Οι διώκτες του Ιησού

Οι διώκτες του Ιησού ήταν οι άνθρωποι που τις τελευταίες μέρες και ιδίως τις τελευταίες ώρες τον κατεδίωξαν, τον πρόδωσαν, τον ράπισαν, τον έπτυσαν, τον ενέπαιξαν, τον μαστίγωσαν και στο τέλος τον σταύρωσαν. Αυτοί ήταν: ο Άννας, ο Ιωσήφ Καϊάφας, ο Πόντιος Πιλάτος, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.

Οι διώκτες του Ιησού

Οι διώκτες του Ιησού

Ο Άννας

Ο Άννας ήταν αρχιερέας, Εβραίος, γιος του Σέθι, καταγόμενος από μεγάλη εβραϊκή οικογένεια της Αιγύπτου, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τη δίκη του Ιησού. Ήταν πεθερός του αρχιερέα Καϊάφα και επί της αρχιερατείας του η ρωμαϊκή εξουσία κατήργησε με διάταγμα την ισοβιότητα της αρχιερατικού αξιώματος. Ως εκ τούτου, ο Άννας, διάδοχος του αρχιερέα Ιωαζάρου απέκτησε μεγάλη περιουσία, πιθανόν εκμεταλλευόμενος τη θέση του και εξ αυτού του λόγου κατηγορήθηκε για πλεονεξία και αρπαγή. Έζησε 90 χρόνια περίπου και παρουσιάζεται από τις πηγές ως απίστευτα ωμός στη συμπεριφορά, όπως και ο γιος του επίσης αρχιερέας, ο οποίος πρωταγωνίστησε στο λιθοβολισμό του Ιακώβου του Αδελφοθέου.

Ο Ιωσήφ Καϊάφας

Ο Ιωσήφ Καϊάφας είναι ο αρχιερέας, που επί των ημερών του συνέβησαν τα γεγονότα της δίκης του Ιησού και της σταύρωσης του. Έλαβε το αξίωμα το 18μ.Χ, διορίστηκε από το Ρωμαίο επίτροπο Βαλέριο Γκράτο, προκάτοχο του Πιλάτου και το διατήρησε 18 χρόνια. Ως θρησκευτικός ηγέτης ποτέ δεν προστάτευσε τα θρησκευτικά συμφέροντα του ποιμνίου του από τις εκάστοτε αυθαιρεσίες των Ρωμαίων διοικητών, γι’ αυτό και δικαιολογείται η μακρά παραμονή του στο αξίωμα της αρχιερατείας του σε μια εποχή ιδιαίτερης αστάθειας. Δεν αντέδρασε και όταν ο Πιλάτος προσπάθησε την εισαγωγή εντός των Ιεροσολύμων εικόνων του Καίσαρος ή όταν άρπαξε το ταμείο του Ναού, ούτε και στις σφαγές που ακολούθησαν. Από την αρχιερατεία του εξεδιώχθη το 36μ.Χ. υπό του διοικητή της Συρίας Βιτελίου. Για το τέλος της ζωής του δεν έχουμε καμία ιστορική πηγή. Κατά μια αρχαία παράδοση, μετά την Ανάσταση του Ιησού εκλήθη σε απολογία μαζί με το συνένοχο του Πιλάτο στη Ρώμη από τον Τιβέριο και κατά το ταξίδι πέθανε και ετάφη στην Κρήτη. Η γη μη δεχόμενη το μιαρό του σώμα συνεχώς το απέβαλε, μέχρις ότου χτίστηκε βαρύ κτίσμα πάνω στον τάφο του, το οποίο μέχρι το τέλος του περασμένου αιών σωζόταν στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Ο Πόντιος Πιλάτος

Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν πραίτορας στην Παλαιστίνη από το 26μ.Χ. επί ηγεμονίας του Καίσαρα Τιβερίου. Ο Ιώσηπος και άλλοι ιστορικοί τον αναφέρουν με τα μελανότερα χρώματα. Τον κατηγορούν για δωροδοκίες, βασανισμούς, αρπαγές, σκληρές καταπιέσεις, πολυάριθμες εκτελέσεις πολιτών άνευ δίκης, αδιάφορο προς το συμφέρον του λαού, βίαιο και σκληρό. Ο ιστορικός Τάκιτος τον αναφέρει ως τον άνθρωπο, ο οποίος παρέδωσε σε θάνατο τον Ιησού. Ο Πιλάτος φέρεται ως κόλακας προς τους ανωτέρους του, αλαζονικός και σκληρός προς τους κατωτέρους του, καχύποπτος και υποκριτικός όταν διέβλεπε κίνδυνο. Από τα ιερά ευαγγέλια φαίνεται ότι προσπάθησε να αποδώσει δικαιοσύνη προς τον Ιησού, μάλλον από πνεύμα αντίδρασης κατά των μισητών Ιουδαίων, αλλά υποχώρησε πριν από την εξέγερση του όχλου προσφεύγοντας σε πλάγια μέσα και μάλιστα για να εξασφαλίσει, κατά την κρίση του, τη θέση του υπέγραψε τη σταυρική καταδίκη του Ιησού. Τη θέση όμως αυτή δεν τη διατήρησε διότι ο ύπατος της Συρίας, Βιτέλιος, όταν διαπίστωσε την εγκληματική συμπεριφορά του έναντι των Ιουδαίων και των Σαμαρειτών, τον διέταξε να απολογηθεί ενώπιον του Τιβέριου, στον οποίο είχαν φτάσει οι καταγγελίες σε βάρος του από τους Ιουδαίους. Πριν φτάσει, ο Τιβέριος πέθανε και παρουσιάστηκε απολογούμενος στον Καλιγούλα, ο οποίος και τον καθαίρεσε από το ύπατο αξίωμα του. Ο ιστορικός διέσωσε μαρτυρίες προγενέστερων συγγραφέων του σύμφωνα με τις οποίες ο Πιλάτος αυτοκτόνησε.

Ο Ιούδας Ισκαριώτης

Ο Ιούδας Ισκαριώτης ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού Χριστού. ήταν αυτός που τον πρόδωσε και παρέδωσε στους αρχιερείς. Ήταν γιος του Σίμωνα από την πόλη της Ιουδαίας Καριώθ, ο μόνος Ιουδαίος μαθητής, καθώς οι υπόλοιποι μαθητές κατάγονταν από τη Γαλιλαία. Φέρεται από τους ευαγγελιστές ως εγωιστής και φιλοχρήματος, πρακτικός και ελάχιστα πιστός στη θεϊκή αποστολή του Ιησού, αλλά περισσότερο προσηλωμένος στην εβραϊκή παράδοση του Μεσσία ως ελευθερωτή της Ιουδαίας από τους Ρωμαίους. Ο Ιησούς του ανέθεσε τη διαχείριση του μικρού κοινού ταμείου των δώδεκα μαθητών. Ο Ιούδας ήρθε τελικά σε συμφωνία με τους αρχιερείς και συνέβαλε στη σύλληψη του Ιησού, που έγινε στους κήπους της Γεθσημανής. Την επομένη της σύλληψης μετανόησε, επέστρεψε τα τριάντα αργύρια, τα οποία είχε εισπράξει ως αμοιβή για τον προδοτικό ασπασμό, και σύμφωνα με τους ευαγγελιστές αυτοκτόνησε με απαγχονισμό. Το όνομα του πέρασε στη λαϊκή παράδοση ως συνώνυμο της αχαριστίας, της υποκρισίας και της φιλαργυρίας.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η δίκη του Ιησού

Η δίκη του Ιησού δεν γεννήθηκε από συνειδησιακή ανάγκη πραγμάτωσης του δικαίου, σύμφωνα με τις πηγές. Τα κίνητρα που οδήγησαν στην απόφαση για τη διεξαγωγή της και ο τρόπος με τον οποίο πραγματώθηκε ήταν ξένα προς κάθε παρόρμηση απονομής δικαιοσύνης. Αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο το ρεαλιστικό συμφέρον της διαφύλαξης της κεκτημένης εξουσίας, τόσο από τη μεριά του εβραϊκού ιερατείου όσο και από τη μεριά του Ρωμαίου κυριάρχου.

Η δίκη του Ιησού

Η δίκη του Ιησού

Ήταν άνοιξη του 33μ.Χ., όταν η δραστηριότητα του Ιησού είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της. Η ανάσταση του Λαζάρου στη Βηθανία, που είχε συγκλονίσει το λαό και η θριαμβευτική του είσοδος στα Ιεροσόλυμα, όπου τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων, οι διδασκαλίες του στο ναό του Σολομώντα, το περιεχόμενο τους, καθώς και η πλατιά απήχηση τους είχαν κατατρομάξει το εβραϊκό ιερατείο. Οι αρχιερείς και οι γραμματείς αισθάνονταν ότι η θρησκευτική, αλλά και η ουσιαστικά κοσμική τους εξουσία πάνω στον εβραϊκό λαό άρχιζε να κλονίζεται σοβαρότατα.

Το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού έπληττε τα στηρίγματα της εξουσίας του ιερατείου από δύο κρισιμότατες πλευρές.

Πρώτον, καταργούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό την άλογη και άκαμπτη τυπολατρεία, η οποία από τη φύση της προσφέρεται στα χέρια κάθε ιερατείου ως όργανο καταναγκασμού και καταπίεσης, ιδίως όταν οι παραβάσεις της τιμωρούνται αυστηρότατα, ακόμη και με θανάτωση. Συγκεκριμένα, η διδασκαλία του Ιησού χαλάρωνε προπαντός την απόλυτη αυστηρότητα της τήρησης της αργίας του Σαββάτου, για τη διατήρηση της οποίας προβλεπόταν ακόμη και η επιβολή θανατικής ποινής. Δεν απέδιδε βαρύνουσα σημασία στην συμμόρφωση προς τους κανόνες της περιτομής, η οποία υπηρετούσε τη διαφύλαξη της θρησκευτικής και φυλετικής ταυτότητας. Καταργούσε επίσης την παραδοχή ότι ο ναός του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ συνιστούσε την υλική υπόσταση, δηλαδή ως οικοδόμημα και όχι με οποιαδήποτε μεταφυσική έννοια, την κατοικία του θεού, την οποία βέβαια εξουσίαζε το ιερατείο. Πρέσβευε δε και την κατάργηση των αιματηρών θυσιών, δηλαδή της τελετουργικής θανάτωσης ζώων.

Δεύτερον, ήταν αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού, που ως η μεγαλύτερη επανάσταση ιδεών της Ιστορίας, η οποία συντελέστηκε μάλιστα χωρίς τη χρήση βίας από τη μεριά των υποστηρικτών της, κλόνιζε συθέμελα την εξουσία του ιερατείου. Ήταν πρωτάκουστο κήρυγμα της καθολικής ισότητας όλων. Ήταν επίσης ο απελευθερωτικός ρόλος ο οποίος για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία των θρησκειών προσεδίδετο στον ιερό νόμο, από τον οποίο, όπως έλεγε ο Απόστολος Παύλος «Εν τη ελευθερία, λοιπόν, με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας». Και ήταν και η σύνθεση της ελευθερίας με την αγάπη, διότι, όπως μας λέει ο Απόστολος Παύλος, «…μη μεταχειρίζεσθε την ελευθερία εις αφορμήν της σαρκός, αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλους. Διότι όλος ο νόμος εις ένα λόγο συμπληρούται, εις τον αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν».

Τη διδασκαλία αυτή και τη δράση του Ιησού οι αρχιερείς και οι γραμματείς την αισθάνθηκαν ως καταλυτική απειλή εναντίον της εξουσίας και γι’ αυτό αποφάσισαν να αντιδράσουν ριζικά.

Η θανάτωση του Ιησού, όμως, έπρεπε να περιβληθεί ένδυμα νομιμότητας ή πάντως νομιμοφάνειας, για να κερδίσει σε πειστικότητα απέναντι στον εβραϊκό λαό, και να εξασφαλίσει έτσι τη «νομιμόφρονα» υποταγή του. Για το λόγο αυτό ο Ιησούς, αμέσως μετά τη σύλληψη του την εσπέρα της Πέμπτης, πριν από το Πάσχα από Ρωμαίους στρατιώτες, ως τους μόνους αρμόδιους από τη ρωμαϊκή κατοχή να εφαρμόσουν την σχετική απόφαση των αρχιερέων, οδηγήθηκε στον οίκο του αρχιερέως όπου έμεινε όλη τη νύχτα. Το πρωί της Παρασκευής ο Ιησούς οδηγήθηκε για εξέταση στον πρώην αρχιερέα Άννα, ο οποίος όμως, δεν μπόρεσε να αποσπάσει τίποτα το επιβαρυντικό, και στη συνέχεια στον εν ενεργεία αρχιερέα Καϊάφα, που ήταν ένας από τους φανατικότερους διώκτες του Ιησού.

Η εξέταση από τον Καϊάφα δεν απέδωσε τίποτα το ουσιαστικό και θεωρήθηκε σκόπιμο να συγκληθεί το Συνέδριο των αρχιερέων και γραμματέων, που ήταν το ανώτατο εβραϊκό δικαστήριο, και ο Ιησούς προσήχθη να δικαστεί. Μέσα στο κλίμα αμηχανίες που είχαν οδηγήσει οι ολοφάνερες αποδεικτικές αδυναμίες, επιχειρούν ο ίδιος ο Καϊάφας και οι αρχιερείς να αποσπάσουν από τον Ιησού ομολογία ότι είναι υιός Θεού, γιατί θεώρησαν ότι έστω και πάνω σε μια τέτοια γενικότατη και αόριστη τοποθέτηση θα μπορέσει να στηριχθεί η επιδιωκόμενη θανατική καταδίκη. Αφού ο Ιησούς είπε την περίφημη φράση «…συ είπας» ο Καϊάφας διέρρηξε τα ιμάτια του για να δημιουργήσει εντυπώσεις.

Χρειάζονταν όμως, σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, τουλάχιστον δύο μάρτυρες για να μπορέσει η κατηγορία να επισύρει καταδίκη. Οι ψευδομάρτυρες που προσήλθαν σύντομα αποπέμφθηκαν, γιατί οι καταθέσεις τους ήταν αντιφατικές και ολοφάνερα αναξιόπιστες.

Η θανατική ποινή όμως, έπρεπε να επικυρωθεί και από Ρωμαίο διοικητή της περιοχής, που εκείνη τη εποχή ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Εκεί άρχισε μαι άλλη διαδικασία που περιελάμβαναν στη λυσσαλέα εμμονή του Καϊάφα για θανάτωση του Ιησού και την προσπάθεια του Πόντιου Πιλάτου να μην ενδώσει στην αξίωση αυτή.

Είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης και αλλά και φοβίας, όπου το ιερατείο ερέθιζε το θρησκευτικό αίσθημα του όχλου, που ασχημονούσε και απειλούσε. Χαρακτηριστικό του κλίματος αυτού ήταν η προτίμηση του όχλου στον Βαραββά.

Μπροστά σε αυτή την παρωδία δικαστικής διαδικασίας ο Πόντιος Πιλάτος διέταξε την δημόσια μαστίγωση του Ιησού, ελπίζοντας ότι θα ικανοποιούνταν η επιθετικότητα του όχλου και θα τον οδηγούσε να παραιτηθεί της παραίτησης του για θανάτωση του Ιησού. Όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Πλέον δεν είχε απλά καταλυθεί κάθε ίχνος δικαστικής επίφασης, αλλά η κατάσταση είχε πάρει τη μορφή ανοιχτής, δημόσιας αντιπαράθεσης και διαπραγμάτευσης μεταξύ του μαινόμενου, αλλά και μεθοδικά κατευθυνόμενου όχλου και ενός απειλούμενου φορέα εξουσίας, του Πιλάτου. Για να απεμπλακεί ο Πιλάτος από όλη αυτή την διαδικασία, απλά «ένιψε τας χείρας του», αποφάσισε την θανατική καταδίκη και έδωσε εντολή την εντολή για την εκτέλεση της.

Η δίκη του Ιησού κάνει δραματικά φανερό το νοηματικό χάσμα ανάμεσα στην στάση του Ιησού και των διωκτών του. Ανάμεσα στη διδασκαλία του Ιησού και το βαθύτατο πνευματικό της νόημα, για την πλήρη ισότητα όλων των ανθρώπων, το οποίο μάλιστα δεν εξαντλείται στο σεβασμό του άλλου, αλλά περιλαμβάνει και την αγάπη προς κάθε άνθρωπο, και αντίστροφα στην κυνική επιδίωξη των διωκτών του, Εβραίων και Ρωμαίων, που επέβλεπε αποκλειστικά στη διαφύλαξη με κάθε μέσο της εξουσίας τους. Το νοηματικό αυτό χάσμα με καμιά λογική δε μπορεί να ενταχθεί σε μαι δικαιική σχέση κι έτσι κατά κάποιον τρόπο διαλεκτικά να «γεφυρωθεί». Κι αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία ενώπιον του εβραϊκού Συνεδρίου και στη συνέχεια ενώπιον του Πιλάτου με καμιά λογική, ακόμη και την πιο τυπική και κενή ουσίας, δε μπορεί να θεωρηθεί πράξη, έστω και άστοχης, απονομής δικαίου. Αποτελεί σαφέστατα περίπτωση βάναυσης άσκησης κυριαρχικής εξουσίας, της οποίας η αποτελεσματικότητα επιχειρήθηκε να ενισχυθεί με το να της προσδοθεί ο εικονικός χαρακτήρας μιας δίκης. Η δίκη του Ιησού ήταν, δηλαδή, μια «σκηνοθετημένη» δίκη.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος

Ο Άγιος Συμεών είναι ο πρώτος Άγιος της Καινής Διαθήκης ο οποίος συνδέει την Παλαιά Διαθήκη με την Καινή και συνάμα ενώ μελετούσε τις προφητείες έφτασε στο σημείο να αποτελεί μάρτυρα εκπληρώσεως αυτών μα και ταυτόχρονα προφήτη.

Ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος

Τα στοιχεία που αντλούμε για τον βίο του είναι μία «μίξη» των διασωθέντων από την παράδοση αλλά και των γεγραμμένων στην Καινή Διαθήκη.

Αγγίζει η βιοτή του τα όρια του μύθου και του εξωπραγματικού αλλά συν Θεώ τα αφυσικά φυσιολογικά λογίζονται.

Σύμφωνα με την παράδοση τον 3 π.Χ. αιώνα 72 λόγιοι δίγλωσσοι Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου ανέλαβαν να μεταφράσουν την Παλαιά Διαθήκη από την εβραϊκή γλώσσα στην τότε «διεθνή» γλώσσα που ήταν τα ελληνικά.

Η συγκεκριμένη μετάφραση αποτελεί και την πρώτη γραπτή μετάφραση από τα εβραϊκά στα Ελληνικά. Χάριν συντομίας η ενδεχομένως και παράφρασης έχει μείνει στην ιστορία ως η μετάφραση των εβδομήκοντα και όχι των εβδομήκοντα δύο.

Η μετάφραση ήταν ένα σπουδαίο έργο που κομμάτια της σώζονται έως και σήμερα σε πάπυρους και αποτελούν σημαντικό πυλώνα και κομμάτι της ιστορίας της ανθρωπότητας και ένα σπουδαίο έργο για τους μελετητές και ερευνητές.

Το έργο αυτό της μετάφρασης δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να αποδοθεί σωστά στις έννοιες η κάθε λέξη και φράση και επίσης ήταν μακροχρόνιο και όλοι αυτοί οι λόγιοι όπως είναι φυσικό δεν παρέμεναν σταθερά σε ένα σημείο αλλά ταξίδευαν.

Ανάμεσα σε αυτούς τους 72 μεταφραστές ήταν και ένας νέος τότε ονόματι Συμεών.

Όπως και οι λοιποί έτσι και σε αυτόν του είχαν αποδοθεί κάποια κομμάτια τα οποία ανέλαβε να μετάφραση έχοντας συναίσθηση της ευθύνης που είχε να αποδώσει ένα θεϊκό βιβλίο χωρίς κανένα ανθρώπινο ψεγάδι λάθους.

Όταν ο Συμεών λοιπόν μελετούσε με άλλους συνδιδασκάλους του τον προφήτη Ηλία και φθάνοντας στο χωρίο με την προφητεία «ιδου η Παρθενος εν γαστρι εξει και τεξεται υιον και καλεσουσιν το ονομα Αυτου Εμμανουηλ ο εστιν εθερμηνευομενον μεθ ημων ο Θεος» αναρωτήθηκε πως μια Παρθένος θα τίκτει ως Παρθένος και δεν πίστεψε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει, μάλιστα λέγεται ότι κατά την απόδοση της μετάφρασης αντί για Παρθένος προσπάθησε μεταφέρει στην ελληνική στην θέση της την λέξη νεαρά (κοπέλα) και όχι την λέξη παρθένος και τότε ακούστηκε φωνή αγγέλου να λέγει «Συ Συμεών θα ζήσεις και θα τον ιδείς τον Χριστόν και θα τον πιάσεις με τα χέρια σου» ενώ ταυτόχρονα αόρατο χέρι τον ράπισε στο μάγουλο για την ασέβεια του αυτή να αποδώσει άλλη έννοια στην ελληνική παρά αυτή που είχε στην εβραϊστί.

Την ίδια κιόλας μέρα σε μια πεζοπορία δίπλα από ένα ποτάμι ο Συμεών βγάζει από το χέρι του το δαχτυλίδι (είναι γνωστό πως όλοι οι σημαίνοντες άνδρες για πολλούς αιώνες φορούσαν δαχτυλίδια στα χέρια τους με τα οποία τοποθετώντας την πάνω πλευρά τους σε κερί υπέγραφαν με ένα μοναδικό σχέδιο που αντιπροσώπευε την «υπογραφή» τους) και το πετά στον πυθμένα του ποταμιού λέγοντας πως αν με οποιονδήποτε τρόπο βρει αυτό το δαχτυλίδι τότε και μόνο τότε θα πιστέψει ότι η προφητεία του Ησαΐα μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Πράγματι το ίδιο βράδυ μαζί με τους συνδιδασκάλους του κάθισαν να φάνε σε παρακείμενο χωριό και αγόρασαν ψάρια, στο ψάρι του Συμεών όταν το άνοιξε για να το φάει βρήκε το δαχτυλίδι που το πρωί ο ίδιος είχε ρίξει στο ποτάμι και διηγήθηκε το θαυμαστό αυτό γεγονός και στους υπολοίπους.

Από τότε ο Συμεών μετέβηκε στην Ιερουσαλήμ και περίμενε επί πολλά πολλά χρόνια να λάβει πληροφορία ώστε να εκπληρωθεί και η προφητεία της φωνής του αγγέλου…

…και πράγματι η μέρα αυτή έφτασε πολλά πολλά χρόνια μετά όταν ο Συμεών ήταν πολύ γερασμένος και η ίδια φωνή του αγγέλου τον πληροφόρησε να μεταβεί στο ναό του Σολομώντα «Συμεών πήγαινε στον ναό να ιδείς το ποθούμενο που τόσα χρόνια αναμένεις».

Και ο Συμεών σαν να ξανάνιωσε και να ξέχασε τα γηρατειά του έτρεξε προς τον Ναό όπου περίμενε και όταν από μακριά είδε την Παναγία με τον Ιωσήφ και ένα βρέφος στην αγκαλιά σκίρτησε η ψυχή του και έτρεξε να τους προϋπαντήσει (για να είχε τόση ελευθερία εντός του ναού του Σολόμωντα εικάζεται ότι ενδεχομένως να ήταν και ιερέας).

Στο σημείο ήταν και η προφήτισσα Άννα, μία ενάρετη ηλικιωμένη χήρα, που καταγόταν από την φυλή του Ασήρ, η οποία έχασε τον σύζυγο της 7 χρόνια μετά τον γάμο τους και ύστερα αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον θεό και βρισκόταν συνέχεια μέρα και νύχτα στον ναό με πολύ προσευχή και νηστεία, ενώ ο Θεός της είχε δώσει το προφητικό χάρισμα ενώ την αξίωσε να δει από κοντά τον Χριστό και να τον προσκυνήσει προφητεύοντας-επιβεβαιώνοντας πως ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Ο Άγιος Συμεών παρέλαβε στα χέρια του ρίχνοντας τον μανδύα για να μην αγγίξει η «αναξιότητα» του με γυμνά χέρια την Θεότητα και απευθυνόμενος προς την Παναγία προφήτευσε πως «Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον» μιας και ο Χριστός ήρθε στην γη για να αναστήσει το ανθρώπινο γένος και όσοι πιστέψουν θα τον ακολουθήσουν στην ανάσταση αυτή ενώ όσοι δεν θελήσουν αλλά και οι υποκριταί θα μετέχουν της πτώσεως ενώ λόγω του κηρύγματος του και της ζωής του αλλά και της θυσιαστικής σταυρώσεως Του και κυρίως της Αναστάσεως του αποτέλεσε σημείο αντιλεγόμενο και ένωσε ξανά τον άνθρωπο με τον ουρανό αλλά και χώρισε την αμαρτία από τον αγωνιζόμενο χριστιανό. Ο Χριστός είναι αυτός που χώρισε τον χρόνο της ανθρωπότητας στα δυο (προ και μετά Χριστόν) αποτέλεσε το ορόσημο της ανθρωπότητας.

Ενώ έδωσε και δεύτερη προφητεία ψελλίζοντας προς την Πανάχραντο Μητέρα του Μεσσία «Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» που ομιλούσε για τον πόνο της μάνας που θα νιώσει όταν θα ιδεί τον Υιό της να σταυρώνεται και να θυσιάζεται για όλη την ανθρωπότητα, πόνος που θα αποδεικνύει και τον άρρηκτα συνυφασμένο δεσμό Μητέρας-Υιού.

Μετά δε από αυτά παρέδωσε και πάλιν το Θείο Βρέφος στην Μητέρα Του αναφωνώντας το: «Nῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου ᾿Ισραήλ».

Το οποίο ακούμε λίγο πριν το «Δι’ ευχών» σε κάθε εσπερινό και το οποίο σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής στην οποία αποκαλύφθηκε προφητικά η μετέπειτα εποχή, το τέλος μιας ημέρας που προσμονεί την έναρξη της επόμενης, το τέλος μιας ζωής που είδε τον Μεσσία και θέλει να αναπαυθεί και να οδηγηθεί έστω και καθυστερημένα εκπληρώνοντας δε το σκοπό του στον προορισμό του, στην μετά θάνατον ζωή.

Μετά από αυτό ο Συμεών πήγε στην οικία του και κοιμήθηκε ειρηνικά ενώ ενταφιάσθηκε πλησίον της οικίας του και ύστερα από αιώνες μετά την ανακομιδή τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στην Πόλη των Πόλεων και από εκεί μετά την άλωση το 1204 μ.Χ. από τους Φράγκους στην Βενετία όπου φυλάσσονται έως και σήμερα.

Έλαβε το προσωνύμιο Θεοδόχος διότι ήταν αυτός που υποδέχθηκε τον Θεάνθρωπο Χριστό αλλά και με αυτήν την υποδοχή αποτέλεσε δοχείο πλήρης της χάριτος, της υπακοής, της προσμονής, της πίστης.

Δυο μονές είναι γνωστό ότι έχουν αφιερωθεί στον Δίκαιο Άγιο Συμεών ο οποίος αποτελεί και τον πρώτο Άγιο της Καινής Διαθήκης μιας και κοιμήθηκε μόλις 40 ημέρες μετά την έλευση του Μεσσία την ημέρα του «σαραντισμού» του Ιησού Χριστού στον ναό του Σολομώντα.

Η μία είναι το σημείο που βρισκόταν η οικία του στα Ιεροσόλυμα καθώς και ο τάφος του ανεγέρθηκε μονή, η οποία αναγράφεται ως «Μονή Καταμόνας» ενώ η δεύτερη στην κολυμβήθρα του ελληνικού Γένους, στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου.

Ο Άγιος Συμεών είναι ο μόνος μετά την Παναγία που έπιασε στην αγκαλιά του τον Ιησού Χριστό ενώ όπως μας πληροφορεί και ο Άγιος Νικόλαος σε θαυμαστή εμφάνιση του έχει μεγάλη παρρησία στον Θεό και είναι τόσο κοντά του που άπαξ και Του ζητήσει «χάρη» ο Χριστός θα την πραγματοποιήσει, γι αυτό ίσως σε πολλά αιτήματα μας αν μπορέσουμε να «πείσουμε» τον Άγιο Συμεών τον Θεοδόχο ο Χριστός δια μέσου των μεσιτιών του Αγίου Συμεών θα μας πραγματοποιήσει το θαύμα!!!

Πηγή: https://www.romfea.gr/pneumatika/35027-o-agios-sumeon-o-theodoxos-o-protos-agios-tis-ekklisias