Βάκχες

Βάκχες ονομάζονται οι πιστές και οι ιέρειες του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος είχε το προσωνύμιο Βάκχος και από αυτό πήραν το όνομα τους οι πρώτες του ακόλουθες.

Η υπόθεση στο έργο του Ευριπίδη είναι η εξής: Ο Διόνυσος ήταν γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης. Έφτασε τη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό τρελάθηκαν από τον θεό και σαν Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε κι αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί εναντίον των Μαινάδων. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα και να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες, οι Βάκχες, και πρώτη η μητέρα του, όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι είχε διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.

Βάκχες
Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα

Βάκχες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ήρθα εδώ, στη Θήβα, εγώ του Δία ο γιος, ο Διόνυσος, γέννημα της Σεμέλης της αστραποβλημένης, του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στις Δίρκης τις πηγές, στου Ισμηνού το ρέμα. Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης, κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα, αθάνατη αδικία στη μάνα μου απ’ την Ήρα. Υμνώ τον Κάδμο που όρισε στον τόπο του απάτητο στη θυγατέρα του ναό που εγώ με αμπελοβλάσταρα σκέπασα γύρω γύρω. Ήρθα στην πόλη πρώτα αυτή, την πόλη των Ελλήνων, τη χρυσοφόρα αφήνοντας γη των Λυδών και των Φρυγών κι επέρασα από των Περσών τους ηλιοκαμένους κάμπους, τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη, τη ζάμπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη που απλώνει ως τη θάλασσα που Έλληνες και βάρβαροι ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι. Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήρθα δω για να φανώ θεός μπρος τους ανθρώπους. Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν κισσόδετο κοντάρι, γιατί της μάνας οι αδελφές που πιο πολύ απ’ τις άλλες δίχως να πρέπει έλεγαν πως γιος του Δία ο Διόνυσος δεν ήταν, κι η Σεμέλη θνητό πως ζευγαρώθηκε και φόρτωσε την ενοχή στο Δία που τη σκότωσε -του Κάδμου ειν’ αυτά σοφίσματα- γιατί είπε αυτό το ψέμα. Γι’ αυτό κι εγώ τις κέντησα ν’ αφήσουνε τα σπίτια τους και στο βουνό ν’ ανέβουν με σαλεμένο στο μυαλό. Των τελετών τα σύμβολα να πάρουν τις ανάγκασα και κάθε γένος θηλυκού απ’ τη σπορά του Κάδμου το τρέλανα, κι όλες μαζί αφήσανε τα σπίτια τους και κατοικοεδρεύουν ανάκατα κι οι κόρες του κάτω από έλατα χλωρά και γυμνωμένους βράχους. Θέλει δε θέλει η πόλη αυτή μάθημα θα της γίνει να κάνει τα βακχεύματα που αρνείται να τελέσει, και πρέπει της μητέρας μου το δίκιο της να πάρω καθώς με γέννησε θεό και φανερά απ’ το Δία. Λοιπόν, ο Κάδμος τις τιμές και το βασίλειο του έδωσε στον Πενθέα, παιδί της θυγατρός του που τη λατρεία μου μάχεται και που σπονδές μ’ αρνείται κι ακόμη στις δεήσεις του εμέ δε μνημονεύει. Για τούτα και γιατί θεός μόλις δείξω πως είμαι σ’ αυτόν και στους Θηβαίους κι αφού καλά εδραιωθώ σ’ άλλον θα πάω τόπο. Αλλ’ αν η Θήβα οργισθεί κι απ’ το βουνό θελήσει τις Βάκχες ν’ αποδιώξει κάνοντας χρήση όπλων, θα συμπλακώ μαζί κι εγώ μπροστάρης στις Μαινάδες. Γι’ αυτούς τους λόγους άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση. Μα ελάτε, εσείς συντρόφισσες γυναίκες, θίασε μου, που πήρα και σας έφερα μαζί μου απ’ την Ασία τον Τμώλο πίσω αφήνοντας προπύργιο της Λυδίας, τον ήχο από τα τύμπανα, γνήσια της Φρυγίας, υψώστε κι είναι ευρήματα δικά μου και της Ρέας. Ζυγώστε στο παλάτι γύρωθε του Πενθέα, χτυπάτε τα για ν’ ακουστούν στην πόλη αυτή του Κάδμου. Τις Βάκχες πάω για να βρω στου Κιθαιρώνα τις πτυχές, να σμίξω στους χορούς τους.

………………………………………………………………………………………

Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Ο Βασίλης Ρώτας (1889-1977)

Ο Βασίλης Ρώτας (Χιλιομόδι Κορινθίας, 1889-Αθήνα, 1977) ήταν Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και λόγιος από τους εκλεκτούς του τόπου μας.

Ο Βασίλης Ρώτας
Ο Βασίλης Ρώτας

Ο Βίος του Βασίλη Ρώτα

Ο Βασίλης Ρώτας γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1889 στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κορίνθου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως έφεδρος αξιωματικός. Έπειτα μονιμοποιήθηκε στο Στρατό. Το 1921 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Κατερίνα Γιαννακοπούλου και απέκτησαν τρία παιδιά. Επειδή τραυματίστηκε βγήκε σε πολεμική διαθεσιμότητα με βαθμό του συνταγματάρχη το 1930. Τον ίδιο χρόνο που αποστρατεύτηκε ίδρυσε το «Θέατρο του Λαού» και δίδαξε σε διάφορες Σχολές Θεάτρου. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, με το θίασο του, περιόδευε τα ελληνικά βουνά και έδινε παραστάσεις για την ψυχαγωγία των ανταρτών. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνδέθηκε με την συγγραφέα Βούλα Δαμιανάκου και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος στη Νέα Μάκρη. Ο μπαρμπα-Βασίλης -έτσι τον έλεγαν οι απλοί άνθρωποι- πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση στις 30 Μαΐου 1977 σε ηλικία 88 ετών.

Ο λογοτέχνης Βασίλης Ρώτας

Ο Βασίλης Ρώτας παρουσιάστηκε πολύ νωρίς στα γράμματα με ποιήματα του που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά. Παράλληλα έγραψε διηγήματα, κριτικές και άρθρα σε άψογη δημοτική γλώσσα. Πλούτισε την θεατρική θεματογραφία με έργα που γνώρισαν σκηνική επιτυχία. Στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας πρόσφερε πάρα πολλά. Θέατρο και ποίηση για παιδιά δοσμένα με τη γραφίδα Ρώτα ανέβασαν το επίπεδο της παιδικής μας λογοτεχνίας.

Μοναδικές σε ποιότητα και όγκο είναι οι μεταφράσεις των έργων του Σαίξπηρ, που έκανε με τη βοήθεια της Βούλας Δαμιανάκου. Επίσης μετάφρασε αρχαίους Έλληνες, όπως Αριστοφάνη, Ησίοδο και άλλους. Το έργο του Ρώτα, ιδιαίτερα το ποιητικό, ξεχωρίζει για το γνήσιο ελληνικό του χαρακτήρα. Δεν δέχτηκε ξένες επιδράσεις. Αν από κάπου επηρεάστηκε, ήταν το δημοτικό μας τραγούδι, γι’ αυτό και ο στίχος του είναι αδρός, ρωμαλέος, στιβαρός.

Το έργο του Βασίλη Ρώτα

  • Να ζει το Μεσολόγγι
  • Ρήγας Βελεστινλής
  • Ελληνικά Νιάτα
  • Το πιάνο
  • Γάμος παρά τρίχα
  • Γραμματιζούμενοι
  • Το τραγούδι των σκοτωμένων
  • Κρυφός Καημός
  • Κιθάρα και γαρούφαλο
  • Τραγούδια της Κατοχής
  • Ο χορός των παιχνιδιών
  • Τα κορίτσια επαναστατούν
  • Ο Καρδούλας
  • Σπιτίσιο φαΐ
  • Σε γνωρίζω από την κόψη
  • Παιδιάτικα τραγούδια

Ανθεστήρια, οι αρχαίες Απόκριες

Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμή του Διονύσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τελείωνε με την τελετή της χύτρας, που περιφερόταν μουντζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς.

Ανθεστήρια, οι αρχαίες Απόκριες
Παιδιά που διασκεδάζουν με αμαξάκι τη δεύτερη ημέρα των Ανθεστηρίων

Η ορφική αίρεση

Ξεκινώντας από τη Θράκη, η ορφική αίρεση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στο 6ο αιώνα π.Χ. είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα. Ο Διονύσιος Ζαγρέας και ο Ορφέας αποτελούσαν το μοχλό της πίστης των ορφικών, που αποτελούσαν τα ορφικά μυστήρια ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον θεό που δίνει ψυχή στα πάντα.

Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώστε να φθάσει στον καθαρμό.

Διάφοροι απατεώνες (οι «ορφεοτελεστές») περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και, έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του 6ου π.Χ. αιώνα.

«Τα Ανθεστήρια τελείωσαν!»

Ήταν γύρω στο 535π.Χ., όταν ο τύραννος Πεισίστρατος καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια: η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία. Με κατάληξη τη γέννηση του αρχαίου δράματος. Η κλασική αθηναϊκή γιορτή ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες,που είχαν κομματιάσει το Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν, φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι ψυχές!Τα Ανθεστήρια τελείωσαν!».

Τα Λήναια

Νωρίτερα, οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Λήναια προς τιμήν του Ληναίου Διονύσου και σε ανάμνηση του πρώτου πατητηριού (ληνός=πατητήρι). Το Λήναιο, ο ναός του θεού, βρισκόταν στη συνοικία των Λιμνών, στα νότια της Ακρόπολης. Μετά την απαραίτητη κρασοκατάνυξη, όλοι πήγαιναν σε ένα δημόσιο συμπόσιο, προσφορά της Πολιτείας. Μεθούσαν και κινούσαν για το κέντρο της πόλης, χορεύοντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλον με χοντροκομμένα αστεία και τραγουδώντας «εγκώμια» στον Διόνυσο, άλλοι μασκαρεμένοι σε Σατύρους, Σειληνούς και Πάνες κι άλλοι σε ό,τι έμπνευση τους ερχόταν.

Πήγαιναν είτε με τα πόδια είτε πάνω σε άμαξες και μ’ αυτά γεννήθηκαν τα «εξ αμάξης» αστεία και ο διθύραμβος. ήταν ένα είδος ποιήματος «εξημμένης, ταραχώδους και μεγαλοστόμου εμπνεύσεως», που τραγουδιόταν προς τιμήν του θεού από κάποιον ανεβασμένο σε ένα τραπέζι. Ονομαζόταν «ελεός».

Τα Ανθεστήρια γεννούν το θέατρο

Στα 530πΧ., ο Θέσπις αντικατέστησε τον ελεό με ηθοποιό. Του έδινε να απαγγείλει μονωδίες και έτοιμους διαλόγους με τον κορυφαίο του χωριού, ο οποίος απαντούσε με βάση το κείμενο. Άρεσε. Ο Θέσπις έστησε επιχείρηση με «περιοδεύοντα θίασο» κι έδινε παραστάσεις ανά τους δήμους της Αττικής, μεταφέροντας με ένα κάρο μια πρόχειρη φορητή σκηνή. Η επιχείρηση έπιασε. Βρέθηκαν μιμητές, καθιερώθηκαν αγώνες για το καλύτερο έργο κι ο Θέσπις βγήκε πρώτος νικητής. Είχε γεννηθεί το θέατρο. Κι αμέσως ακολούθησε το δράμα, με τη έννοια του δρώμενου. Το δράμα χωρίστηκε σε τραγωδία, κωμωδία και «σατυρικό δράμα», για να θυμίζει ότι όλα ξεκίνησαν από τη λατρεία του Διονύσου.

Το πρώτο δράμα παρουσιάστηκε στα Λήναια, σε πρόχειρο θέατρο. Στα 478π.Χ., το πρόχειρο θέατρο κατέρρευσε κι έτσι χτίστηκε ξύλινο, στη θέση που αργότερα υψώθηκε το πέτρινο Διονυσιακό.

Λιγότερο από ένας μήνας χώριζε τα Ανθεστήρια από τα Μεγάλα Διονύσια. Ξεκινούσαν με τον «Προάγωνα», την τελετή «πριν από τον αγώνα», που απαγγελλόταν δημόσια και περιελάμβανε την παρουσίαση των θεατρικών έργων, καθώς και τους συντελεστές τους.

Ακολουθούσε η μεγαλόπρεπη πομπή με το άγαλμα του θεού να περιφέρεται στην πόλη και να περιστοιχίζεται από Σατύρους, Σειληνούς, ορχήστρες και χορωδίες. Κατάληξη της πομπής ήταν το διονυσιακό θέατρο, όπου γίνονταν σπονδές στον θεό, για να ακολουθήσει ο διαγωνισμός διθυράμβου.

Κάποια στιγμή χορτασμένοι και μεθυσμένοι οι Αθηναίοι ξεκινούσαν νέα βόλτα στην Αθήνα, χορεύοντας, φορώντας στεφάνια και μάσκες και τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια. Η εκδήλωση ονομαζόταν «κώμος» και προηγούνταν των θεατρικών παραστάσεων, που διαρκούσαν τρεις με τέσσερις ημέρες.

Γιορτές και πανηγύρια τελείωναν κάποτε, για να μπορέσουν οι Αθηναίοι να πάρουν μια ανάσα πριν μπουν στα Μουνίχια, καινούργια γιορτή αφιερωμένη στην Άρτεμη.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων κατά την περίοδο 1896 – 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους Παλαμά, Σικελιανό και Καζαντζάκη ίδρυσε την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν και πρώτος πρόεδρος (1934-37).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ο Βίος του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Ο πατέρας του, Διονύσιος, καταγόταν από τη Ζάκυνθο, με απώτατες ρίζες από την Πελοπόννησο: οι Ξυνήδες ή Ξυνόπουλοι είχαν εγκατασταθεί στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο τον 16ο αιώνα . Η μητέρα του Ευθαλία από την Πόλη με απώτατες ρίζες από την Καισάρεια. Ο πατέρας του είχε πάει αρχικά στην Αθήνα όπου στα χρόνια του Όθωνα κατατάχθηκε στο ιππικό και «ανδραγάθησε στην καταδίωξη της ληστείας». Όμως επειδή θεώρησε πως αδικήθηκε στις κρίσεις και τις προαγωγές — είχε φτάσει μέχρι το βαθμό του υπίλαρχου— έφυγε για την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Η μητέρα του Ευθαλία ήταν μία από τις αδελφές ενός φίλου του πατέρα του Διονύσιου, του Νικόλαου Θωμά, φαρμακοποιού του Φαναρίου και μυρεψού του Πατριαρχείου, με τη μεσολάβηση του οποίου και έγινε ο γάμος των δύο. Η μητέρα του είχε Φαναριώτική καταγωγή και ήταν αδελφή του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Καλλίνικου. Έντεκα μήνες μετά τη γέννησή του μετέβη στη Ζάκυνθο. Ο Ξενόπουλος είχε άλλα πέντε αδέλφια: τη Μαρία-Αναστασία που πέθανε μωρό, την Όλγα, τον Στέφανο, την Αικατερίνη (πέθανε το 1934) και τη Χαρίκλεια, η οποία ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και πέθανε το 1973. Ο Ξενόπουλος συντηρούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό της τη μητέρα του και μετά με τη διαθήκη του μερίμνησε για την αδελφή του Χαρίκλεια. Ο Γρηγόριος έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο, μέχρι το 1883, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει Φυσικομαθηματικά, μετά από προτροπή του φίλου του Νικολάου Μοτσενίγου (αδερφού του συμμαθητή του Ξενόπουλου Σωτηρίου Μοτσενίγου), ο οποίος σπούδαζε ήδη φυσικομαθηματικός στην Αθήνα. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ: από το πρώτο ήδη έτος είχε αρχίσει την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η οποία ήταν και η μοναδική πηγή εσόδων του.

Από το 1892 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στην Αθήνα και το 1894 νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη Διογενίδη. Το ζευγάρι χώρισε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ είχαν ήδη αποκτήσει μια κόρη και ο συγγραφέας νυμφεύθηκε ξανά το 1901 τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.

Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών στις οποίες δημοσίευε μελέτες, άρθρα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Το 1894 ανέλαβε τη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Εστίας, το 1896 έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων, του οποίου ήταν και συνδρομητής κατά τα παιδικά του χρόνια. Από το 1901 ως το 1912 δημοσίευε στο περιοδικό Παναθήναια λογοτεχνικά έργα και μελέτες και από το 1912 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα Έθνος  γράφοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες. Το 1927 ίδρυσε το περιοδικό  Νέα Εστία, του οποίου ήταν διευθυντής ως το 1934. To 1939 έγινε μέλος της πρώτης επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Στη Κατοχή συμμετείχε στην ελληνόφωνη ιταλική εφημερίδα Κουαδρίβιο  που προήγαγε την συνεργασία με τους Ιταλούς.

Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 1951 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Το πεζογραφικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1888 με το μυθιστόρημα Ο ανθρωπος του κόσμου. Αυτό και το επόμενο μυθιστόρημά του, Νικόλας Σιγαλός (1890), «αθηναϊκά» μυθιστορήματα, ήταν αποτυχημένα. Έπειτα στράφηκε στην έμπνευση από την πατρίδα του και έγραψε κάποια από τα καλύτερά του έργα, Μαργαρίτα Στέφα (1893), Κόκκινος βράχος (1905). Ακολούθησαν έργα «αθηναϊκά», τα σημαντικότερα από τα οποία είναι Ο πόλεμος (1914) και Οι μυστικοί αρραβώνες (1915) και το «ζακυνθινό» Λάουρα (1915), επίσης ένα από τα καλύτερά του. Η πιο φιλόδοξη συγγραφική του απόπειρα ήταν η κοινωνική τριλογία Πλούσιοι και φτωχοί (1919), Τίμιοι και άτιμοι (1921), Τυχεροί και άτυχοι (1924). Τα δύο πρώτα αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα και πιο ώριμα έργα του. Άλλα αξιόλογα έργα του που ακολούθησαν είναι τα: Αναδυομένη  (1925), Ισαβέλλα  (1923), Τερέζα Βάρμα-Δακόστα (1925).

Τα έργα του διαδραματίζονται στην Αθήνα και τη Ζάκυνθο. Θεωρείται ο εισηγητής του «αστικού μυθιστορήματος», δηλαδή του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στα αστικά κέντρα. Βασικό θέμα στα έργα του είναι ο έρωτας, κυρίως έρωτας μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις.

Η ικανότητά του να γράφει εύκολα και γρήγορα τον οδήγησε κάποιες φορές σε «εκπτώσεις» ως προς την ποιότητα. Πολλοί τον κατηγόρησαν, όταν άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα σε συνέχειες, ότι έκανε πολύ εύκολα παραχωρήσεις στα γούστα του αναγνωστικού κοινού και ότι χρησιμοποιούσε συχνά προκλητικές για την εποχή ερωτικές σκηνές για να κερδίζει χρήματα. Όλοι όμως επισημαίνουν αρετές του έργου του, όπως η αφηγηματική ευχέρεια, η ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η παρατηρητικότητα.

Το αστικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Τα έργα του Ξενόπουλου είναι περισσότερο για ψυχαγωγία παρά για φιλολογική ανάλυση. Ο αστικός ρεαλισμός που επικρατούσε αυτή την εποχή στην Ευρώπη και στην Αμερική επηρεάζει και τα έργα του Ξενόπουλου. Για το λόγο αυτό ο Ξενόπουλος θεωρείται από πολλούς εισηγητής του αστικού μυθιστορήματος με προσπάθειες για την αντανάκλαση της ίδιας της πραγματικότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Ξενόπουλος ανήκει στη γενιά του 1880, χρονολογία η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Αρχή νεοελληνικής αναγέννησης με τον Κωστή Παλαμά αλλά και τον Εμμανουήλ Ροΐδη με το μυθιστόρημα του Η Πάπισσα Ιωάννα).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε γνώστης της σχετικής παράδοσης αλλά και καινοτόμος νεωτεριστής. Η στροφή του προς τον αστικό ρεαλισμό υπήρξε βασικά ιδιάζουσα παρέκκλιση από την ηθογραφία. Ο αστικός ρεαλισμός χρησίμευε για την κάλυψη του κενού – την απουσία ενός μέσου στρώματος αναγνωστών που θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος για μια πολύπλευρη ανάπτυξη λογοτεχνικής γραφής. Τα πρώτα του μυθιστορήματα εξελίσσονται στην Αθήνα με υλικό τη φοιτητική ζωή, πριν ο συγγραφέας κλείσει τα 30. Παραμένει πάντα ο ψυχογράφος. Ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί περιστατικά και από την ίδια του τη ζωή με τρόπο όμως που αυτά να περνάνε σαν φανταστικά.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θεατρικός συγγραφέας

Το πρώτο του θεατρικό έργο, Ο ψυχοπατέρας, παρουσιάστηκε το 1895. Από τις αρχές του αιώνα άρχισε να συνεργάζεται με τη Νέα Σκηνή του Κων/νου Χρηστομάνου. Τα σπουδαιότερα θεατρικά του έργα είναι: Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας (1904), η Στέλλα Βιολάντη (1909, με την Μαρίκα Κοτοπούλη), Φοιτηταί. Ο Ξενόπουλος έγραψε συνολικά 46 διαφορετικά θεατρικά έργα. Το 1901 πρωταγωνίστησε μαζί με τον  Παλαμά για την ίδρυση της Νέας Σκηνής και χάρη στη γνώση ξένων γλωσσών ενημερωνόταν έγκαιρα για σημαντικά πνευματικά συμβάντα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Έγραφε προλόγους για τον Ίψεν και ζούσε το θέατρο, ζυμωνόταν η καθημερινή ζωή του με αυτό. Πολλά δράματα του είχαν αρχικά γραφτεί ως πεζογραφήματα και έπειτα μεταφέρθηκαν στη σκηνή. (Π.χ. Έρως εσταυρωμένος – Στέλλα Βιολάντη). Μετέφρασε και διασκεύασε αρκετά ξένα έργα και η στάθμη της γραφής του ήταν σε όλες τις περιπτώσεις υψηλά. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές δραματουργικών διαγωνισμών και το Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας εγκαινιάστηκε στα 1932 με δικό του έργο «Ο θείος Όνειρος».

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο σοσιαλισμός

Ο Ξενόπουλος, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια δεν ήταν αριστοκράτης. Παρακολουθούσε ωστόσο τα προβλήματα των ανερχόμενων αστών όσο και των πιο φτωχών. Ερχόμενος στην Αθήνα έφερε μαζί του την ιδέα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τον Δρακούλη και τους άλλους επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος, ενώθηκε με αυτούς και βοήθησε στην έκδοση των σοσιαλιστικών εφημερίδων «Άρδην» και «Κοινωνία». Το 1885 έγινε μάλιστα συντάκτης του «Άρδην». Τις θέσεις του για το σοσιαλισμό μπορούμε να δούμε καλύτερα στο Πλούσιοι και Φτωχοί. Ο Ξενόπουλος πίστευε σ΄ένα σοσιαλισμό που θα άλλαζε την κοινωνία χωρίς βίαιες ανατροπές. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν το συμφέρον τους, οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα έρχονταν σε συνεννόηση χωρίς βία. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να βάλει τέλος στο διαχωρισμό των 2 φυλών. Το ιδανικό του σοσιαλισμού θα εξασφάλιζε σε κάθε άνθρωπο οποιασδήποτε ράτσας τροφή, κατοικία και ενδυμασία, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει ποτέ σε μία εντελώς ισότητα. Αρχικά ο Ξενόπουλος θεώρησε τις σοσιαλιστικές ιδέες τις μόνες που θα μπορούσαν να διορθώσουν την ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Ωστόσο την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδεών δεν την ήθελε βίαια με ανατροπές και επαναστάσεις που θα δημιουργούσαν θύματα. Με την άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού –πίστευε- θα καταλάβαιναν οι άνθρωποι το πραγματικό τους συμφέρον. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε το γράψιμο ως οφειλή διαπαιδαγώγησης και έργο ευθύνης υπέρ του συνόλου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρηγόριος_Ξενόπουλος

Ο Αριστοτέλης (384π.Χ.-322π.Χ.)

Ο Αριστοτέλης Νικομάχου Σταγειρίτης (Αρχαία Στάγειρα, 384 π.Χ. – Χαλκίδα, 322 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και επιστήμονας που γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Τα έργα του αναφέρονται σε πολλές επιστήμες, όπως φυσική, βιολογία, ζωολογία, μεταφυσική, λογική, ηθική, ποίηση, θέατρο, μουσική, ρητορική, πολιτική κ.ά, και συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στη Δυτική Φιλοσοφία.

Ο Αριστοτέλης Νικομάχου
Ο Αριστοτέλης Νικομάχου

Ο Βίος του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα Χαλκιδικής το 384π.Χ. Ο πατέρας του ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’ . Ορφανός από χρόνια ο Αριστοτέλης ήρθε το 365π.Χ. στην Αθήνα να σπουδάσει στην Ακαδημία, τη σχολή του Πλάτωνα. Από τότε είχε αρχίσει να διαφαίνεται μία όχι ασήμαντη διαφορά στην προσωπικότητα των δύο ανδρών και στη γενικότερη στάση τους απέναντι στη γνώση και τη φιλοσοφία. Στα είκοσι χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία κύριο έργο του, μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, είχε την επιστημονική έρευνα και διδασκαλία. Οι ιδέες του συχνά τον έφερναν αντιμέτωπο με τους άλλους συναδέλφους του στην Ακαδημία. Και του Πλάτωνα οι βασικές διδασκαλίες δεν ξέφυγαν τον έλεγχο του. Έντονη ήταν και η κριτική του σε βάρος άλλων σχολών και τους εκπροσώπους τους. Ο χαρακτήρας δεν ήταν ασφαλώς άσχετος με αυτό, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια που τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των απόψεων των άλλων. Ο ίδιος μας βεβαιώνει πώς όταν είχε να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους και την αλήθεια «όσιον προτιμάν την αλήθειαν».

Αμέσως μετά το θάνατο του Πλάτωνα (347π.Χ.) ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε και την Ακαδημία και την Αθήνα. Έχει υποστηριχθεί ότι ο Αριστοτέλης πικράθηκε που δεν ανέλαβε τη σχολή του Πλάτωνα ο ίδιος αλλά ο ανηψιός του Πλάτωνα ο Σπεύσιππος, κάτι που ήταν πολύ λογικό αν λάβουμε υπόψιν το αττικό δίκαιο. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Αθήνα για καθαρά πολιτικούς λόγους (εκείνη την εποχή ισχυροποιείται στην Αθήνα το αντιμακεδονικό κόμμα με επικεφαλής το Δημοσθένη, ενώ ο Αριστοτέλης διατηρούσε σχέσεις με τη μακεδονική αυλή).

Ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην Άσσο μια πόλη στα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από τη βόρεια Λέσβο. Εκεί ο Αριστοτέλης βρίσκει νέα ενδιαφέροντα, ανακαλύπτει τον κόσμο των ζώων και των φυτών. Στην Άσσο ή τη Μυτιλήνη όπου εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα (346) συνάντησε και τον πιο πιστό του μαθητή τον Θεόφραστο. Με πρόσκληση του βασιλιά Φίλιππου ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε το 343π.Χ. στη Μακεδονία, αναλαμβάνοντας την αγωγή του Αλέξανδρου. Η αγωγή που πήρε ο Αλέξανδρος από τον Αριστοτέλη έκανε να ριζώσει στην ψυχή του μια βαθιά σχέση με τη γενικότερη παιδεία των Ελλήνων.

Το 335π.Χ. ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα όπου συνέχισε τις έρευνες του, παράλληλα όμως ασκούσε και διδακτικό έργο, όχι στην Ακαδημία αλλά στο Λύκειο, ένα δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό.

Η αναγγελία θανάτου του Αλέξανδρου σήμανε το τέλος της ήρεμης και αποδοτικότατης αυτής περιόδου της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Αριστοτέλη. Ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε για ασέβεια επειδή είχε γράψει στη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ποιήματος του Απόλλων, ένα ποίημα για έναν φίλο του, που είχε βρει μαρτυρικό θάνατο. Οι Αθηναίοι είχα βαθύτατα ενοχληθεί από το γεγονός ότι το ποιητικό αυτό όχημα είχε χρησιμοποιηθεί για να υμνηθεί ένας δηλωμένος φίλος του βασιλιά της Μακεδονίας. Ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα. Αυτή τη φορά πήγε να ζήσει στην Χαλκίδα., στο σπίτι που είχε εκεί από τη μητέρα του, Φαιστίδα. Ο θάνατος τον βρήκε εκεί την επόμενη χρονιά, το έτος 322π.Χ.

Ο Αριστοτέλης και η παιδεία

Η πολυμερής διάνοια του Αριστοτέλη δεν ήταν δυνατόν να μην ασχοληθεί με τη βασικότερη λειτουργία της πολιτείας, την παιδεία. Πέρα από το πλήθος των άλλων φιλοσοφικών του συγγραφών ο Σταγερίτης συνέγραψε έργο και για την παιδεία το οποίο όμως δε σώθηκε. Για τον παιδευτικό αυτό θεσμό ευρίσκονται εγκατασπαρμένες γνώμες του μέσα στο ευρύ φιλοσοφικό έργο, από τις οποίες γίνονται προσπάθειες να συγκροτηθεί κάποιο σύστημα με τις απόψεις του για την παιδεία.

Ο Αριστοτέλης εντάσσει την παιδεία στις θεμελιώδεις λειτουργίες της πολιτείας. Η παιδεία δεν είναι ατομική ευθύνη, αλλά ζήτημα ουσιαστικό της πολιτείας. Σκοπός της πολιτείας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι να οδηγήσει τους πολίτες στην άριστη ζωή, στην ευδαιμονία. Την άριστη αυτή ζωή οδεύει να η πραγματώσει όχι με υλικά αγαθά, αλλά με ψυχικές αρετές. Δεν είναι βέβαια έξω από τους σκοπούς της πολιτείας η αυτάρκεια και η ικανοποίηση όλων των υλικών και ηθικών αναγκών του πολίτη αλλά αυτός δεν είναι οι μόνος. Το τέρμα αυτής της πορείας είναι το «ευ ζην», η ευδαιμονία.

Επομένως η πρώτη φροντίδα της πολιτείας είναι η αρετή, η διαμόρφωση ενάρετων πολιτών. Αυτό αυτομάτως παραπέμπει στην παιδεία για αρετή. Η πολιτεία καλείται να πραγματώσει την ενότητα και τη διαιώνιση της και τον τελικό σκοπό της παιδεύοντας τους πολίτες, για να τους οδηγήσει στην ευδαιμονία.

Ο Σταγειρίτης θέτει ως σκοπό της παιδείας την αρετή, η οποία οδηγεί στην ευδαιμονία τον ανθρώπινο βίο μέσα στην κοινότητα. Μόνο μέσα στην κοινότητα ασκείται κατά άρτιο τρόπο η αρετή, μόνο με τη συνύπαρξη με τους άλλους δοκιμάζεται η ποιοτική στάθμη και η περαιτέρω η δική μας αντοχή.

Η παιδεία, λοιπόν, ως θεμελιώδης λειτουργία της πολιτείας αποσκοπεί στη διαμόρφωση άριστων πολιτών, στην άριστη πολιτεία, στη διαμόρφωση ευδαιμόνων πολιτών, ανδρείων και ικανών για το «ευ ζην». Ευδαιμονία όμως σημαίνει ηθικοποίηση του ανθρώπου. Επομένως η παιδεία οφείλει να καλλιεργεί την πρωτόγονη, την άμορφη φύση του με όλες τις κληρονομικές προδιαθέσεις, για αυτοκυριαρχία με βάση το λόγο, και να τον διαμορφώσει χάριν της «πόλεως». Σε αυτό βοηθά η μορφωσιμότητα, που είναι το θεμελιώδες υπόστρωμα για την πραγμάτωση του σκοπού της παιδείας. Μόρφωση, λοιπόν, σημαίνει η διάπλαση της ψυχής του ανθρώπου και του λογικού και του αλόγου. μέρους της.

Για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός της αγωγής και να διαπαιδαγωγηθεί καταλλήλως ο άνθρωπος πρέπει να συντρέχουν ορισμένες ευνοϊκές προϋποθέσεις. Αυτές είναι τρεις: φύσις, έθος, λόγος. Με τον όρο φύσις νοούνται όλες οι φυσικές, κληρονομικές προδιαθέσεις του ατόμου, τα κληρονομικά στοιχεία. Για να υπάρξει αγαθή φύση πρέπει το παιδευτικό σύστημα να μεριμνά ακόμη και πριν τη γέννηση των παιδιών. Μεριμνά για τις ενώσεις των ανδρών και των γυναικών, καθορίζει τα του γάμου, φροντίζει για την τεκνογονία και την ευγονία.

Έθος είναι ο εθισμός που κατορθώνεται μέσα στον οικογενειακό και κοινωνικό χώρο. Το έθος φροντίζει για τη δημιουργία κατάλληλου παιδευτικού περιβάλλοντος, αι εννοείται πάντοτε το οικογενειακό και το κοινωνικό.

Λόγος είναι η καθοδήγηση με το λόγο, η διαπαιδαγώγηση με τη διδασκαλία, με το λόγο. Ο λόγος είναι η ισχυρή δύναμη. όταν ασκείται σωστά είναι η διανοητική αρετή, η φρόνηση που καθιστά τον άνθρωπο φρόνιμο και τον βοηθά να πράττει κάθε φορά αυτό που πρέπει.

Τα στάδια της παιδείας κατά τον Αριστοτέλη

Τρία είναι τα στάδια της παιδείας. Πρώτα η διάπλαση του σώματος, έπεται το άλογο (ορέξεις) μέρος της ψυχής και ακολουθεί η διαμόρφωση του λογικού μέρους της. Η πρώτη περίοδος καλύπτει την ηλικία μέχρι το 7ο έτος, η δεύτερη μέχρι το 14ο και η τρίτη τερματίζεται στο 21ο έτος.

Κατά την πρώτη περίοδο η αγωγή είναι αποκλειστική μέριμνα των γονέων, είναι οικογενειακή υπόθεση. Οι γονείς φροντίζουν για την καλή τροφή του παιδιού (1ο έτος), για τη λογική άσκηση, ώστε να αναπτυχθεί σωστά το σώμα(2-5 έτη) και στη συνέχεια εισάγεται στις γνώσεις (5-7 έτη) . Το παιδί βλέπει και ακούει αυτά που μάθει αργότερα. Ασχολείται με το παιχνίδι, προσοχή όμως χρειάζεται στους λόγους και τις πράξεις των μεγαλυτέρων. Μεριμνά ακόμα και για την ηθικοπλαστική πλευρά της οικογενειακής αγωγής.

Η δεύτερη περίοδος (7-14) είναι η περίοδος της συστηματικής αγωγής, η οποία είναι κοινή και υποχρεωτική για όλους, αποκλειστικό έργο της πολιτείας, και τελεί υπό την αυστηρή εποπτεία των αρχόντων.

Η τρίτη περίοδος (14-21 ετών) είναι η τελευταία. Τότε ο έφηβος πλέον κατανοεί τις υψηλές ιδέες και αξίες και τότε επιδιώκεται η πνευματική και ηθική του ανάπτυξη και αυτάρκεια.

Το σχολικό πρόγραμμα του Αριστοτέλη

Κατά την περίοδο της συστηματικής αγωγής (7-14) προβλέπει την υποχρεωτική διδασκαλία της γραφής, της ανάγνωσης, της γυμναστικής, της μουσικής και της γραφικής (ζωγραφικής). το παιχνίδι της προσχολικής ηλικίας παραχωρεί τη θέση του στη μάθηση. Παράλληλα καλλιεργείται και το ήθος.

Τα μαθήματα της ανώτερης περιόδου (14-21) είναι η γραμματική, η λογοτεχνία, η ρητορική, η διαλεκτική, η φιλοσοφία.

Η μουσική του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης θεωρεί τη μουσική πολύ σημαντικό παράγοντα της αγωγής που πρέπει να χρησιμοποιείται σε όλες τις ηλικίες . Γενικώς τονίζει ότι η καλλιτεχνική εκπαίδευση είναι αναγκαία όχι μόνο για την επίδραση που ασκεί στη φύση, αλλά και διότι παρέχει τη δυνατότητα στους ελεύθερους πολίτες να καλύπτουν τις ελεύθερες ώρες τους.

Η μουσική επειδή με το ρυθμό απεικονίζει ψυχικές καταστάσεις ασκεί επίδραση στην ψυχή του νέου και τον χαρακτήρα του. Η ηθική αυτή επίδραση είναι σημαντική και χρησιμοποιείται ως μέσο για παιδευτικούς σκοπούς. Χρησιμοποιείται μέσω παιχνιδιού για ανάπαυση, για ανακούφιση γιατί ευχαρίστως το παιδί ασχολείται με αυτό. Ακόμη συντελεί στη διέγερση για μεγαλύτερη δραστηριότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται για ψυχολογικούς-ιατρικούς σκοπούς, με την έννοια αυτή εννοείται η κάθαρση, η απαλλαγή της φύσης από βαρύνουσες παθολογικές καταστάσεις.

Πηγή: www.enet.gr