Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614)

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (Ηράκλειο Κρήτης, 1 Οκτωβρίου 1541 – Τολέδο, 7 Απριλίου 1614), γνωστός επίσης με τo ισπανικό προσωνύμιο El Greco, δηλαδή Ο Έλληνας, ήταν Κρητικός ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής Αναγέννησης. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Ελλάδα, δημιουργώντας τα περισσότερα έργα του στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εκπαιδεύτηκε αρχικά ως αγιογράφος στο Ηράκλειο, που αποτελούσε τότε τμήμα της ενετικής επικράτειας, και αργότερα ταξίδεψε στην Βενετία. Στην Ιταλία επηρεάστηκε από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ιταλικής τέχνης, όπως τον Τιντορέττο και τον Τιτσιάνο, του οποίου υπήρξε μαθητής, υιοθετώντας στοιχεία από τον μανιερισμό. Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του και ολοκλήρωσε ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Σταύρωση

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και η τέχνη

Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής Σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δεν βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους. Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του και είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Το Τολέδο στην καταιγίδα

Η υστεροφημία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, το έργο του εκτιμήθηκε και προωθήθηκε περισσότερο από τους λόγιους, ουμανιστές και διανοούμενους και λιγότερο από το καλλιτεχνικό κατεστημένο. Αργότερα, αγνοήθηκε για μία περίοδο περίπου τετρακοσίων ετών. Δεν υπήρξαν μιμητές του, καθώς μόνο ο γιος του φρόντισε για την αναπαραγωγή ορισμένων από τις πιο γνωστές συνθέσεις του. Στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος τοποθετείτο στην Ιταλική σχολή, έχοντας τη φήμη ενός ζωγράφου με τάσεις εκκεντρικότητας, στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, αλλά και με περιφρόνηση απέναντι στους καθιερωμένους κανόνες. Για αρκετούς ιστορικούς, η τέχνη του Γκρέκο συνδέθηκε με το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης, θεώρηση που συγκρούεται ή συμπληρώνεται με άλλες ερμηνείες, κυρίως Ελλήνων μελετητών του, που τονίζουν τη σημασία των βυζαντινών στοιχείων στην τέχνη του. Άλλοι ερευνητές, με βάση τις γραπτές σημειώσεις του Γκρέκο, τονίζουν περισσότερο την εικόνα ενός ζωγράφου με φιλοσοφικές αναζητήσεις (συνδεόμενο ειδικότερα με τις νεοπλατωνικές ιδέες), αποκομμένος από τα θρησκευτικά ζητήματα της εποχής και απασχολούμενος κυρίως με αισθητικά προβλήματα, σε σχέση με την διερεύνηση και απόδοση του φυσικού κόσμου μέσα από τη ζωγραφική.

Η τέχνη του Θεοτοκόπουλου ήταν αρκετά προσωπική και αυτόνομη, έτσι ώστε να μην ευνοηθεί η «συνέχειά» της, ενώ καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε και η νέα μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό του 16ου αιώνα, με αποτέλεσμα το έργο του Γκρέκο να είναι ελάχιστα γνωστό κατά την περίοδο του μπαρόκ. Στη διάρκεια του 17ου αιώνα, υπό την άνθιση του κλασικισμού, και στις αρχές του 18ου, οι πίνακές του θεωρούνταν «υπερβολικοί» και «επιτηδευμένοι», ενώ η εκκεντρικότητά του συχνά ταυτίστηκε με ενδεχόμενη «παραφροσύνη». Αργότερα, κατά την περίοδο του ρομαντισμού, τα έργα του επανεξετάστηκαν. Για τον Γάλλο ποιητή Θεόφιλο Γκωτιέ – έναν από τους πρώτους που εξέφρασαν θαυμασμό για το ύστερο έργο του Γκρέκο – θεωρήθηκε πρόγονος του ρομαντικού κινήματος στην αναζήτηση του παράδοξου ή του ακραίου. Οι κριτικοί τέχνης Zacharie Astruc και Paul Lefort, συνέβαλαν επίσης στην προώθηση ενός νέου ενδιαφέροντος για τον Θεοτοκόπουλο, την ίδια στιγμή που Ισπανοί ζωγράφοι στο Παρίσι υιοθετούσαν την τεχνοτροπία του. Από τους πρωταγωνιστές αυτής της τάσης υπήρξε ο Ιγνάθιο Θουλοάγα (1870-1945), καλλιτέχνης βασκικής καταγωγής, ο οποίος αντέγραφε έργα του Γκρέκο που βρίσκονταν στο Πράδο. Στην Ισπανία, εκπρόσωποι του ιμπρεσιονισμού και του συμβολισμού, ανανέωσαν το ενδιαφέρον για το έργο τού Γκρέκο, το οποίο ερμήνευσαν ως προδρομικό εκείνου του Βελάσκεθ.

Το 1908 ολοκληρώθηκε ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος έργων του, από τον Ισπανό ιστορικό τέχνης Manuel Bartolomé Cossío. Με την άνθιση του εξπρεσιονισμού κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, το έργο του Γκρέκο θεωρήθηκε προδρομικό του ρεύματος αυτού και σταδιακά επανεξετάστηκε αποκτώντας τελικά την εξέχουσα θέση που διατηρεί ως σήμερα στην ιστορία της τέχνης. Ο ιστορικός και κριτικός τέχνης Ιούλιος Μάγιερ-Γκρέφε, κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το έργο τού Γκρέκο, κατά την επίσκεψή του στην Ισπανία το 1909, αναγνωρίζοντας σε αυτό μοντέρνα στοιχεία. Την ίδια αντίληψη εξέφρασε και ο κριτικός Roger Fry, θεωρώντας τον Γκρέκο «όχι μόνο μοντέρνο, αλλά αρκετά βήματα μπροστά». Στις αρχές του 20ου αιώνα, υποστηρίχθηκε πως το ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα της ύστερης περιόδου του ήταν αποτέλεσμα αστιγματισμού από τον οποίο έπασχε, άποψη που είναι μάλλον εσφαλμένη.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Πέμπτη Σφραγίδα της Αποκαλύψεως

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δομήνικος_Θεοτοκόπουλους

Ο Θεόφιλος, ο δικός μας ζωγράφος

Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε, ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος, ο ζωγράφος
Ο Παύλος Μελάς, Θεόφιλος

Ο Βίος του Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου. Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση και ένα «μέγα κουσούρι», όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν, να του αλλάξουν τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν  έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε μόνο εκεί  για να μην τον ακούνε γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει αλλά η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν ήθελε να τον ακούσει ο κόσμος να τραγουδάει γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.

Ο Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα, ίσως για να κρύψουν τον Έλληνα με τα τσαρούχια και την κακομοιριά  που ένοιωθαν  σε αυτόν μέσα από τόσα χρόνια σκλαβιάς, που τους έκανε μάλλον να  ντρέπονται.   

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του. Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους. Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μέγα Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.

Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως. Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους Τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο Τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.

Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει. Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου –  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το ταπεινό ύφος της ζωής του, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα και έψαχναν ευκαιρία να τον κοροϊδεύουν. Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 

Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια». Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;» Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!

Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες Έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη και να γνωρίζει τον πολιτισμό  ους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.

Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους, τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.

Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».

Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας. Πώς έγινε αυτό; Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό) Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή για να εκπλαγεί από αυτήν».

Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει

Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.

Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της βυζαντινής τέχνης. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στη τέχνη τους. Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων Αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή. Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους να περάσει η θάλασσα».

Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι»: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε».

Σύμφωνα με τον Θεόφιλο: «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται». Πρόκειται για έναν γνήσιο άνθρωπο με καλλιτεχνική ψυχή, που στόλισε και ομόρφυνε την ζωή στο πέρασμα του από αυτήν. Μια ψυχή που την  σμίλευσε ο πόνος και εκφράστηκε με τραγούδι και ζωγραφική.

Πηγή: http://texni-zoi.blogspot.com/2015/10/blog-post.html

Η Αγία Ροζαλία του Βαν Ντάικ

Η Αγία Ροζαλία ήταν μια ευγενής που απαρνήθηκε τον πλούτο για να ζήσει με προσευχές στη σπηλιά του βουνού Πελεγκρίνο, επιθυμώντας το κέρδος της απόλυτης γαλήνης της αιωνιότητας.

Η Αγία Ροζαλία του Βαν Ντάικ
Η Αγία Ροζαλία δέεται για τους πανουκλιασμένους του Παλέρμο

Ένας άκρως εκλεπτυσμένος ζωγράφος, αγαπητός στην ευρωπαϊκή καλή κοινωνία της εποχής του και διάσημος για τα πορτραίτα του ένιωσε δέος μπροστά στην τρομερή πανώλη, τόσο, ώστε να δημιουργήσει ένα από τα ελάχιστα έργα της ιστορίας της τέχνης με σαφή αναφορά στο λοιμό που μάστιζε την ανθρωπότητα. Αυτός ο ζωγράφος ήταν ο Άντονι Βαν Ντάικ. Ο γνωστός Φλαμανδός ζωγράφος των μουσείων, σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Παλέρμο της Σικελίας όπου έζησε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το 1624, βρέθηκε στη δίνη μιας από τις πολλές επιδημίες πανώλους που μάστιζαν μαζικά τις κοινωνίες του παρελθόντος, συγκλονίστηκε και δούλεψε το περίφημο πορτραίτο «Η Αγία Ροζαλία δέεται για τους πανουκλιασμένους του Παλέρμο». Το έργο ανήκει στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το οποίο απέκτησε το 1871.

Ο Άντονι Βαν Ντάικ, γιος εύπορου εμπόρου από την Αμβέρσα, μαθητής του Ρούμπενς, στο εργαστήριο του οποίου δούλεψε γύρω στο 1619, γοητευμένος από το χρώμα και τις υφές των υφασμάτων του δασκάλου, ζωγράφισε αναφερόμενος, αρχικά, στην αρχαία ελληνική μυθολογία και σε ηλικία 21 χρόνων μπήκε στην αγγλική βασιλική αυτή, αποδεχόμενος πρόσκληση του κόμητα της Αρουντέλ. Με τον κόμη έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ιταλία, όπου προσκλήθηκε από τον Καρδινάλιο της Ρώμης Μπεντιβόλιο και τις μεγάλες γενοβέζικες οικογένειες Σπίνολα, Μπρίνγκολε Σάλε και Ντουράτζο. Η Ιταλία ασκούσε τεράστια γοητεία στους καλλιτέχνες της εποχής, οι Φλαμανδοί, από την εποχή του Τζιότο, είχαν νιώσει τις ισχυρές επιδράσεις του Νότου όπως εξάλλου και ο Νότος δέχτηκε με θαυμασμό τους ζωγράφους του Βορρά και αγόρασε τους πίνακες τους. Το καμίνι της κόλασης και η φλεγόμενη βάτος έβγαλαν ακόμη πιο λαμπερά κόκκινα στην ανάμνηση των φλαμανδικών εξεγέρσεων που πνίγηκαν στο αίμα, ενώ ο Ρούμπενς κορύφωσε τη ζωγραφική του γενέθλιου τόπου, εναρμονίζοντας την πλήρως με την ιταλική περιπέτεια της μεγάλης τέχνης.

Ο Άντονι Βαν Ντάικ θαυμάζει απεριόριστα την Ιταλία, γοητεύεται από τ απαστράπτοντα χρώματα του μπαρόκ αλλά και μένει πιστός στο φλαμανδικό πρότυπο των πορτραίτων, που δεν απεικονίζουν ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, αλλά σταματούν κάπου στο μέσον των ποδιών. Στις κατακτήσεις του συνοψίζονται τα φίνα λαμπερά χρώματα της λεπτής πινελιάς, οι ασημένιοι και χρυσοί φωτισμοί που ξεγλιστρούν από τις θερμές σκιές. Βιρτουόζος του λευκού μεταξωτού. του μπλε και της υφής του πολύτιμου βελούδου. Ο Άντονι Βαν Ντάικ δουλεύει την Αγία Ροζαλία, αναδεικνύοντας το μέγεθος μιας πίστης όπου το θείο βρίσκεται ψηλά και ο πιστός χρειάζεται να εναρμονίσει το βλέμμα με την κίνηση προς τα επάνω.

Βιώνοντας ο Βαν Ντάικ την τρομερή επιδημία πανώλους στο Παλέρμο, επιδημία που κόστισε τη ζωή πολλών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου και του αντιβασιλέα της Σικελίας, προστάτη του ζωγράφου, συγκλονίστηκε. Ενώ η πανούκλα ήταν σε έξαρση βρέθηκαν τα οστά της Αγίας Ροζαλίας στο όρος Πελεγκρίνο, γεγονός που επικύρωσε τη φήμη της ως πολιούχου Αγίας του Παλέρμου.

Στο έργο του Βαν Ντάικ η Αγία Ροζαλία εικονίζεται να υπερίπταται της πόλης προς τον ουρανό για να δεηθεί ώστε ο Θεός να σώσει το Παλέρμο από την πανούκλα. Στη διαδρομή της τη συνοδεύουν άγγελοι. Ο ένας βρίσκεται ψηλότερα και είναι έτοιμος να τη στεφανώσει, ο άλλος δεξιά εικονίζεται τρομοκρατημένος, ενώ εκείνος που βρίσκεται στην άκρη του έργου αριστερά, κρατά την μύτη του. Είναι μια κίνηση υπαινικτική για την πανουκλιασμένη πόλη που απλώνεται κάτω.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι (1475-1564)

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι, (πλήρες όνομα Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 – 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο απλά ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (Αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Δευτέρα Παρουσία, Καπέλα Σιξτίνα

Ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ήταν δοσμένος με πάθος στην τέχνη του, βλέποντας ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα μπορούσε να το λύσει με ευκολία. Γιατί η φύση τον είχε εφοδιάσει με πνεύμα που εξασφάλιζε την ικανότητα του σχεδίου πέρα για πέρα. Για να τελειοποιηθεί σ’ αυτό, ασχολήθηκε διεξοδικά με την ανατομία, ανατέμνοντας ο ίδιος πολλά πτώματα για να ερευνήσει τις ενώσεις των ιστών, τους μυώνες, τα νεύρα, τις φλέβες και τις αρτηρίες, και τις διάφορες κινήσεις και θέσεις του ανθρώπινου σώματος. Επίσης καταπιάστηκε με τη μελέτη των ζώων, κυρίως των αλόγων. Οι εργασίες του με το πινέλο και τη σμίλη έμειναν ανεπανάληπτες. Προσέδιδε στα έργα του τόσο μεγάλη ομορφιά, χάρη και ζωντάνια που ξεπέρασε ακόμη και τους αρχαίους.

Η τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου αναγνωρίστηκε ήδη ενόσω εκείνος ζούσε. Οι μεγάλοι Πάπες, ο Ιούλιος Β’, ο Λέων Ι’, ο Κλήμης Ζ’, ο Παύλος Γ’, ο Ιούλιος Γ’ και ο Πίος Ε’, ήθελαν να το έχουν πάντα κοντά τους. Το ίδιο και ο Τούρκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, ο Φραγκίσκος Βαλουά, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων: όλοι προσφέρθηκαν να πληρώνουν τιμητικό μισθό για να συμμετέχουν στη δόξα του. Όλοι είχαν δει και αναγνωρίσει ότι σ’ αυτόν οι τρεις τέχνες είχαν φτάσει την τελειότητα.

Είχε μια τόσο δυναμική φαντασία, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να μορφοποιήσουν τις μεγάλες και φοβερές σκέψεις που το πνεύμα συνελάμβανε ως ιδέες και πολλές φορές άφησε τα έργα μισοτελειωμένα ή κατέστρεψε πολλά. Ο Μιχαήλ Άγγελος αγαπούσε τη μοναξιά, γιατί πάρα πολύ δοθεί στην τέχνη του, η οποία θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο που αφιερώνεται σ΄αυτήν και φτάνει να θεωρεί καθήκον του την αποφυγή της παρέας. Η τέχνη απαιτεί σκέψη, μοναξιά και άνεση και δεν αντέχει αντιπερισπασμούς.

Ο Μιχαήλ Άγγελος σαν καλός Χριστιανός αγαπούσε πολύ τις Άγιες Γραφές και ήταν θαυμαστής το Μοναχού Σαβοναρόλα. Αγαπούσε στο έπακρο την ανθρώπινη ομορφιά και προσπαθούσε να τη μιμηθεί στην τέχνη του επιλέγοντας ό,τι ωραιότερο από το ωραίο. Ήταν πολύ μετριοπαθής και του αρκούσε στα μεν νιάτα του λίγο ψωμί και κρασί, ενώ στα στερνά του έπαιρνε τα βράδια μετά τη δουλειά της ημέρας ένα απλό βραδινό. Αν και ήταν πλούσιος, ζούσε σαν φτωχός. Ποτέ ή σπάνια έτρωγε ένας φίλος μαζί του. Δεν δεχόταν δώρα από κανέναν, γιατί υποχρεωνόταν απέναντι στον δωρητή. Η μετριοπάθεια του συνέτεινε στο να χρειάζεται ελάχιστο ύπνο. Συχνά, σηκωνόταν τη νύχτα, όταν δε μπορούσε να ησυχάσει, για να δουλέψει με τη σμίλη. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε κατασκευάσει ένα χάρτινο σκούφο και στην κορυφή του είχε στερεώσει ένα κερί, ώστε να έχει φως οπουδήποτε κι αν εργαζόταν χωρίς να εμποδίζονται τα χέρια του.

Στα νιάτα του, κοιμόταν πολλές φορές ντυμένος, όταν, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί και να ντυθεί πάλι, όταν ξυπνούσε. Μερικοί τον θεωρούσαν τσιγκούνη, όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού απέδειξε κατά τη διάρκεια του βίου το του ακριβώς αντίθετο. Με χρήματα που πήρε από τον κόπο του αποκλειστικά βοήθησε πολλούς φτωχούς και πάντρεψε στα κρυφά πολλά κορίτσια.

Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε μια πολύ καλή και πλατιά μνήμη. Χρειαζόταν να δει μόνο μια φορά τα έργα των άλλων, για να τα συγκρατήσει και κατά κάποιον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει χωρίς κανείς να το καταλάβει. Επίσης ποτέ δεν έφτιαξε πότε κάτι όμοιο με άλλα έργα του. Θύμωνε με αυτούς που τον πρόσβαλαν. Ποτέ όμως δεν ήταν εκδικητικός, αντίθετα ήταν πολύ υπομονετικός και απλός στις συνήθειες του, στα λόγια του πολύ κατανοητός, απαντούσε πάντα με σοφία και σοβαρότητα και πολλές φορές έλεγε πράγματα περιεκτικά, αστεία ή και σκληρά.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Πιετά (Αποκαθήλωση), Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Ρώμη

Το τέλος του Μιχαήλ Άγγελου

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Ο Μιχαήλ Άγγελος κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και με συμμετοχή όλων των καλλιτεχνών, των φίλων της φλωρεντινής παροικίας, μπροστά στα μάτια ολόκληρης της Ρώμης, σε μια κρύπτη των Αγίων Αποστόλων, γιατί ο Πάπας είχε την πρόθεση να ταφεί στον Άγιο Πέτρο, σε ένα ιδιαίτερο μνημείο. Ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων επειδή δεν μπόρεσε να τον κερδίσει όσο ζούσε, ήθελα να μεταφέρει το νεκρό στη Φλωρεντία και να του αποδώσει μεγάλες τιμές με όλη τη προσήκουσα μεγαλοπρέπεια. Το πτώμα του Μιχαήλ Άγγελου το πήραν τυλιγμένο, για να μην γίνει θόρυβος στη Ρώμη και ματαιωθεί το εγχείρημα. Μετέφεραν το φέρετρο στην Αδελφότητα της Αναλήψεως της Θεοτόκου και το τοποθέτησαν κάτω από τον κεντρικό βωμό, χωρίς να κάνουν τίποτα. Τη νύχτα, γύρω στις δώδεκα, μαζεύτηκαν γύρω από το σκήνωμα. Ήθελαν να ό,τι έκαναν να γίνει αθόρυβα. Η είδηση όμως μεταπήδησε από το ένα στόμα στο άλλο και η εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο. Τελικά ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ετάφη στην Santa Croce, όπως ήταν και η επιθυμία του, αφού εκεί βρισκόταν και η κρύπτη των προγόνων του. Με εντολή του Κόζιμο των Μεδίκων ανεγέρθηκε μνημείο με τρία αγάλματα: της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Ευγένιος Σπαθάρης (1924-2009)

Ο Ευγένιος Σπαθάρης (2 Ιανουαρίου 1924 – 9 Μαΐου 2009) ήταν Έλληνας καλλιτέχνης του ελληνικού θεάτρου σκιών, ένας από τους πιο σημαντικούς καραγκιοζοπαίχτες και ζωγράφος.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης
Ο Ευγένιος Σπαθάρης

Ο Βίος του Ευγένιου Σπαθάρη

Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννήθηκε στην Κηφισιά στις 2 Ιανουαρίου 1924. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και ιδιαίτερα με τους ήρωες του θεάτρου σκιών, από τους πρωτοπόρους του οποίου ήταν ο πατέρας του, Σωτήρης Σπαθάρης, ο οποίος απεβίωσε το 1974. Το γεγονός αυτό τον εξοικείωσε με το καλλιτεχνικό αυτό είδος και ξεκίνησε να δίνει ο ίδιος παραστάσεις, αρχικά στη διάρκεια της κατοχής, σε θέατρα της Αθήνας, σε πρεσβείες, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κ.α.. Από τότε, έδωσε πληθώρα παραστάσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες του εξωτερικού, συμμετέχοντας σε διεθνή φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών. Παρουσίασε πολλά έργα με ήρωα τον Καραγκιόζη, τόσο ως άψυχο υλικό (φιγούρες ηρώων), όσο και σε έμψυχη (ζωντανή) παράσταση με ηθοποιούς, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με τις παραστάσεις «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτορας», «Ο Αλέκος με τα κυδώνια» κ.ά.

Το 1970 κυκλοφόρησε 13 εικονογραφημένα τεύχη (των 2 δρχ. έκαστο) με μαυρόασπρες φιγούρες και έγχρωμο εξώφυλλο. Ενώ το 1979  παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη το επιτυχημένο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» με εφτά έργα και εφτά περιλήψεις (τα τέσσερα δικά του και τα τρία του πατέρα του Σωτήρη). Από το 1962 κυκλοφόρησαν 10 έργα του σε δίσκους 45 στροφών από την His Master’s Voice, ενώ ακολούθησαν άλλοι 2 δίσκοι 33 στροφών από τη Μinos-EMI αρχές της δεκαετίας του ’80, και άλλες έξι παραστάσεις σε 6 αντίστοιχα CD από τη Legend το 2002.

Το 1950 ο Ευγένιος πραγματοποιεί την πρώτη του συμμετοχή σε κινηματογραφική ταινία, στο Πικρό Ψωμί του Γρηγόρη Γρηγορίου. Έπαιξε έργα του στην κρατική τηλεόραση από το 1966 μέχρι το 1992. Κάποια από τα έργα του αυτά κυκλοφορούσαν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’90 σε βιντεοκασέτες, ενώ τις ημέρες του θανάτου του ξεκίνησε συμπτωματικά η κυκλοφορία τους σε DVD.

Ο ζωγράφος Ευγένιος Σπαθάρης

Από το 1949 επιδίδεται και στη ζωγραφική, παρουσιάζοντας το έργο του σε 35 εκθέσεις – ομαδικές και ατομικές – με ευδιάκριτα τα υφολογικά στοιχεία της σχέσης τού λαϊκού δημιουργού τού θεάτρου σκιών με τον «ναΐφ» ζωγράφο. Προλογίζοντας ατομική έκθεσή του στην Αθήνα το 1983 ο ποιητής και αισθητικός της τέχνης Ευάγγελος Ανδρέου, σημείωσε: Με χέρι ανάλαφρο, με εύφορη φαντασία και με γνήσια λαϊκή επιτηδειότητα, πετυχαίνει να προσδώσει στο έργο του, την αίσθηση του «παραμυθιού». Πρόκειται για ένα «παραμύθι» που γονιμοποιεί τη σχέση μας με τις ρίζες, που αναβιώνει με τρόπο χαρμόσυνο, νεανικό, φρέσκο, σχεδόν παιδικό, ιστορικούς θρύλους, που, με μια κουβέντα, μας καθοδηγεί στον πατροπαράδοτο, γενναίο και συχνά λυρικό «εθνικό βίο».

Οι διακρίσεις του Ευγένιου Σπαθάρη

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου της UNESCO. Έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες λαμβάνοντας μέρος σε διάφορα φεστιβάλ και συνέδρια όπως: Παρίσι, Λιέγη, Ρώμη, Κάιρο, Λονδίνο, Κοπεγχάγη. Αλλά και ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις ατομικές και ομαδικές στην Αθήνα, Ζυρίχη, Παρίσι και Νέα Υόρκη.

Τιμήθηκε με το Βραβείο Ρώμης (1962), με το Α’ Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, το Α’ Βραβείο Πολωνίας (1978), το Α’ Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.α. Τέλος, το 2007 τιμήθηκε ιδιαίτερα από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού για τη μεγάλη του προσφορά στο καλλιτεχνικό αυτό είδος, για το οποίο του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου.

Το 1991 ιδρύθηκε το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο λειτουργεί συστηματικά από το 1996, με στόχο την προβολή του θεάτρου σκιών και του καραγκιόζη.

Το τέλος του Ευγένιου Σπαθάρη

Στις 6 Μαΐου του 2009 και ενώ βρισκόταν στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από σκάλες, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλά κατάγματα και να δημιουργηθεί σοβαρό αιμάτωμα στον εγκέφαλο, με την κατάστασή του να χαρακτηριστεί ως κρίσιμη. Τελικά, στις 9 Μαΐου, ύστερα από τρεις ημέρες νοσηλείας απεβίωσε, σε ηλικία 85 ετών. Η σορός του εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών και η κηδεία έγινε στις 13 Μαΐου του 2009, στο Μαρούσι, με δημόσια δαπάνη.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ευγένιος_Σπαθάρης

Ο Masaccio (1401-1428)

Ο Masaccio (πραγματικό όνομα Tommaso di ser Giovanni di Mone Cassai, 21 Δεκεμβρίου 1401 – καλοκαίρι 1428) ήταν ο πρώτος μεγάλος Ιταλός ζωγράφος της Ιταλικής Αναγέννησης. Σύμφωνα με τον Giorgio Vasari, ήταν ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του λόγω των δεξιοτήτων του στην αναδημιουργία αληθοφανών στοιχείων και κινήσεων καθώς και στην πειστική αίσθηση των τριών διαστάσεων.

Ο Masaccio
Ο Masaccio

Ο Βίος του Masaccio

Ο Masaccio γεννήθηκε στο Castel San Giovanni in Valdarno και λένε ότι μπορεί κανείς ακόμη να δει μερικές εικόνες τις οποίες δημιούργησε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν άνθρωπος πολύ αφηρημένος και εσωστρεφής, όμοιος με κάποιον που η κλίση και η σκέψη του είναι αποκλειστικά στραμμένες προς την τέχνη και γι΄αυτό δεν καταπιάνεται ιδιαίτερα με τις δικές του υποθέσεις, πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των άλλων. Επειδή λοιπόν με κανένα τρόπο δεν σκεπτόταν τις έννοιες και τα πράγματα της καθημερινότητας, δεν έδινε σημασία σε αυτά που φορούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα δανεικά που έδινε, εκτός αν είχε απόλυτη ανάγκη. Έτσι ονομαζόταν από όλους, όχι Tommaso, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα αλλά Masaccio που θα πει μακρύς, ακατάστατος Θωμάς. Όχι επειδή ήταν άνθρωπος των ελαττωμάτων αλλά εξαιτίας της ατημελησίας του, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να καταπιάνεται με άλλα πράγματα που του προξενούσαν ευχαρίστηση.

Την εποχή που ο Masolino de Panicale ζωγράφιζε το παρεκκλήσιο στην εκκλησία Santa Maria del Carmine στη Φλωρεντία, ο Masaccio καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τέχνη του προσπαθώντας όσο μπορούσε να προσανατολιστεί με βάση τον Filippo και τον Donatello, παρ΄ όλο που η τέχνη τους ήταν διαφορετική από τη δική του. Προσπαθούσε ακατάπαυστα να παραστήσει τις μορφές του ζωντανές, κινούμενες και φυσικές. Σχέδιο και περίγραμμα, καθώς και η χρωματικότητα, διαφέρουν τόσο πολύ από τα ανάλογα των παλιών μαστόρων, που οι εικόνες του, χωρίς αμφιβολία, μπορούν να συγκριθούν με οποιοδήποτε νεότερο δημιούργημα στην περιοχή του σχεδίου ή της ζωγραφικής. Ήταν πολύ προσεκτικός στη δουλειά του και υπέροχος και θαυμάσιος στα θέματα της προοπτικής.

Περισσότερο από άλλους μάστορες επιχειρούσε να αποδώσει γυμνές μορφές και σμικρύνσεις μ΄έναν τρόπο άγνωστο στο παρελθόν. Είχε ελαφρύ χέρι και επέδειξε μεγάλη απλότητα στην απόδοση των ενδυμασιών. Απ΄αυτόν προέρχεται ένας πίνακας σε τέμπερα: η Παναγία που με τον γιο της στην αγκαλιά της αναπαύεται πάνω στην ποδιά της Αγίας Άννας.

Sant'Anna Metterza, 1424-1425, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Sant’Anna Metterza

Το τέλος του Masaccio

Ο Masaccio πέθανε στα 27 του χρόνια, και τόσο γρήγορα που δεν έλειψαν οι γνώμες πως πέθανε από δηλητήριο και όχι τυχαία. Ο Filippo Brunelleschi είπε σαν έμαθε τον θάνατο του: «Ο θάνατος του Masaccio είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια» και λυπήθηκε ιδιαίτερα που εκείνος πέθανε, γιατί είχε αγωνιστεί πολύ να του μάθει τους νόμους της προοπτικής και της αρχιτεκτονικής. Τα οστά του Masaccio τάφηκαν στην εκκλησία των Carmine το 1443 και μολονότι τότε δεν τοποθέτησαν κανένα μνημείο στον τάφο του, επειδή όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερα αναγνωριστεί, τιμήθηκε μετά θάνατον με επιτάφιες επιγραφές.

Αποτίμηση του έργου του Masaccio

Η τέχνη του Masaccio είναι άξια κάθε επαίνου, αφού αυτή άνοιξε τον δρόμο προς τον ωραίο τρόπο απεικόνισης της εποχής μας. Μεγάλη η φήμη του έργου του σε όλες τις εποχές, όμως υπάρχει η άποψη πως θα κατάφερνε ακόμη περισσότερα αν δεν τον άρπαζε ο Θάνατος. Ο Masaccio ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στην πράξη τις θεωρίες του Brunelleschi και του Leon Batista Alberti περί προοπτικής. Η ζωγραφική του έδινε την αίσθηση του τρισδιάστατου και η χρήση που έκανε της πηγής φωτός ήταν απαράμιλλη. Η επίδρασή του στην εν συνεχεία αναγεννησιακή ζωγραφική ήταν τεράστια.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973)

Ο Πάμπλο Πικάσο, πραγματικό όνομα Πάμπλο Ρουίθ ι Πικάσο, (ισπανικά: Pablo Ruiz y Picasso, ισπανική προφορά: ˈpaβlo piˈkaso, 25 Οκτωβρίου 1881 – 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.

Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του  Κομμουνισμού, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ήταν αντιφρανκικός.

Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.
Ο Πάμπλο Πικάσο

Ο Βίος του Πάμπλο Πικάσο

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ ι Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεθ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.

Ο Πάμπλο Πικάσο γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια»  όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.

Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1898 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).

Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Το έργο του Πάμπλο Πικάσο

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:

  • Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
  • Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
  • Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
  • Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.

Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του ’20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν, Πάμπλο Πικάσο
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ’ όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας «Je suis aussi un poète», δηλαδή «είμαι κι εγώ ένας ποιητής». Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d’ Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.

Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκερνίκα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην  Ισπανία  προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του.

Το 1966 φιλοξενήθηκε στο Γκραν Παλέ και στο Πτί Παλέ στο Παρίσι  μεγάλη έκθεση του 85χρονου τότε Πικάσο, με περισσότερα από 1.000 έργα. Τα ρεπορτάζ της εποχής εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για τη «μεγαλύτερη αναδρομική εκδήλωση που έχει ποτέ οργανωθεί για ζώντα καλλιτέχνη». Οι επισκέπτες σχημάτισαν τεράστιες ουρές για να περιπλανηθούν στο σύμπαν από πίνακες, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια και γκραβούρες του μεγάλου καλλιτέχνη. Έκθεση που συμπύκνωνε μία πλούσια ζωή: 60 χρόνια δουλειάς, 7 επαναστάσεις, 7 γυναίκες, μισό χιλιόμετρο ζωγραφικής, δεκάδες γλυπτά κ.ο.κ. Ιδιαίτερα παραγωγικός, «ζωγραφίζει όπως αναπνέει» υποστήριζαν, κρατούσε διαρκώς ένα χαρτί κι ένα μολύβι στο χέρι, δημιουργώντας σχέδια, το καθένα από τα οποία στοιχίζει πλέον μία περιουσία. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν στο Παρίσι (ως τις 12 Φεβρουαρίου του 1966) και παρουσίασαν την πορεία του Πικάσο στις εικαστικές τέχνες, περιλαμβάνονταν και ορισμένα που αποτέλεσαν σταθμό στην καριέρα του, όπως Οι δεσποινίδες της Αβινιόν (1907), που έφερε επανάσταση στη σύγχρονη ζωγραφική και θεωρήθηκε προμήνυμα του κυβισμού: «Άλλοτε ένας πίνακας ήταν ένα σύνολο από προσθέσεις. Εγώ θέλησα να δώσω ένα σύνολο από αφαιρέσεις», είπε ο Πικάσο. Ακόμη: Οι μουσικοί με τις μάσκες (1921), Ο ακροβάτης (1930), Κοπέλα μπροστά σε καθρέφτη (1932) κ.α. Η Γκερνίκα δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, γιατί είχε ήδη εκτεθεί στο Παρίσι, στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών το 1955. Τα γενέθλια του ζωγράφου γιορτάστηκαν σε όλη τη Δύση με αφιερώματα και εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, σκεπτόμενος διαρκώς το μέλλον.

Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγό του, Ζακλίν Ροκ, στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.

Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby’s).

Προσωπική ζωή

Πρώτη σύζυγος του Πάμπλο Πικάσο ήταν η Ρωσίδα χορεύτρια Όλγα Κοκλόβα. Στις αρχές Μαρτίου του 1961, σε ηλικία 79 ετών, ο Πάμπλο Πικάσο παντρεύτηκε την 34χρονη Ζακλίν Ροκ, μοντέλο, μελαχρινή με πράσινα μάτια, την οποία απαθανάτισε σε αρκετούς πίνακές του. Ο γάμος, όχι θρησκευτικός, τελέσθηκε εν πλήρει μυστικότητα στο Βαλορί της Κυανής Ακτής και ήταν ο δεύτερος και για τους δύο. Αν και υπήρξε  κομμουνιστής, εξέφρασε πολλές φορές την αντίθεσή του σε διάφορες πρακτικές του Σοβιετικό μπλοκ, όπως η Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, χωρίς όμως να διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Είχε στηρίξει μαζί με άλλους διανοούμενους τον Νίκο Μπελογιάννη και μάλιστα του αφιέρωσε και ένα πίνακα μετά την εκτέλεσή του. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έκλεισε το πορτρέτο είπε χαρακτηριστικά «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτρέτο». Κάποτε είχε δημιουργήσει ένα πορτρέτο που να αναπαριστά τον Στάλιν, κατόπιν πιέσεων των συντρόφων του, όμως προκάλεσε σάλο στους ηγέτες του κόμματος, διότι στο πορτρέτο διαφαινόταν μία σατυρική ματιά για τον Στάλιν, μία διαπεραστική ειρωνεία. Γενικά, οι σχέσεις του με τον Σοβιετικό ηγέτη δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάμπλο_Πικάσο

Ο Τσιμαμπούε (1240-1302)

Ο Τσιμαμπούε (Cimabue, Σεπτέμβριος 1240 – 24 Ιανουαρίου 1302), γνωστός επίσης με το πραγματικό του όνομα Τσέννι ντι Πέπο (Τζοβάννι) Τσιμαμπούε (Cenni di Pepo (Giovanni) Cimabue) ή Μπενβενούτο ντι Τζουζέππε (Benvenuto di Giuseppe), ήταν Ιταλός ζωγράφος με καταγωγή από τη Φλωρεντία. Θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν τα ψηφιδωτά που φιλοτέχνησε, ενώ ο ίδιος θεωρείται ως ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε τον Τζιότο του οποίου υπήρξε πιθανά δάσκαλος. Το έργο του έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν μεταγενέστεροι ζωγράφοι, όπως ο Τζιότο και ο Ντούτσιο, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Ο σύγχρονός του Δάντης εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του και τον είχε κατατάξει ανάμεσα στους μείζονες Ιταλούς ζωγράφους της εποχής, όπως έκανε πολύ μεταγενέστερα και ο Τζόρτζιο Βαζάρι.

 Ο Τσιμαμπούε θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική.
Ο Τσιμαμπούε

Ο Βίος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε γεννήθηκε στην Φλωρεντία από ευγενική οικογένεια. Σύμφωνα με την κρίση του πατέρα του αλλά και άλλων το παιδί είχε ένα εξαιρετικά καθαρό μυαλό, γι’ αυτό έπρεπε να σπουδάσει τις επιστήμες. Έτσι, όταν μεγάλωσε το έφερε ο πατέρας του σ’ ένα συγγενή, που δίδασκε γραμματική στις νέες μοναχές στη Santa Maria Novella. Όμως ο νεαρός Τσιμαμπούε, αντί να επιδίδεται στις επιστήμες, περνούσε όλη την ημέρα ζωγραφίζοντας πάνω στα βιβλία και σε άλλα φύλλα χαρτιού ανθρώπους, άλογα, σπίτια και κάθε είδους φαντασίες και σε αυτήν την κλίση του υπήρξε τυχερός. Γιατί οι τότε προύχοντες της πόλης κάλεσαν στην Φλωρεντία μερικούς Έλληνες ζωγράφους, οι οποίοι έπρεπε να αναζωπυρώσουν τη σβησμένη τέχνη, κα αυτοί ιστόρησαν μεταξύ των άλλων και το παρεκκλήσιο των Gondi στη Santa Maria Novella, του οποίου η οροφή και οι τοίχοι έχουν τώρα πια καταστραφεί. Αφού ο Τσιμαμπούε έκανε τα πρώτα του βήματα στην τέχνη που τόσο του άρεσε, άφηνε συχνά τα μαθήματα του και παρακολουθούσε τους ζωγράφους στο έργο τους. Γ’ αυτό πίστεψαν και αυτοί, όπως ο πατέρας του ότι, ότι έχει ταλέντο ζωγράφου και ότι μπορούσε, αν αφιερωνόταν στη ζωγραφική, να ελπίζει σ’ ένα λαμπρό μέλλον. Έτσι τον παρέδωσαν, για μεγάλη του χαρά, σε εκείνους τους καλλιτέχνες, προκειμένου να διδαχθεί την τέχνη τους, και με συνεχή προσπάθεια αλλά και χάρη στο ταλέντο του κατάφερε να ξεπεράσει και αυτούς τους δασκάλους του σε ό,τι αφορά το σχέδιο και το χρώμα. Γιατί αυτοί δεν δούλευαν με βάση το ωραίο, αρχαίο ελληνικό τρόπο, αλλά, όπως το βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα στα έργα τους, με τον χονδροειδή και σκληρό τρόπο της εποχής τους, χωρίς να προσπαθούν στο ελάχιστο για οποιαδήποτε καλυτέρευση.

Η τέχνη του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε τους μιμήθηκε βέβαια, αλλά εξευμένισε και τελειοποίησε την τέχνη τους, έτσι ώστε το όνομα του και τα έργα του τίμησαν την πόλη όπου γεννήθηκε. Αυτό μαρτυρούν πολλές εικόνες που ζωγράφισε στη Φλωρεντία, όπως ο πίνακας μπροστά στο βωμό της Santa Croce. Ύστερα ζωγράφισε πάνω σε χρυσό καμβά, όσο καλύτερα μπορούσε τον Άγιο Φραγκίσκο εκ του φυσικού, κάτι νέο για την εποχή του, και γύρω γύρω ιστορίες από τη ζωή του Αγίου σε είκοσι μικρές εικόνες, γεμάτες από μικρές μορφές πάνω σε χρυσό καμβά. Ανέλαβε ένα μεγάλο πίνακα για τους μοναχούς της Vallombrosa, στο μοναστήρι για της Santa Trinita, στη Φλωρεντία. Κόπιασε πολύ προκειμένου να ανταποκριθεί στη φήμη που είχε αποκτήσει και παρουσίασε καλύτερες επινοήσεις και ωραίες πόζες. Η εικόνα αυτή έδειχνε μια Παναγία με το Βρέφος στην αγκαλιά της και πολλούς αγγέλους τριγύρω που την υμνούσαν, και όλα αυτά πάνω σε χρυσό καμβά. Όταν τελείωσε αυτό το έργο, πήρε από τον ηγούμενο παραγγελία να ζωγραφίσει πάνω σε ξύλο έναν μεγάλο Εσταυρωμένο.

Maestà της Santa Trinita, 1290-1300, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Η Παναγία με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι

Ο Τσιμαμπούε στην Ασίζη

Με αυτά τα έργα απλώθηκε παντού η φήμη του Τσιμαμπούε και έτσι τον κάλεσαν στην Ασίζη, όπου μαζί με μερικούς Έλληνες ζωγράφους ιστόρησε ένα τμήμα της οροφής της Κάτω Εκκλησίας και επάνω στους τοίχους ζωγράφισε την ιστορία του Χριστού και εκείνη του Αγίου Φραγκίσκου, ενώ ξεπέρασε κατά πολύ με την τέχνη του εκείνους τους Έλληνες ζωγράφους. Έτσι πήρε θάρρος. Άρχισε να νωπογραφεί μόνος του την Άνω Εκκλησία και στην κύρια κόγχη, πάνω στο βωμό, σε τέσσερα τμήματα ζωγράφισε σκηνές από το βίο της Θεοτόκου, και μάλιστα την Κοίμηση της, ύστερα την Ανάληψη της και τελικά την Στέψη της με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι. Ζωγράφισε επίσης στα πέντε σταυροθόλια της ίδιας εκκλησίας πολλά ιερά θαύματα.

Maestà της Ασσίζης, νωπογραφία, 1288, Ασσίζη, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου
Maestà της Ασσίζης, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου

Όταν τελείωσε η οροφή, ζωγράφισε, στην αριστερή πλευρά της εκκλησίας, το επάνω τμήμα του τοίχου σε φρέσκο. Αυτό το πολύ μεγάλο, πλούσιο και πραγματικά εξαίρετο έργο πρέπει να εντυπωσίασε τους πάντες εκείνη την εποχή, ύστερα από τον λήθαργο της τέχνης. Επιστρέφοντας στη Φλωρεντία ο καλλιτέχνης ζωγράφισε στο Chiostro (αυλή με κιονοστοιχίες) του μοναστηριού Santo Spirito -όπου η μια πλευρά της εκκλησίας ήταν ζωγραφισμένη με τον ελληνικό τρόπο- τρία τόξα με θέματα από τη ζωή του Χριστού, τα οποία είναι αναμφίβολα πολύ ωραία δοσμένα.

Για την εκκλησία Santa Maria Novella ζωγράφισε την εικόνα της Παναγίας, η οποία είχε τοποθετηθεί μεταξύ του παρεκκλησίου των Ruccellai και εκείνο των Bardi da Vernio. Αυτό το έργο έχει μεγαλύτερο μέγεθος από οποιοδήποτε άλλο παλαιότερο, και μερικοί άγγελοι που περιβάλλουν τη Θεοτόκο δείχνουν πως ο Τσιμαμπούε δούλευε ακόμη κατά τον ελληνικό τρόπο, αν και με τα περιγράμματα αλλά και με τη μέθοδο πλησίαζε περισσότερο προς τη νεότερη τεχνοτροπία. Ως τότε δεν είχε δει κανείς κάτι καλύτερο και γι’ αυτό η εικόνα αυτή ξε σήκωσε τόσο θαυμασμό, ώστε μεταφέρθηκε με εορταστική πομπή από το σπίτι του Τσιμαμπούε στην εκκλησία με πολλή μεγαλοπρέπεια και με μουσική από τρομπέτες, ενώ ο ίδιος ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα για την προσπάθεια του αυτή.

Το τέλος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε έφυγε από αυτόν τον κόσμο στα 62 του, αφού ανάστησε στην κυριολεξία τη ζωγραφική. Θάφτηκε στη Santa Maria del Fiore και στον τάφο του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«Credidit ut Cimabos picturae castra tenere, Sic tenuit vivens, nunc tenet astra poli».

«Όπως πίστευε ο Τσιμαμπούε ότι κρατά τα κάστρα της ζωγραφικής, έτσι τα κρατούσε ζωντανά. Τώρα κρατά τα άστρα του ουρανού».

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

Ο Νίκος Εγγονόπουλος του Παναγιώτου (21 Οκτωβρίου 1907 – 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας καθηγητής του Ε.Μ.Π., ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του ’30, ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος
Ο Νίκος Εγγονόπουλος

Ο Βίος του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές εσωτερικός σε Λύκειο του  Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο  Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.

Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε ελεύθερες σπουδές σε Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του  Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο  Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Σε όλο το διάστημα των σπουδών ζωγραφικής ο Εγγονόπουλος παρέμεινε στη θέση του στο Υπουργείο και το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία, όπου μετά από έξι χρόνια μονιμοποιήθηκε με το βαθμό του Σχεδιαστή Α΄ Τάξεως.

Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν το 1938 στην Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως και αποτελούσαν έργα που απεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η είσοδός του στα ελληνικά γράμματα, αρχικά με τη δημοσίευση μεταφράσεων σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938, με την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν».

Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, «Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής», ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της «Ηλέκτρας» του  Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη.

Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο.

Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Το 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης και Τσαρούχης. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Δημήτρη Πικιώνη σχεδίαζε νέα κτίρια.

Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις, ενώ το  1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του. Την ίδια περίοδο εκλέχθηκε μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του  Γεωργίου Α’. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979, καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της Société Européenne de Culture κ.ά. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Αναγνωστοπούλου). ‘Ηταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

Ποιητής και Μούσα, 1958, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη

Ποιητής και Μούσα

Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου  στο  Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.

Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Ποιήματα του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά,  ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο. Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική υπόκρουση στο ποίημα «Μπολιβάρ» για το δίσκο της εταιρίας Διόνυσος, σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.

Το έτος 2007 ανακηρύχθηκε από τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας ως «Έτος Ν. Εγγονόπουλου».

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γράφει

Η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου

  • Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938, 1966, 1977)
  • Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939, 1966, 1977)
  • 7 Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, (1944, 1999)
  • Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, 1978
  • Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, (1944, 1962, 1968, και 1978 εκδ. Ίκαρος
  • Έλευσις (1948, 1977)
  • Η επιστροφή των πουλιών (1946, 1977)
  • Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (1978)
  • Το μέτρον: ο άνθρωπος. Πέντε ποιήματα και δέκα πίνακες, εκδ. Ύψιλον (2005)
  • Μυθολογία = Mythology, μετάφραση David Connolly, εκδ. Ύψιλον (2006)
  • Ωραίος σαν Έλληνας = The Beauty of a Greek: Poems : Ποιήματα, ανθολόγηση και μετάφραση David Connolly, εκδ. Ύψιλον (2007)

Τα πεζά του Νίκου Εγγονόπουλου

  • Ο Καραγκιόζης: Ένα ελληνικό θέατρο σκιών, εκδ. Ύψιλον (1981
  • Ν. Εγγονόπουλος, Πεζά κείμενα, εκδ. Ύψιλον (1987)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Εγγονόπουλος

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (1412-1492)

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (Piero della Francesca, 1412 – 12 Οκτωβρίου 1492) ήταν Ιταλός ζωγράφος της πρώιμης Αναγέννησης. Ήταν επίσης γνωστός στους συγχρόνους του και ως μαθηματικός-γεωμέτρης. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από την ηρεμία των χρωμάτων της και τις γεωμετρικές φόρμες, ειδικά ως προς την προοπτική της. Η επίδρασή του σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες, όπως ο Λούκα Σινιορέλλι και Πιέτρο Περουτζίνο, είναι εμφανής.

O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα
O Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Βίος του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα

Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, γνωστός στους συγχρόνους του ως Πιέρο ντι Μπενεντέττο ντε’ Φραντσέσκι (Piero di Benedetto de’ Franceschi) γεννήθηκε στο Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο (Borgo San Sepolcro) (σημερινό Σανσεπόλκρο), μια κωμόπολη κοντά στο Αρέτσο της Τοσκάνης. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν έχει γίνει δυνατό να καθοριστεί, γι’ αυτό διάφορες πηγές δίνουν έτη γεννήσεως κυμαινόμενα από το 1412 έως το 1422. Ο πατέρας του, Μπενεντέττο, ήταν έμπορος δερμάτων και μαλλιού, η μητέρα του, Ρομάνα, ήταν κόρη του Ρέντσο ντι Κάρλο ντα Μοντέρκι (Renzo di Carlo da Monterchi) από το παρακείμενο χωριό Μοντέρκι, επίσης εμπόρου μαλλιού. Πιστεύεται ότι οι γονείς του παντρεύτηκαν γύρω στα 1416, αν και δεν βρέθηκε κάποιο πιστοποιητικό γάμου στα αρχεία, αλλά βρέθηκε το προικοσύμφωνό τους με αυτή τη χρονολογία. Βασισμένος σε αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Πιέρο ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, ο ιστορικός Τζέιμς Μπεκ (James Beck) δίνει ως πιθανότερη χρονολογία γέννησης τον Ιούνιο του 1420.

Ο Πιέρο πιθανότατα έμαθε την τέχνη της ζωγραφικής από κάποιον από τους καλλιτέχνες της σχολής της Σιένα, που εργάζονταν εκείνη την εποχή στην πόλη του και εργάστηκε στο Σανσεπόλκρο ως βοηθός του ζωγράφου Αντόνιο ντ’ Ανγκιάρι (Antonio d’Anghiari), ο οποίος, καταγόμενος από το παρακείμενο ομώνυμο χωριό είχε εγκατασταθεί στο Σανσεπόλκρο προκειμένου να εκτελέσει κάποια παραγγελία. Το 1439 εργάστηκε μαζί με τον Ντομένικο Βενετσιάνο (Domenico Veneziano) σε νωπογραφίες στην παρακείμενη εκκλησία Sant’ Egidio του Νοσοκομείου Santa Maria Nuova της Φλωρεντίας. Η εργασία του Βενετσιάνο, ιδιαίτερα στην κατανομή του χώρου, επηρέασε τον νεαρό Πιέρο. Εργάστηκε σε πολλές πόλεις της Κεντρικής Ιταλίας, όπως Ρώμη,  Φερράρα, Πέζαρο, Ανκόνα, Αρέτσο,  Ρίμινι, Ουρμπίνο  και Περούτζια,  αλλά δεν έχασε την επαφή του με τη γενέτειρά του, την οποία απεικόνισε σε ορισμένα έργα του, όπως «Η Βάπτιση του Χριστού», ενώ οι λόφοι της απεικονίζονται και στη «Γέννηση». Με τις περιπλανήσεις του αυτές γνώρισε αρκετούς συναδέλφους του, μεταξύ των οποίων και τον Φρα Αντζέλικο, ο οποίος τον συνέστησε σε πολλούς διάσημους ζωγράφους της εποχής, όπως ο Μαζάτσιο και ο Μπρουνελλέσκι.

Η Βάπτιση, 1448-1450, Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη
Η Βάπτιση του Χριστού

Το 1442 ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα επέστρεψε στη γενέτειρά του, η οποία εκείνη την εποχή πέρασε στην επικυριαρχία της Φλωρεντίας. Εκείνη την περίοδο (1445) έλαβε παραγγελία να ζωγραφίσει το «Πολύπτυχο του Ελέους» (Polittico della Misericordia). Στη συνέχεια μετέβη στην Ανκόνα (1450) και από εκεί στο Λορέτο, όπου έλαβε παραγγελία για μια νωπογραφία, όπως αναγράφει ο Βαζάρι, για το σκευοφυλάκιο του ναού της Παναγίας. Φαίνεται ότι η παραγγελία έμεινε ημιτελής, καθώς ο Πιέρο έφυγε από το Λορέτο λόγω επιδημίας πανώλους που ενέσκηψε εκείνη την εποχή στην περιοχή. Πήγε στο Αρέτσο, όπου το 1452 άρχισε να εικονογραφεί το χοροστάσιο του ιερού ναού του Αγίου Φραγκίσκου με εικόνες (χωρίς χρονολογική σειρά) βασισμένες στον θρύλο του Τιμίου Σταυρού (La Legenda della vera Croce), τις οποίες ολοκλήρωσε το 1466. Στις νωπογραφίες αυτές φαίνεται η γνώση του και επιμέλειά του στην προοπτική καθώς και στη χρήση των χρωμάτων, παράλληλα με τη γεωμετρική αρμονία και την ικανότητα στη σύνθεση των εικόνων του.

Πολύπτυχο του Ελέους, (Polittico della Misericordia)
Πολύπτυχο του Ελέους

Το 1455 ο Πιέρο βρίσκεται στην αυλή του Πάπα Νικολάου Ε’, όπου ζωγράφιζε νωπογραφίες στο Ανάκτορο του Βατικανού, παραμένοντας εκεί και υπό τον Πάπα Πίο Β’. Δυστυχώς, οι νωπογραφίες αυτές καταστράφηκαν, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος για αντίστοιχες νωπογραφίες του Ραφαήλ. Την εποχή αυτή συναντήθηκε με τον αρχιτέκτονα Φραντσέσκο ντελ Μπόργκο (Francesco del Borgo), ο οποίος είχε αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας Santa Maria Maggiore. Ο ντελ Μπόργκο ήταν γνωστός και ως μαθηματικός, και αντάλλασσε με τον Πιέρο απόψεις σχετικές με τα μαθηματικά. Ο Πιέρο διακόσμησε εκεί το παρεκκλήσιο του Αγίου Μιχαήλ.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ο Πιέρο έζησε στη γενέτειρά του, όπου εκτέλεσε διάφορες παραγγελίες για λογαριασμό των τοπικών εκκλησιών. Κανένα από τα έργα του αυτά δεν σώζεται. Το 1480 ο Πιέρο ονομάστηκε επικεφαλής της Confraternita di San Bartolomeo και ζωγράφισε τη «Γέννηση» (σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου) και τη «Μαντόνα» στην εκκλησία Santa Maria delle Grazie στη Σενιγκάλια (Senigallia). Τέλος, ζωγράφισε την Αγία Τράπεζα στην Περούτζια, ένα έργο που χαρακτηρίζεται αδέξιο, τη «Θεοτόκο με το Βρέφος και τους Αγίους».

Madonna di Senigallia, μεταξύ 1470 και 1485, Ουρμπίνο, Galleria Nazionale delle Marche
Madonna di Senigallia

Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του ο Πιέρο ασχολήθηκε με άλλα θέματα πλην της ζωγραφικής. Μεταξύ 1474 και 1482 συνέγραψε το έργο De prospectiva pingendi (Περί της προοπτικής στη ζωγραφική), στα χνάρια του Ευκλείδη και του Αλμπέρτι. Το πρωτότυπο κείμενο φυλάσσεται σήμερα στην Biblioteca Palatina στην Πάρμα, είναι χειρόγραφο γραμμένο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αφιερωμένο στον προστάτη του Δούκα Guidobaldo da Montefeltro και εικονογραφημένο με σχέδιά του επί γεωμετρικών, προοπτικών και αναλογικών μελετών. Ακολούθησε δεύτερο έργο, De quinque corporibus regularibus (Περί των πέντε κανονικών σωμάτων), στο οποίο ασχολείται με την ιδέα της τέλειας προοπτικής, βασισμένο στις ιδέες του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Το χειρόγραφο, εικονογραφημένο από τον καλλιτέχνη, φυλάσσεται σήμερα στη Φλωρεντία. Η άποψη του Βαζάρι ότι ο καλλιτέχνης είχε τυφλωθεί λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθώς το δεύτερο χειρόγραφό του ολοκληρώθηκε το 1485.

Ο Πιέρο απεβίωσε στο σπίτι του στο Σανσεπόλκρο το 1492. Πέντε χρόνια νωρίτερα είχε συντάξει διαθήκη, με την οποία άφηνε τα υπάρχοντά του στην οικογένειά του και στην Εκκλησία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πιέρο_ντέλλα_Φραντσέσκα