Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» έγραψε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη νεότερη ελληνική ιστορία κατά τα έτη 1908-1914. Ήταν μια μυστική πολιτική εταιρεία, η οποία διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στο πολιτικό συντονισμό των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις επαφές με τα πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία που δεν επιδοκίμαζαν την πολιτική των Νεοτούρκων και στη συνεννόηση των βαλκανικών εθνοτήτων. Η άξια ηγεσία της συνεργάστηκε επιτυχώς με τον Ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα ένας υπολοχαγός του ελληνικού στρατού επρόκειτο να καταστεί η ψυχή και ο πολιτικός οργανωτής του Ελληνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης ίδρυσε το 1908 την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη και διηύθυνε με τη βαθύτατη κρίση του και την αλάθητη γνώμη του τους αγώνες των Ελλήνων της Τουρκίας, από τα ελληνικά χωριά μέχρι την Οθωμανική Βουλή. Γνωρίζοντας όσο λίγοι τα εθνικά μας δίκαια, συνέδραμε στο έργο τους στην Κωνσταντινούπολη τους κορυφαίους του Γένους, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους αξιωματικούς, τους βουλευτές, τους επιχειρηματίες κι απλούς πολίτες.

Ως αρχηγός της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1906-1908 και αμέσως μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης καταπολέμησε τον βουλγαρισμό στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αυτός, όμως, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε, ότι για να νικηθεί ο νεοτουρκικός σωβινισμός έπρεπε να συνεννοηθούν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Υπήρξε ο πρωτεργάτης αυτής της συμμαχίας. Τα σχέδια του ήταν ακόμη πιο μεγαλεπήβολα. Τον απασχολούσε το ενδεχόμενο, κατά τη διεξαγωγή ενός μελλοντικού πολέμου, η Ελλάδα να απελευθερώσει μόνο λίγες περιοχές και ο μεγαλύτερο όγκος του Ελληνισμού να παραμείνει σε τουρκικό έδαφος, ή σε περίπτωση διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, να περιέλθουν ελληνικά τμήματα σε άλλα κράτη.

Η μεταπολίτευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1908 ήταν η ευκαιρία του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαϊδη και του Ελληνισμού γενικότερα. Ο Σουλιώτης επεσήμανε την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνικού πνεύματος, την ανικανότητα των περισσότερων Τούρκων για εμπορική ή πολιτιστική εργασία και το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης των Ευρωπαίων. Έτσι, υπογράμμισε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η αποκάλυψη της ελληνικής καταγωγής πολλών τουρκικών οικογενειών και εθίμων και να καταστεί σταδιακά η ελληνική γλώσσα ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους. Επιπλέον, προώθησε την εισαγωγή αυξανόμενου αριθμού Ελλήνων σε όλους τους κλάδους και την εκλογή όσο το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή. Παρόμοιες ενέργειες πίστευε θα οδηγούσαν στο εξελληνισμό του τουρκικού κράτους

Η διάψευση των προσδοκιών του από το νεοτουρκικό κίνημα ενίσχυσε τις προθέσεις του Σουλιώτη να συνεννοηθεί με άλλους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το σχέδιο του Σουλιώτη μπορεί σήμερα να φαίνεται ουτοπικό, αλλά την εποχή εκείνη ο υπόδουλος Ελληνισμός ξεπερνούσε τα 5.000.000. Η δε ακμή του στον οικονομικά και πνευματικό τομέα είχε κορυφωθεί.

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως»

Κατά την πρώτη φάση τς Οργανώσεως, έως την κήρυξη του οθωμανικού συντάγματος στα τέλη Ιουλίου 1908, η κύρια δραστηριότητα της ήταν η αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας, της βουλγαρικής Εξαρχίας και των βουλγαρικών συμμοριών. Για το λόγο αυτό η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» συνέστησε έξι τμήματα (Δέρκος, Στράντζα, Πύργος, Βογάζικοϊ, Μέτρες, Σηλυβρία), άρχισε να μοιράζει όπλα στους ομογενείς, δημιούργησε εκτελεστικό τμήμα και αποφάσισε τη διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τους Βούλγαρους. Παράλληλα, ελήφθησαν μέτρα για την εξύψωση του εθνικού φρονήματος, την ισχυροποίηση του ελληνικού στοιχείου και την καταπολέμηση της ξενομανίας και των δυτικών προτύπων. Στα καταστήματα τοποθετήθηκαν και ελληνικές επιγραφές και έγιναν συστάσεις για τη χρήση μόνο της ελληνικής γλώσσας όπου δεν ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί κάποια ξένη. Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» κατάφερε να αποσπάσει Έλληνες μαθητές από ξένα σχολεία, τα οποία συνήθως αποτελούσαν πυρήνες καθολικής προπαγάνδας. Ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, το Ζωγράφειο και το Λύκειο Χατζηχρήστου δέχτηκε μεγάλο αριθμό μαθητών από τα καθολικά σχολεία χωρίς την καταβολή διδάκτρων.

Έτσι, με την καθοδήγηση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να οργανώνεται, να πειθαρχεί, να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, να ομονοεί και να εμφανίζει ενιαία στάση απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση και τις άλλες εθνότητες.

Τον Ιανουάριο του 1911 ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης με υπόμνημα του προς την ελληνική κυβέρνηση, υποδείκνυε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία για συνεννόηση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους η οποία θα οδηγούσε σε κοινή στρατιωτική πίεση προς την Τουρκία.

Η πρώτη κίνηση μιας σειράς επαφών έγινε με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας όπου προσκλήθηκαν και Βούλγαροι, Αρμένιοι και Άραβες βουλευτές. Τότε συμφωνήθηκε η τήρηση κοινής στάσης απέναντι των Νεοτούρκων. Το σχέδιο του Σουλιώτη στέφθηκε με επιτυχία. Ο Οικουμενικός πατριάρχης, ο πατριάρχης των Αρμενιοκαθολικών και οι αντιπρόσωποι των τριών πατριαρχείων των Συροχαλδαίων απηύθυναν ταυτόσημα υπομνήματα διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Το κείμενο αυτών υπομνημάτων υπήρξε αποτέλεσμα εργασίας της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», όπως και το συνέδριο των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον Αύγουστο του 1911.

Το σχέδιο του Σουλιώτη συνεχίστηκε με απόπειρα προσέγγισης των δυσαρεστημένων Τούρκων. Μάλιστα το αντίπαλο των Νεοτούρκων κόμμα κατήγγειλε τις ενέργειες των τελευταίων κατά των Ελλήνων και άλλων εθνοτήτων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η Αθήνα, η Σόφια και το Βελιγράδι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο Σουλιώτης έσπευσε να πολεμήσει με το βαθμό του λοχαγού στην πρώτη γραμμή και αποσπάστηκε στο επιτελείο του Βούλγαρου στρατηγού ως σύνδεσμός . Από τη θέση αυτή κατόρθωσε να ειδοποιήσει εγκαίρως το ελληνικό επιτελείο για την κίνηση της βουλγαρικής μεραρχίας προς τη Θεσσαλονίκη. Ο ελληνικός στρατός πρόλαβε να ελευθερώσει την πόλη και ο Ίων Δραγούμης ύψωσε την πρώτη ελληνική σημαία στη Μητρόπολη. Οι πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» αποδείχθηκαν πολύτιμες για τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και του στόλου.

Το τέλος της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως»

Το 1913 η κυβέρνηση των Νεότουρκων έλαβε μέτρα κατά των Ελλήνων. Απέλασε τους Έλληνες βουλευτές -μέλη της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως». Στη Θράκη και τη Μικρά Ασία άρχισαν διωγμοί των Ελλήνων από τις προαιώνιες εστίες τους. Η δράση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» περιοριζόταν, οι αρχηγοί της απουσίαζαν, οι επιτελείς της είχαν διασκορπιστεί και η διαλλακτική πολιτική του πατριάρχη Γερμανού Ε’ έναντι των Νεοτούρκων δεν ωφελούσε σε τίποτα. Λόγω της αδράνειας του σε σχέση με τους διωγμούς των Ελλήνων, ο πατριάρχης δέχτηκε ισχυρή πίεση από τους μητροπολίτες Γερμανό Καραβαγγέλη, Προύσης Δωρόθεο και Αίνου Ιωακείμ, να κηρύξει το ελληνικό έθνος «εν διωγμώ» και να κλείσει τις εκκλησίες. Η έναρξη, όμως, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε τέλος στον Αγώνα του πατριαρχείου και της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», της οποίας η προσφορά προς το έθνος υπήρξε ανεκτίμητη.

Η Φλογέρα του Βασιλιά (1886-1910)

Η Φλογέρα του Βασιλιά είναι έργο του Κωστή Παλαμά. Διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β’ (Βουλγαροκτόνου) στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.

Αφού μετά από σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος συνέτριψε τους Βουλγάρους, αποφασίζει να κατεβεί με το στρατό του στην Αθήνα και να προσκυνήσει την εκκλησία της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας, όπως είχε τότε μετονομαστεί ο Παρθενώνας. Ο ποιητής συνθέτει θριαμβικούς ύμνους για τους ελληνικούς τόπους, από όπου πέρασε ο στρατός του νικητή βασιλιά.

Για τον Κωστή Παλαμά ο Ελληνισμός είναι ένα δυναμικά ιστορικό φαινόμενο, που μέσα στη ροή του χρόνου, παθαίνει μεταπτώσεις και που μοιραία αλλοιώνεται αλλά και παραμένει σε αγωνιστική δημιουργική και φωτοβόλα ετοιμότητα, για να δεχτεί αλλά και να αφομοιώσει, καινούργιες ιδέες και κανόνες. 

Ο Παλαμάς έχει λόγο και είναι πάντα επίκαιρος. Και εδώ στη «Φλογέρα» μιλά για το «Μακεδονικό». Η φλογέρα, αυτό το ταπεινό σουραύλι – όπως γράφει ο Παπανούτσος – εκείνο το ελεεινό περίπαιγμα στο στόμα του, θα δώσει τα συμβολικά μηνύματα της. Σε ένα δοξαστικό τόνο ο ποιητής, με πολύ λυρισμό μαχόμενος, καταγράφει τα θέματά του στη Φλογέρα του Βασιλιά σε 12 Λόγους. Από τους τρεις Λόγους, οι δύο πρώτοι αναφέρονται στο παρελθόν. Ο τρίτος είναι ο Λόγος που αναφέρεται στο μέλλον. Και μιλά για ένα κοινωνικό ξεσηκωμό. Ο βασιλιάς ανατριχιάζει στον προφητικό Λόγο. Και αυτός, ο βασιλιάς – λείψανο, το πνεύμα του πολέμου, δίνει υπόσχεση συμπαράστασης στη βασανισμένη Ρωμιοσύνη. Μια πορεία, που ποτέ δεν διαγράφει μια γραμμή χωρίς σκαμπανεβάσματα χαρές και δυστυχίες, νίκες και ήττες, σε μια εναλλαγή φάσεων, σε μια συνεχιζόμενη διαλεκτική σύγκρουση, στο όραμα της φυσικής εξέλιξης.

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Πρόλογος

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά,τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες.
Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς,πάει κ’ η γυναίκα, πάνε
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.
Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια,
κ’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει,
δεν βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμει.
Κι από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι ακόμα [10]
και πιο πολύ από τη γωνιάπου του σπιτιού η καρδιά είναι,
κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα. Κρίμα.
Σκοτεινό ρέπιο κ’ η εκκλησιά, και δίχως πολεμίστρες
το κάστρο, και χορτάριασε κ’ έγινε βοσκοτόπι.
Κι ο μέγας Έρωτας μακριά, και ειν’ άβουλος ο άντρας
κι άπραχτος, και στο πλάϊ του χαμοσυρτή η γυναίκα
κυρά της έχει τη σκλαβιά και δούλο της το ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! 20
Απάνου από τ’ απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε.
Κανένα χέρι δε θα διείς απάνου σου ν’ απλώσει,
να θρέψη σε, να ζεσταθεί, να πάρει απ’ το θυμό σου,
να σπείρει σε στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι,
να σε φωλιάσει στην καρδιά, στο κάστρο, στ’ αργαστήρι.
Φλόγα, εσύ τότε αβοήθητη κ’ έρμη εσύ φλόγα,κρύψου,
και κάμε τη μνημούρι σου τη στάχτη,και μη σβήσεις!
Γιατί θα ρθεί κάποιος καιρός,και κάποια αυγή θα φέξη,
και θα φυσήξει μια πνοή μεγαλοδύναμη· άκου!
Από ποιο στόμα ή από ποιο χάος θα χυθεί; Δεν ξέρω. [30]
Μπορεί από την ανατολή, μπορεί κι από τη Δύση,
ποιος ξέρει μην απ’ το βορία, μην απ’ τα Μεσημέρια·
τάχα θα βγει απ’ τα τάρταρα, για θα ριχτή από τ’ άστρα;
Δεν ξέρω· ξέρω πως θα ρθεί,και με το πέρασμά της,
μέγα και θείο και μυστικό κι αξήγητο, θα σκύψουν
οι κορφές όλες, οι φωτιές θα ξαναδώσουν όλες.
Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
στο κάστρο, στην καρδιά, παντού, στ’ αποκαΐδια, Απρίλης!
Και σα θεών αγάλματα θαματουργά πλασμένα
να ηχολογάνε μουσικά, σαν τα φυλή ο κυρ Ήλιος, [40]
(Απόλλωνας αυτός, Χριστός θαρρώ,ή Διόνυσος νομίζω·
Ορφέας λένε οι πυρές όλοι τους ένας είναι)
και σα χλωρά ισκιερόδεντρα που δεν τους απολείπουν
ζαχαροστάλαχτοι καρποί χειμώνα καλοκαίρι,
να! να! ο ψωμάς, και να ο χαλκιάς, να και η γυναίκα, να τα,
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί,να του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου να οι προφήτες!
Κι όταν τριγύρω σου οι φωτιές ανάψουν πάλε οι πλάστρες,
ξαναζωντάνεψε κ’ εσύ και ρίξου, ω φλόγα, ω φλόγα,
και κύλησε και πέρασε στα διάπλατα της Χώρας,
και στης ψυχής τ’ απόβαθα, και πλάσε τα και ζήσ’ τα,
γιομάτα ροδοκόκκινα παιδιά τα καρδιοχτύπια, [50]
και πλάσε τους και ζήσε τους κάποιους καημούς πατέρες,
και κάποιες γνώμες πλάσε τις και ζήσε τις μητέρες,
και κάμε αδέρφια τα όνειρα και τα έργα!Εμπρός, τραγούδι!

Σβησμένες όλες οι φωτιές, τραγούδι των ηρώων!