Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία

Αν η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία έγινε δυνατό να πάρει σάρκα και οστά το τρίτο έτος μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (επί Τιμοσθένους άρχοντος το 478/7π.Χ.), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αυτό οφείλεται στην αφάνταστη τύχη που είχαν οι Αθηναίοι να διαθέτουν έναν στρατηγό με την αρετή και την ευμένεια του Αριστείδη. Η θαυμάσια συμπεριφορά και η άψογη προσωπικότητα του δημιούργησαν τόση εμπιστοσύνη και συμπάθεια, ώστε οι σύμμαχοι, οι αγανακτισμένοι από την τυραννική στάση του Παυσανία, -εκτός από τους πιστούς στη Σπάρτη Πελοποννήσιους- «ώσπερ από μιας ορμής αποκλίναι προς τους Αθηναίους».

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία
Δήλος, η έδρα της Α΄ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας υπήρξε η πολιτική του Θεμιστοκλή, που είχε αναδείξει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διεκδικεί το 478/7π.Χ. την πανελληνία ηγεσία και να προσβλέπουν σ΄ αυτήν οι σύμμαχοι, βέβαιοι πως θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία τους από τους Πέρσες, συγχρόνως όμως και την αυτονομία τους, εφόσον ήταν πόλη με αναντίρρητη δημοκρατική αγωγή.

Είναι ελάχιστα τα στοιχεία που δίνουν οι αρχαίες πηγές γι΄ αυτή τη συγκλονιστική επιχείρηση των Αθηναίων: σποραδικές πληροφορίες μόνο, ενώ μένουν αναρίθμητα κενά για βασικά θέματα. Η κύρια αυθεντική πηγή είναι οι φορολογικοί κατάλογοι των συμμαχικών πόλεων, που από το 454π.Χ., όταν μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα το ταμείο της συμμαχίας, συντάσσονταν κάθε χρόνο. Και αυτοί όμως δεν είχαν διατηρηθεί ολόκληροι και, κυρίως, αναφέρονται σε μεταγενέστερο στάδιο της συμμαχίας, όταν ήδη είχαν γίνει μεταβολές και στο πνεύμα και τις λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Οι Αθηναίοι απότερο σκοπό είχαν τη δημιουργία μιας συμμαχίας αντίστοιχης της Πελοποννησιακής συμμαχίας που είχαν δημιουργήσει οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Η δημιουργία μιας συμμαχίας που θα εξασφάλιζε πλήθος νέους ορίζοντες για την Αθήνα -αξιοποίηση του στόλου της και προϋποθέσεις για κυριαρχία της στο ελληνικό εμπόριο- πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή και ήταν συνέπεια του ναυτικού του προγράμματος. Δίκαια έχουν υποστηρίξει ιστορικοί ότι η συμμαχία ήταν «το πνευματικό του τέκνο». Αν όλα προχωρούσαν ευνοϊκά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα ήταν εξασφαλισμένη για την Αθήνα η πρώτη θέση στην Ελλάδα και στον μικρασιατικό ελληνισμό, ενώ θα ανοίγονταν προοπτικές επέκτασης προς τη Δύση οπότε η Αθήνα θα έβρισκε εκεί νέες αγορές και θα δυνάμωνε την επιρροή της, όπως είχε υπολογίσει ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο.

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε ως σκοπό να πάρουν εκδίκηση οι Έλληνες για όσα έπαθαν από τους βαρβάρους, λεηλατώντας τη χώρα του Πέρση βασιλιά. Ύστερα, συμφωνήθηκε να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έδωσαν τον απαραίτητο όρκο: Έριξαν πυρακτωμένους «μύδρους» από σίδερο στη θάλασσα, πράξη που συμβόλιζε ότι η συμφωνία που έγινε θα λυνόταν, όταν μόνο αν ανέβαινε το σίδερο ξανά στην επιφάνεια. Επομένως, η διάρκεια της θα ήταν απεριόριστη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ένα πολύ βασικό σημείο για την εξέλιξη της, γιατί στον πρώτο ενθουσιασμό οι σύμμαχοι, όταν ο περσικός κίνδυνος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους, δέχθηκαν να αναλάβουν σοβαρές υποχρεώσεις, που αργότερα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, δεν επιθυμούσαν πια να τις εκτελούν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν με γάλα προβλήματα και, τελικά, συγκρούσεις.

Όταν καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμάχων, αποφασίσθηκε τη διοίκηση του συμμαχικού ναυτικού να αναλάβει η Αθήνα. Κάθε πόλη θα κατέβαλε «φόρο», δηλαδή εισφορά. Έχει συζητηθεί πολύ αν ο πρώτος φόρος ορίστηκε στα 460 τάλαντα το χρόνο. Παρ΄ όλες τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αρχικά κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε, ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, όπως το βεβαιώνει, χωρίς καμιά αμφιβολία ο Θουκυδίδης. Αποφασίστηκε αυτό το ποσό να το ορίσει ο Αριστείδης. Τότε αποφασίστηκε πόσα πλοία θα προσέφερε κάθε πόλη.

Αφού τελείωσε η σύνοδος στη Δήλο, ο Αριστείδης είχε να επιτελέσει το δύσκολο έργο του καθορισμού του ποσού του «φόρου» για κάθε πόλη. Το ποσό των 460 ταλάντων αντιστοιχούσε στις πολεμικές δαπάνες της συμμαχίας. Καταμερίστηκε στις πόλεις ανάλογα με βάση την έκταση και την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Οι πόλεις που ορίστηκε να παραδίδουν πολεμικά πλοία, έδιναν τόσα όσα αντιστοιχούσαν στο φόρο που τους αναλογούσε. Ο Αριστείδης για να εξακριβώσει το «φόρο» που έπρεπε να καταβάλει κάθε πόλη έκανε αρκετά ταξίδια για επιτόπιες έρευνες. Σε αυτή την εργασία, που τελείωσε μέσα στο 477π.Χ., ο Αριστείδης οφείλει το προσωνύμιο «Δίκαιος».

Κέντρο της συμμαχίας αποφασίστηκε να είναι η Δήλος. Εκεί στο ναό του Απόλλωνα, θα γίνονταν οι «σύνοδοι» και θα φυλασσόταν το ταμείο της συμμαχίας υπό την προστασία του θεού. Η είσπραξη του συμμαχικού φόρου ανατέθηκε στους «Ελληνοταμίες», που θα ήταν Αθηναίοι και θα τους εξέλεγε η πόλη τους. Επειδή ο σκοπός της συμμαχίας ήταν ο αμυντικός ή ο επιθετικός πόλεμος εναντίον των Περσών, μέλη τις διάφορες ελληνικές πόλεις και απώτερη επιδίωξη να αντιπροσωπεύεται σε αυτήν ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο τίτλος «Ελληνοταμίες» έχει πανελλήνιο χαρακτήρα και αντιστοιχεί στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επίσης αντιπροσωπεύονταν όλοι οι Έλληνες.

Μέλη της συμμαχίας, εκτός από την Αθήνα, ήταν οι: Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, Θάσος, Νάξος, οι οποίες έδιναν πλοία. Πόλεις όπως οι: Άργιλος, Στάγιρος, Άκανθος, Σκώλος, Όλυνθος και Σπάρτωλος πλήρωναν αρχικά φόρο. Εκτός από τις πόλεις της Ιωνίας και της αιολικές πόλεις, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, πόλεις στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης, πόλεις της Προποντίδας και άλλες, αργότερα και οι δωρικές αποικίες της Μικράς Ασίας έγιναν μέλη. 

Τον καιρό της ακμής της η συμμαχία κυριαρχούσε απόλυτα στο Αιγαίο, από τα μικρασιατικά παράλια ως την Εύβοια, και από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής ως τη Ρόδο. Το 425π.Χ. είναι γνωστό ότι τα μέλη ήταν περίπου 400. Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσα μέλη ήταν στην αρχή. Υπάρχει ακόμα άγνοια για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις «συνόδους» και το αν πήγαιναν από την αρχή  οι εκπρόσωποι των μελών και στην Αθήνα για συζητήσεις.

Από την πρώτη στιγμή ένα πράγμα είναι φανερό, πως η αρχική οργάνωση έδινε όλη την ευχέρεια να μεταβληθεί η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία σε αττική ηγεμονία. Η πανίσχυρη θέση της Αθήνας, όπως και η αόριστη διάρκεια της συμμαχίας στάθηκαν τα δύο σημεία που προδίκασαν τη μεγάλη εξέλιξη, αλλά και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα ο σπουδαίος αυτός συμμαχικός οργανισμός.  

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Μάχη χωρίς στρατηγούς δε γίνεται. Και ναυμαχία χωρίς ναυάρχους. Αλλά και χωρίς εχθρό δε γίνεται. Ποιοι ήταν αυτοί που με τις οδηγίες, την εμπειρία και την οξυδέρκεια τους κατάφεραν, εν προκειμένω στη Σαλαμίνα, να διώξουν τον περσικό στρατό και στόλο από την Ελλάδα και κατ’ επέκταση από την Ευρώπη; Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας ήταν οι: Θεμιστοκλής, Ευρυβιάδης, Αριστείδης, Παυσανίας Α’. Και εχθρός ο Ξέρξης.

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Ο Θεμιστοκλής

Ο Θεμιστοκλής ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Έγινε άρχοντας το 492π.Χ.. Ήταν αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης. Υπήρξε ο ιδρυτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας προτείνοντας το 482π.Χ. στην Εκκλησία του Δήμου να ψηφιστεί νόμος, σύμφωνα με το οποίο τα κέρδη από τα ορυχεία αργύρου του Λαυρίου δεν θα μοιράζονταν στους πολίτες, αλλά θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή στόλου. Ο αντίπαλος του Αριστείδης που εναντιώθηκε στο νόμο του Θεμιστοκλή εξορίστηκε, αφήνοντας τον κυρίαρχο της πολιτικής ζωής στην Αθήνα. Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να επιβιβαστούν στα πλοία για να πολεμήσουν, ενώ τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες κατέφυγαν στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα και την Τροιζήνα. Μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, οι Αθηναίοι, με την καθοδήγηση του Θεμιστοκλή, ξανάχτισαν την πόλη τους, ενώ έχτισαν τείχη που ονομάστηκαν «Μακρά Τείχη» και ένωναν την Αθήνα με το λιμάνι της, τον Πειραιά. Το 471π.Χ., όμως, οι Αθηναίοι τον εξοστράκισαν, όταν οι Σπαρτιάτες έφεραν την κατηγορία στο Πανελλήνιο Συνέδριο για προδοσία υπέρ των Περσών. Αργότερα, προσπάθησαν να τον συλλάβουν και ο Θεμιστοκλής αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α’, που τον διόρισε κυβερνήτη στην επαρχία της Μαγνησίας. Εκεί πέθανε το 449π.Χ. από αρρώστια ή αυτοκτονώντας αρνούμενος να βοηθήσει τον Αρταξέρξη που ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει στην Ελλάδα.

Ο Ευρυβιάδης

Ο Ευρυβιάδης ήταν Σπαρτιάτης ναύαρχος του 5ουπ.Χ. αιώνα, γιος του Ευρυκλείδη. Μολονότι δεν καταγόταν από βασιλικό γένος, η Σπάρτη του ανέθεσε να την αρχηγία του στόλου της κατά την περσική εισβολή το 480π.Χ.. Ο στόλος του, μικρός σχετικά με τον αθηναϊκό, πολέμησε στο Αρτεμίσιο, ενώ στον ίδιο ανατέθηκε η αρχηγία του στόλου των Ελλήνων. Μαζί με το Θεμιστοκλή διηύθυναν τον ελληνικό στόλο στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480π.Χ. Ο Ευρυβιάδης αντιδρούσε στην επιλογή του Θεμιστοκλή να συγκρουστούν τα ελληνικά πλοία στα στενά της Σαλαμίνας, καθώς πίστευε πως έπρεπε να ναυμαχήσουν στον Ισθμό της Κορίνθου, ώστε αφ’ ενός να προασπίσει την Πελοπόννησο και αφ’ ετέρου να έχει δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση ήττας. Γνωστότατο είναι το επεισόδιο με τον Θεμιστοκλή, πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κατά το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων. Θυμωμένος ο Ευρυβιάδης με τον Αθηναίο στρατηγό και διαφωνώντας για τον τρόπο αντιμετώπισης των Περσών, σήκωσε το χέρι του να τον χτυπήσει. Τότε ο Θεμιστοκλής του είπε τη γνωστή φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Ο Ευρυβιάδης, άνθρωπος μάλλον ασθενούς χαρακτήρα, υποχώρησε και ο Θεμιστοκλής δικαιώθηκε από την εξέλιξη της μάχης. Τιμήθηκε από τους Σπαρτιάτες με βραβείο ανδρείας.

Ο Αριστείδης

Ο Αριστείδης ήταν Αθηναίος στρατηγός, επονομαζόμενος «Δίκαιος». Γεννήθηκε το 540π.Χ.. Ήταν γιος του Λυσίμαχου. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και ήταν φημισμένος για την ακεραιότητα του και το ήθος του. Αναμίχθηκε στην πολιτική όταν οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Πεισιστρατίδες και με το θάνατο του Κλεισθένη έγινε αρχηγός της συντηρητικής παράταξης και αντίπαλος του Θεμιστοκλή. Στη μάχη του Μαραθώνα το 490π.Χ. ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς, όπου παραχώρησε με γενναιοψυχία την αρχιστρατηγία στον Μιλτιάδη. Τον επόμενο χρόνο εκλέχθηκε επώνυμος άρχων, αλλά 483π.Χ. εξοστρακίστηκε από την Αθήνα γιατί αντέδρασε στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Χαρακτηριστικό του μεγαλείου του και της δικαιοσύνης του είναι το γεγονός που συνέβη την εποχή του εξοστρακισμού του, όπου βοήθησε έναν αγράμματο χωρικό, που επιθυμούσε τον εξοστρακισμό του, να γράψει στο όστρακο το όνομα «Αριστείδης». Όταν επρόκειτο να γίνει η ναυμαχία της Σαλαμίνας και οι Πέρσες σχεδίαζαν να περικυκλώσουν τα ελληνικά πλοία, ο Αριστείδης κρυφά έφτασε από την Αίγινα, όπου είχε εξοριστεί, και ειδοποίησε το Θεμιστοκλή. Πολέμησε γενναία στη Σαλαμίνα -όπου εξόντωσε του Πέρσες στην Ψυττάλεια-, στις Πλαταιές και ήταν από τους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου στις εκστρατείες στο Βυζάντιο και την Κύπρο. Ανέλαβε τέλος, λόγω του ακέραιου χαρακτήρα του το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας. Πέθανε το 468π.Χ.

Ο Παυσανίας Α’

Ο Παυσανίας Α’ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης. Ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του Λεωνίδα. Ήταν ο εμπνευστής της νίκης στη μάχη των Πλαταιών, που έδωσε οριστικά τέλος στις εισβολές των Περσών στην Ελλάδα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, ο Παυσανίας θέλησε να εφαρμόσει το σχέδιο του, που προέβλεπε την επέκταση της σπαρτιατικής ηγεμονίας σε όλη την Ελλάδα. Με 20 πλοία εξεστράτευσε στην Κύπρο κατέλαβε μεγάλο μέρος της και κατέλαβε και το Βυζάντιο από τους Πέρσες. (478π.Χ.). Ο αυταρχισμός του όμως προκάλεσε τα παράπονα των συμμάχων που προσπαθούσαν να πείσουν τους Αθηναίους να αναλάβουν αυτοί την αρχηγία. Οι Σπαρτιάτες ανακάλεσαν τον Παυσανία και τον αντικατέστησαν, ενώ οι Αθηναίοι ίδρυσαν τη Δηλιακή Συμμαχία. Ο Παυσανίας ξαναγύρισε στο Βυζάντιο το 477π.Χ. και έμεινε εκεί για επτά χρόνια, προσπαθώντας να υλοποιήσει την πολιτική του. Τελικά το 470π.Χ. οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από το Βυζάντιο, αφού ο Παυσανίας δεν είχε καμιά υποστήριξη από την Σπάρτη. Τότε κατηγορήθηκε για προδοσία υπέρ των Περσών, σχεδόν ταυτόχρονα με τον Θεμιστοκλή, και καταδικάστηκε από τους Σπαρτιάτες σε θάνατο. Ο Παυσανίας κατέφυγε σε έναν ναό, ικέτης, αλλά οι διώκτες του έχτισαν το ναό και τον άφησαν να πεθάνει από πείνα και δίψα το 470π.Χ.. Οι Σπαρτιάτες εξαγνίστηκαν από το άγος αργότερα, αφιερώνοντας δύο χάλκινους ανδριάντες στο ναό.

Ο Ξέρξης

Ο Ξέρξης ήταν βασιλιάς της Περσίας (485π.Χ-465π.Χ.). Γιος του Δαρείου Α’, ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια της μητέρας του Άτοσσας, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον Δαρείο, παραγκωνίζοντας τα μεγαλύτερα ετεροθαλή αδέλφια του. Αφού κατέστειλε επανάσταση που είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο, ο Ξέρξης άρχισε τις ετοιμασίες για να εισβάλει στην Ελλάδα και να εκδικηθεί την αποτυχημένη εκστρατεία του πατέρα του. Με τις συμβουλές διαφόρων Ελλήνων εξορίστων στην αυλή του, όπως του βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατου, διαφόρων Θεσσαλών και του γιου του Πεισίστρατου Ιππία, ξεκίνησε το 480π.Χ. από τις Σάρδεις με πολυάριθμο στρατό, που ο Ηρόδοτος τον εκτιμούσε σε 2 εκατομμύρια, αριθμός οπωσδήποτε υπερβολικός. Μετά την ήττα του στους Περσικούς πολέμους ο Ξέρξης που δεν ήταν καλός στρατιωτικός γύρισε στην Περσία, αφήνοντας το Μαρδόνιο στην Ελλάδα. Δολοφονήθηκε το 465π.Χ. από τον Αρτάβανο, που θέλησε να σφετεριστεί το θρόνο του. Ο Ξέρξης έκανε σημαντικό στρατηγικό σφάλμα στη Σαλαμίνα, παρασυρμένος από την ευστροφία του Θεμιστοκλή και συνέδεσε έτσι το όνομα του με τις δύο σημαντικότερες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας -Θερμοπύλες και Σαλαμίνα- που καθόρισαν, μαζί με το Μαραθώνα, ηθικά και πολιτικά την ιστορική διαδρομή του ελληνικού έθνους, αλλά και διαμόρφωσαν οριστικά τις σχέσεις Δύσης και Ανατολής σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Πειραιάς ανά τους αιώνες

Ο Πειραιάς είναι σημαντικό βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της χώρας μας, αποτελώντας το μεγαλύτερο σε επιβατική κίνηση λιμένα της Ευρώπης, συνδέοντας ακτοπλοϊκά την πρωτεύουσα με τα νησιά του Αιγαίου και αποτελώντας ένα σημαντικό προορισμό για κρουαζιερόπλοια εντός της Μεσογείου.

Ο Πειραιάς ανά τους αιώνες
Αναπαράσταση νεωσοίκων από το Ναυτικό Μουσείο Πειραιά

Η αρχή του Πειραιά

Η χερσόνησος της Πειραϊκής που σήμερα σχηματίζει τον φυσικό προστατευτικό ανατολικό βραχίονα του λιμανιού του Πειραιά, κάποτε ήταν νησί.

Οι προσχώσεις του Κηφισού στην αρχή δημιούργησαν μια ελώδη λιμνοθάλασσα που οι λιγοστοί αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής ονόμαζαν «Αλίπεδο». Με τις συνεχείς προσχώσεις, η λιμνοθάλασσα μεταβλήθηκε σε έλος που ο Κίμωνας (μετά το 461π.Χ.) μπάζωσε με ογκόλιθους και χαλίκια για να δημιουργηθεί η στέρεη βάση, πάνω στην οποία χτίστηκαν τα μακρά τείχη.

Το έλος ήταν περιοχή μέσα από την οποία γινόταν το πέρασμα από το νησί στην ακτή και αντίστροφα. Κι από το ρήμα «περαιώ» που σημαίνει «περνάω» ονομάστηκε Πειραιεύς, σήμερα Πειραιάς.

Αρχικά ο Πειραιάς ήταν ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν αγρότες, τόσο άσημο ώστε μαζί με τις κοινότητες Φαληρέων, Θυμοιταδών και Ξυπεταιόνων, ανήκε στο «τετράκωμον Ηράκλειον». Έτσι κι αλλιώς, οι Αθηναίοι για λιμάνι χρησιμοποιούσαν το Φάληρο.

Τα τείχη και τα πλοία του Πειραιά

Ο Θεμιστοκλής ήταν εκείνος που διείδε την αξία του Πειραιά και πρότεινε στους Αθηναίους να στήσουν εκεί ναύσταθμο. Και όταν στα 493π.Χ. εκλέχτηκε επώνυμος άρχοντας, άρχισε την εφαρμογή των σχεδίων του.

Τα αποτελείωσε μετά τους Περσικούς πολέμους, όπως γράφει ο Θουκυδίδης: «Έπεισε λοιπόν τους Αθηναίους ο Θεμιστοκλής να συμπληρώσουν και την οχύρωση του Πειραιά, γιατί είχε τη γνώμη ότι η θέση του Πειραιά, με τα τρία φυσικά λιμάνια ήταν πολύ επίκαιρη και ότι η οχύρωση του θα παρείχε στους Αθηναίους πολλά πλεονεκτήματα ν΄αποκτήσουν μεγάλη δύναμη.Γιατί αυτοί είχαν καταστεί λαός ναυτικός (ο Θεμιστοκλής πρώτος τόλμησε να πει ότι Αθηναίοι όφειλαν να στρέψουν την προσοχή τους στην θάλασσα). Αμέσως λοιπόν μόλις οι Αθηναίοι ενέκριναν την πρόταση του Θεμιστοκλή, άρχισαν οι πρώτες εργασίες για την οχύρωση του Πειραιά κάτω από τις οδηγίες και την επίβλεψη του».

Το τείχος ήταν αρκετά πλατύ ώστε να μπορούν άνετα να διασταυρωθούν και να συνεχίσουν ανεμπόδιστα την πορεία τους δύο άμαξες. Δεν χρησιμοποιήθηκαν χαλίκια και λάσπη: οι πέτρες προσαρμόζονταν μεταξύ τους πελεκημένες κατάλληλα και δένονταν με σίδερο και μολύβι.

Επί περίπου έναν αιώνα, ο Πειραιάς γνώρισε συνεχή και αλματώδη ανάπτυξη και έφτασε να ανταγωνίζεται σε εξάπλωση και έργα την Αθήνα, της οποίας έγινε το επίνειο. Στα 404π.Χ., με την αθηναϊκή ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος γκρέμισε τα τείχη. Η πόλη έπεσε σε μαρασμό για πέντε χρόνια.

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και από το 399π.Χ., ο Κόνων ξανάχτισε τα τείχη, έχτισε ναούς και βωμούς και έδωσε νέα ώθηση στο λιμάνι που τόνωσε στη συνέχεια ο ρήτορας Λυκούργος, εκλεγμένος ταμίας της Αθήνας. Η «σκευοθήκη» του Φίλωνα μπορούσε να χωρέσει τα σκεύη χιλίων πλοίων. Στα 351π.Χ., η δύναμη του στόλου που ναυλοχούσε στον Πειραιά ήταν 383 τριήρεις. Στα 325π.Χ., έφτασαν τις 392 συν 19 πλοία με τέσσερις σειρές κουπιά.

Ο Πειραιάς και οι Ρωμαίοι

Η ακμή του Πειραιά συνεχίστηκε ως το 87π.Χ., όταν τον πολιόρκησε ο Ρωμαίος Σύλλας. Ο θυμός του για την αδυναμία του να πάρει την πόλη που προστατευόταν από απόρθητα τείχη είχε μετατραπεί σε μανία, καθώς οι πολιορκημένοι τον έβριζαν από τις επάλξεις και του φώναζαν άσχημα υπονοούμενα για τη γυναίκα του, Μετέλλα. Στα 86π.Χ. οι Ρωμαίοι μπήκαν στην πόλη. Ο Σύλλας ξέσπασε όλη του τη λύσσα και την εκδικητικότητα στα κτίρια του Πειραιά. Τα πάντα εκτός από τους ναούς ισοπεδώθηκαν. Η πόλη ερήμωσε.

Τους επόμενους 19 αιώνες το λιμάνι έμεινε σχεδόν ακατοίκητη. Μόνο ένα μαρμάρινο λιοντάρι έστεκε στην είσοδο του άλλοτε πολύβοου λιμανιού. Η ονομασία Πειραιάς ξεχάστηκε. Το λιοντάρι έγινε αιτία να το βαφτίσουν Πόρτο Λεόνε. Μετά, ούτε το λιοντάρι έμεινε. Το πήραν και ακόμα βρίσκεται στη Βενετία, ενώ ένα αντίγραφο του κοσμεί την κεντρική είσοδο του λιμανιού του Πειραιά.

Ο Πειραιάς μετά την απελευθέρωση

Μετά την απελευθέρωση Υδραίοι και Μανιάτες εγκαταστάθηκαν πρώτοι στην περιοχή. Ο Πειραιάς άρχισε να αναπτύσσεται πάλι. Στα 1830 μετρήθηκαν 3.000 κάτοικοι. Στα 1833, η πόλη ανακηρύχθηκε δήμος. Στα 1900 οι κάτοικοι είχαν φτάσει τους 50.000. Στα 1920, είχαν γίνει 130.000. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή πάνω από 100.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα. Το λιμάνι γνώρισε την καταστροφή όταν βομβαρδίστηκε ανηλεώς στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όταν, το 1944, οι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη πρωτεύουσα, ανατίναξαν όλες τις λιμενικές εγκαταστάσεις. Ξαναχτίστηκε με κονδύλια από το «Σχέδιο Μάρσαλ».

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.)

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων – κρατών και της περσικής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.

Ο Ξέρξης παρακολουθεί τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Ο Ξέρξης παρακολουθεί την Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Αρχικά οι Έλληνες σχεδίαζαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα, αντίστοιχα). Όμως στη μάχη των Θερμοπυλών οι Πέρσες εξολόθρευσαν τις περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στο ομώνυμο στενό – χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη, ενώ στο Αρτεμίσιο ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες, αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.

Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου. Παρόλα αυτά ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα, μετά την προτροπή του Θεμιστοκλή, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Στην πρώτη συνάντηση των Ελλήνων αρχηγών στο συμβούλιο της Κορίνθου, ο Θεμιστοκλής πρότεινε να δράσουν και να διεξαχθεί μια ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Οι υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι ο κατάλληλος τόπος διεξαγωγής μιας ναυμαχίας ήταν ο Ισθμός της Κορίνθου. Έγινε και νέα συνεδρίαση και όταν ο Θεμιστοκλής μέσα στην ορμή του μίλησε πριν από τον αρχηγό των Σπαρτιατών Ευρυβιάδη, ο στρατηγός Αδείμαντος από την Κόρινθο τού είπε ότι αυτούς που στους αγώνες ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα, τους ραπίζουν. Ο Θεμιστοκλής του είπε ότι και αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν βραβείο. Τότε ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήσει. Ο Θεμιστοκλής δεν εξοργίστηκε, μόνο είπε τη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Το επιχείρημά του αρχηγού, του αθηναϊκού στόλου, ήταν ότι ο ελληνικός στόλος, με λιγότερα και μικρότερα σε όγκο σκάφη από τον εχθρικό, θα μπορούσε στον περιορισμένο χώρο του στενού να ελιχθεί ανετότερα και δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο να βρεθεί περικυκλωμένος από τα περσικά πλοία.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής μηχανεύτηκε και ένα σχέδιο. Έστειλε κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο τον Σίκινο, ν’ αναγγείλει στους Πέρσες στρατηγούς ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκοπεύουν να φύγουν κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι ο περσικός στόλος έπρεπε αμέσως να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί για να τους καταστρέψει όλους μαζί. Οι Πέρσες πεπεισμένοι ότι ο Θεμιστοκλής υποστήριζε τα περσικά συμφέροντα, έπεσαν στην παγίδα και ξεκίνησαν για το στενό της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα όπου βρισκόταν και ο ελληνικός στόλος, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελούνταν από 378 τριήρεις, στον κόλπο μεταξύ του ακρωτηρίου Κυνόσουρα και της αρχαίας πόλης Σαλαμίνα. Ο περσικός στόλος, που περιελάμβανε κατά τον Αισχύλο 1207 πλοία, ήταν αγκυροβολημένος στο Φάληρο.  Η ποικιλομορφία του στρατού, έκανε τον Ηρόδοτο να γράψει: «Τι γαρ ουκ ήγαγε εκ της Ασίης έθνος επί την Ελλάδα Ξέρξης;», «ποιο έθνος της Ασίας έμεινε που ο Ξέρξης να μην το οδήγησε εναντίον της Ελλάδας;» 

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Το πρωί της 22ης Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. σήμανε η σάλπιγγα του Ευρυβιάδη και ακούστηκε ο παιάνας των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.» «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά σας και τις γυναίκες σας, των πατρικών θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων σας, τώρα πολεμήστε για όλα».

Η ναυμαχία εξισώθηκε αφού ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην πρώτη γραμμή, περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά. Στο αριστερό άκρο βρισκόταν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος προσπαθούσε να διασπάσει την παράταξη των Φοινίκων, στο δεξιό άκρο, βρίσκονταν τα πλοία της Σπάρτης υπό τον Ευρυβιάδη έχοντας απέναντί τους τους Ίωνες που ήταν πολύ επιδέξιοι ναυτικοί. Τα περσικά πλοία, σαφώς μεγαλύτερα από τα ελληνικά, δεν μπορούσαν να κινηθούν εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, μέσα στο στενό, μαζεύτηκαν πλήθος τα πλοία, και έτσι δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία βοήθεια μεταξύ τους αλλά χτυπούσαν το ένα το άλλο, συντρίβοντας όλα τα κουπιά, ενώ τα ελληνικά πλοία, σχηματίζοντας επιδέξια κύκλο γύρω γύρω, χτυπούσαν και αυτά. Τα νερά και οι γύρω ακτές γέμισαν κουφάρια και ναυάγια. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διήρκησε ως το βράδυ και ο ηρωισμός των Ελλήνων και των συμμαχικών τους δυνάμεων έτρεψαν σε άτακτη φυγή όσους Πέρσες είχαν απομείνει στη θάλασσα. Ο Αριστείδης, μαζί με ένα σώμα οπλιτών, κατευθύνθηκε στην Ψυττάλεια, για να εξοντώσει όσους Πέρσες έφυγαν προς τα εκεί. Τη ναυμαχία παρακολούθησε ο Ξέρξης από μια πλαγιά του Αιγάλεω, πιθανώς το σημερινό Πέραμα. Η ναυμαχία τελείωσε με σοβαρότατες απώλειες για τους Πέρσες. Έχασαν 200 πλοία και μεγάλο μέρος των πληρωμάτων τους, ενώ οι Έλληνες μόνο 40 τριήρεις.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Μετά τη ναυμαχία ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδας παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Λίγο αργότερα οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Στις επόμενες τρεις δεκαετίες οι Αθηναίοι, χάρη στους πολέμους της Δηλιακής Συμμαχίας, κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και την Ιωνία. Επιπλέον βοήθησαν τους Αιγύπτιους στην εξέγερση τους κατά των Περσών επιφέροντας έτσι μεγάλο πλήγμα στο γόητρο της περσικής αυτοκρατορίας.

Αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μία από τις πιο σημαντικές μάχες στην ιστορία, υποστηρίζοντας ότι αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, η πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τους Πέρσες θα σταματούσε την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και, κατά συνέπεια, ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.

Αυτή η άποψη βασίζεται στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ατομική ελευθερία και η δημοκρατία έχει τις ρίζες του στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html