Η Σφαγή του Δομένικου (1943)

Η Σφαγή του Δομένικου, ή Ολοκαύτωμα του Δομένικου αναφέρεται στην ολοκληρωτική καταστροφή που υπέστη το χωριό Δομένικο της Λάρισας στις 16-17 Φεβρουαρίου του 1943, από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής, που αφού το πυρπόλησαν στη συνέχεια προέβησαν με ωμή βία στην εκτέλεση 150 αθώων κατοίκων.

Η Σφαγή του Δομένικου
Η Σφαγή του Δομένικου

Πριν τη σφαγή του Δομένικου

Λίγες μέρες πριν στο αρχηγείο ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Οξιά είχε φθάσει η πληροφορία πως οι Ιταλοί από την Ελασσόνα μαζί με Ιταλούς από τη Λάρισα θα κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Όλυμπο. Έτσι οι αντάρτες αποφάσισαν να τοποθετηθούν στο δημόσιο δρόμο και να χτυπήσουν με ενέδρα τους Ιταλούς στη θέση Μαυρίτσα μεταξύ Δομένικου-Μυλόγουστας. Τρία τμήματα ανταρτών συγκεντρώθηκαν και πήραν θέση στη Μαυρίτσα. Λίγο πριν το μεσημέρι Ιταλική φάλαγγα 6 αυτοκινήτων και δυο προπορευόμενων μοτοσικλετιστών με 130 περίπου Ιταλούς εμφανίσθηκε κινούμενη προς Ελασσόνα. Η μάχη άρχισε και με τα πρώτα πυρά ο ένας μοτοσικλετιστής σκοτώθηκε επιτόπου ενώ ο άλλος κατόρθωσε να διαφύγει προς τον Τύρναβο όπου ειδοποίησε για ενισχύσεις. Σε λίγο εμφανίστηκαν Ιταλικά αεροπλάνα που από χαμηλό ύψος πολυβολούσαν τους αντάρτες αναγκάζοντας τους να αποχωρίσουν και να συμπτυχθούν προς τα ορεινά. Οι απώλειες των Ιταλών, όπως γράφει ο Θόδωρος Καριπίδης στο βιβλίο του Εαμική Εθνική Αντίσταση, ήταν 9 νεκροί μεταξύ των οποίων ένας αξιωματικός που υπέκυψε στα τραύματά του στη Λάρισα το ίδιο απόγευμα, ενώ οι αντάρτες είχαν 2 τραυματίες που τους πήραν μαζί τους. Στη συνέχεια οι Ιταλοί ειδοποιημένοι από τον μοτοσικλετιστή και ενισχυμένοι από τον Τύρναβο και την Ελασσόνα κινήθηκαν προς το Δομένικο από όλες τις πλευρές.

Η σφαγή του Δομένικου

Ιταλοί στρατιώτες με 40 αυτοκίνητα έφθασαν στη Μαυρίτσα, χωρίστηκαν σε 3 φάλαγγες και αφού χώρισαν το χωριό σε 3 τομείς μπήκαν σε αυτό, ενώ ένας άλλος λόχος το υπερφαλάγγισε από την πλευρά του Προφήτη Ηλία. Μέχρι που να μπουν στο χωριό όποιον βρίσκανε τον εκτελούσαν επί τόπου. Η πρώτη φάλαγγα βρέθηκε στο σπίτι του Γιάννη Καραγιάννη και του έβαλε φωτιά. Αυτό ήταν και το σύνθημα. Σε λίγο όλο το χωριό καιγόταν.

Μεταξύ άλλων εκτέλεσαν τις Κωνσταντινίδου Βαρβάρα και Κερασίνα Μπαράκου διότι ήταν άρρωστες και δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους. Οι Δομενικιώτες πιστεύοντας τα λόγια του τότε διορισμένου από τη Λεγεώνα Προέδρου του χωριού Νίκου Χώτου συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και με την απειλή των πολυβόλων οδηγήθηκαν στον τόπο της συμπλοκής στη Μαυρίτσα. Εκεί άρχισαν να ξεχωρίζουν τους άνδρες από 14 χρόνων και πάνω ξεχωρίζοντας μόνο τους πολύ ηλικιωμένους. Στη συνέχεια διέταξαν τα γυναικόπαιδα να βαδίσουν προς το διπλανό χωριό Αμούρι λέγοντας ότι τους άνδρες θα τους πήγαιναν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα. Αμέσως μετά με ονομαστική κατάσταση που τους είχε παραδώσει ο δωσίλογος Χώτος έβγαλαν από τη γραμμή τους αδελφούς Ζάγκα και εκτέλεσαν πρώτα το Γιώργο με στιλέτο κόβοντας του την καρωτίδα ενώ ο δεύτερος ο Βαγγέλης πιάνοντας το χέρι του Ιταλού ζήτησε και εκτελέστηκε με το τουφέκι. Στη συνέχεια αφού εκτέλεσαν άλλους 20 περίπου και οδήγησαν τους υπόλοιπους σε άλλο σημείο. Καθοδόν στη Μυλόγουστα (το σημερινό Μεσοχώρι) έκαψαν άλλα 40 σπίτια και σκότωσαν όσους συνάντησαν, περαστικούς ή εργαζόμενους στα κτήματα τους (1 κάτοικο του Αμουρίου, 12 κατοίκους του Μεσοχωρίου και 5 του Δαμασίου). Είχε ήδη βραδιάσει όταν ήρθε η διαταγή για την εκτέλεση από τον εγκληματία πολέμου διοικητή της Μεραρχίας Πινερόλο αντιστράτηγο Μπενέλι. Χωρισμένοι σε επτάδες οι κρατούμενοι άρχισαν να εκτελούνται και να βάφουν με το αίμα τους το χώμα του Καυκακιού. Μόνο 6 κατάφεραν να σωθούν. Ο Πέτρος Κιάτος έσπρωξε τον Ιταλό σκοπό και έτρεξε μέσα στα πουρνάρια προς το ποτάμι χωρίς να τον βρουν οι σφαίρες ενώ οι άλλοι 5 (ο Γιώργος Κιάτος, ο Ευάγγελος Ντάσιος, ο Χρήστος Κυπαρίσσης, ο Βασίλης Ζάγκας και ο Σωτήρης Δισακόπουλος) γλύτωσαν καθώς παρέμειναν κρυμμένοι κάτω από το σωρό των πτωμάτων των υπόλοιπων εκτελεσθέντων.

Για το έγκλημα αυτό ζητήθηκε η ποινική δίωξη των υπευθύνων ήτοι: 1) του Ταγματάρχη πεζικού Antonio Festi, που ήταν Φρούραρχος και Διοικητής των Ιταλικών δυνάμεων Ελασσόνας 2) του συνταγματάρχη της Καραμπινερίας και εθνοσύμβουλο του Fascio Antonio Bali, που ήταν και αυτός που διέταξε την πυρπόληση της Tσαριτσάνης και την εκτέλεση 45 κατοίκων της στις 12-3-1943, 3) του Αντισυνταγματάρχη της Καραμπινερίας Antonio Tsigano και 4) του Διοικητή της Ιταλικής Μεραρχίας Λάρισας Benelli.

στις κατοχικές δυνάμεις διαμαρτυρήθηκε εντόνως με αποτέλεσμα την σύλληψή του και την αποστολή του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία από όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του Διοικητή της Μεραρχίας Μπενέλλι που ήρθε στο φως μέσα από την έρευνα της κας Λύντια Σανταρέλλι, καθηγήτριας της σύγχρονης Ιταλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και του Έλληνα Ιστορικού Κωστή Κορνέτη στα αρχεία της μεραρχίας Πινερόλο, διοικητής των Ιταλικών Δυνάμεων στις επιχειρήσεις του Δομενίκου που είναι ο υπεύθυνος αξιωματικός την βραδιά της σφαγής ήταν ο Αντισυνταγματάρχης Αντόνιο ντι Πάουλα που μάλιστα προτείνεται από τον Μπενέλλι για εύφημο μνεία ενώ βαρύτατη είναι η ευθύνη του Στρατηγού Τζελόζο, που ήταν Διοικητής του Σώματος του Ιταλικού Στρατού στην Ελλάδα, καθότι η πολιτική των αντιποίνων κατά του άμαχου πληθυσμού, όπως αποδεικνύεται ξεκάθαρα από την έρευνα της κας Σανταρέλλι, αποτέλεσε επίσημη τακτική του Ιταλικού στρατού σε όλα τα Βαλκάνια.

https://el.wikipedia.org/wiki/Σφαγή_του_Δομένικου

Ο Κώστας Βάρναλης (1884-1974)

Ο Κώστας Βάρναλης (14 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Ο Κώστας Βάρναλης
Ο Κώστας Βάρναλης

Ο Βίος του Κώστα Βάρναλη

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, το σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό, δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες — το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.

Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης, και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία και εκεί πήρε μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση, στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς), σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση. Μετά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.

Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας. Τότε προσχώρησε στο μαρξισμό και το διαλεκτικό υλισμό, και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το 1929 νυμφεύθηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Λέσβο και τον Άγιο Ευστράτιο. Υπήρξε Κομμουνιστής και στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974. Το ταφικό μνημείο του ποιητή, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης Κοσμάς Ξενάκης, το 1975.

Ο Κώστας Βάρναλης γράφει στη δημοτική

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ποίηση

  • Ποιητικές συνθέσεις
    • Ο Προσκυνητής (1919)
    • Το Φως που καίει (Αλεξάνδρεια 1922, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας). Το 1933 επανατυπώθηκε στην Αθήνα με αναθεωρήσεις.
    • Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)
  • Ποιητικές συλλογές
    • Κηρήθρες (1905)
    • Ποιητικά (1956)
    • Ελεύθερος κόσμος (1965)
    • Οργή λαού (1975)

Πεζά και κριτικά έργα

  • Πεζογραφία
    • Ο λαός των μουνούχων (Φιλ. ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
    • Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
    • Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
    • Αληθινοί άνθρωποι (1938)
    • Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
    • Πεζός λόγος (1957)
    • Σολωμικά (1957)
    • Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
    • Άνθρωποι. Ζωντανοί – Αληθινοί (1958)
    • Οι δικτάτορες (1956)
    • Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)
  • Θέατρο
    • Άτταλος ο Τρίτος (1972)
  • Μεταθανάτιες συλλογές κειμένων
    • Γράμματα από το Παρίσι, επιμ. Νίκος Σαραντάκος, «Εκδόσεις Αρχείο», Αθήνα 2013, 164 σελ.
    • Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ, επιμ. Νίκος Σαραντάκος, «Εκδόσεις Αρχείο», Αθήνα 2014, 306 σελ.
    • Αττικά, 400 χρονογραφήματα (1939-1958) για την Αθήνα και την Αττική, επιμ. Νίκος Σαραντάκος, «Εκδόσεις Αρχείο», Αθήνα 2016, 578 σελ.
    • Αστυνομικά, 265 χρονογραφήματα (1939-1957) εμπνευσμένα από το αστυνομικό δελτίο, επιμ. Νίκος Σαραντάκος, «Εκδόσεις Αρχείο», Αθήνα 2017, 376 σελ.

Μεταφράσεις

  • Αριστοφάνης – Βάτραχοι
  • Αριστοφάνης – Εκκλησιάζουσες
  • Αριστοφάνης – Ιππείς
  • Αριστοφάνης – Λυσιστράτη
  • Αριστοφάνης – Πλούτος
  • Ευριπίδης – Ιππόλυτος
  • Ευριπίδης – Τρωάδες
  • Κινέζικα τραγούδια
  • Μολιέρος – Μισάνθρωπος
  • Ευγένιος Ποτιέ – Η Διεθνής

Ο Κώστας Βάρναλης τιμάται

  • Τιμητική του διάκριση με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν» από την ΕΣΣΔ το 1959.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κώστας_Βάρναλης

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815-1883)

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (4 Φεβρουαρίου 1815 – 26 Φεβρουαρίου 1883) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς του 19ου αιώνα, οπότε και διετέλεσε δέκα φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας για συνολικό διάστημα 7,5 σχεδόν ετών.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Ο Βίος του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου

Ο Αλέξανδρος ΚουμουνδούροςγΓεννήθηκε στον Κάμπο Μεσσηνίας, στην Έξω Μάνη, και καταγόταν από ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του αγωνιστή Γαλάνη Κουμουνδουράκη, γόνου μεγάλης Μανιάτικης οικογένειας, στρατηγού και έπαρχου Πύργου. Παιδί σχεδόν είχε κινδυνέψει να αιχμαλωτιστεί από τους Τουρκοαιγυπτίους του Ιμπραήμ.
Φοίτησε στο γυμνάσιο Ναυπλίου και σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άσκησε τη δικηγορία για ένα μικρό διάστημα στην Καλαμάτα. Το 1841 έσπευσε να πολεμήσει στην τότε επαναστατημένη Κρήτη διορισθείς από την Κεντρική Επιτροπή των Κρητών, που έδρευε στην Αθήνα και κατάρτιζε επαναστατικά σώματα, αρχηγός του σώματος Λακώνων, αποτελούμενου από άλλους νέους φοιτητές και επιστήμονες. Μάλιστα στην μάχη του Αποκορώνου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους. Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκείνης, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ανέλαβε γραμματέας του Θεόδωρου Γρίβα και επί πρωθυπουργίας Ι. Κωλέττη, (1847), διορίσθηκε αντεισαγγελέας στην Καλαμάτα, θέση που διατήρησε για τρία χρόνια, μέχρι που παραιτήθηκε για να πολιτευτεί.

Ο πολιτικός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Έτσι το 1850 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσσηνίας, (τότε Μεσσήνης). Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής, 4 φορές επί Όθωνα (1850-1860) και επί Βασιλέως Γεωργίου Α΄ συνεχώς μέχρι τον θάνατό του, με μια μικρή μόλις 14μηνη διακοπή (1868-1869). Από την αρχή της πολιτικής του δράσης διακρίθηκε για τη ρητορεία του κυρίως ως μετριοπαθής. Οι δε πολιτικές του αγορεύσεις, ιδίως περί την οικονομία και τη διοίκηση του κράτους, του καθιέρωσαν σχετική φήμη. Όταν το τότε λεγόμενο Υπουργείο (Κυβέρνηση) Κατοχής του Μαυροκορδάτου αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (1855), ο Κουμουνδούρος ανέλαβε επί κυβερνήσεως Βούλγαρη το Υπουργείο Οικονομικών (2 Ιουλίου 1856). Στη μετέπειτα κυβέρνηση του Μιαούλη (13 Νοεμβρίου του 1857) ο Κουμουνδούρος συνέχισε ως υπουργός των Οικονομικών και στην κυβέρνηση Βούλγαρη τα υπουργεία κατά σειρά Δικαιοσύνης (1862), Παιδείας και Εκκλησιαστικών (1864) και Εσωτερικών (1864-1865,1877), και για τρεις θητείες υπουργός των εξωτερικών ενώ χρημάτισε και δύο φορές πρόεδρος της Βουλής (1855).

Ως υπουργός και πρωθυπουργός κατάφερε να εξασφαλίσει στο ακέραιο τα συμφέροντα της Ελλάδας, χάρη στη μετριοπάθειά του, την ευθύτητα του, την ψυχραιμία του και την εξαιρετική του τόλμη. Το 1866 είχε τεθεί το Κρητικό ζήτημα, το οποίο όμως κατάφερε να το ξεπεράσει με επιτυχία αφού δεν υποτάχθηκε στις απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν η Ελλάδα να παρασυρθεί σε πόλεμο με την Τουρκία, γιατί πίστευε ότι μια φιλοπόλεμη πολιτική δεν θα ωφελούσε σε τίποτα την Ελλάδα, από την στιγμή που δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για πόλεμο. Επίσης όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, επιτυχία της διακυβέρνησής του θεωρείται η ειρηνική προσάρτηση της Θεσσαλίας και της νοτίου Ηπείρου (Άρτα) αφού πρώτα δεν δίστασε να απειλήσει την Τουρκία με επίθεση 40.000 Ελλήνων στρατιωτών στην Θεσσαλία.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος φρόντισε για την διευθέτηση πολλών εσωτερικών προβλημάτων. Φρόντισε με νόμους τη ρύθμιση της φορολογίας ενώ με τα κατάλληλα μέτρα κατάφερε να περιορίσει την ληστεία, καθώς ήταν η εποχή που είχε συμβεί η σφαγή στο Δήλεσι, καθώς και η απαγωγή του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού Σωτήριου Σωτηρόπουλου από τον Λήσταρχο Λαφαζάνη στα Φιλιατρά Μεσσηνίας.
Σημαντικός ήταν και ο νόμος «περί ευθύνης υπουργών», με τον οποίο αμέσως παραπέμφθηκαν σε ειδικό δικαστήριο όλοι οι συνεργάτες του υπουργείου του Δημητρίου Βούλγαρη με την κατηγορία της πλαστογραφίας και της αντιποίησης αρχής. Επίσης μερικά από τα σημαντικά μέτρα που έλαβε ήταν η ανακατανομή 2.650.000 στρεμμάτων γης καθώς και η αμνηστία που έδωσε σε 100 ληστές με σκοπό να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Το 1864 έγινε απόπειρα δολοφονίας του στην οδό Σταδίου στην είσοδο της Συνέλευσης. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε το Κουμουνδουρικό κόμμα και τον ίδιο χρόνο έγινε πρωθυπουργός. Από το 1865 έως τον θάνατο του, ορκίστηκε 10 φορές πρωθυπουργός.

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου

Είχε αποκτήσει 4 παιδιά τους:τον Κωνσταντίνο, υποστράτηγο βουλευτή και Πρόεδρο της Βουλής, τη Μαρία (πέθανε κατά την παιδική της ηλικία), τον Σπυρίδωνα, βουλευτή, υπουργό Ναυτικών, και την Όλγα, παντρεμένη με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο. Εγγονός του ήταν ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος – Κουμουνδούρος. Διέθετε μεγάλες εκτάσεις στην Αττική και συγκεκριμένα στη λίμνη Κουμουνδούρου αλλά και μια έπαυλη στην Τροιζήνα, όπου φιλοξενήθηκαν οι βασιλείς Γεώργιος Α’ και Όλγα καθώς και πολλοί άλλοι. Η έπαυλη βρίσκεται σε ένα τεράστιο κτήμα που φτάνει ως τον Άγιο Παντελεήμονα και τη Μονή Αγίου Δημητρίου, σήμερα βρίσκεται στην κατοχή του Γιώργου Στ. Κλάδου. Στις δόξες της, η έπαυλη είχε πιάνα κι άλλα αριστοκρατικά αντικείμενα. Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 68 ετών. Το 1884 ο Δήμος Αθηναίων τον τίμησε δίνοντας το όνομα του σε πλατεία της πρωτεύουσας.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Κουμουνδούρος

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Τα χαρισματικά παιδιά και η διδασκαλία

Τα χαρισματικά παιδιά επιδεικνύουν εξαιρετική ικανότητα να αφομοιώνουν πληροφορίες και να προχωρούν στο επόμενο γνωστικό επίπεδο νωρίτερα από άλλα παιδιά.

Τα χαρισματικά παιδιά

Τα χαρισματικά παιδιά έχουν σύνθετο τρόπο σκέψης, ασχολούνται με κάποιο γνωστικό αντικείμενο ορμώμενα από εσωτερικό κίνητρο και μπορούν να παρακολουθούν πολλές δραστηριότητες ταυτόχρονα, είναι αρκετά επίμονοι. Χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, πρωτοπορία και φαντασία.

Έχουν μεγάλη ενεργητικότητα και αρκετές φορές θυμίζουν υπερκινητικά παιδιά. Η προσοχή τους έχει μικρή διάρκεια και πλήττουν εύκολα συνήθως με τις καθημερινές δραστηριότητες. Τα χαρισματικά παιδιά μπορεί να διακρίνονται μέσα στο σχολείο (γνώσεις, ωριμότητα, ταχύτητα σκέψης, αντίληψη, επιμέλεια κ.α.) ή μπορεί να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του σχολείου και της ομάδας (να είναι ήσυχα, να μην απασχολούν, να μην επιδιώκουν την προβολή κ.α.) ή τέλος μπορεί να χάνονται μέσα στο σχολείο (παραίτηση, απομόνωση, ανάρμοστη συμπεριφορά κ.α.).

Η εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών

Η εκπαίδευση των χαρισματικών μαθητών, ακόμη και σήμερα, βρίσκεται σε αρχικό επίπεδο. Στην Ελλάδα το 2003 ψηφίστηκε σχέδιο νόμου, όπου για πρώτη φορά αναφέρεται ότι τα άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες και ταλέντα μπορεί να τύχουν ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης. Οι Coleman και Gallagher (1995) πρώτοι αναφέρθηκαν στις διάφορες πρακτικές αναφορικά με την εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών. Αυτές οι πρακτικές μπορούν να εφαρμοσθούν μέσω της επιτάχυνσης, του εμπλουτισμού του διδακτικού προγράμματος ή και της διαφοροποιημένης διδασκαλίας.

Συγκεκριμένα, με τον όρο επιτάχυνση νοείται ότι δίνεται στα παιδιά η δυνατότητα να φοιτήσουν σε ένα υψηλότερο επίπεδο από αυτό που φοιτούν. Ο μαθητής έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα ή τάξεις μεγαλύτερες από αυτές που προβλέπονται, ώστε να ολοκληρώνει τις εκπαιδευτικές βαθμίδες σε μικρότερη ηλικία από ό,τι οι υπόλοιποι μαθητές.

Το διδακτικό πρόγραμμα

Με την έννοια του εμπλουτισμού του διδακτικού προγράμματος, νοείται η ανάπτυξη περισσότερης ύλης απ’ όση προβλέπει το αναλυτικό πρόγραμμα, προσβλέποντας στην αύξηση των μαθησιακών εμπειριών σε βάθος. Έτσι, βελτιώνεται η αξιοποίηση των ικανοτήτων των χαρισματικών μαθητών. Το Τριαδικό Μοντέλο Εμπλουτισμού (J. Renzulli) ασχολήθηκε με τρεις τύπους προγραμμάτων εμπλουτισμού.

Ο πρώτος τύπος εμπλουτισμού σχεδιάζεται έτσι, ώστε οι μαθητές να εκτίθενται σε μία μεγάλη ποικιλία γενικών διερευνητικών δραστηριοτήτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο κοινό αναλυτικό πρόγραμμα. Υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό αυτού του τύπου εμπλουτισμού είναι οι εκπαιδευτικοί φορείς, οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς, αλλά και οι ίδιοι οι μαθητές.

Ο δεύτερος τύπος εμπλουτισμού περιλαμβάνει εκπαιδευτικό υλικό και μεθόδους οι οποίες προάγουν την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και κινητοποιούν τα συναισθήματα. Μέρος αυτής της διαδικασίας μπορεί να γίνει στην κοινή τάξη και ένα μέρος διαδικτυακά στα πλαίσια της δημιουργικής απασχόλησης.Οι δραστηριότητες αυτές στόχο έχουν την καλλιέργεια της κριτικής και δημιουργικής σκέψης, την επίλυση προβλημάτων, τη συναισθηματική εμπλοκή στη διαδικασία της μάθησης, την καλλιέργεια των μεταγνωστικών δεξιοτήτων και τη χρήση πηγών ανωτέρου τεχνολογικού επιπέδου και την καλλιέργεια γραπτών.

Στον τρίτο τύπο εμπλουτισμού εμπλέκονται μαθητές οι οποίοι επιθυμούν να αφιερώσουν χρόνο, προκειμένου να μελετήσουν έναν τομέα που οι ίδιοι επιλέγουν. 

Οι στόχοι σε αυτήν τη φάση είναι:

α) να επιλεγεί μια περιοχή ενδιαφέροντος από το μαθητή, ώστε να μπορέσει να επικεντρώσει τα ενδιαφέροντά του, τη γνώση του και να διεγερθεί η επιμονή για την εκτέλεση του καθήκοντος,

β) να καλλιεργηθούν δεξιότητες αυτοκαθοδηγούμενης μάθησης στον σχεδιασμό, την οργάνωση, τη χρήση πηγών και υλικού, τη διαχείριση του χρόνου, τη λήψη αποφάσεων και την αυτοαξιολόγηση και

γ) να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη στον εαυτό και η ολοκλήρωση της δημιουργικής έμπνευσης.

Η διαφοροποιημένη διδασκαλία

Η διαφοροποιημένη διδασκαλία αποτελεί την πλέον διαδεδομένη και προσφιλή στους εκπαιδευτικούς εκπαιδευτική μέθοδο. Η διαφοροποίηση της διδασκαλίας περιλαμβάνει μια σειρά μέτρων για την εκ των προτέρων οργάνωση της διδασκαλίας και της μάθησης, που επιδιώκουν να προσαρμόσουν τη διδασκαλία στις ικανότητες, στην επίδοση, στα ενδιαφέροντα και στις ιδιαίτερες κλίσεις των μαθητών, ώστε να δημιουργήσουν για κάθε μαθητή τις καλύτερες δυνατές συνθήκες προσωπικής ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσουν και ένα κοινά αποδεκτό επίπεδο βασικών γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων.

Σύμφωνα με την Tomlinson (2010) «διαφοροποίηση» είναι η αλλαγή της μαθησιακής διαδικασίας μέσω ευέλικτων και εναλλακτικών διδακτικών προσεγγίσεων και ενεργειών, οι οποίες να ανταποκρίνονται στο εύρος των διαφορών ως προς τη μαθησιακή ετοιμότητα, τα ενδιαφέροντα και το μαθησιακό στυλ των μαθητών. Ως βασικές αρχές της διαφοροποίησης της διδασκαλίας καταγράφονται οι ακόλουθες:

α) η ευελιξία και η εναλλακτικότητα της διδακτικής διαδικασίας,

β) η επικέντρωση στα ουσιώδη τόσο στο επίπεδο των στόχων όσο και των περιεχομένων μάθησης,

γ) η αξιολόγηση της διδασκαλίας κινείται περισσότερο προς την ενίσχυση της ανατροφοδότησης της διδασκαλίας, την προώθηση της μάθησης αλλά και την παρώθηση προς τη μάθηση,

δ) όλοι οι μαθητές συμμετέχουν σε κάθε διδακτική δραστηριότητα ανάλογα με τη δυναμική τους και με σεβασμό στην ατομικότητα και την προσωπικότητά τους, ενώ αναγνωρίζεται σε όλους η αξία της προσπάθειάς τους για την προσέγγιση της γνώσης,

ε) αναπτύσσεται ένα πλαίσιο υγιούς και αγαστής συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκομένων στη διδακτική διαδικασία, δηλαδή μεταξύ των μαθητών αλλά και μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικού και

στ) ο εκπαιδευτικός οργανώνει και αναδιοργανώνει διαρκώς η διδακτική του προσπάθεια, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι ανάλογες κάθε φορά προσαρμογές.

Στα πλαίσια της οικογένειας, οι ίδιοι οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν ώστε τα παιδιά τους να μην καταπνίγουν τα ταλέντα τους, αλλά αντίθετα να τα εκδηλώνουν και να φροντίζουν να αξιοποιούνται με κάθε τρόπο.

Πηγή: https://www.psychology.gr/educational-psychology/3504-xarismatika-paidia-kai-elliniki-pragmatikotita.html

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (1939-2008)

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Αθηνών και πάσης Ελλάδος γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 17 Ιανουαρίου 1939 και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2008. Κατά κόσμον ήταν ο Χρήστος Παρασκευαΐδης. Διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος την περίοδο 1998 – 2008.

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

Το τελευταίο δημόσιο κείμενο του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου (28-12-2007)

Αγαπητά μου παιδιά,

Αν υπάρχει κάτι στη ζωή μας που δεν τιθασεύεται, αυτό είναι η αέναη κίνηση του χρόνου. Το σήμερα γίνεται χθες εν ριπή οφθαλμού, και το αύριο σήμερα και χθες. Κι εμείς παρασυρόμεθα προς το τέρμα της πορείας μας, εκόντες άκοντες, παρακολουθούντες τα γεγονότα που περνούν από μπροστά μας, χωρίς αναστρέψιμη ελπίδα. Αυτή είναι οι μοίρα των θνητών. Κι αλοίμονο σε εκείνους που δεν έχουν βρει ακόμη την απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου. Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Η ιστορία γεννά τα γεγονότα. Κι εμείς συμπράττουμε σ’ αυτό, άλλοι για το καλό άλλοι για το κακό. Η ελευθερία μας είναι κριτήριο της ευθύνης μας. Μακάριοι οι έχοντες προοπτική αιωνιότητας στη ζωή τους. Αλλιώς είναι σάρκες, έκδοτοι σε πάθη ατιμίας, πρόθυμοι για κάθε τι που ευτελίζει την ύπαρξή μας. Ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κάθε άνθρωπος θυμόταν τη θεία καταγωγή του και ευθυγράμμιζε τη ζωή του με τις αρχές που απορρέουν από αυτή. Δυστυχώς όμως δε συμβαίνει.

Κάθε Πρωτοχρονιά είναι συμβατική αφετηρία μιας νέας προσπάθειας. Κανείς δε θέλει να ζει σε ένα κόσμο παρακμής, αντιφάσεων, αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, αδικίας και αμοραλισμού. Η κατάσταση σεν αλλάζει μαγικά και μηχανικά. Χρειάζονται να πολλαπλασιασθούν οι άνθρωποι που κάνουν Αντίσταση. Που παραμένουν πιστοί στις παραδόσεις μας, στις αξίες μας, στην ιστορία μας και στους αγώνες μας. Οι αναθεωρητές πολύ κακή συγκυρία επέλεξαν για να γκρεμίσουν από τις καρδιές των Ελλήνων τα κάστρα των θυσιών.

Σταθήτε όλοι όρθιοι στις επάλξεις σας και μην ξεπουλήσετε τα πρωτοτόκια μας. Διδάξτε στα παιδιά σας την αλήθεια, όπως την εβίωσαν οι αείμνηστοι Πατέρες μας . Ο λαός μας ξέρει να υπερασπίζεται τα ιερά και τα όσια του. Το έχει κατ’ επανάληψιν αποδείξει. Και θα το αποδείξει και πάλι. Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει.

Με πατρική αγάπη και ευχές

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

Πηγή: Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Η Παρακαταθήκη, Ένθετο εφημερίδας «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

Ο Βόλος (7000π.Χ.-…)

Ο Βόλος είναι πόλη της Θεσσαλίας, κτισμένη στον μυχό του  Παγασητικού κόλπου, κοντά στη θέση της αρχαίας Ιωλκού και στους πρόποδες του βουνού των Κενταύρων, του Πηλίου. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πόλεις και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ελλάδας.

Ο μόνιμος πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Βόλου ανέρχεται σε 86.046 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, ενώ ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί 125.248 κατοίκους. Ο πληθυσμός του διευρυμένου «Καλλικρατικού» Δήμου Βόλου ανέρχεται σε 144.449 κατοίκους.

Το όνομα του Βόλου

Η προέλευση του ονόματος Βόλος δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Κατά ορισμένους, η λέξη Βόλος αποδίδεται σε παραφθορά του αρχαίου ονόματος Ιωλκός (Ιωλκός > Γιωλκός > Γώλος > Βώλος ή Βόλος). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η ονομασία Βόλος προήλθε από το όνομα Φόλος, που κατά την μυθολογία ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής. Κατά μία τρίτη εκδοχή, η λέξη Βώλος ή Βόλος προέρχεται από την σλαβική θεότητα «Βόλος» ή «Βέλες» και είναι αντίστοιχη της ελληνικής αρχαίας θεότητας Δήμητρα, όπως και λεγόταν η πόλη παλιότερα «Δημητριάδα».

Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος
Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος

Τέλος, κατά μία τέταρτη εκδοχή, η ονομασία Βόλος είναι παραφθορά της ιταλικής λέξης golfo, που σημαίνει κόλπος. Γεγονός πάντως είναι ότι το τοπωνύμιο Βόλος εμφανίστηκε γύρω στον 14ο αι. και χρησιμοποιήθηκε πρώτα για το χωριό που είναι χτισμένο στους πρόποδες του Πηλίου και που σήμερα αποκαλείται Άνω Βόλος.

Ο Βόλος

Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο
Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο

Η πόλη του Βόλου αποτελεί την πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας και τοποθετείται γεωγραφικά στην περιοχή της κεντρικής Ελλάδας, ειδικότερα δε στο πεδινό τμήμα του νομού. Χαρακτηρίζεται από έντονες αστικές λειτουργίες, μια σημαντική παρουσία της βιομηχανίας και του τουρισμού, αλλά και από ένα αξιοσημείωτο αριθμό νέων ανθρώπων, κυρίως λόγω της ύπαρξης της πλειονότητας των τμημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαμορφώνουν την ταυτότητα της πόλης, το κάθε ένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ενώ, με τον κατάλληλο σχεδιασμό και πολιτικές, μπορούν να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και ευημερία της πόλης. Σε τοπικό επίπεδο, το Π.Σ. Βόλου βρίσκεται στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, σε μικρή απόσταση από τον κύριο οδικό άξονα της χώρας (ΠΑΘΕ), με τον οποίο συνδέεται σε δύο σημεία, στις Μικροθήβες και στο Βελεστίνο και σε απόσταση 330 χλμ. από την πρωτεύουσα Αθήνα και 214 χλμ. από τη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Η περιοχή που καταλαμβάνει ο οικιστικός ιστός περιβάλλεται βορειοανατολικά από τον ορεινό όγκο του Πηλίου, νότια από το υγρό στοιχείο της θάλασσας και δυτικά από τις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας. Είναι κτισμένη με μέτωπο κυρίως στον Παγασητικό κόλπο και εκτείνεται ως τις παρυφές του Πηλίου. Η σχέση της πόλης με το βουνό και τη θάλασσα έχει επιδράσει διαχρονικά δραστικά στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων και έχει διαμορφώσει καθοριστικά την εξέλιξη του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης του Βόλου. Όσον αφορά στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού του Π.Σ. Βόλου και των Δήμων στους οποίους συνίσταται, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται μεταξύ 0 και 24 είναι το 31% του πληθυσμού της πόλης, μεταξύ 25 και 54 το 43% και μεταξύ 55 και πάνω από 85 το 26%. Δηλαδή, τα νέα άτομα που βρίσκονται περίπου στις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής τους υπολείπονται των ατόμων που αποτελούν το παραγωγικότερο δυναμικό της περιοχής (25 έως 54) κατά 12%.

Η ιστορία του Βόλου

Η περιοχή του Βόλου, η αρχαία Μαγνησία, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρώτες περιοχές που κατοικήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Οι οικισμοί που ανακαλύφθηκαν στα κοντινά χωριά Διμήνι και Σέσκλο χρονολογούνται από την 7η χιλιετία π.Χ., ενώ η πολιτισμική παρουσία στον χώρο συνεχίζεται αδιάκοπη μέχρι σήμερα.

Στα αρχαία χρόνια

Η ευρύτερη περιοχή του Βόλου συγκεντρώνει μερικές από τις σημαντικότερες νεολιθικές θέσεις ολόκληρης της Βαλκανικής χερσονήσου. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν φέρει στο φως σαράντα περίπου νεολιθικούς οικισμούς (7η–8η χιλιετία π.Χ.), αρκετοί από τους οποίους εξακολούθησαν τις δραστηριότητές τους και κατά την διάρκεια της Εποχής του Ορείχαλκου (3000–1500 π.Χ.) Οι σημαντικότεροι νεολιθικοί οικισμοί ανακαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα στις αρχές του 20ού αι. στο Σέσκλο και το Διμήνι. Στους χώρους αυτούς, οι έρευνες ανέδειξαν χαρακτηριστικά γραπτά κεραμικά, κοκάλινα και λίθινα εργαλεία, καθώς και αντικείμενα από οψιδιανό που προερχόταν από την Μήλο.

Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.
Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.

Σημαντικές μυκηναϊκές θέσεις έχουν ανακαλυφθεί στον λόφο των Αγίων Θεοδώρων, στην σημερινή συνοικία του Βόλου Παλιά, και στα Πευκάκια. Στην μυκηναϊκή περίοδο χρονολογείται η ίδρυση της Ιωλκού, σημαντικού οικονομικού και πνευματικού κέντρου της περιοχής, που συνδέεται άμεσα με τον ξακουστό μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας. Παλαιότεροι ερευνητές εκτιμούσαν ότι η θέση της Ιωλκού ήταν στα Παλιά. Ωστόσο, νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν την άποψη ότι η έδρα των βασιλιάδων της Ιωλκού δεν ήταν στα Παλιά, αλλά στο Διμήνι. Στο Κάστρο – Παλιά βρέθηκαν και δύο πινακίδες με Γραμμική Β γραφή, εκ των οποίων η μια είχε ευανάγνωστα σύμβολα. Είναι οι μόνες πινακίδες Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στη Θεσσαλία. Εκεί βρισκόταν το κέντρο των οικονομικών δραστηριοτήτων που βασίζονταν στην γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες γίνονταν από το λιμάνι στα Πευκάκια. Στην κλασική περίοδο (6ος αι. π.Χ.) άκμασαν οι Παγασές, οι οποίες υπήρξαν επίνειο των Φερών.

Το 293/292 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσε στην χερσόνησο που σήμερα αποκαλείται Πευκάκια την πόλη Δημητριάδα, συνενώνοντας τις Παγασές με διάφορες γειτονικές κώμες. Η Δημητριάδα αποτέλεσε ισχυρό στρατιωτικό σταθμό και ορμητήριο των Μακεδόνων. Παράλληλα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο κατά την περίοδο από το 217 έως το 168 π.Χ. Η πόλη ήταν χτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος. Στο ανατολικό τμήμα της πόλης βρίσκονταν το ανάκτορο, νότια η αγορά και δυτικά το θέατρο. Στην περιοχή έχουν βρεθεί πολλές επιτύμβιες στήλες που δίνουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομία, την κοινωνία και την τέχνη της εποχής. Το 197 π.Χ. η Δημητριάδα έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων.

Ο Βόλος στα Βυζαντινά χρόνια

Η Δημητριάδα εξακολούθησε να ακμάζει και κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. Μαζί με τις Φθιώτιδες Θήβες, που βρίσκονταν στην σημερινή Νέα Αγχίαλο, ήταν τα σημαντικότερα κέντρα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής Θεσσαλίας, αποτελώντας την διέξοδο της ενδοχώρας προς την θάλασσα. Μάλιστα, από τον 5ο αι. μ.Χ., η Δημητριάδα έγινε έδρα επισκόπου.

Στα τέλη του 6ου αι., εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, οι Φθιώτιδες Θήβες εγκαταλείφθηκαν, ενώ οι κάτοικοι της Δημητριάδας κατέφυγαν για προστασία στο λόφο των Αγίων Θεοδώρων στα Παλιά, όπου προϋπήρχε οικισμός οχυρωμένος από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (551 μ.Χ.). Τους επόμενους αιώνες η πόλη έχασε την σημασία της, καθώς ήταν επισφαλής στις επιθέσεις Σαρακηνών πειρατών.

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Δημητριάδα δόθηκε στους Μελισσηνούς, ονομαστή βυζαντινή οικογένεια. Τον 14ο αιώνα, συναντάται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο Βόλος. Το 1423 το κάστρο των Παλαιών έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Τότε οι χριστιανοί κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραλιακές περιοχές και να μεταναστεύουν στα υψώματα του Πηλίου. Προς το τέλος του 16ου αι., η έδρα του επισκόπου Δημητριάδος μεταφέρθηκε στον Άνω Βόλο.

Ο Βόλος κατά την Τουρκοκρατία

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της περιοχής μεταφέρθηκε στο Πήλιο, το οποίο ευνοήθηκε από το καθεστώς προνομίων που του είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί κατακτητές. Από τον 17ο αι. και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Πήλιο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πρωτοβιομηχανικά και πνευματικά κέντρα του ελλαδικού χώρου. Κατά την ίδια περίοδο, το κάστρο του Βόλου ήταν αποκλειστικός χώρος των Οθωμανών, όπου απαγορεύονταν ή αποφεύγονταν η εγκατάσταση χριστιανών.

Κατά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821, τα χωριά του Πηλίου πήραν το μέρος των επαναστατών, αλλά οι Τούρκοι κατόρθωσαν, με την βία, να καταστείλουν την εξέγερση μέσα σε έναν χρόνο (1822). Το κάστρο του Βόλου πολιορκήθηκε από σπετσιώτικα καράβια χωρίς επιτυχία.

Η σημερινή πόλη του Βόλου άρχισε να κτίζεται έξω από το παλιό κάστρο λίγο μετά το 1830. Η ευνοϊκή γεωγραφική της θέση, λόγω του λιμανιού, συνέβαλε στην εξέλιξή της σε οικονομικό κέντρο της Θεσσαλίας. Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 και την διάσκεψη της  Κωνσταντινούπολης (1881), η Θεσσαλία παραχωρήθηκε στο νεοελληνικό κράτος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς εισήλθε στην πόλη του Βόλου.

Κατά τον «άτυχο» Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Βόλος έπεσε ξανά στα χέρια των Τούρκων. Οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να ζητήσουν καταφύγιο σε γειτονικά νησιά, αλλά μετά από λίγους μήνες οι Τούρκοι αποχώρησαν και έτσι Βολιώτες και Πηλιορείτες επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Ο Βόλος στα νεότερα χρόνια

Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, με βασιλικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126), ιδρύθηκε ο Δήμος Παγασών, ο προκάτοχος του σημερινού Δήμου Βόλου. Η ανάπτυξη της νέας πόλης ήταν ραγδαία. Η βιοτεχνική και γεωργική παράδοση του Πηλίου, το λιμάνι του καθώς και τα παροικιακά κεφάλαια που εισέρρευσαν στην περιοχή ήταν μερικοί από τους παράγοντες που ευνόησαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης με κύριες κατευθύνσεις το εμπόριο και την βιομηχανία. Η ευνοϊκή θέση και η αλματώδης οικονομική εξέλιξη της πόλης προσέλκυσαν κατοίκους και επενδυτές από άλλες περιοχές. Η σύντομη κατάληψη του Βόλου κατά την διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 δεν είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανάπτυξή του.

Το 1886, ολοκληρώθηκε η σιδηροδρομική σύνδεση του Βόλου με τη Λάρισα και την Καλαμπάκα. Το 1895 επίσης, άρχισε την λειτουργία της η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Λεχωνίων, που επεκτάθηκε έως τις Μηλιές το 1904. Παράλληλα, το 1892, ξεκίνησαν τα έργα διαμόρφωσης του λιμανιού που συνεχίστηκαν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να καλυφθούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες διακίνησης εμπορευμάτων. Το 1919, το λιμάνι του Βόλου ήταν το πρώτο σε εξαγωγές καπνών στην Ελλάδα, με ποσοστό εξαγωγών 30%.

Συγκεντρώνοντας όλες τις προϋποθέσεις — κεφάλαια, εργατική δύναμη, διευρυμένη εσωτερική αγορά, πρόσβαση στις πρώτες ύλες — ο Βόλος εξελίχθηκε προπολεμικά σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Οι κυριότεροι κλάδοι της βιομηχανίας ήταν τα τρόφιμα, το μέταλλο, ο καπνός, η υφαντουργία και η βυρσοδεψία.

Παράλληλα με την οικονομική άνθηση, αναπτύχθηκε σημαντική πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα. Το 1894 θεμελιώθηκε το Δημοτικό Θέατρο, ενώ το 1896 ιδρύθηκε ο Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου. Το 1898 εκδίδεται η εφημερίδα Η Θεσσαλία (εφημερίδα) σαν συνέχεια των εφημερίδων Παγασαί και Νέα Θεσσαλία, και η οποία εκδίδεται στο Βόλο σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ακόμα και σήμερα. Το 1908, άρχισε να λειτουργεί το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο, το οποίο διηύθυνε ο πρωτοπόρος παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος και που έμελλε να κλείσει βιαίως μόνον τρία χρόνια αργότερα. Το 1908 επίσης ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το πρώτο στην Ελλάδα. Η οικονομική άνθιση της νέας πόλης του Βόλου προσέλκυσε και άτομα άλλων εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Βόλο υπάρχει εβραϊκή συναγωγή και καθολική εκκλησία, οι οποίες φτιάχτηκαν στις αρχές του 20ού αι. Στον Βόλο γεννήθηκε και ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο, γιος του μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, που σχεδίασε την σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Μηλεών.

Η Μικρασιατική καταστροφή έφερε νέο αίμα στην αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου, που παρά την μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια, έπεσε θύμα εκτεταμένου ρατσισμού. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αρχικά εγκαταστάθηκαν στους άδειους χώρους της πόλης. Γύρω από την Πλατεία Ρήγα Φεραίου, έστησαν ολόκληρη παραγκούπολη, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930. Σιγά-σιγά, οι νέοι κάτοικοι του Βόλου μετακινήθηκαν προς τα ΒΔ προάστια της πόλης, στα «Προσφυγικά», που αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα της Νέας Ιωνίας Βόλου.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε προσωρινά την εξέλιξη της πόλης. Την περίοδο 1941–1944 ο Βόλος δοκιμάστηκε σκληρά από την Ιταλική και αργότερα τη γερμανική κατοχή. Η περίοδος αυτή είναι η μόνη κατά την οποία, ο πληθυσμός της πόλης παρουσίασε μείωση. Πολλά μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απλοί άμαχοι πολίτες βρήκαν τραγικό θάνατο στους δρόμους της πόλης, στους χώρους εκτέλεσης (όπως η πλατεία Ελευθερίας) και στη διαβόητη «Κίτρινη Αποθήκη», που οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Η εβραϊκή κοινότητα του Βόλου, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας είχε τις λιγότερες απώλειες από κάθε άλλη εβραϊκή κοινότητα στην Ελλάδα, χάρη στην έγκαιρη και δυναμική παρέμβαση και κινητοποίηση του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, αλλά και την επιτυχή συνεννόηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ και του Αρχιραββίνου Βόλου Μωϋσή Πέσαχ για την εκκένωση του Βόλου από τους εβραϊκής καταγωγής πολίτες, έπειτα και από τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (εκτοπισμός των εβραίων της πόλης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). (Σήμερα, η εβραϊκή παροικία του Βόλου αριθμεί μόνον εκατό περίπου ψυχές, επειδή οι περισσότεροι Εβραίοι εγκατέλειψαν τον Βόλο μετά τον πόλεμο για να εγκατασταθούν στο Ισραήλ ή αλλού.)

Μεταπολεμικά ο Βόλος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδας, από οικονομική και δημογραφική άποψη. Τον Μάιο του 1947, με βασιλικό διάταγμα ιδρύθηκε ο Δήμος Νέας Ιωνίας Βόλου. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1954, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Παγασών, αποφάσισε την μετονομασία της δημοτικής Αρχής σε «Δήμος Βόλου». Την επόμενη χρονιά, δύο σεισμοί, στις 19 Απριλίου και στις 21 Απριλίου 1955, κατέστρεψαν σχεδόν το ένα τέταρτο των κτισμάτων και η πόλη άλλαξε φυσιογνωμία. Ορισμένα από τα νεοκλασικά κτίρια του προπολεμικού Βόλου χάθηκαν για πάντα και στην θέση τους εμφανίστηκαν τα μικρά μετασεισμικά σπίτια. Αυτές οι όμορφες μετασεισμικές μονοκατοικίες αντικαταστάθηκαν στην εποχή της αντιπαροχής (1970–2000) από πολυκατοικίες.

Ο Βόλος στη σύγχρονη εποχή

Η βιομηχανική ανάπτυξη που γνώρισε ο Βόλος έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν είχε ανάλογη συνέχεια κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. Μεγάλα εργοστάσια όπως η καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, οι σιδηρουργίες Γκλαβάνη και Σταματελόπουλου, οι κυλινδρόμυλοι Λούλη στα Παλαιά, η υφαντουργία Παπαγεωργίου, το εργοστάσιο πλινθοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα κ.α. έπαψαν να λειτουργούν. Η λειτουργία της Βιομηχανικής Ζώνης από το 1969 οδήγησε σε μία προσωρινή βιομηχανική άνθιση με την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών. Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση του Βόλου άρχισε να γίνεται πλέον γεγονός.

Σήμερα, στην περιοχή εξακολουθούν να λειτουργούν ορισμένες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως το εργοστάσιο «Όλυμπος» της ΑΓΕΤ «Ηρακλής», η «Χαλυβουργία Ελλάδος» (πρώην Χαλυβουργία Θεσσαλίας), το εργοστάσιο ρητίνης PET της VPI, το εργοστάσιο χαλυβδόφυλλων της Κόντι, το εμφιαλωτήριο της ΕΨΑ, η ΕΥΡΗΚΑ με τα απορρυπαντικά, το εργοστάσιο βαριάς συντήρησης-ανακατασκευής του Ο.Σ.Ε., τα μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.ά. Ωστόσο, η οικονομία του Βόλου στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στο εμπόριο, τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, και κατά δεύτερο λόγο στην βιοτεχνία και την βιομηχανία.

Το 1984 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με έδρα τον Βόλο και σχολές ή τμήματα σε όλες τις θεσσαλικές πόλεις. Το Πανεπιστήμιο, το οποίο δέχτηκε τους πρώτους φοιτητές το 1989 και φιλοξενεί σήμερα περίπου 15000 φοιτητές και πάνω από 500 άτομα εκπαιδευτικό και τεχνικό προσωπικό, έδωσε μία νέα πνοή στην πνευματική ζωή του Βόλου. Εστίες καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων είναι το Δημοτικό Θέατρο, το Ωδείο, καθώς και η Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης.

Το 2004, ο Βόλος έγινε «ολυμπιακή πόλη», αφού φιλοξένησε ορισμένους αγώνες ποδοσφαίρου στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αγώνες έγιναν στο νέο υπερσύγχρονο Πανθεσσαλικό Στάδιο, το οποίο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων.

Αξιοποιώντας την παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ο Βόλος διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Γυμναστικής και τμήμα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Μπιλιάρδου το 2006.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βόλος

Ο Δημήτριος Γούναρης (1867-1922)

Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου 1922) ήταν Έλληνας συντηρητικός, νομικός και πολιτικός που χαρακτηρίστηκε ως «πατέρας της Ελληνικής Δεξιάς».

Ο Δημήτριος Γούναρης
Ο Δημήτριος Γούναρης

Ο Βίος του Δημητρίου Γούναρη

Σπουδές του Δημητρίου Γούναρη

Ο Δημήτριος Γούναρης γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Παναγιώτη Γούναρη, εύπορου σταφιδεμπόρου με καταγωγή από το Άργος, και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου. Φοίτησε στο λύκειο Πράπα και Γκιαούρη και μιλούσε ήδη από την παιδική του ηλικία  γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Ο Δημήτριος Γούναρης είχε δύο αδελφές την Ιουλία, μετέπειτα σύζυγο του δικηγόρου Νικολάου Σαγιά και την Αμαλία, μετέπειτα σύζυγο του φαρμακοποιού Κανέλλου Κανελλόπουλου, πατέρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος.

Αποπεράτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α΄ Γυμνάσιο Πατρών και το 1884 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα το 1889, αποκτώντας παράλληλα και τον τίτλο του διδάκτορος της νομικής επιστήμης. Συμπλήρωσε τις σπουδές του σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Ειδικότερα, παρακολούθησε μαθήματα νομικής στα γερμανικά πανεπιστήμια της Λειψίας, του Μονάχου, της Γοτίγγης και της  Χαϊδελβέργης, έπειτα μαθήματα πολιτικών επιστημών και κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό τελειοποίησε τς γνώσεις του στη γαλλική γλώσσα ενώ έμαθε αγγλικά και γερμανικά. Στη Γερμανία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον μετέπειτα πρωθυπουργό και στενό του φίλο Παναγή Τσαλδάρη.

Λόγω της χρεοκοπίας του οικογενειακού εμπορικού οίκου, συνεπεία της σταφιδικής κρίσης που ξέσπασε την ίδια εποχή στην Ελλάδα, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Πάτρα.

Μετά την επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του ασχολήθηκε με την δικηγορία, όπου διέπρεψε κυρίως λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη στην κηδεία του Πατρινού πολιτικού Θάνου Κανακάρη-Ρούφου, του οποίου εκφώνησε τον επικήδειο, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης τον πλησίασε και του είπε «εἶσθε ἀπαραίτητος γιὰ τὸ κοινοβούλιο, κύριε Γούναρη».

Η πολιτική σταδιοδρομία του Δημητρίου Γούναρη

Τα πρώτα χρόνια

Για πρώτη φορά ο Δημήτριος Γούναρης πολιτεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1902 με ανεξάρτητο συνδυασμό, οπότε και εκλέχτηκε. Οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Η εκλογή του αλλά και οι απόψεις του προκάλεσαν το ενδιαφέρον του εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», Γαβριηλίδη, ο οποίος απέστειλε τον έγκριτο δημοσιογράφο Σταμάτη Λύτρα για να αποσπάσει συνέντευξη του Γούναρη, η οποία και δημοσιεύθηκε σε τρία φύλλα της «Ακροπόλεως» στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου του 1902.

Στις 17 Μαΐου του 1903, στη συζήτηση του νόμου για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας που είχε φέρει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, ο Γούναρης διαφώνησε και εκφώνησε θαυμαστό για την εποχή λόγο που ανάγκασε την κυβέρνηση μετά από λίγες μέρες, και εξαιτίας των αντιδράσεων για τον νόμο αλλά και της διαφωνίας του Αλέξανδρου Ζαΐμη, σε παραίτηση. Ο νόμος αφορούσε τη σύναψη, μεταξύ του ελληνικού κράτους και ομάδας Βρετανών κεφαλαιούχων, συμφωνίας για τη μονοπώληση του εμπορίου ελληνικής σταφίδας για είκοσι χρόνια.

Στις εκλογές το 1910 εκλέχτηκε με άνεση βουλευτής Πατρών με την υποστήριξη του Θεοτοκικού κόμματος. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου που ακολούθησαν τον ίδιο χρόνο, ο Γούναρης δεν έθεσε υποψηφιότητα εξαιτίας των αποφάσεων των τριών παλαιών κομμάτων, Θεοτοκικού, Μαυρομιχαλικού & Ραλλικού, να μην συμμετάσχουν στις εκλογές. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1911 πραγματοποιήθηκε μυστική συγκέντρωση στην οικία του Ηλία Σισίνη στην Γαστούνη υπό την παρουσία του Γούναρη, του Πρωτοπαπαδάκη, του Τσαλδάρη κ.α. όπου αποφασίστηκε η δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία.

Ο Δημήτριος Γούναρης συγκρούεται με το Βενιζέλο

Στις εκλογές του Μαρτίου 1912 ο Δημήτριος Γούναρης μόλις και μετά βίας κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής Πατρών, εξαιτίας της ανετοιμότητάς του και της επιτυχίας του κόμματος των Φιλελευθέρων, το οποίο κέρδισε τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες. Η πρώτη σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και Γούναρη πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1913 με κύριο θέμα τους χειρισμούς της κυβέρνησης Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική που αφορούσαν τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Αφορμή στάθηκε η δήλωση Βενιζέλου, κατόπιν συναντήσεως με την επιτροπή κατοίκων Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, ότι «Ἐὰν οἱ Ἕλληνες ἐκ τῶν ὑποδούλων περιέλθουν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τινὸς τῶν συμμάχων κρατῶν ὅπως κατ’ ἀνάγκην θὰ περιέλθωσιν, ἡ κυβέρνησις θὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν λιγότερον». Ο Γούναρης κατηγόρησε τον Βενιζέλο ότι είχε αφήσει ανενημέρωτη την εθνική αντιπροσωπεία σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και ότι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας, και συγκεκριμένα των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας, απέναντι στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της τότε συμμάχου Βουλγαρίας.

Στις 21 Ιουνίου του 1913, ημέρα κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, ο Γούναρης επισήμανε στη Βουλή ότι ο πόλεμος ήταν απότοκο της λανθασμένης προσέγγισης της κυβέρνησης Βενιζέλου προς αυτήν της Βουλγαρίας. Στους επόμενους μήνες η διαμάχη των δύο αυτών αντρών επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα, εσωτερικής πολιτικής, σχετικά με διάφορες αυθαιρεσίες της κυβέρνησης, ζήτημα το οποίο τόνισε ιδιαίτερα ο Γούναρης στη συνεδρίαση της Βουλής την 22α Νοεμβρίου κατά την οποία καυτηρίασε την κίνησή της να καταφύγει στην έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της ίδιας της Βουλής, με την σύναψη δανείων, όπως η συζήτηση της 23ης Δεκεμβρίου που αφορούσε σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών κ.α. Λίγο πριν την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Γούναρης είχε μια τελευταία σύγκρουση στη Βουλή, αυτή τη φορά για την παραχώρηση στην Αλβανία της νήσου της Σάσωνος στον κόλπο της Αυλώνας, η οποία κατά την άποψή του ήταν καίριας στρατηγικής σημασίας.

Ο Δημήτριος Γούναρης Πρωθυπουργός 1921-1922

Ύστερα από την παραίτηση του Καλογερόπουλου σχηματίστηκε  κυβέρνηση από τον Γούναρη, ο οποίος διατήρησε και το υπουργείο δικαιοσύνης. Το κλίμα δυσφορίας που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο λαό, κυρίως λόγω της μη τήρησης των υποσχέσεων περί απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων, είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στους στρατιώτες. Προς τόνωση λοιπόν του ηθικού, ο Γούναρης μαζί με τον Βασιλιά επισκέφθηκαν τα στρατεύματα στη Σμύρνη ενώ παράλληλα ενίσχυσε το στρατό με καινούρια αυτοκίνητα, όπλα κ.λ.π.

Αφού επέστρεψαν στην Ελλάδα, στις 3 Οκτωβρίου του 1921 αναχώρησε μαζί με τον υπουργό των εξωτερικών, Γεώργιο Μπαλτατζή, για το Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γάλλο ομόλογό του. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο Λονδίνο, όπου είχε προκαθορισμένη συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό, στον οποίο δήλωσε ότι δέχεται τις συμμαχικές προτάσεις που είχαν γίνει από το Μάρτιο του 1921. Ακολούθησε η μετάβαση του στη Ρώμη, έπειτα στις Κάννες, στο Παρίσι και τέλος πάλι στο Λονδίνο. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου του 1922, έχοντας ουσιαστικά αποτύχει να επισπεύσει τη λήξη του Μικρασιατικού ζητήματος και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, που είχε επιβληθεί από τις μεγάλες δυνάμεις για την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α΄.

Με την επιστροφή του λοιπόν στην Αθήνα απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε. Έτσι ο Δημήτριος Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, στην οποία κράτησε πάλι το υπουργείο δικαιοσύνης για τον εαυτόν του. Ο Γεώργιος Μπαλτατζής διορίστηκε υπουργός εξωτερικών και ναυτικών, ο Γούδας εκκλησιαστικών, ο Νικόλαος Θεοτόκης στρατιωτικών και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης οικονομικών. Άμεση πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να αποδεχθεί τους όρους της συμμαχικής συνδιάσκεψης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στη κοινωνία της Μικράς Ασίας.

Από την άλλη πλευρά η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μέσο ημερήσιο κόστος της εκστρατείας είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια δραχμές. Ο υπουργός οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης αναγκάστηκε να διχοτομήσει το χαρτονόμισμα, δηλαδή να προβεί σε μια πράξη δανεισμού κόβοντας στη κυριολεξία σε δύο μέρη το χαρτονόμισμα. Το ένα κομμάτι διατήρησε την μισή αξία του χαρτονομίσματος και το άλλο μετατράπηκε σε έντοκο δάνειο, εικοσαετούς διάρκειας. Ο Γούναρης, προσπαθώντας να λάβει οικονομική αλλά και διπλωματική ενίσχυση, αναχώρησε για τη Βιέννη, όπου συναντήθηκε στο περιθώριο της διάσκεψης για τα μέτρα της οικονομικής ανόρθωσης της Ευρώπης με ξένους ομολόγους του χωρίς όμως να καταφέρει κάτι το ουσιαστικό.

Απότοκο αυτής της προσπάθειας ήταν ο προϋπολογισμός να καταψηφιστεί και να οδηγηθεί σε παραίτηση. Αντικαταστάθηκε πάλι από τον Νικόλαο Στράτο, ο οποίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, και στη συνέχεια την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Πρωτοπαπαδάκης, όντας επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού. Ο Γούναρης διορίστηκε υπουργός δικαιοσύνης. Μια από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης ήταν η ψήφιση του νόμου περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων και η αντικατάσταση του Αναστάσιου Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη.

Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό. Ο στρατός ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα παρατημένη από τους συμμάχους ενώ από την αντίθετη πλευρά η Τουρκια με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωναν αντεπίθεση. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη  πρότεινε για αντιπερισπασμό επίθεση στη Κωνσταντινούπολη, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν. Έτσι στις 13 Αυγούστου εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση που είχε ως συνέπεια τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής.

Η κυβέρνηση αμέσως παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, η οποία δεν στάθηκε ικανή για να αντιμετωπίσει το στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Μυτιλήνη  και τη Χίο.

Η κυβέρνηση Γούναρη προώθησε μια σειρά από μέτρα, με τα οποία τα μεγάλα τσιφλίκια εκποιήθηκαν από το κράτος και διανεμήθηκαν στους κολίγους. Αν και κάποιοι από τους σχετικούς νόμους είχαν ψηφιστεί ήδη από την περίοδο 1916-1917, τότε τέθηκαν για πρώτη φορά σε εφαρμογή. Στις 22 Ιουλίου του 1922 είχε προτείνει την διανομή των κτημάτων της Εκκλησίας στους ακτήμονες, πρόταση η οποία δεν προχώρησε λόγω της κυβερνητικής αλλαγής.

Το εύλογο ερώτημα, το οποίο τίθεται είναι γιατί το Λαϊκό κόμμα επέλεξε να συνεχίσει την Μικρασιατική εκστρατεία παρ’ όλο που είχε κερδίσει τις εκλογές με κύρια προεκλογική δέσμευση την απόσυρση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία; Στη συγκεκριμένη απορία, απάντηση δίνει το ρητορικό ερώτημα του Γούναρη προς εκείνους που τον συμβούλευαν να εγκαταλείψει την Μικρά Ασία: «ναὶ ἀλλὰ τί θὰ ἀπογίνουν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ πληθυσμοὶ ποὺ τοὺς πήραμε στὸ λαιμό μας»; Η απόσυρση του στρατού σε μια τόσο κρίσιμη χρονική στιγμή, όταν υπήρχαν ακόμη οι ελπίδες για ολική εξόντωση του τουρκικού στρατού και οριστική επικράτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα παράλια της Μικράς Ασίας καθώς και η ελπίδα για την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των επτά θαλασσών δεν επέτρεψαν στους πολιτικούς του Λαϊκού κόμματος, και ειδικότερα στο Γούναρη, να προβλέψουν την επικείμενη καταστροφή. Και βέβαια ήταν υπαρκτός και ο κίνδυνος της τουρκικής αντεκδίκησης σε περίπτωση που ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε τα μικρασιατικά παράλια αφού οι Τούρκοι δεν ήταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν. Η μη εύρεση ικανοποιητικής λύσης διαφυγής ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Δίκη και εκτέλεση του Δημητρίου Γούναρη

Στις 17 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε έκτακτο στρατοδικείο για τη δίκη των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης είχαν ήδη συλληφθεί από ομάδα αξιωματικών με αρχηγό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Λίγο πριν τη σύλληψη του Γούναρη, του προτάθηκε να διαφύγει στο εξωτερικό αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αρχικά, η ανακριτική επιτροπή αποτελούνταν από τους Κωνσταντίνο Καλλάρη και Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, οι οποίοι όμως παραιτήθηκαν λόγων των παρεμβάσεων των μελών της επαναστατικής επιτροπής. Αντικαταστάθηκαν αμέσως από τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Θεόδωρο Πάγκαλο, αφού όμως πρώτα έλαβαν την διαβεβαίωση ότι δεν θα τους απονεμόταν χάρη.

Στις 15 Οκτωβρίου μεταφέρθηκαν οι κρατούμενοι από τις φυλακές Αβέρωφ σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στην παλιά Βουλή, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να μετακινούνται. Όταν ξεκίνησε η δίκη, που έμεινε στην ιστορία ως η δίκη των έξι και οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε: «Δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ στηρίζεται μέσα εἰς τὸ κατηγορητήριον καὶ αὐτὸ μὲ ἀνησυχεῖ. Ἔχουν ἐξασφαλίσει τὴν καταδίκη μας καὶ δὲν καταβάλλουν προσπάθειαν διὰ νὰ δημιουργήσουν λόγους φαινομενικῶς ἰσχυρούς». Χαρακτηριστικό της καλλιέργειας του και της ικανότητας του είναι ότι, αν και έπασχε από υψηλό πυρετό, κατάφερε και έγραψε απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων. Εξαντλήθηκε όμως και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του παρίστατο ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία.

Την 7η Νοεμβρίου ο συνήγορος του, Σωτηριάδης, κατέθεσε αίτηση αναβολής της δίκης σύμφωνα με τη Δικονομία λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του πελάτη του. Ο Γούναρης, ο οποίος είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς πυρετό, μεταφέρθηκε στην κλινική Ασημακοπούλου, όπου οι γιατροί διέγνωσαν βαριάς μορφής τύφο. Στην κλινική παρέμεινε μέχρι και το τέλος της δίκης. Παρ’ όλα αυτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αλέξανδρος Οθωναίος, αρνήθηκε να διακόψει τη δίκη, αγνοώντας το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υπεράσπιση.

Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, στις 5 π.μ. ο ταγματάρχης Κατσαγιαννάκης ξύπνησε τον Γούναρη για να τον μεταφέρει στις φυλακές Αβέρωφ, παρ’ όλο που οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει οποιαδήποτε μετακίνηση, προκειμένου να λάβει γνώση της απόφασης του δικαστηρίου. Μάλιστα επειδή αργούσε να ντυθεί λόγω της καταστάσεως του, ο Κατσαγιαννάκης τον απείλησε ότι θα τον μεταφέρει γυμνό έτσι και αργούσε λίγο ακόμη. Στις 9 π.μ η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στους κατηγορούμενους και ήταν καταδικαστική για τους έξι από τους συνολικά οκτώ κατηγορούμενους. Ο Γούναρης μαζί με τους Γεώργιο Μπαλτατζή, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Νικόλαο Θεοτόκη, Νικόλαο Στράτο και Γεώργιο Χατζανέστη καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου.

Στις 11:27 π.μ. εκτελέστηκε στο Γουδή, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Ελευθερίου Βενιζέλου χρόνια αργότερα: «Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς εκ των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις εφορμόσθη μετά το 1920, δύναται να κατηγορηθούν δια πράξιν προδοσίας της πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την μικρασιατικήν καταστροφή. Δύνεμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω, ότι το επ΄ εμοί ακραδάντως ότι θα ήσαν ευτυχείς, εαν η πολιτική των ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικό θρίαμβον». Τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Στον τόπο της εκτέλεσης οικοδομήθηκε ένας μικρός ναός έπειτα από έρανο, ο οποίος ονομάστηκε «ναός της Αναστασεως». Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν όλες οι ταφές πριν τις 3 μ.μ.

Η διαθήκη του Δημητρίου Γούναρη

Πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε:

Ὅτι περισσεύει ἐκ τῆς μικρᾶς μου περιουσίας, ἀφοῦ πληρωθοῦν τὰ χρέη μου, ἐπιθυμῶ νὰ περιέλθῃ εὶς τὸν γαμβρόν μου Κανέλλον Ἀ. Κανελλόπουλον ὅν ἐγκαθιστῶ γενικὸν κληρονόμον ἵνα τὸ χρησιμοποιήσῃ πρὸς καλλιτέραν ἀποκατάστασιν τῆς θυγατρός του Μαρίας. Εἰς τὴν ὑπηρέτριάν μου Εὐφροσύνην Στρατῆ ἀφίνω δέκα χιλιάδας, καὶ τὴν βιβλιοθήκην μου εὶς τὸν Δήμον Πατρῶν.

Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ μεγάλη περιουσία. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτικής βιβλιοθήκης. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημητρίου Γούναρη. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του. Επίσης το 1933 αναρτήθηκε επιγραφή από το υπουργείο δικαιοσύνης στην αίθουσα των φυλακών Αβέρωφ, στην οποία οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν τη θανατική τους καταδίκη. Σύμφωνα με την επίσημο διαδικτυακό τόπο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ο Γούναρης ήταν τέκτονας και ανήκε στην Πατρινή στοά Παλαιών Πατρών Γερμανός. Το αρχείο του δωρήθηκε από την Αμαλία Κανελλοπούλου και την Δόμνα Δοντά στο Εθνικό και Λογοτεχνικό Αρχείο. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν άτυχος. Χαρακτηριστικά τα λόγια του ανιψιού του Παναγιώτη Κανελλόπουλου: «Γνήσιοι Έλληνες ήταν και οι δύο, ο Βενιζέλος και ο Γούναρης, ο πρώτος ήταν τυχερός, ο δεύτερος άτυχος». Το 2010, μετά από αίτηση του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη από το 2008, εγγονού του πρώην πρωθυπουργού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, παύθηκε οριστικά από τον Άρειο Πάγο η δίωξη των έξι λόγω παραγραφής.

Οι Έμποροι των Εθνών

Οι Έμποροι των Εθνών είναι μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Όπως όλα τα βιβλία του συγγραφέα είναι γραμμένο στη γνωστή ιδιάζουσα καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, με τους διαλόγους σε γλώσσα καθομιλουμένη. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο δισεβδομαδιαίο περιοδικό «Μη Χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες, από τις 8 Νοεμβρίου του 1882 μέχρι τις 8 Φλεβάρη του 1883.

Οι Έμποροι των Εθνών
Οι Έμποροι των Εθνών

Πλοκή

Το έργο διαδραματίζεται στο διάστημα 1199 με 1207, παραμονές της Δ΄ Σταυροφορίας, όταν Βενετοί και Γενοβέζοι πειρατές εξορμούν για να κυριαρχήσουν στις Κυκλάδες. Στο βιβλίο, παράλληλα με το ερωτικό πάθος, περιγράφεται και το κλίμα της εποχής όπου «οι έμποροι των εθνών» με βασικό κίνητρο τη δίψα για χρήμα, καταφεύγουν σε ωμότητες και αυθαιρεσίες. Ο Ιωάννης Μούχρας, ένας ευπατρίδης της Νάξου αλλά και πειρατής ο ίδιος, σώζει τον Βενετό Μάρκο Σανούτο από τους Γενοβέζους πειρατές, και τον φιλοξενεί στο σπίτι του. Ο Ιωάννης έχει για σύζυγο την Αυγούστα, που ζει μια ζωή πολυτελή αλλά μονότονη, περιμένοντας τον άντρα της να γυρίσει από τις επιδρομές του. Ο Σανούτος, που είναι ένας φιλήδονος και μηδενιστής γόης, την αποπλανά, και κάποια στιγμή απάγει την Αυγούστα στη Βενετία. Ένα πάθος ξεκινάει ανάμεσα στον Σανούτο και την Αυγούστα, η οποία όμως στη συνέχεια μη αντέχοντας τη φιληδονία της, δραπετεύει για να κλειστεί σε μοναστήρι, στην Πάτμο. Ο Μούχρας προσπαθεί να βρει και να εκδικηθεί τον Σανούτο, αλλά δεν τα καταφέρνει. Στο τέλος η Αυγούστα πηγαίνει στη ναυαρχίδα του Σανούτου, αλλά δεν τον βρίσκει εκεί. Ο Μαύρος, ένας βοηθός του, με μια αναπάντεχη και αυθαίρετη εντολή του Σανούτου, πυρπολεί τα πλοία του καίγοντας ταυτόχρονα και την Αυγούστα.

Οι Έμποροι των Εθνών

Α΄Εκδρομή

Εν έτει σωτηρίω 1199 ουδείς καθ΄όλον το Αιγαίον πέλαγος είχεν ωραιοτέραν σύζυγον της του Ιωάννου Μούχρα, πλουσίου ευπατρίδου, κατοικουντος εν Νάξω. Αλλά τούτο δεν εκώλυεν αυτόν του να εκτελή παραβόλους εκδρομάς κατά των Γενουατών πειρατών, των ενοχλούντων αδιαλείπτως τους Βενετούς επιδρομείς και τους φιλησύχους νησιώτας.

Ο Ιωάννης Μούχρας κατώκει κατά την άκραν του Νεοχωρίου επί τινός λόφου παρά την θάλασσαν. Η οικία του μεγάλη και ευπρεπής ήτο ωχυρωμένη με τρεις πύργους και υψηλόν τείχος. Ενομίζετο δε ως άσυλον εν τω τόπω. Ο Ιωάννης Μούχρας είχε λάβει εκ προγόνων προνόμια παρά των Βενετών, άτινα εφύλαττε και διεξεδίκει επιμόνως. Αυτοί οι Γενουάται πειραταί εσέβοντο παραδόξως την οικίαν του. Αλλ΄εκείνος μη ευρίσκων αυτούς εν τη οικία των, ίνα τους σεβαστή, εξεστράτευσε κατ΄αυτών επί κεφαλής των τολμηροτάτων εκ των νησιωτών.

Άλλως τε δε, ήτο φιλόξενος και ευπροσήγορος προς πάντας. Η σύζυγος του, ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας. Άρχουσα δωδεκάδος θεραπαινίδων, διεύθυνε φρονίμως τα του οίκου. Ουδαμού ηκούσθη ποτέ ότι εκ της οικίας του Ιωάννου Μούχρα απεπέμφθη πτωχός με κανάς τας χείρας ή απεβλήθη ξένος ζητών φιλοξενίαν. Πάντες οι υπηρέται εμιμούντο τους κυρίους των και ήσαν λίαν φιλόφρονες εις τους ξένους. Αι αποθήκαι της οικίας έγεμον σίτου και εδωδίμων, οι σταύλοι χόρτου και κριθής. Ο Θεός εφαίνετο, ότι είχεν ανοιχτήν την χείρα επί του οίκου τούτου, ο δε ιδιοκτήτης εδέχετο την ευλογίαν ταύτην με ασκεπή την κεφαλήν. Ήτο ως βιβλικός πατριάρχης έχων εκτεταμένους τους κόλπους προς τας ανθρωπίνας ψυχάς, τας κειμένας παρά τους πόδας του. Μία μόνη σκιά υπήρχεν επί της εικόνος ταύτης, εστερείτο τέκνων και τούτο έφερεν αυτόν εις απόγνωσιν.

Άπαξ της εβδομάδος ο Ιωάννης Μούχρας απήρχετο νύκτωρ εκ της οικίας και επανήρχετο μετά εικοσιτέσσαρας ή τριάκοντα εξ ώρας άυπνος και κεκμηκώς. Η οικοδέσποινα συείθισε να τον προπέμπη ατάραχος αφ΄εσπέρας και να τον περιμένη την πρωίαν ήσυχος. Απέμαθε δε το να γογγύζη ή να μεμψιμοιρή κατ΄αυτού, καθώς έπραττε τους πρώτους μετά τον γάμον μήνας. Πού μετέβαινε;

Τα πέριξ νησύδρια ήσαν πολλάκις, και μάλιστα εν καιρώ τρικυμίας, καταφύγιον των πειρατών. Ο Μούχρας επέβαινε επί της γαλέρας του και τους κατεδίωκεν. ήτο δε η γαλέρα αυτή μεγάλη και οχυρά. Την είχεν αγοράσει σντί του ημίσεος της τιμής της παρ΄Ενετού τινός τυχοδιώκτου δυστυχήσαντος, όστις άμα καθελκύσας αυτήν εχρεωκόπησε τον δεύτερον από της αποδημίας του μήνα. Οι ναύται του εστασίασαν κατ΄αυτού, διότι ήσαν επί τρεις μέρες άσιτοι. Ο Βενετός τους προέτρεπε να επιτεθώσι κατά των Γενουαίων και των νησιωτών και να λάβωσι παρ΄αυτών τροφάς. Αλλ΄άνθρωποι, από τριών ημερών αριστήσαντες, δεν είχον όρεξιν να επιτεθώσι κατ΄άλλων αφθόνως δειπνησάντων, και το μόνον όπερ ηδυνήθησαν να πράξωσιν ήτο να ρίψωσι τον Βενετόν εις την θάλασσαν. Ούτος εσώθη κολυμβών και μεταβάς εις το πρώτον λιμένα, όπου ήξευρεν ότι η γαλέρα έμελλε να προσαρμοσθή, την επώλησεν εις τινά ανταποκριτήν του Μούχρα, όστις είχε λάβει από πολλού εντολήν ν΄αγοράσει δι΄αυτόν εν πλοίον.

Τις ηδύνατο να προΐδη προ ένδεκα μηνών, ότε εναυπηγήθη εν τοις ναυστάθμοις του Αγίου Μάρκου, ότι το ωραίον τούτο σκάφος έμελλε να περιέλθη εις τας χείρας του προεστού της Νάξου; Και όμως ο Ιωάννης ηδύνατο να καυχηθή ότι η σχέσις αυτή δεν ήτο η μόνη, ην προς την Βενετίαν ποτέ συνέδεσεν. Πολλοί ανδρείοι και τολμηροί της Πολιτείας ιππόται είχον λάβει παρ΄ αυτού ξενίαν, και ήσαν πρόθυμοι να τω την αποδώσωσι πότε, αν παρεπέμπετο να δικασθή ενώπιον το κραταιοτάτου συμβουλίου των Δέκα. Εν τούτοις η ωραία Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, αν και εγεννήθη εν Νάξω, ήτο κατά το ήμισυ Βενετή την καταγωγή. Ηγάπα τον σύζυγον της και έτρεφε βαθείαν στοργήν προς την ωραίαν νήσον, εν η είδε το φως. Ήτο ου μόνον προς τους ξένους ευπροσήγορος και ευεργετική προς τους φτωχούς, αλλ΄ευσεβής περί τα θεία, και η μήτηρ Φηλικίτη, ηγουμένη του Αγίου Κοσμά, μετά των πατέρων Μάρθωνος και Βικεντίου, διενέμοντο προς αλλήλους τα προϊόντα της ευσεβείας της. Το αίτιον, δι΄ό ο Μούχρας κατεδίωκεν επιμόνως τους πειρατάς, ήτο, ότι είχε λάβει παρά της Βενετίας ειδικόν προνόμιον. Ο δε σκοπός του ήτο να τύχη, ως τω είχον υποσχεθή, διπλώματος ναυάρχου και ευπατρίδου της Βενετίας.

Εσπέραν τινά, περί τα μέσα Μαρτίου, έσπευσε κατά το σύνηθες να επιβή της γαλέρας. Το πλήρωμα γινώσκον την συνήθη ώραν ήτο επί του πλοίου εγρηγορός. Η δε λέμβος μετά δύο ερετών τον επερίμενε παρά την προκυμαίαν.

-Εδώ είσαι, Μηνά; έκραξεν ο Ιωάννης Μούχρας πλησιάζων.

-Εδώ είμεθα αρχηγέ, απάντησεν ο έτερος των ερετών. Και εισήλθε εις την λέμβον ο Μούχρας. Οι ερεταί εκάθισαν επί των ζυγών και εκωπηλάτουν.

-Δε μας δείχνουν μέτωπον, αρχηγέ, αυτοί οι ανδρείοι, είπεν ο Μηνάς, όστις ελάμβανε θάρρος εκ της προς αυτόν ευνοίας του κυρίου του. Είναι τώρα πέντε μήνες, όπου κάμνομεν κάθε εβδομάδα τον συνήθη γύρον μας. Αλλ΄ούτε Γενοβέζος εφάνη, ούτε Βαρβαρέζος.

-Απόψε κάτι μου λέγει ότι θα έχομεν εργασίαν, είπεν ο δεύτερος ερέτης. -Πόθεν συμπεραίνεις τούτο, γερο-Πειράχτη, ηρώτησεν ο αρχηγός.

-Το μάτι μου το αριστερό πηδά, αρχηγέ, και το χέρι το δεξιό με τρώγει.

-Τι θα κάμωμεν! Ό,τι του τύχη του ανθρώπου, το τραβά, είπεν ο Μηνάς, όστις ήτο εικοσαετής και εφιλοσόφει προώρως.

-Επεθύμουν να ακούσω άλλο τι από το στόμα σου Μηνά,είπεν ο Μούχρας. Τώρα σύ ωμίλησες ως γέρων.

-Αρχηγέ, μην αμφιβάλλης διά το θάρρος μου, Εις το έργον θα το δείξω. Όσοι λέγουν λόγους, εις τα πράγματα είναι ψόφιοι και οι λόγοι των είναι στρογγυλοί ως μηδενικόν.

Εν τούτοις έφτασαν ήδη εις την γαλέραν. Ο Μούχρας με ελαφρότητα νεανικήν επήδησεν εις το κατάστρωμα. Η λέμβος ανειλκύσθη επί τας πλευράς. Ανέσπασαν την άγκυραν και απέπλευσαν.

Προσήγγιζε το μεσονύκτιον και το απόγειον ήρχισε να πνέη εκ της ξηράς. Ο δόλων εξογκώθη μετρίως και το πλοίον εκινείτο επαισθητώς. Μετά δύο ωρών πλούν έφθασαν εις τα νησύδρια Μάκαρας. Η σελήνη είχεν ανατείλει και έφεγγεν ωχρώς την θάλασσαν και τους γυμνούς βράχους. ότε έκαμψαν το πρώτον νησύδριον, ο Μηνάς παρηγγέλθη παρά του πρωρέως να ξυπνήση τον αρχηγόν, όστις μόλις είχεν αποκοιμηθεί.

-Τι τρέχει Μηνά; ε’ιπεν αυτός.

-Αρχηγέ, φαίνεται εν πλοίον αραγμένον εις τον μέγαν Μάκαρα. Ούτως ωνομάζετο η μεγίστη των νησίδων. Ο Μούχρας ανεπήδησεν ευθύς.

-Πού είναι, Μηνά; ηρώτησεν ανοίγων τους οφθαλμούς.

-Ιδού αυτό, αρχηγέ.

Και έδειξε την πρύμνην σκάφους προσωρμισμένου παρά την ακτήν.

Ο Μούχρας εστάθη επί τινάς στιγμάς παρατηρών προσεκτικώς.

-Κάμετε το σημείον, είπε στραφείς προς τον πρωρέα.

Ηκούσθη τι, ως λυγμός, συρίζον διά του αέρος.

……………………………………………………………………………..

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων είναι ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Τα γεγονότα πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο Γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Χωρίς δικαίωση το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/710

Οι Άγιοι Σαράντα (7ος αιώνας π.Χ.-…)

Οι Άγιοι Σαράντα (αλβ.Saranda) είναι πόλη και ομώνυμος δήμος του νομού Αυλώνα στη νότια Αλβανία. Βρίσκεται σε έναν ανοικτό κόλπο του Ιονίου Πελάγους στην κεντρική Μεσόγειο, περίπου 14 χλμ. ανατολικά του βόρειου άκρου της Κέρκυρας. Η πόλη των Αγίων Σαράντα έχει πληθυσμό περίπου 41.173 (εκτίμηση 2013). Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης του Βουθρωτού, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Οι Άγιοι Σαράντα θεωρούνται ένα από τα δύο κέντρα της ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία.

Οι Άγιοι Σαράντα
Οι Άγιοι Σαράντα

Το όνομα των Αγίων Σαράντα

Το σημερινό όνομα των Αγίων Σαράντα προέρχεται από το όνομα του Βυζαντινού μοναστηριού των Αγίων Σαράντα προς τιμή των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας. Τα ερείπια του μοναστηριού σώζονται στον λόφο πάνω από την πόλη. Ο κεντρικός ναός, πρωτοβυζαντινής εποχής, έχει δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό του και αψίδες σε όλο το μήκος των πλευρών του. Στον περίβολο του ναού λέγεται ότι υπήρχαν 40 εκκλησίες, μία για κάθε μάρτυρα της Σεβαστείας. Ο κεντρικός ναός περιγράφεται από τους ιστορικούς ως πρωτοβυζαντινής τεχνοτροπίας με δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό και αψίδες σε κάθε πλευρά. Υπό την Τουρκική κυριαρχία το όνομα έγινε Αγιά Σαράντι και στη συνέχεια «Σαραντόζ». Λόγω της Βενετικής επιρροής στην περιοχή, συχνά εμφανιζόταν σε Δυτικούς χάρτες με το Ιταλικό όνομα Σάντι Κουαράντα (Santi Quaranta). Η χρήση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αλβανίας, λόγω της πρώτης Ιταλικής κατοχής της περιοχής (1917-1920). Κατά τη δεύτερη κατοχή, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπενίτο Μουσολίνι άλλαξε το όνομα σε Porto Edda, προς τιμή της μεγαλύτερης κόρης του. Μετά την αποκατάσταση της Αλβανικής ανεξαρτησίας η πόλη απέκτησε το όνομα Σαράντα (Saranda).

Η Ιστορία των Αγίων Σαράντα

Η πόλη είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης του  Ογχησμού, που κατοικείτο από το ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων, της βορειοδυτικής αρχαιοελληνικής ομάδας, και άκμασε ως το επίνειο της πρωτεύουσάς τους Φοινίκης αλλά και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, καθώς ήταν εμπορικός σταθμός για το εμπόριο μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας.

Η πόλη δέχθηκε επιδρομή των Οστρογότθων το 551 μ.Χ., ενώ την ίδια εποχή έγινε επίσης στόχων πειρατικών επιδρομών Γοτθικών πλοίων. Σε μεσαιωνικό χρονικό του 1191 ο οικισμός φαίνεται ότι είχε εγκαταλειφθεί, ενώ η παλιά μεσαιωνική ονομασία του δεν μνημονευόταν πλέον. Από τότε το τοπωνύμιο προήλθε από το όνομα της γειτονικής Ορθόδοξης  βασιλικής εκκλησίας των Αγίων Σαράντα, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα, 1χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της σημερινής πόλης.

Το 1878 ξέσπασε ελληνική εξέγερση και οι επαναστάτες ανέλαβαν τον έλεγχο των Αγίων Σαράντα και του Δέλβινου, αλλά κατεστάλη από τα Οθωμανικά στρατεύματα, που έκαψαν 20 χωριά στην περιοχή.

Οι Άγιοι Σαράντα τον 20ό αιώνα

Η περιοχή συμπεριελήφθη στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913). Καταλήφθηκε δύο φορές από την Ελλάδα, το 1913 και από το 1914 ως το 1916, τη δεύτερη φορά από Έλληνες αντάρτες από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου. Το 1914 ξεκίνησαν στους Αγίους Σαράντα διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου και εκείνης της Αλβανίας, που συνεχίστηκαν στη γειτονική Κέρκυρα και τερματίστηκαν με την αναγνώριση την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μέσα στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος.

Καταλήφθηκε στη συνέχεια από την Ιταλία μεταξύ 1916 και 1920, ως τμήμα του Ιταλικού Προτεκτοράτου της νότιας Αλβανίας. Οι Άγιοι Σαράντα καταλήφθηκαν από τις Ιταλικές δυνάμεις το 1939 και ήταν στρατηγικό λιμάνι κατά την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο που ακολούθησε, η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνουσών Ελληνικών δυνάμεων στις 6 Δεκεμβρίου του 1940. Η κατάληψη αυτού του στρατηγικού λιμανιού επιτάχυνε περισσότερο την Ελληνική διείσδυση προς βορράν. Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, η πόλη επέστρεψε στον έλεγχο των Ιταλών. Στις 9 Οκτωβρίου 1944 η πόλη καταλήφθηκε από ομάδα Βρετανών καταδρομέων υπό τον Ταξίαρχο Τομ Τσόρτσιλ και ντόπιων παρτιζάνων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) υπό τον Ισλάμ Ραντοβίτσκα. Η εμπλοκή των Βρετανικών στρατευμάτων θεωρήθηκε προβληματική από το ΕΑΜ, που θεωρούσε ότι οι Βρετανοί θα χρησιμοποιούσαν την πόλη ως βάση τους και θα εγκαθιστούσαν στην περιοχή τους συμμάχους τους από την Ελλάδα, καθώς Βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι δυνάμεις του ΕΔΕΣ συμμετείχαν επίσης στην επιχείρηση. Πάντως τα Βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν γρήγορα από την περιοχή, αφήνοντάς τη στις Αλβανικές κομμουνιστικές δυνάμεις.

Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει Ελληνική κοινότητα στην πόλη, αν και μικρότερη. Βέβαια, συνεχίζουν να λειτουργούν τα Ελληνικά σχολεία, καθώς επίσης και οι εκκλησίες.

Η οικονομία των Αγίων Σαράντα

Χάρη στην πρόσβασή τους στις ακτές και στο Μεσογειακό κλίμα τους, οι Άγιοι Σαράντα έχουν γίνει σημαντικός τουριστικός προορισμός μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, αν και οι επισκέπτες είναι σχεδόν αποκλειστικά Αλβανοί και Έλληνες. Οι Άγιοι Σαράντα, καθώς και το υπόλοιπο της Αλβανικής Ριβιέρας, σύμφωνα με το Guardian, προόρισται να γίνει το νέο «ανεξερεύνητο στολίδι» της υπερπλήρους Μεσογείου. Έτσι ο τουρισμός είναι η κύρια οικονομική δραστηριότητα, ενώ μεταξύ των άλλων είναι η υπηρεσίες, η αλιεία και οι κατασκευές. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2008, ήταν 8,32%. Θεωρείται ότι η οικογενειακή και εποχιακή εργασία στον τουρισμό κατά τη θερινή περίοδο συμβάλλει στο μετριασμό του πραγματικού ποσοστού ανεργίας. Πρόσφατα η πόλη έχει βιώσει μια έντονη ανεξέλεγκτη κατασκευαστική δραστηριότητα, που μπορεί να υπονομεύσει τις μελλοντικές τουριστικές προοπτικές της. Από το 2012 το Λιμάνι των Αγίων Σαράντα είναι υπό επέκταση για τον ελλιμενισμό κρουαζιερόπλοιων. Το 2014 οι Άγιοι Σαράντα φιλοξένησαν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Dea.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιοι_Σαράντα