Ο Άγιος Νικόλαος Λασιθίου (300π.Χ.-…)

Ο Άγιος Νικόλαος είναι η πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου και βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κρήτης, στη Δυτική πλευρά του κόλπου του Μιραμπέλλου. Η ονομασία του προήλθε από το βυζαντινό εκκλησάκι που βρίσκεται στον όρμο Αγίου Νικολάου. Παλαιότερα ονομαζόταν «Μαντράκι», καθώς υπήρχαν πολλές μάντρες με κατσίκια που ξεχειμώνιαζαν. Άλλη γνωστή ονομασία, που ακόμα χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, είναι «Γιαλός».

Ο Άγιος Νικόλαος
Η Λίμνη Βουλισμένη στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου

Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στον τουρισμό, στην καλλιέργεια ελιάς και στη μη σταβλισμένη κτηνοτροφία. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 11.421 για την πόλη, 12.638 για την δημοτική ενότητα και 27.074 για τον διευρυμένο δήμο Αγίου Νικολάου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης είναι οι πολλές παραλίες της, οι οποίες συχνά πιστοποιούνται για την καθαριότητα και τις παροχές τους.

Ο αρχαίος και ο βυζαντινός Άγιος Νικόλαος

Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Λατούς προς Καμάρα, επίνειο της Λατούς Ετέρας (σημαντική ορεινή πόλη των Δωριέων, 3,5 χιλιόμετρα βόρεια της Κριτσάς). Οι δύο πόλεις αποτελούσαν μια διοικητική ενότητα τον 3ο π.Χ. αιώνα, λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία, προστάτιδα των τοκετών κι είχαν ενιαία νομίσματα που από το ένα μέρος εικόνιζαν την Ειλειθυία ή την Άρτεμη κι από το άλλο τον Ερμή με τη λέξη ΛΑΤΙΩΝ. Οι πολίτες της Λατούς προς Καμάρα ονόμαζαν τους εαυτούς τους Καμαρίτες.

Η Λατώ προς Καμάρα, ως λιμάνι, αναπτύχθηκε την περίοδο αυτή πληθυσμιακά και οικονομικά ενώ αντίθετα η Λατώ άρχισε να φθίνει. Από την περίοδο αυτή έχουν ανεβρεθεί αγάλματα, επιγραφές και πολλοί τάφοι στην περιοχή του ποταμού. Τα κτερίσματα των τάφων αρκετά από τα οποία είναι ενδιαφέροντα, εκτίθενται στο αρχαιολογικό Μουσείο.

Την πρώτη Βυζαντινή περίοδο εξακολουθούσε να υπάρχει ως αξιόλογη πόλη, η Επισκοπή Καμάρας, όπως αναφέρεται στο Συνέκδημο από τον Ιεροκλή.

Ο Άγιος Νικόλαος των Ενετών

Στις αρχές του 13ου αιώνα, ίσως το 1206, κατασκευάστηκε στο ύψωμα όπου σήμερα είναι η νομαρχία ένα φρούριο, πιθανόν από το Γενοβέζο Ενρίκο Πεσκατόρε. Το φρούριο ονομάστηκε Μιραμπέλλο και έδωσε το όνομά του στην επαρχία Μιραμπέλου και στον κόλπο. Το φρούριο καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το 1303, αλλά οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν. Το 1374 αναφέρεται ως Castro Mirabelli και διέθετε αποθήκη αλατιού από τις αλυκές της Ελούντας, το οποίο στη συνέχεια εξαγόταν στην Ευρώπη. Το φρούριο εγκαταλείφθηκε και έγινε αποθήκη όταν σταμάτησαν οι επαναστάσεις εναντίον των Βενετών.

Το φρούριο Μιραμπέλου καταστράφηκε το 1537 από Τούρκους πειρατές, αλλά ανακατασκευάστηκε σε σχέδιο του Μικέλε Σαμιτσέλι. Γύρω από το φρούριο αναπτύχθηκε οικισμός (βούργος). Στην απογραφή του Καστροφύλακα ο οικισμός αναφέρεται ως Mirabello proprio με 753 κατοίκους, κυρίως ψαράδες. Το 1630 αναφέρεται από τον Φραντσέσκο Μπαζιλικάτα ως Μιράμπελο Καστέλο και ότι στα ελληνικά ο οικισμός λεγόταν Βουλισμένη, από τη λίμνη.

Το 1646, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου, ο φρούραρχος Κολονέλο Μπαλντέλα παρέδωσε αμέσως το φρούριο στους Τούρκους που το περικύκλωσαν. Αυτή η πράξη θεωρήθηκε προδοσία και ο Μπαλντέλα κρεμάστηκε. Οι Βενετοί ανακατέλαβαν το φρούριο, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να το κρατήσουν στην κατοχή τους το κατέστρεψαν, αφού το φρούριο της Σπιναλόγκας κάλυπτε τις ανάγκες τους.

Το 1671 αναφέρεται στην τουρκική απογραφή ως Nefs Meranblo με 42 χαράτσια, που σημαίνει ότι κατοικούνταν. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 δεν αναφέρεται και η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Όμως το λιμάνι χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή προϊόντων της επαρχίας όπως χαρούπια. Το 1845 ο Victor Raulin αναφέρει ότι υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες ερειπωμένες που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες χαρουπιών.

Το Μαντράκι

Ο σύγχρονος οικισμός δημιουργήθηκε με την επανάσταση του 1866, από κατοίκους της Φουρνής, της Κριτσάς, του Ηρακλείου και των Σφακίων. Τα ερείπια του ενετικού φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά των νέων κτιρίων. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του 1881, όταν είχε 87 Χριστιανούς και 8 Τούρκους κατοίκους. Αρχικά ονομαζόταν «Μαντράκι» αλλά πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος» από το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι του 9ου αιώνα που βρίσκεται στην χερσόνησο Αμμούδι, περίπου 2 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Το 1900 ο Άγιος Νικόλαος γίνεται η έδρα του Δήμου Κριτσάς. Το 1904 η έδρα του Δήμου Λασιθίου μετακινήθηκε από την Νεάπολη στον Άγιο Νικόλαο.

Η Λίμνη Βουλισμένη

H Λίμνη Βουλισμένη («Λίμνη» για τους Αγιονικολιώτες) είναι μια μικρή λιμνοθάλασσα στο κέντρο της πόλης. Η λίμνη συνδέεται με το λιμάνι της πόλης με ένα κανάλι που ανοίχθηκε το 1870. Πολλοί αρχαίοι μύθοι αναφέρουν τη Λίμνη, οι αρχαιότεροι από τους οποίους θέλουν τις θεές Αθηνά και Άρτεμη να λούζονται σε αυτή. Με τη Λίμνη συνδέονται δύο αστικοί μύθοι, ότι δεν υπάρχει πυθμένας, και ότι η Λίμνη συνδέεται με το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Ο τελευταίος μύθος στηρίζεται στο ότι κατά την τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου, τα νερά της Λίμνης φούσκωσαν και πλημμύρισαν τις γύρω από αυτήν αποθήκες. Στον πυθμένα της λίμνης υπάρχει πολεμικό υλικό που εγκαταλείφθηκε από τους Γερμανούς στρατιώτες προτού αποχωρήσουν στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιος_Νικόλαος_Λασιθίου

Το Ηράκλειο (3000π.Χ.-…)

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με 140.730 κατοίκους (απογραφή 2011). Αποτελεί έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, της Περιφέρειας Κρήτης (επανήλθε ως πρωτεύουσα το 1971), καθώς επίσης έδρα της Εκκλησίας της Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου της. Ο Δήμος Ηρακλείου, όπως προέκυψε με το πρόγραμμα Καλλικράτης, είναι ο τέταρτος πολυπληθέστερος της χώρας με 173.993 κατοίκους.

Οι κύριοι οικονομικοί τομείς της πόλης είναι ο τουρισμός, η γεωργία και το εμπόριο. Διαθέτει βιομηχανική περιοχή 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου. Η πόλη του Ηρακλείου ανακηρύχθηκε για το έτος 2017 ως η ταχύτερα τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την κατάταξη το Ηράκλειο αναδείχθηκε ως 20η σε επισκεψιμότητα περιοχή στην Ευρώπη, ως 66η περιοχή στον Πλανήτη και ως 2η στην Ελλάδα για το έτος 2017, με 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και η 19η στην Ευρώπη για το 2018 με 3,4 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Ηράκλειο
Το λιμάνι του Ηρακλείου το βράδυ

Τα ονόματα του Ηρακλείου

Η πόλη στην πολύχρονη ιστορία της άλλαξε πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Κάποια από τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: Ηράκλειον (Μινωϊκή περίοδος, Μυκηναϊκή περίοδος, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Κρητική Πολιτεία, Ελλάδα), Ηράκλεια, Κάστρο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Βυζαντινή), Ραμπντ Αλ Χάντακ (Άραβες), Χάνδαξ (Βυζαντινοί την περίοδο των Αράβων), Μεγάλο Κάστρο (Κρητικοί), Candida (Λατίνοι), Candia (Ενετοί, Ευρωπαίοι), Χώρα (Κρητικοί), Piazza, Καντιγιέ (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Το αρχαίο Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια της Κνωσού, που την περίοδο του μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στο φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα(1ος αι. π.Χ.).

Σε όρυγμα σε βάθος 5μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε ρωμαϊκό νόμισμα του 169μ.Χ. Στο λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα Πρωτογεωμετρικής κεραμεικής (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας).

Βυζαντινοί και Άραβες στο Ηράκλειο

Τη Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α΄ Βυζαντινού ή Ρωμαϊκού τείχους.

Το 823 Άραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ, καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας, κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824, ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα ελληνιστικά και βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Έχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), δημιουργώντας μία περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Όμως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Οι Βυζαντινοί τον Ιούλιο του 960, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου, 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία, στις 6 Μαρτίου του 961 οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά κυρίευσαν την πόλη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών-φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το Κράτος της Βασιλίδας. Αυτήν την πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη, οι Αρχοντικές (Αρχηγικές) Οικογένειες, των γνωστών «Δώδεκα Αρχοντόπουλων».

Το Ηράκλειο της Ενετοκρατίας

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο). Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του Δούκα, γενικού διοικητού της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε «Κάντικα», «Κάντιγκα», «Κάντιντα» και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα «Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια».

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων κ.α., την Ενετική Λέσχη, την λεγόμενη κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο), τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη τη Σιναϊτική Σχολή λογίων και ζωγράφων κ.ά. Το σημαντικότερο όμως ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις.

Με τα έργα και τα κτίρια που έφτιαξαν οι Ενετοί, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραϊσμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί «ψυχή της Βενετίας».

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί Ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Έλληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25.000 κατοίκους εντός των τειχών και 5.000 εκτός των τειχών.

Οθωμανοί και Αιγύπτιοι στο Ηράκλειο

Το 1647 μ.Χ. ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30.000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120.000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669, στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669), όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία κ.α.

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων). Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για Ένωση με το νεοσύστατο Κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841. Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση, από το Ηράκλειο στα Χανιά για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας).

Οι Κρητικοί μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770, 1821, 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Έτσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

Μικρασιάτες στο Ηράκλειο

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας κ.α. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την Ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Το Ηράκλειο και τα αδέλφια του

Το Ηράκλειο έχει αδελφοποιηθεί με τις εξής πόλεις:

  • Κωνστάντζα, Ρουμανία
  • Λεμεσός, Κύπρος
  • Οδησσός, Ουκρανία
  • Τολέδο, Ισπανία
  • Νίζνι Νόβγκοροντ, Ρωσία
  • Μπόζι Νταρ, Τσεχία
  • Τάμπα, Η.Π.Α.
  • Τσουκάριτσα, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειο_Κρήτης

Το Ρέθυμνο (5ος αιώνας π.Χ.-…)

Το Ρέθυμνο είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού (περιφερειακής ενότητας) της Κρήτης και έδρα του μητροπολιτικού ομώνυμου Δήμου της περιφέρειας Κρήτης (πρόγραμμα Καλλικράτης). Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Ρεθύμνης. Εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ οι 10.500 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 34.300 κατοίκους (απογραφή 2011) και του δήμου σε 55.525 κατοίκους. Η ευρύτερη αστική περιοχή έχει πληθυσμό 46.879 κατοίκους, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της Περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου ανέρχεται στους 85.609 κατοίκους. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο και τα Χανιά.

Το Ρέθυμνο
Το Ρέθυμνο

Το Ρέθυμνο που έγινε Αρσινόη

Το Ρέθυμνο είναι χτισμένο στην ίδια θέση με την αρχαία Ρίθυμνα ή Ρήθυμνα ή Ριθυμνία. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης υπάρχουν από τον 5ο-4ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τα αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία έφεραν στη μια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς, και στην άλλη τρίαινα ή δύο δελφίνια ή αίγα. Από την κοπή των νομισμάτων αυτών φαίνεται ότι η πόλη ήταν ανεπτυγμένη με αξιόλογο εμπόριο. Ίσως να είχε αναπτύξει σχέσεις με τους Πτολεμαίους, οι οποίοι την είχαν μετονομάσει σε Αρσινόη.

Βυζαντινοί, Γενουάτες, Ενετοί και Τούρκοι στο Ρέθυμνο

Αξιόλογες μαρτυρίες δεν υπάρχουν για τη βυζαντινή περίοδο μέχρι το 1204, οπότε οι Ενετοί αγόρασαν από τους Φράγκους κατακτητές του Βυζαντίου ολόκληρη την Κρήτη έναντι 10.000 αργυρών μάρκων. Τότε αρχίζει η περίοδος της Ενετοκρατίας, η οποία φτάνει μέχρι το 1669. Οι Ενετοί αρχικά εξεδίωξαν τους Γενουάτες του Ενρίκο Πεσκατόρε και εγκαταστάθηκαν στο νησί. Δεν έδωσαν εντούτοις ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξή του. Τους ενδιέφεραν περισσότερο οι κτήσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Επτάνησα.

Το 1538 ο Χαϊρεντίν (Khair ad Din) Μπαρμπαρόσα, ναύαρχος του Οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Αλγερίας (Μπαρμπαριάς), επιτέθηκε στο νησί. Οι Ενετοί αποφάσισαν να κατασκευάσουν ορισμένα οχυρωματικά έργα. Περιέβαλαν την πόλη με τείχος μήκους 1400 μ. (σήμερα ολοσχερώς κατεστραμμένο), αφήνοντας όμως την από θαλάσσης πλευρά εκτεθειμένη. Ήταν εύκολο έτσι για τον πειρατή Ολουτζ Αλή να την κατακτήσει, το 1562. Οι Ενετοί, διαπιστώνοντας το σφάλμα τους, αφού τον εξεδίωξαν, κατασκεύσαν το περίφημο κάστρο της Φορτέτζας, σωζόμενο σήμερα. Η Φορτέτζα αποτελεί το έμβλημα του Ρεθύμνου.

Ο 16ος αιώνας βρίσκει την πόλη σε μεγάλη πνευματική άνθηση. Πολλοί Ρεθυμνιώτες καλλιτέχνες και λόγιοι εργάζονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Βενετία. Σημαντικές προσωπικότητες είναι ο Μάρκος Μουσούρος, ο Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής και ο αδελφός του Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Ζαχαρίας Καλλέργης, ο ζωγράφος Εμμανουήλ Λαμβάρδος, ο Γεώργιος Χορτάτσης κ.ά.

Η περίοδος αυτή της ακμής διακόπηκε απότομα, όταν στις 13 Νοεμβρίου 1646 το Ρέθυμνο και το 1669 εξ ολοκλήρου η Κρήτη κατακτήθηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι οδήγησαν την πόλη σε μαρασμό. Οι κάτοικοί της σταδιακά άρχισαν να την εγκαταλείπουν, αλλά δεν έλειψαν και οι μικροεξεγέρσεις. Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Κρήτη ξεσηκώθηκε. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές των αμάχων σε διάφορες πόλεις, με πρώτη αυτή στις Κυδωνίες Χανίων την 15 Μαΐου 1821. Παρακινημένοι από αυτό το επεισόδιο, οι Τούρκοι του Ρεθύμνου έκαναν το ίδιο. Μέσα στην πόλη έσφαξαν πάνω από εκατό άοπλους Έλληνες μεταξύ των οποίων τον Χ. Καλλέργη και τον Ιωάννη Δεληγεώργη. Λεηλάτησαν τα καταστήματα και τα εργαστήρια, αιχμαλώτισαν γυναίκες και παιδιά και φυλάκισαν τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο Περδικάρη όπως και τους ηγουμένους των μοναστηριών, άλλους κληρικούς και λαϊκούς και τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη. Επί τρεις μέρες έτρεχαν και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας όσους δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στα ορεινά. Μέχρι εξήντα άτομα σκοτώθηκαν στο χωριό Περιβόλια, κοντά στο Φρούριο, και πολλούς άλλους στα χωριά Μαγουλά και Μαρουλά, μεταξύ αυτών και τον ιερέα Γεώργιο. Ακόμα και δύο Τούρκοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους στη διαμάχη για την κατοχή τριών νεαρών γυναικών. Στα χωριά γύρω από το Ρέθυμνο σκοτώθηκαν περί τους 500 Έλληνες. Τούρκος ονόματι Χατζαλάκης διακρίθηκε για την αγριότητά του σκοτώνοντας όποιον χριστιανό συναντούσε. Όσοι Έλληνες μπόρεσαν διασώθηκαν στα Σφακιά και στα γύρω όρη, ενώ οι Τούρκοι κλείστηκαν στο φρούριο του Ρεθύμνου. Χωρίς δυσκολία οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στο νησί, καθώς οι Κρητικοί πολεμούσαν μόνοι κι αβοήθητοι. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο του σπηλαίου του Μελιδονιού, στο οποίο είχαν καταφύγει περίπου 370 άτομα (άνδρες και γυναικόπαιδα) που δεν ήθελαν να παραδοθούν: Οι Τούρκοι πέταξαν αναμμένα υλικά στην είσοδο του σπηλαίου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο από ασφυξία οι έγκλειστοι σ’ αυτό (2 – 3 Οκτωβρίου 1823).

Το 1866 ξέσπασε νέα επανάσταση. Αυτή τη φορά οι Κρήτες πολέμησαν σε μεγάλο βαθμό αβοήθητοι και η επανάσταση κατεστάλη. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός αυτής της επανάστασης είναι το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (8 Νοεμβρίου 1866), ενός μοναστηριού 22 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης (1897) η πόλη άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Κατασκευάστηκαν έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, διδακτήρια). Η άφιξη και εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων, άνω των 6000 στο Ρέθυμνο και στα περίχωρά του, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1922-1925, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή πληθυσμών. Παρ’ όλες τις δυσκολίες της εποχής, η ένταξη των προσφύγων έγινε αρκετά ομαλά και αρμονικά και πλέον το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ρεθύμνου έχει μικρασιατικές ρίζες.

Η ανάπτυξη σε πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο έλαβε σημαντική ώθηση με την εγκατάσταση των Μικρασιατών, ανακόπηκε όμως με τη Μάχη της Κρήτης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η πόλη υπέστη αρκετές καταστροφές. Διασώθηκε, ωστόσο, σημαντικό μέρος της (ενετικής) παλιάς πόλης, η οποία είναι μέχρι σήμερα μια από τις καλύτερα διασωζόμενες ενετικές πόλεις στην Ελλάδα.

Το Ρέθυμνο σήμερα

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται εκ νέου τόσο οικιστικά όσο και πνευματικά. Σημαντική ώθηση της προσέδωσε η εγκατάσταση της Φιλοσοφικής Σχολής και της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης (περίπου 10.500 φοιτητές) και η δημιουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης που λειτουργεί σήμερα στην πανεπιστημιούπολη στον οικισμό Γάλλου. Από το 1999 λειτουργεί στο Ρέθυμνο το τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και από το 2016 το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser που αποτελεί Εθνική Υποδομή Έρευνας (σημείο πρόσβασης) στον τομέα των Laser και των Υλικών (HELLAS-CH).

To 2019 καταργήθηκε το Τ.Ε.Ι. Κρήτης και Ιδρύθηκε το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ) με έδρα το Ηράκλειο. Σύμφωνα με τον Ιδρυτικό νόμο του ΕΛΜΕΠΑ στο Ρέθυμνο ιδρύθηκε η Σχολή Μουσικής και Οπτοακουστικών Τεχνολογιών με δύο τμήματα, α) Το Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής και β) Το Τμήμα Μουσικών Σπουδών. Ταυτόχρονα το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser εντάχθηκε ως Ινστιτούτο στο νέο Πανεπιστημιακό Ερευνητικό Κέντρο του ΕΛΜΕΠΑ.

Σήμερα το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με πληθυσμό περίπου 34.300 κατοίκων (απογραφή 2011). Η οικονομία της στηρίζεται στον τουρισμό, καθόσον υπάρχουν πολλά αξιοθέατα, μεγάλη αμμώδης παραλία και ισχυρή ξενοδοχειακή υποδομή. Συγκοινωνιακά η πόλη εξυπηρετείται οδικά με σύνδεση με το Ηράκλειο και τα Χανιά μέσω του Εθνικού δρόμου Ε 75, ενώ έχει και επαρχιακό σχετικά καλό οδικό δίκτυο, με το οποίο συνδέεται με όλες τις περιοχές του Νομού. Διαθέτει, επίσης, νέο, σύγχρονο λιμένα. Δεν έχει αεροδρόμιο, καθώς το αεροδρόμιο Πηγής δεν συνέχισε τη λειτουργία του μετά τη Γερμανική κατοχή.

Το Ρέθυμνο και τα αδέλφια του

Το Ρέθυμνο έχει αδελφοποιηθεί με τις ακόλουθες πόλεις.

  • Αγία Νάπα, Κύπρος
  • Καστενάζο, Ιταλία
  • Πούσκιν, Ρωσία

Τέλος, στην πόλη της Γέλας της Σικελίας, υπάρχει οδός Ρεθύμνου (Via Retimo).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ρέθυμνο

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614)

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (Ηράκλειο Κρήτης, 1 Οκτωβρίου 1541 – Τολέδο, 7 Απριλίου 1614), γνωστός επίσης με τo ισπανικό προσωνύμιο El Greco, δηλαδή Ο Έλληνας, ήταν Κρητικός ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής Αναγέννησης. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Ελλάδα, δημιουργώντας τα περισσότερα έργα του στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εκπαιδεύτηκε αρχικά ως αγιογράφος στο Ηράκλειο, που αποτελούσε τότε τμήμα της ενετικής επικράτειας, και αργότερα ταξίδεψε στην Βενετία. Στην Ιταλία επηρεάστηκε από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ιταλικής τέχνης, όπως τον Τιντορέττο και τον Τιτσιάνο, του οποίου υπήρξε μαθητής, υιοθετώντας στοιχεία από τον μανιερισμό. Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του και ολοκλήρωσε ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Σταύρωση

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και η τέχνη

Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής Σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δεν βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους. Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του και είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Το Τολέδο στην καταιγίδα

Η υστεροφημία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, το έργο του εκτιμήθηκε και προωθήθηκε περισσότερο από τους λόγιους, ουμανιστές και διανοούμενους και λιγότερο από το καλλιτεχνικό κατεστημένο. Αργότερα, αγνοήθηκε για μία περίοδο περίπου τετρακοσίων ετών. Δεν υπήρξαν μιμητές του, καθώς μόνο ο γιος του φρόντισε για την αναπαραγωγή ορισμένων από τις πιο γνωστές συνθέσεις του. Στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος τοποθετείτο στην Ιταλική σχολή, έχοντας τη φήμη ενός ζωγράφου με τάσεις εκκεντρικότητας, στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, αλλά και με περιφρόνηση απέναντι στους καθιερωμένους κανόνες. Για αρκετούς ιστορικούς, η τέχνη του Γκρέκο συνδέθηκε με το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης, θεώρηση που συγκρούεται ή συμπληρώνεται με άλλες ερμηνείες, κυρίως Ελλήνων μελετητών του, που τονίζουν τη σημασία των βυζαντινών στοιχείων στην τέχνη του. Άλλοι ερευνητές, με βάση τις γραπτές σημειώσεις του Γκρέκο, τονίζουν περισσότερο την εικόνα ενός ζωγράφου με φιλοσοφικές αναζητήσεις (συνδεόμενο ειδικότερα με τις νεοπλατωνικές ιδέες), αποκομμένος από τα θρησκευτικά ζητήματα της εποχής και απασχολούμενος κυρίως με αισθητικά προβλήματα, σε σχέση με την διερεύνηση και απόδοση του φυσικού κόσμου μέσα από τη ζωγραφική.

Η τέχνη του Θεοτοκόπουλου ήταν αρκετά προσωπική και αυτόνομη, έτσι ώστε να μην ευνοηθεί η «συνέχειά» της, ενώ καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε και η νέα μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό του 16ου αιώνα, με αποτέλεσμα το έργο του Γκρέκο να είναι ελάχιστα γνωστό κατά την περίοδο του μπαρόκ. Στη διάρκεια του 17ου αιώνα, υπό την άνθιση του κλασικισμού, και στις αρχές του 18ου, οι πίνακές του θεωρούνταν «υπερβολικοί» και «επιτηδευμένοι», ενώ η εκκεντρικότητά του συχνά ταυτίστηκε με ενδεχόμενη «παραφροσύνη». Αργότερα, κατά την περίοδο του ρομαντισμού, τα έργα του επανεξετάστηκαν. Για τον Γάλλο ποιητή Θεόφιλο Γκωτιέ – έναν από τους πρώτους που εξέφρασαν θαυμασμό για το ύστερο έργο του Γκρέκο – θεωρήθηκε πρόγονος του ρομαντικού κινήματος στην αναζήτηση του παράδοξου ή του ακραίου. Οι κριτικοί τέχνης Zacharie Astruc και Paul Lefort, συνέβαλαν επίσης στην προώθηση ενός νέου ενδιαφέροντος για τον Θεοτοκόπουλο, την ίδια στιγμή που Ισπανοί ζωγράφοι στο Παρίσι υιοθετούσαν την τεχνοτροπία του. Από τους πρωταγωνιστές αυτής της τάσης υπήρξε ο Ιγνάθιο Θουλοάγα (1870-1945), καλλιτέχνης βασκικής καταγωγής, ο οποίος αντέγραφε έργα του Γκρέκο που βρίσκονταν στο Πράδο. Στην Ισπανία, εκπρόσωποι του ιμπρεσιονισμού και του συμβολισμού, ανανέωσαν το ενδιαφέρον για το έργο τού Γκρέκο, το οποίο ερμήνευσαν ως προδρομικό εκείνου του Βελάσκεθ.

Το 1908 ολοκληρώθηκε ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος έργων του, από τον Ισπανό ιστορικό τέχνης Manuel Bartolomé Cossío. Με την άνθιση του εξπρεσιονισμού κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, το έργο του Γκρέκο θεωρήθηκε προδρομικό του ρεύματος αυτού και σταδιακά επανεξετάστηκε αποκτώντας τελικά την εξέχουσα θέση που διατηρεί ως σήμερα στην ιστορία της τέχνης. Ο ιστορικός και κριτικός τέχνης Ιούλιος Μάγιερ-Γκρέφε, κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το έργο τού Γκρέκο, κατά την επίσκεψή του στην Ισπανία το 1909, αναγνωρίζοντας σε αυτό μοντέρνα στοιχεία. Την ίδια αντίληψη εξέφρασε και ο κριτικός Roger Fry, θεωρώντας τον Γκρέκο «όχι μόνο μοντέρνο, αλλά αρκετά βήματα μπροστά». Στις αρχές του 20ου αιώνα, υποστηρίχθηκε πως το ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα της ύστερης περιόδου του ήταν αποτέλεσμα αστιγματισμού από τον οποίο έπασχε, άποψη που είναι μάλλον εσφαλμένη.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Πέμπτη Σφραγίδα της Αποκαλύψεως

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δομήνικος_Θεοτοκόπουλους

Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638)

Ο Κύριλλος Λούκαρις, συχνά και Λούκαρης (13 Νοεμβρίου 1572–27 Ιουνίου 1638) ή και Κύριλλος ο Κρης, ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Κύριλλος Γ΄) και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (ως Κύριλλος Α΄).

Ο Κύριλλος Λούκαρις
Ο Κύριλλος Λούκαρις

Ο Βίος του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Κύριλλος Λούκαρις γεννήθηκε στο Χάνδακα, σημερινό Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Ο πατέρας του μάλλον ήταν ιερέας. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό και ύστερα, χάρις στην μέριμνα του θείου και μέντορά του Μελέτιου Πηγά, πήγε στη Βενετία όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο ο οποίος του έμαθε ελληνικά, λατινικά, ιταλική γλώσσα και θεολογία. Στη συνέχεια σπούδασε στην Πάδοβα κοντά στον Παύλο Σάρπα και τον Τσεζάρε Κρεμονίνι, ενώ αργότερα επισκέφτηκε την Γενεύη, την Ολλανδία, και τη Γερμανία. Επιστρέφοντας στον ελλαδικό χώρο μετέβη στον θείο του Μελέτιο Πηγά, στην Αλεξάνδρεια, όπου το 1593 έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Κύριλλος. O Πηγάς τον έκανε πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου και τον έστειλε έξαρχο στην Πολωνία με σκοπό να αποτρέψει την ένωση των ορθόδοξων Ουκρανών και Λευκορώσων με τη Ρώμη. Όμως, αν και ανάπτυξε σημαντική δράση γι’ αυτό το σκοπό, τελικά απέτυχε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Αλεξανδρείας

Από το 1594 ο Πηγάς προετοίμαζε τον Λούκαρι για διάδοχό του στον Πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας. Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, ο Λούκαρις τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της  Δυτικής Εκκλησίας. Έτσι, μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συνοδική καταδίκη των Λατίνων. Μετέβη στην Κύπρο στα 1605 με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποσόβηση εσωτερικής κρίσης που έπληττε την Εκκλησία της Κύπρου. Το 1608 μετέβη στα Ιεροσόλυμα συμμετέχοντας στην χειροτονία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνους. Δρομολόγησε την επισκευή ναών και λόγω των χρεών του Πατριαρχείου οργάνωσε ζητεία (έρανο) η οποία όμως δεν ευοδώθηκε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Μετά την εκτόπιση του οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β’ στη Ρόδο (Φεβρουάριος 1602-Ιανουάριος 1603 και Οκτώβριος 1609-Οκτώβριος 1612), το 1612 ο Λούκαρις τοποθετήθηκε, με την ιδιότητά του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας και επομένως ιεραρχικά αρχαιότερος αξιωματούχος, επίτροπος για είκοσι μία ημέρες στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Επιβλήθηκε όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β’ και ο Λούκαρις αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος και από εκεί στη Βλαχία. Δεν εγκατέλειψε τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι, στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στον αγώνα του κατά των Ιησουιτών αναζήτησε στήριξη και σε προτεσταντικούς κύκλους με τους οποίους αλληλογραφούσε και συζητούσε. Αυτό υπήρξε και η αιτία να κατηγορηθεί ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου. Για να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς του με τους διαμαρτυρόμενους και να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους έστειλε στα 1617 στην Αγγλία, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589–1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιον Όρος.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Στις αρχές Νοεμβρίου 1620 διαδόθηκε η είδηση για τον ξαφνικό θάνατο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Τιμόθεου Β’. Θεωρήθηκε πως είχε δολοφονηθεί και πως ηθικός αυτουργός για το έγκλημα αυτό ήταν ο Λούκαρις, ανένδοτος εχθρός του Τιμόθεου. Στις 4 Νοεμβρίου 1620 ο Λούκαρις εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης γεγονός που δικαίωνε όσους διέδιδαν τις φήμες πως ο Τιμόθεος είχε δηλητηριαστεί με δική του εντολή.

Απομάκρυνσή από τον Πατριαρχικό θρόνο και επάνοδος

Τον Απρίλιο του 1623 ο Λούκαρις απομακρύνθηκε από τον θρόνο με την επέμβαση του πρεσβευτή της Γαλλίας Fhillippe de Cesy. Είχαν προηγηθεί διαβήματα του αποστολικού νούντσιου στο Παρίσι στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’. Συγκεκριμένα, ο μεγάλος βεζύρης Μερέ Χουσεΐν δωροδοκήθηκε από τον Cesy 40.000 τάλληρα για να ενεργήσει παράτυπα, δηλαδή χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Στις 17 Απριλίου 1623 ο Λούκαρις δραπέτευσε με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη από το στρατιωτικό απόσπασμα που εισέβαλε στο κτίριο του Πατριαρχείου. Ο Cecy δεν έμεινε ικανοποιημένος από την καθαίρεση του Λούκαρι. Πληροφορούμενος ότι ο Λούκαρις κρυβόταν στην Κωνσταντινούπολη, πλήρωσε 3.000 σκούδα για να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Έτσι συνελήφθη και οδηγήθηκε με φρεγάτα εξόριστος στην Ρόδο. Στη θέση του εκλέχθηκε στις 28 Μαΐου ο Αμασείας Γρηγόριος, «λατινόφρων», ο επονομαζόμενος «Στραβοαμασείας» και μετά από ένα μήνα, στις 25 Ιουνίου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος. Όμως στις 2 Οκτωβρίου ο Λούκαρις ανέβηκε και πάλι στον θρόνο χάρις στην υποστήριξη των πρεσβευτών Ολλανδίας Cornells Haga και της Αγγλίας Sir Thomas Roe. Εκείνη την εποχή στην Ευρώπη μαίνονταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και Καθολικοί και Προτεστάντες προσπαθούσαν να προσεταιριστούν την Ορθόδοξη Εκκλησία και ειδικά τον πατριάρχη.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1626 μερικοί ιεράρχες, υποκινημένοι από τον Γάλλο πρεσβευτή, κατάγγειλαν τον Λούκαρι στην Πύλη ότι ευθυνόταν για την υπερχρέωση του Πατριαρχείου και ότι διοικούσε τυραννικά την εκκλησία. Όμως για το πρώτο ζήτημα δεν ευθυνόταν ο ίδιος επειδή είχε παραλάβει αυτό το χρέος από τον προκάτοχό του. Για το δεύτερο ζήτημα, αν και είχε επιχειρήσει να απομακρύνει τους διαφωνούντες προς αυτόν, τον Ιωάσαφ Χαλκηδόνος και τον Κορίνθου Νεόφυτο, τους καθαίρεσε η σύνοδος. Ο Λούκαρις κατέφυγε στην ολλανδική πρεσβεία για να αποφύγει τα χειρότερα και ο Άγγλος πρέσβης Roe μεσολάβησε στην Πύλη για την προστασία του. Επίσης και η Βενετική Γερουσία επιθυμούσε την παραμονή του Λούκαρι στον πατριαρχικό θρόνο γι’ αυτό ήταν έτοιμη να δωροδοκήσει με 1.000 ρεάλια τούρκους αξιωματούχους.

Το τυπογραφείο του Κύριλλου Λούκαρι

Αρχικά ο Λούκαρις είχε στείλει στο Λονδίνο τον Νικόδημο Μέταξα για να σπουδάσει την τυπογραφική τέχνη. Εκείνος επέστρεψε στα μέσα του 1627 με κάσες γεμάτες τυπογραφικά στοιχεία. Το τυπογραφείο ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1627 κοντά στην Αγγλική πρεσβεία. Το πρώτο βιβλίο που βγήκε από το πιεστήριό του ήταν μια αντιιουδαϊκή πραγματεία του Λούκαρι. Στο τυπογραφικό του πρόγραμμα ήταν η έκδοση όλων των παλιότερων και νεώτερων αντικαθολικών βιβλίων που είχαν γράψει ορθόδοξοι θεολόγοι. Η δραστηριότητα του τυπογραφείου προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Καθολικών. Στις 27 Οκτωβρίου 1627 ο φιλοκαθολικός επίσκοπος Παροναξίας Ιερεμίας Βαρβαρήγος εισηγήθηκε στην Propaganda Fide το κλείσιμο του τυπογραφείου. Τον Νοέμβριο του 1627 συνεδρίασε η Propaganda Fide η οποία εισηγήθηκε να πειστούν οι Τούρκοι να κλείσουν το τυπογραφείο. Τον Ιανουάριο του 1628, οι μηχανορραφίες και καταγγελίες είχαν ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες του και να να κατασχεθεί προσωρινά ο εξοπλισμός του από τους Τούρκους.

Το τέλος του Κύριλλου Λούκαρι

Λίγους μήνες αργότερα, η αναχώρηση του Roe από την Κωνσταντινούπολη στέρησε τον Λούκαρι από έναν ισχυρό προστάτη. Πιστεύεται ότι ο πατριάρχης του έδωσε ως δώρο προς τον βασιλιά Κάρολο Α’ τον περίφημο «Αλεξανδρινό κώδικα», κτήμα τώρα του Βρετανικού Μουσείου, στον οποίο βασίστηκε η μετάφραση της Βίβλου στα αγγλικά, γνωστή ως King James. Τέλος, οι καθολικοί κατήγγειλαν τον Λούκαρι ότι ετοίμαζε, με τη βοήθεια των Ρώσων, επανάσταση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου 1638. Το πτώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι.

Πιστεύεται ότι ο Κύριλλος Λούκαρις, όταν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, πήρε μαζί του τον Αλεξανδρινό Κώδικα —έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς Βιβλικούς Κώδικες που σώζονται έως σήμερα— και αργότερα τον έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Ιάκωβο Α’ της Αγγλίας. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ήταν εκείνος που έδωσε εντολή να γίνει μια νέα μετάφραση της Βίβλου στην Αγγλική, η οποία ξεκίνησε το 1607 και ολοκληρώθηκε το 1611 και η οποία έγινε γνωστή ως «Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου» King James Version ή Authorized Version). Ο Ιάκωβος πέθανε πριν του παραδοθεί ο Κώδικας κι έτσι τον παρέλαβε ο διάδοχός του Κάρολος Α’ το 1627.

Η πνευματική εξέλιξή του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις ήταν γαλουχημένος με τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της ανατολικής ορθόδοξης Εκκλησίας και άρχισε τη δράση του ως  συντηρητικός ορθόδοξος. Αυτό τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό που έδωσε στα πρώτα βήματα της δράσης του ως έξαρχου στην Πολωνία. Στη διαμάχη με τους ενωτικούς ανέπτυξε τα παραδοσιακά επιχειρήματα της ορθοδοξίας, ενώ σε επιστολή του προς τον Λατίνο επίσκοπο Λεμβέργης Δημήτριο Solikowski προβάλει τις επτά πρώτες Οικουμενικές Συνόδους ως κοινής αποδοχής και από τις δύο Εκκλησίες και αποσιωπά την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ωστόσο άρχισε να έρχεται σε επαφή με τη Μεταρρυθισμένη θεολογία από την εποχή που σπούδαζε στην Ιταλία, όταν αλληλογραφούσε με τους μεταρρυθμιστές διανοούμενους David Hoeschel και Friedrich Sylbourg.

Όταν πια ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας άρχισε να μελετά πιο συστηματικά δυτικοευρωπαίους θεολόγους και φιλόσοφους, όπως μαρτυρούν επιστολές του και σημειώσεις σε προσχέδια κηρυγμάτων του. Καθώς η λατινική προπαγάνδα σε βάρος των ορθοδόξων οξυνόταν, το αντιλατινικό μέτωπο ήταν πιο δεκτικό στα μεταρρυθμιστικά επιχειρήματα. Όμως το κοινό μέτωπο ορθοδόξων και καλβινιστών έναντι της Ρώμης έκανε τον Λούκαρι να σκέφτεται να αξιοποιήσει την Καλβινιστική διδασκαλία για την αποκάθαρση της ορθόδοξης πίστης από διαστρεβλώσεις, καταχρήσεις, ρωμαϊκές επιρροές. Στα 1618 ο Λούκαρις, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του με τον Ολλανδό έμπορο David de Wilhelm le Leu, γοητεύτηκε από την προτεσταντική αρχή του αποκλειστικού προορισμού ενώ θεωρούσε ως βάσεις της μεταρρύθμισης την ταπεινοφροσύνη, την απλότητα και όχι τη δεισιδαιμονία, την περιφρόνηση προς τα εγκόσμια.

Η εκπαιδευτική στρατηγική του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις, σύμφωνα με τον Πατηνιώτη, αποσκοπούσε στην συγκρότηση «μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας των ορθοδόξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» και να τους καταστήσει «[…]μια διακριτή πολιτισμική ενότητα στο μεταίχμιο μεταξύ ισλαμικής Ανατολής και Καθολικής Δύσης».

Κρίσεις για τον Κύριλλο Λούκαρι

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Κάποιοι υποστηρίζουν πως κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «…στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του φαίνεται η τάση του Ελληνισμού για να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κύριλλος_Λούκαρις