Η ναυμαχία της Πάτρας (1822)

Η ναυμαχία της Πάτρας του 1822 ήταν μία από τις πολεμικές εμπλοκές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.

Η ναυμαχία της Πάτρας
Η ναυμαχία της Πάτρας

Στις αρχές του 1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος βγήκε από τον Ελλήσποντο, με κατεύθυνση την Πάτρα, προκειμένου να ανεφοδιάσει τους πολιορκούμενους από τους Έλληνες επαναστάτες Τούρκους.

Οι προύχοντες και οι Φιλικοί θεωρούσαν σημαντική τη συμμετοχή του στόλου των νησιών στην Επανάσταση του 1821, γιατί τα παραθαλάσσια φρούρια της Πελοποννήσου κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, σχημάτισαν το στόλο εξηντατριών ελληνικών πλοίων, ο οποίος γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε «Τρινήσιος». Τα πλοία ήταν μικρά εμπορικά, ενώ στον αντίποδα τα οθωμανικά ήταν μεγάλα, ακριβά αλλά και γερασμένα. Το στόλο διοικούσαν ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Νικολής Αποστόλης και ο Γκίκας Τσούπας.

Οι Έλληνες δεν έκαναν επίθεση κατά μέτωπο, αλλά συνήθιζαν να παρενοχλούν τα εχθρικά πλοία, με σκοπό να παρεμποδίζουν τις κινήσεις του εχθρού και όχι να του επιτίθενται. Όμως τον Ιανουάριο του 1822, όταν ο Καρά Πεπέ Αλή με 72 καράβια κατευθύνθηκε στο λιμάνι της Πάτρας. Στις 15 Φεβρουαρίου ο τουρκικός στόλος ναυλόχησε στο λιμάνι της Πάτρας, λόγω κακοκαιρίας και αποβιβάστηκαν 4.000 άντρες. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει τη διοίκηση της ελληνικής αρμάδας, θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για επίθεση και πήρε την τολμηρή απόφαση για πρώτη φορά ο ελληνικός στόλος να αντιμετωπίσει τον εχθρό κατά παράταξη.

Γι’ αυτό το λόγο τα ελληνικά πλοία έφτασαν στο λιμάνι της Πάτρας στις 20 Φεβρουαρίου του 1822 και άρχισαν να κανονιοβολούν εναντίον του τούρκικου στόλου στον οποίο είχαν προστεθεί άλλα 36 εχθρικά πλοία. Οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες και η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη. Η ναυμαχία ήταν σκληρή και κράτησε πεντέμισι ώρες. Τελικά οι Έλληνες κατάφεραν να καταστρέψουν σχεδόν ολοκληρωτικά μία φρεγάτα και άλλα πλοία του εχθρού υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Πολλοί Τούρκοι βρήκαν το θάνατο ή τραυματίστηκαν σοβαρά.

Ο τουρκικός στόλος, μετά την αποχώρησή του από την Πάτρα, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, η οποία ευρίσκετο υπό αγγλική διοίκηση. Όταν οι Έλληνες έπλευσαν εκεί για να επαναλάβουν την επίθεσή τους, εμποδίστηκαν από τους Άγγλους, που προφασίστηκαν την ουδετερότητα του νησιού. Ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στις 24 Φεβρουαρίου και αγκυροβόλησε στο Μεσολόγγι, έτοιμος για να νέα αναμέτρηση.

Η Ναυμαχία της Πάτρας, στην οποία έλαμψε το άστρο του Ανδρέα Μιαούλη, υπήρξε γεγονός μεγάλης σημασίας για τον κατά θάλασσα αγώνα των Ελλήνων, παρά τις μικρές τουρκικές απώλειες. Ήταν η πρώτη φορά που ελληνικά πλοία αντιμετώπισαν κατά παράταξη τον στόλο του Σουλτάνου, χωρίς να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά.

Το αποτέλεσμα αυτό ανέβασε το ηθικό των Ελλήνων και κατάλαβαν ότι μπορούν να επιτεθούν και να αντιμετωπίσουν τον εχθρό κατά παράταξη.

http://www.agriniotimes.gr

https://el.wikipedia.org/wiki/Ναυμαχία_της_Πάτρας_(1822)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792-1828)

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (12 Δεκεμβρίου 1792 – 31 Ιανουαρίου 1828) ήταν Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Ο Βίος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της Ελισάβετ Βακαρέσκου.

Η καταγωγή της οικογένειας είναι από τα Ύψηλα της Τραπεζούντας, η δε ύπαρξή της χρονολογείται από την εποχή που κατέφυγαν οι Κομνηνοί στην Τραπεζούντα. Το 1655 ο Αντίοχος Υψηλάντης εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1810 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813), έχασε το δεξί του χέρι (21 ετών). Το 1814-1815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.

Ο χαρακτήρας του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η φυσιογνωμία του είχε τον τύπο της ανατολίτικης (Πολίτικης) ανδρικής ομορφιάς με έντονα χαρακτηριστικά μάτια. Ήταν αγαθός, ευγενής, μελαγχολικός, ονειροπόλος, ευσυγκίνητος και ενθουσιώδης. Κληρονόμος των μεγάλων παραδόσεων και προσπαθειών της οικογένειας των Υψηλάντηδων είχε θέσει ως μεγάλο σκοπό και όνειρο της ζωής του την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Εξ αυτού και ο φλογερός ενθουσιασμός του και η μεγάλη φαντασία του εύκολα μπορούσαν να τον παρασύρουν σε πολύ παράτολμα εγχειρήματα. Μάλιστα, στο Συνέδριο της Βιέννης, εξέφρασε την άποψη ότι το ζήτημα των Ελλήνων είναι υπόθεση του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού που θα πρέπει να αναχθεί σε υπόθεση όλων των Βασιλικών Αυλών της Ευρώπης.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας

Οι Φιλικοί είχαν σαφείς πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων φέρεται να είχε δηλώσει πως οι συμπατριώτες του θα έπρεπε να υπολογίζουν στη συνδρομή του, αν τυχόν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία μόνο εκ του ονόματός του και της θέσης που κατείχε χωρίς καμία άλλη εγγύηση.

Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προσέτρεξε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον ξάδελφο των Υψηλάντηδων, Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής του Ε. Ξάνθου που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του, σε αντίθεση με την απαγοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, που αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία στα απομνημονεύματά του.

Στη συνάντηση εκείνη (Πετρούπολη, 11 Απριλίου 1820) ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τους τυραννούν παντού και η τυραννία τους αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:
– Υψηλάντης: «Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;»
– Ξάνθος: «Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.»
– Υψηλάντης: «Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».
– Ξάνθος (σηκώνεται όρθιος και συγκινημένος): «Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».
Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υψηλάντης με κάποιο θαυμασμό του έδωσε το χέρι του.

Η στιγμή της συμφωνίας εκείνης είναι η ίσως η μεγαλύτερη ιστορική στιγμή στην νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους που αποφάσιζε πλέον την τύχη του. Ο Υψηλάντης ενθουσιώδης μεν πατριώτης, αν και ακατατόπιστος στα τότε ελληνικά και διεθνή ζητήματα, δεν άργησε να κυριευθεί από το δραματικό τόνο της φωνής του Ξάνθου, καθώς και από το δικό του ενθουσιασμό και τη βαθιά πίστη του στα όνειρα του ελληνικού έθνους. Έτσι, η αποστολή του ενός είχε εκπληρωθεί, ενώ οι φιλοδοξίες του άλλου, να γίνει ο ελευθερωτής του έθνους του, άρχισαν να πραγματοποιούνται.

Την επόμενη ημέρα ο Ξάνθος επισκέπτεται απ΄ ευθείας πλέον τον πρίγκιπα και του φανερώνει τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και εκείνος με συγκίνηση και ενθουσιασμό δέχθηκε να υπηρετήσει τη μεγάλη υπόθεση. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα κατηχείται και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Του δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του.

Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον τον Αρχηγό της (Πετρούπολη 12 Απριλίου 1820).

Η Φιλική Εταιρεία του Αλέξανδρο Υψηλάντη

Με την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας αποβλέποντας στη χρησιμότητα του υφιστάμενου θεσμού των εφορειών της Εταιρείας, όχι μόνο τον διατήρησε αλλά και τον ενίσχυσε με δικές του οδηγίες που απέβλεπαν περισσότερο στην επιλογή και επιτήρηση των μελών, στη βοήθεια των αδυνάτων και στον τρόπο εισδοχής των προσήλυτων.
Ταυτόχρονα έστειλε εγκυκλίους στις εφορείες και έντυπα γραμμάτια για τις εκούσιες συνεισφορές των ομογενών. Τα γραμμάτια εκείνα επείχαν θέση σύγχρονων εθνικών ομολόγων που ήταν υπογεγραμμένα από τον ίδιο τον Υψηλάντη ή από τους αντιπροσώπους του. Παράλληλα, απαγόρευσε τη χρήση των δημοσίων χρημάτων χωρίς τη διαταγή του, ενώ άνοιξε αλληλογραφία με τα επιφανέστερα (πνευματικά) μέλη, καθώς και με τα πλέον δραστήρια στα οποία ανακοίνωνε την εκλογή του ως Γενικού Επιτρόπου, θυμίζοντάς τους τα καθήκοντά τους και καθοδηγώντας τα για τη δημιουργία νέων εφορειών και συγκέντρωση εισφορών.

Επαινούσε δε τους επιτρόπους εκείνους που επιδείκνυαν ιδιαίτερη δραστηριότητα, όπως εκείνους της «Φιλόγενης Κάσσας» της Μόσχας, ιδρύοντας ένα κεντρικό ταμείο της Φιλικής στη Κωνσταντινούπολη. Και οι δύο αυτοί οργανισμοί προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες της Εταιρείας για τη χρηματοδότηση του μελλοντικού αγώνα των Ελλήνων.

Περί τα τέλη του 1820, ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος Υψηλάντης συντάσσει και υποβάλει προς έγκριση στρατιωτικό οργανισμό για τον υπό οργάνωση εθελοντικό στρατό. Σύμφωνα με αυτόν, ο στρατός της ελληνικής επανάστασης θα αποτελούνταν κυρίως από χιλιαρχίες και τα στελέχη του θα είχαν τους εξής βαθμούς: πεντηκόνταρχου, εκατόνταρχου, ταγματάρχη, χιλίαρχου και πολέμαρχου.
Η ελληνική σημαία θα έφερε τρία χρώματα: άσπρο μαύρο και κόκκινο. Η σημαία της ξηράς θα έφερε στη μία πλευρά το μυθικό φοίνικα μέσα σε φλόγες και τον «ακτινοβόλο παντόπτη οφθαλμό« με την επιγραφή «εκ της τέφρας αναγεννώμαι», στη δε άλλη, τον αρχαίο ελληνικό σταυρό, μέσα σε δάφνινo στεφάνι και κάτω την επιγραφή «Εν τούτω τω σημείω νίκα».

  • Σημειώνεται ότι τελικά από τα παραπάνω μέτρα του Υψηλάντη και τα σχέδια των Φιλικών τα μόνα που αποδείχθηκαν, βάσει των ιστορικών στοιχείων, να είχαν ουσιαστική σημασία στην ελληνική παλιγγενεσία, ήταν ο θεσμός των εφορειών,, που επέδρασε ως προαιώνιος κοινοτικός οργανισμός των Ελλήνων και η οργάνωση των λεγομένων «αποστόλων». Αντίθετα, η υλική οργάνωση του όλου κινήματος, δηλαδή ο εφοδιασμός των Ελλήνων με τα αναγκαία πολεμοφόδια, τρόφιμα κ.λπ. χαρακτηρίστηκε από πολύ πρόχειρος μέχρι ανύπαρκτος. Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης απορούν πώς πέτυχε η επανάσταση, όταν η συγκέντρωση του υλικού οφειλόταν κυρίως σε ατομικές πρωτοβουλίες, σπασμωδικές και ασυντόνιστες.
    Γενικά η συμβολή της Φιλικής σε αυτόν τον τομέα υπήρξε ασήμαντη. Ακόμα και οι Αγωνιστές του 21, όταν ελεύθεροι πια, ύστερα από τον εννιάχρονο σχεδόν, αιματηρό εκείνο αγώνα αναλογίζονταν την επικίνδυνη περιπέτεια, συχνά δοκίμαζαν τα αισθήματα ιλίγγου και τρόμου που αισθάνεται μετά τη σωτηρία του όποιος κινδύνευσε σοβαρά. Χαρακτηριστικά ο «Γέρος του Μοριά» επαναλάμβανε θυμοσοφικά: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς, εμείς αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει τη δύναμιν την εδικήν μας, τη τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, όπου ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινώμεθα, αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες και αναθέματα».

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υψώνει τη σημαία της Επανάστασης

Κατά την οργάνωση του σχεδίου η Επανάσταση θα ξεκινούσε από την Πελοπόννησο. Στην απόφαση αυτή συνέβαλαν όχι τόσο οι αβάσιμες υποσχέσεις κάποιων θερμόαιμων και υπεραισιόδοξων φιλικών, όσο η πεποίθηση του ίδιου του Υψηλάντη ότι οι τότε περιστάσεις ήταν οι πλέον ευνοϊκές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τότε μια σειρά αντιδραστικών κινήσεων διαφόρων Πασάδων, ιδίως των περιοχών  Τούνεσι και Μπαρμπαριάς. Σημαντικότερος όμως αντιπερισπασμός για τους Έλληνες τότε ήταν η ανταρσία του Αλή Πασά, που έκανε κι αυτούς ακόμα τους Σουλιώτες να επιστρέψουν και να συμμαχήσουν με τον πρώην διώκτη τους, κατά της Αυτοκρατορίας. Έπειτα υπήρχε η βεβαιότητα ότι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες θα ξέσπαγαν ταραχές πολύ σύντομα χάρη των ήδη γενομένων μυστικών ενεργειών του Ξάνθου και άλλων φιλικών από τους μυημένους οπλαρχηγούς των περιοχών αυτών, όπως του Γιωργάκη Νικολάου, από τον Όλυμπο, του Σάββα Καμινάρη, από την Πάτμο, του Γιάννη Φαρμάκη από το Μπλάτσι κ.ά.

Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας
Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας

Έτσι πιεσμένος από τις καταστάσεις ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, δύο μέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδοντας επαναστατική προκήρυξη με τον τίτλο Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Η επιλογή της Μολδαβίας και της Βλαχίας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού, ενώ από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στο ναό των Τριών Ιεραρχών τελείται δοξολογία, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλογεί πρόχειρη σημαία με έμβλημα το Σταυρό και, κατά το βυζαντινό τυπικό, παραδίδει το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Κατόπιν διενεργείται έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και παράλληλα εθελοντές από ολόκληρη την Ευρώπη καταφθάνουν στη Μολδαβία για να καταταχθούν στο στρατιωτικό σώμα που δημιούργησε, οργανώνοντας μάλιστα το πρώτο τμήμα του Πυροβολικού με δύο πυροβόλα υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier).

Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος αποτελούμενος από 500 σπουδαστές. Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί κυριεύουν και εξοπλίζουν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο.

Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμιρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.

Το τέλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλιείο Ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). Η DM είναι μια κληρονομική διαταραχή πολλαπλών συστημάτων η οποία μειώνει τη ζωή.

Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φεβρουαρίου του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Υψηλάντης_(φιλικός)

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1800-1824)

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1800 – 3 Δεκεμβρίου 1824) ήταν  Έλληνας  αγωνιστής της Επανάστασης του 1821.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης
Ο Πάνος Κολοκοτρώνης

Ο Βίος του Πάνου Κολοκοτρώνη

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1800 στη Ζάκυνθο και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου. Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην  Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα.

Ο πατέρας του ήταν αγράμματος, αλλά δεν ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει την ίδια πορεία και τον έστειλε στη Ζάκυνθο για σπουδές, όπου ο Πάνος αρίστευσε. Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, ο νεαρός Κολοκοτρώνης γνώριζε αρχαία, ήταν άριστος μαθηματικός, μιλούσε καλά Ιταλικά και μέτρια Γαλλικά. Μετά το Σέκερη ήταν ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της Πελοποννήσου. Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς στο Βαλτέτσι και στις μάχες εναντίον του Δράμαλη (Δερβενάκια). Η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Το 1822, έγινε δήμαρχος της Τριπολιτσάς και την ίδια χρονιά ο Πάνος Κολοκοτρώνης παντρεύτηκε την κόρη της Μπουμπουλίνας, Ελένη. Η προίκα που έδωσε η Μπουμπουλίνα στην κόρη της ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει μία άνετη ζωή για το αντρόγυνο. Το 1822, έγινε δήμαρχος της Τριπολιτσάς.

Του εμπιστεύτηκαν το Ναύπλιο, κατά τη διάρκεια της πρώτης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των στρατιωτικών και των πολιτικών. Ο Πάνος την υπερασπίστηκε με επιτυχία, αν και αυτή τη φορά αντίπαλοι δεν ήταν οι Τούρκοι αλλά οι Έλληνες. Στις 13 Νοεμβρίου του 1824, στο δεύτερο εμφύλιο, ο Πάνος Κολοκοτρώνης κι οι σύντροφοί του κατευθύνονταν προς το χωριό Σύλιμνα της Αρκαδίας. Πήγαιναν να συναντήσουν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, για να σχεδιάσουν την κατάληψη της Τρίπολης που είχε περάσει σε κυβερνητικά χέρια. Η πορεία τους διακόπηκε από την άφιξη αγγελιαφόρου, που τους ενημέρωσε ότι συνελήφθη ο αντικυβερνητικός Στάικος Σταϊκόπουλος, έπειτα από εμπλοκή με τις αντίπαλες δυνάμεις του Βάσου Μαυροβουνιώτη. Ο Πάνος διέταξε αλλαγή πορείας, για να απελευθερώσουν τον σύντροφό τους. Όμως πριν προλάβει να προχωρήσει πολύ, δέχτηκε επίθεση από τον Μαυροβουνιώτη. Ο Κολοκοτρώνης έζησε, αλλά οι περισσότεροι απ’ τους άντρες του τράπηκαν σε φυγή. Μαζί του έμειναν μόνο τρεις, ο υπασπιστής του Γιάννης Βατικιώτης, ο γραμματικός του Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο φροντιστής του Ανούτσος Σαμαρόνης. Αποκαμωμένοι, συνέχισαν τον δρόμο τους, αλλά οι περιπέτειες του δεν τελείωσαν εκεί.

Το τέλος του Πάνου Κολοκοτρώνη

Ήταν έξω από το χωριό Μπεσίρι, όταν 25 Βούλγαροι που πολεμούσαν με τους κυβερνητικούς, άνοιξαν πυρ εναντίον των έφιππων αντρών. Ο γιατρός Ιωάννης Πύρλας, που εξέτασε το πτώμα του Κολοκοτρώνη, περιέγραψε το επεισόδιο στην ιατροδικαστική έκθεση. Υποστήριξε ότι οι άνδρες που επιτέθηκαν δεν είχαν σκοπό να σκοτώσουν, αλλά να τρομοκρατήσουν. Πυροβολούσαν από απόσταση που ήξεραν ότι η σφαίρα δεν θα έφτανε στο στόχο της, αλλά μπορεί να τρόμαζε τα άλογα και τους αναβάτες τους.

Η επικρατέστερη άποψη όμως είναι ότι οι Βούλγαροι έστησαν ενέδρα και στόχος ήταν να τον δολοφονήσουν. Είτε από κακή τύχη είτε από εσκεμμένη βολή, ο Πάνος Κολοκοτρώνης χτυπήθηκε από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η ιατροδικαστή έκθεση με τα μέσα της εποχής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ήταν ταχύτατος και δεν υπέφερε. Το νεκρό σώμα του λεηλατήθηκε απ’ τους δολοφόνους του, οι οποίοι έκλεψαν όχι μόνο χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά ακόμα και τα εσώρουχά του.

Την επόμενη μέρα το πτώμα μεταφέρθηκε στην γειτονική Σύλιμνα, όπου και τάφηκε, ενώ στην κεντρική πλατεία του χωριού σήμερα στέκει ανδριάντας του προς τιμήν της μνήμης του. Από ιατροδικαστική εξέταση φάνηκαν τα αίτια του θανάτου του, που ήταν τραύμα στο κεφάλι από σφαίρα. Το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο όπου στεγάζεται στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην Οδό Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάνος_Κολοκοτρώνης

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/panos-kolokotronis-aristos-mathimatikos-ke-polemistis

Ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828)

Ο Άνθιμος Γαζής (Μηλιές Πηλίου, 1758 – Σύρος, 28 Νοεμβρίου 1828) ήταν Έλληνας κληρικός, συγγραφέας, χαρτογράφος και από τους σημαντικότερους διαφωτιστές, που αγωνίστηκε για τη διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα.

Ο Άνθιμος Γαζής
Ο Άνθιμος Γαζής

Ο Βίος του Άνθιμου Γαζή

Ο Άνθιμος Γαζής γεννήθηκε στις Μηλιές του Πηλίου από φτωχούς γονείς. Είχε συνολικά άλλα επτά αδέλφια. Ο πατέρας του Παναγιώτης πέθανε όταν ο Άνθιμος ήταν τριών ετών. Το κοσμικό του όνομα ήταν  Αναστάσιος και το οικογενειακό του Γκάζαλης, που το μετέτρεψε σε Γαζής. Σπούδασε στη γενέτειρά του, κοντά στον ιερομόναχο Άνθιμο Παπαπανταζή, στη Ζαγορά κοντά σε έναν εύπορο αλλά φιλάργυρο κληρικό και στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης.

Ο Ελληνορθόδοξος Ναός Αγίου Γεωργίου Βιέννης.
Ο Ελληνορθόδοξος Ναός Αγίου Γεωργίου Βιέννης.

Το 1796 έγινε εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη της Αυστρίας. Από το 1799 ως το 1812 ανέπτυξε ιδιαίτερη συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, εκδίδοντας έργα Ελλήνων ή ξένων συγγραφέων μεταφρασμένα από τον ίδιο. Ξεχωρίζουν τα δικά του έργα, όπως η πεντάτομη Ελληνική Βιβλιοθήκη (1807), η οποία περιλαμβάνει βιογραφίες αρχαίων συγγραφέων, και το τρίτομο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (1809–1816). Το 1811, με υπόδειξη του Κοραή  εξέδωσε στη Βιέννη το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος, το πιο αξιόλογο προεπαναστατικό έντυπο, όπου σχολίαζε ο ίδιος φιλολογικά γεγονότα και τη δημιουργία πνευματικών ευρωπαϊκών κινημάτων. Ο ίδιος είχε την επιμέλεια του περιοδικού ως το 1814. Το περιοδικό συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι το 1821.

H χαρτογραφική του ενασχόληση ήταν πολύ αξιόλογη. Σημαντικότερο έργο του είναι ο Πίναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος τον οποίο εξέδωσε στη Βιέννη το 1800, που θεωρείται μία νέα έκδοση της Χάρτας του Ρήγα. Μικρότερων διαστάσεων από αυτήν (102 Χ 104 εκ.), είναι σήμερα, ένας από τους σπανιότερους ελληνικούς χάρτες, αφού σώζονται μόνο 6 αντίτυπά του στο εξωτερικό. Ένα από αυτά κοσμεί την Κεντρική Εθνική Βιβλιοθήκη της Ιταλίας στη Φλωρεντία. Ένας άλλος εξαιρετικά σπάνιος χάρτης του Γαζή (Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας) αποκτήθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας.

Ο Γαζής πίστευε ότι μόνο με την πνευματική αφύπνιση των υποδούλων θα επιτυγχανόταν η Επανάσταση. Ως άνθρωπος πνευματικής αναζήτησης, ο Γαζής επιθυμούσε να αναπτυχθεί το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα. Το 1814, σε συνεργασία με τον Καποδίστρια και άλλους σημαντικούς Έλληνες, ίδρυσε τη Φιλόμουσο Εταιρεία (Βιέννης), πολιτιστική οργάνωση, η οποία είχε ουσιαστικά πολιτική χροιά. Παράλληλα, ξεκίνησε την ανέγερση στην πατρίδα του προτύπου σχολείου, εστιασμένου στις φυσικές επιστήμες.

Το 1817 έφτασε μέχρι την Οδησσό, προκειμένου να συλλέξει συνδρομές για τη Σχολή. Εκεί τον βρήκε ο Σκουφάς και του πρότεινε να γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο Γαζής δίστασε και έτσι επέστρεψε στις Μηλιές, όπου, μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, οργάνωσε τη Σχολή. Εκεί τον συνάντησε ο Ξάνθος, ο οποίος κατάφερε να τον πείσει να μπει στην  Εταιρεία. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της, καθώς συνέβαλε στη μύηση νέων μελών και συνεννοήθηκε με ντόπιους οπλαρχηγούς, έτσι ώστε να προετοιμάσει την Επανάσταση. Υπήρξε ένα είδος συνδέσμου για τους Φιλικούς που βρίσκονταν στη Ρωσία και στη Μολδοβλαχία, και τους μυημένους στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Τον Μάιο του 1821 κήρυξε την επανάσταση στη Θεσσαλία και τη Μαγνησία και έλαβε μέρος σε όλες τις μετέπειτα μάχες στην περιοχή. Στις 7 Μαϊου 1821 εξέδωσε τη διακήρυξή του με τίτλο «Προς τους λαούς της Ζαγοράς, των Φερών και της Αγυιάς». Μεταξύ των άλλων τονίζει τη σημασία του Ρήγα και της θυσίας του, ότι ο ίδιος ο Ρήγας προΐσταται στην επαναστατημένη Θεσσαλία και ο Θούριός του θα γίνει «εγερτήριον σάλπισμα». Συνιστά να συγκληθεί Συνέλευση με αντιπροσώπους από τις κοινότητες της Θετταλομαγνησίας με σκοπό να συντάξουν Σύνταγμα στα πρότυπα του δημοκρατικού συντάγματος του Ρήγα. Να συστήσουν τη ΒΟΥΛΗ ΘΕΤΤΑΛΟΜΑΓΝΗΣΙΑΣ. Η Συνέλευση των επαναστατών προς τιμήν του Ρήγα συνεδρίασε στο Βελεστίνο στις 11 Μαϊου 1821 και η Συνέλευση ονομάστηκε «Βουλή Θετταλομαγνησίας». Πρόεδρος ήταν ο Άνθιμος Γαζής και γραμματέας ο Φίλιππος Ιωάννου, ο μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επρόκειτο για εμβρυώδη τοπική κυβέρνηση που δεν πρόλαβε να λειτουργήσει λόγω της επιδρομής των Τούρκων. Η αφήγηση του Κορδάτου ότι εκεί ο Γαζής υπέβαλε σχέδιο πολιτεύματος «αντιγραφή του συντάγματος του Ρήγα» θεωρείται αποκύημα φαντασίας που δεν στηρίζεται σε καμμία ιστορική πηγή.
Μετά την αποτυχία της επανάστασης στη Θεσσαλία κατέφυγε στον Νότο και διορίσθηκε μέλος του Αρείου Πάγου. Συμμετείχε στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις ως εκπρόσωπος της Θεσσαλίας (Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου, Β’ Εθνοσυνέλευση Άστρους και Τροιζήνας), αλλά ύστερα έγινε σχολάρχης στην Τήνο και τη Σύρο, όπου και πέθανε το 1828 σε ηλικία 70 ετών.

Το έργο του Άνθιμου Γαζή

Εξώφυλλο του περιοδικού Ερμής ο Λόγιος του 1818.
Εξώφυλλο του περιοδικού Ερμής ο Λόγιος του 1818
  • Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας, Βιέννη 1800
  • Carte de la Grece ή Πίναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, επιδιορθωθείς υπό Α.Γαζή, εκδοθείς παρά Φρανσουά Μύλλερ, Βιέννη 1800. Επανεκδόθηκε το 1810.
  • Πίναξ Γεωγραφικός της Ευρώπης, 1801
  • Πίναξ γεωγραφικός της Ασίας, 1802
  • Πίναξ Καθολικός των δύο ημισφαιρίων, Βιέννη 1804, (Προσθήκη στο βιβλίο «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Νικηφόρου Θεοτόκη, Βιέννη 1804.
  • Η Ευρώπη δια την Γεωγραφίαν του Μελετίου, τόμ. 1, Βενετία 1807
  • Η Ελλάς δια την Γεωγραφίαν του Μελετίου, τόμ. 2, Βενετία 1807
  • Η Ασία δια την Γεωγραφίαν του Μελετίου, τόμ. 3, Βενετία 1807
  • Η Αμερική δια την Γεωγραφίαν του Μελετίου, τόμ. 4, Βενετία 1807
  • Η Αφρική δια την Γεωγραφίαν του Μελετίου, τόμ. 4, Βενετία 1807
  • Πίναξ χωρογραφικός της μεγάλης αρχισατραπίας Ικονίου…τύποις εκδοθείς..παρά του πρότερον εν εκείνη τη επαρχία αρχιερατεύσαντος…μητροπολίτου Αδριανουπόλεως κυρίου Κυρίλλου, επιστασία Ανθίμου Γαζή, Βιέννη 1812.
  • Ασία δια την Ρουμουνίαν. (Βιέννη 1816). Προσθήκη στο βιβλίο του Δ.Φιλιππίδη, Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας, 1816
  • Ρουμουνία, Βιέννη 1816. Προσθήκη στο βιβλίο του Δ.Φιλιππίδη, Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας, 1816.
  • Άνθιμος Γαζής (1807). Βιβλιοθήκης Ελληνικής βιβλία δύο, Τόμος Α’ : Περιέχοντα κατά χρονικήν πρόοδον τας περί των εξόχων Ελλήνων Συγγραφέων βεβαιωτέρας ειδήσεις / Συνερανισθέντα εκ παλαιών και νεωτέρων Κριτικών, και εκδοθέντα υπό Ανθίμου Γαζή του Μηλιώτου (PDF). Εν Βενετία: Εκ της Τυπογραφίας Πάνου Θεοδοσίου του εξ Ιωαννίνων.
  • Άνθιμος Γαζής (1807). Βιβλιοθήκης Ελληνικής βιβλία δύο, Τόμος Β’ : Περιέχοντα κατά χρονικήν πρόοδον τας περί των εξόχων Ελλήνων συγγραφέων βεβαιωτέρας ειδήσεις / Συνερανισθέντα εκ παλαιών και νεωτέρων Κριτικών, και εκδοθέντα υπό Ανθίμου Γαζή του Μηλιώτου. Εν Βενετία: Εκ της Τυπογραφίας Πάνου Θεοδοσίου του εξ Ιωαννίνων.
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Α΄ τόμος, Βενετία, 1809
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Β΄ τόμος, 1812
  • Μαγνησία, [Βιέννη] 1805, επανέκδοση 1814
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Γ΄ τόμος, 1816

Επίσης, επιμελήθηκε την έκδοση των παρακάτω έργων:

  • Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών ή σύντομος ανάλυσις της πειραματικής νεωτέρας φιλοσοφίας του Άγγλου Βενιαμίν Μαρτίνου (Benjamin Martin, 1704-1782), Βιέννη 1799.
  • Αδολεσχία Φιλόθεος του Ευγένιου Βούλγαρη, Βιέννη 1801
  • Λογική του Κοντιγιάκ σε μετάφραση Δ.Φιλιππίδη, Βιέννη 1801
  • Εγχειρίδιον συμβουλευτικόν περί φυλακής των πέντε αισθήσεων του Νικόδημου Αγιορείτου, Βιέννη 1801
  • Χημική Φιλοσοφία του Φουρκρουά σε μετάφραση Ηλιάδη Θεοδόσιου, Βιέννη 1802
  • Επιτομή Αστρονομίας του Λαλάνδ σε μετάφραση Δανιήλ Φιλιππίδη, Βιέννη 1802
  • Σύνοψις των κωνικών τομών Γουίδωνος του Γρανδή σε μετάφραση του Γερμανού Σπαρμιώτη, Βιέννη 1802
  • Ακολουθία των μαρτύρων Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ του Μανουήλ Μάνου Βυζαντίου, Βιέννη 1803
  • Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών του Καϊλλέ σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κούμα, Βιέννη 1803
  • Στοιχεία Γεωγραφίας του Νικ. Θεοτόκη, Βιέννη, 1804, όπου πρόσθεσε και τον χάρτη “Πίναξ καθολικός των δύο ημισφαιρίων”.
  • Ιστορία Καρόλου του ΙΒ΄ Βασιλέως της Σουηδίας του Βολταίρου σε μετάφραση του Κ.Τζιγαρά, Βιέννη 1806
  • Γεωγραφία παλαιά και νέα του Μελετίου Μήτρου, Βενετία 1807.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άνθιμος_Γαζής

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800-1831)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800 – 22 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Βίος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη και ήταν ο τριτότοκος γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη για μεγάλο διάστημα, καθώς είχε σταλεί εκεί ως όμηρος ως εγγύηση πίστης του πατέρα του προς το Σουλτάνο, όμως λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης δραπέτευσε στη Μάνη. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με κυριότερη τη μάχη των Δερβενακίων. Το 1822, ταξίδεψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό  στη Βερόνα της  Ιταλίας. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε στο Νεόκαστρο από τον Ιμπραήμ, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος υποσχόμενος την υποταγή της Μάνης, υπόσχεση την οποία φυσικά δεν τήρησε.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Καποδίστρια για να μεταβεί στο  Ναύπλιο ο θείος του, Κατσής Μαυρομιχάλης, ο οποίος με την άφιξή του εκεί, φυλακίστηκε. Μετά από αυτό το γεγονός, αλλά και επειδή ο Καποδίστριας επιδίωκε να ελέγξει τα προνόμια των προυχόντων, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και όλη η σημαντική οικογένεια των  Μαυρομιχαλαίων τάχτηκε δημόσια εναντίον του, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με το θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν, δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, καρφώνοντάς του ένα μακρυμάνικο μαχαίρι στην καρδιά, ενώ ο θείος του πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Έπειτα κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία τον προστάτεψε από τον κόσμο που τον καταδίωκε, αλλά στη συνέχεια υποχρεώθηκε να τον παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί (ο θείος του, έπεσε νεκρός από τις πιστολιές της προσωπικής φρουράς και μετά διαμελίστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα από το έξαλλο πλήθος).

Καταδικάστηκε για την πράξη του και τουφεκίστηκε στις 9 Οκτωβρίου (22 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στο Ιτς-Καλέ, παρουσία του πατέρα του, Πετρόμπεη, που ήταν εκεί φυλακισμένος από τον Καποδίστρια.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Μαυρομιχάλης

Ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853)

Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 – 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος Νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.

Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.
Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.

Ο Βίος του Θεόφιλου Καΐρη

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Νικόλαος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.

Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών, τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στα 1802 ιδρύθηκε το Ελληνομουσείον, η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία από το Γρηγόριο Σαράφη και μαθηματικά και φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν το Λέσβιο. Ακολουθώντας τον Σαράφη συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο Δανιήλ Κεραμεύς και στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος. Το 1801 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος αλλάζοντας το όνομα του από Θωμάς σε Θεόφιλος. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι, και κατέληξε στην Πίζα, όπου σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική και παρακολούθησε μαθήματα φυσιολογίας στην ιατρική σχολή.

Το 1807 μετέβη στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του και συνδέθηκε στενά με το μεγάλο νεοέλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή.

Ο Θεόφιλος Καΐρης διδάσκει

Το 1808 προσκλήθηκε από τους Κυδωνιάτες προκρίτους να αναλάβει τη διεύθυνση της Σχολής τους στη θέση του Βενιαμίν του Λέσβιου, ο οποίος υπέφερε από τα μάτια του. Ο Καΐρης αρνήθηκε να διακόψει τη φοίτησή του. Στις 11 Ιουλίου 1810 επαναλήφθηκε η πρόσκληση προς τον Καΐρη και τότε επέστρεψε στις Κυδωνιές. Όμως οι έφοροι της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης θέλησαν να τον αποσπάσουν στη δική τους σχολή ως διευθυντή της. Πράγματι το Φεβρουάριο του 1811 ανέλαβε τη διεύθυνση της όμως στο τέλος του έτους απεχώρησε εξαιτίας της άρνησης των υπευθύνων να τηρήσουν την αρχική συμφωνία τους ως προς τις αποδοχές του και επέστρεψε στις Κυδωνίες. Στα 1812 αποχώρησε προσωρινά από την Ακαδημία Κυδωνιών λόγω των διαφωνιών μεταξύ Σαράφη και Βενιαμίν Λεσβίου και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Άνδρο.

Έπειτα από παράκληση των Κυδωνιατών επέστρεψε στην Ακαδημία (1814) και δίδαξε φυσική, μαθηματικά και χημεία. Εμπλούτισε, βοηθούμενος από τον Αδαμάντιο Κοραή, τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας με ελληνικά και ξένα συγγράμματα και την εφοδίασε με όργανα φυσικής, χημείας, αστρονομίας και γεωγραφίας. Το 1819 ίδρυσε στη Σχολή  τυπογραφείο. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά.

Δίδαξε στην Ακαδημία ως την καταστροφή των Κυδωνιών από τους Τούρκους στις 2 Ιουνίου του 1821. Έπειτα μαζί με εκατό μαθητές του πέρασαν στα Ψαρά, όπου με κήρυγμά του στο ναό του Αγίου Νικολάου προέτρεψε τους Ψαριανούς να ξεσηκωθούν. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Άνδρο και ύψωσε πρώτος την επαναστατική σημαία στις 10 Μαΐου 1821, σε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έως την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια

Κατά την Επανάσταση συμμετείχε στην εκστρατεία του Ολύμπου το Μάρτιο του 1822, με διοικητή το Γρηγόριο Σάλα, όπου και δέχθηκε τρία τραύματα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου με εντολή της Υπέρτατης Διοικήσεως συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από εξόριστους Κυδωνιάτες.

Παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822) χωρίς επίσημη ιδιότητα, επειδή δεν εκπροσωπούνταν οι Κυκλάδες. Τον Νοέμβριο του 1822 εκλέγεται από τους κατοίκους της Άνδρου πληρεξούσιος παραστάτης της Άνδρου για τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου – 27 Απριλίου 1823), ενώ στη συνέχεια είχε ενεργό συμμετοχή και το Μάιο του ίδιου έτους έγινε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία και διόρθωση των «εγκληματικών νόμων» και του «οργανισμού των δικαστηρίων». Στην επιδημία τύφου, που ξέσπασε στο Ναύπλιο το 1824, παρά την κλονισμένη υγεία του βοήθησε με αυταπάρνηση τους χειμαζόμενους.

Τον Απρίλιο του 1824 υπέβαλε παραίτηση από το αξίωμα του βουλευτή για λόγους υγείας, που έγινε δεκτή από το Βουλευτικό Σώμα με ευχαριστίες. Οι Ανδριώτες, όμως, επέμειναν να τους εκπροσωπεί στο Βουλευτικό. Το Σεπτέμβριο του 1824 επέστρεψε στην Πελοπόννησο ως παραστάτης Άνδρου για τη Γ’ Βουλευτική Περίοδο -ανέλαβε προσωρινά την προεδρία του Βουλευτικού Σώματος- και τον Οκτώβριο συμμετείχε σε επιτροπή για τη σύνταξη οργανισμού των επαρχιακών σχολείων.

Στα 1826 εξελέγη πληρεξούσιος Άνδρου για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (6 – 16 Απριλίου 1826), αλλά δεν συμμετείχε στις εργασίες της, επειδή διατελούσε μέλος του Βουλευτικού Σώματος.

Το 1828 ευρισκόμενος στην Αίγινα του ζητήθηκε να προσφωνήσει τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή υποδοχής στο μητροπολιτικό ναό στις 12 Ιανουαρίου 1828.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στα μετεπαναστατικά χρόνια

Έχοντας σκοπό την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης ταξιδεύει από το 1832 σε Ιταλία, Γαλλία,  Αγγλία, Αυστρία, Κάτω Ρωσία,  Μολδαβία και  Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών από ομογενείς.

Το 1835 ο Βασιλέας Όθωνας τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του την περίοδο του Αγώνα. Ο Καΐρης, όπως και ο άλλος διδάσκαλος του Γένους  Θεόκλητος Φαρμακίδης, σε μία πράξη αποδοκιμασίας προς το καθεστώς της αντιβασιλείας των Βαυαρών δεν απεδέχθη την τιμή. Την ίδια στάση κράτησε και όταν του προσεφέρθη η έδρα της Φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837).

Εγκαινίασε το Ορφανοτροφείο του το Σεπτέμβριο του 1835 δεχόμενος αρχικά τριάντα ορφανά και την επόμενη χρονιά το έθεσε σε πλήρη λειτουργία. Στη σχολή του ορφανοτροφείου διδάσκονταν όλα τα μαθήματα που παραδίδονταν στα ευρωπαϊκά σχολεία με τη βοήθεια σύγχρονων επιστημονικών οργάνων. Η παιδαγωγική μέθοδος του Καΐρη στηρίζονταν στην ελεύθερη έκφραση του μαθητή και το φιλελευθερισμό. Ο ίδιος μάλιστα ονόμαζε τα μαθήματα «συνδιαλέξεις». Μαθητές της σχολής δεν ήταν μόνο τα ορφανά αλλά και νέοι από εύπορες οικογένειες που επιθυμούσαν να διδαχτούν από τον πρωτοπόρο δάσκαλο.

Ο Θεόφιλος Καΐρης και η Θρησκεία

Ο Θεόφιλος Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική θρησκεία τη «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του τη θρησκευτική θεωρία θεωρήθηκε σύντομα αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από τη βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.

Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με τη ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.

Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά τη δήλωση του ότι δε δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»), αποφάσισε στις 23 Οκτωβρίου 1839 την καθαίρεση του, ως αρχηγού άλλης θρησκείας που ονομαζόταν «θεοσεβισμός». Ως Γραμματέας της Συνόδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπερασπίστηκε το φιλόσοφο και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να τον μετακινήσει από τις θέσεις του, προτείνοντας εν τέλει να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, όπως επιθυμούσε, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα. Στον αντίποδα ο κληρικός  Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων ηγήθηκε της συντηρητικής μερίδας που επιθυμούσε την εξόντωση του Καΐρη.

Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.

Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από τη χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839  το  Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής του στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και και την  θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.

Ο Θεόφιλος Καΐρης επιστρέφει στην Ελλάδα και δικάζεται

Με τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με τη βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.

Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου  να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου  1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.

Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και Συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη.

Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.

Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν τον τάφο του διδασκάλου τεμάχισαν τη σορό του και έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.

Οκτώ ημέρες μετά το θάνατό του ο Άρειος Πάγος με την υπ. αριθ. 19/19.1.1853 απόφασή του απάλλαξε των κατηγοριών και αθώωσε το Θεόφιλο Καΐρη.

Οι θρησκευτικές ιδέες του Θεόφιλου Καΐρη

Ο ίδιος ο Θεόφιλος Καΐρης δεν αυτοσυστηνόταν ως εισηγητής ή ιδρυτής νέας Θρησκείας ή νέας Εκκλησίας. Θεωρούσε τον Θεό ως μόνο δάσκαλο της Θεοσέβειας. Ο Καΐρης όριζε την Θεοσέβεια ως εκείνη τη δύναμη προς την οποία ο άνθρωπος προς «τον απόλυτον και απεριόριστον του υπέρτατου Όντος και Θεού των όλων τείνει σεβασμόν και εξ αυτού αναπτυχθείσα ενέργεια», είναι «εν πνεύματι και αληθεία του υψίστου και μόνου λατρευτέου Όντος άμεσος και έμμεσος λατρεία».

Για τον Χρήστο Γιανναρά επρόκειτο για μια ιδιότυπη θρησκοληψία μυστικιστικού ηθικισμού. Ο ίδιος συγγραφέας γενεαλογεί το θεωρητικό-μεταφυσικό και ηθικο-πρακτικό μέρος του Καΐρειου θρησκευτικού συστήματος στις μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες του Κοραή και γενικά των Διαφωτιστών. «Πρόκειται για ένα τυπικό Δεϊσμό». Για τον Γιάννη Καρά, Διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «ο Θεόφιλος Καΐρης δεν ήταν άθεος. Πιστεύει εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γη, ορατων τε πάντων και αοράτων».

Κριτική για τον Θεόφιλο Καΐρη

Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τον θεωρεί «ευσεβή και ζηλωτή κληρικό», ο οποίος όμως περιέπεσε σε πλάνες.«Ήταν προικισμένος με μεγάλες πνευματικές δυνάμεις, με τις οποίες μπορούσε πράγματι να αναγεννήσει την Ελλάδα, αλλά η θρησκευτική του πλάνη ανέκοψε απότομα το μορφωτικό του έργο». Για τον Γεώργιο Σκληρό, ο οποίος σε άρθρο του στον Νουμά επιθυμεί να καταδείξει τη διαφορά ανάμεσα σε μεταφυσική και διαλεκτική μέθοδο, λέει για τον Καΐρη, πως «καταδιώχτηκε». Έτσι πεθαίνουν όσοι «προτρέχουν της εποχής των». Για τον Charles Frazee, ο Καΐρης, «ήταν τοσο ατομιστής, ώστε υποβαθμιζόταν η διδασκαλία του». Όπως η Έλλη Σκοπετέα σημειώνει, ο Καΐρης ήταν «μοναδικής συνέπειας ζηλωτής των ιδεών του διαφωτισμού. Και από την παραφροσύνη, αν όχι και από την καταστροφή, τον σώζει η θεοσέβεια». «Προοδευτικός δάσκαλος πριν από την Επανάσταση, συνεπής στον θρησκευτικό του αντικομφορμισμό» για τον Κιτρομηλίδη.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόφιλος_Καΐρης

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (το όνομά της παραδίδεται επίσης ως Μουτσάν ή Μουτσά, Ζάκυνθος 1801-1832) ήταν μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς. Το γνωστότερο έργο της είναι η  Αυτοβιογραφία  της, ενώ από τα υπόλοιπα έργα της (θεατρικά έργα και ποιήματα) έχουν σωθεί ελάχιστα.

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Ο Βίος της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Οι γονείς της, Φραγκίσκος Μουτζάν και Αγγελική Σιγούρου, προέρχονταν από δύο από τις παλιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 2 Οκτωβρίου 1801. Από μικρή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την μάθηση και τα γράμματα και παρόλο που η εκπαίδευσή της ήταν περιορισμένη (είχε κατ’ οίκον δασκάλους τρεις κληρικούς), η ίδια με προσωπική μελέτη απέκτησε γνώσεις της αρχαίας ελληνικής, της  ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Παράλληλα επιδιδόταν στο γράψιμο ποιημάτων, θεατρικών έργων στα ελληνικά και τα ιταλικά και μεταφράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία και επιθυμία της ήταν να μην παντρευτεί, αλλά να αφοσιωθεί στην μελέτη και την συγγραφή. Εξαιτίας των αντιρρήσεων της οικογένειάς της αντιπρότεινε να κλειστεί σε μοναστήρι ή να αποσυρθεί σε μία κατοικία της οικογένειας στην ύπαιθρο, όμως και αυτές οι επιθυμίες της δεν γίνονταν δεκτές από τους δικούς της. Μπροστά στην προοπτική να παραμείνει ανύπαντρη και να κατοικεί με τους γονείς της χωρίς να έχει το δικαίωμα να βγαίνει από το σπίτι, αποφάσισε να φύγει κρυφά από το νησί, αλλά μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί κάποιο μέλος της οικογένειάς της και τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει και δεχτεί την επιθυμία των δικών της να παντρευτεί. Η ανεύρεση γαμπρού στην Ζάκυνθο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και γι’ αυτόν τον λόγο ο θείος της πρότεινε να ταξιδέψουν στην Ιταλία όπου θα ήταν πιο εύκολο να βρεθεί σύζυγος για την Ελισάβετ και την αδερφή της, που ήταν και αυτή σε ηλικία γάμου, όμως το ταξίδι δεν έγινε εξαιτίας μιας ασθένειας του πατέρα της. Εν τω μεταξύ βρέθηκε υποψήφιος σύζυγος, ο Νικόλαος Μαρτινέγκος, ο οποίος όμως καθυστερούσε την επισημοποίηση της γαμήλιας συμφωνίας με συνεχείς διαπραγματεύσεις για το ύψος της προίκας, αλλά τελικά ο γάμος τελέστηκε μετά από 16 μήνες, το καλοκαίρι του 1831. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 1832, δύο εβδομάδες μετά την γέννηση του γιου της λόγω επιπλοκών στον τοκετό.

Το έργο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Η Ελισάβετ Μουτζάν, εκτός από την αυτοβιογραφία που είναι το πιο γνωστό και αξιόλογο κείμενό της, έγραψε πάνω από 15 θεατρικά έργα, στην ελληνική και την ιταλική, μετέφρασε αρχαία κείμενα και συνέθεσε κάποια ποιήματα. Η Αυτοβιογραφία της είναι μοναδικό δείγμα επτανησιακής πρόζας στα χρόνια του Αγώνα. όταν μαθαίνει πως «οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών», η επιθυμία της να συμμετάσχει στον Αγώνα μένει μόνο επιθυμία: «Επιθύμησα από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους τοίχους του σπιτιού όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύτταξα τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα ότι είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακύνθια και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελεν να τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπορος να ιδώ εις την Ελλάδαν επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας». Εκδόθηκε από τον γιο της Ελισάβετιο το 1881, με κάποιες περικοπές, σε έναν τόμο μαζί με δικά του ποιήματα. Η αξία του έργου έγκειται κυρίως στην απλή γλώσσα που χρησιμοποιείται. Από τα άλλα έργα της έχουν σωθεί ελάχιστα, μία κωμωδία με τίτλο Φιλάργυρος, κάποια ιταλικά κείμενα, 20 επιστολές, ο πρόλογος μιας πραγματείας Περί Οικονομίας, τα ποιήματα Ωδή εις το πάθος του Ιησού Χριστού και Εις την Θεοτόκον και αποσπάσματα μεταφράσεων από τον Προμηθέα Δεσμώτη, την Οδύσσεια και τις Ικέτιδες.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ελισάβετ_Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς.

Η ναυμαχία του Κατάκολου
Το Κατάκολο

Η ναυμαχία του Κατάκολου

Στη ναυμαχία στον κόλπο του Κατακόλου, στις εκβολές του Αλφειού ποταμού, ενεπλάκησαν 12 ελληνικά πλοία και 11 βαριά εξοπλισμένα τουρκικά πλοία. Η υπεροπλία των Τούρκων με τους καταιγιστικούς κανονιοβολισμούς τους φέρνουν σε δύσκολη θέση την ελληνική δύναμη.

Την κρίσιμη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα. Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μπόντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλοούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Όπως αναφέρεται στον Β΄ τόμο της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπυρίδωνα Τρικούπη, «εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία, ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ’ ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς, δι’ ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις Κωνσταντινούπολιν καθ’ όν καιρόν έπλεε προς τον κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός».

Για τις μέρες εκείνες ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει: «Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου, πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν. Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος· έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα».

Πηγή: https://www.protothema.gr/stories/article/930296/elliniki-epanastasi-i-agnosti-naumahia-sto-katakolo-kai-i-elliniki-poniria/

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr