Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Φουστανέλα

Η φουστανέλα είναι παραδοσιακό ανδρικό ένδυμα, των ποιμενικών κυρίως ομάδων, στα Βαλκάνια. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα φοριόταν συστηματικά στην Ελλάδα, οπότε και σταδιακά αντικαταστήθηκε από «τα φράγκικα», αυτό δηλαδή που σήμερα αποκαλούμε παντελόνι. Σήμερα διατηρείται ως μέρος της στρατιωτικής στολής της Προεδρικής Φρουράς, ενώ χρησιμοποιείται και σε εθνικές εορτές, επετείους και αλλού.

Η Φουστανέλα
Το ταφικό μνημείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

Πρόκειται για μια κοντή επί το πλείστον πολύπτυχη λευκή φούστα, η οποία κατασκευάζεται από πολλά ορθογώνια τρίγωνα τεμάχια υφάσματος, που ράβονται μεταξύ τους ίσιο με λοξό και μετά σουρώνονται στη μέση. Τις πιο πολλές φορές η φουστανέλα κατασκευάζεται σε δύο ξεχωριστά τμήματα και δένει στη μέση δεξιά και αριστερά. Το γεγονός ότι οι παλαιότερες φουστανέλες είχαν κορμί, ήταν λιγότερο πτυχωτές και μακριές ως τη μέση της γάμπας, κάνει πιο πιθανή την προέλευσή της από το πουκάμισο, ενώ ανάγει την ιστορική προέλευση της ως εξέλιξη ενδυμασίας ακόμη και την εποχή της αρχαιότητας και συγκεκριμένα από τον ανδρικό δωρικό χιτώνα, ωστόσο περί αυτού του θέματος υπάρχουν διάφορες απόψεις.

Το ρούχο χρησιμοποιήθηκε και από τους Βλάχου και από τους Αλβανούς, ιδίως από τους Τόσκηδες, ενώ στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από τους Αρβανίτες καθώς και από Ηπειρώτες, Θεσσαλούς, Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κυρίως. Βρετανοί συγγραφείς που καταγράφουν οδοιπορικό στην περιοχή της Σαμαρίνας (1914) θεωρούν ότι η Αλβανική φουστανέλα προέρχεται από παρόμοιο ένδυμα που φορούσαν οι Βλάχοι και πιστεύουν ότι η αλβανική φουστανέλα υιοθετήθηκε και από τους Έλληνες ως καθολικά εθνική ενδυμασία μετά την Επανάσταση του 1821.

Το όνομα της Φουστανέλας

Όπως αναφέρει η λαογράφος και ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου, το όνομά της το παίρνει από ένα ύφασμα, το οποίο στις ημέρες μας στην Ιταλία σημαίνει «Fustagno», δηλαδή βαμβακερό ύφασμα -απ΄όπου το Fustana, με υποκοριστικό το Fustanella- που στην ουσία προέρχεται από μια πόλη της Αιγύπτου, το Φουστάτ, που είναι προάστιο του Καΐρου. Εκεί κατασκευαζόταν ένα είδος τζιν, ένα δίμητο χοντρό ανθεκτικό ύφασμα, το οποίο χρησιμοποιείται για πανιά στα καράβια, τις λεγόμενες «φούστες». Πάντως, η ενετική λέξη fustagno προήλθε από το υστερολατινικό fustaneum που ήταν λέξη κατασκευασμένη από τους Λατίνους για να αποδώσουν στη γλώσσα τους την ελληνιστική λέξη «ξύλινο», επειδή έτσι αποκαλούσαν οι Έλληνες το βαμβακερό και άλλα υφάσματα που χρησιμοποιούνταν για φορεσιές. (Το λατινικό fustaneum προήλθε συγκεκριμένα από τη λέξη fustis που σήμαινε ξύλο.)

Η προέλευση της Φουστανέλας

Η Φουστανέλα
Λεπτομέρεια από την κύρια αίθουσα του Σπηλαίου Νυμφολήπτου, με το ανάγλυφο του Αρχέδημου, ο οποίος φοράει φουστανέλα (6 αιώνας π.χ.)

Το αρχαιότερο ανάγλυφο που απεικονίζει φουστανέλα, βρίσκεται στο Σπήλαιο Νυμφολήπτου. Η φουστανέλα είναι ουσιαστικά η εξέλιξη του ανδρικού δωρικού χιτώνα. Μελετητές αναφέρουν σχετικά με την φουστανέλα πως προέρχεται από μια σειρά αρχαίων ελληνικών ενδυμάτων, που έκαναν την εμφάνισή τους εκείνη την εποχή, όπως ο χιτώνας. Σε βυζαντινά όστρακα και αγγεία (κεραμική), πολεμιστές εμφανίζονται να φέρουν όπλα, φορώντας την βαριά πολύπτυχη φουστανέλα. Ο Τσαρούχης θεωρούσε πως η απώτερη καταγωγή εντοπίζεται στην Ινδία. Το λευκό ένδυμα των μαχαραγιάδων είναι κατασκευασμένο από βαμβακερή μουσελίνα και έχει φούστα από πολλά ισοσκελή τρίγωνα, προσαρμοσμένη σε μακρυμάνικο σταυρωτό μπούστο, που δένει στο πλάι. Οι φούστες που συντίθενται από ισοσκελή τρίγωνα είναι πολύ διαδεδομένες στην επαρχία Ράτζασταν στη Βορειοδυτική Ινδία, σε άνδρες και γυναίκες και ονομάζονται «ghari». Στο παλάτι του Μαχαραγιά του Μπενάρες σώζεται σε ελεφαντόδοτο παράσταση με τελετουργική πομπή στις αρχές του 20ου αιώνα. Στην παράσταση δεσπόζουν οι σπαχήδες, που δίνουν την εντύπωση ότι φορούν στολή με φουστανέλα, παρόμοια με των Ελλήνων του 1821. Κατά την Παπαντωνίου, ένας τέτοιος συσχετισμός είναι δύσκολο να γίνει δεκτός, επειδή η βασικότερη μεταξύ τους διαφορά είναι η κοπή των τριγώνων. Στην Ελλάδα έχουμε ορθογώνια ανισοσκελή τρίγωνα που ενώνονται λοξό με ίσο (η υποτείνουσα του ενός τριγώνου με την κάθετη πλευρά του άλλου), για να μην ξεχειλώνει ο ποδόγυρος.

Ο αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς, το 1885, θεωρούσε τη φουστανέλα που φορούσαν οι σλαβόφωνοι άντρες αλλά και οι γυναίκες (αυτές πάνω από τη σλαβική μπροστέλλα) χωρικοί που ζούσαν κοντά στα σημερινά σύνορα Βοσνίας-Μαυροβουνίου, ως ένα ιλλυρικό στοιχείο που επιβίωσε ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Δεν έχουν σωθεί αρχαία ελληνικά ενδύματα που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη σύνδεση της φουστανέλας με τους αρχαίους ελληνικούς χιτώνες.

Η ρωμαϊκή και βυζαντινή φουστανέλα

Αρχαιολογικά ευρήματα, και συγκεκριμένα θραύσματα βυζαντινών διακοσμημένων πιάτων που βρέθηκαν στην Κόρινθο και αλλού, δείχνουν ότι η φουστανέλα ήταν σε κοινή χρήση στην Ελλάδα ήδη από τον 11ο αιώνα. Σε ένα από αυτά, του 12ου αιώνα, διακρίνεται ότι η φουστανέλα ήταν αυτοτελές ένδυμα, ξεχωριστό από την φορεσιά του κορμού. Οι πολεμιστές που εικονίζονται στα ευρήματα αναγνωρίζονται ως ακρίτες ή «Διγενής», και η φουστανέλα τους διαφοροποιεί από τις απεικονίσεις του Αλεξάνδρου ή του Αγίου Γεωργίου. Κατά τον ελληνιστή Notopoulos, η φουστανέλα προέρχεται από τη ρωμαϊκή τόγκα, και για το λόγο αυτό συναντάται και στους σύγχρονους (19ο-20οαι.) λατινόφωνους Βλάχους.

Κατά τον Αντώνιο Κεραμόπουλο, η φουστανέλα κατάγεται από το ρωμαϊκό στρατιωτικό ένδυμα: το συγκεκριμένο ένδυμα φοριόταν από τους εκάστοτε μισθοφόρους των Ρωμαίων στο χώρο της Ηπείρου.

Από ενδυματολογική άποψη, αν αφαιρεθούν τα πολύ νεώτερα επίρραφα χρυσοκεντήματα από εξαρτήματα όπως τα γιλέκα και οι περικνημίδες, μένει ένα μεσαιωνικό ευρωπαϊκό ένδυμα. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Επιδαύρου εκτίθεται ακέφαλο άγαλμα ρωμαίου αξιωματούχου, όπου φαίνεται καθαρά ότι φοράει μία φούστα πάνω από κοντό χιτώνα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Φουστανέλα

Ο Κολοκοτρώνης πριν την Επανάσταση

Εξαιτίας του γνωστού μεγάλου διωγμού των κλεφτών το Μάιο του 1806, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταφεύγει με την οικογένεια του στην Ζάκυνθο. Εκεί παρέμεινε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Ο Κολοκοτρώνης πριν την Επανάσταση
Η ορκομωσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ο στρατιωτικός Κολοκοτρώνης

Για τη συντήρηση της οικογένειας του άσκησε το επάγγελμα του εμπόρου ζώων αρχικά. Έπειτα, ασχολήθηκε με τα στρατιωτικά, αρχικά στην υπηρεσία των Ρώσων, μετά των Γάλλων και τέλος των Άγγλων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Τάσο Γριτσόπουλο: Στις αρχές του 1807, ο Κολοκοτρώνης επικεφαλής 80 ανδρών, έρχεται με το πλοίο «Άγιος Γεώργιος» στην περιοχή των Πατρών, αποβιβάζεται και καταστρέφει στις Αχαϊές «τα σπίτια, τες ιδιοκτησίες, τα μαγαζιά του Σαϊταγά».

Από το καλοκαίρι του 1807 ως την άνοιξη του 1808 μετέχει σε θαλάσσιες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βόρειο Αιγαίο φθάνοντας ως το Άγιον Όρος. Στα πλοία είχαν επιβιβαστεί όλοι οι γνωστοί καπεταναίοι του Ολύμπου (Σταθάς, Νικοτσαράς, Βλαχάβας, Λαζαίοι κ.α). Λίγο πριν την επιστροφή του, μέσω Μάνης, στη Ζάκυνθο πηγαίνει με μερικά παληκάρια του στο Μοναστήρι της της Γορτυνίας, στην καρδιά της Πελοποννήσου, για να υποστηρίξει, όπως απαιτούσαν οι προγονικοί οικογενειακοί όρκοι «φιλίας και αδελφοσύνης», τον «πατρικό του» φίλο Αλή φαρμάκη -τον οποίο ποτέ δεν είχε δει κατά πρόσωπο- από τις επιθέσεις του γιου του Αλή πασά, Βελή. Εκεί έμεινε εξήντα μέρες.

Μετά την επιστροφή του ταξιδεύει στην Κέρκυρα και μαζί με τους Γάλλους του Ναπολέοντα σχεδιάζουν κατάληψη της Πελοποννήσου. Το σχέδιο που καταρτίστηκε δεν υλοποιήθηκε, γιατί τον Ιούλιο του 1809 τα Επτάνησα πέρασαν στους Άγγλους.

Στο μεταβατικό στάδιο της ολοκλήρωσης της κατάληψης των Επτανήσων από τους Άγγλους μένει και δρα στη Λευκάδα και τα γύρω νησιά και στη συνέχεια επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο, κατατάσσεται στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του λοχαγού, για να προαχθεί σε λίγο σε αυτόν του ταγματάρχη.

Το 1812 πηγαίνει πάλι για λίγο στην Πελοπόννησο, όπου, αφού φιλοξενήθηκε στα Λαγκάδια από τους Δεληγιανναίους, επισκέφθηκε στο χωριό Λάλα Ηλείας την οικογένεια του Αλή Φαρμάκη, για να συλλυπηθεί για το θάνατο του, που είχε επέλθει λίγο καιρό πριν.

Το Φεβρουάριο του 1814 μετέχει στην επιχείρηση της κατάληψης των Παξών και της Πάργας από τους Άγγλους. Στο στρατό των Άγγλων μένει ως το 1817, δηλαδή, δύο χρόνια μετά την διάλυση εκ μέρους τους των επικουρικών ταγμάτων των κλεφτών που δεν τα χρειάζονταν πια.

Ο πόθος του Κολοκοτρώνη για την Ελλάδα

Σε όλη τη στρατιωτική σταδιοδρομία στους ξένους ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ποτέ δεν έπαψε να επιδιώκει την απελευθέρωση της υπόδουλης πατρίδας.

Στα Επτάνησα τήρησε πάντα την εξής αρχή: «Οσάκις έμβαινα εις δούλευσιν, έμβαινα πάντοτε με τη συμφωνία, ότι από την Επτάνησον να μην απομακρύνωμαι και να μην πολεμώ παρά εις τούρκικο τόπο και το φόρεμα (φουστανέλα) να μην εβγάλω».

Διαμένοντας στη Ζάκυνθο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρήκε την ευκαιρία να διαβάσει ιστορικά βιβλία, ενώ, όταν του δινόταν η ευκαιρία, παρακολουθούσε μαθήματα κοντά στον ιεροδιάκονο Αντώνιο Μαρτελάο, στέλνοντας σ’ αυτόν και τους δυο γιου του, τον Πάνο και τον Γενναίο.

Στα χρόνια της παραμονής του στη Ζάκυνθο ο Κολοκοτρώνης δεν έπαψε να νοσταλγεί το Μοριά. Μαζί με τον μικρό του γιο Κωνσταντίνο ανέβαινε στην Παναγία του Πικρίδη στο δρόμο του κάστρου, του έδειχνε την Πελοπόννησο και τα βουνά της και του έλεγε «εκεί έζησαν οι προπάτορες μας, τώρα η γη εκείνη στενάζει εις τον ζυγόν».

Όταν η Φιλική Εταιρεία άπλωσε τα δίχτυα της, μπήκε από τους πρώτους σε αυτήν Κατηχήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1818 από τον Αναγνωσταρά Παπα-Γεωργίου και ορκίστηκε από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο στο κελί της μικρής εκκλησίας «του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων» (ιδιόκτητου ορθόδοξης οικογένειας) ή «των Φιλικών» στο «Ψήλωμα» προς το κάστρο. Στον ίδιο χώρο ορκίστηκαν οι Νικηταράς, Πλαπούτας, Γρίβας κ.α..

Έτσι, όταν έφτασε η ώρα του Μεγάλου Ξεσηκωμού, έφυγε από τη Ζάκυνθο (3 Ιανουαρίου 1821) και μέσα σε τρις μέρες (6 Ιανουαρίου 1821) αποβιβάστηκε στη Μάνη και σε λίγο ανέλαβε την Αρχιστρατηγία του Ιερού Απελευθερωτικού Αγώνα που οδήγησε στην Εθνική Παλιγγενεσία.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Παπαφλέσσας απελευθερώνει την Καλαμάτα

Φανατικός, παράφορος, προκλητικός και συνάμα παπάς. Ο Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας δεν έκανε ποτέ πίσω. Ο Παπαφλέσσας, γεννημένος το 1788 στην Πολιανή της Μεσσηνίας, είχε σπουδάσει στην καλή σχολή της Δημητσάνας και είχε γίνει καλόγερος. Το ράσο όμως δεν κατάφερε να περιορίσει την παραφορά του. Με λυμένο διαρκώς το ζωνάρι για καυγά, δεν ήταν έκπληξη ότι έβρισε τον Τούρκο ισχυρό της περιοχής και βρέθηκε να τρέχει κυνηγημένος, από ολόκληρο στρατιωτικό απόσπασμα, ώσπου μπήκε σε ένα καΐκι και πέρασε στη Ζάκυνθο. Από εκεί, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρέτησε στο Πατριαρχείο και έγινε αρχιμανδρίτης.

Ο Παπαφλέσσας απελευθερώνει την Καλαμάτα
Ο Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας

Ο φλογερός πατριωτισμός του δεν κρυβόταν. Οι Φιλικοί τον ήθελαν αλλά φοβούνταν, μήπως με τις συνηθισμένες αποκοτιές του τα τίναζε όλα στον αέρα. Στα 1818, αποφάσισαν να τον ψαρέψουν. Το δύσκολο έργο ανέλαβε ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος.

Για μέρες, ο Παπαφλέσσας έκανε το χαζό. Όταν ο Φιλικός κατάλαβε ότι αντί να ψαρεύει αυτός τον παπά, ψάρευε ο παπάς αυτόν, ήταν αργά. Μόλις ο αρχιμανδρίτης κατάλαβε ότι υπάρχει επαναστατική οργάνωση, άρπαξε τον Αναγνωστόπουλο από το λαιμό και τον ανάγκασε να του τα αποκαλύψει όλα. Έπειτα, τον έβαλε να τον οδηγήσει στην Ανώτατη Αρχή. Έκπληκτοι ο Ξάνθος και ο Τσακάλωφ τον είδαν μπροστά τους. Υπέκυψαν στις απαιτήσεις του και και με το «έτσι θέλω» ο Παπαφλέσσας πήρε τη θέση του Σκουφά που είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν.

Η οργάνωση αντιμετώπιζε προβλήματα, ήταν κοντά στη διάλυση. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 αποφάσισαν να προσχωρήσουν. Στα 1819, μπήκε στην οργάνωση και ο πάμπλουτος και ισχυρός στην περιοχή της Μολδαβίας Γεώργιος Λεβέντης. Στα 1820, αρχηγός της οργάνσωσης έγινε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Ο Παπαφλέσσας και ο Λεβέντης έφτιαξαν «σχέδιον γενικόν», ένα σχέδιο δράσης για το πως θα γινόταν η Επανάσταση. Ο Υψηλάντης το ενέκρινε στις 7 Οκτωβρίου 1820, ελαφρά τροποποιημένο: «Ημέρα Χ» ορίστηκε η 15 Μαρτίου 1821. όσο πολεμούσε ο Αλή Πασάς στα Ιωάννινα, ο Υψηλάντης θα επαναστατούσε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενώ ο Παπαφλέσσας ανέλαβε το Μοριά.

Ο αρχιμανδρίτης έγραψε στον Κολοκοτρώνη να πάει στη Μάνη. Εξασφάλισε για τον εαυτό του χαρτιά που τον παρουσίαζαν «πατριαρχικό έξαρχο», πέρασε από το Αϊβαλί, φόρτωσε ένα καράβι μπαρούτι και όπλα. το έστειλε και αυτό στη Μάνη και διέσχισε το Αιγαίο. Μέσα Δεκεμβρίου του 1820 βρισκόταν και αυτός στη Μάνη. Βρήκε τους Τούρκους του Μοριά ενημερωμένους για την άφιξη του και πρόθυμους να τον διευκολύνουν στις μετακινήσεις του.

Χωρίς να ξέρουν για ποιο λόγο ήρθε οι πρόκριτοι και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός τον δέχθηκαν εχθρικά. Στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφτασε στη Μάνη και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο «πατριαρχικός έξαρχος» ανέβηκε στην Αχαΐα και διαπίστωσε πως υπήρχαν σοβαρές κτηματικές διαφορές ανάμεσα στα μοναστήρια της Αγίας Λαύρας και των Ταξιαρχών. Οργανώθηκε επίσκεψη στη Βοστίτσα όπου ο Παπαφλέσσας γνωστοποίησε για το πότε είχε ορισθεί κήρυξη της Επανάσταση. Μετά, έφυγε στη Μάνη, όπου πρώτα έβαλε κάποιους φιλικούς να οργανώσουν επεισόδια που θα εξέθεταν τους προκρίτους στα μάτια των Τούρκων. Έτσι θα τους είχε δεμένους.

Στις τάξεις των κοτζαμπάσηδων επικρατούσε εκνευρισμός. Κάποιοι πρότειναν να καταδώσουν τον τρελοπαπά στις τουρκικές αρχές. Κάποιοι άλλοι προτιμούσαν να τον δολοφονήσουν, ώστε να είναι σίγουροι. Ούτε το ένα ήταν εύκολο, ούτε το άλλο. Ο παπάς δεν κυκλοφορούσε ποτέ μόνος, ενώ τα στημένα επεισόδια είχαν κάνει τους Τούρκους να αγριέψουν.

Το πλοίο με τα πολεμοφόδια από το Αϊβαλί έφτασε στη Μάνη μέσα στο Μάρτη. Με τέχνασμα ο Παπαφλέσσας έπεισε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να το εκτελωνίσει. Χώρισε τα πολεμοφόδια και ανέθεσε τη μεταφορά τους σε δύο ομάδες: την πρώτη με αρχηγό το Νικήτα Σταματελόπουλο (Νικηταράς) και τη δεύτερη με το Χρήστο Αναγνωσταρά. Ο διοικητής της Καλαμάτας Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου έμαθε πως κάποιοι ένοπλοι μετέφεραν κάποια φορτία. Τον καθησύχασαν πως ήταν κάποιοι χωρικοί που κουβαλούσαν λάδι. Τα όπλα τα είχαν «επειδή ακούστηκε πως κυκλοφορούσαν ληστές». Ο αγάς πείστηκε και ζήτησε από τον Πετρόμπεη να στείλει το γιο του Ηλία, να ενισχύσει τη φρουρά της πόλης.

Στις 17 Μαρτίου 1821, όλα ήταν έτοιμα. Οι αγωνιστές μαζεύτηκαν στο ναό των Ταξιαρχών, στην Αρεόπολη της Μάνης, όπου έγινε δοξολογία και ευλογήθηκαν τα λάβαρα του Αγώνα. Στις 20 Μαρτίου ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έφτασε στην Καλαμάτα «να ενισχύσει τη φρουρά». Είπε στον Αρναούτογλου ότι οι πληροφορίες μιλούσαν για πολλούς ληστές και καλό θα ήταν να έρθουν κι άλλοι για τη φρουρά. Ο διοικητής δέχτηκε.

Στις 22 Μαρτίου ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τους Μούρτζινους και 2.000 άνδρες έπιασε τους λόφους προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσσας με τον Αναγνωσταρά και τον Νικηταρά έπιασαν την άλλη πλευρά. Ο Αρναούτογλου κάτι κατάλαβε, αλλά ήταν ήδη αργά για να αντιδράσει. Στις 23, οι επαναστάτες μπήκαν στην πόλη. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Το μεσημέρι, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και 24 ιερείς ευλογούσαν τις σημαίες και όρκιζαν τους αγωνιστές. Την ίδια μέρα έπεφτε και η Βοστίτσα. Στις 26, παραδίνονταν οι Τούρκοι στα Καλάβρυτα. Η Επανάσταση είχε ξεκινήσει.

Η Τρίπολη (14ος αιώνας-…)

Η Τρίπολη (γνωστή παλαιότερα και ως Τριπολιτσά και Τρομπολιτσά) είναι πόλη στην κεντρική Πελοπόννησο, η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα του Νομού Αρκαδίας και της τέως επαρχίας Μαντινείας. Είναι επίσης έδρα της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Ο πληθυσμός του ομώνυμου Δήμου είναι 47.457 κάτοικοι.

Η Τρίπολη είναι χτισμένη στην καρδιά της Πελοποννήσου σε ένα οροπέδιο που περικλείεται από το Μαίναλο, το Παρθένιο, το Αρτεμίσιο, τον Πάρνωνα και τον Κτενιά. Βρίσκεται σε υψόμετρο 660 μέτρων. Μοναδική πόλη στον ελληνικό χώρο πολυάνθρωπη που είναι χτισμένη σε τόσο ψηλό σημείο. Στη μεγαλύτερη πλατεία της Τρίπολης, στην Πλατεία του Άρεως έχουν τοποθετήσει τα οστά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του «Γέρου του Μοριά».

Η Τρίπολη
Η Τρίπολη (1950)

Τα ονόματα της Τρίπολης

Οι αρχαίες πόλεις Καλλία, Δίποινα, Νωνάκριδα αναφέρονται από τον Παυσανία ως Τρίπολις. Μάλλον δεν έχουν σχέση με τη σημερινή Τρίπολη. Η σημερινή Τρίπολη, αρχικά,ήταν ένας συνοικισμός που δημιουργήθηκε από Έλληνες τον 14ο αιώνα. Κτίστηκε μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης. Σε ένα Βενετσιάνικο κείμενο, η Τρίπολη αναφέρεται ως όνομα κάστρου που έχει ερημωθεί. Σε χάρτη του 1545 αναφέρεται ως Ντροπολιτζά. Σε έγγραφο του αρχιεπισκόπου Ναυπλίου το 1577 ονομάζεται Υδροπολιτσά. Το 1695 λέγεται Τριπολιτσία. Οι Τούρκοι την έλεγαν Ταραμπουλούζ, ενώ την Τρίπολη της Λιβύης Ταραμπολούζ μισίρ. Μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες την είπαν Τρίπολη και αυτό επικράτησε.

Η Τρίπολη τον 18ο αιώνα

Όταν στα 1717 η Πελοπόννησος πέρασε στα χέρια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, η Τρίπολη ήταν ένα άσημο χωριό. Εξήντα χρόνια αργότερα, είχε εξελιχθεί σε πόλη, έδρα του διοικητή Αρκαδίας (μουτεσαρίφη).

Η Τρίπολη βρέθηκε στο κέντρο των γεγονότων στα Ορλωφικά, όταν την πολιόρκησαν οι άνδρες του Ρώσου λοχαγού Μαρκόφ, με τον οποίο συνέπρατταν ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαράς και οι σύντροφοι του (29Μαρτίου 1770). Οι Τούρκοι έσφαξαν κάποιους κατοίκους έβαψαν με το αίμα τους τα άλογα τους και τσάκισαν τους πολιορκητές. Ο Μαρκόφ και οι σύντροφοι του γλύτωσαν. Τελειώνοντας με την επανάσταση, οι Τούρκοι αποκεφάλισαν ακόμα τρεις χιλιάδες, ανάμεσα τους και ο μητροπολίτης και κάμποσους προκρίτους.

Στα 1785 η Τρίπολη έγινε διοικητική έδρα της Πελοποννήσου και απέκτησε ισχυρό τείχος. Στην ασφάλεια έσπευσαν να βρεθούν οι Τούρκοι της υπαίθρου, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Τότε, η πόλη αριθμούσε 30.000 κατοίκους. Έπεσε στους Έλληνες στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

Η Τρίπολη και η Ελληνική Επανάσταση

Όταν μετά την εκστρατεία του Ιμπραήμ, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε για να αναλάβει τον Αγώνα εναντίον των Αιγυπτίων, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να κάψουν την πόλη, ώστε να μην βρουν κατάλυμα οι εισβολείς. Η πρόταση απορρίφθηκε.

Ο Ιμπραήμ πήρε την πόλη, αλλά στα 1828, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο. Ήταν 9 Φεβρουαρίου του 1828, όταν ο ίδιος ξεκίνησε την κατεδάφιση του τείχους. Το έργο συμπλήρωσαν οι άνδρες του τις επόμενες πέντε μέρες. Μετά άρχισε η κατεδάφιση των δημοσίων κτιρίων και των ναών. Στις 16 Φεβρουαρίου πυρπολήθηκαν όσα σπίτια υπήρχαν όρθια.

Μετά την απελευθέρωση η πόλη χτίστηκε από την αρχή. Το 1830 ο πληθυσμός της Τρίπολης ήταν μόλις 3.380 ψυχές και τα σπίτια, μαζί με τα εργαστήρια, περί τα 750, τα περισσότερα μονώροφα. Μεταξύ 1842-57 εγκαταστάθηκαν αρκετοί Κρήτες στην Τρίπολη. Το πρώτο σχολείο εγκαινιάστηκε το 1831, ενώ το πρώτο Γυμνάσιο το 1850. Πρώτος Δήμαρχος της Τρίπολης διετέλεσε ο Γιαννάκος Πετρινός το 1835.

Με πληροφορίες από: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Τρίπολη_Αρκαδίας

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1800-1824)

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1800 – 3 Δεκεμβρίου 1824) ήταν  Έλληνας  αγωνιστής της Επανάστασης του 1821.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης
Ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Ο Βίος του Πάνου Κολοκοτρώνη

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1800 στη Ζάκυνθο και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου. Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην  Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα.

Ο πατέρας του ήταν αγράμματος, αλλά δεν ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει την ίδια πορεία και τον έστειλε στη Ζάκυνθο για σπουδές, όπου ο Πάνος αρίστευσε. Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, ο νεαρός Κολοκοτρώνης γνώριζε αρχαία, ήταν άριστος μαθηματικός, μιλούσε καλά Ιταλικά και μέτρια Γαλλικά. Μετά το Σέκερη ήταν ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της Πελοποννήσου. Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς στο Βαλτέτσι και στις μάχες εναντίον του Δράμαλη (Δερβενάκια). Η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Το 1822, έγινε δήμαρχος της Τριπολιτσάς και την ίδια χρονιά ο Πάνος Κολοκοτρώνης παντρεύτηκε την κόρη της Μπουμπουλίνας, Ελένη. Η προίκα που έδωσε η Μπουμπουλίνα στην κόρη της ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει μία άνετη ζωή για το αντρόγυνο. Το 1822, έγινε δήμαρχος της Τριπολιτσάς.

Του εμπιστεύτηκαν το Ναύπλιο, κατά τη διάρκεια της πρώτης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των στρατιωτικών και των πολιτικών. Ο Πάνος την υπερασπίστηκε με επιτυχία, αν και αυτή τη φορά αντίπαλοι δεν ήταν οι Τούρκοι αλλά οι Έλληνες. Στις 13 Νοεμβρίου του 1824, στο δεύτερο εμφύλιο, ο Πάνος Κολοκοτρώνης κι οι σύντροφοί του κατευθύνονταν προς το χωριό Σύλιμνα της Αρκαδίας. Πήγαιναν να συναντήσουν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, για να σχεδιάσουν την κατάληψη της Τρίπολης που είχε περάσει σε κυβερνητικά χέρια. Η πορεία τους διακόπηκε από την άφιξη αγγελιαφόρου, που τους ενημέρωσε ότι συνελήφθη ο αντικυβερνητικός Στάικος Σταϊκόπουλος, έπειτα από εμπλοκή με τις αντίπαλες δυνάμεις του Βάσου Μαυροβουνιώτη. Ο Πάνος διέταξε αλλαγή πορείας, για να απελευθερώσουν τον σύντροφό τους. Όμως πριν προλάβει να προχωρήσει πολύ, δέχτηκε επίθεση από τον Μαυροβουνιώτη. Ο Κολοκοτρώνης έζησε, αλλά οι περισσότεροι απ’ τους άντρες του τράπηκαν σε φυγή. Μαζί του έμειναν μόνο τρεις, ο υπασπιστής του Γιάννης Βατικιώτης, ο γραμματικός του Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο φροντιστής του Ανούτσος Σαμαρόνης. Αποκαμωμένοι, συνέχισαν τον δρόμο τους, αλλά οι περιπέτειες του δεν τελείωσαν εκεί.

Το τέλος του Πάνου Κολοκοτρώνη

Ήταν έξω από το χωριό Μπεσίρι, όταν 25 Βούλγαροι που πολεμούσαν με τους κυβερνητικούς, άνοιξαν πυρ εναντίον των έφιππων αντρών. Ο γιατρός Ιωάννης Πύρλας, που εξέτασε το πτώμα του Κολοκοτρώνη, περιέγραψε το επεισόδιο στην ιατροδικαστική έκθεση. Υποστήριξε ότι οι άνδρες που επιτέθηκαν δεν είχαν σκοπό να σκοτώσουν, αλλά να τρομοκρατήσουν. Πυροβολούσαν από απόσταση που ήξεραν ότι η σφαίρα δεν θα έφτανε στο στόχο της, αλλά μπορεί να τρόμαζε τα άλογα και τους αναβάτες τους.

Η επικρατέστερη άποψη όμως είναι ότι οι Βούλγαροι έστησαν ενέδρα και στόχος ήταν να τον δολοφονήσουν. Είτε από κακή τύχη είτε από εσκεμμένη βολή, ο Πάνος Κολοκοτρώνης χτυπήθηκε από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η ιατροδικαστή έκθεση με τα μέσα της εποχής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ήταν ταχύτατος και δεν υπέφερε. Το νεκρό σώμα του λεηλατήθηκε απ’ τους δολοφόνους του, οι οποίοι έκλεψαν όχι μόνο χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά ακόμα και τα εσώρουχά του.

Την επόμενη μέρα το πτώμα μεταφέρθηκε στην γειτονική Σύλιμνα, όπου και τάφηκε, ενώ στην κεντρική πλατεία του χωριού σήμερα στέκει ανδριάντας του προς τιμήν της μνήμης του. Από ιατροδικαστική εξέταση φάνηκαν τα αίτια του θανάτου του, που ήταν τραύμα στο κεφάλι από σφαίρα. Το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο όπου στεγάζεται στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην Οδό Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάνος_Κολοκοτρώνης

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/panos-kolokotronis-aristos-mathimatikos-ke-polemistis

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 και ήταν το έκτο παιδί του Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια, δικηγόρου στο επάγγελμα, και της Διαμαντίνας Γονέμη, κόρης αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Κύπρο. Καταγόταν από παλιά κερκυραϊκή οικογένεια και συγκεκριμένα από τους Καποδίστρια της Συνοικίας των Τειχών (de la contrada delle mura). Η καταγωγή των Καποδίστρια ήταν από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), ενώ κατ’ άλλους από τη Βενετία. Το αρχικό της όνομα ήταν Βιττόρι, ενώ πρώτος ονομάστηκε Καποδίστριας ο Βίκτωρ Βιττόρι που κατέφυγε το 1373 στην Κέρκυρα για πολιτικούς λόγους. Το 1477 η οικογένεια αναφέρεται στην Χρυσή Βίβλο (Libro d’oro) των ευγενών της νήσου, ως καθολική.  Όλοι οι απόγονοι των Νικολάου και Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, τίτλος που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από τη Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Η οικογένεια Γονέμη ήταν γραμμένη στη Χρυσή Βίβλο από το 1606. Ανάδοχός του ήταν ο Κώστας Αδάμης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φοίτησε στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Την περίοδο 1795–1797 σπούδασε Ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε αμέσως στην Κέρκυρα όπου άσκησε το ιατρικό επάγγελμα αφιλοκερδώς. Στο ίδιο πανεπιστήμιο σπούδασε επίσης Νομική και Φιλοσοφία. Στις 12 Απριλίου 1799 διορίστηκε, από τον ναύαρχο Καντίρ, διευθυντής του οθωμανικού νοσοκομείου.

Διπλωματική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μετά την επιτυχή του σταδιοδρομία στην Ιόνιο Πολιτεία διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας ως κρατικός σύμβουλος το 1808. Αφού παρέμεινε για δύο χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε στις 20 Αυγούστου 1811 ακόλουθος στην πρεσβεία της Βιέννης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1812. Επόμενος σταθμός στην πορεία του ήταν το Βουκουρέστι, όπου διορίστηκε ως αξιωματούχος με πολιτικά καθήκοντα στη στρατιά του Δούναβη. Εκεί συνδέθηκε με τον ναύαρχο Τσιτσαγκώφ, του οποίου έγινε σύμβουλος και διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου. Για τις υπηρεσίες του αυτές τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου εν ενεργεία. Την ίδια εποχή ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ αντικαταστάθηκε λόγω δυσμένειας από τον στρατηγό Μπάρκλει ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly) χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει τον Καποδίστρια, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο Γ’ Τάξεως του Αγίου Βλαδίμηρου. Τον Οκτώβριο του 1813 παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο με τον Μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας.

Η άνοδος του Καποδίστρια στη ρωσική αυτοκρατορική Αυλή επιβεβαιώθηκε με τον διορισμό του από τον Τσάρο Αλέξανδρο ως μυστικού απεσταλμένου στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστεί την φιλικά προσκείμενη προς την Γαλλία κυβέρνηση. Εκτός από τον Καποδίστρια, διορίστηκε και ο βαρόνος Λεμπτσέλτερν (Lebzeltern), εκ μέρους της αυστριακής πλευράς, καθώς η αποστολή ήταν κοινή. Παρόλα αυτά οι σκοποί δεν ήταν ακριβώς ίδιοι, καθώς οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας, ενώ οι Αυστριακοί να εγκαθιδρύσουν φίλα προσκείμενη κυβέρνηση και να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια. Ο Λεμπτσέλτερν εργάστηκε μυστικά υπό τις οδηγίες του Μέτερνιχ προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1813 κάλεσε τον Καποδίστρια και του ζήτησε να υπογράψει διακοίνωση, με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα θα επιτρεπόταν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια μέχρι να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία είχε αποσπάσει από την Ελβετία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος ότι η διακοίνωση ήταν έργο της αυστριακής κυβέρνησης, αρνήθηκε να την υπογράψει, αλλά λίγο αργότερα άλλαξε γνώμη. Αφού την υπέγραψε εκ μέρους της ρωσικής πλευράς, αποχώρησε για τη Βάδη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Τσάρου. Ο τελευταίος περίμενε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είχε υπογράψει τη διακοίνωση. Εξεπλάγη, όμως, όταν ο νεαρός διπλωμάτης του ανέφερε ότι έπραξε το αντίθετο. Σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η ανακοίνωση της διακοίνωσης και η εισβολή του αυστριακού στρατού στην Ελβετία, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των κατοίκων και παράλληλα να παρουσιαστούν οι Αυστριακοί ως υποκινητές πραξικοπήματος. Συνέστησε μάλιστα στον Τσάρο να ζητήσει την αποκήρυξη της διακοίνωσης, μιας και οι Αυστριακοί δε θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπογραφή του μυστικού πράκτορά τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Το αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια ήταν οι Αυστριακοί να χάσουν κάθε έρεισμα στην Ελβετία, η οποία εξασφάλισε την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της.

Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της Ελβετίας διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο Τσάρος Αλέξανδρος διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από τη θέση αυτή έφτιαξε το ελβετικό Σύνταγμα και συνεισέφερε με προσωπικά προσχέδια στο ελβετικό πολιτειακό σύστημα το οποίο προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Συγκεκριμένα, απέστειλε υπόμνημα προς τον πρόεδρο της Δίαιτας (βουλής) με τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει το Σύνταγμα. Πράγματι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το υπόμνημα ακολουθήθηκε. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία. Ανέλαβε και έφτιαξε δηλαδή ένα νέο ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα που ένωσε επιτυχώς τα διάφορα καντόνια. Θεωρείται πάντα ο πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας καθώς με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη αλλά και ο ένας εκ των δυο δολοφόνων του, οι Μαυρομιχάληδες, σπούδασε με χρήματά του.

Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι προκειμένου να συνομιλήσει με τον Τσάρο για το θέμα των Επτανήσων, δίχως όμως να λάβει κάποια διαβεβαίωση. Κατά την παραμονή του παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό β΄ τάξεως, του Αγίου Βλαδίμηρου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο της Βιέννης, συνέδριο σταθμός για την ευρωπαϊκή ιστορία, στο οποίο συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814 διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε, ενώ τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου και τον Μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού, από τον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας και της Πρωσίας αντίστοιχα. Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη πρέπει να θεωρείται καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέαζε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά τον ιππότη φον Γκεντς, σύμβουλο του Μέτερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου.

Το 1815 ίδρυσε τη Φιλόμουσο εταιρεία μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. Σκοπός της εταιρείας ήταν να βοηθήσει νεαρούς Έλληνες να σπουδάσουν. Τα μέλη της ήταν με το πλευρό των Ρώσων γι΄ αυτό και η αυστριακή αστυνομία παρακολουθούσε τις δραστηριότητές της. Με την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στο Παρίσι μετά τη μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στην ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, επιτυγχάνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση πέτυχε η Ιόνιος Πολιτεία να αποκτήσει τα βασικά χαρακτηριστικά κράτους δηλαδή σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση και σημαία. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Τσάρος Αλέξανδρος

Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο Τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων. Ήδη από το 1814 ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αφήσει κενή τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και να χειριστεί μόνος του την εξωτερική πολιτική, διορίζοντας όμως ως γραμματέα του επί των Εξωτερικών Υποθέσεων τον Νέσελροντ. Τον επόμενο χρόνο (1815) διόρισε και δεύτερο γραμματέα, αυτή τη φορά τον Καποδίστρια, ο οποίος του απάντησε «Μεγαλειότατε, δέχομαι ευχαρίστως το υψηλό αυτό αξίωμα με έναν όρο. Να μην γίνω υπήκοος αλλά υπάλληλός σας». Ο Νέσελροντ είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια από καιρό, οπότε ουσιαστικός διαχειριστής των εξωτερικών υποθέσεων ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος συμβούλευε τον Τσάρο για όλα τα θέματα. Ως γραμματέας πλέον επί των εξωτερικών, ο Καποδίστριας συμμετείχε στο συνέδριο του Άαχεν και στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ. Μετά το τέλος των διπλωματικών του υποχρεώσεων ζήτησε και έλαβε άδεια για να ταξιδέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα. Μετά από παραμονή δύο μηνών αναχώρησε για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Λονδίνο, όπου έτυχε ψυχρής υποδοχής. Στις συζητήσεις του με τους Άγγλους αξιωματούχους σχετικά με το ζήτημα των Ιονίων νήσων δε βρήκε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να αποχωρήσει άπρακτος για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820 και 1821 συμμετείχε στα συνέδρια του Τροππάου και του Λάιμπαχ. Στα δύο αυτά συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέτερνιχ, ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Καποδίστρια. Στο συνέδριο του Λάιμπαχ ήρθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Υψηλάντης μάλιστα απέστειλε επιστολή στον Τσάρο ζητώντας του τη βοήθειά του. Η απάντηση του Τσάρου ήταν η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες, μέτρα που στον Υψηλάντη ειδικά ανακοινώθηκαν με επιστολή γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον Καποδίστρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Καποδίστριας μυστικά πίεζε τον Τσάρο να ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Στο δε συνέδριο έδωσε πραγματική μάχη για να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι ξένες δυνάμεις να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινήσεων εξηγείται και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στον Σουλτάνο ύστερα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις σφαγές των Ελλήνων. Η διαφωνία μεταξύ Τσάρου και Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ο δεύτερος υποστήριζε την ανάληψη μονομερούς ενέργειας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο πρώτος ενδιαφερόταν μόνο για τη στάση του Λονδίνου. Από τα τέλη του 1821 ο Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος από τον Καποδίστρια. Το Φεβρουάριο του 1822 ο Τσάρος απέστειλε στη Βιέννη, εν αγνοία του Καποδίστρια, τον Τατίτσεφ με εντολές να εξουσιοδοτήσει τον Μέτερνιχ να διαπραγματευθεί για λογαριασμό της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Λίγες μέρες πριν ο Αυστριακός πρεσβευτής είχε παραπονεθεί στον Τσάρο ότι ο Καποδίστριας επίτηδες συκοφαντούσε τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας στον Τσάρο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του σχετικά με το ανατολικό ζήτημα.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος (1781-1849)

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς (Νέδουσα Μεσσηνίας, 1781 – Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Ο Νικηταράς σε μεγάλη ηλικία

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος γεννήθηκε το 1781 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας, όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης: «Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ εναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι».

Οικογένεια του Νικήτα Σταματελόπουλου

Γονείς του είναι ο Σταματέλος, αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι άγνωστο. Από τα αδέλφια του γνωστά είναι ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816) και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.

Ο Βίος του Νικήτα Σταματελόπουλου

Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από την Μεγάλη Αναστάσοβα (καθώς ήταν πολεμικός – από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα) βρήκε καταφύγιο στο νεοσύστατο τότε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου σημερινό χωριό «Τουρκολέκα» Μεγαλόπολης. Εκεί γεννήθηκε ο γιος του Γιάννης (1805) και αδελφός του Νικηταρά όπου θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας».

Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του

Ο Νικηταράς στην Ελληνική Επανάσταση

Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Νικήτας Σταματελόπουλος πήρε μέρος στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι). Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς που κρατούσε με λίγους άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς.

Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, ο Νικήτας Σταματελόπουλος δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά και όταν έσπασε και το τέταρτο το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός για να του ανοίξει το χέρι και να βγάλει το σπαθί. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 – 28 Ιουλίου 1822). Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.

Ο Ρωσόφιλος Νικήτας Σταματελόπουλος

Επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων). Η Ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας. Ο Νικηταράς είχε εμπλακεί σε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, και είχε προδοθεί η δράση των συνωμοτών από πρώην μέλος. Στην επακόλουθη δίκη που ακολούθησε δεν προσκομίστηκαν αφού είχαν προλάβει να τα καταστρέψουν, ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποδείξουν έστω την σύσταση «μυστικής εταιρείας» για αυτό και αθωώθηκε.

Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς, η υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας» στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας κάθε Παρασκευή. Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, οπότε του απονεμήθηκε ο Βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί Δίπλα από το Θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Μάχες του Νικήτα Σταματελόπουλου

  • Μάχη του Βαλτετσίου
  • Μάχη των Δολιανών
  • Άλωση της Τριπολιτσάς
  • Μάχη των Δερβενακίων
  • Μάχη του Αγιονορίου
  • Μάχη του Μεχμέταγα
  • Μάχη της Αράχωβας

Τιμητικές Διακρίσεις για το Νικήτα Σταματελόπουλο

Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον υπέρ Ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις παρακάτω τιμητικές διακρίσεις:

1. Το 1834 του απονέμεται ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού και διορίζεται Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής

2. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1835 εγκρίθηκε η απονομή του Αργύρου σταυρού του Αγώνα (Αργυρού Αριστείου). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου)1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των οποίων αποτελεί ιδιοκτησία . Ακριβές αντίγραφο, τηρείται στο Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο της Τοπικής Κοινότητας Αρτεμισίας του Δήμου Καλαμάτας. Δωρεά του Σμηνάρχου (ΤΥΕ) ε.α. Ηλία Λαζάρου (Ιστοριοδίφη – Ερευνητή) και συντάκτη της παρούσης παραγράφου .

3. Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /23-1-1835 , τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος .

4. Την 1 Ιανουαρίου 1838 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /1-1-1838 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος.

5. Το 1843 προάγεται από Συνταγματάρχης σε Υποστράτηγο (τότε δεν υπήρχε ο ενδιάμεσος Βαθμός του Ταξιάρχου).

6. Το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής.

7. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηταράς

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ο Βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού, Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην άλωση της Τριπολιτσάς

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεων τους, προς την περιφέρεια Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. ‘Εως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες. Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε από την αναγνώριση του ως αρχιστρατήγου της Καρύταινας από τους Κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους.

Στη διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και ως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), ο Παναγιώτης Κεφάλας, ο Αναγνωσταράς, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετιμεζαίοι κ.α.

Από τον Απρίλιο του 1821 που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/809

Η άλωση της Τριπολιτσάς (1821)

Η άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ελληνικές δυνάμεις, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη μεγάλη νίκη της Επανάστασης.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821
Η άλωση της Τριπολιτσάς

Η Τριπολιτσά πριν την άλωση

Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.

Διοικητής της Πελοποννήσου τότε ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς. Όταν έμαθε για την πολιορκία από την Ήπειρο όπου πολεμούσε τον Αλή πασά, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη. Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.

Οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, είχε άφθονο πόσιμο νερό, λόγω των πηγαδιών της.

Αρκετοί αρχιερείς και προεστοί είχαν προστρέξει εντός των τειχών της πόλης, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη, αλλά καθώς η πολιορκία στένευε, φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και πολλοί από αυτούς πέθαναν.

Η ζωή στα στρατόπεδα της Τριπολιτσάς

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν και να φέρουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις δυσκολίες.

Μετά την έκρηξη της Επανάστασης και την επιτυχή έκβαση της Μάχης στο Βαλτέτσι στην Τριπολιτσά είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των Οθωμανών της Πελοποννήσου.

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς

Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια και τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά. Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους τούς επιτέθηκαν οι Έλληνες που τους είχαν στήσει ενέδρα στην τάφρο, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους.

Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1821. Ως αρχιστράτηγος είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ την ανώτατη ηγεσία είχε ο Δημήτριος Υψηλάντης ως απεσταλμένος του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη. Επί της ουσίας όμως αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έως τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά από Πάπαρη, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, αλλά οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιχείρηση εναντίον της Τριπολιτσάς. Παραμονές της άλωσης, η δύναμη των πολιορκητών είχε φθάσει στους 10.000 άνδρες. Η πόλη υπέφερε από πείνα, καθώς  οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Μέρα με την ημέρα η πολιορκία γινόταν πιο ασφυκτική. Οι πολιορκούμενοι ερχόντουσαν σε συμφωνίες με τους πολιορκητές για να εξασφαλίσουν τρόφιμα καταβάλλοντας χρήματα ή ανταλλάσοντας τα όπλα τους. Όσοι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα, προσπαθούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Έλληνες οπλαρχηγούς για να εξασφαλίσουν την ασφαλή έξοδό τους από την πόλη καταβάλλοντας υψηλά ποσά.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος είχε την εποπτεία όλης της επιχείρησης, αν και στη πράξη δεν μετρούσε ο λόγος του, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απορρίφθηκε από τους Τούρκους. Από την άλλη, ο Κολοκοτρώνης δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλήθος των στρατιωτών του στους οποίους οι οπλαρχηγοί είχαν υποσχεθεί αμοιβή και μερίδιο από τα λάφυρα.

Οι συμφωνίες πριν την άλωση της Τριπολιτσάς

Επειδή οι Αλβανοί εντός της πόλης, η φρουρά του πασά, θεωρήθηκε ότι ήταν προσκείμενοι στον Αλή των Ιωαννίνων, προτάθηκε να γίνει συμφωνία μεταξύ αυτών και των πολιορκητών, ώστε να αποδυναμωθεί η άμυνα της πόλης. Ο Ελμάσμπεης ήλθε σε συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη: οι Αλβανοί θα έφευγαν με τα όπλα τους και όλη τους την αποσκευή, τα χαρέμια και τους επισημότερους Τούρκους, τον Κεχαγιάμπεη δηλαδή, τον καϊμακάμη, τον καδή καθώς και με μερικούς άλλους που δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Υπόσχονταν δε να πολεμήσουν κατά του σουλτάνου μόλις επέστρεφαν ασφαλείς στην Ήπειρο. Δόθηκαν όμηροι από πλευράς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Η συμφωνία αυτή προκάλεσε αναστάτωση και έντονες προστριβές μεταξύ Αλβανών και Τούρκων.

Η σφαγή

Οι μπέηδες και αγάδες άρχισαν να συσκέπτονται στην Τριπολιτσά για τους όρους της παράδοσης, καθώς έβλεπαν ότι πια δεν υπήρχε ελπίδα. Αλλά, ο στρατιώτης Εμμανουήλ Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη και οι Έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά θα ήταν ισότιμη και η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Υπήρχαν και ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν. Οι Αλβανοί έκαναν μαύρη αγορά τροφίμων και νερού και πήραν τους καθυστερούμενους μισθούς τους, αφού απέκλεισαν τον Κεχαγιάμπεη στο σαράι του. Οι Έλληνες έδιναν τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Αν και οι οπλαρχηγοί έβλεπαν αυτές τις συναλλαγές, δεν τις εμπόδισαν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν όπλα.

Οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη και προέβησαν σε εκτεταμένες σφαγές κατά των Τούρκων. Επί 3 ημέρες έσφαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, πρωτοστατώντας σε πρωτοφανείς βιαιότητες. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Μόνο κατά την τρίτη ημέρα μετά την άλωση ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να περιορίσει τις εχθροπραξίες των Ελλήνων.

Τα οφέλη από την άλωση της Τριπολιτσάς

Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ελάχιστα ήταν τα υλικά οφέλη για την Επανάσταση, αφού τα λάφυρα, η λεία, έγιναν αντικείμενο αρπαγής και ούτε καν το ένα τρίτο της δεν έφτασε στο περίφημο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Ο Υψηλάντης, ο πάντοτε μετριοπαθής, που ήθελε την παράδοση της πόλης ακριβώς για να ενισχυθεί με τον πλούτο της ο αγώνας, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά μάταια προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να καταθέσουν μέρος των λαφύρων που είχαν αρπάξει στον κοινό α

Η Άλωση της Τριπολιτσάς, από ηθικής άποψης, αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη σε αρχηγό της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά. Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλοι η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες.

Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο «Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων…από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα».

Πηγή: https://www.militaire.gr/i-alosi-tis-tripolitsas-san-simera-to-1821/

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html