Αλγέρι με 300 κορόνες, που είχαν συγκεντρώσει οι συγγενείς του Θερβάντες. Τα χρήματα αυτά απέφεραν μόνο την απελευθέρωση του αδελφού του Ροδρίγο, ο οποίος μηχανεύτηκε ένα τολμηρό σχέδιο για την απελευθέρωση και του αδελφού του Μιγέλ. Στα περίχωρα του Αλγερίου, ένας άρχοντας της πόλης είχε ένα παραλιακό εξοχικό σπίτι και μέσα στον κήπο υπήρχε μια σπηλιά. Με τη συνδρομή του ισπανού κηπουρού, που ήταν κι αυτός αιχμάλωτος, ο Θερβάντες κρύφτηκε στη σπηλιά μαζί με άλλους 13 συγκρατούμενούς του, περιμένοντας την άφιξη μιας φρεγάτας που θα τους μετέφερε πίσω στην πατρίδα.

Η ηρωική στάση του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Το πλοίο έφθασε όπως ήταν προγραμματισμένο στη διάρκεια της νύχτας, αλλά έγινε αντιληπτό και οι 14 φυγάδες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του κυβερνήτη Χασάν Πασά, ενός Οθωμανού αξιωματούχου, διαβόητου για τη σκληρότητά του. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στάθηκε θαρραλέα απέναντί του και ανέλαβε όλη την ευθύνη για την απόδραση των 14. Ο Χασάν εντυπωσιάστηκε από την ηρωική του στάση και τον εξαγόρασε για την προσωπική του υπηρεσία.

Ο Θερβάντες επιχείρησε και άλλες φορές να αποδράσει, παρότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε αλυσοδεμένος. Σε μία από τις απόπειρές του καταδικάστηκε σε 2.000 μαστιγώσεις, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε.

Η οικογένειά του συνέχισε τις προσπάθειες για την απελευθέρωσή του. Ο πατέρας του απηύθυνε έκκληση στον βασιλιά, υπενθυμίζοντάς του τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο γιος του, ενώ η μητέρα του συγκέντρωνε χρήματα, τα οποία εμπιστεύθηκε σε δύο μοναχούς του Τάγματος της Αγίας Τριάδας. Οι δύο μοναχοί έφθασαν στο Αλγέρι στις 29 Μαΐου 1580, ακριβώς την περίοδο που έληγε η θητεία του Χασάν Πασά. Τα χρήματα ήταν λιγότερα από τα 500 χρυσά δουκάτα που ζητούσε ο Οθωμανός αξιωματούχος, αλλά χριστιανοί έμποροι της πόλης προθυμοποιήθηκαν να καλύψουν τη διαφορά.

Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο Θερβάντες, που επρόκειτο να ακολουθήσει τον Χασάν στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος του, κηρύχθηκε ελεύθερος και του επετράπη να αναχωρήσει από το Αλγέρι. Στις 24 Οκτωβρίου 1580, πάτησε επί ισπανικού εδάφους ύστερα από χρόνια και αμέσως κατευθύνθηκε προς την Μαδρίτη.

Νέα αρχή για τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Με την επιστροφή του στη Μαδρίτη άρχισε και πάλι να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα, που όμως δεν τού απέφεραν έσοδα. Έπρεπε να αναζητήσει εργασία έξω από τη λογοτεχνία για τα προς το ζην.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1584 νυμφεύτηκε την κατά 18 χρόνια νεώτερή του Καταλίνα δε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της. Του προσφέρθηκαν ως προίκα μερικοί αμπελώνες κι ένας κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ποικιλία από έπιπλα, τέσσερις κυψέλες και 45 πουλερικά. Ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα, ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες είχε αποκτήσει μία κόρη, την Ισαβέλα, από μία πρόσκαιρη σχέση του με την Άννα Φράνκα δε Ρόχας. Από τη γυναίκα του δεν απέκτησε παιδιά.

Ο θάνατος του πατέρα του, τον Ιούνιο του 1585, αύξησε τις ευθύνες του και τα οικονομικά του προβλήματα, αφού τώρα πια είχε να φροντίσει μια οικογένεια με πολλές γυναίκες, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αδελφές του και μία ανιψιά του. Το γράψιμο εξακολουθούσε να μην του προσπορίζει έσοδα.

Το 1587 μετακόμισε στη Σεβίλλη και ανέλαβε υπηρεσία στον εφοδιασμό του ισπανικού ναυτικού. Όμως, η παράνομη κατάσχεση ενός φορτίου σιταριού της Εκκλησίας τού στοίχισε λίγες μέρες φυλάκισης κι ένα αφορισμό. Παράλληλα, συνέχιζε να γράφει και τον Μάιο του 1595 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό της Θαραγόθα, με έπαθλο τρία χρυσά κουτάλια.

Τον Σεπτέμβριο του 1597 βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες, επειδή παράκουσε μία διαταγή να παρουσιαστεί στη Μαδρίτη εντός 20 ημερών.

«Δον Κιχώτης»

Αγάλματα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη
Αγάλματα του Δον Κιχώτη και
του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη

Το 1605 εξέδωσε τον πρώτο τόμο από το έργο που τον έκανε αθάνατο, τον «Δον Κιχώτη» με τον τίτλο «Η ζωή και οι άθλοι του εφευρετικού ευπατρίδη Δον Κιχώτη της Μάντσας». Το έργο αυτό, ως το 1615, όταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του, γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες έζησε σε μία κρίσιμη ιστορική περίοδο της Ισπανίας, όταν άρχιζε να καταρρέει το παλιό καθεστώς της φεουδαρχίας και των ευγενών. Γι’ αυτό σατιρίζει με λεπτή ειρωνεία εκείνους που πίστευαν στα παλιά ιδανικά και ήθελαν να νεκραναστήσουν τις δόξες των ιπποτών.

Ένας ξεπεσμένος ιππότης της Ισπανίας, ο Αλφόνσος Κιχάνο, που μεταβαπτίζεται από τον συγγραφέα σε Δον Κιχώτη – κιχότε ισπανικά σημαίνει πανοπλία – νομίζοντας πως είναι ο μεγαλοπρεπέστερος και γενναιότερος ιππότης του καιρού του, ντύνεται μία πανάρχαια και σκουριασμένη πανοπλία, καβαλικεύει ένα ψωραλέο άλογο, τον Αχαμνόεντα, κι έχοντας για ιπποκόμο του έναν πονηρό και φιλοχρήματο χωριάτη, τον Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να καταπλήξει τον κόσμο με τα κατορθώματά του.

Η ξαναμμένη φαντασία του βλέπει παντού εχθρούς, που τους πολεμάει και γελοιοποιείται πάντοτε. Το πρώτο χάνι που συναντάει προβάλλει στα μάτια του σαν τεράστιο φρούριο. Μερικοί ανεμόμυλοι του φαίνονται πελώριοι γίγαντες. Ένα κοπάδι πρόβατα τα εκλαμβάνει σαν πολυάριθμο στρατό. Τα γεμάτα με κρασί ασκιά ενός πανδοχείου θεωρούνται πελώριοι γίγαντες.

Ο Δον Κιχώτης επιτίθεται εναντίον όλων αυτών και συνεχώς ρεζιλεύεται. Οι ανεμόμυλοι τον παρασύρουν με τα φτερά τους, οι βοσκοί των κοπαδιών τον κυνηγούν με τις πέτρες και τα κατατρυπημένα ασκιά καταβρέχουν με το περιεχόμενό τους τον Σάντσο. Πάντοτε γελοιοποιημένος, ο Δον Κιχώτης συλλαμβάνεται από τους φίλους του και επιστρέφει στην πόλη κλεισμένος σ’ ένα κλουβί και φορτωμένος σε μία άμαξα, που τη σέρνουν βόδια.

Πάντα, όμως, αμετανόητος ξαναφεύγει και φιλοξενείται από ένα ζεύγος ευγενών, που αφού διασκεδάσει μαζί του, τον πείθει να ξαναγυρίσει πίσω στο σπίτι του. Ο Δον Κιχώτης πείθεται τελικά και όταν πεθαίνει, αφήνει παραγγελία «τα δικά του παθήματα να γίνουν μαθήματα στους άλλους».

Ο κόμης Λέμος και ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Για τον συγγραφέα του «Δον Κιχώτη», όλος αυτός ο θρίαμβος είχε ασήμαντη οικονομική σημασία. Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, θα δανειστεί 450 ρεάλια από τον τυπογράφο του για να τα βγάλει πέρα.

Ένας καβγάς με μαχαιρώματα έξω από το σπίτι του στο Βαγιαδολίδ τον Ιούνιο του 1605, γεγονός που οδήγησε αυτόν και τους δικούς του στη φυλακή ως υπόπτους, του θύμισε ότι εξακολουθούσε να ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Για τρία ολόκληρα χρόνια ύστερα απ’ αυτό το περιστατικό ο Θερβάντες χάθηκε από τον κόσμο, για να ξαναεμφανιστεί το 1608 στη Μαδρίτη. Εκεί τον περίμεναν καινούργιοι μπελάδες νομικού χαρακτήρα γύρω από πολλά και ποικίλα οικονομικά και οικογενειακά ζητήματα.

Ο σωτήρας του ήταν τελικά ο Κόμης Λέμος, αντιβασιλιάς της Νεάπολης, που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα οικονομικά του προβλήματα και να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο γράψιμο τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1613 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικά έργα του με τίτλο «Υποδειγματικά Μυθιστορήματα», το οποίο αφιέρωσε στον Κόμη Λέμος, όπως και το δεύτερο μέρος του «Δον Κιχώτη».

Στον πρόλογο του έργου διαβάζουμε αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα, που είναι τώρα 65 χρονών. «Χαρακτηριστικά αετήσια, μαλλιά καστανά, φρύδια λεία και δίχως αυλακιές, μύτη κανονική, ασημένιο γένι που πριν από είκοσι χρόνια ήταν χρυσάφι, μακριά μουστάκια, μικρό στόμα, δόντια μόλις έξι, κι αυτά σε κακή κατάσταση και άσχημα κατανεμημένα, ώστε να μην ανταποκρίνονται το ένα στο άλλο, ύψος ανάμεσα στα δυο άκρα, ούτε ψηλός ούτε κοντός, χρώμα μάλλον ανοιχτό παρά σκούρο, με βαριούς κάπως ώμους και όχι τόσο σβέλτος στα πόδια».

Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου 1616, σε ηλικία 68 ετών, και την επομένη τάφηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας στη Μαδρίτη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1987

Please follow and like us:
error0