Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-1821)

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-7 Ιουνίου 1821) ήταν Ρουμάνος επαναστάτης και συνεργάτης των Φιλικών. Ξεκίνησε εξέγερση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου
Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρουμανίας (τότε Μολδοβλαχία) το 1780. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο Βλαντιμιρέσκου όμως πήρε αρκετά καλή μόρφωση. Υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό και πήρε μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1816. Ο Βλαντιμιρέσκου έγινε αρχηγός αγροτικού κινήματος με στόχο την κατάργηση του φεουδαρχισμού στην περιοχή της Μολδοβλαχίας.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οι στόχοι του κινήματος του Βλαντιμιρέσκου ήταν διαφορετικοί από τις προθέσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει μέτωπο στην εκεί περιοχή, ώστε να διασπασθεί ο τουρκικός στρατός και να κατέβει με όσο το δυνατόν λιγότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ακόμη και να εφοδιάζει την ελληνική Επανάσταση με πολεμιστές από τα πριγκιπάτα. Ο Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου κατέβαινε με τη σημαία του εθνικού και κοινωνικού επαναστάτη. Επιζητούσε την κοινωνική μεταβολή και την ανατροπή του φεουδαρχικού-δουλοκτητικού καθεστώτος στα πριγκιπάτα.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Ένα μήνα πριν ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου είχε κηρύξει στην Ολτέινα την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση των πριγκιπάτων και τη συντριβή του καθεστώτος των Φαναριωτών και των Βογιάρων. Οι αγρότες προσέρχονταν με ενθουσιασμό στις γραμμές του. Το πρόγραμμα του ήταν σαφές και λαοφιλέστατο: αντικατάσταση των Φαναριωτών ηγεμόνων με Ρουμάνους διοικητές, αντιπροσωπευτική βουλή με συμμετοχή όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, οργάνωση εθνικού στρατού και απομάκρυνση των τουρκικών φρουρών, φορολογικές μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού, κατάργηση του φόρου υποτέλειας των πριγκιπάτων στους Τούρκους.

Στις 2 Απριλίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού. Σε μια βδομάδα μπήκε στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης με το στρατό του. όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν για μια στενή συνεργασία των δύο κινημάτων που θα εξασφάλιζε την επιτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Ωστόσο, μια σειρά από διεθνή και εσωτερικά γεγονότα, καθώς και οι ατελεύτητες μηχανορραφίες των Άγγλων και Αυστριακών πρακτόρων που δρούσαν στις ηγεμονίες και στην Πόλη, έφεραν τελικά τη διάσπαση. Η αγγλική διπλωματία, μόλις επεσήμανε τη σοβαρότητα της εξέγερσης στα πριγκιπάτα, έσπευσε να διακηρύξει στη ρωσική αυλή ότι «θα έβλεπε εχθρικώς πάσαν επέμβασιν της εις τας ελληνικάς υποθέσεις». Ήταν η πρώτη διπλωματική τροχοπέδη διεθνούς επιπέδου που έμπαινε στο κίνημα.

Στο μεταξύ, είχε συνέλθει στο Λάιμπαχ το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας με στόχο τις εθνικοαπελευθερωτικές και αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές λαϊκές εξεγέρσεις. Κάτω από την πίεση της Αυστρίας του Μέττερνιχ, ο τσάρος Αλέξανδρος συναινεί στην αποκήρυξη του κινήματος, ενώ από τον περίβολο του Πατριαρχείου εξαπολύεται αφορισμός του Πατριάρχη εναντίον του Υψηλάντη.

Τα διεθνούς σημασίας αυτά γεγονότα, καθώς και ο αφορισμός, επηρεάζουν το κίνημα. Από δω και στο εξής επισημαίνονται μια σειρά άστοχων πράξεων και στο ελληνικό και στο ρουμανικό στρατόπεδο, που οδηγούν στην αποτυχία της εξέγερση, αφού προηγήθηκε η μοιραία διάσπαση των Βλαντιμιρέσκου και Υψηλάντη.

Ρήξη Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η αποκήρυξη του τσάρου βάρυνε και στον Βλαντιμιρέσκου και στον Υψηλάντη. Ο πρώτος, μη διαθέτοντας φόντα πολιτικού στοχαστή, τρομοκρατήθηκε κάτω από την έντονη πίεση των Βογιάρων και των Αγγλοαυστριακών πρακτόρων, ζητάει από τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από το Βουκουρέστι και να φύγει για την Ελλάδα. Οι Βογιάροι και οι ξένοι πράκτορες του παριστούν τον Υψηλάντη σαν κίνδυνο για τα πριγκιπάτα, που στόχο έχει να εγκαταστήσει κυριαρχία κατακτητών πάνω στους Ρουμάνους. Και προς την πλευρά του Υψηλάντη γίνεται μια συστηματική διαβολή του Βλαντιμιρέσκου, τον οποίο παριστάνουν σαν έτοιμο να διαπραγματευτεί και να υπογράψει μονομερείς συμφωνίες με τους Τούρκους, προδίδοντας τη συνεργασία του με τους Φιλικούς.

Μέσα σε εκείνη τη θολή, από τα αλλεπάλληλα δυσμενή διπλωματικά γεγονότα, ατμόσφαιρα, η διαβολή έπιασε. Ο Υψηλάντης κλονισμένος στην πίστη του για τη νίκη, βλέποντας τις δυσκολίες περισσότερες από ό,τι τις προϋπολόγισε, δίνει εντολή στον Γεωργάκη Ολύμπιο να παρακολουθεί τον Βλαντιμιρέσκου. Ο Ολύμπιος δημιουργεί φιλικές προς αυτόν συνωμοτικές ομάδες μέσα στις γραμμές του Βλαντιμιρέσκου. Όταν το έκρινε σκόπιμο, οργάνωσε το κίνημα ανατροπής του από τα μέσα.

Το τέλος του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Στο τρίτο δεκαήμερο του Μάη του 1821 ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου ανατρέπεται και συλλαμβάνεται, οδηγείται δέσμιος στο Τεργκοβίστε, περνάει από έκτακτο στρατοδικείο και τη νύχτα της 7 Ιουνίου εκτελείται. Οι μηχανορραφίες των εχθρών της εξέγερσης και της ενότητας των δύο κινημάτων στα πριγκιπάτα είχαν θριαμβεύσει.

Στις αρχές του χειμώνα του 1821 το κίνημα στα πριγκιπάτα έχει κατασταλεί εντελώς και οι Τούρκοι εγκαινίαζαν ένα απίστευτο καθεστώς τρομοκρατίας. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών δεν πήγε χαμένη, παρά την αποτυχία του γενικού σχεδίου εξέγερσης στα Βαλκάνια.Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών τουρκικών δυνάμεων έδωσε την ευχέρεια να ανάψει και να φουντώσει μια άλλη επαναστατική εστία, ο ξεσηκωμός στην Ελλάδα.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Χάνι της Γραβιάς (1821)

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Αθανάσιος Διάκος πέρασε στην αιωνιότητα, αφού θανατώθηκε με φρικτό θάνατο. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πήρε την εκδίκηση του στις 8 Μαΐου 1821. Ο Οδυσσέας, γιος του περίφημου κλεφτοκαπετάνιου Ανδρούτσου, έπιασε μαζί με άλλους 120 άνδρες το Χάνι της Γραβιάς στις ανατολικές προσβάσεις του Παρνασσού.

Χάνι της Γραβιάς

Ο Ομέρ Βρυώνης προσπάθησε να κάνει τον Ανδρούτσο να παραδοθεί, αλλά ο τελευταίος δεν δέχτηκε, και όταν η διαπραγμάτευση έγινε υβριστική και ο Τούρκος Χασάν-δερβίσης, ο διαπραγματευτής, έπεσε νεκρός σήμανε η αρχή της μάχης. Ο Ανδρούτσος με τους άνδρες του χτυπούσε ολόκληρη τη μέρα τους Τούρκους προξενώντας μεγάλες απώλειες. Τη νύχτα κατάφερε να απαγκιστρωθεί περνώντας κρυφά μέσα από τις εχθρικές τουρκικές γραμμές και να πιάσει νέες θέσεις. Αυτή η έξοδος στοίχισε στους Έλληνες μόνο 6 νεκρούς. Η αντίσταση του Ανδρούτσου τρομοκράτησε τον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος υποπτεύθηκε κλιμακωτή οργάνωση επιθέσεων φθοράς εναντίον του.

Ο Ομέρ Βρυώνη αφού έκαψε τη Λιβαδειά, ακινητοποιήθηκε στη Ρούμελη και δεν τόλμησε να κατέβει στο Μοριά, όπως όριζε το αρχικό σχέδιο της εκστρατείας. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος χτυπώντας τον Ομέρ Βρυώνη στο Χάνι της Γραβιάς, έσωσε κυριολεκτικά την επανάσταση που τότε ήταν ακόμα στα σπάργανα της.

Η αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ στη Ρούμελη ανάγκασε την τουρκική κεντρική διοίκηση να κινητοποιήσει νέα μεγάλη δύναμη κρούσης προς το Νότο. Αυτή τη φορά 8.000 Τούρκοι ξεκινούν από τη Μακεδονία με επικεφαλής τον Μπεϊράν πασά, που είχε εντολή να ενωθεί με το προηγούμενο εκστρατευτικό σώμα του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ πασά.

1.600 Έλληνες με αρχηγούς τον Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Γκούρα τους χτύπησαν στα Βασιλικά όπου σημειώθηκε μία από τις πιο νικηφόρες για τους Έλληνες και πιο αιματηρές για τους Τούρκους μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. 700 Τούρκοι έπεσαν νεκροί στην περιώνυμη μάχη και ο Μπεϊράν αναγκάστηκε να γυρίσω πίσω στη βάση του, στη Λαμία. Ταυτόχρονα, αποσύρθηκε και ο Ομέρ από τη Βοιωτία στη Λαμία και από εκεί στα Ιωάννινα. Χάρη στη σθεναρή αντίσταση των λιγοστών επαναστατικών δυνάμεων στη Ρούμελη, ανατράπηκαν καίρια και οι δύο στρατιές της εκκαθαριστικής εκστρατείας των Τούρκων στο πρώτο δίμηνο της Επανάστασης και εμποδίστηκε η προέλαση τους στην καρδιά της Επανάστασης, που ήταν ο Μοριάς.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864)

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (πραγματικό όνομα Ιωάννης Τριανταφύλλου) ήταν Έλληνας αγωνιστής και οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατηγός και συγγραφέας.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης

Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη

Η πατρίς της γεννήσεως μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικίου ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε διά ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμο, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα, μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις τον χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγινα τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και θα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απόνα γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κι’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γεφύρι και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν να με πετάξουν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν διά το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μάνα μου και τους λέγει: «Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε. Το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνουμε». η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα έλεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο όπου πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά.

Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με έβαλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες το χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάμω αυτό το έργον και μ’ έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς. Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμε εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδειά και εις τον ίδιον αφέντη. Και την ίδια ‘πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την ‘πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ’ άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου της μητέρας και έφευγα μέσα τις ράχες. Και μ’ αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτείνη η ‘πηρεσία μ’ είχε καταντήση να χαθώ.

……………………………………………………………………………..

Ο Αθανάσιος Διάκος (1788-1821)

Ο Αθανάσιος Διάκος (Αθανάσιος Διάκος Φωκίδας ή Αρτοτίνα Φωκίδας, 4 Ιανουαρίου 1788 – Λαμία, 24 Απριλίου 1821) ήταν ένας από τους  Έλληνες πρωταγωνιστές ήρωες – οπλαρχηγούς του πρώτου έτους της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο οποίος έδρασε στη Στερεά Ελλάδα. Σύμφωνα με μια εκδοχή, το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός ή κατά άλλους ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά. Ο Ελληνικός Στρατός του απένειμε τιμητικά τον βαθμό του Στρατηγού.

Ο Αθανάσιος Διάκος
Ο Αθανάσιος Διάκος από τον Θεόφιλο

Ο Βίος του Αθανασίου Διάκου

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν εγγονός ενός ντόπιου κλέφτη. Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος Γραμματικός και ήταν γιος του κλέφτη Αθανασίου Γραμματικού. Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε είτε στην Άνω Μουσουνίτσα (σήμερα Αθανάσιος Διάκος) είτε στην Αρτοτίνα.

Είχε έφεση στη θρησκεία και σε ηλικία 12 ετών στάλθηκε από τη μητέρα του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Αρτοτίνα Φωκίδας για την εκπαίδευσή του. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος.

Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι του Προδρόμου στην Αρτοτίνα με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ’ την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ’ τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης. Κατά μια άλλη εκδοχή, σε ένα γάμο στην Αρτοτίνα, όπου γλεντούσαν και πυροβολούσαν όπως συνηθιζόταν, είχε πάρει μέρος και ο Διάκος. Μια αδέσποτη σφαίρα βρήκε και σκότωσε τον γιό της Κοντογιάννενας, που ήταν από μεγάλο σόι της Κοσταρίτσας (ενός γειτονικού χωριού της Αρτοτίνας). Ο φόνος καταλογίστηκε από όλους, Χριστιανούς και Τούρκους, στον Διάκο και ας μην ήταν καθόλου βέβαιο πως εκείνος, άθελά του, ήταν ο φονιάς. Αναγκάστηκε έτσι να κρυφτεί στα περίχωρα γιατί τον αναζητούσαν τα τουρκικά αποσπάσματα. Αργότερα τον Δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας, ο Διάκος κατέβηκε στο χωριό. Οι Τούρκοι, που παραμόνευαν, τον συνέλαβαν μαζί με κάποιον Καφέτζο που κυνηγούσαν και τους οδήγησαν δεμένους στον Φεράτ-εφέντη, διοικητή του Λιδωρικίου, ο οποίος τους φυλάκισε. Ο Διάκος κατάφερε να αποδράσει μαζί με τον Καφέτζο και να φύγουν στα βουνά. Μαζί έφτασαν στο λημέρι του ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας Τσαμ Καλόγερου.

Ο Αθανάσιος Διάκος Κλέφτης και Αρματολός

Αρχικά κλέφτης υπό την εξουσία διαφόρων καπετάνιων της Ρούμελης, διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Ο Καπετάνιος Τσαμ Καλόγερος, σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους, πληγώθηκε βαριά στο πόδι και θα έπεφτε στα χέρια τους αν ο Διάκος δεν έμενε να τον υπερασπιστεί. Με το σπαθί στο χέρι, τον σήκωσε και τον μετέφερε ως την Γραμμένη Οξυά, μια ψηλή ράχη, δύο ώρες από την Αρτοτίνα. Εκεί έφτασαν και οι άλλοι Κλέφτες και μπροστά τους είπε ο Τσαμ Καλόγερος: «Αν πεθάνω, αυτός πρέπει να γίνει καπετάνιος σας».

Αργότερα οι Κλέφτες χωρίστηκαν σε μπουλούκια (μικρές ομάδες), κατατρεγμένοι από το κυνήγι των Τούρκων. Ένα μπουλούκι έγινε από τον Διάκο, τον Γούλα και τον Σκαλτσοδήμο. Εκείνο τον καιρό, έμαθε ο Διάκος ότι πέθαναν ο πατέρας του κι ένας από τους αδερφούς του, ο Απόστολος. Ο Διάκος είχε δύο αδερφούς, τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, που τον έλεγαν και Μασσαβέτα και δύο αδερφές, την Καλομοίρα και την Σοφία. Ο πατέρας του με τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, είχαν προτιμήσει την τσοπάνικη ζωή και τότε ήταν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Ένα Τούρκικο απόσπασμα που έφτασε στην καλύβα τους, συνέλαβε πατέρα και γιό επειδή βοήθησαν και πρόσφεραν φαγητό σε κλέφτες και τους πήγαν δεμένους στον Πατρατσίκι (Υπάτη). Ο Κωνσταντίνος δεν βρισκόταν εκεί και έτσι γλύτωσε. Οι άλλοι δύο όμως βρήκαν τον θάνατο στη φυλακή την ίδια νύχτα. Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Διάκος, ορκίστηκε να εκδικηθεί. Τουρκικό απόσπασμα δεν προλάβαινε να ξεμυτίσει και το αποδεκάτιζε με τα παληκάρια του. Από τότε άρχισαν να αναζητούν και το αρματολίκι της περιοχής. Έτσι μια μέρα, οι κλέφτες, ορμώντας στα Μπαΐρια (θέση κοντά στην Αρτοτίνα), απήγαγαν την Κρουστάλλω, κόρη του Μπαμπαλή, κοτζαμπάση της Δωρίδας. Οι κλέφτες την πήγαν στην Καρυά, στο λημέρι τους. Ζήτησαν από τον Μπαμπαλή, αν θέλει το κορίτσι του, να πάει στο Λιδωρίκι και να ενεργήσει, ώστε να τους δώσουν οι Τούρκοι το αρματολίκι. Και το πέτυχαν.

Εκείνη την περίοδο ο Αλή πασάς, στα Γιάννενα, έκανε σχέδια εναντίον του Σουλτάνου και κάλεσε στην έδρα του όλους τους καπετάνιους, Αρβανίτες και Χριστιανούς. Ανάμεσα τους και τον Σκαλτσοδήμο (σαν αντιπρόσωπο των αρματολών του Λιδωρικίου). Εκείνος όμως έστειλε τον Διάκο στη θέση του. Ο Αθανάσιος Διάκος υπήρξε αρματολός για δύο χρόνια (1814-1816) στο στρατό του Αλή πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Όταν ο Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος μιας μονάδας αρματολών στη Λιβαδειά, ο Διάκος ήταν για ένα χρόνο πρωτοπαλίκαρο του. Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα κλεφτών και όπως πολλοί άλλοι καπετάνιοι κλεφτών και αρματολών γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Ο Αθανάσιος Διάκος και η Επανάσταση

Ο Αθανάσιος Διάκος
Η σημαία του Αθανασίου Διάκου που απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο

Σύντομα μετά από το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψη της. Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά (συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού) και την κατάληψη του κάστρου, η πόλη έπεσε στους Έλληνες. Η Λιβαδειά, ελεύθερη πλέον, σήκωσε την ελληνική σημαία στις 4 Απριλίου στο κάστρο και την θέση Ώρα.

Το τέλος του Αθανασίου Διάκου

Στη Μάχη της Αλαμάνας ο Αθανάσιος Διάκος τραυματίστηκε σοβαρά. Πληγωμένος στον δεξί ώμο ο Διάκος συνελήφθη από πέντε Τσάμηδες. Οι συναγωνιστές του Καλύβας και Μπακογιάννης που όρμησαν ξιφήρεις να το σώσουν σκοτώθηκαν κοντά στον αρχηγό τους. Ο Διάκος μεταφέρθηκε από τους Τούρκους στην Λαμία μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος τον γνώριζε από την κοινή θητεία τους παλιότερα στην αυλή του Αλή πασά, τον εκτιμούσε πολύ και προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό, αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας «Εγώ Γραικός εγεννήθηκα, Γραικός θε να αποθάνω!». Ο Ομέρ πασάς έδειξε συμπάθεια προς τον Διάκο, αλλά κάποιος Χαλήλ μπέης από την πόλη ικέτευσε για την άμεση και παραδειγματική θανάτωσή του, επηρεάζοντας και τον Κιοσέ-Μεχμέτ, που ιεραρχικά ήταν ανώτερος του Ομέρ Βρυώνη. Έτσι την επόμενη μέρα ανασκολοπίστηκε. Ο Διάκος αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μόνο ένα παράπονο βγήκε απ’ τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι». Κατά τον Φιλήμονα ο Διάκος στράφηκε προς τους Αλβανούς και είπε «Δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει με πιστόλα και να με γλυτώσει από τους Χαλδούπιδες;». Η φοβερή αυτή θανατική ποινή εκτελέστηκε στο Ζητούνι (Λαμία) στις 24 Απριλίου, την επομένη της μάχης στην Αλαμάνα. Μετά τον θάνατό του, οι Τούρκοι πέταξαν το λείψανό του σε κοντινό χαντάκι. Οι Χριστιανοί, όμως, βγήκαν κρυφά τη νύχτα και έθαψαν το σώμα του, στον χώρο που αρχίζει σήμερα η οδός Ησαϊα. Ο χώρος της ταφής του είχε λησμονηθεί και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη, το 1881. Το 1886 έγινε το πρώτο μνημόσυνό του και τοποθετήθηκε η σημερινή προτομή. Η επιτροπή εκδουλεύσεων, προηγουμένως, τον αναγνώρισε ως ανώτατο αξιωματικό πρώτης τάξης και επεδίκασε μηνιαία σύνταξη στην αδερφή του ως τον θάνατό της, το 1873.

Ο Αθανάσιος Διάκος
Ο Ανδριάντας του Αθανασίου Διάκου στη Λαμία

Ο Αθανάσιος Διάκος στη Λαογραφία

Η λαϊκή μούσα, μέσα από τη δημοτική μας ποίηση αλλά και διαπρεπείς ποιητές, όπως ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Κωστής Παλαμάς κ. ά, εμπνεύστηκαν από την ηρωϊκή και συνάμα μαρτυρική μορφή του «Αγωνιστή της Λευτεριάς». Το 2015, ο ποιητής Δημήτρης Μπούχρος εμπνεύστηκε, έγραψε και εξέδωσε το έργο: «Αθανάσιος Διάκος – Αδούλωτος σταυραετός, Ηρωικό ορατόριο».

Ο θρύλος του καταγράφηκε και σε δημοτικά τραγούδια όπως αυτό:

«Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε».
Εκείνοι εφοβήθησαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαδί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– «Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις»:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-«Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι».
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι».

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
«Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας.
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αθανάσιος_Διάκος

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827)

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (Σκουλικαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 1782-Φάληρο, 1827) ήταν Έλληνας αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Πριν την Επανάσταση ήταν αρματολός και κατά την Επανάσταση έγινε στρατάρχης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φαίνεται ότι ήταν νόθος γιος του αρματολού Δημήτρη Καραϊσκου και αδελφός του Ανδρέα Ίσκου. Από τη πλευρά της μητέρας του Ζωής Ντιμισκή, ο Καραϊσκάκης συνδεόταν συγγενικά με άλλες οικογένειες ενόπλων, με τους Ψαρογιανναίους, τους Σκυλοδημαίους, και τους Γωγαίους, δηλαδή το Γώγο Μπακόλα και τους συγγενείς-διαδόχους του που κυριαρχούν στο αρματολίκι του Ραδοβιτσίου εκείνη την εποχή.

Ο Καραϊσκάκης γεννιέται σε εκείνες τις ορεινές επαρχίες όπου αναπτύχθηκε ο αρματολισμός, ένα σύστημα δημόσιας ασφάλειας που συγκροτείται σε τοπικό επίπεδο ευνοώντας την κοινωνικοπολιτική κυριαρχία των καπετάνιων στον ορεινό χώρο. Η ενηλικίωση του συνδέεται με τον Αλή Πασά, αλλά και με τη δράση της ομάδας ενόπλων του Κατσαντώνη. Μετά την εξόντωση της ομάδας του Κατσαντώνη ο Καραϊσκάκης εντάχθηκε στους σωματοφύλακες του Αλή Πασά. Την ίδια εποχή ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση και ο Καραϊσκάκης θα πάρει μέρος σε πολλές μάχες, όπου του δίνεται η δυνατότητα να συγκροτήσει τη δική του ομάδα, να γίνει οπλαρχηγός αρχικά και μετέπειτα καπετάνιος.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στην Ακρόπολη

Η αναμέτρηση είχε μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς που δοκιμάζονταν οι αντοχές οι αντοχές και το πείσμα των αντιπάλων. Το άγγελμα της άφιξης του Κιουταχή στην Αττική τάραξε την κυβέρνηση Ζαΐμη στο Ναύπλιο. Παρά τις έντονες αντιδικίες και συγκρούσεις της εποχής, η προσοχή όλων στράφηκε σε δύο πρόσωπα που θα μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, κατ’ αρχάς, τον μόνο που διέθετε κύρος για να επιβληθεί στους οπλαρχηγούς της Στερεάς, και στον Φαβιέρο, διοικητή τακτικού σώματος, από το οποίο πολλά αναμένονταν την κρίσιμη εκείνη ώρα. Στις πρώτες μέρες του Αυγούστου συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα όλες οι δυνάμεις του τακτικού στρατού και λίγες χιλιάδες οπλοφόρων υπό τον Καραϊσκάκη και τους οπλαρχηγούς του.

Το Μάρτιο του 1827 πλήθη νεοεπιστρατευθέντων και εθελοντών έσπευσαν προς την Σαλαμίνα, την Ελευσίνα και τον Πειραιά, για να πάρουν μέρος στη μάχη της Αθήνας. Μέσα σε λίγες μέρες απέναντι από τον Κιουταχή δημιουργήθηκε ο μεγαλύτερος στρατός που είχε ως τότε εκστρατεύσει για την Ελληνική Επανάσταση: περισσότεροι από δέκα χιλιάδες άνδρες.

Η πολιορκία της Ακρόπολης ήταν ένας ιδιαίτερα σκληρός αγώνας χαρακωμάτων, με όλα τα χαρακτηριστικά μιας «τεχνικής» αναμέτρησης. Οι βομβαρδισμοί ήταν οι πυκνότεροι και οι δραστικότεροι του ως τότε πολέμου, καθώς οι αντίπαλοι αντήλλασσαν χιλιάδες οβίδες σε ρυθμούς απίστευτους ως τότε. Οι ελεύθεροι σκοπευτές αφού σκότωσαν τον Γιάννη Γκούρα, διοικητή του φρουρίου, μέσα σε βαθύ σκοτάδι, σκοπεύοντας τη φευγαλέα λάμψη της τσακμακόπετρας του τουφεκιού του, έφθασαν σε απίστευτα επίπεδα επιδεξιότητας. Ο πόλεμος αυτός ήταν ένας σύγχρονος για τη εποχή του πόλεμος.

Το τέλος του Γεωργίου Καραϊσκάκη

Στις 16 Απριλίου του 1827 με τον πλέον παράδοξο τρόπο, η επιτυχία των ελληνικών όπλων άνοιξε το δρόμο προς το τέλος του Καραϊσκάκη και της φιλόδοξης τελευταίας πανστρατιάς της Επανάστασης. Η γενική επίθεση των Ελλήνων με την υποστήριξη των φοβερών πυροβόλων του στόλου ανέτρεψε τις θέσεις των Οθωμανών στον Πειραιά. Την υποχώρηση των τελευταίων κάλυψε με τρόπο ηρωικό μια δύναμη περίπου τριακοσίων Αλβανών κλεισμένων στο περίβολο του μοναστηριού. Από αυτούς, όσοι απέμειναν ζωντανοί από τη μάχη και τους σφοδρούς βομβαρδισμούς, παραδόθηκαν με συνθήκη στους Έλληνες. Παρά τα αυστηρά μέτρα που πήρε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, η σφαγή των τελευταίων δεν αποφεύχθηκε. Ο φιλέλληνες φρύαξαν μπροστά στην βάρβαρη παρασπονδία και ο Καραϊσκάκης βρέθηκε υπόλογος για την αδυναμία του να επιβάλει πειθαρχία να ελέγξει τους ατάκτους του.

Στις 22 Απριλίου ξεκίνησαν ανεξέλεγκτες συγκρούσεις στο Φάληρο. Κρήτες εθελοντές ξεκίνησαν το δικό τους πόλεμο, παρά τις διαταγές και τις οδηγίες. Ο Καραϊσκάκης φοβούμενος τις συμφορές και τις περιπέτειες, έσπευσε προς το χώρο της συμπλοκής. Εκεί πληγώθηκε βαριά από σφαίρα στην κοιλιά και μεταφέρθηκε ημιθανής στη ναυαρχίδα. πέθανε τα ξημερώματα της επομένης και ο θάνατος του αναγγέλθηκε ως μέγιστη συμφορά σε όσα μέρη της Ελλάδας απέμεναν ακόμα ελεύθερα. Ο Θεός είχε πάρει πίσω τον Έλληνα αρχάγγελο της ελευθερίας και η πεποίθηση αυτή, σε εποχές που όλοι πίστευαν στην ανάμειξη της Θείας Πρόνοιας στις τύχες του κόσμου, έφερε την απόλυτη δυσθυμία.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Φρουρά του Μεσολογγίου

Μέσα στην πολιορκημένη πόλη βρισκόταν η Φρουρά του Μεσολογγίου που αποτελούνταν από περίπου 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί: Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Κίτσος, Γεώργιος Βαλτινός, Νικόλαος Στορνάρας, Μήτρος Δεληγεώργης, Χρήστος Φωτομάρας.

Η Φρουρά του Μεσολογγίου

Ο Νότης Μπότσαρης, γεννήθηκε στο Σούλι το 1756. Μετά τον θάνατο του αδελφού του Κίτσου ανέλαβε την αρχηγία της φάρας των Μποτσαραίων. Κατά τη διάρκεια συμπλοκών με μουσουλμάνους Αλβανούς στα Άγραφα τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε, αλλά κατάφερε μετά από έξι μήνες να αποδράσει από το φρούριο της Κλεισούρας όπου ήταν φυλακισμένος. Μετά από μεσολάβηση του άρχοντα του Μπερατίου Ιμπραήμ, συγγενή του Αλή Πασά, δέχτηκε να μπει στην υπηρεσία του Αλή Πασά, υπό τον όρο ότι θα μένει στον Κακόλακο. Ο Αλή Πασάς τον προσκάλεσε στα Γιάννενα και τον έστειλε δήθεν αποστολή στην Λάρισα, με το σκεπτικό να του στήσει ενέδρα για να τον σκοτώσει καθοδόν ευκολότερα. Τον προειδοποίησε όμως ο Βελής, γιος του Αλή Πασά και έτσι ο Μπότσαρης κατέφυγε στην Κέρκυρα. Εκεί συνάθροισε τους ντόπιους Σουλιώτες και τους ξεσήκωσε να κατευθυνθούν στην Πάργα και από εκεί στην Πρέβεζα να πολεμήσουν με τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Όταν μετά την πτώση της Πρέβεζας (1820) αποφασίστηκε να πολιορκηθούν τα Γιάννενα, ο Μπότσαρης με τους Σουλιώτες πήραν και αυτοί μέρος ως εκδίκηση προς τον Αλή Πασά. Ο Αρχιστράτηγος του Σουλτάνου όμως δεν τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον Μπότσαρη, και αντί να δώσει γη στους Σουλιώτες, συνθηκολόγησε με τον Αλή Πασά, στρέφοντας τα όπλα προς τον βασιλικό στρατό και πορεύοντας για το Σούλι.Στην Πρέβεζα σωζόταν, μέχρι το 1970, το σπίτι το Νότη Μπότσαρη που είχε αποκτήσει το 1806. Ο Νότης Μπότσαρης τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον βαθμό του Υποστράτηγου. Πέθανε στην Ναύπακτο το 1841.

Ο Κίτσος Τζαβέλας ήταν αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα. Γεννήθηκε στο Σούλι, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης έλαβε μέρος σε πολλές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπλιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες μα ενισχύσει την άμυνα του. Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300. Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός το 1847-48. Το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστρατήγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

Ο Δημήτριος Μακρής γεννήθηκε το 1772 στη Γαβαλού της σημερινής περιφερειακής ενότητας Αιτωλοακαρνανίας. Πατέρας του ήταν ο Ευάγγελος Μακρής που είχε πάρει μέρος στην Ελληνική εξέγερση το 1770. Ήταν αρχικά κλέφτης στο σώμα του καπετάνιου Γιώργου Σφαλτού και ανέλαβε μετά τον θάνατό του της αρχηγία του σώματος. Διορίστηκε αρματολός του Ζυγού και δεν συνεργάστηκε ποτέ με τον Αλή Πασά, τον οποίο πάντα εχθρευόταν. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση και έδωσε το έναυσμα στην δυτική Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1821. Πρωταγωνίστησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου, όπου στην έξοδο οδήγησε την αριστερή πτέρυγα της φρουράς. Διακρίθηκε επίσης σε μάχες στο Αγρίνιο και Αιτωλικό. Ακολούθησε αργότερα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Το 1823 πήρε δίπλωμα στρατηγού.Έγινε πληρεξούσιος Ζυγού στην Συνέλευση του 1831. Προτίμησε αργότερα να παραμείνει έξω από τα πολιτικά και τις στρατιωτικές διακρίσεις. Απεβίωσε το 1841 στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Ο Γεώργιος Κίτσος γιος του Κίτσου Κονταξή, έγκριτου της κωμόπολης Πλεσίβιτσα Φιλιατών. Αδελφή του ήταν η περίφημη Κυρά Βασιλική τελευταία σύζυγος του Αλή Πασά.Μετά θάνατο του πατέρα του έγινε προύχοντας της κοινότητας Πλεσίβιτσα και είχε σημαντική θέση στην Αυλή του Πασά, ο οποίος όμως ζήλευε και μισούσε τον αδελφό της Βασιλικής, φοβούμενος όμως να τον καταδώσει στα φανερά, προσπαθούσε να τον φονεύσει με δόλο. Αποπειράθηκε να τον δηλητηριάσει, αλλά απέτυχε χάρη στην βοήθεια του ιατρού του Αλή Πασά Ιωάννη Κωλέττη. Αργότερα, σε κυνήγι που ο Αλή Πασάς είχε καλέσει τον Κίτσο, διέταξε δυο ανθρώπους του να πυροβολήσουν πάνω του. Ο Κίτσος τραυματίστηκε βαριά και θα πέθαινε, σώθηκε όμως χάρη της αδελφής του που απαίτησε την θεραπεία του, απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει η ίδια. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Αλή Πασάς είχε κάνει τον Κίτσο αρχηγό των Φιλιατών, αλλά ο Κίτσος κατηγορήθηκε από μερικούς Τούρκους ότι επιβλεπόταν την τιμή του Μουσουλμάνου. Ο Αλής τότε από την οργή του έστειλε δολοφόνο για να τον εξοντώσει. Ο Κίτσος τραυματίστηκε ελαφρά, και η αδελφή του τον μετέφερε στα Γιάννενα όπου ο χειρουργός τον θεράπευσε. Στην Επανάσταση του 1821 ο Κίτσος ήταν αρχηγός των Ηπειρωτών και πολέμησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Ο ακουσμένος προμαχώνας της Λουνέτας ήταν η θέση του καπετάνιου σε όλη την διάρκεια της πολιορκίας. Συμμετείχε στην Έξοδο της Φρουράς, και κατόρθωσε να σωθεί. Πέθανε το 1840 στην Αθήνα.

Ο Γεώργιος Βαλτινός γεννήθηκε στους Χαλκιόπουλους του Βάλτου και καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών, πήραν μέρος σε πολλές μάχες τα αδέλφια του Κωνσταντίνος, Νικόλαος, Ιωάννης και Σωτήρης τα ανίψια του Σωτήρης και Θανασούλας κ.α.. Από μικρός βρέθηκε στην αυλή του Αλή πασά στα Γιάννενα όπου αργότερα έγινε αρματολός. Ήταν από τους πρωτεργάτες της επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα αναφέρεται ότι έδιωξε τους Τούρκους από το Μεσολόγγι και κήρυξε την επανάσταση εκεί. Ήταν φίλος με τον Γ. Καραΐσκάκη και πήρε μαζί του μέρος σε πολλές μάχες, όπως στου Πέτα, στο Μακρυνόρος όπου με τον Ίσκο και τον Μπακόλα νίκησαν τον Ομέρ Βρυώνη, στο Νεόκαστρο, στα Σάλωνα, στη Πλάκα, στην Αθήνα, στο Ευηνοχώρι, στον Πειραιά και στα Τρίκαλα. Ήταν στο Μεσολόγγι στην Β΄πολιορκία και κατά την έξοδο των πολιορκημένων. Διετέλεσε πληρεξούσιος στις Β’ Εθνοσυνέλευση Άστρους , Γ’ Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας και στην Δ’ Εθνοσυνέλευση Άργους, επί Καποδίστρια διετέλεσε σύμβουλος επικρατείας. Μετά το τέλος της επανάστασης του δόθηκε κτήμα στη Λυσιμαχία σαν αμοιβή για την προσφορά του στον αγώνα. Πέθανε στο κτήμα του στην Λυσιμαχία σε βαθιά γεράματα.

Ο Νικόλαος Στορνάρας, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και υπερασπιστής του Μεσολογγίου. Το αρματολίκι του ήταν κοντά στην περιοχή του Ασπροποτάμου και ήταν στην εποχή του Αλή πασά ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων. Έδρασε στη Δυτική Στερεά. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Στερεάς στη Λευκάδα στις αρχές του 1821. Μετά την καταστολή της Επανάστασης στον Όλυμπο το 1822 συγκέντρωσε δίπλα του όσους επαναστάτες και φιλέλληνες διέφυγαν. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη την άνοιξη του 1823 στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν το προσκύνημα των αρματολών στη Στερεά και τη Θεσσαλία και συμμετείχε στις μάχες εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στα 1823 και 1824 στη Στερεά, διακριθείς ιδιαίτερα στο Βουλγαρέλι το 1824. Πήρε ενεργό μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου και έγινε ονομαστός για τον πατριωτισμό του και την ανδρεία του. Σκοτώθηκε ηρωικά κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου.

Ο Δημήτριος Δεληγεώργης ή Μήτρος, ήταν πολιτικός και στρατιωτικός με συμμετοχή στην ελληνική επανάσταση του 1821. Προεπαναστατικώς ήταν γραμματέας του Αλή Πασά ενώ σε έγγραφα της εποχής συναντάται και ως Δελιγεωργόπουλος ή Δελιγιοργόπουλος. Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 βρισκόταν στην Πρέβεζα και λίγο καιρό αργότερα προσκλήθηκε από τη διοίκηση ως Μεσολογγίτης για να συμμετάσχει στη στελέχωση της κεντρικής διοίκησης. Κατά την επανάσταση συγκρότησε δικό του στρατιωτικό σώμα ξοδεύοντας μεγάλο μέρος της προσωπικής του περιουσίας και ανέλαβε διοικητής μοίρας πυροβολικού κατά τη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια διορίστηκε φρούραρχος του Μεσολογγίου ενώ φρόντισε να διατηρήσει καλές σχέσεις με την κεντρική εξουσία. Συμμετείχε στην Έξοδο του Μεσολογγίου, στην οποία κατόρθωσε να σωθεί διαφεύγοντας στο Ναύπλιο. Μετά την επανάσταση και την εγκαθίδρυση της βασιλείας, ο Δημήτριος Δεληγεώργης ανέπτυξε στενές επαφές με την αυλή και συγκεκριμένα με τον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος τον εκτιμούσε αρκετά. Το 1833 ήταν από τα πρώτα στελέχη της νεοσυσταθείσας Ελληνικής Χωροφυλακής.Το 1847 εκλέχτηκε βουλευτής Μεσολογγίου και θα αναλάμβανε και υπουργείο αν ο γιος του, Επαμεινώνδας, δεν διαχώριζε την στάση του από τον πατέρα του παίρνοντας καθαρά αντιοθωνική θέση. Όσο αφορά τη στρατιωτική του σταδιοδρομία έφτασε μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχη της Φάλαγγας. Είχε διατελέσει φρούραρχος στο Μπούρτζι (Ναυπλίου) και το 1854 διοικητής της χωροφυλακής. Είχε αρκετά σημαντική κτηματική περιουσία, την οποία είτε είχε ως προίκα από την περιουσία της γυναίκας του, είτε του είχε παραχωρηθεί από το κράτος για τις υπηρεσίες του στον αγώνα του 1821.Ήταν παντρεμένος με την Χρυσάιδω Μπενεδέτου (1785-1860), κόρη εύπορης οικογένειας, και είχαν αποκτήσει μαζί πέντε παιδιά, την Πηνελόπη, μετέπειτα σύζυγο του Μεσολογγίτη ιατρού Αθανασίου Δροσίνη, την Μαρία, μετέπειτα σύζυγο του Φιλάρετου, τον Θεμιστοκλή, που ασχολιόταν με την πατρική περιουσία, τον Λεωνίδα, πολιτικό και τον Επαμεινώνδα, πρωθυπουργό.

Ο Χρήστος Φωτομάρας ήταν Σουλιώτης καπετάνιος γιος του Νάσου Φωτομάρα. Πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και στις 7 Αυγούστου 1825 μαζί με τον ξάδερφό του Κίτσο Τζαβέλα μπήκαν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Είχε υπό τις διαταγές του σώμα αγωνιστών. Πήρε μέρος στην έξοδο και κατάφερε να σωθεί, αναγκαζόμενος όμως να πετάξει τα άρματά του. Η εγκατάλειψη ρούχων ακόμη και όπλων κατά την Έξοδο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Κατόπιν πήγε στο Ναύπλιο όπου ο πατέρας του ήταν φρούραρχος του Παλαμηδίου και αργότερα της Ακροναυπλίας. Τον Αύγουστο του 1826 πήρε μέρος στη μάχη της Καρικαργιάς των Καλαβρύτων με σώμα Σουλιωτών υπό τις διαταγές του Δ. Πλαπούτα του οποίου την κόρη είχε παντρευτεί.

Πηγή: https://el.wikipedia.org

Πηγή: http://www.enet.gr

Οι οχυρώσεις του Μεσολογγίου

Τον 8ο αιώνα, το Μεσολόγγι, με το μόχθο των κατοίκων και τα αγαθά της γης και της λιμνοθάλασσας του, είχε εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες και πλέον ευημερούσες πόλεις της δυτικής Ελλάδας. Η θέση της πόλης, σε συνδυασμό με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της, επέβαλε να κατασκευαστούν και να συντηρηθούν οι οχυρώσεις του, αφού από το Βορρά και την Ανατολή η πόλη δεν είχε καμία φυσική και οχυρωματική κάλυψη, γιατί το έδαφος της είναι επίπεδο σε ακτίνα τεσσάρων και πλέον χιλιομέτρων. Δυτικά και νότια, η λιμνοθάλασσα παρουσίαζε ένα φυσικό ανασχετικό εμπόδιο, που δυσχέραινε την πρόσβαση προς την πόλη, η οποία γινόταν μόνο με μικρά πλοία μέσω μιας στενής διώρυγας, που αποκαλούσα «αυλαίμονα». Αυτό τον «αυλαίμονα» επιτηρούσε από το 1806 το μικρό οχύρωμα που κατασκεύασε πάνω στο νησάκι Βασιλάδι ο Αλή Πασάς.

Οι οχυρώσεις του Μεσολογγίου
Κανόνι στα τείχη του Μεσολογγίου

Κατά τη διάρκεια της αναταραχής που δημιούργησε στη νότια Ελλάδα ο άτυχος ξεσηκωμός του 1770, οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης προχώρησαν στην κατασκευή μερικών αμυντικών έργων γύρω από την πόλη τους και κυρίως στην κατασκευή αμυντικής τάφρου. Σε αγγλικό χάρτη του 1795 απεικονίζεται καθαρά η πόλη του Μεσολογγίου, τειχισμένη με οχυρωματικό περίβολο.

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης οι Μεσολογγίτες, αφού έδιωξαν τους λιγοστούς Τούρκους που κατοικούσαν στην πόλη τους, φρόντισαν να επισκευάσουν και να ανανεώσουν τις ισχνές οχυρώσεις. Η προνοητική αυτή ενέργεια τους αποδείχθηκε σωτήρια λίγο αργότερα, όταν μετά την καταστρεπτική για τους Έλληνες μάχη του Πέτα, τον Ιούλιο του 1822, οθωμανικά στρατεύματα άρχισαν να κινούνται προς το Νότο με στόχο την κατάπνιξη της Επανάστασης.

Τότε η μόνη σημαντική στρατηγική θέση που παρέμενε στα χέρια των Ελλήνων ήταν η πόλη του Μεσολογγίου, που αντιστάθηκε σθεναρά και με επιτυχία στην πρώτη πολιορκία από τα οθωμανικά στρατεύματα, που κράτησε περίπου έξι μήνες. Η πολιορκία, όμως, αυτή κατέδειξε την ανάγκη άμεσης ισχυροποίησης των οχυρώσεων του Μεσολογγίου, έτσι ώστε η φρουρά της πόλης να μπορεί να αποκρούσει με επιτυχία κάθε μελλοντική πολιορκία της.

Το έργο της μελέτης, του εκσυγχρονισμού και της πλήρους ανακατασκευής των οχυρώσεων της πόλης ανατέθηκε στον μόλις αφιχθέντα στο Μεσολόγγι από την Ιταλία Χιώτη Μηχανικό Μιχαήλ Κοκκίνη, με τον οποίο συνεργάστηκε ο αρχιτέκτονας Σταύρος Κουτζούκης. Ο Κοκκίνης, ο οποίος φαίνεται να είχε σπουδάσει μηχανικός στη ναπολεόντεια Γαλλία, η οποία την εποχή εκείνη είχε αναπτύξει εξαιρετικά την οχυρωματική αρχιτεκτονική, αφοσιώθηκε με ενθουσιασμό στην κατασκευή των οχυρώσεων, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε σε γραπτά κείμενα του ως: «ιερόν έργον του Γένους».

Οργάνωσε τους εργάτες που θα εκτελούσαν το έργο σε τέσσερις εκατονταρχίες, με έναν επιστάτη για κάθε δέκα εργάτες. Στη συνέχεια δημιούργησε συνεργεία χτιστών και εκσκαφέων, ενώ καθόριζε και τις ώρες εργασίας και ανάπαυσης του προσωπικού, τον αυστηρό καθημερινό έλεγχο όσων από ους εργάτες ισχυρίζονταν ότι ήταν άρρωστοι και την απόλυση όσων απειθούσαν.

Ζήτησε από τους αξιωματικούς της πόλης να ορίσουν ειδική θέση στην προκυμαία του λιμανιού για την εκφόρτωση της ξυλείας και της άμμου που θα χρησιμοποιούσε στις οχυρωματικές εργασίες, ενώ απαιτούσε -για λόγους ασφαλείας- κανένας ξένος προς το έργο χωρίς έγγραφη άδεια να μην μπορεί να το επισκέπτεται. Τέλος, μέσα στο πλαίσιο της ταχύρυθμης εξέλιξης των εργασιών, ζήτησε να καταλογισθεί άμεσα σε βάρος των προμηθευτών του ασβέστη, που καθυστέρησαν να τον παραδώσουν, η αμοιβή των χτιστών για όσες ημέρες δεν εργάστηκαν από αυτήν την αιτία.

Οι εργασίες κατασκευής του έργου άρχισαν στις 7 Μαΐου 1823 και κράτησαν μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους. Εκτός από τους εργάτες, που εργάστηκαν σκληρά, πολλοί κάτοικοι της πόλης βοήθησαν με προσωπική τους εργασία. Το όλο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε λίγους μήνες πριν την τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου.

Το σχήμα του οχυρωμένου περιβόλου της πόλης ήταν ασύμμετρο επτάγωνο. Οι ισχυρότερες των οχυρώσεων αναπτύσσονταν επί τεθλασμένης, πριονωτής γραμμής, βόρεια και εν μέρει ανατολικά της πόλης. Οι πλευρές αυτές ήταν και οι πλέον ευάλωτες, αφού κανένα φυσικό εμπόδιο δεν μπορούσε να εμποδίσει την ενδεχόμενες εχθρικές χερσαίες επιθέσεις.

Ο Κοκκίνης κατασκεύασε τις οχυρώσεις της μαρτυρικής πόλης όχι ιδιαίτερα ψηλές -είχαν ύψος μόλις 3,5 μέτρα- αλλά πολύ ανεκτικές, ώστε να αντέχουν στα πλήγματα του εχθρικού πυροβολικού και σε ενδεχόμενες υπονομεύσεις. Το μήκος των χερσαίων τειχών δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο, έφθανε περίπου τα 2.000 μέτρα. Δύο στην ουσία προμαχώνες, ο ένας ευρύτερος και στραμμένος προς το Βορρά και ο άλλος οξύμορφος και στραμμένος προς τα ανατολικά, βοηθούσαν αποτελεσματικά στην καλύτερη οργάνωση της άμυνας των τειχών και στην ασφαλή πλαγιοφύλαξη τους.

Τα τείχη ήταν λιθόκτιστα, ισχυροποιημένα με ασβεστοκονίαμα. Ήταν ευρύτατα στη βάση και με έντονη κλίση, περίπου 30 μοιρών, στα ανώτερα εξωτερικά τους σημεία, έτσι ώστε και τα βλήματα του εχθρικού πυροβολικού να εξοστρακίζονται, πάνω στις σκληρές λίθινες επιφάνειες τους, χωρία να τα βλάπτουν και η αναρρίχηση επιτιθέμενων πολιορκητών, εφοδιασμένων με κλίμακες, να είναι δύσκολη.

Η παλιά τάφρος, που χώριζε την πόλη από τη στερεοελλαδίτικη γη, διευρύνθηκε κατά περίπου οκτώ μέτρα και βάθυνε κατά δύο. Παράλληλα οι Μεσολογγίτες γέμισαν ορισμένα σημεία της με θαλασσινό νερό, ώστε η πρόσβαση και η προσβολή των τειχών να γίνουν ακόμη δυσκολότερες.

Πέραν της τάφρου οι πολιορκημένοι είχαν δημιουργήσει προτάφρο με προστατευτικά αναχώματα σε πολλά σημεία των χερσαίων οχυρώσεων. Τα αναχώματα αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμα βοηθητικά οχυρωματικά έργα, γιατί πίσω από αυτά συγκεντρώνονταν σε μεγάλες ομάδες, αθέατοι από τους πολιορκητές, οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου κάθε φορά που ενεργούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον του εχθρικού στρατοπέδου. Πίσω από τα αναχώματα, στην προτάφρο, συγκεντρώθηκε η Φρουρά και το τελευταίο βράδυ πριν την Έξοδο.

Οι οχυρώσεις ενισχύθηκαν με 40 κανόνια και τέσσερα βομβοβόλα που ήταν στραμμένα τα σκοτεινά τους στόμια προς την κατεύθυνση από όπου περίμεναν οι Μεσολογγίτες να εκδηλωθεί η οθωμανική επίθεση κατά της πόλης τους. Για να τιμήσει ηρωικές προσωπικότητες που είχαν διακριθεί για τους αγώνες τους για την ελευθερία ο Κοκκίνης έδωσε τιμητικά τα ονόματα τους στα πυροβολεία πάνω στα οποία είχαν τοποθετηθεί τα κανόνια που υπεράσπιζαν την πόλη.

Έξω από την πόλη η Φρουρά φρόντισε να κατεδαφίσει τα λιγοστά υπάρχοντα κτίρια, μεταξύ των οποίων και τους ναούς του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Αθανασίου, ώστε να μην εμποδίζεται η γραμμή του πυρός των πυροβόλων των οχυρώσεων, αλλά και να μην βρίσκουν σημεία στήριξης και καταφύγια μέσα σε αυτά τα σουλτανικά στρατεύματα, που δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά στην πόλη του Μεσολογγίου. Ήταν άνοιξη του 1825.

Κατά τη δεύτερη πολιορκία τα σπίτια του Μεσολογγίου δέχθηκαν πολλά πυρά και μεταβλήθηκαν σε ερείπια, τα οποία οι Μεσολογγίτες χρησιμοποίησαν για να επιδιορθώσουν τις ζημιές που είχαν υποστεί οι οχυρώσεις.

Τη νύχτα της Εξόδου, οι Μεσολογγίτες πυροδότησαν τις μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας που άφησαν πίσω τους. Από τις εκρήξεις οι οχυρώσεις καταστράφηκαν παρασύροντας στο θάνατο πολλούς Τούρκους, Αλβανούς και Αιγύπτιους που είχαν ήδη αρχίσει να εισβάλλουν στην πόλη που εγκατέλειπαν οι υπερασπιστές της. Εκείνη τη νύχτα σκοτώθηκε και ο δημιουργός των οχυρώσεων, ο Μιχαήλ Κοκκίνης.

Τα οχυρωματικά έργα που κατασκεύασε ο Κοκκίνης έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην άμυνα της πόλης του Μεσολογγίου. Πάνω στα τείχη της, που ο Ιμπραήμ πασάς περιφρονητικά χαρακτήρισε «φράχτη» και που άστοχα υπολόγιζε ότι θα κατελάμβανε μέσα σε 15 μέρες, γεννήθηκαν τα ηρωικά γεγονότα που δόξασαν τη γενναία Φρουρά της πόλης και έκαναν γνωστό το Μεσολόγγι ως σύμβολο ελευθερίας και αντίστασης, σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ελάχιστα χρόνια αργότερα μετά την Έξοδο της Φρουράς και των κατοίκων και συγκεκριμένα το 1829, άρχισαν οι Μεσολογγίτες να επιστρέφουν στην κατεστραμμένη πόλη τους. Για να ξαναοικοδομήσουν τα σπίτια τους, όσους από αυτούς αναγνώριζαν από τα απομεινάρια των τειχών λίθους με τους οποίους ήταν χτισμένα τα σπίτια τους και είχαν χρησιμοποιηθεί για την επιδιόρθωση των τειχών τότε, τους αποσπούσαν από τα τείχη και τους παρελάμβαναν. Ουσιαστικά αλλά και πρακτικά το Μεσολόγγι αναγεννήθηκε ως άλλος Φοίνικας από τις στάχτες και τα ερείπια του.

Πηγή: http://www.enet.gr

Το Μεσολόγγι

Το Μεσολόγγι έπεσε ύστερα από δωδεκάμηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του εχθρού».

Το Μεσολόγγι
Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη
Θ.Βρυζάκης

Τα γεγονότα πριν την Έξοδο

Η πολιορκία του Μεσολογγίου στόχο είχε την πτώση του και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκολυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νοέμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυνάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι, τον Ντολμά, τον Πόρο και το Ανατολικό. Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει και την Κλείσοβα υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η εξαμελής επιτροπή που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινήσει ένα μικρό στόλο 25 πολεμικών και πυροβολικών. Ο στόλος με επικεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλλά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι -που είχαν απορρίψει τις εχθρικές προτάσεις για παράδοση- όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσιμος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως» αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα τη; 10ης προς τη 11η Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων. Μέσα στο Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα.

Το Μεσολόγγι λίγο πριν την Έξοδο

Η Φρουρά στο Μεσολόγγι με δύο αγγελιοφόρους ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιτσας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους.

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οι οπλαρχηγοί, οι πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρώγων Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Κίτσου Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους -και η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε-, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρώγων, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παραδοθούν.

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλε τάχα να σωθή». Οι γυναίκες μάζευαν τα ελαφρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύλινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστήρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπογραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» και έσπαζαν ή αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στο προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρώγων Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πολιορκημένους.

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περνούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα. Τα δύο πρώτα αποτελούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτρη Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, αποτελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικόπαιδα τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πιθανόν το Θανάση Ραζή-Κότσικα και το Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». Σημείο συνάντησης ήταν η μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ όμως που γνώριζε από προδοσία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε την απόφαση της Εξόδου και τι σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν -αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο- παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πεζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πεδιάδα και τους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πάνω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». Συνταρακτικές σκηνές περιγράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλλον κόσμον», που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφασισμένοι και κανείς δε φοβόταν το θάνατο.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνονται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6:30 ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του.

Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική γέφυρα του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλιά τάφρο (που υπήρχε από την πρώτη πολιορκία του 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μια ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να περάσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύχη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά από στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομερός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων, επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μιαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και τουφέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον».

Οι άνδρες της Φρουράς ενωμένοι σε ένα σώμα τώρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και άνοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόποδες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί ήταν ασφαλισμένοι. Εκεί, όμως, τους περίμεναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεη Καφζέζη, τους οποίους, όμως, με έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή -που τους χτύπησε από πίσω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη απ’ έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομαρά, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους. Ο Καραϊσκάκης δυστυχώς ήταν άρρωστος. Αφού απέκρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν στο Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφτασαν στη Δερβέκιτσα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δυο μέρες. Από εκεί διαμέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σάλωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστηκαν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

Δεν είχε, όμως την ίδια τύχη και το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος ακούστηκε μία φωνή από το σώμα «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». Επκράτησε πανικός και σύγχυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Εν τω μεταξύ οι δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στο Μεσολόγγι και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε η μάχη σώμα με σώμα.

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθασαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμάντης «παραφυλάττων την υπόνομο, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένων επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλεν φωτίαν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του». Το ίδιο έγινε και στα οχυρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρκοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί νικώντες και νικώμενοι».

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έκρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι, ερράγη το έδαφος, άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν».

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο οχυρό και κράτησε ως την 12η Απριλίου, οι υπερασπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών».

Έτσι, έπεσε το Μεσολόγγι. Αλλά, ουσιαστικά, το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «η πείνα, όμως, το επαρέδωσεν, αλλά μη φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί».

Το Μεσολόγγι και η Ελληνική Επανάσταση

Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμία ελληνική νίκη. Αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνο συγγραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών και στρατιωτικών.

Οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρμα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Βύρων στο Μεσολόγγι

Στο πρώτο του ταξίδι (1809-1811) στο Μεσολόγγι ο Βύρων ικανοποιούσε την ποιητική του ιδιοσυγκρασία, ενώ στο δεύτερο (1823-1824) την ηρωική του διάθεση. Όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του και τα γραφόμενα του γενικά, ο Βρετανός ποιητής είχε έντονη την ότι το δεύτερο ταξίδι του όχι μόνο θα ήταν το τελευταίο του αλλά θα έφερνε και το τέλος της ζωής του.

Ο Βύρων στο Μεσολόγγι
Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα

Ο Βύρων έφθασε στο Μεσολόγγι από την Ιταλία μέσω των Ιονίων Νήσων στις 4 Ιανουαρίου 1824. Ο χώρος και ο χρόνος της άφιξης του ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί. Το Μεσολόγγι βρισκόταν σε αποκλεισμό από τους Τούρκους, ενώ η περίοδος 1823-1824 ήταν κρίσιμη για τον Αγώνα εξ αιτίας διχονοιών που προέκυψαν μεταξύ των επαναστατών και οδηγούσαν σε ανοιχτό εμφύλιο. Έτσι η άφιξη του Βύρωνα σε έναν τόπο απογοητευμένων και εξουθενωμένων πήρε σχεδόν μεσσιανικό χαρακτήρα. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν εξαιρετικά θερμή.

Από την ημέρα της άφιξης του στο Μεσολόγγι ο Βύρων καταπιάστηκε με την υπόθεση της Επανάστασης. Το πρώτο μεγάλο κέρδος για τους επαναστάτες και τους κατοίκους ήταν η αναπτέρωση του ηθικού τους. Ένας διαπρεπής ξένος, επίσημος και διεθνούς φήμης, ήλθε να ζήσει, να υποφέρει και να αγωνισθεί μαζί τους, σε αντίθεση με την υπολογιστική και μεροληπτική στάση των κυβερνήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Από τις πρώτες μέριμνες του Βύρωνα ήταν η λεπτομερής ενημέρωση του (σε γενικές γραμμές ήδη γνώριζε τα προβλήματα) και οργάνωση του Αγώνα. Συνομιλητές του, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Βρετανός Συνταγματάρχης Στάνχοπ, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κ.α. Παράλληλα άρχισε τις επαφές του για τη επίτευξη ομόνοιας και συναινέσεως μεταξύ των διαφορετικών παρατάξεων που διάβρωναν τον Αγώνα και οδηγούσαν αναπόφευκτα σε εμφύλιο πόλεμο. Η προσπάθεια του αυτή ίσως ήταν η κυριότερη προσφορά του στην υπόθεση της Επανάστασης. Οι δυσκολίες μεγάλες, οι ανάγκες μεγαλύτερες.

Στην επίτευξη συγκλίσεως των αντιμαχόμενων μερίδων συνετέλεσε πολύ η οικονομική ενίσχυση των αγωνιζομένων από τον Βύρωνα. Σημαντικά ποσά, που θα επούλωναν, τουλάχιστον προσωρινά, τις τεράστιες ανάγκες των στρατιωτών και των ναυτών, διέθεσε ο Βύρων στους Έλληνες, άλλοτε υπό μορφήν δανείου, άλλοτε ως δωρεές. Έτσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αγανάκτηση των πενομένων, που αδύναμοι και απρόθυμοι για αγώνα έμεναν ανενεργοί και περιφερόμενοι πολιτικολογούντες και μεμψιμοιρούντες παρά αγωνιζόμενοι.

Η ουδέτερη ιδιότητα του ξένου συναγωνιστή τους, ο οποίος δεν φαινόταν να επιδιώκει άμεσα προσωπικά οφέλη, όπως οι πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί, συντελούσε αποφασιστικά στην αίσθηση εμπιστοσύνης και συνεννοήσεως, χωρίς βέβαια να αποφευχθούν εντελώς οι διχογνωμίες ή και οι αποσκιρτήσεις ακόμη. Τα γεγονότα αυτά στενοχωρούσαν ιδιαίτερα τον Βύρωνα, αλλά έδειχνε κατανόηση προϊδεασμένος για την εν γένει κατάσταση των Ελλήνων από το πρώτο του ταξίδι.

Αυτήν την όχι ευχάριστη κατάσταση ήθελε να βελτιώσει και με την οικονομική συνδρομή για τη λειτουργία ενός τυπογραφείου και την έκδοση από αυτό εφημερίδων που θα ενημέρωναν τους επαναστάτες για την πραγματική κατάσταση και θα τους ανέβαζαν το ηθικό και πνευματικό επίπεδο τους ή θα προορίζονταν για τους ξένους που θα τους κατατόπιζαν για τα πραγματικά γεγονότα και θα τους απομάκρυναν από την οργιάζουσα και ανεξέλεγκτη παραπληροφόρηση. Στο θέμα αυτό η θέση του Βύρωνα ήταν πιο ρεαλιστική από εκείνη του Στάνχοπ που υποστήριζε την απόλυτη ελευθερία του Τύπου. Η διάσταση απόψεων Βύρωνα και Στάνχοπ στο θέμα της ελευθεροτυπίας εκείνη τη χρονική στιγμή, μπορεί να έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον από άποψη ιστορίας των ιδεών, δεν δείχνει όμως πολιτικό ρεαλισμό στη σκέψη του στρατιωτικού Στάνχοπ. Ο Βύρων φαίνεται καλύτερος γνώστης και της ελληνικής πραγματικότητας και του ύψους των περιστάσεων.

Η ηρωική αντίληψη του Βύρωνα γίνεται πιο εμφανής στο θέμα της εκστρατείας κατά της Ναυπάκτου, στην οποία ηγείτο ο ίδιος. Σε δύο πράγματα θα πρέπει να επικεντρώσει κανείς το ενδιαφέρον του. Οι προσπάθειες του Βύρωνα και των συνεργατών του για την οργάνωση και την εκπαίδευση αξιόμαχου σώματος, που θα ήταν ικανό να δώσει μια νίκη με σημασία στους επαναστάτες, είναι το πρώτο. Το δεύτερο είναι η απόφαση του να ηγηθεί αυτοπροσώπως μιας τέτοιας ενέργειας, καθαρώς στρατιωτικής, για την οποία δεν είχε ούτε προσόντα ούτε πείρα. Ωστόσο, λόγω πολιτικής σκοπιμότητας και ψυχολογικής διαθέσεως επέβαλλαν μια παρόμοια απόφαση. Το φάσμα για έναν ηρωικό θάνατο τον δυνάστευε από καιρό, αλλά δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί.

Η ήδη κλονισμένη υγεία του και οι τολμηρές ενέργειες του σε ένα κλίμα ανθυγιεινό τον οδήγησαν σε ασθένεια, για την οποία οι γιατροί του δεν είχα σαφή αντίληψη ούτε ομόθυμη θεραπευτική πρόταση. Ο λόρδος Βύρων παρέδωσε το πνεύμα του στις 9 Απριλίου 1824. Η εορτή της Λαμπρής μετατράπηκε σε ημέρα πένθους και θλίψεως. Μέσα σε λίγες μέρες το στήριγμα χάθηκε, οι προσδοκίες και τα όνειρα έσβησαν, οι προοπτικές άλλαξαν πορεία. «Δημόσιον πένθος θα τηρηθή επί είκοσι μίαν ημέρας» κατά την ανακοίνωση της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Δυτικής Ελλάδος.

Πηγή: http://www.enet.gr