Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800-1831)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800 – 22 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Βίος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη και ήταν ο τριτότοκος γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη για μεγάλο διάστημα, καθώς είχε σταλεί εκεί ως όμηρος ως εγγύηση πίστης του πατέρα του προς το Σουλτάνο, όμως λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης δραπέτευσε στη Μάνη. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με κυριότερη τη μάχη των Δερβενακίων. Το 1822, ταξίδεψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό  στη Βερόνα της  Ιταλίας. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε στο Νεόκαστρο από τον Ιμπραήμ, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος υποσχόμενος την υποταγή της Μάνης, υπόσχεση την οποία φυσικά δεν τήρησε.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Καποδίστρια για να μεταβεί στο  Ναύπλιο ο θείος του, Κατσής Μαυρομιχάλης, ο οποίος με την άφιξή του εκεί, φυλακίστηκε. Μετά από αυτό το γεγονός, αλλά και επειδή ο Καποδίστριας επιδίωκε να ελέγξει τα προνόμια των προυχόντων, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και όλη η σημαντική οικογένεια των  Μαυρομιχαλαίων τάχτηκε δημόσια εναντίον του, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με το θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν, δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, καρφώνοντάς του ένα μακρυμάνικο μαχαίρι στην καρδιά, ενώ ο θείος του πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Έπειτα κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία τον προστάτεψε από τον κόσμο που τον καταδίωκε, αλλά στη συνέχεια υποχρεώθηκε να τον παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί (ο θείος του, έπεσε νεκρός από τις πιστολιές της προσωπικής φρουράς και μετά διαμελίστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα από το έξαλλο πλήθος).

Καταδικάστηκε για την πράξη του και τουφεκίστηκε στις 9 Οκτωβρίου (22 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στο Ιτς-Καλέ, παρουσία του πατέρα του, Πετρόμπεη, που ήταν εκεί φυλακισμένος από τον Καποδίστρια.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Μαυρομιχάλης

Please follow and like us:
error0

Ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853)

Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 – 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος Νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.

Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.
Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.

Ο Βίος του Θεόφιλου Καΐρη

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Νικόλαος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.

Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών, τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στα 1802 ιδρύθηκε το Ελληνομουσείον, η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία από το Γρηγόριο Σαράφη και μαθηματικά και φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν το Λέσβιο. Ακολουθώντας τον Σαράφη συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο Δανιήλ Κεραμεύς και στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος. Το 1801 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος αλλάζοντας το όνομα του από Θωμάς σε Θεόφιλος. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι, και κατέληξε στην Πίζα, όπου σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική και παρακολούθησε μαθήματα φυσιολογίας στην ιατρική σχολή.

Το 1807 μετέβη στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του και συνδέθηκε στενά με το μεγάλο νεοέλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή.

Ο Θεόφιλος Καΐρης διδάσκει

Το 1808 προσκλήθηκε από τους Κυδωνιάτες προκρίτους να αναλάβει τη διεύθυνση της Σχολής τους στη θέση του Βενιαμίν του Λέσβιου, ο οποίος υπέφερε από τα μάτια του. Ο Καΐρης αρνήθηκε να διακόψει τη φοίτησή του. Στις 11 Ιουλίου 1810 επαναλήφθηκε η πρόσκληση προς τον Καΐρη και τότε επέστρεψε στις Κυδωνιές. Όμως οι έφοροι της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης θέλησαν να τον αποσπάσουν στη δική τους σχολή ως διευθυντή της. Πράγματι το Φεβρουάριο του 1811 ανέλαβε τη διεύθυνση της όμως στο τέλος του έτους απεχώρησε εξαιτίας της άρνησης των υπευθύνων να τηρήσουν την αρχική συμφωνία τους ως προς τις αποδοχές του και επέστρεψε στις Κυδωνίες. Στα 1812 αποχώρησε προσωρινά από την Ακαδημία Κυδωνιών λόγω των διαφωνιών μεταξύ Σαράφη και Βενιαμίν Λεσβίου και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Άνδρο.

Έπειτα από παράκληση των Κυδωνιατών επέστρεψε στην Ακαδημία (1814) και δίδαξε φυσική, μαθηματικά και χημεία. Εμπλούτισε, βοηθούμενος από τον Αδαμάντιο Κοραή, τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας με ελληνικά και ξένα συγγράμματα και την εφοδίασε με όργανα φυσικής, χημείας, αστρονομίας και γεωγραφίας. Το 1819 ίδρυσε στη Σχολή  τυπογραφείο. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά.

Δίδαξε στην Ακαδημία ως την καταστροφή των Κυδωνιών από τους Τούρκους στις 2 Ιουνίου του 1821. Έπειτα μαζί με εκατό μαθητές του πέρασαν στα Ψαρά, όπου με κήρυγμά του στο ναό του Αγίου Νικολάου προέτρεψε τους Ψαριανούς να ξεσηκωθούν. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Άνδρο και ύψωσε πρώτος την επαναστατική σημαία στις 10 Μαΐου 1821, σε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έως την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια

Κατά την Επανάσταση συμμετείχε στην εκστρατεία του Ολύμπου το Μάρτιο του 1822, με διοικητή το Γρηγόριο Σάλα, όπου και δέχθηκε τρία τραύματα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου με εντολή της Υπέρτατης Διοικήσεως συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από εξόριστους Κυδωνιάτες.

Παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822) χωρίς επίσημη ιδιότητα, επειδή δεν εκπροσωπούνταν οι Κυκλάδες. Τον Νοέμβριο του 1822 εκλέγεται από τους κατοίκους της Άνδρου πληρεξούσιος παραστάτης της Άνδρου για τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου – 27 Απριλίου 1823), ενώ στη συνέχεια είχε ενεργό συμμετοχή και το Μάιο του ίδιου έτους έγινε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία και διόρθωση των «εγκληματικών νόμων» και του «οργανισμού των δικαστηρίων». Στην επιδημία τύφου, που ξέσπασε στο Ναύπλιο το 1824, παρά την κλονισμένη υγεία του βοήθησε με αυταπάρνηση τους χειμαζόμενους.

Τον Απρίλιο του 1824 υπέβαλε παραίτηση από το αξίωμα του βουλευτή για λόγους υγείας, που έγινε δεκτή από το Βουλευτικό Σώμα με ευχαριστίες. Οι Ανδριώτες, όμως, επέμειναν να τους εκπροσωπεί στο Βουλευτικό. Το Σεπτέμβριο του 1824 επέστρεψε στην Πελοπόννησο ως παραστάτης Άνδρου για τη Γ’ Βουλευτική Περίοδο -ανέλαβε προσωρινά την προεδρία του Βουλευτικού Σώματος- και τον Οκτώβριο συμμετείχε σε επιτροπή για τη σύνταξη οργανισμού των επαρχιακών σχολείων.

Στα 1826 εξελέγη πληρεξούσιος Άνδρου για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (6 – 16 Απριλίου 1826), αλλά δεν συμμετείχε στις εργασίες της, επειδή διατελούσε μέλος του Βουλευτικού Σώματος.

Το 1828 ευρισκόμενος στην Αίγινα του ζητήθηκε να προσφωνήσει τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή υποδοχής στο μητροπολιτικό ναό στις 12 Ιανουαρίου 1828.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στα μετεπαναστατικά χρόνια

Έχοντας σκοπό την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης ταξιδεύει από το 1832 σε Ιταλία, Γαλλία,  Αγγλία, Αυστρία, Κάτω Ρωσία,  Μολδαβία και  Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών από ομογενείς.

Το 1835 ο Βασιλέας Όθωνας τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του την περίοδο του Αγώνα. Ο Καΐρης, όπως και ο άλλος διδάσκαλος του Γένους  Θεόκλητος Φαρμακίδης, σε μία πράξη αποδοκιμασίας προς το καθεστώς της αντιβασιλείας των Βαυαρών δεν απεδέχθη την τιμή. Την ίδια στάση κράτησε και όταν του προσεφέρθη η έδρα της Φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837).

Εγκαινίασε το Ορφανοτροφείο του το Σεπτέμβριο του 1835 δεχόμενος αρχικά τριάντα ορφανά και την επόμενη χρονιά το έθεσε σε πλήρη λειτουργία. Στη σχολή του ορφανοτροφείου διδάσκονταν όλα τα μαθήματα που παραδίδονταν στα ευρωπαϊκά σχολεία με τη βοήθεια σύγχρονων επιστημονικών οργάνων. Η παιδαγωγική μέθοδος του Καΐρη στηρίζονταν στην ελεύθερη έκφραση του μαθητή και το φιλελευθερισμό. Ο ίδιος μάλιστα ονόμαζε τα μαθήματα «συνδιαλέξεις». Μαθητές της σχολής δεν ήταν μόνο τα ορφανά αλλά και νέοι από εύπορες οικογένειες που επιθυμούσαν να διδαχτούν από τον πρωτοπόρο δάσκαλο.

Ο Θεόφιλος Καΐρης και η Θρησκεία

Ο Θεόφιλος Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική θρησκεία τη «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του τη θρησκευτική θεωρία θεωρήθηκε σύντομα αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από τη βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.

Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με τη ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.

Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά τη δήλωση του ότι δε δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»), αποφάσισε στις 23 Οκτωβρίου 1839 την καθαίρεση του, ως αρχηγού άλλης θρησκείας που ονομαζόταν «θεοσεβισμός». Ως Γραμματέας της Συνόδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπερασπίστηκε το φιλόσοφο και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να τον μετακινήσει από τις θέσεις του, προτείνοντας εν τέλει να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, όπως επιθυμούσε, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα. Στον αντίποδα ο κληρικός  Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων ηγήθηκε της συντηρητικής μερίδας που επιθυμούσε την εξόντωση του Καΐρη.

Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.

Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από τη χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839  το  Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής του στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και και την  θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.

Ο Θεόφιλος Καΐρης επιστρέφει στην Ελλάδα και δικάζεται

Με τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με τη βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.

Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου  να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου  1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.

Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και Συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη.

Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.

Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν τον τάφο του διδασκάλου τεμάχισαν τη σορό του και έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.

Οκτώ ημέρες μετά το θάνατό του ο Άρειος Πάγος με την υπ. αριθ. 19/19.1.1853 απόφασή του απάλλαξε των κατηγοριών και αθώωσε το Θεόφιλο Καΐρη.

Οι θρησκευτικές ιδέες του Θεόφιλου Καΐρη

Ο ίδιος ο Θεόφιλος Καΐρης δεν αυτοσυστηνόταν ως εισηγητής ή ιδρυτής νέας Θρησκείας ή νέας Εκκλησίας. Θεωρούσε τον Θεό ως μόνο δάσκαλο της Θεοσέβειας. Ο Καΐρης όριζε την Θεοσέβεια ως εκείνη τη δύναμη προς την οποία ο άνθρωπος προς «τον απόλυτον και απεριόριστον του υπέρτατου Όντος και Θεού των όλων τείνει σεβασμόν και εξ αυτού αναπτυχθείσα ενέργεια», είναι «εν πνεύματι και αληθεία του υψίστου και μόνου λατρευτέου Όντος άμεσος και έμμεσος λατρεία».

Για τον Χρήστο Γιανναρά επρόκειτο για μια ιδιότυπη θρησκοληψία μυστικιστικού ηθικισμού. Ο ίδιος συγγραφέας γενεαλογεί το θεωρητικό-μεταφυσικό και ηθικο-πρακτικό μέρος του Καΐρειου θρησκευτικού συστήματος στις μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες του Κοραή και γενικά των Διαφωτιστών. «Πρόκειται για ένα τυπικό Δεϊσμό». Για τον Γιάννη Καρά, Διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «ο Θεόφιλος Καΐρης δεν ήταν άθεος. Πιστεύει εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γη, ορατων τε πάντων και αοράτων».

Κριτική για τον Θεόφιλο Καΐρη

Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τον θεωρεί «ευσεβή και ζηλωτή κληρικό», ο οποίος όμως περιέπεσε σε πλάνες.«Ήταν προικισμένος με μεγάλες πνευματικές δυνάμεις, με τις οποίες μπορούσε πράγματι να αναγεννήσει την Ελλάδα, αλλά η θρησκευτική του πλάνη ανέκοψε απότομα το μορφωτικό του έργο». Για τον Γεώργιο Σκληρό, ο οποίος σε άρθρο του στον Νουμά επιθυμεί να καταδείξει τη διαφορά ανάμεσα σε μεταφυσική και διαλεκτική μέθοδο, λέει για τον Καΐρη, πως «καταδιώχτηκε». Έτσι πεθαίνουν όσοι «προτρέχουν της εποχής των». Για τον Charles Frazee, ο Καΐρης, «ήταν τοσο ατομιστής, ώστε υποβαθμιζόταν η διδασκαλία του». Όπως η Έλλη Σκοπετέα σημειώνει, ο Καΐρης ήταν «μοναδικής συνέπειας ζηλωτής των ιδεών του διαφωτισμού. Και από την παραφροσύνη, αν όχι και από την καταστροφή, τον σώζει η θεοσέβεια». «Προοδευτικός δάσκαλος πριν από την Επανάσταση, συνεπής στον θρησκευτικό του αντικομφορμισμό» για τον Κιτρομηλίδη.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόφιλος_Καΐρης

Please follow and like us:
error0

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (το όνομά της παραδίδεται επίσης ως Μουτσάν ή Μουτσά, Ζάκυνθος 1801-1832) ήταν μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς. Το γνωστότερο έργο της είναι η  Αυτοβιογραφία  της, ενώ από τα υπόλοιπα έργα της (θεατρικά έργα και ποιήματα) έχουν σωθεί ελάχιστα.

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Ο Βίος της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Οι γονείς της, Φραγκίσκος Μουτζάν και Αγγελική Σιγούρου, προέρχονταν από δύο από τις παλιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 2 Οκτωβρίου 1801. Από μικρή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την μάθηση και τα γράμματα και παρόλο που η εκπαίδευσή της ήταν περιορισμένη (είχε κατ’ οίκον δασκάλους τρεις κληρικούς), η ίδια με προσωπική μελέτη απέκτησε γνώσεις της αρχαίας ελληνικής, της  ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Παράλληλα επιδιδόταν στο γράψιμο ποιημάτων, θεατρικών έργων στα ελληνικά και τα ιταλικά και μεταφράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία και επιθυμία της ήταν να μην παντρευτεί, αλλά να αφοσιωθεί στην μελέτη και την συγγραφή. Εξαιτίας των αντιρρήσεων της οικογένειάς της αντιπρότεινε να κλειστεί σε μοναστήρι ή να αποσυρθεί σε μία κατοικία της οικογένειας στην ύπαιθρο, όμως και αυτές οι επιθυμίες της δεν γίνονταν δεκτές από τους δικούς της. Μπροστά στην προοπτική να παραμείνει ανύπαντρη και να κατοικεί με τους γονείς της χωρίς να έχει το δικαίωμα να βγαίνει από το σπίτι, αποφάσισε να φύγει κρυφά από το νησί, αλλά μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί κάποιο μέλος της οικογένειάς της και τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει και δεχτεί την επιθυμία των δικών της να παντρευτεί. Η ανεύρεση γαμπρού στην Ζάκυνθο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και γι’ αυτόν τον λόγο ο θείος της πρότεινε να ταξιδέψουν στην Ιταλία όπου θα ήταν πιο εύκολο να βρεθεί σύζυγος για την Ελισάβετ και την αδερφή της, που ήταν και αυτή σε ηλικία γάμου, όμως το ταξίδι δεν έγινε εξαιτίας μιας ασθένειας του πατέρα της. Εν τω μεταξύ βρέθηκε υποψήφιος σύζυγος, ο Νικόλαος Μαρτινέγκος, ο οποίος όμως καθυστερούσε την επισημοποίηση της γαμήλιας συμφωνίας με συνεχείς διαπραγματεύσεις για το ύψος της προίκας, αλλά τελικά ο γάμος τελέστηκε μετά από 16 μήνες, το καλοκαίρι του 1831. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 1832, δύο εβδομάδες μετά την γέννηση του γιου της λόγω επιπλοκών στον τοκετό.

Το έργο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Η Ελισάβετ Μουτζάν, εκτός από την αυτοβιογραφία που είναι το πιο γνωστό και αξιόλογο κείμενό της, έγραψε πάνω από 15 θεατρικά έργα, στην ελληνική και την ιταλική, μετέφρασε αρχαία κείμενα και συνέθεσε κάποια ποιήματα. Η Αυτοβιογραφία της είναι μοναδικό δείγμα επτανησιακής πρόζας στα χρόνια του Αγώνα. όταν μαθαίνει πως «οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών», η επιθυμία της να συμμετάσχει στον Αγώνα μένει μόνο επιθυμία: «Επιθύμησα από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους τοίχους του σπιτιού όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύτταξα τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα ότι είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακύνθια και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελεν να τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπορος να ιδώ εις την Ελλάδαν επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας». Εκδόθηκε από τον γιο της Ελισάβετιο το 1881, με κάποιες περικοπές, σε έναν τόμο μαζί με δικά του ποιήματα. Η αξία του έργου έγκειται κυρίως στην απλή γλώσσα που χρησιμοποιείται. Από τα άλλα έργα της έχουν σωθεί ελάχιστα, μία κωμωδία με τίτλο Φιλάργυρος, κάποια ιταλικά κείμενα, 20 επιστολές, ο πρόλογος μιας πραγματείας Περί Οικονομίας, τα ποιήματα Ωδή εις το πάθος του Ιησού Χριστού και Εις την Θεοτόκον και αποσπάσματα μεταφράσεων από τον Προμηθέα Δεσμώτη, την Οδύσσεια και τις Ικέτιδες.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ελισάβετ_Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος (1781-1849)

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς (Νέδουσα Μεσσηνίας, 1781 – Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Ο Νικηταράς σε μεγάλη ηλικία

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος γεννήθηκε το 1781 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας, όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης: «Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ εναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι».

Οικογένεια του Νικήτα Σταματελόπουλου

Γονείς του είναι ο Σταματέλος, αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι άγνωστο. Από τα αδέλφια του γνωστά είναι ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816) και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.

Ο Βίος του Νικήτα Σταματελόπουλου

Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από την Μεγάλη Αναστάσοβα (καθώς ήταν πολεμικός – από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα) βρήκε καταφύγιο στο νεοσύστατο τότε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου σημερινό χωριό «Τουρκολέκα» Μεγαλόπολης. Εκεί γεννήθηκε ο γιος του Γιάννης (1805) και αδελφός του Νικηταρά όπου θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας».

Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του

Ο Νικηταράς στην Ελληνική Επανάσταση

Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Νικήτας Σταματελόπουλος πήρε μέρος στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι). Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς που κρατούσε με λίγους άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς.

Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, ο Νικήτας Σταματελόπουλος δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά και όταν έσπασε και το τέταρτο το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός για να του ανοίξει το χέρι και να βγάλει το σπαθί. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 – 28 Ιουλίου 1822). Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.

Ο Ρωσόφιλος Νικήτας Σταματελόπουλος

Επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων). Η Ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας. Ο Νικηταράς είχε εμπλακεί σε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, και είχε προδοθεί η δράση των συνωμοτών από πρώην μέλος. Στην επακόλουθη δίκη που ακολούθησε δεν προσκομίστηκαν αφού είχαν προλάβει να τα καταστρέψουν, ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποδείξουν έστω την σύσταση «μυστικής εταιρείας» για αυτό και αθωώθηκε.

Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς, η υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας» στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας κάθε Παρασκευή. Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, οπότε του απονεμήθηκε ο Βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί Δίπλα από το Θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Μάχες του Νικήτα Σταματελόπουλου

  • Μάχη του Βαλτετσίου
  • Μάχη των Δολιανών
  • Άλωση της Τριπολιτσάς
  • Μάχη των Δερβενακίων
  • Μάχη του Αγιονορίου
  • Μάχη του Μεχμέταγα
  • Μάχη της Αράχωβας

Τιμητικές Διακρίσεις για το Νικήτα Σταματελόπουλο

Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον υπέρ Ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις παρακάτω τιμητικές διακρίσεις:

1. Το 1834 του απονέμεται ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού και διορίζεται Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής

2. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1835 εγκρίθηκε η απονομή του Αργύρου σταυρού του Αγώνα (Αργυρού Αριστείου). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου)1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των οποίων αποτελεί ιδιοκτησία . Ακριβές αντίγραφο, τηρείται στο Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο της Τοπικής Κοινότητας Αρτεμισίας του Δήμου Καλαμάτας. Δωρεά του Σμηνάρχου (ΤΥΕ) ε.α. Ηλία Λαζάρου (Ιστοριοδίφη – Ερευνητή) και συντάκτη της παρούσης παραγράφου .

3. Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /23-1-1835 , τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος .

4. Την 1 Ιανουαρίου 1838 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /1-1-1838 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος.

5. Το 1843 προάγεται από Συνταγματάρχης σε Υποστράτηγο (τότε δεν υπήρχε ο ενδιάμεσος Βαθμός του Ταξιάρχου).

6. Το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής.

7. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηταράς

Please follow and like us:
error0

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο «Γέρος του Μωριά».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρ΄ώνης

Ο Βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην άλωση της Τριπολιτσάς

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεων τους, προς την περιφέρεια Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. ‘Εως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες. Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε από την αναγνώριση του ως αρχιστρατήγου της Καρύταινας από τους Κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους.

Στη διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και ως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), ο Παναγιώτης Κεφάλας, ο Αναγνωσταράς, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετιμεζαίοι κ.α.

Από τον Απρίλιο του 1821 που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/809

Please follow and like us:
error0

Η άλωση της Τριπολιτσάς (1821)

Η άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ελληνικές δυνάμεις, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη μεγάλη νίκη της Επανάστασης.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821
Η άλωση της Τριπολιτσάς

Η Τριπολιτσά πριν την άλωση

Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.

Διοικητής της Πελοποννήσου τότε ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς. Όταν έμαθε για την πολιορκία από την Ήπειρο όπου πολεμούσε τον Αλή πασά, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη. Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.

Οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, είχε άφθονο πόσιμο νερό, λόγω των πηγαδιών της.

Αρκετοί αρχιερείς και προεστοί είχαν προστρέξει εντός των τειχών της πόλης, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη, αλλά καθώς η πολιορκία στένευε, φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και πολλοί από αυτούς πέθαναν.

Η ζωή στα στρατόπεδα της Τριπολιτσάς

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν και να φέρουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις δυσκολίες.

Μετά την έκρηξη της Επανάστασης και την επιτυχή έκβαση της Μάχης στο Βαλτέτσι στην Τριπολιτσά είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των Οθωμανών της Πελοποννήσου.

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς

Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια και τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά. Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους τούς επιτέθηκαν οι Έλληνες που τους είχαν στήσει ενέδρα στην τάφρο, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους.

Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1821. Ως αρχιστράτηγος είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ την ανώτατη ηγεσία είχε ο Δημήτριος Υψηλάντης ως απεσταλμένος του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη. Επί της ουσίας όμως αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έως τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά από Πάπαρη, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, αλλά οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιχείρηση εναντίον της Τριπολιτσάς. Παραμονές της άλωσης, η δύναμη των πολιορκητών είχε φθάσει στους 10.000 άνδρες. Η πόλη υπέφερε από πείνα, καθώς  οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Μέρα με την ημέρα η πολιορκία γινόταν πιο ασφυκτική. Οι πολιορκούμενοι ερχόντουσαν σε συμφωνίες με τους πολιορκητές για να εξασφαλίσουν τρόφιμα καταβάλλοντας χρήματα ή ανταλλάσοντας τα όπλα τους. Όσοι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα, προσπαθούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Έλληνες οπλαρχηγούς για να εξασφαλίσουν την ασφαλή έξοδό τους από την πόλη καταβάλλοντας υψηλά ποσά.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος είχε την εποπτεία όλης της επιχείρησης, αν και στη πράξη δεν μετρούσε ο λόγος του, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απορρίφθηκε από τους Τούρκους. Από την άλλη, ο Κολοκοτρώνης δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλήθος των στρατιωτών του στους οποίους οι οπλαρχηγοί είχαν υποσχεθεί αμοιβή και μερίδιο από τα λάφυρα.

Οι συμφωνίες πριν την άλωση της Τριπολιτσάς

Επειδή οι Αλβανοί εντός της πόλης, η φρουρά του πασά, θεωρήθηκε ότι ήταν προσκείμενοι στον Αλή των Ιωαννίνων, προτάθηκε να γίνει συμφωνία μεταξύ αυτών και των πολιορκητών, ώστε να αποδυναμωθεί η άμυνα της πόλης. Ο Ελμάσμπεης ήλθε σε συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη: οι Αλβανοί θα έφευγαν με τα όπλα τους και όλη τους την αποσκευή, τα χαρέμια και τους επισημότερους Τούρκους, τον Κεχαγιάμπεη δηλαδή, τον καϊμακάμη, τον καδή καθώς και με μερικούς άλλους που δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Υπόσχονταν δε να πολεμήσουν κατά του σουλτάνου μόλις επέστρεφαν ασφαλείς στην Ήπειρο. Δόθηκαν όμηροι από πλευράς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Η συμφωνία αυτή προκάλεσε αναστάτωση και έντονες προστριβές μεταξύ Αλβανών και Τούρκων.

Η σφαγή

Οι μπέηδες και αγάδες άρχισαν να συσκέπτονται στην Τριπολιτσά για τους όρους της παράδοσης, καθώς έβλεπαν ότι πια δεν υπήρχε ελπίδα. Αλλά, ο στρατιώτης Εμμανουήλ Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη και οι Έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά θα ήταν ισότιμη και η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Υπήρχαν και ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν. Οι Αλβανοί έκαναν μαύρη αγορά τροφίμων και νερού και πήραν τους καθυστερούμενους μισθούς τους, αφού απέκλεισαν τον Κεχαγιάμπεη στο σαράι του. Οι Έλληνες έδιναν τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Αν και οι οπλαρχηγοί έβλεπαν αυτές τις συναλλαγές, δεν τις εμπόδισαν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν όπλα.

Οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη και προέβησαν σε εκτεταμένες σφαγές κατά των Τούρκων. Επί 3 ημέρες έσφαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, πρωτοστατώντας σε πρωτοφανείς βιαιότητες. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Μόνο κατά την τρίτη ημέρα μετά την άλωση ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να περιορίσει τις εχθροπραξίες των Ελλήνων.

Τα οφέλη από την άλωση της Τριπολιτσάς

Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ελάχιστα ήταν τα υλικά οφέλη για την Επανάσταση, αφού τα λάφυρα, η λεία, έγιναν αντικείμενο αρπαγής και ούτε καν το ένα τρίτο της δεν έφτασε στο περίφημο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Ο Υψηλάντης, ο πάντοτε μετριοπαθής, που ήθελε την παράδοση της πόλης ακριβώς για να ενισχυθεί με τον πλούτο της ο αγώνας, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά μάταια προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να καταθέσουν μέρος των λαφύρων που είχαν αρπάξει στον κοινό α

Η Άλωση της Τριπολιτσάς, από ηθικής άποψης, αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη σε αρχηγό της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά. Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλοι η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες.

Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο «Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων…από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα».

Πηγή: https://www.militaire.gr/i-alosi-tis-tripolitsas-san-simera-to-1821/

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877)

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (Ψαρά 1793-Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1877) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 κατορθώνοντας μέσω της πυρπόλησης της Τουρκικής Ναυαρχίδας να προκαλέσει τον θαυμασμό ολόκληρης της Ευρώπης για τη μικρή κουκίδα επάνω στο χάρτη με το όνομα Ελλάδα που αντιμαχόταν τον τουρκικό ζυγό.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης

Παρά τις αντιπαραθέσεις για τον τόπο καταγωγής του, αν πρόκειται για την Πάργα ή τα Ψαρά, ο Κανάρης έχει μείνει στην ιστορία ως βέρος Ψαριανός μιας και όλη του η δράση είναι συνδεδεμένη με το νησί, ενώ και η οικογένειά του έμεινε στα Ψαρά. Λέγεται ότι γεννήθηκε μεταξύ του 1790 και 1793 στα Ψαρά από τον Ψαριανό Δημογέροντα Μικέ Κανάριο και την Μαρώ Μπουρέκα ενώ έχασε τον πατέρα του σε πολύ μικρή ηλικία και μη έχοντας άλλη διέξοδο άρχισε να δουλεύει σε πλοία άλλων συγγενών του κυρίως του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα. Μάλιστα σε ηλικία μόλις 20 ετών ανέλαβε καπετάνιος του πλοίου και ταξίδεψε σε όλη τη Μεσόγειο, ενώ δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη γνωστής ναυτικής οικογένειας των Ψαρών, με την οποία απέκτησαν και εφτά παιδιά, έξι αγόρια και ένα κορίτσι.

Όντας καπετάνιος ο Κανάρης ταξίδεψε στην Οδησσό αρχικά το 1820 και παρόλο που γνώριζε για τη Φιλική Εταιρεία δεν έγινε μέλος της, αν και με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης εκουσίως προσπάθησε με όσα μέσα διέθετε να βοηθήσει στον αγώνα κυρίως κάνοντας επιδρομές στα Μικρασιατικά παράλια αρχικά και έπειτα εντασσόμενος στα πυρπολικά του στόλου των Ψαρών.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης

Το θάρρος και η τόλμη που τον ξεχώριζε έμειναν ιδιαίτερα γνωστά από το μεγάλο του ανδραγάθημα να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα του πασά Καρά Αλή στη Χίο, τον Ιούνιο του 1822, ως αντίποινα για τη σφαγή στο νησί. Μαζί με τον Πιπίνο, ο Κανάρης είχε ως στόχο να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα ενώ ο Πιπίνος την αντιναυαρχίδα των Τούρκων. Η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία και 2000 Οθωμανοί βρήκαν τραγικό θάνατο εκείνη τη νύχτα, ενώ η αντιναυαρχίδα τους υπέστη σημαντικές ζημιές.

Η φήμη του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και ξένοι λογοτέχνες και συγγραφείς ανέδειξαν την ηρωική του στάση ανάμεσα στους οποίους και ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Λόρδος Βύρωνας αλλά και ο ιστορικός Τόμας Γκόρντον. Ο Κανάρης δεν θα έμενε όμως εκεί. Λίγο αργότερα θα καταφέρει να πυρπολήσει την αντιναυαρχίδα του τουρκικού στόλου όντας αγκυροβολημένη στο λιμάνι της Τενέδου, τον Οκτώβριο του 1822, να καταστρέψει μια τουρκική φρεγάτα στη Σάμο το 1824 αλλά και να καταφέρει να πλήξει σημαντικά τον αιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας παραπλανώντας τον εχθρό και υψώνοντας Ρώσικη σημαία με αποτέλεσμα να μη γίνει αρχικά αντιληπτός και να επιφέρει ζημιές. Αν και η επιχείρηση λόγω των καιρικών συνθηκών δεν στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, η συμμετοχή του Κανάρη ήταν ζωτικής σημασίας καθώς, αν ο ίδιος δεν έπαιρνε τη γενναία απόφαση να χτυπήσει τον στόλο των Αιγυπτίων θα εκινείτο εναντίον της επανάστασης εντός μικρού χρονικού διαστήματος με απρόβλεπτες συνέπειες για τον ελληνικό αγώνα.

Η συμβολή του στην επιτυχία της ελληνικής επανάστασης στάθηκε αναμφισβήτητη και αυτό έγινε αντιληπτό και μετά το τέλος της, όταν κατάφερε να αναλάβει σημαντικές πολιτικές θέσεις. Ήδη από το 1826 είχε αναλάβει κυβερνήτης του νέου πλοίου Ελλάς και το 1827 αντιπροσώπευσε τα Ψαρά στην Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Τροιζήνα. Μετά την ανάδειξη του Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, ο Κανάρης διορίστηκε φρούραρχος της Μονεμβασιάς και βοήθησε στην αντιμετώπιση των ανταρτών σε Μάνη και Ύδρα αλλά μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η οποία τον απογοήτευσε αποσύρθηκε στη Σύρο.

Πολιτική σταδιοδρομία του Κωνσταντίνου Κανάρη

Με τον διορισμό ωστόσο του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας, ο Κανάρης έφτασε μέχρι το βαθμό του ναυάρχου, ενώ διορίστηκε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά και στην κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλέττη αλλά και στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1854.

Ωστόσο, οι απόψεις του ήταν αντίθετες με εκείνες του βασιλιά και όταν το 1862 του δόθηκε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης πρότεινε πρόσωπα που ο Όθωνας δεν αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να δοθεί εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης στον Ιωάννη Κολοκοτρώνη και ο Κανάρης να συνταχθεί με την αντιπολίτευση.

Μετά την έξωση του Όθωνα έγινε μέλος της τριανδρίας υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφο σχηματίζοντας προσωρινή κυβέρνηση. Μάλιστα ταξίδεψε μαζί με άλλους μέχρι τη Δανία προσφέροντας τον ελληνικό θρόνο στον βασιλιά Γεώργιο Α’ και ανέλαβε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου αλλά και δύο φορές Πρωθυπουργός, ενώ κατόπιν αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική σκηνή έχοντας ήδη φτάσει 75 ετών. Η επανάκαμψή του έγινε κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου σχηματίζοντας οικουμενική κυβέρνηση λόγω της ιδιαίτερης εκείνης περιόδου για να αφήσει όντας εν ενεργεία Πρωθυπουργός την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1877.

Υστεροφημία του Κωνσταντίνου Κανάρη

Το μοναδικό θάρρος και η ξεχωριστή εθνική συνείδηση του Κωνσταντίνου Κανάρη αποτέλεσε το κυριότερο γνώρισμα του που έμεινε αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες. Ακόμα και αν οι νεότεροι δεν θυμούνται ή δεν γνωρίζουν την πολιτική του σταδιοδρομία σίγουρα θυμούνται την ανδρεία του Μπουρλοτιέρη όπως όλοι τον γνωρίζουν της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Πηγή: http://www.hellenic-college.gr/works/1821/heroes/konstantinos_kanaris/index.html


Please follow and like us:
error0

Η Μάχη στα Βασιλικά Φθιώτιδας (1821)

Η Μάχη στα Βασιλικά ήταν πολεμική σύγκρουση της επανάστασης του 1821 με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα.
Η μάχη στα Βασιλικά. 
Πίνακας του Πέτερ φον Ες.

Τα γεγονότα της Μάχης στα Βασιλικά

Οι Τούρκοι μετά την περιστολή της επανάστασης στη Μακεδονία προχώρησαν μέσω Λάρισας προς τη Λαμία, με σκοπό να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Την εκστρατεία προς την Πελοπόννησο ανέλαβε ο Μπαϊράμ Πασάς με άλλους τρείς στρατηγούς. Η δύναμη τους αριθμούσε 8.000 πεζούς, ιππείς με πυροβολικό. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδας πληροφορήθηκαν την εκστρατεία αυτή και μαζεύτηκαν στην Εργίνα της Βουδουνίτσας για να αποφασίσουν την επόμενή τους κίνηση. Αποφάσισαν να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων καταλαμβάνοντας την θέση των Βασιλικών. Αυτό πρότεινε ο Δυοβουνιώτης. Ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός με τριακόσιους άνδρες κατέλαβε το πυκνό δάσος κοντά στην είσοδο της κοιλάδας. Ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωνσταντής Καλύβας με άλλους εξακόσιους τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της κοιλάδας, ενώ ο Δυοβουνιώτης μαζί με τον γιο του και άλλους χίλιους εκατό πιάσαν την έξοδο. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν μπορούσε να παρευρεθεί αλλά είχε στείλει ως αντικαταστάτη του τον Γιάννη Γκούρα.

Στις 25 Αυγούστου 1821 το τουρκικό ιππικό δύναμης δύο χιλιάδων που είχε σταλεί προς αναγνώριση του στενωπού αποδεκατίστηκε. Μία μέρα αργότερα, στις 26 Αυγούστου ο Μπαϊράμ Πασάς κινήθηκε με όλο του τον στρατό κατά του Κοντοσόπουλου και Καλύβα. Οι Δυοβουνιώτηδες, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας ήρθαν να ενισχύσουν, ενώ ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός του επιτέθηκε από τα νώτα. Ακολούθησε γενναία μάχη, την οποία νίκησαν οι Έλληνες. Οι Τούρκοι με την δύση του ήλιου τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατανιά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πάνω χίλιους νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και ο Μεμίς Πασάς, τον οποίο σκότωσε ιδιοχείρως ο Γκούρας. Επίσης έχασαν οκτακόσια άλογα, 2 πυροβόλα και 18 σημαίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δέκα και τραυματίστηκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Κοντοστόπουλος.

Σημασία της Μάχης στα Βασιλικά

Η νίκη των Ελλήνων ήταν μια από τις πιο λαμπρές του Ελληνικού αγώνα. Συντέλεσε στην ακύρωση της εκστρατείας των Τούρκων κατά της Πελοποννήσου.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Βασιλικών_Φθιώτιδας

Please follow and like us:
error0