Η Ανακωχή του Μούδρου (1918)

Η Ανακωχή του Μούδρου που τερμάτισε τον πόλεμο Entente (Αντάντ)-Τουρκίας υπογράφτηκε από τους Τούρκους εκπροσώπους του σουλτάνου στις 30 Οκτωβρίου 1918 πάνω στο βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου. Εκεί αποδέχτηκε η Τουρκία του σουλτάνου τους όρους που υπαγόρευσε, για λογαριασμό των δυνάμεων της Entente, ο Άγγλος αντιναύαρχος Άρθουρ Κάλθορπ. Οι όροι ήταν εξοντωτικοί, σαφής έκφραση των διαθέσεων της Entente για διανομή των εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και άμεση ή έμμεση οικονομική διείσδυση. Η Ανακωχή του Μούδρου σήμανε ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», πάνω στο οποίο υπογράφτηκε η Ανακωχή του Μούδρου
Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων»

Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ των Συμμαχικών Δυνάμεων της Αντάντ (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αναλάμβανε τα ακόλουθα βάσει των 25 όρων – άρθρων της:

1. Την υποχρέωση του ανοίγματος των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα και την παράδοση των φρουρίων αυτών.

2. Την υπόδειξη των σημείων και έκταση πόντισης ναρκών και τορπιλών και παροχή βοήθειας στην αλίευσή τους.

3. Τη συγκέντρωση όλων των αιχμαλώτων των συμμάχων και των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και άμεση παράδοση αυτών.

4. Την παράδοση του τουρκικού στρατού (του οπλισμού) με άμεση αποστράτευση, εκτός του απόλυτα αναγκαίου για τη φύλαξη των συνόρων και την εσωτερική ασφάλεια. Η δε δύναμη που θα απέμενε και η κατανομή της, θα καθοριζόταν μεταγενέστερα, σε συνεννόηση με την τουρκική κυβέρνηση.

5. Την άμεση παράδοση όλων των πολεμικών πλοίων στους Συμμάχους.

6. Την παροχή δυνατότητας στους Συμμάχους να καταλάβουν, για λόγους ασφάλειας, οποιαδήποτε στρατηγικά σημεία επί του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έκριναν εκείνοι, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Οθωμανική κυβέρνηση.

7. Την ελεύθερη χρήση παντός λιμένος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από συμμαχικά πλοία.

8. Τη χρήση παντός υλικού επανόρθωσης που θα βρισκόταν σε τουρκικό λιμάνι.

9. Την ανεμπόδιστη κατάληψη του συστήματος υπόγειων διωρύγων της Ταυρίδας από τους συμμάχους.

10. Την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από τα ΒΔ σύνορα με την Περσία και επάνοδο στα προπολεμικά.

11. Την παράδοση του ελέγχου των υποβρυχίων καλωδίων.

12. Την αποφυγή καταστροφής στρατιωτικού, ναυτικού ή εμπορικού υλικού, χωρίς προηγούμενη συμμαχική άδεια.

13. Την παραχώρηση κάθε δυνατής διευκόλυνσης στον ανεφοδιασμό των συμμάχων, με αγορά ανθράκων και ναυτικού υλικού, απαγορευμένης της εξαγωγής τους.

14. Τον έλεγχο όλου του σιδηροδρομικού δικτύου από αξιωματικούς των συμμάχων και την παράδοση του Βατούμ.

15. Την παράδοση των φρουρίων της Χετζάζης, Ασσίρ, Υεμένης, Μεσοποταμίας (Ιράκ), Τριπολίτιδας και Κυρηναϊκής.

16. Την αποχώρηση των στρατευμάτων από την Κιλικία, καθώς και τη διάθεση στις συμμαχικές δυνάμεις όλης της εξάρτησης, όπλων και πυρομαχικών, καθώς και πάσης φύσεως μεταγωγικών του «αποστρατευθησομένου» τουρκικού στρατού.

17. Την παράδοση των λιμένων της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής.

18. Την εντός μηνός απέλαση οποιουδήποτε Γερμανού ή Αυστριακού υπηκόου από την Οθωμανική επικράτεια.

19. Την αποδοχή παράλληλης τοποθέτησης αξιωματικών της Αντάντ στο Οθωμανικό Υπουργείο Επισιτισμού.

20. Την κατακράτηση από τους συμμάχους Τούρκων αιχμαλώτων, εκτός εκείνων που υπερέβησαν το όριο στρατιωτικής ηλικίας.

21. Την άμεση διακοπή οποιασδήποτε σχέσης (οικονομικής, εμπορικής κ.λπ.) με τις κεντρικές Δυνάμεις (όρος που είχε ήδη ικανοποιηθεί).

22. Την επιφύλαξη στους Συμμάχους να καταλάβουν οποιοδήποτε χώρο στο βιλαέτι της Αρμενίας, εφόσον εκδηλωθούν ταραχές. Τα άρθρα 23 και 24 αφορούσαν κινήσεις των συμμαχικών δυνάμεων, ενώ το 25ο όριζε το τέλος των εχθροπραξιών τη μεσημβρίαν της ημέρας της υπογραφής, η οποία και ήταν η επομένη (31 Οκτωβρίου).

Ύστερα από την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου ο συμμαχικός στόλος, που περιελάμβανε και μια ελληνική μοίρα, ανέπλευσε τα Στενά και αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο. Έτσι ο Σουλτάνος και η Κυβέρνηση του, που είχαν υπογράψει την ανακωχή, ήταν υπό την «προστασία» των νικητών, με την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τους όρους της Ανακωχής.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές της έσχατης ταπείνωσης τονώθηκε το εθνικό αίσθημα των Τούρκων -που είχε αφυπνιστεί κυρίως τις μέρες των Νεοτούρκων- και οργανώθηκε ισχυρό κίνημα εθνικής αντίστασης, από τους τελευταίους μήνες του 1918 και τους πρώτους μήνες του 1919 και ύστερα.

Έπειτα οι Άγγλοι -σύμφωνα με τους όρους της Ανακωχής- κατέλαβαν διάφορες θέσεις όπως: την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, τη Μαγνησία, τον Κασαμπά (ανατολικά της Σμύρνης). Επίσης οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αττάλεια και κινούνταν στην ενδοχώρα, προς τα βορειοδυτικά, ως το βιλαέτι του Αϊδινίου (περιοχή της Σμύρνης), όπου θα ανακόψει την πορεία τους η παρουσία των Ελλήνων. Τέλος, οι Γάλλοι κατέλαβαν την Κιλικία, το νοτιοανατολικό τμήμα της Μικρασίας. Αλλά οι όροι της αποστράτευσης έμειναν ανεκτέλεστοι, ενώ, αντίστροφα, ενισχυόταν το κίνημα αντίστασης των Τούρκων εθνικιστών εναντίον όλων των ξένων, ιδιαίτερα των Ελλήνων, που οι Τούρκοι εθνικιστές τους είδαν ως όργανα του ξένου ιμπεριαλισμού, μολονότι οι Έλληνες μόνοι είχαν λόγους να ενδιαφέρονται για την τύχη «αλύτρωτων» αδελφών.

Οι διεκδικήσεις όλων είχαν χαρακτήρα οικονομικό, αποικιακό: έλεγχο των Στενών, ζώνες οικονομικής επιρροής, εκμετάλλευση υπεδάφους. Μόνο η Ελλάδα είχε τότε δικαιώματα βασισμένα στη μακραίωνη παρουσία ελληνικού πληθυσμού ειδικά στις δυτικές και βόρειες ακτές της Μικρασίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Μεταξάς (1871-1941)

Ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους  Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.

Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος  Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941. Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του ιταλικού  τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, που του επιδόθηκε από τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Η πράξη αυτή αποκρυσταλλώθηκε συμβολικά στον επίσημο κρατικό λόγο και στη δημόσια ιστορία, καθώς και εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη ως «ΟΧΙ».

Ο Ιωάννης Μεταξάς
Ο Ιωάννης Μεταξάς

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως έπαρχος. Ήταν γιος του Παναγή Μεταξά, ανώτατου κρατικού υπαλλήλου, και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο. Καταγόταν από παρηκμασμένο οικονομικά κλάδο των Αντζουλακάτων της αριστοκρατικής οικογένειας των Μεταξάδων και ήταν εγγονός του Μαρίνου Μεταξά, νομικού και γερουσιαστή, πρώτος ξάδερφος του Μενέλαου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού καθώς και ανιψιός του Αγαμέμνωνα Μεταξά και του Νικολάου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού και πολιτικού. Είχε άλλα δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά, σχετικά νέος, οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο. Μεγάλωσε με σχετική οικονομική άνεση μέχρι και το  1879, οπότε και ο πατέρας του απώλεσε την πολιτική θέση που κατείχε με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στην Κεφαλονιά. Στην Κεφαλονιά περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ενώ δημοτικό παρακολούθησε στο τοπικό σχολείο της Ιθάκης.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Μεταξά

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο  Ναύπλιο, όπου και ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου του. Το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία. Το 1902 αποφοίτησε από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις, δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Σύμφωνα με τα αρχεία της Ακαδημίας για τους αξιωματικούς που φοίτησαν εκεί κατά την ίδια περίοδο, ο Μεταξάς φοίτησε στην ίδια τάξη με τρεις μετέπειτα αρχηγούς του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου (Βίλχελμ Χάιε, Όττο Χάσσε και Γκέοργκ Βέτζελ), τον μετέπειτα Πρώσο υπουργό πολέμου και ιδρυτή της Ράιχσβερ στρατηγό Βάλτερ Ράινχαρντ, τον Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ (μετέπειτα διοικητή των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ενώ φαίνεται ότι στην ίδια τάξη φοιτούσε και ο Νουρεντίν πασάς, μετέπειτα διοικητής του τουρκικού στρατού κατά την Καταστροφή της Σμύρνης. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη  για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α’ Τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β’. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές του με τη βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε «Γιαννάκη». Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος. Στη συνάντηση του προσέφερε την θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.

Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά. Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε. Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Ιωάννης Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε Διοικητής του Επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως Διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά με το Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Ιωάννης Μεταξάς

Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας. Ο μεν Ιωάννης Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος, ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε, λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές, να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού ο Μεταξάς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας φανερά τη διατήρηση της ουδετερότητας. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απομάκρυνση του Δούσμανη, ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου. Στις 17 Φεβρουαρίου, αμέσως μετά την συνάντηση Βενιζέλου και Βασιλιά, ο Μεταξάς ανακοίνωσε την παραίτησή του υποβάλλοντας παράλληλα αίτηση αποστρατείας αλλά και ένα υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί θεωρούσε ότι η επιχείρηση των συμμαχικών δυνάμεων στο στενό των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε.

Όπως διατύπωσε στην εν λόγω επιστολή ο Μεταξάς, μια προσπάθεια κατάληψης εδαφών στην Μικρά Ασία θα ήταν καταδικασμένη εξαρχής, αφού αφενός θα αποδυνάμωνε το στρατιωτικό μέτωπο στα σύνορα με την Βουλγαρία, αφετέρου η αντιμετώπιση του σχεδόν εξ ολοκλήρου τούρκικου πληθυσμού στην ενδοχώρα της θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον έλεγχο των εδαφών. Εκτός αυτού, υποστήριξε πως τα εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας καθώς ήταν πεδινά ήταν ευάλωτα και δεν είχαν κατάλληλα σημεία για άμυνα ενάντια σε μια επίθεση από την ενδοχώρα. Για τον Μεταξά, μοναδική οριστική λύση θα ήταν η απευθείας κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας, που ωστόσο η Ελλάδα δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανή να πετύχει. Μετά την αποχώρησή του ο Μεταξάς φαίνεται ότι προχώρησε στην δημοσίευση ανυπόγραφων άρθρων στην εφημερίδα «Η Νέα Ημέρα Τεργέστης», στην οποία διέρρευσε μέρος των περιεχομένων από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Μικρά Ασία αποικία, γεγονός που προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των μικρασιατικών συλλόγων και του Βενιζέλου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Μεταξάς μαζί με τους Γεώργιο Στρέιτ, Δούσμανη και την Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, διατηρούσαν δε συνεχή επικοινωνία με το Βερολίνο, στο οποίο διοχέτευαν απόρρητα έγγραφα, με αξιωματούχους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα ως Υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύθηκε διάταγμα γενικής αποστράτευσης. Με προσωπική ανάμειξη του ίδιου του Μεταξά αλλά και των μελών του επιτελείου, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι επιστράτων, οι οποίοι στελεχώθηκαν με απόστρατους και αποτέλεσαν την πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα, αριθμώντας 200.000 μέλη. Οι σύνδεσμοι επιστράτων λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τον βασιλικό θεσμό καθ’ όλη τη διάρκεια των γεγονότων του Εθνικού Διχασμού. Στις 12 Αυγούστου 1916 ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ να αποβιβαστεί με 3.000 στρατιώτες στο Φάληρο και να προελάσει προς την Αθήνα, όπου συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τους Επιστράτους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει. Την αποχώρηση των συμμάχων ακολούθησαν διώξεις των Βενιζελικών, οπαδοί των οποίων συνελήφθησαν σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας. Τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί ως «Νοεμβριανά».

Η Εξορία του Ιωάννη Μεταξά

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν  κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα  αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των Κεντρικών Δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.

Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ. Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά, στις οκτώ το βράδυ, οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία. Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων. Παρ’ όλες τις πιέσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Τιττόνι (Tittoni), η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα ή Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο. Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη  Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.

Πολιτική σταδιοδρομία

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.

Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από τη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου. Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δε δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Παρόλα αυτά ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα. Το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο, όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά, η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική  καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για τη ζωή του.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των  Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη. Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε το κίνημα εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Το κίνημα αυτό καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Στην αρχή φάνηκε ότι οι κινηματίες υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο. Τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου και ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του, με νορβηγικό πλοίο από την  Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.

Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποδέχτηκε την νέα πολιτική σκηνή. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί από τους Βενιζελικούς. «Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον βασιλόφρονα πολιτικό κόσμο. Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκίνησε περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Με τη δικτατορία Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε. Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Ως υπουργός ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν αρμόδιος για το ζήτημα της σύμβασης που είχε υπογραφεί επί της δικτατορίας του Πάγκαλου με την εταιρεία ηλεκτρισμού «Πάουερ» με όρους δυσμενείς για το ελληνικό δημόσιο. Η κυβέρνηση της Βρετανίας διαμήνυσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν δεν επικυρωνόταν η σύμβαση δε θα είχε πρόσβαση σε δανειοδότηση από την αγγλική χρηματαγορά. Ως αρμόδιος υπουργός ο Μεταξάς κατάφερε να πείσει τους απρόθυμους βουλευτές να υπερψηφίσουν τη σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδυναμία της Ελλάδας «από απόψεως νομοθετικής» περιοριζόταν «υπό της παντοδυναμίας» των κρατών με τα οποία διατηρούσε σχέσεις. Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανέδειξαν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις  βουλευτικές εκλογές του 1932, στις οποίες το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες. Παρόλα αυτά ο Μεταξάς συμμετείχε στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις «μυθοπλασίες», κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα Καθημερινή. Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα, ενώ ο Μεταξάς 70. Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται η απέχθεια που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι. Προς υπεράσπισή του ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε. Από την άλλη, οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους συμμάχους των Γερμανών ύστερα από την παράδοση του Ρούπελ από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αποδεικνύουν τις όποιες εγγυήσεις ουδετερότητας στην καλύτερη περίπτωση ανεφάρμοστες.

Το 1935 το κόμμα του Μεταξά ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Η απελπισία του ήταν έκδηλη. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά. Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της.

Προς το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Μετά τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνιών κυρίως για το ζήτημα της επανόδου στο στράτευμα των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών του κινήματος του 1935. Με σειρά πρωτοβουλιών του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ κατάφερε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: στις 5 Μαρτίου ο Γεώργιος διόρισε εν αγνοία του πρωθυπουργού υπουργό στρατιωτικών το Μεταξά, θέση στην οποία θα παρέμενε μέχρι το θάνατό του το 1941. Η πολιτική σημασία της πράξης ήταν μεγάλη, καθώς ο Μεταξάς, εκτός από αφοσιωμένος φιλοβασιλικός, ήταν ένας από τους λιγοστούς πολιτικούς που είχαν υποστηρίξει την επιβολή ενός αυταρχικού, μη κοινοβουλευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου και την ίδια ημέρα ο βασιλιάς, δίχως να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς, διόρισε το Μεταξά πρωθυπουργό.

Μετά από νέα αποτυχία των Φιλελευθέρων να έλθουν σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, η κυβέρνηση Μεταξά  εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή στις 27 Απριλίου με 241 ψήφους υπέρ, 4 αποχές και 16 κατά, τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τρεις μέρες αργότερα, η Βουλή με ψήφισμά της διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η οποία δε λειτούργησε ποτέ.

Η πρωτοφανής αυτή παραίτηση του κοινοβουλίου από τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας συνέπεσε με την πολιτική στήριξη που προσέφερε ο παραδοσιακός πολιτικός κόσμος στην αυταρχική και κατασταλτική δράση της κυβέρνησης ενώπιον της πρωτοφανούς έξαρσης των εκδηλώσεων του εργατικού κινήματος την περίοδο αυτή, με αποκορύφωμα την αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου  στη Θεσσαλονίκη. Ο Μεταξάς έσπευσε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, επισείοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης και στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με στενούς συνεργάτες του. Στα μέσα Ιουλίου επήλθε συμφωνία για το αποτακτικό ζήτημα και το σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του αντιβενιζελικού Θεοτόκη και του ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος το ανακοίνωσε στο Γεώργιο. Η συμφωνία θα εφαρμοζόταν με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής. Όμως, στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή εικοσιτετράωρης πανελλαδικής απεργίας, ο Μεταξάς, επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει επ’ αόριστον την ισχύ πολλών διατάξεων του  Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, να διαλύσει τη Βουλή με τη συγκατάθεση του βασιλιά, ο οποίος εξέδωσε δύο παράνομα διατάγματα με τα οποία καταλύθηκε ο κοινοβουλευτισμός και επιβλήθηκε δικτατορία.

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά

Χαρακτήρας και ιδεολογία του καθεστώτος

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά είχε αρκετά εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων, αλλά ουσιαστικά κατατασσόταν από σύγχρονους παρατηρητές ως «απροσδιόριστο» και όχι φιλοφασιστικό καθεστώς. Δημιουργήθηκε η ΕΟΝ, οργάνωση νεολαίας – η συμμετοχή στην οποία αρχικά δεν ήταν υποχρεωτική – στην οποία χρησιμοποιούσαν σκούρες μπλε στολές (αντίστοιχα οι Ιταλοί φασίστες φορούσαν μαύρες στολές), υιοθετήθηκε ο χαιρετισμός δι’ ανατάσεως της δεξιάς χειρός (όπως στη Γερμανία του Χίτλερ). Οι Αδόλφος Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως δεκανείς, ανήλθαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές μέσω των μαζικών πολιτικών κομμάτων που διηύθυναν, δημιούργησαν ομάδες εφόδου που τρομοκρατούσαν τους αντιπάλους τους και ευθύνονται για μεγάλη σειρά πολιτικών δολοφονιών. Ο Μεταξάς επίσης δεν δίσταζε να συνεργαστεί και να χρησιμοποιήσει συλλόγους που υποστήριζαν και εφάρμοζαν δυναμική, βίαιη πολιτική, αλλά τα εργαλεία αυτά τα ενέτασσε σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικής οργάνωσης. Ο αντικοινοβουλευτισμός του Μεταξά δεν συνεπαγόταν τα πληβειοκρατικά στοιχεία του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τα οποία τον απωθούσαν. Επίσης, η ρητορεία των τελευταίων ήταν καθαρά ιμπεριαλιστική, αντιθέτως αυτής του Μεταξά. Ο Μεταξάς δε συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Βρετανία. Η βασική διαφορά του καθεστώτος του Μεταξά με τα φασιστικά ήταν ότι στηριζόταν στη δύναμη του στρατού, ο οποίος αρκείτο στη βεβαιότητα ότι δεν θα επανέλθουν οι βενιζελικοί αξιωματικοί. Παρά το ότι ήταν αντικομμουνιστικό, βίαιο και αντικοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν ήταν και ολοκληρωτικό, αφού δεν επεδίωκε τον γενικό συντονισμό όλης της κοινωνίας.

Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου, και η οποία εμπνεόταν από την ιδεολογία του «Γ΄ Ράιχ» αλλά είχε πιο παραδοσιακά στοιχεία, όπως την θρησκευτική πίστη. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α’) και Βυζαντινού (Β’) Πολιτισμού και να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον «παλαιοκομματισμό» και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Το καθεστώς Μεταξά δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. 

Διώξεις – αντικομμουνισμός

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δικτατορίας ήταν η αστυνομική τρομοκρατία, η οποία στράφηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα κυρίως κατά των κομμουνιστών, αλλά και κατά δημοκρατικών πολιτών. Επίσης και κατά κάποιων συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ιωάννη Μεταξά. Ο Γεώργιος Καφαντάρης σε ανακοίνωση διαμαρτυρίας γράφει «Αι αυθαίρετοι συλλήψεις είναι συνήθη φαινόμενα. Πάμπολλοι είναι οι υποβληθέντες εις μεσαιωνικά μαρτύρια». Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τα συνδικάτα διαλύθηκαν ενώ οι βασανισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο στα αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν τόσο άσχημες που μερικοί πέθαιναν από αρρώστιες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας είναι ότι η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον ίδιο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα πέτυχε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε και πέτυχε να επιβάλει έναν συστηματικό διωγμό του κομμουνιστικού στοιχείου. Την «επιχείρηση» αυτή ανέλαβε ο Υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος με βασανιστήρια, διώξεις και με πιστοποιητικά φρονημάτων επιχείρησε να περιορίσει την επέκτασή του. Ο αιφνιδιασμός του ΚΚΕ και η μη οργανωμένη αντίδραση είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη εξουδετέρωση του πρώτου από τη δικτατορία Μεταξά, όχι όμως και τη διάλυσή του.

Το καθεστώς από την πρώτη κιόλας μέρα έκλεισε τον Ριζοσπάστη και έκανε το πρώτο κύμα συλλήψεων. Τον Σεπτέμβριο του 1936 συνέλαβε και φυλάκισε τον Νίκο Ζαχαριάδη στην Κέρκυρα στην περιβόητη Ακτίνα Θ’. Μέχρι τα μέσα του 1938 συνέλαβε σχεδόν όλη την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις φυλακές της Ακροναυπλίας που λειτούργησαν από την άνοιξη του 1937 φυλάκισε την μεγαλύτερη ομάδα κομμουνιστών, περίπου 600 άτομα. Επίσης εκτόπισε στα μικρά νησιά Αη Στράτη, Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο, Γαύδο και αλλού πολλά στελέχη και μέλη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1939 ελάχιστα μέλη του ΚΚΕ είχαν παραμείνει ασύλληπτα. Το ΚΚΕ ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Το 1939 ο Μανιαδάκης κατασκεύασε την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ με ηγετικά στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στο καθεστώς, όπως ο Μιχάλης Τυρίμος και ο Μανώλης Μανωλέας. Μάλιστα η Προσωρινή Διοίκηση εξέδιδε και δικό της πλαστό Ριζοσπάστη και κατάφερε να συσπειρώσει στους κόλπους της αρκετά μέλη του ΚΚΕ. Παράλληλα, όμως, υπήρχε και η παλιά ηγεσία του ΚΚΕ, η λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή, η οποία εξέδιδε δικό της Ριζοσπάστη.

Στα τέλη του 1939 κατ’ εντολήν του φυλακισμένου Ζαχαριάδη, το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε από την Κέρκυρα για να ξεκαθαρίσει το κόμμα από τους χαφιέδες και να βοηθήσει στην ανασυγκρότησή του. Όμως, μπλέχτηκε στα δίχτυα της Ασφάλειας και εντάχθηκε στην Προσωρινή Διοίκηση με αποτέλεσμα και ο έγκλειστος Ζαχαριάδης να υποστηρίξει την Προσωρινή Διοίκηση σαν την πραγματική καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αλληλοκατηγορίες των δύο καθοδηγήσεων αποπροσανατόλισαν τα μέλη του ΚΚΕ, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου σύγχυση και το τοπίο ξεκαθάρισε προς τα τέλη του 1941, όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ μεσούσης της Κατοχής.

Το κοινωνικό προφίλ του καθεστώτος Μεταξά

Ο τομέας της κοινωνικής πρόνοιας θεωρείται ως ο μοναδικός τομέας που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου παρουσίασε μια συνολική και συνεπή πολιτική με την ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, την καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως την εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία ωστόσο είχε δυνητική αξία, εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια.

Εξωτερική και οικονομική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Για τη διαφορετική νοοτροπία Αγγλίας και Ελλάδας γράφει ο Βρετανός στρατηγός σερ Χ.Μ. Ουίλσον «κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά είχαν υιοθετηθεί ορισμένες ναζιστικές ιδέες. Η νεολαία χαιρετούσε χιτλερικά έως ότου οι Αυστραλοί την εδίδαξαν να χαιρετά με το σύνθημα της νίκης. Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης». Από τη δεκαετία του 1930 η αντιβενιζελική παράταξη στην οποία ανήκε ο Μεταξάς είχε συντονιστεί με την πολιτική των κρατών της δυτικής Ευρώπης στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα της Βρετανίας, θεωρώντας πως ήταν σύμφωνη με την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας ο Μεταξάς σύνηψε συμφωνία με τους Βρετανούς με την οποία άυξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημόσιου χρέους από 30% που προβλεπόταν για την διετία 1935-37 σε 40% ενώ στις αρχές του 1940 αυτό αυξήθηκε κατά 3% ακόμη. Τον Μάρτιο του 1937 δήλωνε με επιστολή του στον πρέσβη της Ελλάδος στο Λονδίνο ότι «οι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί».

Τον Οκτώβριο του 1938 ο Μεταξάς πρότεινε στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά, επιφυλασσόμενη να συνδεθεί με επίσημο τρόπο με ένα καθεστώς που θεωρούσε ότι είχε αβέβαιο μέλλον εξαιτίας της αντιδημοτικότητάς του και υπολογίζοντας ότι μια τέτοια συμμαχία θα αντιμετωπίζονταν ως πρόκληση από την Ιταλία και ίσως προξενούσε ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, την ώρα που η άμυνα της Ελλάδας ήταν ανεπαρκής. Από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη περαιτέρω μέτρων.

Οι Βενιζελικοί θεωρούσαν τον Μεταξά προσκείμενο στην γερμανική πλευρά, ενώ οι βασιλόφρονες θεωρούσαν ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ήταν προσκείμενος περισσότερο στην Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι στον μεσοπόλεμο ο Μεταξάς άλλαξε την πολιτική του γραμμή προς την Βρετανική αυτοκρατορία. Το είχε δηλώσει μάλιστα στην σύσκεψη των στρατηγών (Μάιος 1940) όπως και σε διάφορες συνεντεύξεις του ότι το επαναλαμβανόμενο δόγμα της Ελλάδας ήταν ότι δεν μπορούσε να βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο εκτός εκείνου της Αγγλίας. Η Αγγλία είχε στρατιωτική υπεροχή στην Μεσόγειο και ένας αγγλικός αποκλεισμός θα ήταν το τέλος της οικονομικής ανάπτυξης στη Ελλάδα. Μάλιστα αυτό αποδείχτηκε αργότερα με τον Βρετανικό αποκλεισμό κατά την διάρκεια της κατοχής που προξένησε την λιμοκτονία του Ελληνικού πληθυσμού.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος

Εξώφυλλο εφημερίδας "Έθνος", 28 Οκτωβρίου 1940.
Εξώφυλλο εφημερίδας «Έθνος», 28 Οκτωβρίου 1940.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή, όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα τον στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ’ άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου». Σύμφωνα με άλλες απόψεις αναγκάστηκε να πει το ΟΧΙ είτε λόγω της πίεσης από τον λαό, είτε λόγο του ότι ήταν αναγκασμένος. Άλλοι τονίζουν πως το ΟΧΙ ήταν προσχηματικό, καθώς ο Μεταξάς ήθελε απλώς να πέσουν μερικές τουφεκιές «για την τιμή των όπλων». Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος τη φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από κάποια ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ ως πλαστό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφασή του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940. Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε «Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών».

Το τέλος του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρρώστησε από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος, η οποία κατέληξε σε παραμυγδαλικό απόστημα με τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκές και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στις 6:00 π.μ.

Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941

«Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ. Οι θεράποντες ιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, Β. Μπένσης, Μ. Γεωργόπουλος, Μ. Μακκάς, Ε. Φωκάς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Χρυσικός, Γ. Καραγιαννόπουλος, Δ. Κομνηνός, Ν. Λωράνδος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Γεωργόπουλος».

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι «καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ» και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη («Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί»).

Επίσης, ο Σπύρος Παξινός Διευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών (1936-1941), το 1942 κατά τη διάρκεια δεξίωσης της Αγγλικής πρεσβείας στο Κάιρο, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη την επιθυμία του να γράψει ένα βιβλίο που θα απεκάλυπτε τα πάντα γύρω από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά και το οποίο θα εξέδιδε μετά τον πόλεμο. Την επόμενη μέρα τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και μεταφέρθηκε στις Συριακές φυλακές στο Άκρον, ως πράκτορας των Γερμανών. Με το τέλος του πολέμου μεταφέρθηκε σε φυλακές στην Ινδία και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, χωρίς να διαλευκανθεί το έγκλημα.

Η προσωπική ζωή του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν παντρεμένος από το 1909 με τη Λέλα Χατζηϊωάννου (1883 – 5-10-1984) με την οποία απέκτησε δύο παιδιά:

  • τη Λουκία Μεταξά, σύζυγο του Γεώργιου Μαντζούφα
  • την Ιωάννα Μεταξά, σύζυγο του καθηγητή ιατρικής και πρύτανη Ευγένιου Φωκά

Κόρη της Ιωάννας Μεταξά είναι η συγγραφέας Ιωάννα Φωκά – Μεταξά, σύζυγος του Αριστομένη Περρωτή, βουλευτή Μεσσηνίας.

Παρ’ ότι ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από οικογένεια μετριότατης οικονομικής κατάστασης, είχε μια πλούσια πνευματική καλλιέργεια και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη μουσική, τη ζωγραφική το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτή την καλλιέργεια φαίνεται ότι την απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και κατά την εξορία του στη Γαλλία και την Ιταλία (1917-1920). Κατά τη διάρκεια που είχε την εξουσία, εξακολουθούσε να παρακολουθεί τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας, όπως μαρτυρεί ο Παντελής Πρεβελάκης, Διευθυντής των Καλών Τεχνών επί καθεστώτος 4ης Αυγούστου. Στη διάρκεια της δικτατορίας δεν επιδίωξε την «στράτευση» καλλιτεχνών για την παραγωγή προπαγανδιστικού έργου, όπως συνέβη σε άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα του μεσοπολέμου. Κράτησε ίσες αποστάσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, απαγορεύοντας μόνο την παραγωγή εκείνων που ήταν ιδεολογικά αντίθετα με το καθεστώς.

Πηγή: www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Μεταξάς

Please follow and like us:
error0

Η Ελληνική Σημαία

Η Ελληνική Σημαία περιέχει εννέα ισοπαχείς, οριζόντιες και εναλλασσόμενες λευκές και κυανές παράλληλες λωρίδες, καθώς και έναν λευκό σταυρό μέσα σε ένα κυανό τετράγωνο (πλαίσιο) στο πάνω προΐστιο μέρος. Οι εννέα λωρίδες αντιστοιχούν στις συλλαβές της ιστορικής φράσης «Ελευθερία ή Θάνατος», όπως παράλληλα και στα γράμματα της λέξης «Ελευθερία». Ο σταυρός συμβολίζει τον σταυρό του χριστιανισμού και της ορθόδοξης πίστης, όπως και ο σταυρός που συχνά υπάρχει και στον ιστό. Τα κρόσσια που περικλείουν τη σημαία συμβολίζουν τις ψυχές όσων θυσιάστηκαν για την πατρίδα.

Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί
Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί

Ιστορία

Σταυρός και θρησκευτικός συμβολισμός

Οι ελληνικές σημαίες στη Βυζαντινή εποχή

Σημαίες και λάβαρα με το σύμβολο του σταυρού χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Οι ελληνικές σημαίες κατά την Τουρκοκρατία

Στη μεταβυζαντινή εποχή σημαίες με το σύμβολο του σταυρού είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Έλληνες σε διάφορες εποχές και κατά τόπους σε περιπτώσεις εξεγέρσεων. Δημοτικά τραγούδια των  αρματολών του 17ου και 18ου αιώνα αναφέρουν ότι αυτοί είχαν φλάμπουρα με τον σταυρό και άλλα θρησκευτικά σύμβολα.

Για παράδειγμα, δημοτικό του μικρού Χορμόπουλου (1683) αναφέρει: Είν’ ο Σουμήλας πώρχεται μαζί με τον Μεϊντάνη.
Και το μικρό Χορμόπουλο το χιλιοπαινεμένο
Πού’νε καμάρι των Κλεφτών καμάρι των Αγράφων,
Φέρουν τα φλάμπουρα ανοιχτά με το Σταυρό στη μέση.

Επίσης το δημοτικό του Νικολού Τζουβάρα (1770), αρματολού της Λάμαρης: Ρωτάτε για το Νικολό, τον καπετάν Τζιουβάρα,
Πού’ταν στο Λούρο αρματωλός, στο Καρπενήσι κλέφτης
Είχε φλάμπουρο όμορφο, κόκκινο και γαλάζιο,
Με το Χριστό, με το Σταυρό και με την Παναγία.

Η σημαία με λευκό σταυρό σε μπλε φόντο υψώθηκε από το στόλο που με αρχηγό το Γιάννη Σταθά και υπαρχηγό το Νικοτσάρα πραγματοποιούσε επιδρομές σε παράλια του βόρειου Αιγαίου το 1807. Αυτή ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο. Σε αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα, τον Σκιαθίτη διδάσκαλο του Γένους Επιφάνιο-Στέφανο Δημητριάδη, τους Λαζαίους, τον Αναστάσιο Καρατάσο, τον Λιόλιο Ξηρολειβαδίτη, τον Νικόλαο Τσάμη και πολλούς άλλους. Οι καπεταναίοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μοναστήρι για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το μπλε εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.

Οι σημαίες της Ελληνικής Επανάστασης

Το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και το κάθε στρατιωτικό σώμα έφερε τη δική του σημαία. Οι επαναστατικές σημαίες είτε ήταν τρίχρωμες (άσπρο-μαύρο-κόκκινο) με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας (όπως π.χ. τον φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του ή την άγκυρα κ.ά.), τα οποία είχαν όλες οι σημαίες των νησιών, είτε ακολουθούσαν τα μπαϊράκια και τα φλάμπουρα των αρματολών φέροντας σταυρό μαζί με αγίους ή τον αετό, ενώ πολλά χωριά εξεγέρθηκαν υπό το λάβαρο της εκκλησίας της ενορίας τους.

Το 1822 πραγματοποιήθηκε η Α´ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, η οποία ψήφισε το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, το πρώτο ελληνικό σύνταγμα. Στις παραγράφους ρδ’ και ρε’ του Προσωρινού Πολιτεύματος συναντάται η πρώτη απόφαση για τη μορφή της ελληνικής  σημαίας, με την οποία καθιερώθηκαν το κυανό και το λευκό ως χρώματα της σημαίας και ανατέθηκε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της.

Σύμφωνα με μια θεωρία θέλησαν να αποφύγουν το κόκκινο και το πράσινο, χρώματα δηλαδή που συνδέονταν με τον ισλαμισμό και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ παράλληλα σύμφωνα με άλλη θεωρία, η επιλογή των χρωμάτων έγιναν για να συμβολίζει το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων. Πάντως η πιο διαδεδομένη θεωρία για το πλήθος των λωρίδων, είναι ότι συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης «ελευθερία ή θάνατος», οι πέντε κυανές τις συλλαβές «Ε-λευ-θε-ρί-α» και οι τέσσερις λευκές «ή θά-να-τος». Οι θεωρίες για την επιλογή των χρωμάτων και το συμβολισμό των λωρίδων κρίνονται συχνά βέβαια ως λαϊκοί θρύλοι και ρομαντισμοί. Ωστόσο, γεγονός είναι πως πολλές από τις σημαίες της επανάστασης έφεραν μία από τις φράσεις «Ελευθερία ή Θάνατος», «Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ», ή «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

Στις 15 Μαρτίου 1822 εκδόθηκε η απόφαση 540 του εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του. Το διάταγμα όριζε για τις σημαίες ότι:

α) των μεν κατά γην δυνάμεων η σημαία, σχήματος τετραγώνου, θα είχεν εμβαδόν κυανούν, το οποίο θα διηρείτο εις τέσσαρα ίσα τμήματα από άκρων έως άκρων του εμβαδού

β) η δε κατά θάλασσαν σημαία θα ήτο διττή’ μία διά τα πολεμικά και άλλη διά τα εμπορικά πλοία. Και της μεν διά τα πολεμικά πλοία το εμβαδόν θα διηρείτο ες εννέα οριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμειβομένων εις αυτά των χρωμάτων λευκού και κυανού’ εις την άνω δε προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο τετράγωνον κυανόχρουν, διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού λευκοχρόου. Της δε διά τα εμπορικά πλοία διωρισμένης το εμβαδό θα ήτο κυανούν’ εις την άνω προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο ωσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού κυανοχρόου.

Σύμφωνα με κείμενο στο ιστορικό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών υπ’ αριθμόν 8711, η πρώτη σημαία που υψώθηκε στα Καλάβρυτα:

…έφερεν άνωθεν σταυρόν, με γραμμάς κάτωθεν αυτού 16, κατά το σύνθημα της Εταιρείας των Φιλικών, και με την επιγραφήν ή ελευθερία ή θάνατος. Κατόπιν δε ο Ν. Σολιώτης έλαβε προσφερθείσαν αυτώ παρά της μονής Αγίας Λαύρας την χρυσοκέντητων επί των Χριστιανών αυτοκρατόρων σημαίαν της μονής, φέρουσα εξ ενός την Ανάστασιν και ετέρωθεν τον άγιον Γεώργιον. Σώζονται δε ως παρακαταθήκαι μετά τον Αγώνα παρά του Σολιώτου εις τη ρηθείσαν μονήν αμφότεραι αυταί αι σημαίαι.

Σημαία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους

Επί Όθωνα προστέθηκαν στη σημαία του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού τα βασιλικά παράσημα. Η εμπορική σημαία ορίστηκε να είναι σαν την σημαία του πολεμικού ναυτικού, χωρίς τα παράσημα.

Το 1862 με την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα, αφαιρέθηκαν απ’ τις σημαίες τα βασιλικά παράσημα. Επί Γεωργίου Α΄ προστέθηκε στις σημαίες στρατού και πολεμικού ναυτικού το βασιλικό στέμμα. Το 1864, ορίστηκε η σημαία του πεζικού να φέρει στο κέντρο της εικόνα του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του πεζικού. Στις 31 Μαΐου 1914 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που όριζε με ακρίβεια τη μορφή των σημαιών, χωρίς να μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά που ήδη είχαν. Ορίστηκε επίσης σημαία που θα χρησιμοποιείται από υπουργεία, πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια. Ακόμη όρισε ότι η σημαία του εμπορικού ναυτικού είναι και η εθνική σημαία, αυτή δηλαδή που επιτρεπόταν να υψώνουν και οι ιδιώτες. Στις 25 Μαρτίου 1924 τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών αφαίρεσαν τα στέμματα από τις σημαίες, εκτελώντας το ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης στην Αθήνα «Περί ανακηρύξεως τής Δημοκρατίας».

Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 1934
Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες

Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 νέο διάταγμα για τη μορφή της Σημαίας, όριζε ότι η κλίμακα της εθνικής σημαίας είναι 2:3. Η επίσημη σημαία είναι «κυανούν ορθογώνιο, με αναλογίες διαστάσεων επίσης 2:3, το οποίο διαιρείται σε τέσσερα ίσα ορθογώνια δι’ ορθίου λευκού σταυρού, του οποίου αι κεραίαι έχουσι πλάτος ίσον προς το 1/5 του πλάτους της σημαίας». Η επίσημη σημαία ορίστηκε να χρησιμοποιείται από υπουργεία πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια και η εθνική σημαία από πολεμικά και εμπορικά πλοία, ναυτικά και λιμενικά καταστήματα και ιδρύματα, από τα προξενεία και από τους ιδιώτες. Το διάταγμα όριζε ακόμη η σημαία του πεζικού να χρησιμοποιείται από τα συντάγματα πεζικού και ευζώνων, και στον ιστό της να φέρει υπερκείμενη σταυροφόρο χρυσή σφαίρα με εμπρός τον αριθμό του συντάγματος και πίσω το γράμμα Π.

Στις 10 Οκτωβρίου του 1935 επαναφέρθηκαν τα στέμματα στις σημαίες με το ψήφισμα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης στην Αθήνα «Περί καταργήσεως τής αβασιλεύτου Δημοκρατίας». Το 1967, η Χούντα των Συνταγματαρχών αφαίρεσε το στέμμα από τις σημαίες, και το 1969 με νέο ψήφισμα καταργήθηκε η σημαία του πεζικού και καθιερώθηκε ως επίσημη σημαία εκείνη του Ναυτικού. Στις 18 Αυγούστου του 1970, η αναλογία της σημαίας μετατράπηκε από 2:3 σε 7:12. Μετά τη  Μεταπολίτευση, ο Νόμος 48/1975 και το Προεδρικό Διάταγμα 515/1975 ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τη μορφή και τις διαστάσεις της σημαίας.

Ο Νόμος 851/21-12-1978 (ΦΕΚ 233 τ. Α΄) «Περί εθνικής Σημαίας, των Πολεμικών Σημαιών καί του Διακριτικού Σήματος τού Προέδρου τής Δημοκρατίας» καθόριζε την επίσημη εθνική σημαία που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, καθώς και τις τεχνικές και τυπικές προδιαγραφές της. Η κλίμακα της σημαίας άλλαξε πάλι σε 2:3, όπως φαίνεται από τις διαστάσεις που προβλέπονται (π.χ. 432:648 ή 90:135). Στα πλαίσια του άρθρου 9, καταργήθηκαν οι διατάξεις των προηγούμενων ετών (1967, 1969, 1971, 1973, 1975). Η επίσημη σημαία, ίδια με τη σημαία του στρατού ξηράς, καταργήθηκε με αυτόν το νόμο και αντικαταστάθηκε πλήρως από την εθνική σημαία, η ανάρτηση της οποίας γίνεται πάνω σε λευκό κοντό, στην κορυφή του οποίου υπάρχει (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) λευκός σταυρός.

Το 1980, το Προεδρικό Διάταγμα 348/17-4-1980 (ΦΕΚ 98 τ. Α΄), καθόριζε με λεπτομέρειες τις προδιαγραφές για τις πολεμικές σημαίες. Η σημαία της Πολεμικής Αεροπορίας φέρει στο κέντρο του σταυρού την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Η ελληνική σημαία εορτάζει και τιμάται στις 27 Οκτωβρίου, παραμονή της επετείου του «ΟΧΙ». Δίπλα στην κρατική σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας συχνά συναντάται και η εθνική ελληνική σημαία. Σε μερικούς θεσμούς όπως η εκπαίδευση και ο στρατός η παρουσία της ελληνικής σημαίας είναι επίσημη και θεσμοθετημένη.

Η εξέλιξη της ελληνικής σημαίας

Η επίσημη σημαία της Ελλάδας όπως εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου.

1822-1969
1822–1969
1970-1975
1970–1975
1975-1978
1975–1978
1978-σήμερα
1978–σήμερα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σημαία_της_Ελλάδας

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800-1831)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800 – 22 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Βίος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη και ήταν ο τριτότοκος γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη για μεγάλο διάστημα, καθώς είχε σταλεί εκεί ως όμηρος ως εγγύηση πίστης του πατέρα του προς το Σουλτάνο, όμως λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης δραπέτευσε στη Μάνη. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με κυριότερη τη μάχη των Δερβενακίων. Το 1822, ταξίδεψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό  στη Βερόνα της  Ιταλίας. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε στο Νεόκαστρο από τον Ιμπραήμ, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος υποσχόμενος την υποταγή της Μάνης, υπόσχεση την οποία φυσικά δεν τήρησε.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Καποδίστρια για να μεταβεί στο  Ναύπλιο ο θείος του, Κατσής Μαυρομιχάλης, ο οποίος με την άφιξή του εκεί, φυλακίστηκε. Μετά από αυτό το γεγονός, αλλά και επειδή ο Καποδίστριας επιδίωκε να ελέγξει τα προνόμια των προυχόντων, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και όλη η σημαντική οικογένεια των  Μαυρομιχαλαίων τάχτηκε δημόσια εναντίον του, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με το θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν, δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, καρφώνοντάς του ένα μακρυμάνικο μαχαίρι στην καρδιά, ενώ ο θείος του πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Έπειτα κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία τον προστάτεψε από τον κόσμο που τον καταδίωκε, αλλά στη συνέχεια υποχρεώθηκε να τον παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί (ο θείος του, έπεσε νεκρός από τις πιστολιές της προσωπικής φρουράς και μετά διαμελίστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα από το έξαλλο πλήθος).

Καταδικάστηκε για την πράξη του και τουφεκίστηκε στις 9 Οκτωβρίου (22 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στο Ιτς-Καλέ, παρουσία του πατέρα του, Πετρόμπεη, που ήταν εκεί φυλακισμένος από τον Καποδίστρια.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Μαυρομιχάλης

Please follow and like us:
error0

Η Ανακωχή των Μουδανιών (1922)

Η Ανακωχή των Μουδανιών είναι η συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητριών δυνάμεων του Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο  με την Τουρκία και η οποία καθόριζε τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας έπειτα από την ήττα της Ελλάδας στον μεταξύ των δυο χωρών πόλεμο.

Το σπίτι όπου υπογράφτηκε η Ανακωχή των Μουδανιών
Το σπίτι όπου υπογράφτηκε η Ανακωχή των Μουδανιών

Τα γεγονότα πριν την Ανακωχή των Μουδανιών

Το Σεπτέμβριο του 1922 ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταλείψει ηττημένος τη Μικρά Ασία, ενώ εκατοντάδες χιλιάδων πρόσφυγες έφταναν κατησχυμένοι στην Ελλάδα, αναζητώντας καταφύγιο. Η διπλωματική, πολιτική και οικονομική θέση της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα δυσμενής, ενώ οι Τούρκοι πίεζαν τις μεγάλες δυνάμεις να αποδεχτούν τις απαιτήσεις τους, προκειμένου να τερματισθεί ο μικρασιατικός πόλεμος. Στις διεκδικήσεις τους περιλαμβάνονταν η ενσωμάτωση ολόκληρης της Θράκης και η αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών της. Ωστόσο, ο Κεμάλ Ατατούρκ δεν διέθετε πολεμικό ναυτικό και το ελληνικό Δ΄ Σώμα στρατού που είχε υποχωρήσει συντεταγμένα και μη έχοντας εμπλακεί στις κυρίως μάχες του Αυγούστου 1922 διατηρούσε ακέραιες τις δυνάμεις του και τον έλεγχο της Ανατολικής Θράκης. Προκειμένου να εξευρεθεί μια λύση, στις αρχές του Σεπτεμβρίου συναντήθηκαν στο Παρίσι εκπρόσωποι της ΚτΕ, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας και αποφάσιζαν να συγκαλέσουν μια διάσκεψη στις 3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά.

Η υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών

Η Ανακωχή υπογράφτηκε στα Μουδανιά στις 13 Οκτωβρίου 1922, χωρίς τη σύμπραξη της ελληνικής αντιπροσωπείας. Οι Σύμμαχοι εξασφάλισαν τον έλεγχο των Στενών που τους ενδιέφερε και αποδέχτηκαν την αποχώρηση των Ελλήνων όχι μόνο από τη μικρασιατική ζώνη, αλλά και από την Ανατολική Θράκη, όπου όμως υπήρχαν ισχυρές ελληνικές δυνάμεις και μπορούσαν να την κρατήσουν. Άλλωστε οι βρετανικές δυνάμεις, που έλεγχαν τα Στενά, χερσαίες και ναυτικές, μπορούσαν να αποτελέσουν προστατευτικό προκάλυμμα για τη Θράκη και να ανακόψουν την προέλαση των δυνάμεων του Κεμάλ στη μικρασιατική πλευρά των Στενών και να ανταποδώσουν έτσι την προστασία-κάλυψη, που τα τρία προηγούμενα χρόνια τους παρείχε ο ελληνικός στρατός. Αλλά στις διαπραγματεύσεις στα Μουδανιά πρυτάνευσε η επιλογή: να ρυθμίσουν τα ευνοϊκά τα ζητήματα τους οι Σύμμαχοι και να επιστρέψουν στους Τούρκους την Ανατολική Θράκη που ως τότε την κατείχαν οι Έλληνες. Ο σχετικός μάλιστα όρος προέβλεπε άμεση αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την περιοχή εκείνη.

Συνέπειες της Ανακωχής των Μουδανιών

Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχτεί αυτή τη ρήτρα, αποχώρησης από την Ανατολική Θράκη, αλλά αναγκάστηκε να υποκύψει και να αποδεχτεί την Ανακωχή των Μουδανιών. Την επόμενη άρχισε η αποχώρηση του ελληνικού στρατού που τον ακολούθησαν και 250.000 άμαχοι. Έτσι ξεριζώθηκε βίαια και ο Ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης και πύκνωσε το ρεύμα της προσφυγιάς. Στις 25 Νοεμβρίου 1922 οι Έλληνες παρέδωσαν στους Συμμάχους -ως μεσολαβητές- τη διοίκηση της Ανατολικής Θράκης και εκείνοι διαβίβασαν τη διοίκηση αυθημερόν στους Τούρκους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Τα Γρεβενά (3000π.Χ.-…)

Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στην δυτική Μακεδονία. Το υψόμετρο στην πλατεία των Γρεβενών είναι 535μ.

Το ρολόι στα Γρεβενά
Το ρολόι στα Γρεβενά

Η γεωγραφία των Γρεβενών

Τα Γρεβενά βρίσκονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, στο δυτικό λεκανοπέδιο του ποταμού Αλιάκμονα, βόρεια του μεγαλύτερου παραπόταμου του Βενέτικο σε υψόμετρο 535 μέτρα. Έχει πληθυσμό 13.137 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Από τους πιο ορεινούς νομούς της χώρας, τα Γρεβενά φιλοξενούν ένα τεράστιο κομμάτι του «Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου» με βουνά όπως η θρυλική Πίνδος και κοιλάδες σαν την προστατευόμενη Βάλια Κάλντα με τα απέραντα δάση βελανιδιάς, ποτάμια και παραπόταμους, λίμνες και μοναδικούς γεωλογικούς σχηματισμούς. Η οικονομία της πόλης βασίζεται στις υπηρεσίες και το εμπόριο. Η πόλη εμφανίζεται από την εποχή του Βυζαντίου. Τα Γρεβενά αναφέρονται για πρώτη φορά σε κείμενο με το όνομα Γριβάνα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905 – 953). Το όνομα συναντιέται σε γραπτές και προφορικές πηγές με τις παραλλαγές «Γραιβινό», «Γρεβενός», «Γρεβυνόν», «Γκρεμπενίτζ», «Γρεβαινά», «Γρεβαινό» κλπ. Το πιθανό είναι η τοπωνυμία να είναι λατινικής προέλευσης, καθώς στη λατινική γλώσσα υπάρχει η λέξη gravis = δυσχερής, απότομος, τραχύς και το επίρρημα grave με παραπλήσιες έννοιες. Το Νοέμβριο του 2007 ανακηρύχθηκε επίσημα «Πόλη των Μανιταριών».

Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.
Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.

Τα Γρεβενά στην αρχαιότητα

Ενώ η ζωή στην ευρύτερη περιοχή του νομού ανιχνεύεται από αρχαιοτάτων χρόνων, παραμένει άγνωστο πότε και πώς ιδρύθηκε η πόλη των Γρεβενών και ποια ακριβώς πορεία και εξέλιξη είχε στο πέρασμα των αιώνων. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.χ. ελληνικά φύλα ήταν εγκατεστημένα στη Δυτική Μακεδονία και σε τμήμα της Ηπείρου. Στην περιοχή των Γρεβενών βρίσκονταν τα όρια μεταξύ Αρκάδων, Ιώνων, που κατοικούσαν νοτιότερα, και Δυτικών φύλων, που κατοικούσαν δυτικότερα προς την Ήπειρο. Ομάδα από τα Δυτικά φύλα, οι Μακεδόνες μετά από περιπλανήσεις κατέληξαν πάλι στη Δυτική Μακεδονία τον 14ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που συγγενής ομάδα μετακινούνταν προς νότο, όπου μετέπειτα έλαβε το όνομα Δωριείς. Κατά το 12ο αιώνα π.Χ. ηπειρωτικό φύλο, οι Ελιμιώτες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών. Ευρήματα τυχαία μαρτύρησαν ότι οι κάτοικοι της περιοχής είχαν επαφή με τα άλλα ελληνικά φύλα, φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τα Γρεβενά στη Ρωμαϊκή Εποχή

Την περίοδο αυτή η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε παραμεθόρια περιοχή. Οι επιδρομές φύλων από το βορρά ήταν συνεχείς και οι Ρωμαίοι είχαν μεγάλη ανάγκη από μισθοφόρους οπλίτες. Στις λεγεώνες του κατετάγησαν αρκετοί ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών, φτωχοί και τότε, όπως και σήμερα. Αυτοί μετακινούμενοι μαζί με τις οικογένειές τους προς τη βόρεια Βαλκανική επί σειρά ετών έγιναν με την πάροδο του χρόνου δίγλωσσοι, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν και τη λατινική. Βέβαια η γλώσσα δεν ήταν η ακριβής λατινική αλλά άλλη απλούστερη με πλήθος ελληνικών λέξεων. Από αυτούς τους εκλατινισθέντες λεγεωνάριους προήλθαν οι Βλάχοι και η βλάχικη γλώσσα. Καθώς κατά την όψιμη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας μ.Χ.) η περιοχή των Γρεβενών ανήκε διοικητικά στη Θεσσαλία ήταν στενές οι σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Ανάμεσα στα βόρεια φύλα που πραγματοποίησαν επιδρομές στην περιοχή Γρεβενών, περιλαμβάνονται και οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αποτέλεσμα της επιρροής τους, ήταν η ύπαρξη σλάβικων τοπωνυμίων μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Η Τουρκοκρατία στα Γρεβενά

Τα Γρεβενά βρίσκονταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία από το 1385. Επί τουρκοκρατίας η περιοχή υπήρξε πατρίδα και εστία δράσης ονομαστών αρματολών. Το αρματολίκι της Πίνδου παρουσιάζεται σε δράση από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Βασική του έδρα ήταν η Βάλια Κάλντα, το ασφαλέστερο και κυριότερο λημέρι της. Ο 18ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των επιδρομών Αλβανών ληστών, οι οποίοι άρπαζαν, βίαζαν και κατέστρεφαν. Τέλος στις αλβανικές επιδρομές έθεσε η τοποθέτηση στο πασαλίκι της Ηπείρου του Αλή πασά (1788). Αυτός επέκτεινε την κυριαρχία του στα Γρεβενά το 1807, οπότε πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια μπέηδων στην υπηρεσία του Αλή. Στην Ελληνική Επανάσταση έλαβαν μέρος και Γρεβενιώτες. Τελικά, η απελευθέρωση των Γρεβενών από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε την 13η Οκτωβρίου 1912.

Η Γερμανική κατοχή στα Γρεβενά

Κατά τη Γερμανική κατοχή, η περιοχή των Γρεβενών δοκιμάστηκε, λόγω της επιθυμίας των Ιταλών να ιδρύσουν το «Πριγκιπάτο της Πίνδου». Ωστόσο, υπήρξε μεγάλη εστία αντίστασης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ.

Τα Γρεβενά σήμερα

Ο καταστροφικός σεισμός του 1995, αν και «ακούμπησε» ελαφρά την πόλη, κατάφερε να της στερήσει τα τελευταία παραδοσιακά της κτίρια. ‘Έτσι το σήμερα είναι μια σύγχρονη πόλη με ομορφιές και ασχήμιες, με υποδομές και ελλείψεις. Την τελευταία δεκαετία τα Γρεβενά ακολουθούν αναπτυξιακή πορεία, έχουν αποκτήσει μεγάλα έργα υποδομής δίνοντας έμφαση στον ορεινό όγκο του νομού με τα πυκνά δάση και τα αλπικά τοπία, έχουν αναπτύξει ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και έχουν κατορθώσει να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς πόλους έλξης τουριστών κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Γρεβενιώτες-Προσωπικότητες

  • Θεόδωρος Ζιάκας, αγωνιστής του 1821 και του 1854.
  • Κωνσταντίνος Δημίδης, αγωνιστής του 1821, οπλοποιός του αγώνα και τυπογράφος
  • Χαρίσιος Τζιόγας, οπλαρχηγός του 1821, χιλίαρχος 
  • Νικόλαος Τσολάκης, οπλαρχηγός, Μακεδονομάχος
  • Νικόλαος Ζαμκίνος, ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Κυνηγός»
  • Γεώργιος Μπούσιος (1875 – 1929), ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα, υπουργός Εσωτερικών (1922

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/makedonia/4159-grevena-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-manitarion

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρεβενά

Please follow and like us:
error0

Ο Ανδρέας Συγγρός (1830-1899)

Ο Ανδρέας Συγγρός (Κωνσταντινούπολη12 Οκτωβρίου 1830 – Αθήνα, 13 Φεβρουαρίου 1899) ήταν Έλληνας τραπεζίτης, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Αρχικά, ασχολήθηκε με το εμπόριο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον τραπεζικό κλάδο, φτάνοντας να δανείζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα. Με την εγκατάστασή του στην Αθήνα ανέπτυξε σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο Ανδρέας Συγγρός
Ο Ανδρέας Συγγρός

Η προσωπική ζωή του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν δευτερότοκος γιος του Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής (Νικολέτας) Νομικού. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Χίο (Λιθί Χίου) και είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη λόγω του ιατρικού επαγγέλματος του Δομένικου, ο οποίος ήταν ο προσωπικός γιατρός της αδερφής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’. Το 1834 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Άνδρο και λίγα χρόνια αργότερα στη Σύρο. Το 1838 ξεκίνησε τη φοίτησή του στη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη και συνέχισε τις σπουδές του στο σχολαρχείο της Ερμούπολης μέχρι το 1845.

Αν και ο πατέρας του τον προόριζε για γιατρό, ο ίδιος διάλεξε, ύστερα από αρκετές πιέσεις, το επάγγελμα του εμπόρου. Εργάστηκε αρχικά στην επιχείρηση του Θεόδωρου Ροδοκανάκη και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως εργαζόμενος του Νικολάου Δαμιανού.

Ο Ανδρέας Συγγρός παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος, σε ηλικία 45 ετών, την Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842 – 1921), χήρα Αντωνιάδη, με την οποία και δεν απέκτησε παιδιά. Είχε αποκτήσει έναν νόθο γιο, τον Γεώργιο Νομικό, τον οποίο αν και συμπεριέλαβε στην διαθήκη του δωρίζοντάς του τεράστιες εκτάσεις στην Εύβοια και την Θεσσαλία δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1899 στο σπίτι του στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Στην κηδεία του παραβρέθηκε πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων το βασιλικό ζεύγος, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας  Στέφανος Στρέιτ κ.α. Το 1908 εκδόθηκαν τα απομνημονεύματα του Συγγρού από τη σύζυγό του και με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.

Ο Ανδρέας Συγγρός στην Αθήνα

Το 1855 αγόρασε το 4% της επιχείρησης «Ε. Μ. Βούρος και Σία» και άρχισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του ασχολούμενος με το μετάξι, καθώς και με τις κρατικές προμήθειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1861 η εταιρεία διαλύθηκε και το 1867 πραγματοποίησε ταξίδι στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον τότε υπουργό εξωτερικών, Χαρίλαο Τρικούπη, το Βασιλιά Γεώργιο Α’ κ.α. Τον ίδιο χρόνο δημιούργησε την εταιρεία «Συγγρός, Κορωνιός & Σία», η οποία και παρείχε δάνεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με υπέρογκους τόκους. Στην επιχείρηση συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος εξελίχθηκε σε στενό συνεργάτη και φίλο του Συγγρού. Εκείνη την περίοδο ίδρυσε και την τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, η οποία δάνειζε κατά καιρούς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αίγυπτο.

Το 1872 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην Αττική, καθώς και ένα οικόπεδο στο κέντρο της Αθήνας προκειμένου να κατασκευάσει το μέγαρό του. Στην Ελλάδα ασχολήθηκε πάλι με τις τραπεζικές επιχειρήσεις.

Επιχειρηματική και πολιτική δραστηριότητα

Η υπογραφή του Ανδρέα Συγγρού

Το 1881, ύστερα από την προσάρτηση της Θεσσαλίας από το ελληνικό κράτος, ο Συγγρός ίδρυσε μαζί με συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας, την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, στην οποία παραχωρήθηκε το προνόμιο της αποκλειστικής έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομίσματος στις «Νέες Χώρες». Παράλληλα, μαζί με άλλους Έλληνες της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην περιοχή της Θεσσαλίας από Τούρκους ιδιοκτήτες. Το 1882 ίδρυσε την «Πανελλήνιον Ατμοπλοΐα» και λίγο αργότερα δάνεισε το δήμο Αθηναίων με 225.000 δραχμές, ενώ παράλληλα μεσολάβησε για τη σύναψη δανείου της ελληνικής κυβέρνησης με ξένους επενδυτές. Στις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885  έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα εκλεγόμενος ως ανεξάρτητος βουλευτής Σύρου. Στις δημοτικές εκλογές του 1887 εγγράφηκε ως υποψήφιος από οπαδούς του και ενώ έλειπε στο εξωτερικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη δήμαρχος με 5.149 ψήφους έναντι 3.943 του Δημητρίου Σούτσου. Τελικά όμως λόγω ακυρότητας (δεν ήταν εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο) δεν επικυρώθηκε η εκλογή του. Στις εκλογές του 1890 εξελέγη βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας. Με τον πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη συγκρούστηκε αρκετές φορές εντός Βουλής, ενώ θεωρείται ότι υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της πτώσης της κυβερνήσεώς του. Ένα μήνα πριν την πτώση της κυβέρνησης, ο Συγγρός είχε υποβάλει στο Βασιλιά υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο η διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης Δεληγιάννη εγκυμονούσε κινδύνους για την οικονομία. Συγκεκριμένα ο Συγγρός επιδίωκε να περιέλθουν οι πρόσοδοι του ελληνικού κράτους σε όμιλο Ελλήνων και ξένων κεφαλαιούχων, των οποίων ηγείτο ο ίδιος. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Δεληγιάννη συμμετείχε με ένα ποσοστό σε δάνειο 16.000.000 φράγκων προς την ελληνική κυβέρνηση. Στις εκλογές του 1892 εξελέγη βουλευτής Σύρου με 3.180 ψήφους.

Η νέα κυβέρνηση Τρικούπη αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Ο Συγγρός με διάφορες κινήσεις προσπάθησε να συμβάλει στην χρεοκοπία της χώρας, έτσι ώστε να καταφέρει να γίνει μέτοχος της Εθνικής Τράπεζας. Κατηγορήθηκε δε από τον τύπο και τον πολιτικό κόσμο για κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδος. Τον Ιανουάριο του 1894 έσκασαν κροτίδες δυναμίτιδας μέσα στον κήπο του Μεγάρου του προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές. Στις εκλογές του 1899 εξελέγη βουλευτής Αττικής με 15.139 ψήφους.

Το φιλανθρωπικό έργο του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός διέθεσε τεράστια ποσά υπέρ κοινωφελών και φιλανθρωπικών σκοπών. Με δικά του έξοδα κατασκεύασε το δημοτικό σχολείο Σκιάθου, τις φυλακές Συγγρού, το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, το παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, το αρχαιολογικό μουσείο  Δελφών κ.ά. Με δικά του έξοδα κατασκευάστηκε η αριστερή πτέρυγα του Ευαγγελισμού και ολοκληρώθηκε ο οίκος των Αδερφών στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Τον Απρίλιο του 1881 προσέφερε 10.000 δραχμές στην κοινωνία της Χίου, η οποία είχε χτυπηθεί από τον εγκέλαδο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1890 λόγω της καταστροφικής φωτιάς που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη προσέφερε 400.000 δραχμές προκειμένου να επισκευαστούν διάφορα δημόσια κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Παπάφειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Μεγάλα ποσά πρόσφερε στο Ωδείο Αθηνών, στην κοινωνία της Σύρου, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στα εθνικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στο χωριό του, το Λιθί Χίου.

Με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλα ποσά στο Πτωχοκομείο Αθηνών, στο Δρομοκαΐτειο, στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο, στο Δημοτικό νοσοκομείο, στο μετοχικό ταμείο αξιωματικών, ενώ όλες τις εκτάσεις του στην Αττική τις δώρισε στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο. Σημαντικό μέρος της περιουσίας του δωρήθηκε απευθείας στο κράτος προκειμένου να κατασκευασθούν σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια. Μετά το θάνατό του η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου, δώρισε στο ελληνικό δημόσιο το Κτήμα Συγγρού, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού για να στεγάσει το υπουργείο εξωτερικών, ενώ από κληροδότημα του ίδιου και με την εποπτεία της Ιφιγένειας, κατασκευάστηκε το Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» και η λεωφόρος Συγγρού. Τέλος, με χρήματα του Ανδρέα Συγγρού χτίστηκε το Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας, τα έτη 1912-1913.

Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας
Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας

Κριτική & Τιμές για τον Ανδρέα Συγγρό

Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο ενώ ο τύπος της εποχής «χρυσοκάνθαρο». Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.  Σφοδρή κριτική για την συμμετοχή του στα Λαυριωτικά άσκησε ο Εμμανουήλ Ροΐδης καθώς και οι σατιρικές εφημερίδες. Ο κόσμος δε τον αποκάλεσε Λαυριοφάγο. Στον αντίποδα έχει χαρακτηριστεί ως μέγας εθνικός ευεργέτης λόγω του τεράστιου φιλανθρωπικού του έργου. Θεωρείται ότι υπήρξε ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄.

Είχε τιμηθεί με την Ταινία του Μετζιτιέ Α Τάξεως και το παράσημο Μετζιτιέ Β’ Τάξεως από το Σουλτάνο, με το παράσημο των Ανώτερων Ταξιαρχών του Δάνεμβρογ από τη βασιλική οικογένεια της Δανίας, με τα παράσημο της Β’ Τάξεως και των Ταξιαρχών της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική κυβέρνηση, με το Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος για τις προσφορές του στο Έθνος, με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος, με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος και με το Μεγαλοσταυρό του Β΄ Τάγματος του Σωτήρος από το Βασιλιά Γεώργιο Α’. Επίσης πολλοί δρόμοι σε ελληνικές πόλεις φέρουν το όνομά του.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Συγγρός

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 και ήταν το έκτο παιδί του Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια, δικηγόρου στο επάγγελμα, και της Διαμαντίνας Γονέμη, κόρης αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Κύπρο. Καταγόταν από παλιά κερκυραϊκή οικογένεια και συγκεκριμένα από τους Καποδίστρια της Συνοικίας των Τειχών (de la contrada delle mura). Η καταγωγή των Καποδίστρια ήταν από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), ενώ κατ’ άλλους από τη Βενετία. Το αρχικό της όνομα ήταν Βιττόρι, ενώ πρώτος ονομάστηκε Καποδίστριας ο Βίκτωρ Βιττόρι που κατέφυγε το 1373 στην Κέρκυρα για πολιτικούς λόγους. Το 1477 η οικογένεια αναφέρεται στην Χρυσή Βίβλο (Libro d’oro) των ευγενών της νήσου, ως καθολική.  Όλοι οι απόγονοι των Νικολάου και Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, τίτλος που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από τη Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Η οικογένεια Γονέμη ήταν γραμμένη στη Χρυσή Βίβλο από το 1606. Ανάδοχός του ήταν ο Κώστας Αδάμης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φοίτησε στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Την περίοδο 1795–1797 σπούδασε Ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε αμέσως στην Κέρκυρα όπου άσκησε το ιατρικό επάγγελμα αφιλοκερδώς. Στο ίδιο πανεπιστήμιο σπούδασε επίσης Νομική και Φιλοσοφία. Στις 12 Απριλίου 1799 διορίστηκε, από τον ναύαρχο Καντίρ, διευθυντής του οθωμανικού νοσοκομείου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ιόνιος Πολιτεία

Η πρώτη ανάμειξή του Ιωάννη Καποδίστρια με την πολιτική σκηνή της Ιονίου Πολιτείας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1801, όταν και κλήθηκε να αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο – Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που είχε αναλάβει μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο για την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά. Στις 27 Απριλίου 1801 αποβιβάστηκε μαζί με τον Σιγούρο στην Κεφαλονιά και με την ιδιότητα των αυτοκρατορικών επιτρόπων έπαυσαν τις τοπικές αρχές αναλαμβάνοντας οι ίδιοι προσωπικά την διοίκησή του νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, και αφού είχε αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Έναν χρόνο αργότερα συμμετέχει στην ίδρυση του Εθνικού Ιατρικού Συλλόγου, του οποίου διετέλεσε γραμματέας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κλήθηκε να μεταβεί, για άλλη μια φορά, στην Κεφαλονιά προκειμένου να αποκαταστήσει την ομαλότητα.

Τον Απρίλιο του 1803 αναλαμβάνει την θέση του γραμματέα του κράτους στο τμήμα εξωτερικών υποθέσεων έχοντας ως αρμοδιότητα την αλληλογραφία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Στις 24 Νοεμβρίου εκφώνησε εκ μέρους της Γερουσίας τον επικήδειο του Σπυρίδωνος Γεωργίου Θεοτόκη, προέδρου της Επτανησιακής Γερουσίας. Τον Μάρτιο του 1804 τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου 6ου βαθμού από τον Τσάρο Αλέξανδρο. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξούσιου, η Γερουσία εξέλεξε δεκαμελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806 έληξε η θητεία του ως γραμματέα του κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε τη διεύθυνση της δημόσιας σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Στις εκλογές του 1806 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους στην Κέρκυρα. Ο Καποδίστριας διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Ρώσο πληρεξούσιο Γεώργιο Δ. Μοτσενίγο, του οποίου ήταν προστατευόμενος. Εξελέγη γραμματέας της Γερουσίας και στη συνέχεια γραμματέας και εισηγητής της επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου συντάγματος. Από τη θέση αυτή ήρθε σε διαφωνία με τον Ρώσο πληρεξούσιο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ο πρώτος ήταν κατά πολύ πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της ρωσικής αυλής. Παρ’ όλα αυτά και μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε ο Καποδίστριας εισηγήθηκε στη γερουσία την ψήφιση του συντάγματος με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο σύνταγμα δεν είχε εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Μοτσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από τη ρωσική αυλή.

Στις 2 Ιουνίου 1807 η γερουσία τον διόρισε έκτακτο επίτροπο στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) με ουσιαστικό σκοπό την άμυνα του νησιού από τους Οθωμανούς. Ουσιαστικά βρισκόταν υπό τις διαταγές του Ρώσου στρατηγού, ανήκε δηλαδή στη ρωσική υπηρεσία. Μαζί με τον Καποδίστρια έφτασαν 300 Ρώσοι στρατιώτες, καθώς και ο μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Υπό την προστασία των Ρώσων ο Ιωάννης Καποδίστριας συνεργάστηκε με τους αρματολούς, οργανώνοντας μάλιστα και την περίφημη μυστική συνέλευση των κλεφτοαρματολών όπου συμμετείχαν όλοι οι οπλαρχηγοί που είχαν καταφύγει στη Λευκάδα (Βαρνακιώτης, Μπουκουβάλας, Μπότσαρης). Στη συνέλευση αυτή, ο Καποδίστριας αναγνώρισε τον Αντώνη Κατσαντώνη ως γενικό αρχηγό των κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα. Όμως η συνθήκη του Τιλσίτ που συνομολογήθηκε μεταξύ Ρώσων και Γάλλων επανέφερε το παλαιό καθεστώς, με αποτέλεσμα ο Καποδίστριας να ανακληθεί πίσω στην Κέρκυρα και οι Έλληνες οπλαρχηγοί να απομονωθούν, παρά τις ρητές οδηγίες του προς τη Γερουσία με τις οποίες συμβούλευε το σώμα να κρατήσει ανεκτική στάση απέναντι στους κλέφτες, έτσι ώστε οι τελευταίοι αφενός να φθείρουν τα στρατεύματα του Αλή Πασά και αφετέρου να τον κρατούν μακριά από τη Λευκάδα.

Αν και ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier) του προσέφερε αξιώματα, ο Ιωάννης Καποδίστριας αρνήθηκε να τα δεχτεί προσμένοντας κάποια καλύτερη πρόταση από τη Ρωσία, με τους αξιωματούχους της οποίας διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Διπλωματική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια

Η πρόταση που περίμενε από τη Ρωσία ήρθε τον Μάιο του 1808, όταν ο κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του έστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη Β’ Τάξεως του τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έφτασε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Τελικώς ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος. Αφού παρέμεινε για δύο χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε στις 20 Αυγούστου 1811 ακόλουθος στην πρεσβεία της Βιέννης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1812. Επόμενος σταθμός στην πορεία του ήταν το Βουκουρέστι, όπου διορίστηκε ως αξιωματούχος με πολιτικά καθήκοντα στη στρατιά του Δούναβη. Εκεί συνδέθηκε με τον ναύαρχο Τσιτσαγκώφ, του οποίου έγινε σύμβουλος και διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου. Για τις υπηρεσίες του αυτές τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου εν ενεργεία. Την ίδια εποχή ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ αντικαταστάθηκε λόγω δυσμένειας από τον στρατηγό Μπάρκλει ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly) χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει τον Καποδίστρια, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο Γ’ Τάξεως του Αγίου Βλαδίμηρου. Τον Οκτώβριο του 1813 παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο με τον Μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας.

Η άνοδος του Καποδίστρια στη ρωσική αυτοκρατορική Αυλή επιβεβαιώθηκε με τον διορισμό του πρώτου από τον Τσάρο Αλέξανδρο ως μυστικού απεσταλμένου στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστεί την φιλικά προσκείμενη προς την Γαλλία κυβέρνηση. Εκτός από τον Καποδίστρια, διορίστηκε και ο βαρόνος Λεμπτσέλτερν (Lebzeltern), εκ μέρους της αυστριακής πλευράς, καθώς η αποστολή ήταν κοινή. Παρόλα αυτά οι σκοποί δεν ήταν ακριβώς ίδιοι, καθώς οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας, ενώ οι Αυστριακοί να εγκαθιδρύσουν φίλα προσκείμενη κυβέρνηση και να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια. Ο Λεμπτσέλτερν εργάστηκε μυστικά υπό τις οδηγίες του Μέτερνιχ προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1813 κάλεσε τον Καποδίστρια και του ζήτησε να υπογράψει διακοίνωση, με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα θα επιτρεπόταν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια μέχρι να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία είχε αποσπάσει από την Ελβετία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος ότι η διακοίνωση ήταν έργο της αυστριακής κυβέρνησης, αρνήθηκε να την υπογράψει, αλλά λίγο αργότερα άλλαξε γνώμη. Αφού την υπέγραψε εκ μέρους της ρωσικής πλευράς, αποχώρησε για τη Βάδη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Τσάρου. Ο τελευταίος περίμενε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είχε υπογράψει τη διακοίνωση. Εξεπλάγη, όμως, όταν ο νεαρός διπλωμάτης του ανέφερε ότι έπραξε το αντίθετο. Σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η ανακοίνωση της διακοίνωσης και η εισβολή του αυστριακού στρατού στην Ελβετία, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των κατοίκων και παράλληλα να παρουσιαστούν οι Αυστριακοί ως υποκινητές πραξικοπήματος. Συνέστησε μάλιστα στον Τσάρο να ζητήσει την αποκήρυξη της διακοίνωσης, μιας και οι Αυστριακοί δε θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπογραφή του μυστικού πράκτορά τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Το αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια ήταν οι Αυστριακοί να χάσουν κάθε έρεισμα στην Ελβετία, η οποία εξασφάλισε την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της.

Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της Ελβετίας διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο Τσάρος Αλέξανδρος διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από τη θέση αυτή έφτιαξε το ελβετικό Σύνταγμα και συνεισέφερε με προσωπικά προσχέδια στο ελβετικό πολιτειακό σύστημα το οποίο προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Συγκεκριμένα, απέστειλε υπόμνημα προς τον πρόεδρο της Δίαιτας (βουλής) με τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει το Σύνταγμα. Πράγματι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το υπόμνημα ακολουθήθηκε. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία. Ανέλαβε και έφτιαξε δηλαδή ένα νέο ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα που ένωσε επιτυχώς τα διάφορα καντόνια. Θεωρείται πάντα ο πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας καθώς με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη αλλά και ο ένας εκ των δυο δολοφόνων του σπούδασε με χρήματά του.

Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι προκειμένου να συνομιλήσει με τον Τσάρο για το θέμα των Επτανήσων, δίχως όμως να λάβει κάποια διαβεβαίωση. Κατά την παραμονή του παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό β΄ τάξεως, του Αγίου Βλαδίμηρου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο της Βιέννης, συνέδριο σταθμός για την ευρωπαϊκή ιστορία, στο οποίο συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814 διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε, ενώ τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου και τον Μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού, από τον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας και της Πρωσίας αντίστοιχα. Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη πρέπει να θεωρείται καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέαζε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά τον ιππότη φον Γκεντς, σύμβουλο του Μέτερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου.

Το 1815 ίδρυσε τη Φιλόμουσο εταιρεία μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. Σκοπός της εταιρείας ήταν να βοηθήσει νεαρούς Έλληνες να σπουδάσουν. Τα μέλη της ήταν με το πλευρό των Ρώσων γι΄ αυτό και η αυστριακή αστυνομία παρακολουθούσε τις δραστηριότητές της. Με την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στο Παρίσι μετά τη μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στην ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, επιτυγχάνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση πέτυχε η Ιόνιος Πολιτεία να αποκτήσει τα βασικά χαρακτηριστικά κράτους δηλαδή σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση και σημαία. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Τσάρος Αλέξανδρος

Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο Τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων. Ήδη από το 1814 ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αφήσει κενή τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και να χειριστεί μόνος του την εξωτερική πολιτική, διορίζοντας όμως ως γραμματέα του επί των Εξωτερικών Υποθέσεων τον Νέσελροντ. Τον επόμενο χρόνο (1815) διόρισε και δεύτερο γραμματέα, αυτή τη φορά τον Καποδίστρια, ο οποίος του απάντησε «Μεγαλειότατε, δέχομαι ευχαρίστως το υψηλό αυτό αξίωμα με έναν όρο. Να μην γίνω υπήκοος αλλά υπάλληλός σας». Ο Νέσελροντ είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια από καιρό, οπότε ουσιαστικός διαχειριστής των εξωτερικών υποθέσεων ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος συμβούλευε τον Τσάρο για όλα τα θέματα. Ως γραμματέας πλέον επί των εξωτερικών, ο Καποδίστριας συμμετείχε στο συνέδριο του Άαχεν και στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ. Μετά το τέλος των διπλωματικών του υποχρεώσεων ζήτησε και έλαβε άδεια για να ταξιδέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα. Μετά από παραμονή δύο μηνών αναχώρησε για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Λονδίνο, όπου έτυχε ψυχρής υποδοχής. Στις συζητήσεις του με τους Άγγλους αξιωματούχους σχετικά με το ζήτημα των Ιονίων νήσων δε βρήκε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να αποχωρήσει άπρακτος για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820 και 1821 συμμετείχε στα συνέδρια του Τροππάου και του Λάιμπαχ. Στα δύο αυτά συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέτερνιχ, ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Καποδίστρια. Στο συνέδριο του Λάιμπαχ ήρθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Υψηλάντης μάλιστα απέστειλε επιστολή στον Τσάρο ζητώντας του τη βοήθειά του. Η απάντηση του Τσάρου ήταν η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες, μέτρα που στον Υψηλάντη ειδικά ανακοινώθηκαν με επιστολή γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον Καποδίστρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Καποδίστριας μυστικά πίεζε τον Τσάρο να ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Στο δε συνέδριο έδωσε πραγματική μάχη για να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι ξένες δυνάμεις να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινήσεων εξηγείται και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στον Σουλτάνο ύστερα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις σφαγές των Ελλήνων. Η διαφωνία μεταξύ Τσάρου και Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ο δεύτερος υποστήριζε την ανάληψη μονομερούς ενέργειας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο πρώτος ενδιαφερόταν μόνο για τη στάση του Λονδίνου. Από τα τέλη του 1821 ο Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος από τον Καποδίστρια. Το Φεβρουάριο του 1822 ο Τσάρος απέστειλε στη Βιέννη, εν αγνοία του Καποδίστρια, τον Τατίτσεφ με εντολές να εξουσιοδοτήσει τον Μέτερνιχ να διαπραγματευθεί για λογαριασμό της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Λίγες μέρες πριν ο Αυστριακός πρεσβευτής είχε παραπονεθεί στον Τσάρο ότι ο Καποδίστριας επίτηδες συκοφαντούσε τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας στον Τσάρο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του σχετικά με το ανατολικό ζήτημα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Επανάσταση

Ο παραγκωνισμός του στην αυλή από τον Νέσελροντ και η συνεχής διαφωνία του με τον Τσάρο τον ανάγκασαν να ζητήσει ιδιαίτερη ακρόαση από τον τελευταίο. Σε αυτή του ανακοίνωσε τη διαφωνία του σχετικά με τη νέα εξωτερική πολιτική. Απότοκος της συζήτησης αυτής ήταν η παραχώρηση άδειας για λόγους υγείας στον Καποδίστρια. Ο Τσάρος απέφυγε να τον απομακρύνει από την θέση του υπουργού Εξωτερικών για να μη γίνει γνωστή η διαφωνία τους. Στις 19 Αυγούστου 1822 αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη, αφού πρώτα παραιτήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση, και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, προκειμένου να βοηθήσει την Ελληνική Επανάσταση. Εκεί συναναστρεφόταν με τον γνωστό τραπεζίτη Εϋνάρδο και έκανε τα πάντα για την επαναστατημένη Ελλάδα ενισχύοντας τον φιλελληνισμό. Παράλληλα, πραγματοποιούσε επαφές με διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως τον Στράτφορντ Κάνινγκ (Stratford Canning), ξάδελφο του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Γεώργιου Κάνινγκ και πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη κ.α.

Ο Καποδίστριας ανήκε, τουλάχιστον τυπικά και επισήμως, σ’ εκείνους που πίστευαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα, δεν είχαν ωριμάσει δηλαδή οι συνθήκες, για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Όπως αφηγείται ο ίδιος, το 1818, οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Πανταζόγλου «προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον». Η απάντησή του ήταν ότι από την ημέρα της ελευθερίας «η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν». Η άρνησή του προς τον Γαλάτη ν’ αναλάβει την αρχή της Φιλικής Εταιρείας μπορεί ν’ αποδοθεί στο ότι το άτομο εκείνο δεν του ενέπνευσε καμιάν εμπιστοσύνη και στο υπόμνημά του ο ίδιος χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «τυχοδιώκτη». Αλλά και προς τον Ξάνθο η ίδια άρνηση και τα ίδια περίπου λόγια : ν’ αποτραπούν «διά παντός τρόπου οι Έλληνες από των ολεθρίων τούτων βουλευμάτων». Προσπάθησε τέλος να συγκρατήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, λέγοντάς του τη γνώμη του για τους Εταιριστές : «ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον … ελεεινοί … αφαιρούντες νυν το χρήμα των αφελών ψυχών … προφυλαχθήτε από τοιούτους άνδρας». Κι όταν ο Υψηλάντης προχώρησε στην κήρυξη της Επανάστασης, ο Ιωάννης Καποδίστριας τον κατηγόρησε ότι με τις «ανόητες προκηρύξεις του» ενίσχυε τις κατηγορίες περί ιακωβινισμού που εκτοξεύονταν από Μέτερνιχ και άλλους. Βέβαια, όταν πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, «ηγωνίσθη εκ παντός τρόπου να πείση τον αυτοκράτορα [Αλέξανδρο] εις άμεσον πολεμικήν παρέμβασιν».

Ο Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της Ελλάδας

Την ιδέα να κληθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδας την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο Κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη Συνέλευση. Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία.

Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, ο Ιωάννης Καποδίστριας επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν τουλάχιστον ψυχρή. Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Αγκώνα, όπου έφτασε στις 8 Νοεμβρίου. Εκεί θα τον παρελάμβανε αγγλικό πλοίο να τον μεταφέρει στην Ελλάδα. Παρέμεινε όμως εκεί για 49 μέρες και κατόπιν το πλοίο που τον παρέλαβε στις 26 Δεκεμβρίου, αντί να τον μεταφέρει στην Κέρκυρα να προσκυνήσει τους τάφους των προγόνων του και κατόπιν στην Ελλάδα, κατά παράβαση της συμφωνίας του με τους Άγγλους, τον μετέφερε στην Μάλτα, όπου συναντήθηκε με τον ναύαρχο Κόδριγκτον για να τον ενημερώσει για τις διαθέσεις της πολιτικής της Αγγλίας, που στο μεταξύ, μετά τον θάνατο του Κάνιγκ, είχε μετατοπιστεί σε λιγότερο φιλελληνικές θέσεις. Ο Κόδριγκτον του είπε χαρακτηριστικά πως ενδιαφέρεται μόνο για τα συμφέροντα της χώρας του.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας απέπλευσε επιτέλους από τη Μάλτα για την Ελλάδα στις 14 Ιανουαρίου, με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Warspite 74, με συνοδεία δύο ακόμη πολεμικών πλοίων, ενός γαλλικού κι ενός ρωσικού. Αυτή η ιδιότυπη συμπεριφορά (πολιτικό καθαρτήριο) των Άγγλων απέναντι στον κυβερνήτη της Ελλάδας σκοπό είχε να καταστήσει σαφές ότι η Αγγλία δεν θα δεχόταν καμία προσπάθεια του Καποδίστρια για επέκταση των συνόρων του νεοπαγούς κράτους και θα έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που καθόριζε η Συνθήκη της 6ης Ιουλίου, δηλαδή αυτονομία και όχι ανεξαρτησία και σύνορα που καθόριζε η γραμμή Αχελώου-Μαλιακού, καθώς και να αποστασιοποιηθεί («αποστειρωθεί») από την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας ως πρώην υπουργός εξωτερικών αυτής.

Στις 18 Ιανουαρίου 1828, δέκα μήνες μετά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έφτασε στο Ναύπλιο, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Το γραφείο και το κάθισμα του Ιωάννη Καποδίστρια όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Το γραφείο και το κάθισμα
του Ιωάννη Καποδίστρια

Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, καθώς ο ίδιος υπήρξε θιασώτης του δόγματος της πεφωτισμένης δεσποτείας ήταν η αναστολή του Συντάγματος και η διάλυση της Βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της Βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου διοικούμενου από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή τους, λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Μία από τις πρώτες κινήσεις του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το τουρκικό γρόσι. Όσον αφορά στην εκπαίδευση, κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας, σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.

Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (διευθυντής της οποίας ανέλαβε ο Θανάσης Βάγιας) και ενθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας, για την οποία είχαν ήδη γίνει κάποιες ενέργειες τα προηγούμενα χρόνια.

Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η οποία όμως απέτυχε είτε γιατί, κατά μία άποψη, το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό.

Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων ΑνεξάρτητοςΗώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδελφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.

Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε τον Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των Συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (Sax-Coburg), ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια. Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα εκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Τσάρος, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα.

Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.

Αντιπολίτευση και δολοφονία

Η δολοφονία του Καποδίστρια (πίνακας του Διονύσιου Τσόκου)
Η δολοφονία του Καποδίστρια

Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους ή, χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίας, δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Ιωάννη Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέλφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν για δεσποτισμό, καθώς δεν δεχόταν να παρουσιάσει συνταγματικό χάρτη, ενώ καθυστερούσε τη διενέργεια εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος, απαντώντας στις αιτιάσεις έκανε λόγο για άλλες προτεραιότητες, όπως η ίδρυση σχολείων (αλληλοδιδακτικά, τεχνικές σχολές) και διανομή καλλιεργήσιμων γαιών στους φτωχούς ακτήμονες. Με τον τρόπο αυτό (παιδεία και εξασφάλιση πόρων), πίστευε πως οι Έλληνες θα απαλλάσσονταν από τη δουλεία της εκμετάλλευσης των λίγων και θα καθίσταντο έτοιμοι να απολαύσουν πλήρη, πολιτικά δικαιώματα. Κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους, τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κωνσταντίνου Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Ιωάννη Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «μεγαλουργόν έγκλημα».Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι’ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πληροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους …». Και πρόσθετε ότι στην Ύδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν … και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον …».

Ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους …». Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι, πρίγκηπα Α. Σούτσο, επιστολή με την οποία διαμαρτύρεται με αγανάκτηση και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.

Ήδη από το προηγούμενο έτος, το 1830, είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδελφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο (δηλαδή στις 9 Οκτωβρίου 1831), έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Ιωάννη Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο ετοιμοθάνατος κυβερνήτης μεταφέρθηκε από τον κόσμο σε παρακείμενο φαρμακείο, όπου εξέπνευσε. Προηγουμένως όμως, εξετάσθηκε επί τόπου από το γιατρό και προσωπικό φίλο του θανόντα Σπύρο Καρβελά, που συνέταξε τη σχετική έκθεση η οποία περιέχεται σε ιστορικό ντοκουμέντο. Σύμφωνα με αυτήν, ο θάνατος του Κυβερνήτη προήλθε από τραύματα στην ινιακή χώρα και στη δεξιά κοιλιακή χώρα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί, ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος. Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη. Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Β. Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει. Κατά τον Κρεμμυδά, δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για ανάμιξη της Ύδρας στη συνωμοσία.

Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς: «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Ο σύγχρονος με τα γεγονότα, ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, αναφέρει ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».

Ο Γάλλος πρέσβης παρέσχε άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αρνήθηκε να τον παραδώσει, ζητώντας ένταλμα σύλληψης. Πάντως, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η στάση του πρέσβη της Αγγλίας ο οποίος, αμέσως μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840, ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε …. Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα …». Για τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν».

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της προαναφερθείσας Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια την μετέφερε ο αδελφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας.

Κριτική και τιμές για τον Ιωάννη Καποδίστρια

Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια στην οδό Πανεπιστημίου, φιλοτεχνημένο από τον Γεώργιο Μπονάνο
Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια
στην οδό Πανεπιστημίου

Σχετικά με την προσωπικότητα του Καποδίστρια έχουν εκφραστεί από τους ιστορικούς αντικρουόμενες απόψεις. Από τους παλαιότερους, ο κόμης Γκομπινώ τον συγκαταλέγει στους τρεις μεγαλύτερους διπλωμάτες της εποχής μαζί με τον Μέτερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο, και ο Χέρτσμπεργκ αναφέρει ότι ήταν διπλωμάτης δεξιώτατος, ο Γιάννης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει τυφλό όργανο των Ρώσων, ενώ ο Καρλ Μαρξ τον χαρακτηρίζει πολιτικά ανυπόληπτο. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, εκφράζεται μεν θετικά, δεν παραλείπει όμως να τον κατηγορήσει για την κατάλυση του Συντάγματος.

Από τους νεότερους ιστορικούς, ο Τάσος Βουρνάς εκφράζεται θετικά ως προς το έργο του Καποδίστρια, όπως και οι Παύλος Καρολίδης και Διονύσιος Κόκκινος, ένας από τους φανατικότερους υποστηρικτές του. Με την άποψη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν εκτελεστικό όργανο των Ρώσων διαφωνεί και ο Ντάγκλας Ντέικιν. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης χαρακτηρίζει το έργο του αξιόλογο αλλά όχι αξιέπαινο. Σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν σημαντικό το έργο του Καποδίστρια, χωρίς να παραλείπουν να αναφέρουν όμως την αυταρχικότητα με την οποία άσκησε την εξουσία. Η φιλοπατρία του μάλιστα αναγνωρίζεται από σχεδόν όλους τους ιστορικούς. Σχετικά με τη φιλοπατρία του, ο Τάκης Σταματόπουλος συμπεραίνει πώς «για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αγαθή πρόθεσή του, την καταπληκτική και φιλότιμη εργατικότητά του να δημιουργήσει κράτος από το χάος».

Είχε τιμηθεί πλείστες φορές από τον Τσάρο Αλέξανδρο και είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του καντονιού Βω με πρωτεύουσα τη Λωζάνη. Σήμερα πολλοί δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του. Ο Κρατικός Αερολιμένας Κερκύρας ονομάζεται «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ από το 1911, κατόπιν επιθυμίας του ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη, το Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάστηκε σε «Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» και στα Προπύλαια μάλιστα υπάρχει ανδριάντας του. Επίσης, η μορφή του Καποδίστρια απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών (υπομονάδα του ευρώ) της ελληνικής έκδοσης, όπως και στο χαρτονόμισμα των 500 δραχμών (1983 – 2001). «Ιωάννης Καποδίστριας» (ή Σχέδιο Καποδίστρια) ονομάζεται και το πρόγραμμα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σημίτη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της , παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ. Ανδριάντας υπάρχει επίσης στην κεντρική πλατεία της πόλης Κάπο ντ’ Ίστρια της Σλοβενίας.

Στο εξοχικό της οικογένειας Καποδίστρια, το οποίο δωρήθηκε από τη δισέγγονη του Γεωργίου Καποδίστρια, αδελφού του κυβερνήτη, Μαρία Δεσσύλα – Καποδίστρια, στη θέση Κουκουρίτσα της Κέρκυρας, λειτουργεί το Μουσείο Ιωάννη Καποδίστρια, όπου φυλάσσονται κειμήλια της οικογένειας και προσωπικά του αντικείμενα. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Αθήνα, φιλοξενούνται επίσης προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη, καθώς και το γραφείο του

Επιπλέον, την 24η Φεβρουαρίου 2007, στην Κέρκυρα, οι Δήμοι Κερκυραίων, Αίγινας, Ναυπλίου (Ελλάδα), Αμμόχωστου (Κύπρος) και Koper-Capodistria (Σλοβενία) αποφάσισαν και συνέστησαν το Δίκτυο Πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας». Το παραπάνω δίκτυο συγκροτήθηκε από τις πόλεις – χώρες στις οποίες έζησε και έδρασε ο Ιωάννης Καποδίστριας και στόχος του είναι η προαγωγή της προσωπικότητας και του έργου του Κυβερνήτη τόσο σε τοπικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Καποδίστριας

Please follow and like us:
error0

Η Έδεσσα (1000 π.Χ-…)

Η Έδεσσα σημαίνει ο πύργος μέσα στο νερό ή η πόλη πάνω στο νερό. Το όνομα της πόλης έχει φρυγική καταβολή. Το 814 π.χ ο Ηρακλείδης Καράνος την κάνει πρωτεύουσα του πρώτου βασιλείου των Μακεδόνων και οι τύχες της πόλης ταυτίζονται με την ιστορία της Μακεδονίας. Αρχαία, βυζαντινά αλλά και βιομηχανικά ευρήματα μαρτυρούν την ιστορία της πόλης. Από την ιστορία περνούν οι Ρωμαίοι, οι Σλάβοι, οι Οθωμανοί, καθώς και άλλοι περιστασιακοί. Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η πόλη απελευθερώνεται και ενσωματώνεται στον κορμό του ελληνικού κράτους ως πρωτεύουσα του Ν. Πέλλας. Το 1923 ενισχύεται με Μικρασιάτες πρόσφυγες και μόνο μετά το ’50-’60 αρχίζει να αχρηστεύεται ο «Λευκός Άνθρακας» αυτός που για αιώνες κινούσε μύλους, εργαστήρια, βιοτεχνίες και εργοστάσια, και μαζί του χάνεται η βιομηχανία της πόλης. Πολλοί άνθρωποι του πολιτισμού έχουν συνδέσει το όνομά τους με την πόλη.

Η Έδεσσα σημαίνει ο πύργος μέσα στο νερό ή η πόλη πάνω στο νερό
Έδεσσα, η πόλη πάνω στο νερό

Η Έδεσσα στην Αρχαιότητα

Η Έδεσσα, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας, πατρίδας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι ίσως η μόνη σημαντική πόλη της Αρχαίας Μακεδονίας, που λειτουργεί αδιάλειπτα και ακατάπαυστα 3.000 χρόνια με ζωτικότητα, δυναμισμό και προπαντός ακλόνητη πίστη και αγάπη για την ύπαρξη της. Οι πρώτοι προϊστορικοί οικισμοί απαντώνται δίπλα στις πηγές του ποταμού Εδεσσαίου καθώς και στις όχθες του, στην περιοχή Καρκάγια (είναι αντιπροσωπευτικό το τελευταίο δείγμα προϊστορικού οικισμού, που αποκαλύφθηκε κατά την εκτέλεση των εργασιών της παράκαμψης  της πόλης). Σύμφωνα με την παράδοση, τον 9ου αιώνα π.Χ. ο Περδίκας ή Καράνος ιδρύει την Μακεδονική δυναστεία των Τημενιδών. Επιβάλλεται στους Φρύγες, που κατοικούσαν την περιοχή και ιδρύει την πόλη την οποία ονομάζει Αιγές.

Η αρχαία Έδεσσα αναπτύσσεται σε δύο άνισα επίπεδα: την Άνω Πόλη ή Ακρόπολη πάνω στον Βράχο και την κάτω πόλη στον Λόγγο, όπου ήταν οργανωμένος και ο κύριος αρχαίος οικισμός. Παρά την μεγάλη υψομετρική διαφορά τους τα δύο επίπεδα ήταν οχυρωμένα ως ενιαίο σύνολο με ισχυρό τείχος, το οποίο ενισχύονταν με διαδοχικούς πύργους. Η οχύρωση της πόλης ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ. Η πόλη γνωρίζει την Ρωμαϊκή κυριαρχία το 148 π.Χ. και στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα κατασκευάζεται η Εγνατία οδός (Via Egnatia). Η σπουδαιότητα της πόλης ενισχύεται, αφού ο σημαντικός εμπορικός και στρατιωτικός δρόμος, που συνδέει Δύση με Ανατολή, περνάει από την πόλη της Έδεσσας.

Η Έδεσσα στα Βυζαντινά χρόνια

Στα Βυζαντινά χρόνια, λόγω της στρατηγικής της θέσης, αποτελεί πεδίο συγκρούσεων και διεκδικήσεων. Δέχεται βαρβαρικές επιδρομές από Γότθους, Βησιγότθους, Οστρογότθους και Ούνους. Στο τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα σταματά η ζωή στην κάτω πόλη. Οι κάτοικοι λόγω των βαρβαρικών επιδρομών εγκαθίστανται στην Ακρόπολη. Έτσι νιώθουν πιο ασφαλείς.

Η πόλη αναπτύσσεται και οργανώνεται στο Άνω Επίπεδο μέχρι και σήμερα. Στο τέλος του 6ου αιώνα μ.Χ. δέχεται επιδρομές και από σλαβικά φύλα. Το 997μ.Χ. πέφτει στα χέρια του Βούλγαρου βασιλιά Σαμουήλ. Στα τέλη του 11ου αιώνα ανακτάται από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄. Από τον 10 αιώνα μ.Χ. καθιερώνεται για την πόλη η ονομασία Βοδενά (Voda = νερό). Τον 14ο αιώνα μ.Χ. γίνεται πεδίο εμφυλίων συγκρούσεων μεταξύ των Παλαιολόγων.Τ ο 1351 μ.Χ. περνάει στα χέρια των Σέρβων. Διοικείται από τον Θωμά Πρελιούμποβιτς και την γυναίκα του Αγγελίνα Μαρία Παλαιολογίνα, μέχρι το 1367 μ.Χ. Μετά από μία περίοδο αναρχίας αλώνεται από τους Τούρκους το 1389 μ.Χ. Από το 1389 μ.Χ. μέχρι το 1922 μ.Χ. Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αποτελούν τις δύο μεγάλες πληθυσμιακές θρησκευτικές ομάδες της πόλης. Στα τέλη του 18ου αιώνα η πόλη περνάει στην κυριαρχία του Αλή-Πασά των Ιωαννίνων. Πολύ πριν το 1821 ο επαναστατικός ενθουσιασμός ξεσπά στην περιοχή και οργανώνονται ένοπλες ομάδες. Το ΄21 , όταν ξέσπασε η επανάσταση, στην περιοχή του Βερμίου, συμμετέχει με αρχηγό τον Αγγελή Γάτσο.

Η Έδεσσα συμμετέχει στον Μακεδονικό Αγώνα

Στα τέλη του 19ου αιώνα η εθνολογική σύνθεση της «μείζονος» Μακεδονίας ήταν ένα μωσαϊκό θρησκειών και πολιτισμών, αποτελούμενο εκτός από Έλληνες (ελληνόφωνους, σλαβόφωνους, βλαχόφωνους) από Τούρκους, Βούλγαρους Σέρβους Αλβανούς καθώς και Εβραίους κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη συμμετέχει στον ένοπλο Μακεδονικό αιώνα του 1904-08, που απέβλεπε στη απόκρουση των βουλγαρικών προκλήσεων. Πρωτεργάτες του αγώνα αυτού ο ιατρός Δ. Ρίζος, ο καθηγητής Α. Φράγκος και ο επαγγελματίας Ι. Χατζηνίκος. Η απελευθέρωση από την Οθωμανική κυριαρχία πραγματοποιείται στις 18 Οκτωβρίου 1912. Ακολουθούν οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Στην περιοχή επίκεντρο των συγκρούσεων ήταν το Καϊμακτσαλάν.

Οικονομική ανάπτυξη της Έδεσσας

Η πόλη διέρχεται την μεγαλύτερη ακμή της από τα τέλη του 19ου αιώνα ως το τέλος του μεσοπολέμου. Το 1892 ολοκληρώνεται η σιδηροδρομική σύνδεση Μοναστηριού – Θεσσαλονίκης. Στο μέσο της διαδρομής η Έδεσσα που, από τότε εξελίσσεται σε οργανωμένο βιομηχανικό κέντρο. Μαζί με την Θεσσαλονίκη, Βέροια και Νάουσα γίνονται σημαντικοί προμηθευτές προϊόντων υφαντουργίας και Εριουργίας της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Η δημιουργία των εργοστασίων οφείλεται κυρίως στην κινητήρια δύναμη του νερού και την άφθονη ύπαρξη πρώτων υλών. Η πρώτη βιομηχανική ζώνη αναπτύσσεται στην περιοχή των καταρρακτών. Εργάζονται 2.500 εργάτες. Παράλληλα αναπτύσσεται σημαντικά και η μεταξουργία. Ακόμη λειτουργούν νερόμυλοι, μπατάνια, ελαιοτριβεία, σησαμοτριβεία, ηλεκτρογεννήτριες όλα με την δύναμη του νερού. Το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών έρχονται οι πρόσφυγες που συμβάλλουν κι αυτοί στην οικονομική ζωή της πόλης. Τότε αναπτύσσεται ιδιαίτερα η ταπητουργία.

Η Έδεσσα στην Αντίσταση

Την περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη ζει το απόγειο της οικονομικής, εμπορικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ακμής της. Αυτή η ακμή όμως διακόπτεται από την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Η πόλη πληρώνει βαρύ τίμημα στα Αλβανικά βουνά με πλήθος παλικαριών της. Στις 18 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Έδεσσα. Κατά την διάρκεια της κατοχής στην πόλη και την περιοχή της δρουν ένοπλα τμήματα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Οι επιτυχίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης είναι πολλές, με αποκορύφωμα αυτή στο Μουχαρέμ Χάνι. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, μετά από επίθεση ανταρτών εναντίον της γερμανικής φρουράς της πόλης, σκοτώνεται ο Γερμανός διοικητής των Ες-Ες. Οι Γερμανοί για αντίποινα καίνε ένα μεγάλο τμήμα του πρώτου οικιστικού πυρήνα της πόλης, το Βαρόσι. Αποτεφρώνουν 250 κατοικίες και την επόμενη μέρα καίνε ολοκληρωτικά το χωριό Μεσημέρι.

Η μεταπολεμική και σύγχρονη Έδεσσα

Τα μεταπολεμικά χρόνια τα εργοστάσια κλείνουν αδυνατώντας να εκσυγχρονιστούν  και να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες της αγοράς. Αρχίζει η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση. Αξιοσημείωτο γεγονός στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 αποτελεί η κινηματική δράση Εδεσσαίων πολιτών να σώσουν το μοναδικό φυσικό φαινόμενο των καταρρακτών. Με πρωτεργάτες τους Ι.Οικονόμου, Α. Γάλη, Α Γαζέπη και αδελφές Στουγιαννάκη ανατρέπουν την απόφαση του Υπουργού Δημοσίων έργων Κ. Καραμανλή, που προέβλεπε μεγάλη τεχνητή λίμνη στο πάρκο καταρρακτών και αφανισμό, έτσι, του φαινομένου των υπέροχων υδατοπτώσεων. Οι αγωγές κρατούν μήνες, τα αιτήματα αναδεικνύονται πανελλήνια. Οι πρωτεργάτες και η κινηματική δράση των πολιτών δικαιώνονται στο συμβούλιο της Επικρατείας. Οι καταρράκτες σώζονται.

Σήμερα η Έδεσσα είναι ένα σύγχρονο διοικητικό, τουριστικό και αγροτικό κέντρο. Πόλεμοι και καταστροφές, εισβολές και καταλήψεις, κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, αυταρχισμό και μαζική μετανάστευση δεν στάθηκαν ικανοί λόγοι να λυγίσουν αυτή την πόλη και να ανατρέψουν την πορεία της. Συναντά σήμερα μπροστά της ακόμα μια μεγάλη πρόκληση, αυτή της αναζήτησης αλλά και διεκδίκησης του ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει στη Μακεδονία, στην Ελλάδα, στην Ενιαία Ευρώπη,

Πηγή: http://www.dimosedessas.gov.gr/el/i-poli-edessa/istoria-tis-perioxis

Please follow and like us:
error0

Ο Όθων και η Αθήνα (19ος αιώνας)

Ο Όθων

Ο Όθων (Γερμανικά: Otto Friedrich Ludwig von Wittelsbach, 1 Ιουνίου 1815 – 26 Ιουλίου 1867), γνωστός και ως Όθωνας, ήταν ένας Βαυαρός πρίγκιπας του Οίκου των Βίττελσμπαχ (ή Βιττελσβάχων), που έγινε ο πρώτος βασιλιάς του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ήταν ο μοναδικός μονάρχης της Ελλάδος που έφερε τον τίτλο «Βασιλιάς της Ελλάδος» (επίσημα Βασιλεύς της Ελλάδος), δεδομένου ότι οι επόμενοι, της Δυναστείας των Γλυξβούργων, είχαν τον τίτλο «Βασιλιάς των Ελλήνων» (επίσημα Βασιλεύς των Ελλήνων).

Ο Βίος του Όθωνα

Ο Όθων γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1815 στο Παλάτι Μιραμπέλ του Σάλτσμπουργκ. Το πλήρες όνομα με το οποίο βαπτίσθηκε ήταν το Όθων Φρειδερίκος Λουδοβίκος. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’, που ανήκε στη δυναστεία των Βίττελσμπαχ και της βασίλισσας Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σαξ – Άλτενμπουργκ. Έλαβε εκπαίδευση πρίγκιπα που προοριζόταν για δευτερεύουσα θέση μέσα στο κράτος. Μάλιστα ο πατέρας του ήθελε να ακολουθήσει το εκκλησιαστικό στάδιο και ανέθεσε τις σπουδές του στον φανατικό καθολικό ιερέα Oetel που αργότερα έγινε επίσκοπος του Άιχστατ.

Εκλογή του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδος

Λόγω της καχυποψίας απέναντι στον Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ι. Καποδίστρια (θεωρούνταν ρωσόφιλος), το 1830 η Αγγλία κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους πέτυχε συμφωνία με τις Μεγάλες Δυνάμεις («Προστάτιδες Δυνάμεις») της μεταβολής του πολιτειακού σχήματος της χώρας, την επιβολή μοναρχίας και τη μετατροπή του ελληνικού κράτους σε βασίλειο. Οι ίδιες όρισαν, με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1832) τον 17χρονο τότε Όθωνα Βασιλιά της Ελλάδας, ύστερα και από την τελική άρνηση του Λεοπόλδου της Σαξονίας [γιου του δούκα της Σαξονίας-Κόμπουρκ-Ζάαλφελτ (Sachsen-Coburg-Saalfeld), Φραγκίσκου] που είχε επιλεγεί αρχικά Βασιλιάς της Ελλάδας και κατόπιν έγινε Βασιλιάς του νεοσύστατου Βασιλείου του Βελγίου.

Ο Όθων, ο πρώτος Βασιλιά ς της Ελλάδος
Ο Όθωνας Φρειδερίκος Λουδοβίκος των Βιττελσμπάχ

Το πρωτόκολλο εκλογής του Όθωνα (25 Απριλίου 1832) ως βασιλιά υπογράφηκε από τον λόρδο Υποκόμη Πάλμερστον (Αγγλία) και τους πρίγκιπες Σαρλ-Μωρίς ντε Ταλλεϋράν-Περιγκόρ (Γαλλία) και Κριστόπ φον Λίβεν (Ρωσία) και στάλθηκε για έγκριση στο βασιλιά Λουδοβίκο, ο οποίος εξέφρασε ορισμένα αιτήματα για την αποδοχή του ελληνικού θρόνου από τον γιο του Όθωνα: Να επεκταθούν τα όρια του Βασιλείου μέχρι το Βόλο και την Άρτα και να προσαρτηθούν η Κρήτη και η Σάμος, να χορηγηθεί δάνειο 60.000.000 γαλλικά φράγκα, να σταλούν στην Ελλάδα τρία συντάγματα βαυαρικού στρατού (3.500 άντρες), να λειτουργήσει τριμελής αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα, να μην θεσπιστεί Σύνταγμα πριν από την ανάληψη των καθηκόντων από τον βασιλιά, ώστε να μην υποχρεωθεί να το αναστείλει σε περίπτωση κρίσης, ο τίτλος του Όθωνα να είναι «Βασιλεύς της Ελλάδος».

Οι προστάτιδες Δυνάμεις απέρριψαν την πρώτη αξίωση και δέχτηκαν τους υπόλοιπους όρους, ορίζοντας ότι το αιτούμενο δάνειο θα καταβαλλόταν, υπό την εγγύησή τους, σε τρεις ισόποσες δόσεις. Δύο μήνες αργότερα (17 Ιουνίου 1832) καθορίστηκαν τα «οριστικά» σύνορα του νεοσύστατου Βασιλείου, το οποίο αποκτούσε την Ακαρνανία, την Αιτωλία και την Φθιώτιδα, με οροθετική γραμμή που ξεκινούσε από το Κομπότι (Αμβρακικός Κόλπος), περνούσε από τις κορυφές Όθρυς και Τυμφρηστός και κατέληγε στο Μαλιακό.

Διάγγελμα του Όθωνα

Στο διάγγελμα που απηύθυνε ο βασιλιάς Όθων προς τον ελληνικό λαό, κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, υπογράμμιζε τα εξής:

«Έλληνες!
Προσκεκλημένος από την εμπιστοσύνη των ενδόξων και μεγαλόψυχων μεσιτών, μέσω της κραταιάς βοήθειας των οποίων αποπερατώσατε ενδόξως τον καταστροφικό πόλεμο, που διήρκησε υπέρ του δέοντος, προσκεκλημένος προσέτι και από την δική σας ελεύθερη εκλογή, ανεβαίνω στο θρόνο της Ελλάδας, για να εκπληρώσω όσες υποχρεώσεις ανέλαβα δεχόμενος το προσφερθέν μου Βασιλικό Στέμμα, τόσο προς εσάς, όσο και προς τις μεσιτεύουσες Μεγάλες Δυνάμεις.
Ανεβαίνοντας στο θρόνο της Ελλάδας, δίνω την πάνδημη βεβαίωση του να προστατεύω ευσυνείδητα την θρησκεία σας, να διατηρώ πιστώς τους νόμους, να διανέμεται η δικαιοσύνη προς ένα έκαστο και διαφυλάττω ακέραια μέσω της θείας βοήθειας εναντίον οποιουδήποτε την ανεξαρτησίας σας, τις ελευθερίες και τα δικαιώματά σας».

Η Αθήνα

Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας από τις 18 Σεπτεμβρίου 1833 και η μεγαλύτερη πόλη της. Βρίσκεται στην Αττική, στην ανατολική Στερεά Ελλάδα και είναι από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, με την καταγεγραμμένη ιστορία της να φθάνει ως το 3.200 π.Χ.

Η Αθήνα, πρωτεύουσα του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους

Μετά την απελευθέρωση, με πρωτοβουλία του Βασιλιά Όθωνα, η Αθήνα χαρακτηρίζεται νέα πρωτεύουσα. Η Αθήνα ήταν μια μικρή ημιέρημη και μισοκατεστραμμένη πόλη (από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας), όταν έγινε πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου της Ελλάδας το 1833. Το 1834 ανοικοδομείται και σχεδιάζεται η επέκταση της προς βορρά της παλαιάς πόλης, από τους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη, Έντουαρτ Σάουμπερτ (Eduard Schaubert) και τον βασιλικό σύμβουλο Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze). Ως πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους και κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, η Αθήνα υπήρξε τόπος γεγονότων-οροσήμων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τις επόμενες δεκαετίες η Αθήνα ανοικοδομήθηκε κατά τα πρότυπα σύγχρονης πόλης.

Αρχιτεκτονική της Αθήνας

Το Ζάππειον Μέγαρον, ένα από τα χαρακτηριστικά κτίρια της Αθήνας
Ζάππειον μέγαρο

Η πόλη της Αθήνας ενσωματώνει αρχιτεκτονικούς ρυθμούς από το Νεοκλασικό μέχρι το μοντέρνο. Βρίσκονται συχνά στις ίδιες περιοχές, γιατί η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια των αρχιτεκτονικών ρυθμών.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα στην Αθήνα κυριάρχησε ο Νεοκλασικισμός, καθώς και ορισμένες παρεκκλίσεις του, όπως ο Εκλεκτικισμός, ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι τα Παλαιά Ανάκτορα (σήμερα Βουλή των Ελλήνων) ήταν το πρώτο σημαντικό δημόσιο κτίριο που ανεγέρθηκε, μεταξύ 1836 και 1843. Αργότερα, στα μέσα και τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Θεόφιλος Χάνσεν και ο Έρνεστ Τσίλλερ συμμετείχαν στην κατασκευή πολλών νεοκλασικών κτιρίων, όπως η Ακαδημία και το Ζάππειο. Ο Τσίλλερ σχεδίασε επίσης πολλά ιδιωτικά αρχοντικά στο κέντρο της Αθήνας, που σταδιακά έγιναν δημόσια, συνήθως μέσω δωρεών, όπως το Ιλίου Μέλαθρον του Σλήμαν.

Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών

Από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της εποχής της Βασιλείας του Όθωνα είναι η ίδρυση του Πανεπιστημίου. Ήδη από την εποχή της Αντοβασιλείας ο Μάουρερ είχε αρχίσει να καταρτίζει σχέδια και προγράμματα στηριζόμενος όμως στα πρότυπα γερμανικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Μετά την έκδοση του διατάγματος της 3ης Απριλίου 1833 που ανέθετε την αρμοδιότητα για τη σύσταση των «υψηλότερων εκπαιδευτικών καταστημάτων» στην επί «των εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως γραμματείαν», είχε προχωρήσει τη μελέτη και την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων. Η ανάκληση όμως του Μάουρερ τον Ιούλιο του 1834 ανέστειλε τις εργασίες για την ίδρυση του Πανεπιστημίου.

Η ίδρυση του Πανεπιστημίου πραγματοποιήθηκε με διάταγμα της 22ας Απριλίου 1837, στο οποίο δημοσιεύτηκε και ο οργανισμός του ιδρύματος. Τα εγκαίνια έγιναν με επισημότητα στις 3 Μαΐου 1837 στο κτίριο του Σταμάτη Κλεάνθη, το οποίο ορίσθηκε ως προσωρινή έδρα του. Ονομάστηκε με το όνομα του Όθωνα προς τιμή του. Το ίδρυμα αρχικά είχε τέσσερις σχολές, Φιλοσοφική, Θεολογία, Νομική και Ιατρική.

Σχεδόν αμέσως συστάθηκε επιτροπή για την ανέγερση του νέου πανεπιστημιακού κτιρίου, του οποίου ο θεμέλιος λίθος κατατέθηκε με ανάλογη λαμπρότητα στις 20 Ιουλίου 1839.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org

Please follow and like us:
error0