Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake

Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Η Καλαμάτα (1100π.Χ.-…)

Η Καλαμάτα είναι πόλη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του Νομού Μεσσηνίας και λιμάνι της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Καλαμάτα έχει πληθυσμό 54.100 κατοίκους, ενώ ο Δήμος Καλαμάτας έχει πληθυσμό 69.849 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Η πόλη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Καλάθι (παρυφή του Ταϋγέτου), στην καρδιά του Μεσσηνιακού κόλπου. Απέχει 223 χιλιόμετρα από την Αθήνα, 215 χλμ. από την Πάτρα και 715 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Έχει εύκρατο μεσογειακό κλίμα, με ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια. Καθημερινά στο ευρύτερο αστικό κέντρο της Καλαμάτας έρχονται και εργάζονται πάνω από 50.000 άνθρωποι από τις διπλανές πόλεις Μεσσήνη, Θουρία, Μελιγαλά, Άρι κ.α. Ο Νικόλαος Πολίτης, Καλαματιανός ο ίδιος, αναφέρει ότι η Καλαμάτα πήρε το όνομα της από την Παναγία Καλομάτα. Το όνομα αυτό ήταν ήδη γνωστό από την εποχή της φραγκοκρατίας.

Η Καλαμάτα

Η ιστορία της Καλαμάτας

Στη θέση της σημερινής Καλαμάτας, και συγκεκριμένα στην περιοχή του φρουρίου της, τοποθετείται από τους μελετητές η αρχαία πόλη Φαραί, που από τον Όμηρο ονομάζεται Φηρή και ήταν «καλόχτιστη», μία από τις «επτά πεντάμορφες πολιτείες», που ήταν «όλες στο γιαλό, στο σύνορο της αμμουδάτης Πύλου και μέσα ζούνε πολυπρόβατοι και πολυγελαδάροι νοικοκυραίοι», σύμφωνα με τον Όμηρο.

Στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου ο Πέρσης Φαρνάβαζος με τον Αθηναίο ναύαρχο Κόνωνα, έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο στο Αιγαίο, έφτασε στη Λακεδαίμονα από τη Μήλο και «καταπλεύσας εις Φεράς εδήωσε ταύτην την πόλιν».

Μετά τη δήωση των Φαρών σιωπή καλύπτει την ιστορία της περιοχής ως τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Από το 10ο ως το 12ο αιώνα ανεγείρονται οι ναοί των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα, του Αγίου Γεωργίου στο Βλαχόπουλο, του Ταξιάρχη στην Πολίχνη, του Αγίου Βασιλείου στο Πανιπέρι, της Παναγίας της Γριβιτσιανής στο Χωματερό, του Αγίου Νικολάου στην Αίπεια, που ενισχύουν την άποψη, κατά την οποία ήδη από τον όγδοο αιώνα είχε αρχίσει η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Φράγκους και τους Βενετούς, την Πελοπόννησο κατέλαβαν ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης και ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος, αμφότεροι από την Καμπανία, παρά την ηρωική αντίσταση του Λέοντος Σγουρού κυρίως στον Ακροκόρινθο και το Ναύπλιο.

Οι Φράγκοι στη συνέχεια κατέλαβαν τη βορειοδυτική και δυτική Πελοπόννησο. Το 1205 ο πάπας Ιννοκέντριο Γ’ ονόμασε τον Σαμπλίτη «Ηγεμόνα της Αχαΐας» και η Πελοπόννησος εκτός από λίγα κάστρα αποτέλεσε το Φράγκικο πριγκιπάτο. Μετά το θάνατο του, το 1209, τον διαδέχθηκε ο Βιλεαρδουίνος, που ονομάστηκε «Ηγεμόνας του πριγκιπάτου της Αχαΐας»: αναγνώρισε την κυριαρχία των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη, επιδόθηκε στην επέκταση και την οργάνωση του πριγκιπάτου σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, που διαιρέθηκε σε δώδεκα βαρονίες, μία από τις οποίες ήταν η βαρονία της Καλαμάτας και οχύρωσε σημαντικές θέσεις τα κάστρα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261 υπήρξε καθοριστική για τη συρρίκνωση του πριγκιπάτου. Ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος, που το 1259 είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον του Μιχαήλ Παλαιολόγου στην Πελαγονία -περιοχή της Μακεδονίας- και είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, απελευθερώθηκε υπό τον όρο να παραδώσει στους Βυζαντινούς τέσσερα κάστρα (Μυστρά, Μονεμβασίας, Γερακιού και Μάνης).

Το Φράγκικο πριγκιπάτο εν τούτοις ήταν ισχυρό ως το 1348, όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζηνός ανέθεσε στο γιο του Μανουήλ τη διοίκηση των Βυζαντινών κτήσεων της Πελοποννήσου. Από το χρόνο αυτό μπήκαν τα θεμέλια του Δεσποτάτου του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και τα όρια του επεκτάθηκαν σχεδόν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Κατά την παλαιολόγεια περίοδο το Δεσποτάτο, παρά τους κλυδωνισμούς που αντιμετώπισε, οργανώθηκε διοικητικά και στρατιωτικά και υπήρξε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του υστεροβυζαντινού Ελληνισμού. Την εποχή αυτή και η Καλαμάτα σε καίρια θέση στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, άρχισε να αναπτύσσεται, την ανάπτυξη της όμως ανέκοψε η κατάληψη της και η καταστροφή του κάστρου της από τον Μωάμεθ το 1470 κατά τη διάρκεια του πρώτου Βενετοτουρκικού πολέμου. Θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων έγινε η Καλαμάτα,και στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους.

Οι Βενετοί για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους, που επιχειρούσαν την κατάληψη της Κρήτης, δέχτηκαν την πρόταση των Μανιατών για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου με τη βοήθεια των Ελλήνων.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι με ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού αποβιβάστηκε στην περιοχή της Καλαμάτας και πραγματοποίησε επίθεση εναντίον της πόλης που εγκαταλείφθηκε από την τουρκική φρουρά και από τους Έλληνες κατοίκους της και στη συνέχεια πυρπολήθηκε. Η τουρκοκρατία συνεχίστηκε στην Πελοπόννησο ως το 1685, οπότε περιήλθε στους Βενετούς, στις οποίες παρέμεινε επί τριάντα χρόνια.

Η περιοχή της Καλαμάτας αποτελούσε, κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία, μία από τις δεκαέξι διοικητικές περιφέρειες και την ίδια περίπου διαίρεση της Πελοποννήσου βρίσκουμε μετά την ανάκτηση τους από τους Τούρκους. Από τα είκοσι ή εικοσιτέσσερα βιλαέτια της Πελοποννήσου, αυτό της Καλαμάτας ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο. Αυτό αποδίδεται στην απουσία ορεινής ενδοχώρας. Η πόλη είχε μόνο 1.362 κατοίκους το 1700, στο βιλαέτι όμως υπήρχαν περισσότεροι οικισμοί από όσους σε άλλες περιοχές.

Παρά την αισθητή μείωση του πληθυσμού κατά την τρομερή πανώλη του 1717-1718 η Καλαμάτα από τα μέσα του 18ου αιώνα ως την Ελληνική Επανάσταση αναπτύχθηκε και έγινε ένα από τα πιο ανθηρά εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου και. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε και από το λιμάνι της εξάγονταν στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Ιταλία και τη Μασσαλία αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα (λάδι, βαμβάκι, μετάξι, ξηρά σύκα, δέρματα, μαλλιά, τυρί). Ιδιαίτερη ακμή σημειώθηκε στην τοπική βιοτεχνία, κυρίως στη βυρσοδεψία, στη σαπωνοποιία και στη μεταξουργία και τα μεταξωτά υφάσματα, ιδίως τα μαντήλια ήταν περιζήτητα.

Οι Γάλλοι είχαν ιδρύσει υποκαταστήματα των εμπορικών τους οίκων στην Καλαμάτα και το 1721 υποπροξενείο. Ενώ οι Σκλαβούνοι έμποροι από τις Δαλματικές ακτές το τελευταίο τέταρτο του αιώνα εξασφάλισαν το αποκλειστικό εμπόριο λαδιού της περιοχής και την ίδια περίοδο οι Δουλτσινιώτες πραγματοποιούσαν μεταφορές αγροτικών προϊόντων από τα μεσσηνιακά λιμάνια.

Η εξέγερση της Πελοποννήσου κατά τα Ορλωφικά (1770-1774), στα οποία διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο η Καλαμάτα και η Μάνη με επικεφαλής τον πλούσιο έμπορο και πρόκριτο της πόλης Παναγιώτη Μπενάκη και οι καταστροφές που ακολούθησαν μετά την εγκατάλειψη του αγώνα από τους Ρώσους από αλβανικές ορδές υπήρξαν βαρύ πλήγμα για την πόλη και για την περιοχή της. Πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να καταφύγουν στα Επτάνησα , σε νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Σμύρνης. Χωριά λεηλατήθηκαν, πεδιάδες έμειναν ακαλλιέργητες και το πολυσύχναστο προηγουμένων λιμάνι της Καλαμάτας νεκρώθηκε. Μόνο μετά το 1779, όταν ο καπουδάν πασάς Χασάν εκκαθάρισε την Πελοπόννησο από τους Αλβανούς, που καταπίεζαν και τους Τούρκους, άρχισε η νέα περίοδος της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης.

Η Καλαμάτα με την «εμπορική αριστοκρατία» της, με την κοινοτική της οργάνωση και με την πικρή εμπειρία από τη δοκιμασία των Ορλωφικών ήταν έτοιμη για τον Αγώνα του 1821. Η Καλαμάτα ήταν η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε από τους Τούρκους κατά την Ελληνική Επανάσταση (23 Μαρτίου 1821). Πρωταγωνιστικό ρόλο στην απελευθέρωση της έπαιξε ο Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας.

Η Καλαμάτα και οι αδελφές της

Η Καλαμάτα έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

  • Αμιούν, Λίβανος
  • Αγλαντζιά, Κύπρος
  • Μπιζέρτα, Τυνησία
  • Σιάν, Κίνα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Καλαμάτα

Πηγή: http://www.enet.gr