Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.

Τύρναβος

Ο Τύρναβος επικοινωνεί με τη Λάρισα με δρόμο που επιτρέπει τη μετακίνηση με κάρο, πράγμα που στην Ελλάδα συμβαίνει σε ελάχιστους δρόμους μήκους δέκα χιλιομέτρων. Ο Τιταρήσιος (παραπόταμος του Πηνειού) μοιάζει με ρηχό ρεύμα, παρ’ όλο που δεν υπήρξε λειψυδρία τελευταίως. Δικαίως πάντως φαίνεται ότι πήρε το όνομα «Ξεράγκι» και έτσι είναι γνωστός στις περιοχές του Τυρνάβου. Ωστόσο μερικές φορές, όταν έχει ρίξει πολλή βροχή ή όταν έχει λιώσει το χιόνι από τον Όλυμπο, ο ποταμός γίνεται ορμητικός και φαρδαίνει, οπότε καθίσταται απόλυτα απαραίτητη για την επικοινωνία με τη Λάρισα η γέφυρα στην είσοδο της πόλης. Διαφορετικά πρέπει κανείς να κάνει κύκλο από τη γέφυρα του Βερνέζη και γύρω από τη λίμνη Καρατζάιρ ή σχεδόν την τριπλή απόσταση.

Τύρναβος
Κάτοικος της Θεσσαλίας

Έχω ήδη παρατηρήσει ότι ο ποταμός στερεύει λόγω των αρδευτικών έργων, αλλά και διότι ένα κανάλι μεταφέρει νερό για να ποτίζονται οι φυτείες και οι κήποι της Λάρισας στη βόρεια πλευρά της Σαλαμβρίας. Στην εποχή του Ομήρου, όταν δεν γνώριζαν τον καπνό και η καλλιέργεια κριθαριού και βαμβακιού ήταν περιορισμένη στην Ελλάδα, ο Τιταρήσιος έφθανε πιθανόν μέχρι τον Πηνειό. Σήμερα δεν μπορεί κανείς εύκολα να γίνει μάρτυρας του φαινομένου που ο Όμηρος περιγράφει ποιητικά ως ροή προς την επιφάνεια του νερού, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από το διαυγή Τιταρήσιο που ενώνεται με τον θολό Πηνειό.

Ο Τύρναβος παρακμάζει. Ο πόλεμος περιόρισε την αγορά για τα προϊόντα του στα παζάρια της Ρούμελης, ενώ για τον ίδιο λόγο αυξήθηκαν οι τιμές των αγαθών και η φορολογία. Ο κόσμος παραπονιέται ότι οι προεστοί τα τελευταία δύο χρόνια έχουν επιβάλει αυθαίρετα επιβαρύνσεις στις οικογένειες δίχως να δίνουν λογαριασμό στο κοινό. Τα παράπονα αυτά φαίνεται ότι έφτασαν στα αυτιά του βεζίρη, που έστειλε μπουγιουρντί και ζήτησε από τις αρχές να μεταφέρουν προσωπικά στο Τεπελένι τα έσοδα της φετινής χρονιάς, εξέλιξη που τους δημιουργεί το φόβο ότι η επόμενη κατοικία τους θα είναι η φυλακή των Ιωαννίνων.

Λέγεται ότι ο Τύρναβος έχει το καλύτερο κλίμα της Θεσσαλίας. Η ζέστη του κατακαλόκαιρου είναι λιγότερο ανυπόφορη από ό,τι στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Η κακοκαιρία σπανίως κρατάει πολλές ημέρες και ο Ιανουάριος είναι απλώς η προέκταση του χειμώνα. Το αμμώδες έδαφος γύρω από την πόλη δεν δημιουργεί πρόβλημα στην κίνηση αλόγων και κάρων ακόμα και όταν ο καιρός είναι εξαιρετικά υγρός. Η ανωφέρεια από την όχθη του ποταμού εξάλλου εμποδίζει τη συσσώρευση βρώμικου νερού το καλοκαίρι. Κάθε σπίτι διαθέτει πηγάδι με πόσιμο νερό, το οποίο ακόμα και στα μέσα του καλοκαιριού είναι δροσερό. Στα Τρίκαλα και τη Λάρισα το νερό του Πηνειού χρησιμοποιείται ως πόσιμο. Θεωρείται μάλιστα καλό και ελαφρύ. Είναι όμως ζεστό και θολό και χρειάζεται φιλτράρισμα. Οι δύο αυτές τις δύο πόλεις υποφέρουν από τον φθινοπωρινό πυρετό πιο συχνά απ’ ό,τι ο Τύρναβος.

Στην Τσαρίτσανη οι βράχοι γύρω υποτίθεται ότι επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα και θα πρέπει να συγκεντρώνουν θερμότητα, καθώς είναι εκτεθειμένοι προς τα νοτιοδυτικά. Ωστόσο η Τσαρίτσανη είναι η πλέον ακμάζουσα πόλη της Θεσσαλίας μαζί με τα Αμπελάκια. Θυσιάζοντας ένα ποσό που καταλήγει στο βεζίρη, οι άρχοντες έχουν εκδώσει διάταγμα που απαγορεύει σε αγόρια χορευτές να ασκήσουν το επάγγελμα τους σε αυτήν την πόλη. Αυτό ενόχλησε τους κατοίκους του Τυρνάβου, καθώς οι χορευτές εκ των πραγμάτων επισκέπτονταν συχνότερα την πόλη τους, προσελκύοντας Τούρκους και μουσουλμάνους Αλβανούς των χειρότερων κοινωνικών τάξεων που οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να διασκεδάζουν. Οι αγάδες της Λάρισας συχνά δεν επιτρέπουν στους χορευτές να εμφανίζονται στην πόλη, καθώς η παρουσία τους συνήθως συνοδεύεται από αναστάτωση και τσακωμούς μεταξύ των Γενιτσάρων, από τους οποίους και τα ίδια τα αγόρια αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να δολοφονηθούν.

Στο σπίτι του σούμπαση (διοικητής επαρχίας) στο Δάμασι υπάρχει ένας τετράγωνος λίθος που μοιάζει με εκείνους του Τυρνάβου, μόνο που η διακόσμησή του είναι στο κάτω μέρος όχι στο πάνω. Επιγραφή σε μια από τις στενές πλευρές του δείχνει ότι στήριζε το άγαλμα της ιέρειας Ιουλίας Αυγούστας και είχε ανεγερθεί από το Δήμο Λαρισαίων. Στο ίδιο σπίτι, σε μια γωνία, βρίσκεται ένα μαρμάρινο γλυπτό δίχως επιγραφή, που παριστάνει έναν άνδρα ο οποίος φέρει στο αριστερό χέρι στρογγυλή ασπίδα. Από την ασπίδα και τα νύχια των χεριών του άνδρα, τα μόνα μέρη που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, διαπιστώνουμε ότι το άγαλμα θα πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο. Από τα ευρήματα αυτά είναι προφανές ότι το Δάμασι είναι το σημείο όπου βρισκόταν μια από τις πόλεις της Περραιβίας και τείνω να πιστέψω ότι το κάστρο κατασκευάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στους ελληνιστικούς χρόνους, παρ’ όλο που τα οικοδομικά υλικά δεν μοιάζουν τόσο πολύ με εκείνα που οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν.

William Martin Leake

Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake

Ο Ασκληπιός της Τρίκκης

Ο Ασκληπιός έζησε στην Τρίκκη (σημερινά Τρίκαλα), όπου άσκησε το επάγγελμα του, παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά, την Υγεία, την Ιασώ, την Ακεσώ, την Πανάκεια, τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο.

Ο Ασκληπιός της Τρίκκης
ο Ασκληπιός

Η Κορωνίδα ήταν κόρη του βασιλιά των Λαπίθων της Μαγνησίας Φλεγύα και μνηστή του Ίσχυ που ήταν γιος του Έλατου, βασιλιάς της Αρκαδίας. Κάποια μέρα η Κορωνίδα έκανε περίπατο στις όχθες της λίμνης Βοίβης όπου την είδε ο Απόλλωνας και την ερωτεύτηκε, Δεν έχασε καιρό και την έκανε δική του.

Η νέα ντράπηκε να μιλήσει στους δικούς της για την περιπέτεια της με τον θεό και την κράτησε κρυφή. Οι ετοιμασίες για τον γάμο της με τον Ίσχυ συνεχίστηκαν κανονικά. Λίγο πριν την τέλεση του γάμου ο άσπρος κόρακας, που ήξερε ότι ο Απόλλωνας έτρεφε αισθήματα για την Κορωνίδα, διεμήνυσε στον Απόλλωνα τα νέα πηγαίνοντας στους Δελφούς. Ο θεός έγινε πυρ και μανία και ο πρώτος που πλήρωσε τον θυμό του ήταν ο κόρακας, που τον καταράστηκε να γίνει μαύρος.

Έπειτα, σκότωσε με ένα βέλος των Ίσχυ. Μετά, ζήτησε από την Άρτεμη να σκοτώσει την άπιστη Κορωνίδα. Ο ίδιος δεν μπορούσε λόγω των αισθημάτων του. Με μια σαϊτιά της Άρτεμης η Κορωνίδα έπεσε νεκρή.Το παλάτι του Φλεγύα γέμισε πένθος, που δεν ήξερε τι να υποθέσει.

Τότε έκαιγαν τους νεκρούς. Ο Φλεγύας διέταξε να φτιάξουν μια μεγάλη πυρά για να καεί η σωρός της Κορωνίδας. Μόλις οι φλόγες άγγιξαν το άψυχο κορμί της παρουσιάστηκε ο θεός Απόλλωνας, άρπαξε το αγέννητο αλλά ζωντανό ακόμα παιδί του, που ήταν στα σπλάχνα της Κορωνίδας. Το πήγε στον Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο, για να το αναθρέψει. Το είπαν Ασκληπιό.

Κοντά στο Χείρωνα, αλλά και από τον πατέρα του Απόλλωνα, ο Ασκληπιός έμαθε την ιατρική και είχε την ικανότητα να θεραπεύει κάθε αρρώστια και πληγή. Αρωγός του Ασκληπιού ήταν η θεά Αθηνά, που του χάρισε το μαγικό αίμα της Μέδουσας, με το οποίο έκλειναν όλες οι πληγές. Αλλά και τα βότανα που φύτρωναν στο Πήλιο.

Ο Ασκληπιός πήγε και εγκαταστάθηκε στην Τρίκκη, την πιο σπουδαία πόλη της Εστιαιώτιδας. Η φήμη του απλώθηκε σε όλο των κόσμο και πλήθος άνθρωποι έσπευδαν να βρουν να τους θεραπεύσει. Στην Τρίκκη, ιδρύθηκε το πρώτο Ασκληπιείο στον κόσμο. Οι ικανότητες του Ασκληπιού ήταν τόσες πολλές, ώστε θέλησε ή πέτυχε να αναστήσει και νεκρούς. Ή η απόπειρα να αναστήσει θνητούς θεωρήθηκε αλαζονεία από τον Δία, ο οποίος τον σκότωσε με ένα κεραυνό, ή ο θεός Άδης παραπονέθηκε στον Δία ότι ο Ασκληπιός του έκλεβε την πελατεία, οπότε ο Δίας τον κεραύνωσε. Ο θάνατος πάντως του Ασκληπιού σημαίνει ότι πρώτα θεωρήθηκε θνητός και έπειτα θεοποιήθηκε αφού οι θεοί ήταν αθάνατοι. Τον λάτρευαν σε όλη την Ελλάδα ως θεό, ενώ τα Ασκληπιεία δεν ήταν απλά θεραπευτήρια, αλλά ιεροί τόποι που διευθύνονταν από αρχιερέα και ιερείς.

Το Ασκληπιείο Τρίκκης, αργότερα, έπεσε σε παρακμή, καθώς τη φήμη του έκλεψαν τα Ασκληπιεία της Επιδαύρου και τη Κω. Πολλές περιοχές τον διεκδίκησαν αλλά αναμφισβήτητη έμεινε τελικά η άποψη ότι ανήκε στην Τρίκκη.

Οι λαοί της Θεσσαλίας

Η θεσσαλική γη μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι είναι η κατοικία των θεών, η κοιτίδα του κυρίαρχου προελληνικού λαού των Πελαγών, η γενέτειρα των εννέα πιο προβεβλημένων ελληνικών φύλων. Από εκεί ξεκίνησαν και εκεί αναπτύχθηκαν οι επονομαζόμενοι «λαοί της Θεσσαλίας».

Οι λαοί της Θεσσαλίας

Οι λαοί της Θεσσαλίας

Στη χαραυγή της ιστορίας οι Ίωνες βρίσκοντας στη Βορειοδυτική Θεσσαλία, μέσα στα όρια του σημερινού Νομού Τρικάλων. Στα 1900π.Χ., άρχισαν να μεταναστεύουν νότια. Κάποιοι έμειναν στη νοτιοδυτική Θεσσαλία, στα όρια του Νομού Καρδίτσας, κάποιοι συνέχισαν κι απλώθηκαν στη Στερεά Ελλάδα (κυρίως Αττική) και στην Πελοπόννησο. Την ίδια εποχή, οι Αρκάδες που ζούσαν στη Δυτική Μακεδονία κινήθηκαν νότια και έφτασαν στη Κεντρική Πελοπόννησο.

Οι φορείς της «κεντρικής διαλέκτου» που έμελε να εξελιχθεί σε αιολική, πριν από το 1900π.Χ. κατοικούσαν στη Μακεδονία και τη Βόρεια Θεσσαλία. Απλώθηκαν και κατέκλυσαν τη Θεσσαλία. Οι Αινιάνες κινήθηκαν στην περιοχή της Όσσας κι έπειτα κατοίκησαν στο χώρο ανάμεσα στην Όθρυ και την Οίτη (και ονομάζονταν Οιταίοι). Οι Περραιβοί εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στα Τέμπη και την Πίνδο. Οι Μινύες εγκαταστάθηκαν αρχικά νότια από τους Περραιβούς, αλλά αργότερα κινήθηκαν ακόμα πιο νότια και κατοίκησαν στην Βοιωτία, γύρω από τον Ορχομενό. Η μυθολογία αναφέρει αρχηγό τους τον Μινύα, γιο του Χρύση και της Χρυσογένειας, εγγονό του Ποσειδώνα και πατέρα του Ορχομενού.

Οι Φλεγύες είχαν εγκατασταθεί στα Τέμπη κι εκτείνονταν ως τη θάλασσα. Η μυθολογία τους γνωρίζει ως λαό ληστών που αργότερα μετανάστευσαν στη Βοιωτία, όπου έμελλε να τους εξολοθρεύσουν οι θεοί. Στη Βοιωτία τους οδήγησε ο Φλεγύας, γιος του Άρη και της Χρύσας και βασιλιάς των Λαπιθών της Θεσσαλίας. Ήταν παππούς του Ασκληπιού. Οι Αθαμάνες κάλυψαν τη δυτική και νότια πλευρά της Θεσσαλίας (θεσσαλική Φθιώτιδα).

Οι Λαπίθες

Οι Λαπίθες κατοίκησαν γύρω από τον Πηνειό, έχοντας νότια εκείνους που αργότερα αποκλήθηκαν συνολικά «Αχαιοί». Αργότερα, επρόκειτο να εκδιώξουν πολλούς από τους γείτονες τους και να απλωθούν σε πολύ ευρύτερες περιοχές. Στα ιστορικά χρόνια, επιζούσαν σε πολλά σημεία το Ελλαδικού χώρου. Είναι λαός που έδρασε στη Θεσσαλία αλλά και στην Αττική, την Κορινθία και την κοιλάδα του Ευρώτα στη Λακωνία. Η μυθολογία τους θέλει κυρίαρχους στη Θεσσαλία, όπου νίκησαν και εξόντωσαν τους Κένταυρους. Ώσπου ήρθε η ώρα τους να χαθούν από το χέρι του Ηρακλή, όταν θέλησαν να πολεμήσουν με τον Αιγίμιο, φίλο του ημίθεου. Οι ιστορίες τους είναι γεμάτες κατορθώματα και αποκοτιές αλλά και τιμωρίες και χαμούς. Φορείς της αιολικής διαλέκτου οι Λαπίθες κυριαρχούν και στην μυθολογία είτε ως ξεχωριστός λαός είτε ως ήρωες που σχεδόν πάντα είχαν κακό τέλος. Η ιστορική επιστήμη τους ανακάλυψε σχετικά πρόσφατα: αφού μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα τους θεωρούσε πρόσωπα του μύθου, σαν τους Κενταύρους.

Η πρώτη γνωστή εμφάνιση των Λαπιθών ανάγεται στα 1600π.Χ. αλλά η παρουσία γίνεται έντονα αισθητή στα 1400π.Χ., μέσα και ως το τέλος της μυκηναϊκής εποχής. Οι Λαπίθες είναι δεμένοι με το μυκηναϊκό κόσμο. όπως ακριβώς συμβαίνει με την Θεσσαλία γενικότερα, καθώς η «μυκηναϊκή» επικράτεια την συμπεριελάμβανε.

Οι Θεσσαλοί

Στα 1125π.Χ. περίπου οι Μάγνητες έφτασαν στο Πήλιο, ενώ οι Θεσσαλοί κατέβηκαν από την Πίνδο και εγκαταστάθηκαν στο όριο του σημερινού Νομού Καρδίτσας (περιοχή της αρχαίας Θεσσαλιώτιδας). Ως τον 9ο αιώνα π.Χ., η εξάπλωση τους σε όλη τη Θεσσαλία είχε ολοκληρωθεί. Οι πρώτοι μετανάστες Θεσσαλοί είχαν αρχηγό το Θεσσαλό (γιο του Αίμονα και εγγονό του Πελασγού) που κατά τη μυθολογία, καταγόταν από τη Θεσπρωτία της Ηπείρου. Νέοι κυρίαρχοι της περιοχής της Θεσσαλίας, χώρισαν τα εδάφη σε κλήρους, καθέναν από τους οποίους πήραν μικρές ομάδες μάλλον συγγενικών οικογενειών και μέσα στους οποίους εντάχθηκαν οι παλαιοί κάτοικοι που δεν μετανάστευσαν. Σε περίπτωση πολέμου, κάθε κλήρος έδινε στον κοινό στρατό σαράντα καβαλάρηδες και ογδόντα πεζούς.

Υπήρχε συμφωνία οι Θεσσαλοί να σεβαστούν τους παλαιούς κατοίκους και να μην τους πουλήσουν ως δούλους. Σε αντάλλαγμα οι παλαιοί κάτοικοι θα καλλιεργούσαν τη γη και θα έδιναν στους Θεσσαλούς μέρος από την παραγωγή. Οι Θεσσαλοί έδωσαν στους κολίγους το όνομα Πενέστες. Πενέστες ήταν το όνομα του ιλλυρικού λαού που ζούσε γύρω από τη λίμνη Αχρίδα, ενώ Ιλλυριοί Απενέστες καταγράφηκαν στην Ιταλική χερσόνησο. Σύμφωνα με μια εκδοχή, το όνομα δόθηκε σε όλους τους κολίγους, ξεκινώντας από ομάδες Ιλλυριών που νωρίτερα είχαν εισχωρήσει στη Θεσσαλία και ήταν οι πρώτοι που υπέκυψαν στους Θεσσαλούς. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, από την εποχή που ζούσαν στην Ιλλυρία, οι Θεσσαλοί ονόμαζαν Πενέστες τους ξένους προς το φύλο τους λαούς. Όποια εκδοχή και αν ισχύει, η ονομασία επέζησε γιατί θύμιζε τη λέξη «πένητες» (=φτωχοί).

Τον 8οπ.Χ. αιώνα οι Θεσσαλοί ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις περιοχές. Ήταν η Θεσσαλική Τετράδα που απαρτιζόταν στις εξής περιοχές:

  1. Την Εστιαιώτιδα, με κυριότερη πόλη την Τρίκκη.
  2. Την Πελασγιώτιδα με κυριότερη πόλη τη Λάρισα.
  3. Τη Θεσσαλιώτιδα με κυριότερη πόλη την Άρνη (περίπου σημερινοί Σοφάδες)
  4. Τη Φθιώτιδα (με παραλία το Μαλιακό κόλπο ως τον Παγασητικό κόλπο και με βάθος ως την Οίτη) με κυριότερη πόλη τον Φάρσαλο (σημερινά Φάρσαλα)

Την εξουσία κατείχαν αριστοκρατικές οικογένειες, συνήθως αλληλομισούμενες, ενώ σε καιρό πολέμου ή έκτακτης ανάγκης εκλεγόταν κοινός πολιτικός αρχηγός, που ονομαζόταν «ταγός». Με τον καιρό, οι ταγοί έφτασαν να εξουσιάζουν δικτατορικά τη Θεσσαλία και να προέρχονται από μόνο δύο οικογένειες τους Αλευάδες της Λάρισας και τους Σκοπάδες της Κραννώνας που κι αυτοί ήταν κλάδος των Αλευάδων.

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Με την έκρηξη της Επανάστασης και τις πρώτες νίκες-απελευθερώσεις πόλεων, χωριών και γαιών άρχισε η συζήτηση για τα εθνικά κτήματα και την εκμετάλλευση τους από το έθνος. Οι γαιοκτήμονες προύχοντες εξαρχής εποφθαλμιούσαν τα πρώην τουρκικά και νυν εθνικά κτήματα, δηλαδή τις τεράστιες εκτάσεις γόνιμης αρδευόμενης γης των χθεσινών τιμαρίων, βακουφίων και των μεμονωμένων Οθωμανών γαιοκτημόνων.

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Πολιτεύματα και Εθνικά κτήματα

Πρώτη αναφορά στα «εθνικά κτήματα», που αποτελούσαν σημείο τριβής και έντασης, τόσο στα χρόνια της Επανάστασης όσο και επί πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση, έχουμε στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», στο «Πολίτευμα της Επιδαύρου», που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822 από την πρώτη εθνοσυνέλευση του Αγώνα. Το Εκτελεστικό Σώμα είχε δικαίωμα να λαμβάνει δάνεια εντός και εκτός της επικράτειας και να καθυποβάλει τα κτήματα ως υποθήκη, με τη συγκατάθεση του Βουλευτικού Σώματος.

Ο Κολοκοτρώνης με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τα απομνημονεύματα του σημειώνει: «Εψήφισαν να εκποιήσουν την γην με σκοπόν να βγάλουν ό,τι είχαν ξοδέψει, όσα ήθελαν, και να αποζημιωθούν εις γην και να αφήσουν τον λαόν γυμνόν και απ’ αυτήν την ελπίδα της γης». Στα Απομνημονεύματα του πρώτου υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, διαβάζουμε: «Ο Μαυροκορδάτος, οι Πελοποννήσιοι και οι λοιποί κοτζαμπάσηδες της Στερεάς…πολλήν σπατάλην των δημοσίων έκαμαν και επειδή δεν ήσαν αρκετά όσα είχαν, προβλέποντες δε και δια το μέλλον, απεφάσισαν και την εκποίησιν των εθνικών κτημάτων, και εγένετο μάλιστα το περί τούτου ψήφισμα, το οποίον, αφού ηκούσθη έξω, έφερεν μεγάλην ταραχήν και οι στρατιώται όλοι και των δυο κομμάτων ανακατώθηκαν, διότι δεν ήθελαν να πωληθούν τα δημόσια κτήματα. Μάλιστα οι ευρισκόμενοι εις τα Μελιγγίτικα Καλύβια έγραψαν εις τεμάχια χάρτου ταύτας τας λέξεις: ”το εκποιείν τα δημόσια κτήματα”, το οποίο εκόλλησαν εις τους κορμούς ελαιών και τα ετουφέκιζαν δήθεν, ότι τούτο ήτο το ψήφισμα της Συνελεύσεως». Την ίδια άποψη συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς και ιστορικούς.

Τα εθνικά κτήματα διακρίνονταν σε φθαρτά (σπίτια, εργαστήρια, μαγαζιά, μύλους, ελαιοτριβεία, κ.λ.π.) και σε άφθαρτα (γη κυρίως ακαλλιέργητη), ενώ όπως προκύπτει από έγγραφα της εποχής τα αμπέλια και οι ελαιώνες θεωρούνταν φθαρτά. Τα Πολιτεύματα αναφέρονταν και στις δύο κατηγορίες «κτημάτων» τουρκικής ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως στη γη, που στην Πελοπόννησο κάλυπτε τα δύο τρίτα του συνόλου. Συγκεκριμένα στους Τούρκους ανήκαν τρία εκατομμύρια στρέμματα και στους Έλληνες ενάμισυ, αν λάβουμε υπόψιν ότι ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής μόλις έφτανε τις 40.000 και ο ελληνικός στο τέλος της Τουρκοκρατίας στις 360.000, στους Τούρκους αναλογούσαν 75ωστρέμματα κατά κεφαλήν και στους Έλληνες 4,2 στρέμματα. Στην πραγματικότητα τις εκτάσεις ελληνικής γαιοκτησίας εκμεταλλεύονταν λίγες δεκάδες οικογενειών, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν διέθετε κτήματα και αναγκαζόταν να εργαστεί σε ιδιοκτησίες Ελλήνων και Τούρκων. Αντίθετα, στην Στερεά Ελλάδα περισσότερα κτήματα ανήκαν σε Έλληνες. Στη Δυτική 970.730 στρέμματα στους Έλληνες και 135.730 στους Τούρκους και στην Ανατολική 1.375.000 στους Έλληνες και 1.085.000 στους Τούρκους.

Η ενοικίαση των φθαρτών, κυρίως, κτημάτων άρχισε να πραγματοποιείται στην Πελοπόννησο μετά τη δεύτερη Εθνική Συνέλευση (Μάρτιος 1823) που ψήφισε τον «Νόμο της Επιδαύρου», ο οποίος είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα. Για την εκποίηση προβλεπόταν προκήρυξη διαγωνισμού. Με ψήφισμα του Απριλίου 1823 οριζόταν ότι από τα εθνικά κτήματα θα πωληθούν για τις ανάγκες του Αγών μόνο φθαρτά.

Στις 22 Απριλίου 1824 κηρύχθηκαν σε δημοπρασία φθαρτά εθνικά κτήματα για να ενισχυθεί η Κρήτη στον Αγώνα της εναντίον των αιγυπτιακών δυνάμεων που είχαν εισβάλλει στο νησί.Το Μάρτιο του 1826 το Βουλευτικό Σώμα αποφασίζει να εκποιήσει άνευ αναβολής εθνικά κτήματα στην βόρεια Πελοπόννησο για να εξοικονομηθούν χρήματα για το Μεσολόγγι που βρισκόταν σε κίνδυνο.

Καταστρατηγήσεις των άρθρων των Συνταγμάτων του 1822 και 1823 υπήρξαν, όπως συνεπάγεται από αναφορά δεκαεννέα αγωνιστών προς την τρίτη Εθνική Συνέλευση στις 13 Απριλίου 1926. Κατά την αναφορά, έπρεπε να εξετασθεί η νομιμότητα των εκποιηθέντων εθνικών κτημάτων και να ακυρωθούν τα πωλητήρια. Πράγματι, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» της «Εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως» ορίζει ότι η Βουλή φροντίζει για τη διατήρηση και βελτίωση των εθνικών κτημάτων και νομοθετεί για τη μίσθωση των εθνικών προσόδων και κτημάτων.

Οι παράνομες όμως και χαριστικές εκποιήσεις δεν έλειψαν και ο Καποδίστριας προσπάθησε να αποτρέψει τη συνέχιση τους. Με διαταγή του προς τις τοπικές διοικήσεις που δημοσιεύτηκε στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» ζητούσε να διερευνηθούν και να εξακριβωθούν τα κτήματα εκείνα που ανήκουν στο έθνος και δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί κανένα σφετερισμό και οι κάτοικοι να δηλώσουν στην Κυβέρνηση τα αληθή όρια των εθνικών κτημάτων για να γίνει διανομή. Δυστυχώς η δολοφονία του ανέκοψε τα σχέδια του.

Τουρκοκρατία και Ελληνικό Κράτος

Στο χώρο της αγροτικής οικονομίας επί τουρκοκρατίας συνυπήρχαν τρία είδη υπερτιθέμενων εμπράγματων δικαιωμάτων επί του αυτού κτήματος. Κατά πρώτον, η ψιλή κυριότητα του Δημοσίου που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο των εκτάσεων και για την οποία ουδέν «ενοίκιο» καταβαλλόταν από τους καλλιεργητές. Οι αγρότες «κατείχαν» το κτήμα, το αξιοποιούσαν και το νέμονταν, χωρίς να καταβάλλουν κάποιο ειδικό τίμημα γι’ αυτό. Κατά δεύτερον, το δικαίωμα του ισχυρού τιμαριούχου να εισπράττει 1/2 ή 1/3 του καθαρού προϊόντος, ως ανταμοιβή για το λειτούργημα της είσπραξης των φόρων που αντιστοιχούσαν όχι στην κρατική ψιλή κυριότητα, αλλά στη διασφάλιση των κρατικών λειτουργιών. Κατά τρίτον, το δικαίωμα του χωρικού επί του αυτού εδάφους να καλλιεργεί, να συντηρείται και να μην αποβάλλεται του κτήματος.

Το όλο πρόβλημα στην Ελλάδα προέκυψε με τη μετάβαση από το σύνθετο και περίπλοκο οθωμανικό δίκαιο στο απλούστερο νεοελληνικό. Στην Ελλάδα έγινε η «απελευθέρωση των χωρικών», στην ουσία όμως ήταν η απελευθέρωση του εδάφους από τους χωρικούς, με συνέπεια τον εκπεσμό και την προλεταριοποίηση των εργαζομένων στην ύπαιθρο. Τα πολλαπλά υπερτιθέμενα δικαιώματα διαχωρίστηκα και καταργήθηκαν, γαιοκτησία ιδιωτικοποιήθηκε χωρίς περιορισμό και επετράπη η χωρίς περιορισμούς εμπορευματοποίηση του εδάφους προς όφελος του ισχυρότερου των δικαιούχων.

Η επιλογή του νεοελληνικού κράτους προς την ιδιωτικοποίηση και απολυτότητα των εδαφικών δικαιωμάτων οδήγησαν μοιραία στη διαμόρφωση του κοινωνικού στρώματος των ακτημόνων χωρικών, στη δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας και στην έγερση ενός μείζονος κοινωνικού προβλήματος. Οι ακτήμονες φυσικά δεν προέρχονταν από την Τουρκοκρατία, αλλά από την νεοελληνική εκκαθάριση της. Εάν το νομικό σύστημα της Τουρκοκρατίας είχε διατηρηθεί δεν θα υπήρχαν ακτήμονες στο νεοελληνικό βασίλειο.

Το ελληνικό κράτος ενώ κατήργησε τα πολλαπλά δικαιώματα επί του αυτού εδάφους, εν τούτοις ούτε παρέδωσε τη γη στους ισχυρούς ούτε την εκποίησε μέσω πλειστηριασμών, όπως έντονα απαιτούσαν τότε οι κάτοχοι του χρήματος, αλλά, με πρόταση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το κράτησε για λογαριασμό του και κατά μία έννοια το εθνικοποίησε.

Το ελληνικό κράτος, ενώ θέσπισε την απόλυτη κυριότητα της γης, εν τούτοις απέτρεψε από την αρχή τη δημιουργία της μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που δεν μπορούσε να φέρει σε επιτυχές πέρας αργότερα με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας. Στην Τουρκοκρατία όλη η γη ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο, λόγω ψιλής κυριότητας, η οποία όμως ήταν θεωρητική και στην πράξη ανενεργός.

Τα εθνικά κτήματα «εξαγοράζονται»

Με τη νεοελληνική μετάβαση, οι χωρικοί υποχρεώθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία να εξαγοράσουν το δικαίωμα χρήσης του εδάφους. Με τη μετάβαση στο νεοελληνικό κράτος, η ψιλή κυριότητα των Οθωμανών μετατράπηκε σε ενεργό δικαίωμα ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου και επιβλήθηκε έτσι επί των χωρικών η πρόσθετη καταβολή του 15% του ακαθάριστου γεωργικού προϊόντος εν είδει ενοικίου. Έτσι, την επομένη της Ανεξαρτησίας ο Έλληνας αγρότης έχασε το εμπράγματο δικαίωμα δωρεάν νομής και κατοχής της γης προς όφελος της κρατικής κυριότητας, αλλά και επί πλέον μετατράπηκε σε απλό αγρομισθωτή-ενοικιαστή.

Η εξέλιξη αυτή βρέθηκε σε ριζική αντίφαση με ολόκληρη την οθωμανοβυζαντινή παράδοση στον τομέα της γεωργίας και της γαιοκτησίας. Ήδη το 1833, τα 5/6 των Ελλήνων αγροτών ήταν ακτήμονες.

Το Μάρτιο του 1871 η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφισε νόμο για την εκκαθάριση των εθνικών κτημάτων και την παραχώρηση τους σε καλλιεργητές. Η πρώτη αυτή αγροτική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε παρά μόνο το 1911.

Το πρόβλημα για τα εθνικά κτήματα δεν ήταν παρά ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο» που προέκυψε όχι από την οθωμανική κληρονομιά, αλλά από τη νεοελληνική εκκαθάρισή της. Το ότι το κράτος διατήρησε τη γη και τη διένειμε στους καλλιεργητές απέδειξε ακόμη μια φορά τη μόνιμη προτίμηση της κεντρικής εξουσίας υπέρ ενός τρόπου που διασφαλίζει την υπαγωγή της γεωργίας σαν σύνολο στον αστικό καπιταλισμό, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσα στους ίδιους τους κόλπους της γεωργίας.

Με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν οι βάσεις για την ανάδειξη του μικρού οικογενειακού κλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και την εξειδίκευση της ελληνικής γεωργίας στα προϊόντα των φυτειών στα οποία ο οικογενειακός κλήρος διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Γενικά, το ελληνικό κράτος με την εθνικοποίηση της καλλιεργητικής γης το 1828, εμφανίστηκε ως πρωτοποριακό μεταξύ των άλλων κρατών της εποχής του, τουλάχιστον όσον αφορούσε το ζήτημα της γεωργικής πολιτικής του. Στη συνέχεια, η απόφαση διανομής των εθνικών κτημάτων στους καλλιεργητές τους το 1871 δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του αυτού βασικού κρατικού προσανατολισμού. Η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν σε αντίφαση με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά αποτελούσε μια ρεαλιστικότερη εφαρμογή της αυτής αρχής.

Στόχος ήταν να αποτραπεί η συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που επιτεύχθηκε. Η γενικότερη πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης ήταν ισοδύναμη με την εθνικοποίηση της γης και είχε συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας στο σύνολο της. Η γεωργική πολιτική του ελληνικού κράτους προανήγγειλε την ανάλογη πολιτική των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών υπέρ της οικογενειακής γεωργίας, όπως αυτή εκδηλώθηκε και εφαρμόστηκε στα ευρωπαϊκά κράτη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Όμως, όσο βέβαιο είναι ότι το ελληνικό κράτος επί Κουμουνδούρου και προ του 1881 εχθρευόταν τη μεγάλη γαιοκτησία και της έθετε φραγμούς και δυσχέρειες, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η εχθρότητα αυτή κάμφθηκε και το κράτος μετατράπηκε σε συνένοχο για τη συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας από την εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας και της Άρτας μέχρι το 1917. Η θετική συμβολή του ελληνικού κράτους στη συγκρότηση της μεγάλης γαιοκτησίας σε Θεσσαλία και Άρτα ήταν και αυτή ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο», που προήλθε από την χρηματική ισχύ των μεγαλογαιοκτημόνων της Θεσσαλίας και των λυσιτελών πιέσεων που ασκήθηκαν στον Χαρίλαο Τρικούπη και δεν επρόκειτο να εξομαλυνθεί παρά με τη δεύτερη μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου από το 1917 και μετά.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η μεγάλη ιδιοκτησία δεν συναντάται στην ελληνική ιστορία, παρά μόνο σε ειδικές, παροδικές και μεταβατικές περιόδους. Η διαμόρφωση της ελληνικής άρχουσας τάξης ιστορικά περισσότερο με το εμπόριο, τη χρηματική οικονομία, τις μεταφορές και τον εφοπλισμό, ακόμη και με την κτηνοτροφία και πολύ λιγότερο με την καθεαυτή αγροτική παραγωγή, που γενικά εξασφαλιζόταν σε συνθήκες οικογενειακής κλίμακας, πράγμα άλλωστε που καθήλωνε πάντα τον Έλληνα αγρότη σε μειονεκτικές συνθήκες διεκδίκησης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που πάντως του παραχωρούνταν απλόχερα στα χαρτιά.

Τα εθνικά κτήματα αποτέλεσαν ένα «ιστορικό ατύχημα» στο οποίο ενεπλάκη το νεοελληνικό κράτος και από το οποίο όμως πέτυχε να εξέλθει με τρόπο ικανοποιητικό και με σχετική ελαχιστοποίηση των απωλειών. Το ίδιο ισχύει και για τις παλινωδίες του ελληνικού κράτους σχετικά με τη γαιοκτησία στις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η εξέγερση των ακτημόνων στις αρχές του 20ου αιώνα παρέμεινε ως το κατ’ εξοχήν σύμβολο της κοινωνικής αδικίας εις βάρος του Έλληνα αγρότη, όχι γιατί η εξέγερση αυτή ήταν η αντιπροσωπευτικότερη, αλλά γιατί ήταν η δημοφιλέστερη, εφόσον το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας, «σκάνδαλο» στην ελληνική ιστορία, προκάλεσε όσο κανένα άλλο την ελληνική συνείδηση.

Πηγή: http://www.enet.gr

Διμήνι και Σέσκλο (7000πΧ.-4500π.Χ)

Το Διμήνι και το Σέσκλο είναι δύο από τους αρχαιότατους  νεολιθικούς  οικισμούς της Θεσσαλίας, που κατοικήθηκαν για πρώτη φορά στην αρχή της 7ης χιλιετίας (6800 π.Χ) και ερημώθηκαν λίγο πριν το τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ (4.400 π.Χ). μετά την προκεραμική περίοδο και πριν την  τελική νεολιθική. Απέχουν περίπου 4 χλμ. από τον Βόλο.

Χάρτης του Διμηνίου
Χάρτης του Διμηνίου

Η διάταξη των κατοικιών στο Διμήνι

Τα σπίτια είναι διατεταγμένα περιμετρικά σε μια κεντρική αυλή. Η κεντρική αυλή αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού. και ορίζεται από δύο ομόκεντρους σχεδόν κυκλικούς λίθινους περιβόλους, που αποτελούν τους δύο πρώτους από τους έξι συνολικά περιβόλους του Διμηνίου. Η πρόσβαση στην κεντρική αυλή εξασφαλιζόταν από από τους τέσσερις διαδρόμους που είναι ακτινωτά διατεταγμένοι προς αυτήν και παράλληλα χωρίζουν τον οικισμό σε τέσσερις περιοχές (γειτονιές) εκτεινόμενες γύρω από την αυλή σε χαμηλότερο επίπεδο. Περιμετρικά της κεντρικής αυλής οργανώνονται 14 μονόχωρα κτίρια που αποτελούσαν τις κατοικίες των νεολιθικών ανθρώπων. Εξαίρεση αποτελεί το μέγαρο που κτίστηκε στην βόρεια πλευρά της κεντρικής αυλής. Τα κτήρια της είχαν λιθόκτιστα θεμέλια, ανωδομή από ωμά πλιθιά και η στέγη ήταν κατασκευασμένη από ξύλα και καλάμια, δίρριχτη και καλυπτόταν εξωτερικά από στοιβαχτό πηλό.

Η κεντρική αυλή ήταν ένα σημείο αναφοράς με βάση το οποίο αναπτυσσόταν η πολεοδομική οργάνωση του οικισμού, αλλά και ένας χώρος που η χρήση και η λειτουργία του καθοριζόταν από την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων των κατοίκων του οικισμού.

Το Λαμιόσπιτο στο Διμήνι

Στο Διμήνι το 1886 ανεσκάφη ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος που είναι γνωστό ως Λαμιόσπιτο. Οι μεγάλοι τάφοι είναι περιορισμένοι, το οποίο μας κάνει να υποθέσουμε ότι ανήκουν σε σημαίνοντα πρόσωπα. Οι τάφοι, γενικά, δεν έχουν κανονικό προσανατολισμό και η ταφή είναι συνήθως ατομική. Οι νεκροί θάβονται με τα ρούχα τους και τα στολίδια τους. Ακόμη συνοδεύονται από εργαλεία καθημερινής χρήσης, το οποίο σημαίνει ότι οι άνθρωποι της εποχής πίστευαν στη μετά θάνατον ζωή. Τα εργαλεία αυτά φέρουν ίχνη χρήσης, το οποίο μας κάνει να υποθέσουμε ότι οι νεκροί ήταν και οι ιδιοκτήτες τους.
Το 2001 οι ανασκαφές αποκάλυψαν μια μυκηναϊκή πόλη και ένα ανακτορικό συγκρότημα που πιστεύεται, ότι θα μπορούσε να είναι μέρος της αρχαίας Ιωλκού, κάτι όμως που παραμένει μια απλή εικασία.
Μια εγχάρακτη πέτρα και ένα εγχάρακτο όστρακο επιβεβαιώνουν τη χρήση της γραφής Γραμμική Β.

Ο «Πολιτισμός του Σέσκλου»

Ο νεολιθικός οικισμός του Σέσκλου βρίσκεται νοτιοανατολικά από το σύγχρονο ομώνυμο χωριό, και απέχει 14 χιλιόμετρα από την πόλη του Βόλου.Η περιοχή πήρε το όνομα της από το φυτό σέσκουλο που υπάρχει στην περιοχή. Ο οικισμός αναπτύχθηκε στο λοφώδες περιβάλλον κοντά στον Παγασητικό κόλπο και τη λίμνη Κάρλα. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης από τους πρώτους κατοίκους της διαδραμάτισε η γεωμορφολογία της ευρύτερης περιοχής, με τα βαθιά ρέματα και τους χαμηλούς λόφους με τη μεγάλη αποστραγγιστική ικανότητα.
Αρχικά ο οικισμός παραμένει αραιοκατοικημένος. Πάνω στο λόφο χτίζονται τα πρώτα σπίτια, με λίθινα θεμέλια, τοίχους από πλιθιά, δάπεδα από πατημένο πηλό, ενώ ανάμεσα στα οικήματα αναπτύσσονται ενδιάμεσοι ανοικτοί χώροι για τις καθημερινές οικοτεχνικές δραστηριότητες των κατοίκων. Αργότερα ο οικισμός απέκτησε μεγάλη έκταση και κατοικήθηκε και ο χώρος απέναντι από το λόφο. Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τον «Πολιτισμό του Σέσκλου» και χαρακτηρίζεται από την αρχιτεκτονική οργάνωση του οικισμού, την αύξηση της γραπτής κεραμικής με παράλληλη βελτίωση της τεχνικής όπτησης της κεραμικής, που επιτυγχάνει θαυμάσια κόκκινα χρώματα και από τη γενικευμένη χρήση λίθινων εργαλείων και οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα που είναι σήμερα ορατά πάνω στο λόφο ανήκουν στη φάση αυτή.

Ο «οίκος του κεραμέως»

Στα τελευταία χρόνια η κατοίκηση περιορίστηκε στο χώρο της Ακρόπολης, όπου κτίζεται ένα μεγάλο μεγαροειδές οίκημα, που περιβάλλεται από περιβόλους με χωρορυθμιστικό ρόλο, όπως και στην περίπτωση του Διμηνίου όπου ανεσκάφη κτίριο με τρία δωμάτια. Τα υπόλοιπα κτίρια διατάσσονται γύρω απ’ αυτό. Το κτίριο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαιολόγους «οίκος του κεραμέως», επειδή βρέθηκαν πολλά κεραμικά στο εσωτερικό του.

Οι κατοικίες στις δύο περιοχές υιοθετούν πυκνή διάταξη και καλύπτουν περίπου 100 στρέμματα. Παρατηρούνται συστήματα προστασίας, στο μεν Διμήνι κτίστηκαν διαδοχικά έξι ομόκεντροι τοίχοι που διακόπτονται από εισόδους τοποθετημένες στη σειρά και συνδέονται με εγκάρσια τοιχάρια, ενώ στο Σέσκλο κτίστηκαν μόνο τρεις. Τα σπίτια είναι ημιυπόγειες καλύβες με μόνο ένα χώρο, τα οποία συνυπάρχουν με άλλους τύπους σπιτιών στον ίδιο οικισμό.  
Τα τετράπλευρα μονόχωρα οικήματα  είναι συχνότερα και είναι σχεδόν πάντοτε χτισμένα με αχυροπηλό και η στέγη τους είναι δίρριχτη. Τα υλικά για το χτίσιμο των σπιτιών εξορύσσονται κοντά στις κατοικημένες περιοχές. 

Ο «οίκος του κεραμέως»
Ο «οίκος του κεραμέως»

Τα μέγαρα του Σέσκλου

Στο Σέσκλο συναντάμε δίχωρα σπίτια με δυο ίδια δωμάτια αλλά και τα λεγόμενα «μέγαρα» που αποτελούνται από ένα μεγάλο δωμάτιο, ένα πρόπυλο και ένα μικρότερο δωμάτιο. Κάθε δωμάτιο διαθέτει τη δική του εστία. Ακόμη σε κάθε σπίτι υπήρχαν αποθηκευτικοί χώροι, συνήθως σκαμμένο κοίλωμα στο πάτωμα για τη φύλαξη τροφίμων. Κλειστές θήκες κατασκευάζονται σε ορισμένα δωμάτια για να στεγάσουν αποθηκευτικά αγγεία. 

Η επίπλωση αποτελείται από θρανία χωρίς πλάτη και αργότερα με θρανία με πλάτη, στρογγυλά ή ορθογώνια τραπέζια καθώς και πήλινα λυχνάρια. Τα κτιστά θρανία κατά μήκος των τοίχων χρησιμοποιούνταν και σαν κρεβάτια.

Η ύπαρξη πολλών σπιτιών μας δείχνει ότι κάθε οικογένεια είχε την δική της οικία και κάθε οικία ήταν αυτόνομη οπότε οι άνθρωποι είχαν περάσει σε ένα επίπεδο ιδιωτικότητας. 

Η κοινωνία του Σέσκλου

Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία αλλά και το εμπόριο. Η κοντινή απόσταση από τον Παγασητικό κόλπο μας βοηθά να εξάγουμε αυτό το συμπέρασμα, όπου υπάρχει θάλασσα υπάρχει ναυτιλία άρα και εμπόριο. Αυτό δείχνει και η χρήση οψιανού από τη Μήλο. Οι παραπάνω ασχολίες αφορούν στους άνδρες. Οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να ασχολούνταν με τις δουλειές του σπιτιού, την ανατροφή των παιδιών και ίσως κάποιες ελαφριές αγροτικές ασχολίες, όπως η συλλογή καρπών και η εκτροφή μικρών ζώων. Ακόμη η καλαθοποιία και η υφαντική είναι γυναικείες τέχνες.

Πηγή: Οι πολιτισμοί του Αιγαίου, Συγγραφέας: Treuil – Darcque – Poursat – Touchais, Μετάφραση: Ο. Πολυχρονοπούλου & Αν. Φιλίππα – Touchais, εκδ. Καρδαμίτσα

Ο Βόλος (7000π.Χ.-…)

Ο Βόλος είναι πόλη της Θεσσαλίας, κτισμένη στον μυχό του  Παγασητικού κόλπου, κοντά στη θέση της αρχαίας Ιωλκού και στους πρόποδες του βουνού των Κενταύρων, του Πηλίου. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πόλεις και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ελλάδας.

Ο μόνιμος πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Βόλου ανέρχεται σε 86.046 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, ενώ ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί 125.248 κατοίκους. Ο πληθυσμός του διευρυμένου «Καλλικρατικού» Δήμου Βόλου ανέρχεται σε 144.449 κατοίκους.

Το όνομα του Βόλου

Η προέλευση του ονόματος Βόλος δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Κατά ορισμένους, η λέξη Βόλος αποδίδεται σε παραφθορά του αρχαίου ονόματος Ιωλκός (Ιωλκός > Γιωλκός > Γώλος > Βώλος ή Βόλος). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η ονομασία Βόλος προήλθε από το όνομα Φόλος, που κατά την μυθολογία ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής. Κατά μία τρίτη εκδοχή, η λέξη Βώλος ή Βόλος προέρχεται από την σλαβική θεότητα «Βόλος» ή «Βέλες» και είναι αντίστοιχη της ελληνικής αρχαίας θεότητας Δήμητρα, όπως και λεγόταν η πόλη παλιότερα «Δημητριάδα».

Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος
Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος

Τέλος, κατά μία τέταρτη εκδοχή, η ονομασία Βόλος είναι παραφθορά της ιταλικής λέξης golfo, που σημαίνει κόλπος. Γεγονός πάντως είναι ότι το τοπωνύμιο Βόλος εμφανίστηκε γύρω στον 14ο αι. και χρησιμοποιήθηκε πρώτα για το χωριό που είναι χτισμένο στους πρόποδες του Πηλίου και που σήμερα αποκαλείται Άνω Βόλος.

Ο Βόλος

Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο
Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο

Η πόλη του Βόλου αποτελεί την πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας και τοποθετείται γεωγραφικά στην περιοχή της κεντρικής Ελλάδας, ειδικότερα δε στο πεδινό τμήμα του νομού. Χαρακτηρίζεται από έντονες αστικές λειτουργίες, μια σημαντική παρουσία της βιομηχανίας και του τουρισμού, αλλά και από ένα αξιοσημείωτο αριθμό νέων ανθρώπων, κυρίως λόγω της ύπαρξης της πλειονότητας των τμημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαμορφώνουν την ταυτότητα της πόλης, το κάθε ένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ενώ, με τον κατάλληλο σχεδιασμό και πολιτικές, μπορούν να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και ευημερία της πόλης. Σε τοπικό επίπεδο, το Π.Σ. Βόλου βρίσκεται στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, σε μικρή απόσταση από τον κύριο οδικό άξονα της χώρας (ΠΑΘΕ), με τον οποίο συνδέεται σε δύο σημεία, στις Μικροθήβες και στο Βελεστίνο και σε απόσταση 330 χλμ. από την πρωτεύουσα Αθήνα και 214 χλμ. από τη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Η περιοχή που καταλαμβάνει ο οικιστικός ιστός περιβάλλεται βορειοανατολικά από τον ορεινό όγκο του Πηλίου, νότια από το υγρό στοιχείο της θάλασσας και δυτικά από τις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας. Είναι κτισμένη με μέτωπο κυρίως στον Παγασητικό κόλπο και εκτείνεται ως τις παρυφές του Πηλίου. Η σχέση της πόλης με το βουνό και τη θάλασσα έχει επιδράσει διαχρονικά δραστικά στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων και έχει διαμορφώσει καθοριστικά την εξέλιξη του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης του Βόλου. Όσον αφορά στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού του Π.Σ. Βόλου και των Δήμων στους οποίους συνίσταται, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται μεταξύ 0 και 24 είναι το 31% του πληθυσμού της πόλης, μεταξύ 25 και 54 το 43% και μεταξύ 55 και πάνω από 85 το 26%. Δηλαδή, τα νέα άτομα που βρίσκονται περίπου στις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής τους υπολείπονται των ατόμων που αποτελούν το παραγωγικότερο δυναμικό της περιοχής (25 έως 54) κατά 12%.

Η ιστορία του Βόλου

Η περιοχή του Βόλου, η αρχαία Μαγνησία, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρώτες περιοχές που κατοικήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Οι οικισμοί που ανακαλύφθηκαν στα κοντινά χωριά Διμήνι και Σέσκλο χρονολογούνται από την 7η χιλιετία π.Χ., ενώ η πολιτισμική παρουσία στον χώρο συνεχίζεται αδιάκοπη μέχρι σήμερα.

Στα αρχαία χρόνια

Η ευρύτερη περιοχή του Βόλου συγκεντρώνει μερικές από τις σημαντικότερες νεολιθικές θέσεις ολόκληρης της Βαλκανικής χερσονήσου. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν φέρει στο φως σαράντα περίπου νεολιθικούς οικισμούς (7η–8η χιλιετία π.Χ.), αρκετοί από τους οποίους εξακολούθησαν τις δραστηριότητές τους και κατά την διάρκεια της Εποχής του Ορείχαλκου (3000–1500 π.Χ.) Οι σημαντικότεροι νεολιθικοί οικισμοί ανακαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα στις αρχές του 20ού αι. στο Σέσκλο και το Διμήνι. Στους χώρους αυτούς, οι έρευνες ανέδειξαν χαρακτηριστικά γραπτά κεραμικά, κοκάλινα και λίθινα εργαλεία, καθώς και αντικείμενα από οψιδιανό που προερχόταν από την Μήλο.

Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.
Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.

Σημαντικές μυκηναϊκές θέσεις έχουν ανακαλυφθεί στον λόφο των Αγίων Θεοδώρων, στην σημερινή συνοικία του Βόλου Παλιά, και στα Πευκάκια. Στην μυκηναϊκή περίοδο χρονολογείται η ίδρυση της Ιωλκού, σημαντικού οικονομικού και πνευματικού κέντρου της περιοχής, που συνδέεται άμεσα με τον ξακουστό μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας. Παλαιότεροι ερευνητές εκτιμούσαν ότι η θέση της Ιωλκού ήταν στα Παλιά. Ωστόσο, νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν την άποψη ότι η έδρα των βασιλιάδων της Ιωλκού δεν ήταν στα Παλιά, αλλά στο Διμήνι. Στο Κάστρο – Παλιά βρέθηκαν και δύο πινακίδες με Γραμμική Β γραφή, εκ των οποίων η μια είχε ευανάγνωστα σύμβολα. Είναι οι μόνες πινακίδες Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στη Θεσσαλία. Εκεί βρισκόταν το κέντρο των οικονομικών δραστηριοτήτων που βασίζονταν στην γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες γίνονταν από το λιμάνι στα Πευκάκια. Στην κλασική περίοδο (6ος αι. π.Χ.) άκμασαν οι Παγασές, οι οποίες υπήρξαν επίνειο των Φερών.

Το 293/292 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσε στην χερσόνησο που σήμερα αποκαλείται Πευκάκια την πόλη Δημητριάδα, συνενώνοντας τις Παγασές με διάφορες γειτονικές κώμες. Η Δημητριάδα αποτέλεσε ισχυρό στρατιωτικό σταθμό και ορμητήριο των Μακεδόνων. Παράλληλα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο κατά την περίοδο από το 217 έως το 168 π.Χ. Η πόλη ήταν χτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος. Στο ανατολικό τμήμα της πόλης βρίσκονταν το ανάκτορο, νότια η αγορά και δυτικά το θέατρο. Στην περιοχή έχουν βρεθεί πολλές επιτύμβιες στήλες που δίνουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομία, την κοινωνία και την τέχνη της εποχής. Το 197 π.Χ. η Δημητριάδα έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων.

Ο Βόλος στα Βυζαντινά χρόνια

Η Δημητριάδα εξακολούθησε να ακμάζει και κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. Μαζί με τις Φθιώτιδες Θήβες, που βρίσκονταν στην σημερινή Νέα Αγχίαλο, ήταν τα σημαντικότερα κέντρα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής Θεσσαλίας, αποτελώντας την διέξοδο της ενδοχώρας προς την θάλασσα. Μάλιστα, από τον 5ο αι. μ.Χ., η Δημητριάδα έγινε έδρα επισκόπου.

Στα τέλη του 6ου αι., εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, οι Φθιώτιδες Θήβες εγκαταλείφθηκαν, ενώ οι κάτοικοι της Δημητριάδας κατέφυγαν για προστασία στο λόφο των Αγίων Θεοδώρων στα Παλιά, όπου προϋπήρχε οικισμός οχυρωμένος από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (551 μ.Χ.). Τους επόμενους αιώνες η πόλη έχασε την σημασία της, καθώς ήταν επισφαλής στις επιθέσεις Σαρακηνών πειρατών.

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Δημητριάδα δόθηκε στους Μελισσηνούς, ονομαστή βυζαντινή οικογένεια. Τον 14ο αιώνα, συναντάται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο Βόλος. Το 1423 το κάστρο των Παλαιών έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Τότε οι χριστιανοί κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραλιακές περιοχές και να μεταναστεύουν στα υψώματα του Πηλίου. Προς το τέλος του 16ου αι., η έδρα του επισκόπου Δημητριάδος μεταφέρθηκε στον Άνω Βόλο.

Ο Βόλος κατά την Τουρκοκρατία

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της περιοχής μεταφέρθηκε στο Πήλιο, το οποίο ευνοήθηκε από το καθεστώς προνομίων που του είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί κατακτητές. Από τον 17ο αι. και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Πήλιο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πρωτοβιομηχανικά και πνευματικά κέντρα του ελλαδικού χώρου. Κατά την ίδια περίοδο, το κάστρο του Βόλου ήταν αποκλειστικός χώρος των Οθωμανών, όπου απαγορεύονταν ή αποφεύγονταν η εγκατάσταση χριστιανών.

Κατά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821, τα χωριά του Πηλίου πήραν το μέρος των επαναστατών, αλλά οι Τούρκοι κατόρθωσαν, με την βία, να καταστείλουν την εξέγερση μέσα σε έναν χρόνο (1822). Το κάστρο του Βόλου πολιορκήθηκε από σπετσιώτικα καράβια χωρίς επιτυχία.

Η σημερινή πόλη του Βόλου άρχισε να κτίζεται έξω από το παλιό κάστρο λίγο μετά το 1830. Η ευνοϊκή γεωγραφική της θέση, λόγω του λιμανιού, συνέβαλε στην εξέλιξή της σε οικονομικό κέντρο της Θεσσαλίας. Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 και την διάσκεψη της  Κωνσταντινούπολης (1881), η Θεσσαλία παραχωρήθηκε στο νεοελληνικό κράτος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς εισήλθε στην πόλη του Βόλου.

Κατά τον «άτυχο» Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Βόλος έπεσε ξανά στα χέρια των Τούρκων. Οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να ζητήσουν καταφύγιο σε γειτονικά νησιά, αλλά μετά από λίγους μήνες οι Τούρκοι αποχώρησαν και έτσι Βολιώτες και Πηλιορείτες επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Ο Βόλος στα νεότερα χρόνια

Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, με βασιλικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126), ιδρύθηκε ο Δήμος Παγασών, ο προκάτοχος του σημερινού Δήμου Βόλου. Η ανάπτυξη της νέας πόλης ήταν ραγδαία. Η βιοτεχνική και γεωργική παράδοση του Πηλίου, το λιμάνι του καθώς και τα παροικιακά κεφάλαια που εισέρρευσαν στην περιοχή ήταν μερικοί από τους παράγοντες που ευνόησαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης με κύριες κατευθύνσεις το εμπόριο και την βιομηχανία. Η ευνοϊκή θέση και η αλματώδης οικονομική εξέλιξη της πόλης προσέλκυσαν κατοίκους και επενδυτές από άλλες περιοχές. Η σύντομη κατάληψη του Βόλου κατά την διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 δεν είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανάπτυξή του.

Το 1886, ολοκληρώθηκε η σιδηροδρομική σύνδεση του Βόλου με τη Λάρισα και την Καλαμπάκα. Το 1895 επίσης, άρχισε την λειτουργία της η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Λεχωνίων, που επεκτάθηκε έως τις Μηλιές το 1904. Παράλληλα, το 1892, ξεκίνησαν τα έργα διαμόρφωσης του λιμανιού που συνεχίστηκαν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να καλυφθούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες διακίνησης εμπορευμάτων. Το 1919, το λιμάνι του Βόλου ήταν το πρώτο σε εξαγωγές καπνών στην Ελλάδα, με ποσοστό εξαγωγών 30%.

Συγκεντρώνοντας όλες τις προϋποθέσεις — κεφάλαια, εργατική δύναμη, διευρυμένη εσωτερική αγορά, πρόσβαση στις πρώτες ύλες — ο Βόλος εξελίχθηκε προπολεμικά σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Οι κυριότεροι κλάδοι της βιομηχανίας ήταν τα τρόφιμα, το μέταλλο, ο καπνός, η υφαντουργία και η βυρσοδεψία.

Παράλληλα με την οικονομική άνθηση, αναπτύχθηκε σημαντική πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα. Το 1894 θεμελιώθηκε το Δημοτικό Θέατρο, ενώ το 1896 ιδρύθηκε ο Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου. Το 1898 εκδίδεται η εφημερίδα Η Θεσσαλία (εφημερίδα) σαν συνέχεια των εφημερίδων Παγασαί και Νέα Θεσσαλία, και η οποία εκδίδεται στο Βόλο σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ακόμα και σήμερα. Το 1908, άρχισε να λειτουργεί το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο, το οποίο διηύθυνε ο πρωτοπόρος παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος και που έμελλε να κλείσει βιαίως μόνον τρία χρόνια αργότερα. Το 1908 επίσης ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το πρώτο στην Ελλάδα. Η οικονομική άνθιση της νέας πόλης του Βόλου προσέλκυσε και άτομα άλλων εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Βόλο υπάρχει εβραϊκή συναγωγή και καθολική εκκλησία, οι οποίες φτιάχτηκαν στις αρχές του 20ού αι. Στον Βόλο γεννήθηκε και ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο, γιος του μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, που σχεδίασε την σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Μηλεών.

Η Μικρασιατική καταστροφή έφερε νέο αίμα στην αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου, που παρά την μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια, έπεσε θύμα εκτεταμένου ρατσισμού. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αρχικά εγκαταστάθηκαν στους άδειους χώρους της πόλης. Γύρω από την Πλατεία Ρήγα Φεραίου, έστησαν ολόκληρη παραγκούπολη, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930. Σιγά-σιγά, οι νέοι κάτοικοι του Βόλου μετακινήθηκαν προς τα ΒΔ προάστια της πόλης, στα «Προσφυγικά», που αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα της Νέας Ιωνίας Βόλου.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε προσωρινά την εξέλιξη της πόλης. Την περίοδο 1941–1944 ο Βόλος δοκιμάστηκε σκληρά από την Ιταλική και αργότερα τη γερμανική κατοχή. Η περίοδος αυτή είναι η μόνη κατά την οποία, ο πληθυσμός της πόλης παρουσίασε μείωση. Πολλά μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απλοί άμαχοι πολίτες βρήκαν τραγικό θάνατο στους δρόμους της πόλης, στους χώρους εκτέλεσης (όπως η πλατεία Ελευθερίας) και στη διαβόητη «Κίτρινη Αποθήκη», που οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Η εβραϊκή κοινότητα του Βόλου, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας είχε τις λιγότερες απώλειες από κάθε άλλη εβραϊκή κοινότητα στην Ελλάδα, χάρη στην έγκαιρη και δυναμική παρέμβαση και κινητοποίηση του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, αλλά και την επιτυχή συνεννόηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ και του Αρχιραββίνου Βόλου Μωϋσή Πέσαχ για την εκκένωση του Βόλου από τους εβραϊκής καταγωγής πολίτες, έπειτα και από τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (εκτοπισμός των εβραίων της πόλης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). (Σήμερα, η εβραϊκή παροικία του Βόλου αριθμεί μόνον εκατό περίπου ψυχές, επειδή οι περισσότεροι Εβραίοι εγκατέλειψαν τον Βόλο μετά τον πόλεμο για να εγκατασταθούν στο Ισραήλ ή αλλού.)

Μεταπολεμικά ο Βόλος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδας, από οικονομική και δημογραφική άποψη. Τον Μάιο του 1947, με βασιλικό διάταγμα ιδρύθηκε ο Δήμος Νέας Ιωνίας Βόλου. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1954, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Παγασών, αποφάσισε την μετονομασία της δημοτικής Αρχής σε «Δήμος Βόλου». Την επόμενη χρονιά, δύο σεισμοί, στις 19 Απριλίου και στις 21 Απριλίου 1955, κατέστρεψαν σχεδόν το ένα τέταρτο των κτισμάτων και η πόλη άλλαξε φυσιογνωμία. Ορισμένα από τα νεοκλασικά κτίρια του προπολεμικού Βόλου χάθηκαν για πάντα και στην θέση τους εμφανίστηκαν τα μικρά μετασεισμικά σπίτια. Αυτές οι όμορφες μετασεισμικές μονοκατοικίες αντικαταστάθηκαν στην εποχή της αντιπαροχής (1970–2000) από πολυκατοικίες.

Ο Βόλος στη σύγχρονη εποχή

Η βιομηχανική ανάπτυξη που γνώρισε ο Βόλος έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν είχε ανάλογη συνέχεια κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. Μεγάλα εργοστάσια όπως η καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, οι σιδηρουργίες Γκλαβάνη και Σταματελόπουλου, οι κυλινδρόμυλοι Λούλη στα Παλαιά, η υφαντουργία Παπαγεωργίου, το εργοστάσιο πλινθοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα κ.α. έπαψαν να λειτουργούν. Η λειτουργία της Βιομηχανικής Ζώνης από το 1969 οδήγησε σε μία προσωρινή βιομηχανική άνθιση με την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών. Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση του Βόλου άρχισε να γίνεται πλέον γεγονός.

Σήμερα, στην περιοχή εξακολουθούν να λειτουργούν ορισμένες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως το εργοστάσιο «Όλυμπος» της ΑΓΕΤ «Ηρακλής», η «Χαλυβουργία Ελλάδος» (πρώην Χαλυβουργία Θεσσαλίας), το εργοστάσιο ρητίνης PET της VPI, το εργοστάσιο χαλυβδόφυλλων της Κόντι, το εμφιαλωτήριο της ΕΨΑ, η ΕΥΡΗΚΑ με τα απορρυπαντικά, το εργοστάσιο βαριάς συντήρησης-ανακατασκευής του Ο.Σ.Ε., τα μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.ά. Ωστόσο, η οικονομία του Βόλου στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στο εμπόριο, τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, και κατά δεύτερο λόγο στην βιοτεχνία και την βιομηχανία.

Το 1984 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με έδρα τον Βόλο και σχολές ή τμήματα σε όλες τις θεσσαλικές πόλεις. Το Πανεπιστήμιο, το οποίο δέχτηκε τους πρώτους φοιτητές το 1989 και φιλοξενεί σήμερα περίπου 15000 φοιτητές και πάνω από 500 άτομα εκπαιδευτικό και τεχνικό προσωπικό, έδωσε μία νέα πνοή στην πνευματική ζωή του Βόλου. Εστίες καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων είναι το Δημοτικό Θέατρο, το Ωδείο, καθώς και η Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης.

Το 2004, ο Βόλος έγινε «ολυμπιακή πόλη», αφού φιλοξένησε ορισμένους αγώνες ποδοσφαίρου στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αγώνες έγιναν στο νέο υπερσύγχρονο Πανθεσσαλικό Στάδιο, το οποίο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων.

Αξιοποιώντας την παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ο Βόλος διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Γυμναστικής και τμήμα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Μπιλιάρδου το 2006.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βόλος

Η Λάρισα (6000π.Χ.-…)

Η Λάρισα είναι πόλη της Θεσσαλίας, έδρα του δήμου Λαρισαίων και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Θεσσαλίας καθώς και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, αριθμεί 144.651 μόνιμους κατοίκους, καταλαμβάνει έκταση περίπου 88 τ.χλμ. και έχει μέσο σταθμικό υψόμετρο 70 μέτρα. Αποτελεί σημαντικό εμπορικό κέντρο και κόμβο επικοινωνιών και συγκοινωνιών.

Λάρισα-Πηνειός και Άγιος Αχίλλειος
Λάρισα

Το όνομα της Λάρισας

Γύρω από το όνομα Λάρισα, έχουν δημιουργηθεί αρκετοί μύθοι με τους οποίους οι Θεσσαλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την προέλευση της ονομασίας της και να υμνήσουν την πρωτεύουσά τους της οποίας η ίδρυση χάνονταν τόσο πίσω στο χρόνο που μόνον οι εικασίες μπορούσαν να προσεγγίσουν. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή η Λάρισσα προήλθε από την Πελασγική λέξη λάας που σημαίνει βράχος, απ’ όπου και η λέξη λαός. Σύμφωνα με μία εκδοχή η νύμφη Λάρισα παίζοντας με το τόπι της δίπλα στον Πηνειό, γλίστρησε και πνίγηκε στα νερά του και από τότε πήρε το όνομά της η πόλη. Η Λάρισα, σύμφωνα με τον μύθο ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Λάρισα κτίστηκε από το Λάρισο, γιο του Πελασγού πριν από 4.000 χρόνια περίπου. Το όνομά της είναι πελασγικό και σημαίνει φρούριο ή ακρόπολη.

Η ιστορία της Λάρισας

Οι προϊστορικοί οικισμοί που ήλθαν στο φως στα όρια της σύγχρονης πόλης της Λάρισας μαρτυρούν την κατοίκηση της σε αυτή από την Νεολιθική Εποχή (6η χιλιετία). Η θέση που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη κατοικείται συνεχώς από την νεολιθική εποχή ως σήμερα και είναι ίσως από τις αρχαιότερες πόλεις στον κόσμο με συνεχή κατοίκηση τουλάχιστον 8.000 ετών. Από τους έξι προϊστορικούς οικισμούς που εντοπίζονται στα όρια της σύγχρονης πόλης, ο λόφος «Φρούριο», η αρχαία ακρόπολη, κατοικείται από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.) συνεχώς, κατά τη διάρκεια όλων των επόμενων ιστορικών περιόδων. Στους αρχαϊκούς χρόνους (7ος-4ος αι. π.Χ.) διαμορφώνεται η ισχυρή πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας, η Λάρισα, πάνω στην ακρόπολη καθώς και στις ανατολικές και νότιες υπώρειες αυτής.

Το «Κοινό των Θεσσαλών»

Οι Θεσσαλοί αφού κυριάρχησαν των προθεσσαλικών Πελασγικών φύλων διασπάστηκαν σε τέσσερα φυλετικά κράτη που ονομάστηκαν «τετράδες ή μοίρες», την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και τη Φθιώτιδα σε αντιστοιχία με τις σημερινές περιοχές της Λάρισας, των Τρικάλων, της Καρδίτσας και των Φαρσάλων. Η διαίρεση αυτή είχε κυρίως γεωγραφικό, οικονομικό και διοικητικό χαρακτήρα. Τον 4ο αι. οι θεσσαλικές πόλεις συγκροτούν ομόσπονδο κράτος με πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα, το λεγόμενο «Κοινό των Θεσσαλών», του οποίου ο ανώτατος άρχων ονομάζεται «ταγός». Ως πρώτος ταγός αναφέρεται ο Αλεύας ο Πυρρός, ιδρυτής του ηγεμονικού οίκου της Λάρισας, που κυβερνούσε τους Πελασγιώτες. Ο ίδιος οργάνωσε τη συμμαχία στρατιωτικά. Κάθε τετράδα ήταν διαιρεμένη κατά κλήρους, ο καθένας από τους οποίους έπρεπε να προσφέρει 40 ιππείς και 80 πελταστές (οπλίτες) στο Κοινό των Θεσσαλών. Η απουσία των πεζών είναι αποτέλεσμα της ικανότητας των Θεσσαλών να εκτρέφουν μεγάλο αριθμό αλόγων και να κινητοποιούν πολυάριθμους ιππείς.

Οι Αλευάδες, η αριστοκρατική οικογένεια που κυβερνούσε την Πελασγιώτιδα, φιλοξενούσε προσωπικότητες του πνεύματος όπως τους ποιητές Ανακρέωντα, Σιμωνίδη, Πίνδαρο, Βακχυλίδη, φιλοσόφους όπως το σοφιστή Γοργία και τον ιατρό Ιπποκράτη.

Η Λάρισα κατά τη Ρωμαϊκή εποχή

Τον 4ο περίπου αι. π.Χ., οι έριδες μεταξύ Λάρισας και Φαρσάλου, στην προσπάθεια της πρώτης να διατηρήσει τη δύναμη της και την πρωτοκαθεδρία της στο θεσμό της ταγείας, οδήγησαν τις δύο πόλεις σε συγκρούσεις από τις ο- ποίες η Λάρισα εξήλθε νικήτρια με τη βοήθεια δυνάμεων από την Κεντρική Ελλάδα. Η συνεχόμενη όμως διαμάχη την αποδυνάμωσαν με αποτέλεσμα να κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, όταν ο Φίλιππος ο Β’ εισέβαλε στην περιοχή. Από το 344 π.Χ. έως το 196 π.Χ. η Λάρισα ήταν υποταγμένη στο όνομα ενός συνασπισμού στους βασιλείς της Μακεδονίας. Αργότερα όμως όταν οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην περιοχή, απελευθερώνοντας τη Λάρισα από τους Μακεδόνες, στην εξουσία επικράτησε η αντιμακεδονική παράταξη η οποία ευνοούνταν από τους Ρωμαίους κατακτητές. Κάτω από τη δική τους δημοκρατική διακυβέρνηση, η πόλη γνώρισε μια σύντομη αναλαμπή ακμής χωρίς να παραλείπονται και πολλές φάσεις παρακμής.

Μια από τις πιο λαμπρές στιγμές στην ιστορία της ήταν η θεσμοθέτηση των Ελευθέριων. Τα Ελευθέρια που θεσμοθετήθηκαν προς τιμήν του Ελευθερίου Διός, κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ήταν μια μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή με απήχηση σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, σε πόλεις της Μικράς Ασίας ακόμη και της Ιταλίας. Αυτά περιελάμβαναν μεγάλους ιππικούς, φιλολογικούς, χορευτικούς, γυμνικούς και μουσικούς αγώνες.

Η Λάρισα τη Βυζαντινή Περίοδο

Με την άνοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο θρόνο, τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Κωνσταντινούπολη και την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Θεσσαλία εξακολουθεί να αποτελεί διοικητική επαρχία, η οποία διοικητικά υπάγεται στο Ανατολικό Ιλλυρικό και εκκλησιαστικά στον πάπα της Ρώμης. Γύρω στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. αναφέρεται κατάληψη και λεηλασία της πόλης κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου, ενώ το 482 μ.Χ., οχυρώνεται από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και ορίζεται τελεσίδικα έδρα της επαρχίας. Το σημαντικότερο νέο στοιχείο της περιόδου είναι η εξάπλωση του Χριστιανισμού. Όσον αφορά στην εξάπλωσή του στη Λάρισα, μεγάλη θεωρήθηκε κατά ορισμένες πηγές και η συμβολή του Αγίου Αχιλλείου, ίσως του πρώτου Επισκόπου της, για τον οποίο αναφέρεται ότι συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (324 μ.Χ.) και υπήρξε ιδρυτής αρκετών κοινωφελών ιδρυμάτων στην πόλη, ενώ επιμελήθηκε ο ίδιος τον τάφο του στο λόφο του φρουρίου.
Την ακμάζουσα παλαιοχριστιανική περίοδο, έρχεται να διακόψει από τα τέλη του 6ου αιώνα μια μεγάλη περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, κατά την οποία οι πόλεις της Θεσσαλίας παύουν να αναφέρονται στις πηγές. Σημαντική αναστάτωση δημιουργείται από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων, μέρος των οποίων εγκαθίσταται μόνιμα σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Τον 10ο αιώνα σημειώνονται και άλλες καταστρεπτικές επιδρομές στη Θεσσαλία. Μία από αυτές, του 901 – 902 μ.Χ., σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα με Άραβες. Στη συνέχεια η Λάρισα έπειτα από τριετή πολιορκία, το 982 μ.Χ. κυριεύεται από το Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος μετέφερε τα λείψανα του Αγίου Αχιλλείου στο ανάκτορό του, στη λίμνη Πρέσπα. Στο χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού (1081 – 1118 μ.Χ.) η Λάρισα μνημονεύεται μεταξύ των πόλεων εκείνων στις οποίες παραχωρούνται εμπορικά προνόμια και ελεύθερη άσκηση του εμπορίου με τους Βενετούς. Από τον 12ο αι., και κυρίως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, αρχίζει να γίνεται φανερή η διάσπαση της κεντρικής οργάνωσης του κράτους και η εμφάνιση μικρών περιφερειών με διάφορες ονομασίες.

Η Λάρισα και οι Φράγκοι

Όταν το 1204 καταλύθηκε το βυζαντινό κράτος και η Κωνσταντινούπολη με το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής επικράτειας περιήλθε στην εξουσία των Λατίνων Ιπποτών της Δ’ Σταυροφορίας, η Θεσσαλία δόθηκε στον βασιλέα της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο του Μομφερρατικό, ο οποίος την κατέλαβε χωρίς αντίσταση και εγκατέστησε λατινική εξουσία στις πόλεις. Σ’ όλη αυτή την εποχή, η Θεσσαλία περιήλθε για μικρές μόνον χρονικές περιόδους στην κατοχή του επίσημου βυζαντινού κράτους, οι οποίες δεν αρκούσαν για την αποκατάσταση της εξουσίας του, που είχε κλονισθεί σοβαρά ήδη από τον 12ο αιώνα με την αύξηση της δύναμης των μεγάλων γαιοκτημόνων.

Από καλλιτεχνική άποψη, το σημαντικότερο μνημείο της περιόδου στον σημερινό νομό της Λάρισας, και το μοναδικό που διασώθηκε ακέραιο, είναι η μονή της Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα που ιδρύθηκε στο τέλος του 13ου αιώνα. Στις πόλεις δυστυχώς δεν σώθηκαν μνημεία διότι καταστράφηκαν από την έντονη οικονομική δραστηριότητα των Τούρκων κατά την επόμενη περίοδο.

Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία

Η διείσδυση των Οθωμανών στη Θεσσαλία άρχισε το 1392- 93, όταν υπό τον Εβρενός μπέη νίκησαν τις ελληνικές δυνάμεις στα Τέμπη και κατέλαβαν τη Λάρισα και τα Φάρσαλα. Τα επόμενα χρόνια αναπτύχθηκαν εστίες αντίστασης στα ορεινά, όμως έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 1423 ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της από τους Τούρκους. Γύρω στα 1454-5, η Λάρισα είχε μετατραπεί σε μια καθαρά μουσουλμανική πόλη. Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί η επίσημη τουρκική ονομασία της Λάρισας ως Γενί Σεχίρ.

Η Λάρισα αλλάζει

Στις αρχές του 17ου αι, η Λάρισα ανθεί οικονομικά και εμπορικά. Παρόλα αυτά οι μεγάλες επιδημίες της εποχής και οι φυσικές καταστροφές, όπως η πλημμύρα του Πηνειού, μειώνουν δραστικά τον πληθυσμό και δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στη ζωή της πόλης. Από το 1783, με την εμπορική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, στα μεγάλα κέντρα της Θεσσαλίας αναπτύσσονται ευνοϊκοί όροι για τη διεύρυνση του εμπορίου. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται έντονη πνευματική άνθηση, με τον Κωνσταντίνο Κούμα, γύρω στα 1798, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή, δι δάσκοντας ελληνικά και μαθηματικά στο Ελληνικό Σχολείο.
Η έκρηξη της μεγάλης επανάστασης (1821- 1829) μετατρέπει τη Λάρισα σε βασικό στρατιωτικό κέντρο και κέντρο ανεφοδιασμού των τουρκικών δυνάμεων. Στα πλαίσια φιλελευθεροποίησης της οθωμανικής εξουσίας κατά τα μέσα του 19ου αι., επιτράπηκε στους υπόδουλους χριστιανούς να κτίσουν σχολεία και να ανακαινίσουν τους παλαιούς ναούς ή να κτίσουν καινούριους, κάτι που έως τότε συναντούσε μεγάλα εμπόδια και αντίσταση από τους Τούρκους.

Η Λάρισα ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος

Η έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 ήταν η αφορμή για να επαναληφθούν οι πιέσεις σε βάρος των χριστιανών, καθώς η Πύλη υποπτευόταν την εξέγερση των Θεσσαλών. Η επανάσταση που φοβόταν η Πύλη ξέσπασε τελικά τον Ιανουάριο του 1878. Η συγκεκριμένη επαναστατική κίνηση όμως απέτυχε και οι Μεγάλες Δυνάμεις με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου αποδέχτηκαν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, εξαιρώντας την επαρχία της Ελασσόνας, ενώ προσέφεραν και τη μεσολάβηση τους για τη διευκόλυνση των ελληνοτουρκικών συνομιλιών. Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες κατέληξαν σε δυο συμβάσεις (12 Μαΐου και 20 Ιουνίου 1881), με τις οποίες καθορίστηκαν τα νέα σύνορα των δύο κρατών. Βάσει αυτών, τον Αύγουστο του 1881, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Λάρισα.

«Ελληνικός Αγροτικός Σύλλογος»

Στις 31 Αυγούστου 1881 έγινε η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας και ενός μικρού τμήματος της Ηπείρου στον κορμό του μικρού τότε Ελληνικού Κράτους. Σημαντικό γεγονός είναι η ίδρυση του «Ελληνικού Αγροτικού Συλλόγου» το 1884, με στόχο την προαγωγή της ελληνικής γεωργίας, την εξάπλωση νέων καλλιεργειών, την επιμόρφωση των αγροτών, τη διοργάνωση εκθέσεων κ.λπ. Αν και οι προθέσεις ήταν καλές, στο θέμα της ανάπτυξης της γεωργίας δεν υπήρχε πολιτική βούληση και οι μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν βραχυκυκλώσει όλους τους μηχανισμούς της πολιτείας, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί η ποθούμενη αναγέννηση του αγροτικού κόσμου. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η δεύτερη σύντομη κατοχή της Θεσσαλίας από τους Τούρκους (1897- 1898), που ήταν το αποτέλεσμα της εξέλιξης του Κρητικού Ζητήματος και των βεβιασμένων ενεργειών της Ελληνικής Κυβέρνησης. Ο ισχυρός αυτός κλονισμός της δεύτερης κατοχής έφερε όμως και την αναγκαία περισυλλογή και αφύπνιση για το κυρίαρχο ζήτημα που συνέχιζε να είναι το Αγροτικό. Σύλλογοι αγροτών, συλλαλητήρια, δυναμικές εκδηλώσεις θορύβησαν τους μεγαλογαιοκτήμονες που αντέδρασαν σπασμωδικά φτάνοντας και σε ακραίες λύσεις, μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα και η βίαιη διάλυση του αγροτικού συλλαλητηρίου στο Κιλελέρ και στη Λάρισα στα 1907-1910.

Η Λάρισα τον 20ο αιώνα

Η περίοδος 1914- 1917 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) υπήρξε κρίσιμη για τη Θεσσαλία. Η μακροχρόνια στράτευση πολλών ανδρών στερούσε από τη γεωργία τα εργατικά χέρια και οι αναστατώσεις του Ε θνικού Διχασμού δεν άφησαν ανεπηρέαστο ολόκληρο το Νομό Λάρισας. Την κατάσταση θα επιδεινώσει το πικρό τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου, η καταστροφή, η προσφυγιά. Ο Θεσσαλός Νικόλαος Πλαστήρας θα επιταχύνει μετά το 1922 τα αργά βήματα προς την αποκατάσταση των αγροτών που είχαν αρχίσει ήδη από το 1917. Κατά τη διετία 1923- 1925, αλλά και αργότερα, αρχίζει μια προσπάθεια καθορισμού των απαλλοτριωτέων εκτάσεων, επιλογής των δικαιούχων κλήρου, ποσοτικού προσδιορισμού του γεωργικού – κτηνοτροφικού κλήρου.

Τα Φάρσαλα, η Ελασσόνα, η Αγιά κι ο Τύρναβος ενισχύθηκαν πληθυσμιακά, όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση του πληθυσμού το αποκόμισε η Λάρισα. Η Λάρισα ήταν η πόλη με τις μεγαλύτερες ανάγκες, για νέα ρυμοτομία, φωτισμό, υδροδότηση. Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνιση τους αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες (αλευρόμυλοι, υφαντουργεία, παγοποιεία, εργοστάσια υποδημάτων, ζαχαροπλαστικής, ποτοποιεία) και πλάι τους μικρότερες βιοτεχνίες και καταστήματα, αρκετά για να καλύψουν όχι μόνο τις ανάγκες της πόλης αλλά και του νομού.

Θα έλεγε κανείς ότι μέσα σε αυτά τα εξήντα χρόνια (1881- 1940) το τοπίο διαφοροποιήθηκε σε όλες του τις διαστάσεις. Ο ερχομός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση και να επισφραγίσει την τρομακτική σε μέγεθος φυγή πληθυσμών (1955-1965) προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και μετά, η Λάρισα μεταμορφώθηκε σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο, που ζει με έντονους ρυθμούς και έχει δημιουργήσει πυλώνες πολιτιστικής, επιστημονικής και βιομηχανικής δραστηριότητας, δίνοντας την αίσθηση μιας πόλης με πολλές δυνατότητες και ακόμη περισσότερες προοπτικές.

Πηγή: http://www.larissa-dimos.gr/el/i-poli/muthologia-istoria

Τα Τρίκαλα (49.000π.Χ.-…)

Τα Τρίκαλα είναι πόλη της δυτικής Θεσσαλίας, πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων και του Δήμου Τρικκαίων. Η πόλη διασχίζεται από τον ποταμό Ληθαίο, ο οποίος αποτελεί  παραπόταμο  του Πηνειού. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία στην  Απογραφή του 2011 τα Τρίκαλα είχαν πληθυσμό 61.653 κατοίκους, ενώ ο Δήμος Τρικκαίων είχε 81.355 κατοίκους. Η πόλη των Τρικάλων εμφανίζει πυκνότητα πληθυσμού 15 κατοίκων/km2,. Βρίσκεται πολύ κοντά στα Μετέωρα και την Καλαμπάκα και στον ορεινό όγκο της νότιας  Πίνδου όπου βρίσκονται γνωστοί προορισμοί (Ελάτη,  Περτούλι,  Πύλη).

Τα Τρίκαλα
Τα Τρίκαλα

Η ιστορία των Τρικάλων

Τα Τρίκαλα προ Χριστού

Η ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους και οι πρώτες ενδείξεις ζωής στο σπήλαιο της Θεόπετρας φτάνουν ως το 49.000 π.Χ. περίπου. Έχουν επίσης ανακαλυφθεί νεολιθικοί οικισμοί από το 6.000 π.Χ. στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο και άλλες τοποθεσίες. 

Τα Τρίκαλα είναι μια πόλη χτισμένη πάνω στην αρχαία πόλη Τρίκκα ή Τρίκκη, η οποία ιδρύθηκε γύρω στην 3η χιλιετία π.Χ. και ονομάστηκε έτσι από τη νύμφη Τρίκκη, κόρη του Πηνειού ή κατ΄ άλλους του Ασωπού ποταμού. Η πόλη ήταν σημαντικό κέντρο της αρχαιότητας, καθώς εδώ έζησε και έδρασε ο Ασκληπιός, που σήμερα αποτελεί έμβλημα του Δήμου Τρικκαίων, ο οποίος ήταν και βασιλιάς της πόλης. Στην περιοχή υπήρχε μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα Ασκληπιεία της εποχής. Η πόλη φέρεται επίσης, με βάση τον «Κατάλογο Νηών» στην Ιλιάδα του Ομήρου να συμμετέχει στον Τρωικό πόλεμο στην πλευρά των Ελλήνων, με τριάντα πλοία και αρχηγούς τους γιατρούς γιους του Ασκληπιού Μαχάωνα και Ποδαλείριο. Η πόλη υπήρξε πρωτεύουσα βασιλείου κατά τη μυκηναϊκή εποχή και αργότερα αποτέλεσε κέντρο του κράτους της Εστιαιώτιδας που καταλάμβανε περίπου τη σημερινή έκταση του νομού Τρικάλων και περιγράφεται από το γεωγράφο Στράβωνα.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους, η πόλη της Τρίκκης και η γύρω περιοχή του ποταμού γνώρισε ανάπτυξη. Έπεσε στα χέρια των Περσών το 480 π.Χ., ενώ περίπου δέκα χρόνια αργότερα προσχώρησε στη νομισματική ένωση Θεσσαλέων. Το 352 π.Χ. ενώθηκε με τη Μακεδονία του Φιλίππου Β΄. Έγινε θέατρο σκληρών μαχών ανάμεσα σε Μακεδόνες και Ρωμαίους, κατά την εισβολή των τελευταίων στην Ελλάδα, καθώς ο Φίλιππος Ε΄ και ο γιος του Περσέας προσπαθούσαν να την κρατήσουν ελεύθερη, χωρίς τελική επιτυχία αφού το 168 π.Χ. κατακτήθηκε.

Τα Τρίκαλα μετά Χριστόν

Τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες η πόλη και η περιοχή γνώρισε όλους τους τότε εισβολείς στο Βαλκανικό χώρο: Γότθους (396), Ούννους (447), Σλάβους (577), Βούλγαρους (976-1025), Νορμανδούς (1081), Καταλανούς (1309-1311) και από το 1204 τους Φράγκους, ενώ για ένα σύντομο διάστημα ξαναγύρισε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στις αρχές της χιλιετίας η πόλη παρουσιάζεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα, Τρίκαλα, στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής. Η πόλη κατακτάται τελικά από τους Οθωμανούς το 1393 και μετά από μια παρατεταμένη περίοδο παρακμής γίνεται σημαντικό κέντρο οικοτεχνίας, με ονομαστά μάλλινα υφαντά και προϊόντα δέρματος. Επίσης αποτέλεσε σημαντικό πνευματικό κέντρο, καθώς για ένα μεγάλο μέρος της Τουρκοκρατίας (1543-1854) λειτούργησε εδώ η Σχολή Τρίκκης (και αργότερα Ελληνική Σχολή) στην οποία δίδαξαν γνωστοί διδάσκαλοι της εποχής, όπως ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος.

Τα Τρίκαλα τους 19ο και 20ο αιώνα

Στις 23 Αυγούστου του 1881, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, η πόλη περνάει σε ελληνική κυριαρχία, όπως και η υπόλοιπη Θεσσαλία και η Ήπειρος. Θα ξαναβρεθεί υπό Τουρκική κυριαρχία με τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 για ένα περίπου χρόνο, μέχρι την τελική της ενσωμάτωση στην Ελλάδα (1898). Στη συνέχεια τα Τρίκαλα έπαιξαν βασικό ρόλο στις αγροτικές κινητοποιήσεις των αρχών του 20ού αιώνα εναντίον των τσιφλικάδων και υπήρξαν ο τόπος ίδρυσης του πρώτου Γεωργικού Συνεταιρισμού στην Ελλάδα, το 1906.

Μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που υπέστη η πόλη ήταν η μεγάλη πλημμύρα του Ιουνίου του 1907, όταν την νύκτα στις 3 Ιουνίου μετά από πρωτοφανείς βροχοπτώσεις, «με το καρδάρι» κατά την τοπική έκφραση, ξεχείλισαν όλα τα γύρω ποτάμια, ο Ληθαίος, ο Αγιαμονιώτης, ο Κουμέρκης και ο Σαλαμπριάς με συνέπεια την επομένη το πρωί να έχει μετατραπεί ο κάμπος σε τεράστια λίμνη. Στην πλημμύρα εκείνη έχασαν την ζωή τους 80 κάτοικοι, περίπου 200 οικίες κατέρρευσαν, καθώς και το γυμνάσιο, και χιλιάδες ζώα πνίγηκαν. Οι δε λοιπές καταστροφές υπήρξαν τεράστιες με διακοπή της συγκοινωνίας αφού και η σιδηροδρομική γραμμή είχε παρασυρθεί.

Στη περίοδο της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της κατοχής τα Τρίκαλα αποτέλεσαν ιδιαίτερο πεδίο δράσης. Από τα Τρίκαλα καταγόταν ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης. Στα Τρίκαλα επίσης εκτέθηκε σε δημόσια θέα το κεφάλι του Άρη Βελουχιώτη μετά τον θάνατό του. Η πόλη απελευθερώθηκε από τη ναζιστική κατοχή στις 18 Οκτώβρη του 1944.

Πηγή: https://trikalacity.gr/istoria/