Πλαταιές και Θήβα

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από τη Λιβαδειά με σκοπό να φτάσουμε στις Πλαταιές. Σύντομα φτάσαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα, που έχει σύνορο την κορυφογραμμή του βουνού Λιμπέθριο (Χλωμός). Καθώς συνεχίσαμε, είδαμε τον Ορχομενό στην πλευρά της πεδιάδας και μετά τη λίμνη Κωπαΐδα που φαινόταν να έχει συρρικνωθεί αρκετά. Είδαμε επίσης και λίγο την κορυφογραμμή του βουνού Ελικώνα. Αρκετές ώρες μετά φτάσαμε στην πόλη της Παραπουγκιάς, που λέγεται ότι είναι τα Λεύκτρα. Προχωρώντας περίπου ένα μίλι ανακαλύψαμε ερείπια που δείχνουν καθαρά ότι εδώ θα πρέπει να ήταν μια αρχαία πόλη που δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Λεύκτρα, όπου νίκησε ο Επαμεινώνδας τους Σπαρτιάτες. Βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα και πάνω από τα ερείπια της πόλης είναι τα χωράφια με το σιτάρι. Δεν αξίζει να προσέξεις κανένα από τα ερείπια. Γι’ αυτό συνεχίσαμε για τις Πλαταιές.

Πλαταιές και Θήβα
Γκραβούρα που απεικονίζει τον Παυσανία

Στις Πλαταιές σταματήσαμε για να εξετάσουμε τα ερείπια της διάσημης πόλης που είναι χτισμένη σε έναν λοφίσκο στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Το σύγχρονο χωριό ονομάζεται Κόχλα. Το ύψωμα, που ήταν η ακρόπολη, είναι ένα επιβλητικό μέρος και ξεχωρίζει από κάποια ερείπια. Παραμένουν ακόμη ίχνη από τα τείχη της πόλης. Κοντά την Ακρόπολη βρίσκεται ένα ογκώδες ερείπιο, που έχει τη μορφή μεγάλου τείχους φτιαγμένου από τεράστιες πέτρες και δύο εξοχές. Αυτό πρέπει να ήταν είτε ένα μέρος του τείχους, είτε, το πιθανότερο, μέρος μιας ταβέρνας που προοριζόταν γι’ αυτούς που έρχονταν για επίσκεψη και θυσία. Κοντά στην ακρόπολη, και μέσα την πεδιάδα, υπάρχει μια ωραία πηγή που αναφέρεται και από τον Παυσανία και γύρω από αυτήν τεράστια ερείπια κτιρίων. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν κάποιες σαρκοφάγοι. Αυτά είναι όσα μπορέσαμε να δούμε από αυτό το φημισμένο μέρος, στο οποίο, ηττήθηκε ο περσικός στρατός του Μαρδόνιου.

Η πεδιάδα που ανήκει στην πόλη είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά προς το παρόν δεν καλλιεργείται ιδιαίτερα. Όλη η Βοιωτία είναι μια πραγματικά γοητευτική περιοχή. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο όμορφη ποικιλία λόφων και πεδιάδων και ταυτόχρονα τόσο πλούσιο έδαφος.

Από τις Πλαταιές συνεχίσαμε για τη Θήβα. Μόλις φτάσαμε στην πόλη, πρώτα περιμέναμε τον πασά, που είχε έρθει από τη Λιβαδειά. Έμεινε τρεις μέρες και παρά τις διαμαρτυρίες έβαλε φόρους 12.000 γρόσια. Η Θήβα είναι μια πόλη 1.500 ή 2.000 ψυχών, οπότε ο φόρος αυτός ήταν πολύ βαρύς. Ο βλοσυρός πασάς μας δέχτηκε με ευγένεια και διέταξε να πάρουμε τα άλογα μας χωρίς καθυστέρηση. Είναι πολύ ωραίος άνδρας παρά την καστανή μακρά γενειάδα του. Τον βρήκαμε να καπνίζει ένα μεγάλο ναργιλέ, περιτριγυρισμένο από Τούρκους στους οποίους θα έπρεπε να δώσουμε ένα δώρο, αλλά το ξεχάσαμε. Ο πασάς μας οδήγησε στον κυβερνήτη, που μας βρήκε σπίτι να κοιμηθούμε.

Η Θήβα τώρα ονομάζεται τα Θήβα, ή συνήθως στη Βοιωτία τα Φήβα, από την εύκολη αντικατάσταση του Θ με το Φ, που συνέβαινε στη αρχαιότητα. Οι Τούρκοι τη λένε Στήφα, Η πόλη βρίσκεται σε ένα λόφο πάνω σε ένα λόφο και οριοθετείται περιμετρικά με τους γειτονικούς λόφους, που υψώνονται περίπου 50 μέτρα πάνω από τη πεδιάδα, και βρίσκεται 3χλμ βόρεια από το ψηλότερο σημείο της οροσειράς. Οροθετείται προς τα ανατολικά και δυτικά από τα φαράγγια δύο μικρών ποταμών, και περιζώνεται από ένα κατεστραμμένο τείχος που αποτελείται από υλικά διαφόρων εποχών, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε σε διάφορα σημεία ρωμαϊκά πλακόστρωτα και μεγάλα τετράγωνα κομμάτια ελληνικού ρυθμού. Σε ένα χαμηλό ύψωμα στο βόρειο άκρο υπήρχε ένας πύργος, ο οποίος μαζί με ένα άλλο πύργο με ακρινή πύλη στην βορειοανατολική πλευρά έχουν πιο στιβαρή κατασκευή από το κατεστραμμένο τείχος, και αποτελούνται κυρίως από αρχαία υλικά.

Η Θήβα έχει 750 οικογένειες, από τις οποίες οι 250 είναι τουρκικές. Οι δρόμοι είναι στενοί και τα σπίτια βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο. με λίγους κήπους. Προς τα νότια, ανάμεσα στην πόλη και την οροσειρά, υπήρχε ένα χώρος όπου παλαιότερα βρισκόταν η Κάτω Θήβα, που διασχίζεται από ένα ποτάμι πάνω σε καμάρες, το οποίο ακόμη και σήμερα μεταφέρει νερό στην πόλη από το δυτικό ποτάμι. Η περιοχή έχει 64 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά.

Στη Θήβα όπως και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, που συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, οι αρχαιότητες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κομμάτια αρχιτεκτονικής και γλυπτικής ή από μάρμαρα με επιγραφές, διάσπαρτα ανάμεσα στα σπίτια, στα τζαμιά, στα λουτρά και τις βρύσες, στα τείχη, στις σκάλες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ούτε ένα κτίριο δεν μπορεί να βρεθεί, αν και είναι πολύ πιθανόν κάποια απομεινάρια πρέπει να είναι ανακατεμένα με τις σύγχρονες κατασκευές ή θαμμένα κάτω από αυτές. Στην πλευρά της Κάτω Θήβας και προς τα νότια της πόλης, όπου η πρόσβαση είναι ευκολότερη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη ερείπια κάτω από το έδαφος.

Η Θήβα, η πόλη του Πίνδαρου και η έδρα του πολέμου και της ελευθερίας, έχει ξεχάσει το όνομα του ποιητή και το πνεύμα των ηρώων της. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει αντίτυπο των έργων του στη Θήβα και μπορούμε όλοι εύκολα να δούμε ότι οι Θηβαίοι είναι βουλιαγμένοι στην σκλαβιά. Αφού τα είδαμε όλα, αφήσαμε τη Θήβα.

Nicholas Biddle

Βάκχες

Βάκχες ονομάζονται οι πιστές και οι ιέρειες του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος είχε το προσωνύμιο Βάκχος και από αυτό πήραν το όνομα τους οι πρώτες του ακόλουθες.

Η υπόθεση στο έργο του Ευριπίδη είναι η εξής: Ο Διόνυσος ήταν γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης. Έφτασε τη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό τρελάθηκαν από τον θεό και σαν Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε κι αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί εναντίον των Μαινάδων. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα και να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες, οι Βάκχες, και πρώτη η μητέρα του, όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι είχε διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.

Βάκχες
Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα

Βάκχες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ήρθα εδώ, στη Θήβα, εγώ του Δία ο γιος, ο Διόνυσος, γέννημα της Σεμέλης της αστραποβλημένης, του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στις Δίρκης τις πηγές, στου Ισμηνού το ρέμα. Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης, κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα, αθάνατη αδικία στη μάνα μου απ’ την Ήρα. Υμνώ τον Κάδμο που όρισε στον τόπο του απάτητο στη θυγατέρα του ναό που εγώ με αμπελοβλάσταρα σκέπασα γύρω γύρω. Ήρθα στην πόλη πρώτα αυτή, την πόλη των Ελλήνων, τη χρυσοφόρα αφήνοντας γη των Λυδών και των Φρυγών κι επέρασα από των Περσών τους ηλιοκαμένους κάμπους, τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη, τη ζάμπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη που απλώνει ως τη θάλασσα που Έλληνες και βάρβαροι ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι. Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήρθα δω για να φανώ θεός μπρος τους ανθρώπους. Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν κισσόδετο κοντάρι, γιατί της μάνας οι αδελφές που πιο πολύ απ’ τις άλλες δίχως να πρέπει έλεγαν πως γιος του Δία ο Διόνυσος δεν ήταν, κι η Σεμέλη θνητό πως ζευγαρώθηκε και φόρτωσε την ενοχή στο Δία που τη σκότωσε -του Κάδμου ειν’ αυτά σοφίσματα- γιατί είπε αυτό το ψέμα. Γι’ αυτό κι εγώ τις κέντησα ν’ αφήσουνε τα σπίτια τους και στο βουνό ν’ ανέβουν με σαλεμένο στο μυαλό. Των τελετών τα σύμβολα να πάρουν τις ανάγκασα και κάθε γένος θηλυκού απ’ τη σπορά του Κάδμου το τρέλανα, κι όλες μαζί αφήσανε τα σπίτια τους και κατοικοεδρεύουν ανάκατα κι οι κόρες του κάτω από έλατα χλωρά και γυμνωμένους βράχους. Θέλει δε θέλει η πόλη αυτή μάθημα θα της γίνει να κάνει τα βακχεύματα που αρνείται να τελέσει, και πρέπει της μητέρας μου το δίκιο της να πάρω καθώς με γέννησε θεό και φανερά απ’ το Δία. Λοιπόν, ο Κάδμος τις τιμές και το βασίλειο του έδωσε στον Πενθέα, παιδί της θυγατρός του που τη λατρεία μου μάχεται και που σπονδές μ’ αρνείται κι ακόμη στις δεήσεις του εμέ δε μνημονεύει. Για τούτα και γιατί θεός μόλις δείξω πως είμαι σ’ αυτόν και στους Θηβαίους κι αφού καλά εδραιωθώ σ’ άλλον θα πάω τόπο. Αλλ’ αν η Θήβα οργισθεί κι απ’ το βουνό θελήσει τις Βάκχες ν’ αποδιώξει κάνοντας χρήση όπλων, θα συμπλακώ μαζί κι εγώ μπροστάρης στις Μαινάδες. Γι’ αυτούς τους λόγους άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση. Μα ελάτε, εσείς συντρόφισσες γυναίκες, θίασε μου, που πήρα και σας έφερα μαζί μου απ’ την Ασία τον Τμώλο πίσω αφήνοντας προπύργιο της Λυδίας, τον ήχο από τα τύμπανα, γνήσια της Φρυγίας, υψώστε κι είναι ευρήματα δικά μου και της Ρέας. Ζυγώστε στο παλάτι γύρωθε του Πενθέα, χτυπάτε τα για ν’ ακουστούν στην πόλη αυτή του Κάδμου. Τις Βάκχες πάω για να βρω στου Κιθαιρώνα τις πτυχές, να σμίξω στους χορούς τους.

………………………………………………………………………………………

Ευριπίδης

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» είναι το τρίτο κατά σειρά μέρος της τριλογίας του «Θηβαϊκού Κύκλου» του Σοφοκλή. Τα άλλα δύο είναι «Οιδίππους Τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ». Η Αντιγόνη, πιστή στους άγραφους νόμους και στην ηθική της, θα παρακούσει τις εντολές και θα παραβεί το νόμο του βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, και θα θάψει το νεκρό αδελφό της, μολονότι γνωρίζει ότι αυτήν την «παρανομία» θα την πληρώσει με την ίδια της τη ζωή.

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»
Η Ελένη Παπαδάκη ως «Αντιγόνη»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» (απόσπασμα)

Αντιγόνη: Ισμήνη, αγαπημένη μου αδελφούλα, ξέρεις καμιά κληροδοσιά του Οιδίποδα, που ο Δίας να μην την φύλαξε για μας, τις μόνες που απομείναμε; Κληροδοσιά βαριά; Γιατί όσο βλέπω, τουλάχιστον εγώ κανένας πόνος, καμιά κατάρα και κανένα κρίμα, καμιά ντροπή δεν έχει λείψει απ΄ τα δεινά που τυραννούν κι σε και μένα. Και τώρα, τι είναι τούτο πάλι το στερνό που ο άρχοντας μας πρόσταξε σ΄ όλη την πόλη; Άκουσες τίποτα; Ή δεν ξέρεις τι μηχανεύτηκαν για τους φίλους οι εχθροί;

Ισμήνη: Εγώ Αντιγόνη τίποτα δεν άκουσα μήτε καλό μήτε κακό για τους φίλους, αφότου μέσα σε μια μέρα, οι δυο μας τους δυο αδελφούς μας στερηθήκαμε, αφανισμένους ο ένας από το χέρι του άλλου, κι αφού πια των Αργείων ο στρατός εσκόρπισε τη νύχτα ετούτη, δε γνωρίζω πιότερο δυστυχισμένη είμαι ή καλομοίρα.

Αντιγόνη: Το φανταζόμουν, και γι΄ αυτό σε ξέβγαλα έξω απ΄ τις πύλες,  να τ΄ ακούσεις μόνη.

Ισμήνη: Μα τι συμβαίνει; Κάτι σε ταράζει, πες το.

Αντιγόνη: Και πως να μην ταράζομαι όταν ο Κρέων, τιμώντας με ταφή τον έναν από τους αδελφούς μας, άταφον ατιμάζει τον άλλον; Τον Ετεοκλή, όπως λένε, σύμφωνα με όσα ο νόμος ορίζει και με δίκαιη κρίση στη γη παρέδωσε, τιμημένος να σμίξει τις μακάριες σκιές του Κάτω Κόσμου. Όμως του Πολυνείκη το άθλιο σώμα, στους πολίτες διαλάλησε, κανείς να μην το κρύψει στη γη, να μην το κλάψει. Άταφο, αθρήνητο να μείνει, για τα όρνια τα λιμασμένα, τροφή χορταστική. Τέτοια ο καλός ο Κρέοντας διαλάλησε για σένα και για μένα -ναι, λέω και για μένα-. Και όπως ακούστηκε, όπου να ΄ναι θα ΄ρθει να το βροντοφωνάξει, εδώ, για όσους δεν το ΄μάθαν. Κι είναι το πράγμα σοβαρό. Αν κανένας την προσταγή αψηφήσει, η τιμωρία θα είναι θάνατος με λιθοβολισμό. Αυτά λοιπόν είναι τα νέα μας. Τώρα θα δείξεις αν την ευγενική γενιά σου θα τιμήσεις ή θα ντροπιάσεις.

………………………………………………………………………………..

Κρέων: Πώς τόλμησες, λοιπόν, το νόμο να πατήσεις;

Αντιγόνη: Ο Δίας δεν ήταν που με πρόσταξε, μα ούτε η Δίκη, η συγκάτοικη των θεών του Κάτω Κόσμου, όρισε στους ανθρώπους τέτοιους νόμους. Ούτε φαντάστηκα, πως τα κηρύγματα σου έχουν τόση δύναμη, ώστε τους άγραφους των θεών κι απαρασάλευτους νόμους, θνητός εσύ, να μπορείς να αψηφάς. Γιατί ΄ναι νόμοι αιώνιοι, ούτε του σήμερα, ούτε χτες, υπάρχουν από πάντα και κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοφάνηκαν, λοιπόν, εγώ, σκοπό δεν το ΄χα, δειλιασμένη από θνητών προσταγές, να δώσω λόγο στη θεία δικαιοσύνη. Ότι θα πεθάνω το ΄ξερα, ήταν βέβαιο, και δίχως το δικό σου πρόσταγμα. Κι αν πριν της ώρας μου πεθάνω, κέρδος το λογαριάζω, γιατί εκείνος που ζει μέσα σε τόσες συμφορές, καθώς εγώ, πώς να μη λέει το θάνατό του κέρδος; Έτσι, λοιπόν, αν θα ΄χω τέτοια τύχη, διόλου δε νοιάζομαι. Θα με πονούσε, ωστόσο, αν θ΄ ανεχόμουν άθαφτος να μείνει εκείνος που γεννήθηκε απ΄ την ίδια μάνα με μένα. Άκουσες, τώρα, τι με πονεί και τι όχι, κι αν σου φαίνομαι αστόχαστη για εκείνο που έχω πράξει, ίσως ο αστόχαστος για αστόχαστη με παίρνει.

Σοφοκλέους Αντιγόνη

Αντιγόνη

Με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρονται πολλές μυθολογικές και άλλες ηρωίδες. Η πιο γνωστή είναι η «Αντιγόνη», της οποίας τη ζωή και τις περιπέτειες διηγούνται οι τρεις αρχαίοι Έλληνες μεγάλοι τραγικοί ποιητές, Σοφοκλής, Αισχύλος και Ευρυπίδης.

Αντιγόνη
Η Αντιγόνη με την Ισμήνη

Η Αντιγόνη ήταν κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης και αδελφή του Ετεοκλή, του Πολυνείκη και της Ισμήνης. Ο μύθος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Όμηρο, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Ο ποιητής αναφέρει όλο το ιστορικό του Οιδίποδα και τον ακούσιο φόνο του πατέρα του. Μιλάει για το χρησμό, που ανάγκασε το Λάιο να πετάξει τον Οιδίποδα στον Κιθαιρώνα, όταν ήταν μωρό. Ο χρησμός επαληθεύεται όταν ο Οιδίποδας συναντά τυχαία τον Λάιο σε ένα τρίστρατο και τον σκοτώνει σε μια συμπλοκή. Μετά λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας και παίρνει ως έπαθλο το θρόνο της Θήβας και παντρεύεται την βασίλισσα και χήρα του Λάιου, Ιοκάστη, που είναι και μητέρα του. Η αιμομικτική, όμως, σχέση θα αποκαλυφθεί ύστερα από χρόνια και αφού έχουν γεννηθεί από αυτό το γάμο τέσσερα παιδιά.

Ωστόσο, ο Όμηρος δεν αναφέρει τη συνέχεια του μύθου, δηλαδή την μετά την αποκάλυψη της αιμομικτικής σχέσης αυτοκτονία της Ιοκάστης, την τύφλωση του Οιδίποδα και ύστερα τις περιπλανήσεις του στην Αθήνα και το θάνατό του.

Ο μύθος αυτός αναπτύχθηκε αργότερα από τους τραγικούς ποιητές και τον συνέδεσαν με τον «Θηβαϊκό Κύκλο», δηλαδή, την εκστρατεία των Επιγόνων και τον πόλεμο «Επτά επί Θήβας».

Μετά την αυτοκτονία της Ιοκάστης και την αυτοεξορία του Οιδίποδα, προσωρινός βασιλιάς της Θήβας γίνεται ο αδελφός της Ιοκάστης,  Κρέοντας. Μετά παρέδωσε την εξουσία στους γιους του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυδεύκη. Αυτοί συμφώνησαν να βασιλεύουν εναλλάξ, ένα χρόνο ο ένας, ένα χρόνο ο άλλος. Πρώτος πήρε την εξουσία ο Ετεοκλής αλλά δεν κράτησε τη συμφωνία και δεν παρέδωσε την εξουσία τον επόμενο χρόνο στον αδελφό του Πολυδεύκη. Ο τελευταίος βρήκε συμμάχους στο Άργος έξι άρχοντες και στράφηκε κατά της Θήβας. Τελικά ο πόλεμος αυτός έληξε με τη μονομαχία των δύο αδελφών κατά την οποία όμως σκοτώθηκαν και οι δύο.

Ο Κρέων δίνει διαταγή να θαφτεί μόνο ο Ετεοκλής αφού ο Πολυνείκης στράφηκε κατά της πατρίδας του και φέρθηκε σαν προδότης.

Εδώ η Αντιγόνη λαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο πια στο μύθο, αφού καλείται να διαλέξει ανάμεσα στους κρατικούς νόμους και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, την ηθική της. Τελικά η Αντιγόνη αποφασίζει να θάψει τον Πολυνείκη και να του προσφέρει τις πρέπουσες για έναν νεκρό τιμές. Αυτό γίνεται γνωστό στον Κρέοντα και την τιμωρεί θάβοντας την ζωντανή σε μια σπηλιά, όπου βρίσκει τραγικό θάνατο.

Ολόκληρο τον «Θηβαϊκό Κύκλο» μας τον αφηγείται παραστατικά ο Σοφοκλής στην Τριλογία του («Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» και «Αντιγόνη»). Ο Ευρυπίδης στηρίζεται στον ίδιο μύθο αλλά παρουσιάζει την Αντιγόνη πιο «ανθρώπινη» με στιγμές αδυναμίας και δισταγμούς, μπροστά στο δίλημμα της.

Ο Αισχύλος χρησιμοποίησε τον ίδιο μύθο στηριζόμενος περισσότερο στον Οιδίποδα. Παρουσιάζει την Αντιγόνη να συνοδεύει τον πατέρα της, τυφλό, στις περιπλανήσεις του και να τον φέρνει στην Αθήνα, όπου ο Θησέας του παραχωρεί άσυλο, μα οι θεοί έχοντας πια δεχτεί τον εξαγνισμό του, τον παίρνουν κοντά τους μέσα σε μια λάμψη που στέλνουν από τους ουρανούς.

Άλλη ηρωίδα με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρεται ως κόρη του Φέρητα, γιου του Κρηθέα και μητέρα του Αργοναύτη Αστερίωνα.

Άλλη, κόρη του βασιλιά της Φθίας, Ευρυτίωνα. Την παντρεύτηκε ο γιος του Αιακού, ο Πηλέας όταν έφυγε κυνηγημένος από την Αίγινα, αφού σκότωσε τον αδελφό του Φώκο. Από το γάμο αυτό η Αντιγόνη απέκτησε μια κόρη την Πολυδώρα. Η «Αντιγόνη» αυτοκτόνησε όταν πίστεψε τις συκοφαντίες της Αστυδάμειας της γυναίκας του Άκαστου ότι ο Πηλέας επρόκειτο να παντρευτεί την κόρη του Άκαστου, Σερόπη.

Τέλος, το όνομα «Αντιγόνη» έφερε και η κόρη του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Όταν καυχήθηκε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα της Τροίας, η Ήρα θύμωσε πολύ ώστε τη μεταμόρφωσε σε λευκό πελαργό. Ο μύθος λέει ότι η Αθηνά κέντησε αυτή την ιστορία στον αργαλειό της όταν διαγωνίστηκε με την Αράχνη.