Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (Πειραιάς, 15 Μαρτίου 1851 – Λίβερπουλ, 17 Μαρτίου 1935) ήταν λογοτέχνης, μεταφραστής, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (δημοτικισμός).

Ο Αλέξανδρος Πάλλης
Ο Αλέξανδρος Πάλλης

Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης

Ο Αλέξανδρος Πάλλης καταγόταν από την Ήπειρο αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστήμιου αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μετακομίσει στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Παράλληλα με το εμπόριο ασχολήθηκε με τα γράμματα. Δημοσίευσε μια κριτική έκδοση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή διορθωμένη από τον ίδιο που εκτιμήθηκε από τους φιλόλογους. Ακολουθώντας τις γλωσσικές αντιλήψεις του Ψυχάρη δημοσίευσε το 1889 τα «Τραγουδάκια για τα παιδιά» με σκοπό «το διαφωτισμό της νεότητας», και μια μετάφραση του «Έμπορου της Βενετίας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην δημοτική. Ακολούθησαν άλλα πρωτότυπα έργα του όπως το διήγημα «Μπρουσός» και η ποιητική συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος». Ποιήματά του και μερικές από τις μεταφράσεις του δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Κούφια καρύδια» τυπωμένο στο Λονδίνο.

Σημαντικότερο έργο του Πάλλη θεωρείται η μετάφρασή του της «Ιλιάδας» του Ομήρου στη δημοτική και σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σύμφωνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά, «με τη μεταφραστική αυτή πρωτοβουλία […] ήθελε πρώτα-πρώτα να αποδείξει ότι η δημοτική γλώσσα ήταν επαρκής για να αποδώσει και τα πιο αξιόλογα δημιουργήματα των αιώνων. Ζητούσε ακόμα να κάνει το ομηρικό έπος κτήμα του λαού…». Άλλη πολύ γνωστή μετάφραση του Πάλλη ήταν αυτή των Ευαγγελίων στη δημοτική, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Αυτή η μετάφραση προκάλεσε σάλο που οδήγησε στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Το ενδιαφέρον του για την ενίσχυση του δημοτικισμού υπήρξε αμείωτο καθώς χάρις στην οικονομική του άνεση ενίσχυσε χρηματικά λόγιους διευκολύνοντας την έκδοση έργων τους: επιχορηγεί το «Νουμά», αγοράζει εκατό αντίτυπα από τον «Αρχαιολόγο» του Καρκαβίτσα, επειδή ήταν έργο με δημοτικιστική θέση. Χρηματοδοτεί την έκδοση σημαντικών βιβλίων του Παλαμά, όπως , η «Ασάλευτη Ζωή», ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» και η «Φλογέρα του Βασιλιά».

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Πάλλη

Στις 31 Δεκεμβρίου 1880 παντρεύτηκε με την Ιουλία-Ελίζα, κόρη του Θεόδωρου Παντιά Ράλλη. Έκαναν μαζί πέντε παιδιά: τη Μαριέττα, τον Αλέξανδρο-Αναστάσιο, μετέπειτα πολιτικό και συγγραφέα, την Αζίζα (η οποία παντρεύτηκε τον δημοτικιστή ποιητή και συγγραφέα Πέτρο Βλαστό), τον Ανδρέα και τον μετέπειτα συγγραφέα και ορειβάτη Μάρκο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Πάλλης

Το γλωσσικό ζήτημα (αρχές 20ου αιώνα)

Το γλωσσικό ζήτημα έγκειται στον γλωσσικό διχασμό, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τη διάρκεια της ιστορίας 20 αιώνων του γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Το γλωσσικό ζήτημα

Το γλωσσικό ζήτημα ως ιδεολογική αντιπαράθεση

Η αναγνώριση μιας ενιαίας γλώσσας ως κατ’ εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κυρίου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους. Η στροφή προς την ομιλουμένη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονταν στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν τα ζητήματα τς αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους.

Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής γράφει στα 1790: «Η αιτία που μεταχειρίσθην απλούν ύφος ήτον δια να μην προξενήσω με τη γριφότητα του ελληνισμού{αρχαϊσμού) εις τους άλλλους εκείνο όπου ο ίδιος έπαθα σπουδάζοντας». Ενώ η πατριαρχική εγκύκλιος του 1798 καταδίκαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» του Ρήγα, όχι μόνο για το επαναστατικό της περιεχόμενο, αλλά και για το ότι ήταν γραμμένη «εις απλήν φράσιν ρωμαϊκήν».

Η γλωσσική σύγκρουση εξέφρασε το σύνολο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της ελληνικής κοινωνίας κυρίως από τη στιγμή που η συσπείρωση γύρω από τη δημοτική γλώσσα συνέδεσε το ζήτημα με την εκπαίδευση και διατύπωσε με επιμονή αιτήματα εκσυγχρονισμού των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, οι δύο γλωσσικές μορφές της δημοτικής και της καθαρεύουσας, πήραν διαστάσεις ισχυρών συμβολισμών, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου, αλλά σε συγκεκριμένες αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τη ζωή και την κοινωνία.

Η παρακολούθηση της μακράς και αντιθετικής πορείας αυτών των συμβολισμών δείχνει ότι η αντίληψη για τη δημοτική γλώσσα βιώθηκε ως μία σοβαρή απειλή καθιερωμένων συμπεριφορών και πατροπαράδοτων τρόπων ζωής. Ο δημοτικισμός δηλαδή ως κίνημα βιώθηκε από τους αντιπάλους του ως κίνημα εκσυγχρονιστικό.

Το εκσυγχρονιστικό θεωρήθηκε πάντα συνώνυμο του δυτικού, αφού οι έννοιες του εκσυγχρονισμού και της νεωτερικότητας είχαν παραχθεί στη Δύση. Άρα βιώθηκε ως κίνημα ξενόφερτο. Και ως ξενόφερτο, θεωρήθηκε πάντα υπονομευτικό των ηθών, επιβουλευτικό της θρησκείας και ύποπτο προδοσίας. Γι’ αυτό και η άμυνα απέναντι του οργανώθηκε με όρους που αναφέρονταν ακριβώς σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.

Το δημοτικιστικό κίνημα

Την άποψη για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου τη συστηματοποίησε ο Ψυχάρης. Της εξασφάλισε, μάλιστα, θεωρητικά γλωσσολογικά θεμέλια και ιδεολογικό εξοπλισμό. Πρόκειται για στοιχεία που της επέτρεψαν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα, το κίνημα του δημοτικισμού. Τα στοιχεία αυτά τα αναγκαία για τη συγκρότηση του κινήματος, τα προσέφερε, πρώτος, ο Ψυχάρης. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο την αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη μιας δημοτικιστικής συνείδησης, τουλάχιστον στην λογοτεχνία, την έδωσε η συμβολή του Εμμανουήλ Ροΐδη, αυτού του κατ’ εξοχήν νεωτερικού συγγραφέα και μοναδικού τεχνίτη του καθαρολογικού ύφους. Το 1893 εκδίδει τα Είδωλα, μια απολογία της δημοτικής, γραμμένη σε αριστοτεχνική καθαρεύουσα. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δηλώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χρονολογείται το «οριστικό διαζύγιο της ελληνικής λογοτεχνίας με την καθαρεύουσα». Άλλη μια απόδειξη ότι το διακύβευμα στη γλωσσική υπόθεση δεν ήταν απλώς του γλωσσικού οργάνου, αλλά μια αντίληψη περί ζωής.

Στα επόμενα χρόνια και όσο το κίνημα αναπτυσσόταν, δηλαδή όσο τα θεμέλια τη νεωτερικότητας γίνονταν στερεότερα, τόσο μεγάλωναν και οι κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες πήραν τελικά μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και πολιτικού διωγμού. Απέναντι στις εκσυγχρονιστικές πιέσεις οργανώθηκε μια άμυνα, η οποία παρέπεμπε, πάντα, στην προάσπιση τομέων της ζωής που δεν είχαν καμία σχέση με το ζητούμενο του εκσυγχρονισμού, αλλά είχαν σχέση με τις βαθύτερες ευαισθησίες των ανθρώπων. Παρέπεμπε, δηλαδή, στην προάσπιση της ηθικής, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού. Έτσι, το ιδεολόγημα που ενέπνευσε τις συντηρητικές δυνάμεις στηρίχθηκε σε αυτές τις τρεις έννοιες, οι οποίες βρίσκονταν στην καρδιά οποιασδήποτε πολεμικής απέναντι σε κάθε νεωτεριστική απόπειρα: από τις αρχές το 20ου αιώνα και μετά η δημοτική γλώσσα δεν ήταν πια απλώς «αγελαία» και «χυδαία». Ήταν «ανήθικη, αντεθνική και αντιθρησκευτική».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανιζόταν εφ’ εξής το γλωσσικό ζήτημα: κρατική και διοικητική επέμβαση, η οποία κατέληξε να γίνει θεσμική, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος, από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση των λογίων και επιχειρηματιών της διασποράς. (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής ήταν η δημιουργία συλλόγων -«Εθνική Γλώσσα» (1905), «Εκπαιδευτικός Όμιλος» (1910), «Φοιτητική Συντροφιά» (1910)- και η έκδοση εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924).

Ο Φώτης Φωτιάδης αγγίζει από πολύ νωρίς ένα ακανθώδες ζήτημα: οι δημοτικιστές ήταν αναγκασμένοι, επί δεκαετίες, να καταφεύγουν στην καθαρεύουσα προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα για να ζήσουν. Για τη στάση τους αυτή, επικρίθηκαν δριμύτατα από τον Ψυχάρη. Ο γλωσσολόγος Μένος Φιλήντας ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος και μαχόμενος οπαδός του Ψυχάρη σχολιάζει αυτή τη στάση του τελευταίου: «…ο Ψυχάρης στάθηκε αγωνιστής και πολεμιστής για τη γλώσσα γιατί ζούσε στο εξωτερικό. Αν ζούσε εδώ (…) ίσως θ’ αναγκαζόταν να γράψει και στην καθαρεύουσα για να ζήσει, όπως αναγκαστήκαμε λίγο πολύ όλοι εμείς οι άλλοι (…) γιατί έτσι το ‘θελε το κράτος που μας είχε υπαλλήλους ή έτσι το ‘θελαν οι χρηματοδότες μας αγοράζοντας την πέννα μας για να ‘χουνε μεγαλύτερη κυκλοφορία τα έργα που τυπώνανε».

Απόπειρα εισόδου τη δημοτικής σε ένα άλλο θεσμικό χώρο, στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγινε στην κρίσιμη τριετία των αρχών του 20ου αιώνα, με μία απόφαση, γραμμένη εξολοκλήρου στη δημοτική, την οποία εξέδωσε το 1901 ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου Βόλου Ξενοφών Στελλάκης. Το γεγονός έμεινε μεμονωμένο και η ίδια η απόφαση μετά από παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσύρθηκε και δεν καταχωρίσθηκε ποτέ στα αρχεία του δικαστηρίου. Το κείμενο έφτασε στα χέρια του Ψυχάρη, οποίος το αναδημοσίευσε, τόνισε τη σημασία της απόφασης, την αποκάλεσε ιστορική και αντί να περιοριστεί στην υπογράμμιση της πρωτοφανούς σε τόλμη ενέργειας, έκανε 96 γραμματικές διορθώσεις, τις οποίες δημοσίευσε αργότερα. Πρόκειται για ενδιαφέρον παράδειγμα της αδυναμίας του Ψυχάρη να αντιληφθεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συναγωνιστές του στην Ελλάδα.

Αντι-δημοτικιστικές αντιδράσεις

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η αναμέτρηση οδήγησε στα μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν, με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα στο δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Αρχές του 1901 κυκλοφόρησε η Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένη σε αυστηρή ψυχαρική γλώσσα. Προκάλεσε έντονη επικριτική ορθογραφία, ακόμη και από τους συμπαθούντες τη δημοτική. Τέλη του 1901 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ακολούθησαν τα «Ευαγγελικά». Το 1903 ανέβηκε στο τότε Βασιλικό Θέατρο η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Ακολούθησαν τα «Ορεστειακά».

Για τις δύο μεταφράσεις τη λαϊκή ανησυχία και την κοινωνική ταραχή δεν τις προκάλεσε τόσο η μετάφραση στη δημοτική αλλά αυτή καθαυτή η μετάφραση. Η μετάφραση εξελήφθη ως αλλοτρίωση αγαθών, τα οποία είναι εξ αποκαλύψεως τμήμα της ελληνικής οντότητας. Τα κείμενα των Ευαγγελίων είναι γραμμένα στην ελληνική. Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά, Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο κείμενο. όταν μεταφράζεται εξισώνεται με όλα τα μεταφρασμένα. Μαζί με τις αντιδράσεις για την επαπειλούμενη αλλοτρίωση από τις μεταφράσεις, συνυπολογίζονται οι αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο του Αργύρη Εφταλιώτη, Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης.Ο λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό εισάγει τον όρο Ρωμιός στην ιστοριογραφία. Ο όρος είναι σε χρήση και δεν φαίνεται να ενοχλεί σε άλλους τομείς της ζωής ή των γραμμάτων.

Το βιβλίο εισάγει στην ιστοριογραφία ένα ιστορικά προσδιορισμένο που ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πέραν του τόπου και του χρόνου έννοια του Έλληνα και παραπέμπει σε γεωγραφικούς χώρους και σε χρονικές περιόδους συνύπαρξης άλλες εθνότητες. Έλληνας είναι ο Έλληνας του Ισοκράτη. Ρωμιός είναι ο συγκάτοικος του Αρμένιου, του Εβραίου, του Τούρκου.

Ο χαρακτηριστικός συμβολισμός που ανέδιδαν και τα τρία γεγονότα δημιούργησε την απτή αίσθηση ότι ενεδρεύει ένας μεγάλος, καθολικός κίνδυνος, η συμπλοκή των δύο εννοιών, ελληνικό και χριστιανικό. Απόδειξη το πόσο σοβαρά προσελήφθη ο επαπειλούμενος κίνδυνος και πόσο βαθιά ριζώθηκε στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι τα σοβαρά θεσμικά μέτρα που πάρθηκαν για να οχυρώσουν το ιδεολόγημα, η νοοτροπία που παγιώθηκε στην αντιμετώπιση του εκ μέρους των πνευματικών θεσμών, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία κλπ.

Νομοσχέδιο για το γλωσσικό ζήτημα

Το 1907 η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό ζήτημα είχε σχέση με τα βιβλία και τη γλώσσα στην οποία θα ήταν γραμμένα. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο: το εθνικό: αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος», το θρησκευτικό: «Η γλώσσα η ελληνική είναι η γλώσσα την οποία ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον ότι ο Χριστός ομίλει την ελληνικήν. Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός».

Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Όμως η καταστολή είχε αρχίσει και κλιμακώθηκε με διοικητικά μέτρα. Το Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς, τότε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής επίσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζιδάκις, για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί με την ισχύ νόμου. Ωστόσο, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, το 1911, η χρήση της καθαρεύουσας θα επιβληθεί όχι απλώς από νόμο, αλλά από ειδική διάταξη που θα μπει στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 από τον ίδιο το Βενιζέλο, πιεζόμενο από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του κόμματός του.

Πηγή: http://www.enet.gr

«Ευαγγελικά»

Ως «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων (στην πραγματικότητα μεταγλωττισμένων ή, αλλιώς, παραφρασμένων, κατά την τρέχουσα τότε άποψη) στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

«Ευαγγελικά» επεισόδια
«Εὐαγγελικά» επεισόδια

Ιστορικό πλαίσιο των «Ευαγγελικών»

Στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισε να κάνει τη δειλή εμφάνιση της η μεσοαστική τάξη στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπως συνέβαινε και στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Παράλληλα, ένα ανερμάτιστο συνδικαλιστικό κίνημα άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά. Επιπλέον, η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού.

Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «ἀποδίδει εἰς τὴν γνησίαν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «ἐργαστήριον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Ήδη, βέβαια, η πρώτη μεταφραστική απόπειρα εκείνης της εποχής είχε γίνει το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε σχετική εντολή στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου, πράγμα που είχε προκαλέσει την οργή των αρχαϊστών.

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εἰς τὴν καθομιλουμένην ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἡ ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπηγόρευσε πᾶσαν μετάφρασιν ἢ παράφρασιν τοῦ πρωτοτύπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Κ. Διαθήκης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού  την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Όταν έφτασε και στην Αθήνα αυτή η απόδοση των Ευαγγελίων πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, υπό τον τίτλο «Τὸ ἔργον τῆς Βασιλίσσης ἡ Ἀκρόπολις τὸ συνεχίζει». Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον ἔργον εἶναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει ἀπολύτως ἀντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα.

Εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «τοῦ Ἀθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή των «γλωσσαμυντόρων» (υποστηρικτών της συνεχούς και στενά συνδεδεμένης πορείας της νέας γλώσσης ως προς την αρχαία), μερικοί εκ των οποίων ήταν υποστηρικτές του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρεία. Έκφραση αυτής της κατάστασης αποτελούσε η αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Η απόκλιση από τη χρήση της θεωρούνταν εθνικό έγκλημα και όποιος την υπονόμευε προδότης, ανεξάρτητα από το αξίωμα, την κοινωνική ή πολιτική θέση που μπορεί να κατείχε. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές  παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.

Με την παρακίνηση καθηγητών τους, όπως οι φανατικότεροι «γλωσσαμύντορες» αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί Κόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Η εφημερίδα της εποχής Τὸ Ἄστυ ανέφερε σχετικά με τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής το μεσημέρι της 2ας Νοεμβρίου ότι «εἶχον συναθροισθῆ εἰς τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Πανεπιστημίου». Και συνέχιζε: «Μετὰ μικρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀπεφάσισαν ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν δημοσιεύσασαν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐν σώματι καὶ ζητήσουν τὴν διακοπὴν τῆς δημοσιεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ νεωτέραν σύσκεψιν ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἑνωθῶσι καὶ μετὰ φοιτητῶν τῶν λοιπῶν σχολῶν καὶ ὅλοι ὁμοῦ νὰ προβοῦν εἰς διαμαρτυρίαν πρὸ τῶν γραφείων τῶν ἐφημερίδων ὅσαι ἔγραψαν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου».

Τα πράγματα δεν έμειναν όμως στα πλαίσια εκείνων που συζητήθηκαν και οι φοιτητές δεν περιορίστηκαν στο αίτημά τους. Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θὰ τὴν πυρπολήσουν […] καὶ διὰ βροντωδῶν φωνῶν ἄλλοι ἀπὸ τὰ παράθυρα ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἐξώστας τῶν γραφείων καὶ οἱ λοιποὶ ἀπὸ κάτω» έβριζαν τον Γαβριηλίδη, ο οποίος απουσίαζε. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τοὺς διεβεβαίωσεν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοσίευσις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως. Ἀφοῦ δὲ ἐπανειλημμένως ἐζητωκραύγασαν ὑπὲρ αὐτοῦ οἱ φοιτηταὶ ἀπεσύρθησαν ἐκεῖθεν».

Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Συνέχισε τη δημοσίευση αλλά αυτό «ἠρέθισε τὴν πάλλουσαν ἐθνικοῦ σθένους Νεολαίαν». Στις 20 Οκτωβρίου διακόπηκε η δημοσίευση της σειράς από την εφημερίδα. Στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «ἐπάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «ἔκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ἵνα ἐπιμεληθῇ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου».

Οι εφημερίδες της εποχής ΕμπρόςΣκριπ και Καιροί κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσης τῶν προγόνων» μας.

Έτσι το ζήτημα αρχίζει να παίρνει άλλη τροπή. Δεν ήταν πλέον γλωσσικό ή έστω θρησκευτικό θέμα αλλά είχε αναδειχθεί σε πολιτικό θέμα «εθνικών διατάσεων». Υποδαυλίζονταν τα πνεύματα με απόψεις όπως ότι η «μετάφραση» του Ευαγγελίου ήταν έργο των «ἐχθρῶν τῆς πατρίδος» και ότι η αιτία ήταν ο «σλαβικός κίνδυνος». Έτσι, δεν άργησαν τα πράγματα να εξελιχθούν σε τραγωδία.

Όταν κάποιοι «ἐν ἐθνικῇ μέθῃ τελοῦντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διὰ νὰ φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή «ἐδοκίμασε ἐπὶ κεφαλῶν (των διαδηλωτών) ἄμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις.

Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή.

Συνέπειες των «Ευαγγελικών» επεισοδίων

Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν τρεις φοιτητές και οκτώ πολίτες νεκροί. Επίσης, υπήρξαν περίπου 80 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα.

Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. H εφημερίδα Ἀκρόπολις διέκοψε τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και στο φύλλο της 7ης Νοεμβρίου ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές δηλώνοντας ότι η εφημερίδα παραμένει «πολέμιος ἀμείλικτος παντὸς φρονοῦντος ἀντεθνικῶς καὶ ἀτίμως ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον δὲν πρέπει νὰ ἀναγιγνώσκεται ἐν ταῖς εκκλησίαις εἰς ἄλλην τινὰ γλῶσσαν πλὴν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφη ὑπὸ τῶν  Θεοπνεύστων ἀνδρῶν».

Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη. Τα «Εὐαγγελικά» όμως οδήγησαν και σε κλιμάκωση της έντασης των όχι ιδιαίτερα θερμών σχέσεων της βασίλισσας Όλγας με τη σύζυγο του γιου της, διαδόχου Κωνσταντίνου, τη Σοφία. H εθνική και δογματική διαφορά που τις χώριζε τροφοδότησε ακόμη έναν εθνικό διχασμό, καθώς η Όλγα, Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα, θεωρούνταν εκφραστής των ρωσικών, δηλαδή «σλαβικών», συμφερόντων στην Ελλάδα και η Σοφία, πρώην πριγκίπισσα της  Πρωσίας, των γερμανικών.

Μια ακόμη συνέπεια των Ευαγγελικών ήταν η προσθήκη από την αναθεωρητική βουλή του 1911 στο Σύνταγμα (άρθρο 2, παράγραφος 2) της εξής φράσης: «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρείται ἀναλλοίωτον, ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο τελευταίο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «ἐπίσημος» («ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἐπίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της «ἐπισήμου» μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html