Ο Θεόφιλος, ο δικός μας ζωγράφος

Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε, ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος, ο ζωγράφος
Ο Παύλος Μελάς, Θεόφιλος

Ο Βίος του Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου. Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση και ένα «μέγα κουσούρι», όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν, να του αλλάξουν τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν  έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε μόνο εκεί  για να μην τον ακούνε γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει αλλά η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν ήθελε να τον ακούσει ο κόσμος να τραγουδάει γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.

Ο Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα, ίσως για να κρύψουν τον Έλληνα με τα τσαρούχια και την κακομοιριά  που ένοιωθαν  σε αυτόν μέσα από τόσα χρόνια σκλαβιάς, που τους έκανε μάλλον να  ντρέπονται.   

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του. Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους. Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μέγα Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.

Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως. Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους Τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο Τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.

Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει. Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου –  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το ταπεινό ύφος της ζωής του, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα και έψαχναν ευκαιρία να τον κοροϊδεύουν. Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 

Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια». Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;» Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!

Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες Έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη και να γνωρίζει τον πολιτισμό  ους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.

Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους, τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.

Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».

Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας. Πώς έγινε αυτό; Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό) Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή για να εκπλαγεί από αυτήν».

Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει

Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.

Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της βυζαντινής τέχνης. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στη τέχνη τους. Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων Αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή. Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους να περάσει η θάλασσα».

Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι»: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε».

Σύμφωνα με τον Θεόφιλο: «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται». Πρόκειται για έναν γνήσιο άνθρωπο με καλλιτεχνική ψυχή, που στόλισε και ομόρφυνε την ζωή στο πέρασμα του από αυτήν. Μια ψυχή που την  σμίλευσε ο πόνος και εκφράστηκε με τραγούδι και ζωγραφική.

Πηγή: http://texni-zoi.blogspot.com/2015/10/blog-post.html

Ο Giotto (1267-1337)

Ο Giotto, πλήρες όνομα Giotto di Bondone, (Τζόττο ντι Μποντόνε 1267 – 8 Ιανουαρίου 1337), ήταν Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας από την  Φλωρεντία. Θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της τέχνης στα τέλη του Μεσαίωνα και πρόδρομος της Αναγέννησης.

Ο Giotto
Ο Giotto

Ο Βίος του Giotto

Ο Giotto γεννήθηκε περί το 1267 σε ένα χωριό κοντά στη Φλωρεντία και ο πατέρας του λεγόταν Μποντόνε. Ο βιογράφος των καλλιτεχνών της Αναγέννησης Τζόρτζιο Βαζάρι αναφέρει ότι ήταν γιος ενός βοσκού και τον ανακάλυψε ο Τσιμαμπούε να ζωγραφίζει τα πρόβατά του πάνω σε ένα βράχο, εκτίμησε το ταλέντο του και τον έκανε μαθητή του. Κατά πάσα πιθανότητα ο Giotto ακολούθησε το δάσκαλό του στην Ασίζη, όπου ο Τσιμαμπούε είχε αναλάβει την εικονογράφηση της Βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου. Εκεί, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ιστορικών, εκτέλεσε κάποιες από τις νωπογραφίες στην Άνω Βασιλική με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου. Επειδή όμως καταστράφηκαν τα αρχεία των Φραγκισκανών κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, υπάρχουν ενστάσεις από κάποιους ιστορικούς σχετικά με την πατρότητα των παραστάσεων που αποδίδονται στον Giotto. Αβεβαιότητα υπάρχει επίσης για το ποιες από τις παραστάσεις εκτελέστηκαν από τον ίδιο το ζωγράφο και ποιες από το συνεργείο του. Οι νωπογραφίες που φαίνεται ότι εκτέλεσε εκεί έχουν διατηρηθεί πολύ καλύτερα από αυτές του Τσιμαμπούε, καθώς ο τελευταίος προετοίμαζε με σοβά κομμάτια τοίχου ανάλογα με τη σκαλωσιά του και, όταν δεν προλάβαινε να τελειώσει μία παράσταση όσο ακόμα ο σοβάς ήταν νωπός, την ολοκλήρωνε με την τεχνική secco. Αντίθετα ο Τζόττο προετοίμαζε με σοβά μόνο το κομμάτι του τοίχου που μπορούσε να εικονογραφήσει σε μια μέρα.

Από τα πρωιμότερα έργα του σύμφωνα με τον Βαζάρι ήταν η νωπογραφία του Ευαγγελισμού και η Σταύρωση στο ναό της Σάντα Μαρία Νοβέλα στη Φλωρεντία. Εργάστηκε επίσης στη Ρώμη, στο Ρίμινι και στην Πάδοβα, όπου εκτέλεσε το 1305 το αντιπροσωπευτικότερο έργο του, την εικονογράφηση του Παρεκκλησίου Σκροβένι (Scrovegni) (αλλιώς Παρεκκλήσιο της Αρένας) με σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού. Στις εικονογραφικές παραστάσεις της Πάδοβας διακρίνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, δηλαδή η απομάκρυνση από τις συμβάσεις της βυζαντινής ζωγραφικής, η προοπτική ανάδειξη του χώρου, η αφηγηματική παραστατικότητα και οι εύγλωττες κινήσεις και εκφράσεις των μορφών που είναι πια πραγματικοί άνθρωποι και όχι συμβατικές μορφές.

Η φυγή στην Αίγυπτο, νωπογραφία, 1303-1305, Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni
Η φυγή στην Αίγυπτο,
Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni

Ένα από τα διασημότερα έργα του, η ένθρονη Παναγία με το Βρέφος του ναού των Αγίων Πάντων (Madonna d’ Ognissanti ) που σήμερα εκτίθεται στο Ουφίτσι, πρέπει να εκτελέστηκε πριν το ταξίδι του στην Πάδοβα.

Madonna d΄ Ognissanti, 1311, Φλωρεντία Ουφίτσι
Madonna d΄ Ognissanti

Πιθανότατα πριν το 1309 δούλεψε ξανά στην Ασίζη, όπου εικονογράφησε την Κάτω Βασιλική και το Παρεκκλήσιο της Μαγδαληνής. Το 1311  επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου το 1318 του ανατέθηκε η εικονογράφηση τεσσάρων παρεκκλησίων στο ναό των Φραγκισκανών Σάντα Κρότσε. Από αυτό το έργο του σώζονται σήμερα οι νωπογραφίες στα παρεκκλήσια Μπάρντι (Bardi) και Περούτσι (Peruzzi) με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Το κήρυγμα στα πουλιά, νωπογραφία, 1295-1299, Ασίζη, Άνω Βασιλική
Το κήρυγμα στα πουλιά,
Ασίζη, Άνω Βασιλική

Από το 1328 μέχρι το 1333 παρέμεινε στη Νάπολη, καλεσμένος του βασιλιά Ροβέρτου των Ανζού, και για λίγο στη Μπολόνια. Ένδειξη της τεράστιας αναγνώρισης που κέρδισε το ταλέντο του από τους σύγχρονούς του είναι οι αναφορές στο όνομά του από το Δάντη και το Βοκάκιο καθώς και η ανάθεση σ’ αυτόν από την πόλη της Φλωρεντίας (1334) των εργασιών ανοικοδόμησης του καθεδρικού ναού. Σχεδίασε το γνωστό καμπαναριό (Campanile) του Ντουόμο που φέρει το όνομά του, αν και δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1337 σε ηλικία περίπου 70 ετών.

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973)

Ο Πάμπλο Πικάσο, πραγματικό όνομα Πάμπλο Ρουίθ ι Πικάσο, (ισπανικά: Pablo Ruiz y Picasso, ισπανική προφορά: ˈpaβlo piˈkaso, 25 Οκτωβρίου 1881 – 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.

Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του  Κομμουνισμού, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ήταν αντιφρανκικός.

Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.
Ο Πάμπλο Πικάσο

Ο Βίος του Πάμπλο Πικάσο

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ ι Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεθ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.

Ο Πάμπλο Πικάσο γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια»  όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.

Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1898 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).

Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Το έργο του Πάμπλο Πικάσο

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:

  • Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
  • Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
  • Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
  • Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.

Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του ’20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν, Πάμπλο Πικάσο
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ’ όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας «Je suis aussi un poète», δηλαδή «είμαι κι εγώ ένας ποιητής». Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d’ Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.

Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκερνίκα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην  Ισπανία  προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του.

Το 1966 φιλοξενήθηκε στο Γκραν Παλέ και στο Πτί Παλέ στο Παρίσι  μεγάλη έκθεση του 85χρονου τότε Πικάσο, με περισσότερα από 1.000 έργα. Τα ρεπορτάζ της εποχής εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για τη «μεγαλύτερη αναδρομική εκδήλωση που έχει ποτέ οργανωθεί για ζώντα καλλιτέχνη». Οι επισκέπτες σχημάτισαν τεράστιες ουρές για να περιπλανηθούν στο σύμπαν από πίνακες, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια και γκραβούρες του μεγάλου καλλιτέχνη. Έκθεση που συμπύκνωνε μία πλούσια ζωή: 60 χρόνια δουλειάς, 7 επαναστάσεις, 7 γυναίκες, μισό χιλιόμετρο ζωγραφικής, δεκάδες γλυπτά κ.ο.κ. Ιδιαίτερα παραγωγικός, «ζωγραφίζει όπως αναπνέει» υποστήριζαν, κρατούσε διαρκώς ένα χαρτί κι ένα μολύβι στο χέρι, δημιουργώντας σχέδια, το καθένα από τα οποία στοιχίζει πλέον μία περιουσία. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν στο Παρίσι (ως τις 12 Φεβρουαρίου του 1966) και παρουσίασαν την πορεία του Πικάσο στις εικαστικές τέχνες, περιλαμβάνονταν και ορισμένα που αποτέλεσαν σταθμό στην καριέρα του, όπως Οι δεσποινίδες της Αβινιόν (1907), που έφερε επανάσταση στη σύγχρονη ζωγραφική και θεωρήθηκε προμήνυμα του κυβισμού: «Άλλοτε ένας πίνακας ήταν ένα σύνολο από προσθέσεις. Εγώ θέλησα να δώσω ένα σύνολο από αφαιρέσεις», είπε ο Πικάσο. Ακόμη: Οι μουσικοί με τις μάσκες (1921), Ο ακροβάτης (1930), Κοπέλα μπροστά σε καθρέφτη (1932) κ.α. Η Γκερνίκα δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, γιατί είχε ήδη εκτεθεί στο Παρίσι, στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών το 1955. Τα γενέθλια του ζωγράφου γιορτάστηκαν σε όλη τη Δύση με αφιερώματα και εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, σκεπτόμενος διαρκώς το μέλλον.

Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγό του, Ζακλίν Ροκ, στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.

Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby’s).

Προσωπική ζωή

Πρώτη σύζυγος του Πάμπλο Πικάσο ήταν η Ρωσίδα χορεύτρια Όλγα Κοκλόβα. Στις αρχές Μαρτίου του 1961, σε ηλικία 79 ετών, ο Πάμπλο Πικάσο παντρεύτηκε την 34χρονη Ζακλίν Ροκ, μοντέλο, μελαχρινή με πράσινα μάτια, την οποία απαθανάτισε σε αρκετούς πίνακές του. Ο γάμος, όχι θρησκευτικός, τελέσθηκε εν πλήρει μυστικότητα στο Βαλορί της Κυανής Ακτής και ήταν ο δεύτερος και για τους δύο. Αν και υπήρξε  κομμουνιστής, εξέφρασε πολλές φορές την αντίθεσή του σε διάφορες πρακτικές του Σοβιετικό μπλοκ, όπως η Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, χωρίς όμως να διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Είχε στηρίξει μαζί με άλλους διανοούμενους τον Νίκο Μπελογιάννη και μάλιστα του αφιέρωσε και ένα πίνακα μετά την εκτέλεσή του. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έκλεισε το πορτρέτο είπε χαρακτηριστικά «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτρέτο». Κάποτε είχε δημιουργήσει ένα πορτρέτο που να αναπαριστά τον Στάλιν, κατόπιν πιέσεων των συντρόφων του, όμως προκάλεσε σάλο στους ηγέτες του κόμματος, διότι στο πορτρέτο διαφαινόταν μία σατυρική ματιά για τον Στάλιν, μία διαπεραστική ειρωνεία. Γενικά, οι σχέσεις του με τον Σοβιετικό ηγέτη δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάμπλο_Πικάσο

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (1412-1492)

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (Piero della Francesca, 1412 – 12 Οκτωβρίου 1492) ήταν Ιταλός ζωγράφος της πρώιμης Αναγέννησης. Ήταν επίσης γνωστός στους συγχρόνους του και ως μαθηματικός-γεωμέτρης. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από την ηρεμία των χρωμάτων της και τις γεωμετρικές φόρμες, ειδικά ως προς την προοπτική της. Η επίδρασή του σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες, όπως ο Λούκα Σινιορέλλι και Πιέτρο Περουτζίνο, είναι εμφανής.

O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα
O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Βίος του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, γνωστός στους συγχρόνους του ως Πιέρο ντι Μπενεντέττο ντε’ Φραντσέσκι (Piero di Benedetto de’ Franceschi) γεννήθηκε στο Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο (Borgo San Sepolcro) (σημερινό Σανσεπόλκρο), μια κωμόπολη κοντά στο Αρέτσο της Τοσκάνης. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν έχει γίνει δυνατό να καθοριστεί, γι’ αυτό διάφορες πηγές δίνουν έτη γεννήσεως κυμαινόμενα από το 1412 έως το 1422. Ο πατέρας του, Μπενεντέττο, ήταν έμπορος δερμάτων και μαλλιού, η μητέρα του, Ρομάνα, ήταν κόρη του Ρέντσο ντι Κάρλο ντα Μοντέρκι (Renzo di Carlo da Monterchi) από το παρακείμενο χωριό Μοντέρκι, επίσης εμπόρου μαλλιού. Πιστεύεται ότι οι γονείς του παντρεύτηκαν γύρω στα 1416, αν και δεν βρέθηκε κάποιο πιστοποιητικό γάμου στα αρχεία, αλλά βρέθηκε το προικοσύμφωνό τους με αυτή τη χρονολογία. Βασισμένος σε αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Πιέρο ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, ο ιστορικός Τζέιμς Μπεκ (James Beck) δίνει ως πιθανότερη χρονολογία γέννησης τον Ιούνιο του 1420.

Ο Πιέρο πιθανότατα έμαθε την τέχνη της ζωγραφικής από κάποιον από τους καλλιτέχνες της σχολής της Σιένα, που εργάζονταν εκείνη την εποχή στην πόλη του και εργάστηκε στο Σανσεπόλκρο ως βοηθός του ζωγράφου Αντόνιο ντ’ Ανγκιάρι (Antonio d’Anghiari), ο οποίος, καταγόμενος από το παρακείμενο ομώνυμο χωριό είχε εγκατασταθεί στο Σανσεπόλκρο προκειμένου να εκτελέσει κάποια παραγγελία. Το 1439 εργάστηκε μαζί με τον Ντομένικο Βενετσιάνο (Domenico Veneziano) σε νωπογραφίες στην παρακείμενη εκκλησία Sant’ Egidio του Νοσοκομείου Santa Maria Nuova της Φλωρεντίας. Η εργασία του Βενετσιάνο, ιδιαίτερα στην κατανομή του χώρου, επηρέασε τον νεαρό Πιέρο. Εργάστηκε σε πολλές πόλεις της Κεντρικής Ιταλίας, όπως Ρώμη,  Φερράρα, Πέζαρο, Ανκόνα, Αρέτσο,  Ρίμινι, Ουρμπίνο  και Περούτζια,  αλλά δεν έχασε την επαφή του με τη γενέτειρά του, την οποία απεικόνισε σε ορισμένα έργα του, όπως «Η Βάπτιση του Χριστού», ενώ οι λόφοι της απεικονίζονται και στη «Γέννηση». Με τις περιπλανήσεις του αυτές γνώρισε αρκετούς συναδέλφους του, μεταξύ των οποίων και τον Φρα Αντζέλικο, ο οποίος τον συνέστησε σε πολλούς διάσημους ζωγράφους της εποχής, όπως ο Μαζάτσιο και ο Μπρουνελλέσκι.

Η Βάπτιση, 1448-1450, Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη
Η Βάπτιση του Χριστού

Το 1442 ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα επέστρεψε στη γενέτειρά του, η οποία εκείνη την εποχή πέρασε στην επικυριαρχία της Φλωρεντίας. Εκείνη την περίοδο (1445) έλαβε παραγγελία να ζωγραφίσει το «Πολύπτυχο του Ελέους» (Polittico della Misericordia). Στη συνέχεια μετέβη στην Ανκόνα (1450) και από εκεί στο Λορέτο, όπου έλαβε παραγγελία για μια νωπογραφία, όπως αναγράφει ο Βαζάρι, για το σκευοφυλάκιο του ναού της Παναγίας. Φαίνεται ότι η παραγγελία έμεινε ημιτελής, καθώς ο Πιέρο έφυγε από το Λορέτο λόγω επιδημίας πανώλους που ενέσκηψε εκείνη την εποχή στην περιοχή. Πήγε στο Αρέτσο, όπου το 1452 άρχισε να εικονογραφεί το χοροστάσιο του ιερού ναού του Αγίου Φραγκίσκου με εικόνες (χωρίς χρονολογική σειρά) βασισμένες στον θρύλο του Τιμίου Σταυρού (La Legenda della vera Croce), τις οποίες ολοκλήρωσε το 1466. Στις νωπογραφίες αυτές φαίνεται η γνώση του και επιμέλειά του στην προοπτική καθώς και στη χρήση των χρωμάτων, παράλληλα με τη γεωμετρική αρμονία και την ικανότητα στη σύνθεση των εικόνων του.

Πολύπτυχο του Ελέους, (Polittico della Misericordia)
Πολύπτυχο του Ελέους

Το 1455 ο Πιέρο βρίσκεται στην αυλή του Πάπα Νικολάου Ε’, όπου ζωγράφιζε νωπογραφίες στο Ανάκτορο του Βατικανού, παραμένοντας εκεί και υπό τον Πάπα Πίο Β’. Δυστυχώς, οι νωπογραφίες αυτές καταστράφηκαν, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος για αντίστοιχες νωπογραφίες του Ραφαήλ. Την εποχή αυτή συναντήθηκε με τον αρχιτέκτονα Φραντσέσκο ντελ Μπόργκο (Francesco del Borgo), ο οποίος είχε αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας Santa Maria Maggiore. Ο ντελ Μπόργκο ήταν γνωστός και ως μαθηματικός, και αντάλλασσε με τον Πιέρο απόψεις σχετικές με τα μαθηματικά. Ο Πιέρο διακόσμησε εκεί το παρεκκλήσιο του Αγίου Μιχαήλ.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ο Πιέρο έζησε στη γενέτειρά του, όπου εκτέλεσε διάφορες παραγγελίες για λογαριασμό των τοπικών εκκλησιών. Κανένα από τα έργα του αυτά δεν σώζεται. Το 1480 ο Πιέρο ονομάστηκε επικεφαλής της Confraternita di San Bartolomeo και ζωγράφισε τη «Γέννηση» (σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου) και τη «Μαντόνα» στην εκκλησία Santa Maria delle Grazie στη Σενιγκάλια (Senigallia). Τέλος, ζωγράφισε την Αγία Τράπεζα στην Περούτζια, ένα έργο που χαρακτηρίζεται αδέξιο, τη «Θεοτόκο με το Βρέφος και τους Αγίους».

Madonna di Senigallia, μεταξύ 1470 και 1485, Ουρμπίνο, Galleria Nazionale delle Marche
Madonna di Senigallia

Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του ο Πιέρο ασχολήθηκε με άλλα θέματα πλην της ζωγραφικής. Μεταξύ 1474 και 1482 συνέγραψε το έργο De prospectiva pingendi (Περί της προοπτικής στη ζωγραφική), στα χνάρια του Ευκλείδη και του Αλμπέρτι. Το πρωτότυπο κείμενο φυλάσσεται σήμερα στην Biblioteca Palatina στην Πάρμα, είναι χειρόγραφο γραμμένο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αφιερωμένο στον προστάτη του Δούκα Guidobaldo da Montefeltro και εικονογραφημένο με σχέδιά του επί γεωμετρικών, προοπτικών και αναλογικών μελετών. Ακολούθησε δεύτερο έργο, De quinque corporibus regularibus (Περί των πέντε κανονικών σωμάτων), στο οποίο ασχολείται με την ιδέα της τέλειας προοπτικής, βασισμένο στις ιδέες του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Το χειρόγραφο, εικονογραφημένο από τον καλλιτέχνη, φυλάσσεται σήμερα στη Φλωρεντία. Η άποψη του Βαζάρι ότι ο καλλιτέχνης είχε τυφλωθεί λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθώς το δεύτερο χειρόγραφό του ολοκληρώθηκε το 1485.

Ο Πιέρο απεβίωσε στο σπίτι του στο Σανσεπόλκρο το 1492. Πέντε χρόνια νωρίτερα είχε συντάξει διαθήκη, με την οποία άφηνε τα υπάρχοντά του στην οικογένειά του και στην Εκκλησία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πιέρο_ντέλλα_Φραντσέσκα

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469)

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (Φρα Φίλιππο ντι Τομμάζο Λίππι, 23 Ιουνίου 1406 – 9 Οκτωβρίου 1469) ήταν Ιταλός ζωγράφος.

 Fra Filippo Lippi
Fra Filippo Lippi

Ο Βίος του Fra Filippo Lippi

Τα πρώτα χρόνια του Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi, μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του πατέρα του Tommaso, έμεινε ένα φτωχό και απροστάτευτο αγόρι, αφού και η μητέρα του είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννηση του. Η Mona Lappacia (Μόνα Λαπάτσια), η αδελφή του πατέρα του, τον ανέλαβε και τον μεγάλωσε με πολύ κόπο ως τα οκτώ του χρόνια. Ύστερα όμως δε μπορούσε πια να τον κρατήσει και τον έδωσε να γίνει μοναχός στο μοναστήρι της Carmine. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη κλίση για όλες τις μηχανικές επιδόσεις και εφευρετικότητα, όμως στην εκμάθηση των επιστημών δεν είχε καμία επίδοση. Δεν ήθελε να ταλαιπωρεί το πνεύμα του με αυτές και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το αγόρι διατήρησε το κοσμικό του όνομα Filippo και τέθηκε κάτω από την εποπτεία του δασκάλου της γραμματικής, για να μάθει κανείς ποιες ήταν οι ικανότητες του. Αντί όμως να σπουδάζει, σχεδίαζε στα βιβλία του και στα βιβλία των άλλων διάφορες μορφές και ο ηγούμενος αποφάσισε τελικά να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο προκειμένου να μάθει ζωγραφική.

Εκείνη την εποχή είχε ζωγραφίσει και πάλι το παρεκκλήσι της Carmine ο Masaccio (Ιταλός ζωγράφος, από τους σημαντικότερους) και αυτές οι ζωγραφιές άρεσαν πολύ στον Filippo. Κάθε μέρα πήγαινε από ευχαρίστηση να τις επεξεργαστεί και με παρέα άλλα παιδιά έκανε ασκήσεις σχεδίου και τα ξεπερνούσε όλα σε ικανότητα και γνώση, έτσι που πίστευε πια καθένας ότι με τον καιρό θα κατορθώσει σημαντικά πράγματα. Έτσι, όχι σε ώριμη ηλικία αλλά κιόλας όταν ήταν ακόμη νεαρός, έφτιαξε τόσο υπέροχα έργα, που έμοιαζε ο ίδιος με θαύμα.

Πολύ νωρίς ζωγράφισε στο διάδρομο του μοναστηριού έναν πάπα που επιβεβαιώνει τον κανόνα του τάγματος των Καρμελιτών. Σε πολλούς άλλους τοίχους της εκκλησίας βρίσκονται άλλες τοιχογραφίες από το χέρι του, κυρίως μια παράσταση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και με σκηνές από τη ζωή του. Στην ίδια εκκλησία ζωγράφισε ο Filippo τον Άγιο Μαρτάλιο, μια μορφή που του εξασφάλισε μεγάλη φήμη.

Ο Filippo Lippi φεύγει από το μοναστήρι

Επειδή ο ίδιος άκουσε συνέχεια να τον επαινούν αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα έκανε ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στη Μπαρμπαριά.

Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριο του, που τον είχε δει αρκετά. Με κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σε έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι τον ανέφεραν στον κύριο τους, γιατί σε εκείνα τα μέρη, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης της ζωγραφικής φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί ους ανθρώπους στην καλοσύνη και την ελευθερία. Γιατί, αφού ο Filippo έφτιαξε μερικές έγχρωμες εικόνες, οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη.

Η φήμη της ζωγραφικής του Filippo εκτοξεύεται

Εκεί ζωγράφισε με εντολή του βασιλιά Alfonso, βασιλιά της Καλαβρίας, έναν πίνακα με τέμπερα επάνω σε σανίδι για το παρεκκλήσιο του πύργου. Λίγο αργότερα νοστάλγησε τη Φλωρεντία και, επιστρέφοντας εκεί, έμεινε μερικούς μήνες και ζωγράφισε για τις μοναχές του San Ambrogio, έναν ωραίο πίνακα βωμού, κάτι που έγινε γνωστό στον Cosimo de Medici, ο οποίος τον συμπάθησε πολύ. Για το παρεκκλήσιο του παλατιού των Μεδίκων έφτιαξε μια εικόνα με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Έναν πίνακα με τη Γέννηση του Χριστού και τη μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή ζωγράφισε για τη γυναίκα του Cosimo, η οποία τον δώρισε την σκήτη των Camaldoli, που την είχε ιδρύσει από ευλάβεια και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Στο παλάτι της Signora ο Filippo ζωγράφισε πάνω από μια πόρτα ένα Ευαγγελισμό και πάνω από μια άλλη πόρτα του ίδιου κτιρίου τη μορφή του Αγίου Βερνάρδου. Στη Sancretia του Santo Spirito ζωγράφισε ακόμη την Παναγία περιβαλλόμενη από αγγέλους και αγίους, ένα σημαντικό έργο το οποίο εκτιμήθηκε από τους μάστορες του επαγγέλματος.

Ευαγγελισμός
Ευαγγελισμός

Στο παρεκκλήσιο των Επιστατών της εκκλησίας του San Lorenzo ζωγράφισε πάνω σε ξύλο έναν Ευαγγελισμό. Σε ένα παρεκκλήσιο των Santi Apostoli, υπάρχει από τα χέρια του ένας πίνακας που παριστάνει την Παναγία περιτριγυρισμένη από από πολλές μορφές. Στο Prato, κοντά στην Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στην παρέα του Fra Diamante, του τάγματος των Καρμελιτών ο οποίος ήταν φίλος του, όταν και εκείνος ήταν στο μοναστήρι, και ζωγράφισε σε όλη την περιοχή ένα πλήθος έργων. Εκεί πήρε από τις μοναχές της Santa Margherita την εντολή να ζωγραφίσει την εικόνα για τον κεντρικό βωμό. Ενώ δούλευε εκεί, παρατήρησε μια μέρα τη θυγατέρα του Φλωρεντινού, Francesco Butti, που σε αυτό το μοναστήρι είχε ανατραφεί ή ήθελε να γίνει μοναχή. Ο Fra Filippo παρατήρησε τη Lucrezia (αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) και, επειδή ήταν όμορφη και χαριτωμένη κατάφερε τις μοναχές να του δώσουν άδεια να κάνει ένα σχέδιο της, που θα χρησιμοποιούσε για τη μορφή της Παναγίας στην εικόνα του βωμού. Σε αυτήν την περίπτωση ερωτεύτηκε την κοπέλα και βρήκε τελικά μέσα και τρόπους να φυγαδέψει τη Lucrezia.Η κοπέλα έμεινε κοντά στον Filippo και του γέννησε έναν γιο, που πήρε το όνομα του πατέρα του και αργότερα έγινε και εκείνος ένας φημισμένος ζωγράφος.

Σε μια παράσταση πάνω από το πηγάδι στην αυλή του νοσοκομείου Ceppo, έκανε ο Filippo τον δωρητή αυτού του θεραπευτηρίου, τον Francesco di Marco, και στην εκκλησία ζωγράφισε έναν μικρό πίνακα με θέμα το θάνατο του Αγίου Ιερωνύμου. Οι επιστάτες της εκκλησίας που ήθελαν κάτι από το Filippo για να τον θυμούνται, του έδωσαν τη παραγγελία να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο του κεντρικού βωμού. Σε αυτό το έργο ο Filippo επέδειξε όλες του τις ικανότητες κατορθώνοντας να δώσει ενδύματα και μορφές με τον ωραιότερο τρόπο, προσδίδοντας στις μορφές ανάστημα μεγαλύτερο του φυσικού και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, οι οποίοι με νέο τρόπο επιδίωκαν να απεικονίσουν μορφές μεγάλου μεγέθους. Ακόμη απεικόνισε και την ιστορία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, τη γέννηση του, τη διδασκαλία του και τη βάπτιση, τι γεύμα του Ηρώδη και τέλος τον αποκεφαλισμό του Αγίου.

Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη
Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη

Καθώς επίσης παρουσίασε σκηνές από τον βίο του Αγίου Στεφάνου, του πάτρωνα αυτού εκείνης της εκκλησίας, και τη συζήτηση, τον λιθοβολισμό και τον θάνατο αυτού του πρώτου μάρτυρα. Ανάμεσα στις μορφές που θρηνούν τον Άγιο Στέφανο ζωγράφισε τον μαθητή του Fra Diamante και τον εαυτό του, όπως τον έβλεπε στον καθρέφτη και φορώντας ράσο. Αυτό το έργο είναι το σημαντικότερο του.

Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου.
Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου

Το 1463, ο Filippo ζωγράφισε έναν πίνακα με τέμπερα, με μια πολύ ωραία παράσταση του Ευαγγελισμού για την εκκλησία San Jacopo στο Pistoia. Ο Filippo ήταν σε όλους τους πίνακες του θαυμάσιος, εδώ όμως ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο πίνακας αυτός ζωγραφίστηκε τόσο χαριτωμένα, τόσο όμορφα, που δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερος. Γενικά, ήταν κάτι το ασυνήθιστο, που στην εποχή του δεν τον ξεπέρασε κανείς. Γι’ αυτό ο Michelangelo δεν τον επαινούσε μόνο, αλλά τον μιμούνταν σε πολλά πράγματα.

Η ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de Medici, για να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna, κάτι που έκανε μαζί με τον Fra Diamante, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του.

Κριτική για τον Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi ήταν φίλος των χαρούμενων ανθρώπων και ζούσε πάντα ευχάριστα. Έμαθε στον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής, και ο τελευταίος τελείωσε πολλά έργα στην εκκλησία των Καρμελιτών στο Prato και προχώρησε στην απομίμηση της τεχνοτροπίας του δασκάλου του φτάνοντας σε μεγάλη τελειότητα.

Ο Fra Filippo Lippi πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1469 στα εξήντα τρία του χρόνια και με τη διαθήκη του εμπιστεύτηκε στον Fra Diamante τη φροντίδα του γιου του Filippo (Filippino). Αυτό το παιδί, που τότε ήταν δέκα χρονών, έμαθε από τον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής και επέστρεψε μαζί του στη Φλωρεντία.

Ο Filippo τάφηκε σε έναν τάφο από λευκό και κόκκινο μάρμαρο, που οι κάτοικοι του Spoleto έφτιαξαν στην εκκλησία που αυτός διακόσμησε. Ο θάνατος του λύπησε πολύ τους φίλους του, ιδιαίτερα τον Cosimo de Medici και τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του δώσει την άδεια να νομιμοποιήσει το γάμο του με τη Lucrezia. Ο Filippo όμως δεν ενδιαφερόταν, γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν μια ζωή ελεύθερη και ανεμπόδιστη.

Ο Lorenzo de Medici, ο οποίος είχε ονομαστεί πρεσβευτής των Φλωρεντινών, πήγε στο Spoleto, για να ζητήσει από την εκεί ενορία το σκήνωμα του Filippo προκειμένου να ενταφιαστεί στη Santa Maria del Fiore στη Φλωρεντία. Αλλά οι κάτοικοι του Spoleto του απάντησαν ότι δεν έχουν μεγάλο μερίδιο στη δόξα και ότι τους λείπουν έξοχοι άνδρες. Γι’ αυτό του ζήτησαν τη χάρη να τους αφήσει αυτόν τον άνδρα, αφού η Φλωρεντία έχει ένα ατελείωτο πλήθος σπουδαίων ανθρώπων και δε θα τους έλειπε αυτός. Η παράκληση έγινε δεκτή και το σκήνωμα του Filippo έμεινε στην πόλη στην οποία εργάστηκε στα τελευταία του. Ο γιος του Filippo (Filippino) του έφτιαξε εκεί, σύμφωνα με εντολή του Lorenzo, ένα μαρμάρινο μνημείο το οποίο κόστισε εκατό χρυσά δουκάτα.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Ο Ιερώνυμος Μπος (1450-1516)

Ο Ιερώνυμος Μπος (Hieronymus Bosch, πραγματικό όνομα: Jheronimus van Aken, περ. 1450 – 9 Αυγούστου 1516) ήταν σημαντικός Ολλανδός ζωγράφος που έζησε στην περίοδο που έδυε ο Μεσαίωνας και ανέτειλε η Αναγέννηση. Στην εποχή του θεωρήθηκε ένας “επινοητής τεράτων και χιμαιρικών οπτασιών” ενώ περίπου στα 1600 ο ιστορικός τέχνης Κάρελ φαν Μάντερ χαρακτήρισε τους πίνακες του Μπος ως “θαυμαστές και παράξενες φαντασιώσεις, συχνά ανατριχιαστικές”. Στον 20ό αιώνα, αρκετοί μελετητές του έργου του Μπος απέδωσαν ένα βαθύτερο νόημα στη ζωγραφική του και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τις καταβολές της. Έχει χαρακτηριστεί ως ένας υπερρεαλιστής του 15ου αιώνα ενώ για άλλους, το έργο του αντανακλά απόκρυφες πρακτικές του μεσαιωνικού κόσμου όπως η αλχημεία ή η μαγεία.

Ο Ιερώνυμος Μπος, Jheronimus van Aken,
Ο Ιερώνυμος Μπος

Ο Ιερώνυμος Μπος γεννήθηκε και έζησε στο Χερτόχενμπος, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του δουκάτου της Βραβάντης που ανήκε στη σφαίρα ηγεμονίας του δούκα της Βουργουνδίας. Οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και την καλλιτεχνική δραστηριότητα του Μπος προέρχονται από τα δημοτικά αρχεία του Χερτόχενμπος καθώς από τα λογιστικά βιβλία της θρησκευτικής Αδελφότητας της Παναγίας, της οποίας μέλος ήταν και ο Μπος. Η πρώτη αναφορά στον Ιερώνυμο Μπος καταγράφεται το 1474 ενώ ανάμεσα στο 1479 και το 1481 φαίνεται πως νυμφεύτηκε την Aleyt Goyaerts van den Meervenne.

Την περίοδο 1486 – 1487 εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομά του στα αρχεία των μελών της Αδελφότητας της Παναγίας, μία από τις πολυάριθμες αδελφότητες που ανθούσαν κατά το μεσαίωνα και η οποία είχε ως κέντρο λατρείας μία εικόνα της Παναγίας που θεωρείτο θαυματουργή. Αποδεικνύεται πως τα περισσότερα μέλη της οικογένειας του Μπος ήταν επίσης μέλη της αδελφότητας. Επιπλέον ο Μπος φαίνεται πως φιλοτέχνησε έργα κατά παραγγελία για την αδελφότητα καθώς υπάρχουν επιβεβαιωμένες οικονομικές συναλλαγές για τις περιόδους 1480-1481, 1493-1494 και 1511-1513.

Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν πως ο Μπος ταξίδευσε εκτός της πόλης του, υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες είναι πιθανό να επισκέφτηκε τις νότιες Κάτω Χώρες. Για την καλλιτεχνική παιδεία του Μπος πολύ λίγα είναι γνωστά και θεωρείται πως εκπαιδεύτηκε από τον πατέρα του ή κάποιον άλλο συγγενή του ζωγράφο. Ο θάνατος του Μπος χρονολογείται στα 1516 και αναφέρεται, επίσης, στα αρχεία της Αδελφότητας της Παναγίας. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στις 9 Αυγούστου στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη.

Το έργο του Ιερώνυμου Μπος

Αρκετά περιορισμένες είναι και οι επίσημες αναφορές που διαθέτουμε σχετικά με το έργο του Μπος. Γνωρίζουμε πως αρκετά έργα του υπήρχαν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, όπου η Αδελφότητα της Παναγίας διατηρούσε ένα δικό της περεκκλήσιο αν και σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη τους. Οι περισσότεροι από τους πίνακες που φιλοξενούνται σήμερα σε μουσεία ή ιδιωτικές συλλογές αποτελούν αντίγραφα ή μιμήσεις των πρωτότυπων συνθέσεων του Μπος και μόνο 30 πίνακες και μερικά σχέδια μπορούν με βεβαιότητα να αποδοθούν σε αυτόν. Επιπλέον ελάχιστα από τα έργα αυτά φέρουν χρονολογία ενώ αρκετά έχουν υποστεί σημαντικές φθορές.

Τα πρώιμα έργα του Μπος έχουν αρκετά κοινά σημεία με την Ολλανδική τέχνη της εποχής και ειδικότερα με τις διακοσμήσεις χειρογράφων. Ανάμεσα στους πίνακες που ομόφωνα συγκαταλέγονται στην πρώτη περίοδο του Μπος (1470 – 1485) βρίσκονται τα Επιφάνεια, το Ίδε ο Άνθρωπος και ο Ταχυδακτυλουργός, έργα που ακολουθούν περισσότερο παραδοσιακά πρότυπα και είναι απλούστερα σε ότι αφορά τη σύνθεση. Είναι γεγονός πως ελάχιστα από τα πρώιμα έργα του Μπος διαφέρουν αισθητά από την παραδοσιακή εικονογραφία, αν και λεπτομέρειες των πινάκων προαναγγέλλουν τις μετεγενέστερες καινοτομίες των έργων του.

Ο Ιερώνυμος Μπος φιλοτέχνησε αρκετά τρίπτυχα, τρεις δηλαδή συναρμοσμένους πίνακες, λίγο ή πολύ πάνω στο ίδιο θέμα. Ένα από τα δημοφιλέστερα και ίσως σημαντικότερα έργα του είναι ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων, έργο που θεωρείται γενικά ως το σχόλιο του Μπος πάνω στο θέμα του θανάσιμου αμαρτήματος της λαγνείας. Στο αριστερό φύλλο του τρίπτυχου απεικονίζεται ο Αδάμ και η Εύα στον κήπο της Εδέμ, στο μεσαίο φύλλο κυριαρχεί το θέμα των σαρκικών απολαύσεων ενώ στο δεξιό φύλλο δεσπόζει η απεικόνιση της Κόλασης.

Ο Κήπος των απολαύσεων , μεσσαίο φύλλο
Ο Κήπος των απολαύσεων

Η έννοια της αμαρτίας αλλά και το ευρύτερο μεσαιωνικό θέμα της Δευτέρας Παρουσίας (ή διαφορετικά της Τελικής Κρίσης) αποτέλεσαν κεντρικούς άξονες στη θεματολογία του Μπος, που είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου θρησκευτικού περιεχομένου.