Δεύτερες πόλεις

Η Θεσσαλονίκη και η Φιλιππούπολη διαθέτουν ένα κοινό στοιχείο: μέσα στο εθνικό τους πλαίσιο ήταν πάντοτε «δεύτερες πόλεις». Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη ελληνική πόλη μετά την Αθήνα και η Φιλιππούπολη είναι η δεύτερη σε σημασία πόλη μέσα στη Βουλγαρία μετά τη Σόφια.

Τα οικονομικά μεγέθη της Θεσσαλονίκης και της Φιλιππούπολης είναι αντίστοιχα. Στη Φιλιππούπολη λειτουργεί Διεθνής Έκθεση, όπως ακριβώς και στη Θεσσαλονίκη. Η Φιλιππούπολη θεωρείται πνευματικό κέντρο της Βουλγαρίας, με πολλές ιστορικές «πρωτιές» σε διάφορους τομείς της τέχνης και της επιστήμης.

Η ίδρυση της πόλης της Φιλιππούπολης χρονολογείται στον 12ο αιώνα π.Χ. με το όνομα Ευμολπία. Στα χρόνια του μακεδονικού βασιλείου ονομάστηκε Φιλιππούπολη, ενώ οι Ρωμαίοι την αποκαλούσαν Trimontium (Τρίλοφο), επειδή ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις συνεχόμενους λόφους. Από τη ρωμαϊκή εποχή διασώζεται το στάδιο της πόλης, όπως ακριβώς συμβαίνει με την αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης. Και οι δύο πόλεις διαθέτουν αδιάλειπτη ιστορία αιώνων, στη διάρκεια της οποίας διατήρησαν τον αστικό τους χαρακτήρα.

Η Φιλιππούπολη έχει να επιδείξει σημαντική προσφορά στην ανάπτυξη του χριστιανισμού, από τα μέσα του του 1ου αιώνα. Όπως και η Θεσσαλονίκη είναι διάσπαρτη με εκκλησίες και μοναστήρια. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι δύο πόλεις είχαν κυρίαρχο ρόλο. Το 812 η Φιλιππούπολη συμπεριλήφθηκε στα όρια του πρώτου βουλγαρικού κράτους. Υπέστη τη Λατινοκρατία και την Τουρκοκρατία όπως ακριβώς και η Θεσσαλονίκη.

Οι περιγραφές των περιηγητών για την Φιλιππούπολη μοιάζουν πολύ με αυτές για την Θεσσαλονίκη. Τα σπίτια ήταν μονώροφα, τα περισσότερα ξύλινα, και το ενδιαφέρον εστιαζόταν στις αρχαιότητες, τα μνημεία και δημόσια κτίρια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, στο πλαίσιο της διαχείρισης των πληθυσμών, η Πύλη εποίκισε Φιλιππούπολη με Γιουρούκους, όπως ακριβώς και τη Θεσσαλονίκη.

Οι δύο πόλεις υπέστησαν εξισλαμισμούς μεταξύ των χριστιανών κατοίκων τους κατά τους 15ο και 16ο αιώνες και εμφάνισαν παράλληλους ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης την ίδια περίοδο. Και οι δύο πόλεις υποδέχθηκαν τα κύματα καταδιωγμένων Εβραίων της Δυτικής Ευρώπης και ανέπτυξαν πολυάριθμες εβραϊκές κοινότητες. Από τον 16ο αιώνα απέδιδαν υψηλότατες φορολογικές προσόδους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία: η Θεσσαλονίκη με το λιμάνι της, ενώ η Φιλιππούπολη ήταν το γεωγραφικό επίκεντρο της καλλιέργειας ρυζιού. Και οι δύο πόλεις ήταν πόλεις μπεηλέρμπεη, δηλαδή σημαντικά διοικητικά περιφερειακά κέντρα, και είναι χαρακτηριστικό ότι οι καδήδες και των δύο περιοχών ανήκαν στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα.

Έχοντας γύρω τους εκτεταμένες γεωγραφικές και κτηνοτροφικές οικονομίες η Φιλιππούπολη και η Θεσσαλονίκη αναπτύσσουν χειροτεχνίες, βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες που στηρίζονται στην επεξεργασία του μαλλιού και το εμπόριο των συναφών προϊόντων. Έτσι, από το 17ο αιώνα και οι δύο πόλεις είναι κέντρα παραγωγής αμπά, του σκληρού αυτού, αλλά πολύ ανθεκτικού μάλλινου υφάσματος, που ήταν σε καθημερινή χρήση στα Βαλκάνια. Γίνονται επίσης κέντρα παραγωγής κάπας. Αμπάς και κάπες είναι τα προϊόντα ισχυρών χριστιανικών συντεχνιών, οι οποίες έχουν αφήσει σημαντικό αρχειακό υλικό που επιτρέπουν στους ιστορικούς να αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνταν οι ενδοσυντεχνιακές διαφοροποιήσεις, όσο και πολλές άλλες οικονομικές λειτουργίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η έντονη βιοτεχνική δραστηριότητα, αλλά και η γεωργική παραγωγή οδήγησαν και τις δύο αυτές «δεύτερες πόλεις», από τον 18ο αιώνα, στη δημιουργία ισχυρών εμπορικών δικτύων και σε διεξαγωγή εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Οι κατευθύνσεις όμως ήταν διαφορετικές. Η Θεσσαλονίκη, ως μεσογειακό λιμάνι, ήταν κυρίως στραμμένη προς τη Δύση, τα λιμάνια της Ιταλίας και τη Μασσαλία και λιγότερο προς τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια. Αντίθετα, η Φιλιππούπολη βρίσκεται πάνω στη χερσαία οδό προς την Κωνσταντινούπολη. Το εμπόριο της στράφηκε προς την Μικρά Ασία μέχρι τη Συρία. Πολλές φορές ακόμη και μέχρι την Ινδία.

Εκτός από το εμπόριο οι δύο πόλεις συνέδεσαν την ανάπτυξη τους με την κατασκευή και πώληση ενδυμάτων για τον οθωμανικό στρατό. Όταν -με τη διάλυση των γενίτσαρων και τη αποτυχία της δημιουργίας του κρατικού εργοστασίου στην Κωνσταντινούπολη- η Θεσσαλονίκη αδυνατούσε να ικανοποιήσει πια τις ανάγκες του οθωμανικού στρατού για ρουχισμό, η Φιλιππούπολη ήρθε να καλύψει αυτό το κενό. Τα ευρωπαϊκά υφάσματα που διέλυσαν τις συντεχνίες της Θεσσαλονίκης, δεν κατέκτησαν με την ίδια ευκολία τη βουλγαρική ενδοχώρα, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί γύρω από τη Φιλιππούπολη αποτελούσαν πάντοτε μια καλή αγορά. Η Μικρά Ασία καθυστέρησε ακόμη περισσότερο να υιοθετήσει τα δυτικά προϊόντα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξασφάλισαν αγορές στα προϊόντα της Φιλιππούπολης και οι συντεχνίες της άνθισαν, ακόμα και στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι συντεχνίες της Θεσσαλονίκης άρχισαν να μπαίνουν σε οριστική παρακμή.

Και οι δύο αυτές «δεύτερες πόλεις» έγιναν κέντρα των πρώτων βιομηχανικών εγχειρημάτων στα Βαλκάνια. Ειδικά η Φιλιππούπολη παρέχει σπουδαίο πεδίο μελέτης των σταδίων της πρώτης βαλκανικής βιομηχανικής ανάπτυξης. Δυστυχώς, οι αστικές οικογένειες της Θεσσαλονίκης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας, αφού τα αρχεία τους καταστράφηκαν.

Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε πολυάριθμος ελληνικός πληθυσμός στην ευρύτερη περιοχή της Φιλιππούπολης, που έφταναν το 6% του συνόλου. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε αντίστοιχο ποσοστό βουλγαρικού πληθυσμού. Μέχρι την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού Έλληνες και Βούλγαροι έζησαν στις δύο πόλεις μαζί, ως μέλη των αντίστοιχων ορθόδοξων χριστιανικών κοινοτήτων. Μετά την ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή των πληθυσμών -που, σε αντίθεση με την αντίστοιχη ελληνοτουρκική, υπήρξε εθελοντική- ο πληθυσμός της Φιλιππούπολης έμεινε αμιγώς βουλγαρικός και της Θεσσαλονίκης αμιγώς ελληνικός.

Στις μέχρι τώρα ιστορικές πηγές οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πόλεις φαίνονται να ήταν περιορισμένες. Οι περιπτώσεις εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τους ήταν σπάνιες, αν και καταγράφονται από τον 16ο αιώνα, όταν Εβραίοι της Θεσσαλονίκης σχηματίσαν εμπορικό δίκτυο με Εβραίους της Φιλιππούπολης. Ωστόσο, οι δύο πόλεις αναπτύχθηκαν κατά την οθωμανική τους περίοδο πάνω σε διαφορετικά συγκοινωνιακά δίκτυα, γεγονός που εξηγεί τις περιορισμένες μεταξύ τους σχέσεις.

Εκτός από τις ιστορικές παραλληλίες, η Φιλιππούπολη των αρχών του εικοστού αιώνα παρουσίαζε έντονες μορφολογικές ομοιότητες με τη Θεσσαλονίκη. Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά, αλλά και το δομημένο τοπίο, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα κτίρια, οι κήποι, τα μνημεία της κάθε πόλης συγχέονται με τα αντίστοιχα της άλλης. Τους ανώνυμους δρόμους της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσει κανείς από τους δρόμους της παλιάς πόλης στη Φιλιππούπολη.

Οι ομοιότητες αυτές είναι είναι φυσιολογικές, αν λάβει κανείς υπόψιν ότι οι δύο αυτές «δεύτερες πόλεις» αναπτύχθηκαν σε κοινό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και ότι διαθέτουν γεωγραφικές αναλογίες. Δυστυχώς, όμως σήμερα, οι διαφορές στις δύο αυτές πόλεις είναι παραπάνω από εμφανείς. Η σύγχρονη Φιλιππούπολη έχει διατηρήσει πολλά από τα παραδοσιακά στοιχεία της, σε αντίθεση με τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, αποτελεί ένα φανταστικό πρότυπο για το πως θα ήταν η Θεσσαλονίκη, αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μηχανισμοί της αντιπαροχής και της αντί πάσης θυσίας ανοικοδόμησης.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το βιβλίο των θαυμάτων

Το βιβλίο των θαυμάτων εξιστορεί πόσες φορές ο Άγιος Δημήτριος έσωσε τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους. Η θρησκευτική πίστη βοήθησε την ιστορία να να εντοπίσει τις μάταιες αβαροσλαβικές προσπάθειες να παρθεί η νύμφη του Θερμαϊκού.

Το βιβλίο των θαυμάτων
Ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Ιωάννης, ο οποίος ανακαίνισε το ναό του Αγίου Δημητρίου το 640.

Το βιβλίο των θαυμάτων και ο Φαλμεράιερ

Με τις υπερβολές του όμως έδωσε τροφή στον Φαλμεράιερ να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε ολόκληρη. Η άποψη αυτή θεωρείται πια ξεπερασμένη.

Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου του 586 ή 587, όταν στίφη Σλάβων πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Η παράδοση τους ανεβάζει σε 100.000. Την έβδομη μέρα της πολιορκίας, φάνηκε νέος καβαλάρης με φωτοστέφανο και πανοπλία, τσάκισε τους εισβολείς και τους έτρεψε σε φυγή. Η επέμβαση του Αγίου έσωσε την πόλη εξηγεί το βιβλίο των θαυμάτων. Τι απέγιναν όμως οι 100.000; Ο Φαλμεράιερ θεωρεί ότι ξεχύθηκαν στον ελλαδικό χώρο, τον κατέκτησαν και τον εκσλάβισαν. Ο ελληνικός πληθυσμός εξολοθρεύτηκε από τους Αβάρους και τους Σλάβους. Η θεωρία έχει πια καταπέσει. Είναι δυνατόν 100.000 άτομα σκορπισμένα από τη Θράκη ως την Πελοπόννησο να αλλοιώσουν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων;

Ο Παύλος Καρολίδης περιγράφει τι έγινε με τον Φαλμεράιερ. Ο άνθρωπος στα 1827, όταν η Ελληνική Επανάσταση κατέρρεε, προσπαθώντας να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομα του, προέβλεψε την οριστική υποταγή των Ελλήνων «για ιστορικούς λόγους». Και ενώ έλεγε αυτά, δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος και τον διέψευσε. «Εξήγησε» τότε πως οι Έλληνες δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι και γι’ αυτό λάθεψε. Και φυσικά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν συμφέρον να τον πιστέψουν.

Στις 27 Οκτωβρίου του 604, οι Σλάβοι πολιόρκησαν και πάλι τη Θεσσαλονίκη. Αυτή τη φορά το βιβλίο των θαυμάτων μιλά για 5.000. Αποκρούστηκαν χάρη στον Άγιο. Βοήθησαν και τα πολύ γερά ανακαινισμένα τείχη της πόλης, βοήθησε και η πολύ καλή οργάνωση της άμυνας.

«Συν γυναιξί και τέκνοις»

Οι Σλάβοι έφτασαν «συν γυναιξί και τέκνοις». Τα γυναικόπαιδα στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα και οι πολεμιστές έριξαν μονόξυλα στη θάλασσα με σκοπό να πάρουν τη Θεσσαλονίκη με απόβαση. Οι πολιορκημένοι, όμως, πρόλαβαν και έφραξαν τον κόλπο με αλυσίδα, βύθισαν πασσάλους, κατέβασαν μηχανές από τα τείχη και τις έστησαν στην προκυμαία. Δύσκολο το εγχείρημα για τους Σλάβους. Την τέταρτη μέρα φύσηξε βαρδάρης και σκόρπισε τα μονόξυλα στους πέντε ανέμους.

Ηττημένοι οι Σλάβοι γύρισαν στις εστίες τους πέρα από το Δούναβη όπου εξακολουθούσαν να ζουν σε καθεστώς υποτέλειας στους Αβάρους. Οι αρχηγοί τους έπεισαν τον χαγάνο των Αβάρων να ξαναδοκιμάσουν μαζί. ήταν το 618 όταν Άβαροι και Σλάβοι έφτασαν πάλι έξω από τη Θεσσαλονίκη. Με οργανωμένο στρατό αυτή τη φορά, με πολιορκητικές μηχανές και σύστημα. Η πόλη άντεξε 33 μέρες στενής πολιορκίας. Την 34η μέρα, Σλάβοι και Άβαροι τα μάζεψαν και έφυγαν. Οριστικά αυτή τη φορά.

Οι Άβαροι σε Ανατολή και Δύση

Οι Άβαροι, σύμφωνα με τις πηγές, έκαναν πολλές επιδρομές στα νότια, και η Θράκη ήταν κυρίως εκείνη που τους υπέστη πιο καταστροφικά. Ποτέ, όμως, δεν έκαναν μόνιμες εγκαταστάσεις στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πολλές οι μαρτυρίες γι’ αυτό και πολλά τα επιχειρήματα, ένα από τα οποία το ότι κάθε τους επιδρομή είχε πάντα την ίδια αφετηρία.

Οκτώ χρόνια μετά την τελευταία απόπειρα κατά της Θεσσαλονίκης, στα 626μ.Χ., οι Άβαροι πολιόρκησαν τη βασιλεύουσα. Η Παναγία υπέρμαχος στρατηγός και το φρόνημα του πατριάρχη Σεργίου έσωσαν την Κωνσταντινούπολη. Όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος γύρισε από την εκστρατεία του εναντίον των Περσών, βρήκε την οριστική λύση στο πρόβλημα: βοήθησε Σλάβους και Βούλγαρους να αποτινάξουν το ζυγό.

Οι Άβαροι στράφηκαν στη Δύση λεηλατώντας και σκορπίζοντας τον τρόμο, ώσπου, τρεις αιώνες αργότερα τους εκμηδένισε ο Καρλομάγνος. Χωρίς τους δυνάστες, Σλάβοι και Βούλγαροι άρχισαν να αποκτούν οργανωμένη εθνική υπόσταση.

Η Άμφισσα ή τα Σάλωνα (1200π.Χ.-…)

Η Άμφισσα είναι η πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας και της επαρχίας Παρνασσίδας, με πληθυσμό 6.946 κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Ελαιώνα της Άμφισσας, δηλαδή του αρχαίου Κρισαίου Πεδίου, στους πρόποδες του όρους Έλατος της Γκιώνας, ενώ ανατολικά της βρίσκεται ο Παρνασσός. Η Άμφισσα είναι τοποθετημένη νότια της Λαμίας, βορειοδυτικά της Λιβαδειάς και των Δελφών, βορειοανατολικά της Ναυπάκτου και ανατολικά του Λιδωρικίου. Το επίνειό της είναι η Ιτέα. Διοικητικά η Άμφισσα είναι η έδρα του Δήμου Αμφίσσης, ο οποίος έχει πληθυσμό 9.248 κατοίκους και στον οποίο ανήκουν τα χωριά Αγία Ευθυμία, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Δροσοχώρι, Ελαιώνας, Βίνιανη, Μοναστήρι, Προσήλιο και Σερνικάκι.

Παλιότερα, οι κάτοικοι της ασχολούνταν με επαγγέλματα όπως η βυρσοδεψεία, η κωδωνοποιΐα και η σχοινοποιΐα, για τα οποία η Άμφισσα ήταν γνωστή, ενώ σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι που ασχολούνται με αυτά. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της ασχολείται με την καλλιέργεια της ελιάς, αφού υπάρχει στην περιοχή τεράστια συνεχόμενη έκταση με ελιές, η οποία ονομάζεται «Ελαιώνας της Άμφισσας», όπου παράγονται οι «ελιές Αμφίσσης», και η οποία προστατεύεται ως μέρος του Δελφικού Τοπίου.

Η Άμφισσα
Η Άμφισσα

Το όνομα της Άμφισσας

Αναζητώντας την ιστορία της Άμφισσας, διαβάζουμε ότι οφείλει το όνομά της, κατά μια τουλάχιστον εκδοχή, στην Άμφισσα, που σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν κόρη του Μάκαρος, γιου του Αιόλου, και ερωμένη του θεού Απόλλωνα και, κατά μια άλλη, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, στο ρήμα αμφιέννυμι, που σημαίνει περιβάλλω επειδή η πόλη περιβάλλεται από βουνά: «Άμφισσα ονομάσθη διά το όρεσιν περιέχεσθαι». Κατά τον 13ο αιώνα η πόλη γίνεται γνωστή με την ονομασία Σάλωνα ή Σάλονα, για την οποία υπάρχουν επίσης δύο εκδοχές: είτε πρόκειται για παραφθορά της λέξης Σαλονίκη (Θεσσαλονίκη) και δόθηκε στην Άμφισσα από τον Φράγκο βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο Μομφερρατικό, ο οποίος την κατέλαβε, είτε προέρχεται από τη λέξη σάλος που σημαίνει τράνταγμα, εξαιτίας των πολλών σεισμών που συνέβαιναν στην περιοχή. Η πρώτη εκδοχή είναι ευρύτερα αποδεκτή, ενώ να σημειώσουμε ότι η πόλη ξαναπήρε το όνομα Άμφισσα μόλις το 1833.

Η Άμφισσα στην αρχαιότητα

Η ιστορία της Αμφισσας ξεκινάει από την αρχαιότητα, αφού κατοικούνταν από τους πανάρχαιους χρόνους όπως μαρτυρούν τα «Κυκλώπεια Τείχη» της Ακρόπολής της, αλλά και η αναφορά του Παυσανία σε δύο αξιομνημόνευτους τάφους που υπήρχαν στην πόλη, της Αμφισσας και του Ανδραίμονος που ήταν γιος του βασιλέα των Αιτωλών και ήρωα του Τρωικού Πολέμου, Θόαντος. Η Άμφισσα αποτελούσε μεγάλη πόλη-κράτος και πρωτεύουσα των Εσπερίων ή Οζολών Λοκρών. Ο Ηρόδοτος την αναφέρει ως «ύπερθεν του Κρισαίου πεδίου», ενώ σύμφωνα με τον Παυσανία είχε πληθυσμό 70.000 κατοίκους το 180 π.Χ.
Το 338 π.Χ. η Αμφισσα καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, ο οποίος έχοντας κληθεί από τους Αμφικτύονες κατά τον Γ΄ Ιερό Πόλεμο την κατέσκαψε εκ θεμελίων και γκρέμισε την ακρόπολή της, ως τιμωρία επειδή οι Αμφισσαίοι είχαν καλλιεργήσει κτήματα του Κρισαίου Πεδίου που ανήκαν στο Αμφικτυονικό Συνέδριο.

Η πόλη ανοικοδομήθηκε και αποτέλεσε μέρος της Αιτωλικής Συμπολιτείας και μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της. Κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. η Άμφισσα γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή της, κόβοντας δικά της νομίσματα, ενώ διέθετε Βουλή και Εκκλησία του Δήμου. Έτσι, σύμφωνα με το δόγμα της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, αποτέλεσε την πρωτεύουσα της Οζολίας Λοκρίδας. Το 190 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίωνας απέτυχε να εκπορθήσει την πόλη, ενώ την περίοδο 174-160 π.Χ. γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τον πόλεμο μεταξύ των φιλορωμαίων Αιτωλών και των εθνικιστών, και πολλά κτίριά της πυρπολήθηκαν. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος, σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο, ίδρυσε τη Νικόπολη, αλλά πολλοί Αιτωλοί δεν υπάκουσαν στη διαταγή του να εποικίσουν τη νέα πόλη και προτίμησαν να μετοικήσουν στην Άμφισσα, όπως τους υπαγόρευαν αρχαιότατοι συγγενικοί δεσμοί. Τότε, η Άμφισσα απέκτησε πολύ μεγάλο πληθυσμό και έγινε μία από τις πλέον ακμάζουσες πόλεις της Ελλάδας των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων, ακμή που κράτησε για τουλάχιστον δύο αιώνες.

Στη Βυζαντινή περίοδο οι πληροφορίες για την Άμφισσα προέρχονται κυρίως από το «Χρονικό του Γαλαξιδίου», το οποίο γράφτηκε από τον Ιερομόναχο Ευθύμιο και βρέθηκε από τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος το επεξεργάστηκε και το δημοσίευσε. Η Άμφισσα δέχθηκε επίθεση από τις ορδές των Βούλγαρων του Σαμουήλ, στα τέλη του 10ου αιώνα, οι οποίοι την κατέλαβαν και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους της μετά την ήττα τους στο Γαλαξίδι. Το 1054 η πόλη υπέφερε από πανούκλα.

Η Άμφισσα στο Μεσαίωνα

Στις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η περίοδος της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα και η πόλη κυριεύθηκε από τον Βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Οι Φράγκοι μετονόμασαν την Άμφισσα σε La Sole και στα ελληνικά Σάλωνα, ιδρύοντας την Κομητεία των Σαλώνων. Πρώτος κόμης των Σαλώνων ορίστηκε ο Θωμάς Α΄ ντ’Ωτρεμενκούρ (1204 – 1210), ο οποίος έχτισε το πανίσχυρο Κάστρο των Σαλώνων πάνω στα θεμέλια της αρχαίας ακρόπολης της Άμφισσας, ενώ το 1210 η πόλη και ολόκληρη η περιοχή περιήλθε προσωρινά στον Δεσπότη της Ηπείρου, Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού Δούκα, μέχρι το 1212, όταν η περιοχή ανακαταλήφθηκε από τους Φράγκους. Η Αυθεντία των Σαλώνων τέθηκε αρχικά υπό την επικυριαρχία του Πριγκηπάτου της Αχαΐας και από το 1278 εμφανίζεται ως υποτελής στο Δουκάτο των Αθηνών.

Το 1311, η Αυθεντία των Σαλώνων καταλήφθηκε από τους Καταλανούς, περνώντας το 1318 στα χέρια της οικογένειας Φαδρίκ, οπότε και προήχθη σε Κομητεία. Το Μάιο του 1380, καταλήφθηκε από την Εταιρεία των Ναβαρραίων για μικρό διάστημα, ενώ μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου Φαδρίκ το 1382 και μέχρι το 1394 την εξουσία άσκησε η συζυγός του και βυζαντινή κόμισσα Ελένη Ασανίνα Καντακουζηνή. Το 1397 η κομητεία πέρασε στα χέρια του Τούρκου σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄, μετά από πρόσκληση του δεσπότη Σεραφείμ προς τους Τούρκους να έρθουν να καταλάβουν τα Σάλωνα και να γλιτώσουν τους κατοίκους από τον Φράγκο δυνάστη, Κόντο. Το 1402 περίπου περιήλθε στον Δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο, ο οποίος δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει και έτσι την πούλησε στους Ιωαννίτες Ιππότες. Κατά την περίοδο της Καταλανοκρατίας, η κομητεία διοικείτο με βάση την καταλανική νομοθεσία, είχε κατά πάσα πιθανότητα επιβληθεί στα Σάλωνα η καταλανική ως επίσημη γλώσσα, ενώ πριν το 1327 στην κομητεία των Σαλώνων είχε προσαρτηθεί το Λιδωρίκι και η Βιτρινίτσα, η οποία μάλλον λειτουργούσε ως αυτόνομο φέουδο. Το 1410 περιήλθε οριστικά στους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1580 έγινε στην περιοχή φοβερός σεισμός που κατέστρεψε πολλά σπίτια στα Σάλωνα και τα γύρω χωριά. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, θα γίνουν διάφορες εξεγέρσεις στην περιοχή της Παρνασσίδας, με κυριότερη αυτή του 1687, όταν ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματολός Κούρμας θα ελευθερώσουν την περιοχή από τους Τούρκους, μέχρι το 1698 και την Συνθήκη του Κάρλοβιτς.

Το Κάστρο της Άμφισσας

Η Άμφισσα

Το «Κάστρο των Σαλώνων» ονομάστηκε «Κάστρο της Ωριάς» την περίοδο που η Άμφισσα βρισκόταν υπό καταλανική διοίκηση, όταν κυβερνούσε την πόλη για λογαριασμό της χήρας του τελευταίου Καταλανού κόμη, Ελένης Κατακουζηνής, ένας Φράγκος ιερέας, με την ονομασία Στράτος, τυραννικός και φιλοχρήματος. To 1394 άρπαξε την όμορφη ανιψιά του Επισκόπου Σεραφείμ, Αρετή και τη φυλάκισε στο κάστρο. Ο Σεραφείμ τότε κάλεσε τους Τούρκους να έρθουν σε βοήθεια. Όταν πληροφορήθηκε ο παπά-Στράτος ότι οι Τούρκοι έρχονται με πρόσκληση του επισκόπου, σκότωσε την Αρετή πετώντας την από το κάστρο. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, όταν οι Τούρκοι πήραν το κάστρο, τον 15ο αιώνα, η βασιλοπούλα Μαρία Φαντρίκ αυτοκτόνησε πέφτοντας από τα βράχια του κάστρου για να γλιτώσει. Έτσι δημιουργήθηκε ο θρύλος του «Κάστρου της Ωριάς». Δεν είναι ξεκάθαρο τελικά αν η «Ωριά» ήταν η ανιψιά του δεσπότη Αρετή ή η βασιλοπούλα Μαρία.

Η πρώτη ελεύθερη πόλη της Ρούμελης

Η περιοχή των Σαλώνων είχε μεγάλη συνεισφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με την ανάδειξη αγωνιστών όπως ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς, ο Γιάννης Γκούρας, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο Δυοβουνιώτης, ο Τράκας, ο Γκούρας, ο Μητρόπουλος και άλλοι, ενώ ήταν η πρώτη πόλη της Ρούμελης που επαναστάτησε και καταλήφθηκε από τον Πανουργιά στις 27 Μαρτίου 1821. Ανήμερα το Πάσχα, στις 10 Απριλίου 1821, το Κάστρο των Σαλώνων αλώθηκε από τους Έλληνες και έγινε το πρώτο κάστρο το οποίο επανήλθε σε ελληνικά χέρια, εξοντώνοντας τους 600 έγκλειστους Τούρκους και παίρνοντας ταυτόχρονα τα όπλα τους. Το 1825 οι Τούρκοι ανακατέλαβαν ξανά τα Σάλωνα, για μερικούς μήνες. Τη δεύτερη φορά, κράτησαν την πόλη μέχρι το 1829, οπότε την παρέδωσαν στον Δημήτριο Υψηλάντη. Μετά την απελευθέρωση, τα Σάλωνα έγιναν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας με την ίδρυση του Αρείου Πάγου των Σαλώνων, όπου ψηφίστηκε το Σύνταγμα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η πόλη ξαναπήρε επίσημα το αρχαίο όνομα Άμφισσα, το 1833. Έχοντας επίσημα ξαναπάρει το όνομα Αμφισσα, η πόλη προοδεύει και τα οθωμανικά κτίρια, μεταξύ των οποίων και έξι τζαμιά, κατεδαφίζονται, όμως ο σεισμός του 1870 γκρεμίζει πολλά παλιά κτίρια στην πόλη.

Η Άμφισσα στην Κατοχή

Στα χρόνια της Κατοχής από τους Ιταλούς και Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη και η γύρω περιοχή δοκιμάστηκε άσχημα και υπήρξαν καταστροφές (κάψιμο χωριών, εκτελέσεις) σε γειτονικά χωριά (Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα, Σεγδίτσα κ.λπ.). Από την άλλη, στα γύρω βουνά έδρασε οργανωμένο αντάρτικο, το οποίο είχε και νικηφόρες μάχες εναντίον των κατακτητών. Η πόλη, επίσης, δοκιμάστηκε και στον εμφύλιο πόλεμο με πολλές απώλειες για τους κατοίκους της.

Πηγή: http://www.odigostoupoliti.eu/amfissa-h-filoxeni-protevousa-tis-fokidas/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άμφισσα

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/ti-schesi-echi-to-kastro-tis-amfissas-me-tin-saloniki-ta-salona-ine-to-proto-elliniko-kastro-pou-eleftherothike-apo-tous-tourkous-to-pascha-tou-1821/

Ο Άγιος Δημήτριος (280μ.Χ.-306μ.Χ.)

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου.

Ο άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Εικόνα στο Μουσείο Clinton Μασαχουσέτης.
Ο Άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης

Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης

Το γνωστότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, αρκετά αλλοιωμένη σήμερα μετά τις αναστηλωτικές εργασίες που ακολούθησαν την πυρκαγιά του 1917.

Η βασιλική χτίστηκε πάνω στα ερείπια του λουτρού της ρωμαϊκής αγοράς, όπου κατά την παράδοση τάφηκε ο μάρτυς Δημήτριος το 303. Λίγο αργότερα, το 313, στο σημείο αυτό ιδρύθηκε ένα μικρό ορθογώνιο μαρτύριο, ο «οικίσκος» των πηγών, όπου ένα σταυρόσχημο όρυγμα, στη μέση του οποίου υψώνεται λιθόκτιστος τύμβος που περιείχε μικρή μαρμάρινη λάρνακα με φιαλίδιο γεμάτο αίμα του Αγίου. Αυτό ήταν το εγκαίνιο του ναού.

Η πρώτη μεγάλη βασιλική χρίστηκε πολύ αργότερα, πιθανότατα μέσα στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα σύμφωνα με τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα και όχι στις αρχές του 5ου αιώνα, από τον έπαρχο Ιλλυρικού Λεόντιο, όπως το θέλει η παράδοση. Η πρώτη βασιλική καταστράφηκε από πυρκαγιά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου μεταξύ 629 και 634. Ο ναός ξαναχτίστηκε πάνω στα παλιά θεμέλια πολύ γρήγορα, το 640 με 650. Το 1917 καταστράφηκε ξανά από πυρκαγιά και αναστηλώθηκε αργότερα με βάση τα ερείπια της βασιλικής του 7ου αιώνα.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και νάρθηκα. Αβέβαιο είναι αν υπήρχε αίθριο, σώζεται όμως μαρμάρινη φιάλη. Προκειμένου το μνημείο να καλύψει το χώρο όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, δηλαδή το ρωμαϊκό λουτρό, το ανατολικό τμήμα της βασιλικής προσέλαβε αυτή την ακανόνιστη μορφή. Κάτω από αυτό διαμορφώθηκε το λουτρό σε κρύπτη. Στο ευρύχωρο εγκάρσιο κλίτος που εξέχει στα πλάγια του ναού οι κιονοστοιχίες κάμπτονται σχηματίζοντας Π.

Οι κίονες που χωρίζουν το μεσαίο κλίτος από τα πλάγια εναλλάσσονται με πεσσούς. Αυτή η εναλλαγή πεσσών και κιόνων θα γίνει στη συνέχεια από επίδραση του μνημείου αυτού συνηθισμένη στα Βαλκάνια. Επάνω στα πλάγια κλίτη υπήρχαν υπερώα.

Στη ΒΔ γωνία της βασιλικής είναι προσαρτημένα κτίσματα που προέρχονται από τα ρωμαϊκά λουτρά και θα χρησίμευαν πιθανώς ως βαπτιστήριο. Στη ΝΑ γωνία χτίστηκε το 10ο αιώνα το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου σε μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής που τοιχογραφήθηκε το 1303. Στη δυτική πρόσοψη του ναού προστέθηκαν εσφαλμένα από τους αναστηλωτές δύο πύργοι, που θυμίζουν συριακά μνημεία και ασφαλώς δεν υπήρχαν στο παλαιοχριστιανικό κτίριο. Τα κιονόκρανα της βασιλικής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, γιατί κατά την αναστήλωση του 7ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν και παλαιότερα του 5ου και 6ου αιώνα. Σημαντικά για τη χρονολόγηση του ναού είναι αυτά που διατηρήθηκαν in situ από τον αρχικό ναό του 5ου αιώνα. Είναι θεοδοσιανά και συγγενεύουν με αυτά της βασιλικής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη που ανάγεται την 6η δεκαετία του 5ου αιώνα.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/vioi-agion/agios-dimitrios-giorti-simera-26-oktovriou-poioi-giortazoun/

Πηγή: «Παλαιοχριστιανική Τέχνη, Ναοδομία», Νίκος Γκιολές

Η Θεσσαλονίκη (316π.Χ.-…)

Η Θεσσαλονίκη εικάζεται πως ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας Θέρμης, η οποία αποτελούσε τον σημαντικότερο οικισμό της περιοχής. Από τη Θέρμη, πήρε το όνομα του ο Θερμαϊκός Κόλπος. Η ακριβής θέση του οικισμού δεν είναι γνωστή και δεν πρέπει να γίνεται σύνδεση με την περιοχή που σήμερα έχει την ίδια ονομασία. Η αρχαία Θέρμη βρισκόταν κοντά στη θάλασσα μιας και αποτελούσε σημαντικό λιμάνι εκείνης της εποχής και το πιθανότερο είναι να βρισκόταν στη θέση που βρίσκεται το σημερινό Καραμπουρνάκι.

Θεωρείτο το σημαντικότερο λιμάνι της ευρύτερης περιοχής για πολλούς αιώνες, αφού διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με όλες τις πόλεις του τότε ελληνικού κόσμου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο στρατός αλλά και το ναυτικό του Ξέρξη, στρατοπέδευσαν στη Θέρμη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους στην Ελλάδα.

Ο Λευκός Πύργος, της Θεσσαλονίκης
Ο Λευκός Πύργος

Ίδρυση της Θεσσαλονίκης

Η περίοδος μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου (323 π.Χ) χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανακατατάξεις. Η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει ο μεγάλος στρατηλάτης εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τη Βακτριανή, την Ινδία και την Αίγυπτο. Τον θάνατο του ακολούθησε η διάσπαση της αυτοκρατορίας ανάμεσα στους διαδόχους. Η Θεσσαλονίκη, ιδρύεται το 316/315 π.Χ. από τον τότε βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο, με την συγχώνευση των οικισμών που υπήρχαν στην γύρω περιοχή. Ο Κάσσανδρος υπήρξε διοικητής της Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλέξανδρου στην Ανατολή. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της περιοχής μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Μακεδονίας το 306 π.Χ. Εκείνη την εποχή ανθίζει το εμπόριο σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Η Πέλλα, η πρωτεύουσα της Μακεδονίας δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της νέας εποχής μιας και δεν είχε άμεση επαφή με τη θάλασσα (επικοινωνούσε μέσω καναλιών).

Ο Κάσσανδρος αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής γύρω από τον Θερμαΐκό κόλπο, θέλησε να δημιουργήσει ένα οικονομικό και εμπορικό κέντρο για τη Μακεδονία, το όποιο θα τη συνέδεε με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Θέλοντας να αναδείξει τη μεγάλη σημασία που είχε για αυτόν η νέα πόλη, της έδωσε το όνομα της γυναίκας του, Θεσσαλονίκης, κόρη του Φιλίππου Β’.

Η θέση της νέας πόλης ήταν ιδανική από κάθε άποψη. Βορειοδυτικά συνδεόταν με την Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ανατολικά με τις απαραίτητες για την γεωργία και την κτηνοτροφία εύφορες εκτάσεις της Καλαμαριάς, με την Αμφίπολη και τη Θράκη. Και νότια η έξοδος προς τον Θερμαΐκό κόλπο. Αποτέλεσμα της γεωγραφικής θέσης της, ήταν η Θεσσαλονίκη να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο εμπόριο της ευρύτερης περιοχής. Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης προσέλκυσε κάτοικους των γύρω περιοχών από το Βορρά και από τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, με αποτέλεσμα τη γρήγορη αύξηση του πληθυσμού της.

Εμπορεύματα και ταξιδιώτες έφταναν με καράβια στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από κάθε σημείο της Μεσογείου. Οι κάτοικοι της έρχονται σε επαφή με ξένες ιδέες, πολιτισμούς και θρησκείες, όπως φαίνεται από τη διάδοση ξένων λατρειών. Η μεγάλη εμπορική δραστηριότητα προσέλκυσε και το Εβραϊκό στοιχείο. Η πρώτη εγκατάσταση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται τον 3ο αι. π.Χ. Εκείνη την εποχή Εβραίοι κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Μεσογείου που είχαν εμπορική σημασία.

Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με την κυκλοφορία του δικού της νομίσματος, που διευκόλυνε ακόμα περισσότερο τις εμπορικές συναλλαγές. Η Θεσσαλονίκη απέκτησε δικαίωμα νομισματοκοπίας το 187 π.Χ. Το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε (όπως και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας) από τον Φίλιππο Ε’.

Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Μακεδονίας έχοντας σχετική αυτονομία στη διοίκηση της. Η οργάνωση της πόλης ακολουθεί τα πρότυπα των άλλων ελληνικών πόλεων, με βουλή και εκκλησία του δήμου. Στην λειτουργία της πόλης επεμβαίνει η κεντρική διοίκηση του Μακεδονικού βασιλείου με τους εκεί εκπρόσωπους του και την έκδοση βασιλικών διαγραμμάτων. Η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης δεν είχε ως στόχο μόνο την εσωτερική λειτουργία της πόλης, αλλά και τον έλεγχο στις σχέσεις που είχε η Θεσσαλονίκη με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.

Παράλληλα με το εμπόριο και τη βιοτεχνία που άνθιζε στην Θεσσαλονίκη, αναπτύχθηκε στις γύρω περιοχές η γεωργία και η κτηνοτροφία. Η εύφορη γη και η δυνατότητα άρδευσης βοήθησαν στην παράγωγη ποικίλων προϊόντων.

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Ρωμαϊκή εποχή

Η Μακεδονία και μαζί η Θεσσαλονίκη υποτάσσεται στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. μετά την μεγάλη νίκη του ύπατου Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου έναντι του Περσέα τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας.

Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε υπό τον έλεγχο του Αιμίλιου Παύλου. Η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες («μερίδες») με στόχο να αποφευχθεί μελλοντική συμμαχία ενάντια στη Ρώμη. Η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης περιφέρειας (Macedonia secunda), που εκτεινόταν από τον Στρυμόνα μέχρι τον Αξιό. Οι υπόλοιπες περιφέρειες είχαν ως κέντρα την Αμφίπολη, την Πέλλα, και την Ηράκλεια της Πελαγονίας.

Η σημαντικότερη εξέγερση κατά της Ρώμης οργανώθηκε από τον Αδραμυτιανό Ανδρίσκο. Η ήττα του στρατού του από τον Κόντιο Καικίλιο Μάτελλο οριστικοποίησε την κυριαρχία της Ρώμης στην περιοχή. Οι τέσσερις επαρχίες ενώθηκαν και ανακηρύχθηκαν Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας.

Στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης ως σημείο αναφοράς της επαρχίας της Μακεδονίας ευνόησε η στρατηγική της θέση, άλλα και η στάση που τήρησαν οι κάτοικοι της κατά την εξέγερση του Ανδρίσκου.
Η Θεσσαλονίκη απέκτησε τεράστια σημασία στο πλαίσιο αυτής της νέας διευρυμένης επαρχίας και αντιμετωπίζεται με εύνοια από τους Ρωμαίους. Επιλέχθηκε ως έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Μακεδονίας, διατηρεί την παλιά της πολιτική οργάνωση και έχει το δικό της νόμισμα. Η ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης ωστόσο δεν ήταν καθόλου εύκολη.Η βαριά φορολογία και η λεηλασία του πλούτου της πόλης από τους εκάστοτε διοικητές δοκίμαζαν τις αντοχές των κατοίκων.

Το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για την Ανατολή συμβάλει στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Η πόλη γίνεται σημαντικός στρατιωτικός και εμπορικός σταθμός μετά και την κατασκευή της Εγνατίας οδού (146- 120 π.Χ.) από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο. Ο σπουδαίος αυτός δρόμος ξεκινούσε από την τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, και έφτανε ως τον Έβρο. Η Εγνατία συνδεόταν με τη δυτική είσοδο της πόλης και ακολουθούσε περίπου τον σημερινό δρόμο προς Καβάλα. Η Εγνατία οδός που διασχίζει σήμερα το κέντρο της πόλης αποτελεί προέκτασή της.

Η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς βορρά, αναβαθμίζει ακόμα περισσότερο τη Θεσσαλονίκη καθώς αποτελεί τη βασική έξοδο από το βορρά προς τη θάλασσα.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Ρώμης μεταξύ των δημοκρατικών και των αυτοκρατορικών, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε σημαντικό κέντρο εξελίξεων. Ο Πομπήιος μαζί με πιστούς σε αυτόν ύπατους και συγκλητικούς, εγκαθίσταται για λίγο στη Θεσσαλονίκη. Μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα (42 π.Χ), οι δολοφόνοι του, Βρούτος και Κάσσιος καταφεύγουν στη Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη υποστηρίζοντας τους αυτοκρατορικούς, Αντώνιο και Οκταβιανό, αρνήθηκε να δεχτεί τους Βρούτο και Κάσσιο. Χαρακτηριστική είναι και η αντίδραση του Βρούτου, πριν τη μάχη των Φιλίππων, που υποσχέθηκε ότι θα επιτρέψει στους στρατιώτες του να λεηλατήσουν τη Θεσσαλονίκη εάν νικούσαν.

Μέτα τη μάχη των Φιλίππων, οι Θεσσαλονικείς υποδέχονται τους νικητές Αντώνιο και Οκταβιανό με ιδιαίτερες τιμές, και στήνεται τιμητική αψίδα προς τιμήν τους. Οι νικητές ανταμείβουν τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης για τη στάση τους, ανακηρύσσοντάς την «ελεύθερη πόλη». Η Θεσσαλονίκη αποκτά αρκετά προνόμια και οι κάτοικοι απαλλάσσονται από τη φορολογία.

Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη απολαμβάνει την ειρήνη και η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς την ανατολή και τον βορά απομακρύνουν τον κίνδυνο επιθέσεων από τα βαρβαρικά φύλα. Η Θεσσαλονίκη ως «ελεύθερη πόλη» εξελίσσεται ως κέντρο πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διοργανώνονται μεγάλες γιορτές τα Ολύμπια και τα Πύθια, μουσική και γυμναστικοί αγώνες, αντίστοιχοι αυτών της Ολυμπίας.

Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει στη Θεσσαλονίκη το 50 μ.Χ. η οποία έγινε η «Χρύση Πύλη» για τη διάδοση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη. Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει αρχικά στην Εβραϊκή συναγωγή της πόλης και ακολουθούν συγκεντρώσεις πιστών σε σπίτια και δημόσιους χώρους.

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, δυσαρεστημένοι με τη μεγάλη απήχηση του κηρύγματος του Απόστολου Παύλου αντέδρασαν. Ο απόστολος εκδιώκεται από την πόλη, όμως παρά τις αντιδράσεις αρκετοί κάτοικοι της πόλης ασπάστηκαν τις ιδέες του Χριστιανισμού και δημιουργούν την πρώτη χριστιανική κοινότητα. Η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες θα αποτελέσει σημείο αναφοράς του χριστιανικού κόσμου.

Στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ παρατηρείται κινητικότητα στη βαλκανική χερσόνησο και νέοι κίνδυνοι απειλούν την Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη, η οποία αποτελεί το σημαντικότερο σταυροδρόμι της περιοχής. Η Θεσσαλονίκη δέχεται τρεις Επιδρομές των Γότθων την περίοδο 254-269. Και στις τρεις κατάφερε να μείνει όρθια και να απωθήσει τους εισβολείς χάρη στα ισχυρά της τείχη και την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της.

Σε μια περίοδο εντόνων εξελίξεων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, το 293 μ.Χ. ιδρύεται η Τετραρχία και η αυτοκρατορία κυβερνάται από τους Διοκλητιανό, Μαξιμιανό, Κωνστάντιο Χλωρό και Γαλέριο. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλέον αποτελείται από δυο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό. Ο Διοκλητιανός και ο Γαλέριος διοικούν το ανατολικό τμήμα και ο Μαξιμιανός με τον Κωνσταντίνο τον Χλωρό το δυτικό τμήμα. Έδρα του Γαλερίου μετά το Σίρμιο έγινε η Θεσσαλονίκη στην οποία έχτισε σημαντικά ρωμαϊκά δημόσια κτήρια. Το Γαλεριανό Ανάκτορό, τη Ροτόντα, την Αψίδα του Γαλέριου (Καμάρα), τον ιππόδρομο, και την Ρωμαϊκή Αγορά.

Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί των Χριστιανών, με διαταγή του Γαλέριου συλλαμβάνεται και εκτελείται με μαρτυρικό θάνατο ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος είχε αναλάβει πλούσια φιλανθρωπική και θρησκευτική δράση για να μεταδώσει τις Χριστιανικές ιδέες.

Μετά τον Θάνατο του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρίσκεται στη δύση της και παρακμάζει. Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες προκαλούν μετατόπιση του ενδιαφέροντος στην ανατολή έως ότου αντικατασταθεί οριστικά από την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ροτόντα, Θεσσαλονίκη
Ροτόντα

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Βυζαντινή εποχή

Ο 4oς αιώνας φέρνει μεγάλες αλλαγές στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση στη Θεσσαλονίκη. Σταματούν οι διωγμοί των χριστιανών και ο χριστιανισμός επικρατεί οριστικά ως η κύρια θρησκεία. Η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη (330) και η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε μια νέα πορεία συμβασιλεύουσας . Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο χριστιανισμού και συχνά αποτελεί σημείο αναφοράς στις πολιτικές εξελίξεις της αυτοκρατορίας.

Η Θεσσαλονίκη χάρη στην ισχυρή γεωπολιτική της θέσει παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική και πνευματική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής. Στους αιώνες που ακολουθούν εμφανίζονται νέοι κίνδυνοι που απειλούν την πόλη.

Το 322/23 βρίσκεται στην πόλη ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά τις προετοιμασίες για την επερχόμενη σύγκρουση του με τον Λικίνιο, διοικητή του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Κατά τη διαμονή του στην Θεσσαλονίκη κατασκευάζει λιμάνι στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης για να οργανώσει εκεί τον ισχυρό του στόλο. Ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο και τον αιχμαλωτίζει, για να τον στείλει εξόριστο στη Θεσσαλονίκη όπου μετά από λίγους μήνες θανατώνεται με εντολή του πρώτου.

Το 379 ο Μέγας Θεοδόσιος κάνει τη Θεσσαλονίκη έδρα του για να αντιμετωπίσει τους Γότθους οι οποίοι κατά ομάδες λεηλατούσαν την Μακεδονία, τη Θράκη και την Θεσσαλία. Αφού νίκησε τους Γότθους (378) προχώρησε σε ανοικοδόμηση των τειχών και ενίσχυσε την οχύρωση της πόλης. Ο Θεοδόσιος βαπτίζεται χριστιανός από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και εκδίδει διάταγμα με το οποίο ο χριστιανισμός γίνεται η επίσημη θρησκεία του κράτoυς .

Ο Θεοδόσιος πεθαίνει το 395 και μοιράζει το ρωμαϊκό κράτος στους δυο γιους του, τον Ονόριο στον οποίο παραχωρεί το δυτικό τμήμα με έδρα τη Ρώμη και τον Αρκάδιο το ανατολικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Είναι η αρχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες εξελίσσεται στο πλαίσιο της νέας αυτής αυτοκρατορίας.

Άβαροι και Σλάβοι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Από τα μέσα του 6ου αιώνα η Θεσσαλονίκη και οι κάτοικοι της δοκιμάζονται συχνά από επιδρομές βαρβαρικών φύλων που λεηλατούν την ύπαιθρο και απειλούν μεγάλες πόλεις, όμως δεν καταφέρνουν να κάμψουν την αντίσταση των Θεσσαλονικέων χάρη στη γενναιότητα τους, τα ισχυρή τείχη και την «συνδρομή» του Αγίου Δημήτριου.

Το 597 (ή το 586) στην πρώτη πολιορκία των Αβαροσλάβων, με δεκάδες χιλιάδες άνδρες (η πηγή αναφέρει τον υπερβολικό αριθμό των 100.000) η Θεσσαλονίκη αμύνθηκε επιτυχώς.

Μερικά χρόνια αργότερα 5000 Σλάβοι, προσπαθούν να αιφνιδιάσουν και να εισβάλουν στην πόλη την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημήτριου. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης οι κάτοικοι τη πόλης παρακολουθούσαν την αγρυπνία στο ναό του πολιούχου και αμέσως ξεσηκώνονται για να αποκρούσουν τους εισβολείς, οι οποίοι υποχωρούν άτακτα.

Οι Σλάβοι πολιορκούν ξανά τη Θεσσαλονίκη το 615, από ξηρά και από θάλασσα. Σε μερικές μέρες ο στόλος τους από μονόξυλα καταστρέφεται από δυνατή τρικυμία και επωφελούμενοι από τη σύγχυση των επιτιθεμένων, οι Θεσσαλονικείς ορμούν και τους αναγκάζουν σε υποχώρηση. Για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο πλευρό των κατοίκων και σώζει την πόλη από την καταστροφή.

Το 618 Σλάβοι που ζουν στη Μακεδονία με τη συνδρομή των Αβάρων, πραγματοποιούν άλλη μια επιδρομή η οποία σταματά στα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Μέτα τον καταστροφικό σεισμό του 620, σλαβικά φύλα θέλοντας να επωφεληθούν από την γενικευμένη σύγχυση που επικρατεί στην πόλη, προσπαθούν να εισβάλουν. Όμως ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη φτάνουν έγκαιρα και έτσι αποτυγχάνει και αυτή η επίθεση.

Η Θεσσαλονίκη σώζεται άλλη μια φορά το 675-677 από την επίθεση των Σλάβων, που όμως συνεχίζουν να λεηλατούν την ύπαιθρο. Έτσι ο Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος το 688 νικά τους Βουλγάρους και τους Σλάβους και εισέρχεται θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη. Χιλιάδες Σλάβοι από τη Μακεδονία μεταφέρονται στη Μ. Ασία.

Ύστερα από την αποδυνάμωση των σλαβικών φυλών, η περιοχή γνωρίζει ειρήνη και οι σχέσεις των Σλάβων, που είχαν παραμείνει και των Ελλήνων, περνούν σε νέα διάσταση αναπτύσσοντας εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει οικονομική και πνευματική άνθηση, η εύφορη ύπαιθρος καλλιεργείται εντατικά, η βιοτεχνία αναπτύσσεται, το εμπόριο ακμάζει με εμπορεύματα και προϊόντα που ταξιδεύουν από θάλασσα και από στεριά. Άλλωστε εδώ και αιώνες το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και η Εγνατία οδός, παίζουν σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο εμπόριο αλλά και στη μετάδοση γνώσης και πολιτισμού.

Κύριλλος και Μεθόδιος

Στις αρχές του 9ου αιώνα γεννιούνται στη Θεσσαλονίκη δυο αδέρφια που έμελλε να αναλάβουν το δύσκολο έργο της μετάδοσης του χριστιανισμού και του βυζαντινού πολιτισμού στους Σλάβους της Βαλκανικής. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος, γιοι στρατιωτικού αξιωματούχου της Θεσσαλονίκης, εντάχθηκαν στο σχέδιο του Βυζαντίου για τον εκχριστιανισμό των σλαβικών λαών. Τα δυο αδέρφια δημιουργούν την αλφάβητο των Σλάβων, μεταφράζουν κείμενα στην παλαιοσλαβική και δημιουργούν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας.

Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς

Η ευημερία και η πρόοδος της πόλης διακόπτεται βίαια στις αρχές του 10ου αιώνα με την εμφάνιση των Σαρακηνών πειρατών στον κόλπο του Θερμαΐκού. Από το 824 Σαρακηνοί έχουν καταλάβει την Κρήτη και με ορμητήριο τα λιμάνια της λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις του Αιγαίου. Ο Βυζαντινός στόλος δεν καταφέρνει να τους αναχαιτίσει και εκείνοι βρίσκουν την ευκαιρία να κινηθούν προς τη Θεσσαλονίκη με αρχηγό τους τον εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη. Στην παρούσα φάση η Θεσσαλονίκη είναι μάλλον απροετοίμαστη για ένα τέτοιο κίνδυνο με ελλειπή οχυρωματικά τείχη και αλλαγές στη διοίκηση που καθυστερούν ακόμη περισσότερο την προετοιμασία της πόλης. Οι Σαρακηνοί εμφανίζονται στο Θερμαϊκό κόλπο μπροστά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης το πρωί της 29ης Ιουνίου του 904. Την τρίτη ημέρα της πολιορκίας οι Σαρακηνοί πειρατές πραγματοποιούν έφοδο δια θαλάσσης έχοντας κατασκευάσει ξύλινους πύργους πάνω στα καράβια τους, που ξεπερνούν σε ύψος το θαλάσσιο τείχος. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να εισβάλλουν στην πόλη προκαλώντας χάος και πανικό στους κατοίκους της.

Σφαγές και λεηλασίες ακολούθησαν την εισβολή και διήρκεσαν δέκα ημέρες. Χιλιάδες αιχμάλωτοι και λάφυρα φορτώθηκαν στα πλοία με προορισμό την Κρήτη και τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Παρά τη μεγάλη καταστροφή, η πόλη ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της. Τα θαλάσσια τείχη επισκευάζονται και η πόλη συνεχίζει να ακμάζει.

Βούλγαροι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Κατά την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1059) οι Βούλγαροι ηγεμόνες Συμεών (893-927) και Σαμουήλ (976-1014) προχωρούν σε αλλεπάλληλες επιδρομές στις περιοχές της Βαλκανικής και απειλούν τη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιείται ως κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων έναντι των Βουλγάρων. Το 1014 μετά το θάνατο του Σαμουήλ, η Βουλγαρία γίνεται βυζαντινή επαρχία. Η αυτοκρατορία του Βυζαντίου φτάνει τότε στη μεγαλύτερή της έκταση έχοντας σαν βόρειο σύνορα τον Δούναβη.

Το 1040 οι Βούλγαροι επαναστατούν με αρχηγό τον Πέτρο Δελεάνου ο οποίος ανακηρύσσεται τσάρος. Ο στρατός του κατευθύνεται προς το νότο καταλαμβάνοντας περιοχές και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη με 40.0000 άντρες. Με μια ηρωική έξοδο των κατοίκων, στο πλευρό των οποίων βρίσκεται για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος, απωθούν τους εχθρούς και λύεται η πολιορκία.

Νορμανδοί στη Θεσσαλονίκη

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψη βυζαντινών επαρχιών στη Νότια Ιταλία επιχειρούν εκστρατείες έναντι των ανατολικών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 1185 καταλαμβάνουν το Δυρράχιο το όποιο αποτελούσε την αρχή της Εγνατίας οδού και πολιορκούν τη Θεσσαλονίκη από στεριά και θάλασσα με 80.000 στρατιώτες και 200 καράβια. Παρά τη γενναία αντίσταση των κατοίκων και τα ισχυρά τείχη, η ανικανότητα της διοίκησης και η ελλιπής οργάνωση της άμυνας, οδήγησαν στην κατάληψη της πόλης από τους Νορμανδούς στις 24 Αυγούστου του 1185.

Η Θεσσαλονίκη ακόμη μια φορά μετά την επέλαση των Νορμανδών έζησε σφαγές βιασμούς και λεηλασίες, ανάλογης σκληρότητας με αυτές των Σαρακηνών πειρατών. Η Νορμανδική καταπίεση διήρκεσε έναν χρόνο. Μέτα την ήττα του νορμανδικού στρατού κοντά στην Αμφίπολη αποχωρούν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

Η Φραγκοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1204-1224)

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Φράγκους της 4ης σταυροφορίας, ακολουθεί και η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύεται και στη θέση της δημιουργούνται φράγκικα και ελληνικά κράτη.

Η Θεσσαλονίκη μαζί με άλλες περιοχές της Μακεδονίας παραχωρείται στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, ο οποίος ιδρύει το Φράγκικο βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Το 1205 ενώ ο Βονιφάτιος βρίσκεται σε εκστρατεία στη Νότια Ελλάδα, πληροφορείται από τη σύζυγό του Μαρία την Ουγγρική για τις μυστικές συνεννοήσεις των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με τον Βούλγαρο τσάρο Ιωαννίτση. Μετά από λίγο οι Βούλγαροι αποχωρούν και ο Βονιφάτιος επιστρέφει εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη όπου και τιμωρεί σκληρά τους υπεύθυνους.

Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1207 ο Ιωαννίτσης προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Ιωαννίτσης δολοφονείται στη σκηνή του, η πολιορκία παύει και η πόλη σώζεται. Οι κάτοικοι αποδίδουν τη σωτηρία τους στην επέμβαση του πολιούχου της πόλης τον Άγιο Δημήτριο.

Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα Ελλήνων Ηγεμόνων (1224-1246)

Το 1224 μπαίνει νικητής στη Θεσσαλονίκη ο ηγεμόνας της Ηπείρου, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας και στέφεται βασιλιάς την άνοιξη του ίδιου έτους. Ως βασιλιάς της Μακεδονίας καταλαμβάνει πολλές περιοχές και επεκτείνει το βασίλειό του από την Αδριατική και το Ιόνιο έως τον Έβρο με απώτερο στόχο την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και την ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας .

Όμως το 1230 ο Θεόδωρος Δούκας χάνει τη μάχη της Κλοκονίτσας κοντά στον Έβρο από τον τσάρο των Βουλγάρων Ιωάννη Ασάν Β’ ο οποίος τον αιχμαλωτίζει. Σύντομα πολλές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης περνούν στα χέρια του Ασάν. Το βασίλειο της Θεσσαλονίκης συρρικνώθηκε και τη διοίκηση αναλαμβάνουν συγγενείς του Θεοδώρου έως το 1246. Το 1246 η Θεσσαλονίκη περνάει στα χέρια του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Τη διοίκηση της αναλαμβάνει ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, πατέρας του μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’.

Η Θεσσαλονίκη ξανά Συμβασιλεύουσα

Ο Μιχαήλ Η’ ανακτά την Κωνσταντινούπολη το 1261, και τερματίζει τη Λατινοκρατία. Προχωρά στην ανασυγκρότηση του βυζαντινού κράτους που όμως είναι περιορισμένη, γεωγραφικά και οικονομικά αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα. Η απώλεια πλούσιων εδαφών και τα εμπορικά προνόμια που έχουν παραχωρηθεί σε σημαντικές εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, κυρίως της Γένουας και της Βενετίας αποδυναμώνουν περισσότερο την αυτοκρατορία.

Στις αρχές του 14ου αιώνα η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει έναν νέο εχθρό. Καταλανοί μισθοφόροι που πολιορκούν την πόλη. Οι Καταλανοί είχαν προσληφθεί από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ για να αναχαιτίσει τις επιθέσεις των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Όμως με αφορμή την αδυναμία πληρωμής από τον Ανδρόνικο προχώρησαν σε λεηλασίες στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μετατρέπουν τη χερσόνησο της Κασσάνδρας σε ορμητήριο για τις επιδρομές τους στο Άγιο Όρος και τη Χαλκιδική. Οι Καταλανοί μισθοφόροι εμφανίζονται μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1308 και πολιορκούν την πόλη. Ενισχύσεις φτάνουν έγκαιρα από την Κωνσταντινούπολη και έτσι η πόλη σώζεται από βέβαιη καταστροφή. Οι Καταλανοί μετά την ήττα τους στρέφονται προς τη νότια Ελλάδα.

Κατά τον 14ο αιώνα παρά την αποδυνάμωση και την γενικότερη παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας η Θεσσαλονίκη αναπτύσσεται και προοδεύει. Αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο πολιτισμού όπου αναπτύσσονται τα γράμματα και οι τέχνες. Η ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της ενισχύει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη νέων ιδεών και πεποιθήσεων. Από κάθε σημείο της αυτοκρατορίας πολίτες καταφθάνουν στη Θεσσαλονίκη για να μαθητεύσουν δίπλα στους καλύτερους δασκάλους της εποχής. Κατά τον 14ο αιώνα αναδείχτηκαν σημαντικοί Θεσσαλονικείς φιλόσοφοι, νομικοί και καλλιτέχνες οι οποίοι άφησαν πίσω τους σημαντικό έργο.

Τον θάνατο του Ανδρόνικου Β’(1341) ακολουθεί μακροχρόνια εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή ανάμεσα στον νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ και τον Ιωάννη Καντακουζηνό στην διάρκεια της οποίας η Θεσσαλονίκη αποτελεί κέντρο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, με αποκορύφωμα το κίνημα των Ζηλωτών.

Θρησκευτικά και κοινωνικοπολιτικά κινήματα στη Θεσσαλονίκη

Ο 14ος αιώνας είναι ο χρυσός αιώνας για το Βυζάντιο και τη Θεσσαλονίκη αφού αναπτύχθηκαν η παιδεία, η ζωγραφική και ανεγέρθηκαν τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία. Χαρακτηρίζεται όμως και ως αιώνας συγκρούσεων και κοινωνικών αναταραχών. Την περίοδο αυτή στο θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας βρίσκεται ο διάδοχος Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος.

Τον θρόνο όμως, διεκδικούν οι Ιωάννης Καντακουζηνός και Αλέξιος Απόκαυκος. Ο Καντακουζηνός έχει στο πλευρό του τους ευγενείς και ο Αποκαυκος, την αυτοκράτειρα Άννα μητέρα του Ιωάννη Ε Παλαιολόγου και τον λαό της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο σε πολλές πόλεις ξεσπούν διαμάχες και συγκρούσεις.

Αρχικά εκδηλώνεται το κίνημα των Ησυχαστών, οι οποίοι πρέσβευαν ότι η επαφή με το Θεό γίνεται με νοερή προσευχή σκύβοντας το κεφάλι στο στήθος. Ηγέτης των Ησυχαστών ήταν ο Γρηγόριος Παλαμάς.

Το αντίπαλο δέος με ηγέτη το μοναχό Βαρλαάμ τους κατηγόρησε ως ειδωλολάτρες και μυστικιστές. Τελικά η αναγνώριση από το πατριαρχείο των Ησυχαστών έδωσε τέλος στη διαμάχη. Αξίζει να σημειωθεί πως με την επικράτηση των Ησυχαστών η παιδεία και η φιλοσοφία καθυστέρησαν για την Θεσσαλονίκη αλλά ανέδειξαν την εκκλησιαστική τέχνη. Το κίνημα των Ζηλωτών, η πρώτη «Λαϊκή δημοκρατία» επικράτησε στη Θεσσαλονίκη κατά τον εμφύλιο των διεκδικητών του θρόνου. Μετά τη νίκη τους κατέλαβαν όλα τα δημόσια αξιώματα, εγκαθίδρυσαν λαϊκή αυτοδιοίκηση, κατάργησαν προνόμια της αριστοκρατίας και δήμευσαν περιουσίες πλουσίων.

Τα αντίποινα δεν άργησαν και οργανώθηκαν από την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Οι Ζηλωτές ανατράπηκαν το 1349 και τη Θεσσαλονίκη κατέλαβε ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Το κίνημα των Ζηλωτών προπαντός ήταν ένα κίνημα κοινωνικοπολιτικό έχοντας όμως- όπως πρόσταζε η εποχή – και θρησκευτικές αναφορές.

Χαρακτηρίζεται από ιδέες προοδευτικές για την εποχή και εναντιώνονται στους ευγενείς, στους πλούσιους και γενικά εναντίον των προνομιούχων, που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους τον πλούτο και την εξουσία, καταδυναστεύοντας τον λαό.

Η Θεσσαλονίκη κατά την Τουρκοκρατία

Κατά την τελευταία πενηντακονταετία της η Βυζαντινή αυτοκρατορία παρήκμασε και αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι άρχισαν να κατακτούν σταδιακά τις επαρχιακές πόλεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Το 1430 δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι κατέκτησαν τη Θεσσαλονίκη αφού το 1337 μετά από 4ετή πολιορκία, ο Βαγιαζίτ Α΄ έθεσε την πόλη σε φόρο υποτέλειας χωρίς ωστόσο να την συμπεριλάβει σε Οθωμανική Διοίκηση.

Στα επόμενα χρόνια αλλεπάλληλες επιθέσεις και πολιορκίες εξασθένησαν την πόλη και τους κατοίκους. Ο κυβερνήτης Ανδρόνικος τότε αποφασίζει να παραδώσει την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς με τον όρο να σωθεί η πόλη. Η τυραννική στάση των Βενετών όμως απέναντι στους κατοίκους και η ελλιπής οχύρωση της πόλης οδήγησαν πολλούς από τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης να φύγουν και να εγκατασταθούν σε πιο ασφαλείς περιοχές.

Στις 29 Μαρτίου 1430 ο σουλτάνος Μουράτ Β΄καταλαμβάνει την πόλη και για δύο μερόνυχτα ο τούρκικος στρατός λεηλατεί, σκοτώνει και σκλαβώνει τους κατοίκους. Ο σουλτάνος θα προσευχηθεί για πρώτη φορά στην εκκλησία της Αχειροποιήτου η οποία ήταν η πρώτη εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί.

Τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης δεν ξεπερνά τις 7000 ψυχές. Ο σουλτάνος αντιλήφθηκε σύντομα πως η πόλη πρέπει να αναγεννηθεί. Διατάζει τότε να εγκατασταθούν στην πόλη Μουσουλμάνοι από την περιοχή των Γιαννιτσών.

Παράλληλα επιτρέπει στους Εβραίους να κατοικήσουν στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι ειχαν διωχθεί από τη δυτική Ευρώπη. Σταδιακά απελευθερώθηκαν Χριστιανοί – για πολλούς από αυτούς πλήρωσε ο ίδιος ο Μουράτ Β΄τα λύτρα και προέτρεψε το ίδιο και τους αξιωματούχους του – και τους επιτράπηκε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Οι περισσότεροι δημιούργησαν γειτονιές γύρω από τις εκκλησίες που δεν είχαν μετατραπεί σε τζαμιά.

Επίσημη απογραφή του 1519 καταγράφει το σύνολο των κατοίκων στη Θεσσαλονίκη που έφθανε του 29.220. (15.715 ήταν Εβραίοι, 6.875 Μουσουλμάνοι και 6.635 Χριστιανοί). Τα πρώτα χρόνια Τούρκοι και Έλληνες ζούσαν σε γειτονικές συνοικίες. Σταδιακά οι τρεις μεγάλες κοινότητες Μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Χριστιανοί αρχίζουν να οριοθετούν άτυπα σύνορα και μετακινούνται σε διαφορετικούς οικισμούς.

Οι Μουσουλμάνοι θα εγκατασταθούν στην Άνω πόλη και την Ακρόπολη για να αποφύγουν τις ανθυγιεινές ξυλοσκέπαστες γειτονιές και να διατηρούν την πλήρη θέα και τον έλεγχο του υπόλοιπου πληθυσμού .Τα σπίτια τους χτίστηκαν με θέα τον Θερμαΐκό χωρίς ρυμοτομία, κάτι που ακόμη χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή της Θεσσαλονίκης.

Οι Χριστιανοί ζούσαν κυρίως στο Ανατολικό τμήμα του κέντρου κατά μήκος της σημερινής Εγνατίας και γύρω από εκκλησίες που παρέμειναν χριστιανικές. Οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της αγοράς από την παραλία ως το ύψος της Εγνατίας στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης. Η περιοχή ήταν η πιο ανθυγιεινή χωρίς νερό και χωρίς καθαριότητα. Πυρκαγιές εκδηλωνόταν συχνά και κατάκαιγαν τα ξύλινα σπίτια σε όλο το κέντρο. Ενώ επιδημίες, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, προκαλούσαν το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.

Ανάμεσα στις δύο συνοικίες, εκεί που σήμερα βρίσκουμε την Αρχαία Αγορά μέχρι την Εγνατία οδό είχαν εγκατασταθεί οι Ντονμέδες. Πρόκειται για Εβραίους που ακολούθησαν τη διδασκαλία του ψευδοπροφήτη Σαμπατάι Σεβή. Εμφανίστηκε και άρχισε να διδάσκει το 1655 ενώ αργότερα ασπάστηκε το Μωαμεθανισμό. Όσοι τον ακολούθησαν και εξισλαμίστηκαν απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους Εβραίους τόσο θρησκευτικά αλλά και κοινωνικά. Οι Ντονμέδες ήταν κυρίως μορφωμένοι και εύποροι Εβραίοι.

Κάθε κοινότητα είχε τη δική της οργάνωση και επικεφαλής οριζόταν οι θρησκευτικοί τους ηγέτες. Στην Τουρκική δικαιοσύνη σπάνια κατέφευγαν οι Έλληνες ενώ οι Εβραίοι ποτέ. Οι μουσουλμάνοι εκπροσωπούνταν από τους πρόκριτους.

Οι λίγοι Ευρωπαίοι υπήκοοι, πρόξενοι, υπάλληλοι προξενείων και έμποροι είχαν σημαντικό κύρος και επηρέαζαν την οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης. Ζούσαν στη σημερινή περιοχή γνωστή ως Φραγκομαχαλάς. Όσοι Έλληνες και Εβραίοι συνεργαζόταν μαζί τους είχαν δικαίωμα σε φορολογικές απαλλαγές και άλλα προνόμια τα οποία πολλές φορές γινόταν λόγος έριδας και καβγάδων με τους υπόλοιπους. Οι Ευρωπαίοι υπήκοοι υπολογίζονται εκείνη την περίοδο περί τα 2000 άτομα.

Η οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης επηρεαζόταν από τους Έλληνες και τους Εβραίους και από κοινού βρισκόταν σε έντονο συναγωνισμό με το Φράγκικο στοιχείο που εξυπηρετούσαν κυρίως συμφέροντα των χωρών τους.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Θεσσαλονίκη παρήκμασε και ολοκληρώθηκε ο εξισλαμισμός της πόλης. Αυτό επιτεύχθηκε με την μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά. Για τους μουσουλμάνους τα τζαμιά αποτελούσαν κέντρα για τη θρησκευτική και εκπαιδευτική ζωή τους. Συνολικά είχαν καταγραφεί 38 μιναρέδες και 49 συνοικιακά τεμένη. Ανάλογης σημασίας για τη ζωή των μουσουλμάνων ήταν οι τεκέδες. Πρόκειται για θρησκευτικά ιδρύματα που ζούσαν οι δερβίσηδες. Ο ρόλος των δερβίσηδων κάλυπτε την ιατρική, τη θρησκεία και καθημερινές συμβουλές διαβίωσης αφού βρισκόταν πιο κοντά στο λαό σε σχέση με τους θρησκευτικούς ηγέτες του. Ο μεγαλύτερος τεκές στη Θεσσαλονίκη ήταν των Μεβλελήδων – των περιστρεφόμενων δερβίσηδων – και βρισκόταν δυτικά, εκεί που καταλήγει η οδός Αγίου Δημητρίου.

Πολύ σημαντικά και απαραίτητα για την κάθαρση των πιστών ήταν τα Λουτρά. Στη Θεσσαλονίκη το πρώτο λουτρό χτίστηκε από τον Μουράτ, τα γνωστά λουτρά Παράδεισος. Είναι διπλό λουτρό με ξεχωριστή είσοδο για άντρες και για γυναίκες και λειτουργούσε χωρίς διακοπή ως το 1968. Άλλα τουρκικά μνημεία στη Θεσσαλονίκη είναι το Μπεζεστένι, σκεπαστή κλειστή αγορά επί της οδού Βενιζέλου κοντά στην Εγνατία. Εκεί εμπορευόταν χρυσάφι, μεταξωτά και πολυτελή υφάσματα. Χτίστηκε στα τέλη του 15ου αι από τον Βαγιαζίτ Β΄.

Το Αλατζά Ιμαρέτ λειτουργούσε και ως πτωχοκομείο. Πήρε το όνομά του «Αλατζά» από τις πολύχρωμες διακοσμήσεις του. Τέλος ο Πύργος του Αίματος, η διαβόητη φυλακή που ένωνε το Ανατολικό με το Παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι γνωστός σε όλους, αφού είναι η εικόνα της πόλης, ο Λευκός Πύργος και χτίστηκε περίπου το 1535. Αρχικά ήταν χώρος θλίψης και πόνου αφού τα βασανιστήρια και οι αποκεφαλισμοί των φυλακισμένων από τους Γενίτσαρους λάμβαναν μέρος σε καθημερινή βάση. Αυτός ήταν ο λόγος που πήρε την αρχική του ονομασία Πύργος του Αίματος. Σήμερα ο Λευκός Πύργος λειτουργεί ως Μουσείο, στεγάζει και εξιστορεί την ιστορία της Θεσσαλονίκης με χρήση σύγχρονου οπτικοακουστικού εξοπλισμού.

Ο 18ος αι βρίσκει την νεόδμητη Ελληνική αστική τάξη σε άνθιση και ιδρύονται τα πρώτα σχολεία και οι πρώτοι σύλλογοι. Η Ελληνική κοινότητα ενισχύεται ενώ παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια εθνικής αφύπνισης.

Οι μεγάλες αλλαγές ωστόσο πραγματοποιήθηκαν κατά τον 19ο αι στη Θεσσαλονίκη. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν ακόμη υπό Τουρκική κατοχή και απελευθερώθηκε μόλις το 1912, μεγάλες μεταρρυθμίσεις σηματοδότησαν την περιοχή. Η Ελληνική κοινότητα δραστηριοποιείται πιο έντονα, ανοίγουν σχολεία ανώτερης μόρφωσης, αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πρώτες εφημερίδες και ξεκινά ο εξευρωπαϊσμός της Θεσσαλονίκης.

Το 1873 αρχίζει η σταδιακή κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους και δημιουργείται προκυμαία. Ο καθαρός αέρας συμβάλλει στην «απελευθέρωση» της πόλης από λοιμούς και επιδημίες. Η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται προς τη συνοικία των Εξοχών. Είναι η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας όπου άρχισαν να χτίζονται οι εξοχικές κατοικίες των πλούσιων Θεσσαλονικέων. Στη συνέχεια έγιναν μόνιμες κατοικίες που τις προτιμούσαν οι οικονομικά εύρωστοι κάτοικοι ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Η Θεσσαλονίκη συνδέεται σιδηροδρομικώς με την Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Στα τέλη του 1800 κυκλοφορούν τα πρώτα τραμ στην πόλη, τα οποία είναι ιππήλατα. Θα γίνουν ηλεκτροκίνητα το 1907. Λίγο πριν, κατασκευάζεται το πρώτο τεχνητό λιμάνι της Θεσσαλονίκης από Γάλλους μηχανικούς.

Παρά τις ανατινάξεις κτιρίων από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και τις ένοπλες συγκρούσεις με τον Ελληνικό στρατό, που ορίζουν την αρχή του Μακεδονικού αγώνα, η Θεσσαλονίκη παραμένει τόπος σημαντικής γεωγραφικής και πολιτικής σημασίας.

Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

Τον Οκτώβριο του 1912 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται από τον νικηφόρο Ελληνικό στρατό. Ο Τούρκος διοικητής θα υπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης και η πόλη θα περάσει στην ελληνική επικράτεια χωρίς να γίνει μάχη. Η συνθήκη η οποία επισφράγισε επίσημα ότι η Θεσσαλονίκη προσαρτάται πλέον στο ελληνικό κράτος, υπεγράφη στο Βουκουρέστι το 1913.

Ο Ταξίν Πασάς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο
Ο Ταξίν Πασ΄άς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο

Στις 11 το πρωί της 25ης Οκτωβρίου έφθασαν στο Γενικό Στρατηγείο δύο Τούρκοι αξιωματούχοι από το επιτελείο του Ταξίν Πασά, διοικητή της πόλης, οι οποίοι προσκόμισαν ένα έγγραφο του, στο οποίο αναγγελλόταν ότι θα κατέφθανε μια επιτροπή από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη και τον Σεφήκ Πασά για διαπραγματεύσεις. Πράγματι, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, έφθασε με μια αμαξοστοιχία η επιτροπή και γνωστοποίησε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο τους όρους του Ταξίν Πασά για τη παράδοση της Θεσσαλονίκης χωρίς μάχη. Ο Τούρκος διοικητής ζητούσε να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί ως το τέλος του πολέμου. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος όμως απέρριψε τον όρο αυτό του Τούρκου Πασά. Το ίδιο όμως βράδυ άρχισαν να καταφθάνουν στο Γενικό Επιτελείο τηλεγραφήματα των Υπουργών Εξωτερικών και Στρατιωτικών, τα οποία ανέφεραν την κατάληψη των Σερρών από τους Βούλγαρους και εξέφραζαν φόβους για ταυτόχρονη άφιξη του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού στην πόλη του Αγίου Δημητρίου.

Την επομένη, στις 26 Οκτωβρίου, στις 5 το πρωί, επέστρεψε στο ελληνική Γενικό Επιτελείο ο Σεφήκ Πασάς, ο οποίος ανακοίνωσε ότι ο Ταξίν Πασάς δεχόταν όλους τους όρους, αλλά ζητούσε να του επιτραπεί να κρατήσει 5000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσυλλέκτων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και στον Τούρκο πληρεξούσιο δόθηκε δίωρη προθεσμία για να μεταφέρει την οριστική απάντηση του διοικητή του. Επειδή, όμως η προθεσμία έληξε χωρίς ανταπόκριση, δόθηκε εντολή στον ελληνικό στρατό να προελάσει προς τη Θεσσαλονίκη μετά τον Λουδία και τον Αξιό. Από την άλλη πλευρά, μέσα στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από πολύωρη σύσκεψη με τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Ταξίν Πασάς πείσθηκε να απεμπολήσει την αξίωση του για τη διατήρηση των 5000 όπλων και απέστειλε με έφιππους αξιωματικούς την έγγραφη απάντηση του, με την οποία αποδεχόταν όλους τους όρους του Έλληνα αρχιστρατήγου. Η απάντηση αυτή έφθασε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 2 το μεσημέρι.

Αμέσως δόθηκε διαταγή στην 7η μεραρχία και σε δύο τάγματα ευζώνων να προελάσουν γρήγορα και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, ενώ ταυτόχρονα ο αρχιστράτηγος, έστειλε μήνυμα στον διοικητή της βουλγαρικής μεραρχίας στρατηγό Τεοντορώφ με το οποίο τον πληροφορούσε ότι επίκειτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και εξέφραζε την άποψη ότι η βουλγαρική φάλαγγα καλό θα ήταν να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση και να μη βαδίσει προς την πόλη. Γύρω στις 11 το βράδυ, δύο Έλληνες αξιωματικοί, οι Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς) συνυπέγραψαν με τον Ταξίν Πασά το πρωτόκολλο της παράδοσης, σύμφωνα με όλους τους όρους τους οποίους είχε προτείνει η ελληνική πλευρά. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημήτριου, του πολιούχου της, η Θεσσαλονίκη απελευθερωνόταν ύστερα από πολύχρονη δουλεία, η οποία είχε αρχίσει στις 30 Μαρτίου του 1430.

Η δοξολογία της απελευθέρωσης εψάλλει στον Άγιο Μηνά, εκκλησία που παρέμεινε ορθόδοξη για όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πηγή: https://www.thessalonikiguide.gr/istoria/

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html