Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη

Βορειοδυτικά της Ρόδου, απέναντι από τη μικρασιατική ακτή βρίσκονται τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη, που φράζουν τον «Κόλπο Σύμης» στα τουρκικά παράλια. Τα νησιά συνδέονται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τη Ρόδο και τα καλοκαίρια με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων και τις Κυκλάδες.

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Υπογράφεται στη Σύμη το Πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς στους συμμάχους

Πετρώδης και ορεινή η Σύμη είναι η «Μεσοποντίς» και μετέπειτα «Αίγλη» των αρχαίων («Σουμπεκή αντά», όσο την κατείχαν οι Τούρκοι). Σε αυτή ανήκουν διοικητικά τα νησάκια «Νύμος» και «Σεσκλί». Πρωτεύουσα είναι η Πάνω Σύμη ή Χώρα κοντά στο λιμάνι (Γιαλός). Μουσείο, κάστρο των Ιπποτών και παλιά αρχοντικά αποτελούν ιδιαίτερα αξιοθέατα της πόλης. Ο παραλιακός Εμπορειός και ο Πανορμίτης με την περιώνυμη μονή των Ταξιαρχών στη νότια άκρη του νησιού, συμπληρώνουν τους οικισμούς του νησιού.

Η γραφική Τήλος είναι ορεινή αλλά καλά καλλιεργημένη. Οικισμοί της είναι το Μεγάλο Χωριό, το Μικρό Χωριό και τα Λειβάδια. Ερείπια πελασγικού τείχους και μυκηναϊκοί τάφοι, το κάστρο και παλιά μοναστήρια συμπληρώνουν το σκηνικό του νησιού.

Σε απόσταση πέντε μιλίων από τη Ρόδο βρίσκεται η Χάλκη. Το μικρό αυτό νησάκι διαθέτει ένα παράλιο οικισμό, την ομώνυμη πρωτεύουσα και λιμάνι Χάλκη ή Νημποριό και ένα μεσόγειο, το Χωριό. Το νησί Χάλκη, όπου βρίσκεται η Ιερή Θεολογική Σχολή, είναι διαφορετικό από αυτό των Δωδεκανήσων. Αυτό το νησί «Χάλκη» βρίσκεται στα Πριγκηποννήσια.

Τα τρία νησιά στο πέρασμα των αιώνων είναι συνδεδεμένα με τη Ρόδο και την ιστορική διαδρομή των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Γιος του βασιλιά της Σύμης Χάροπα και της βασίλισσας Αίγλης ήταν ο ωραίος Νηρέας που κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Σπάρτη για να διεκδικήσει το χέρι της Ωραίας Ελένης. Εκείνη προτίμησε το Μενέλαο, αλλά ο Νηρέας θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Τροία, όταν την έκλεψε ο Πάρις. Συμβολική η συμμετοχή του, μόλις τρία πλοία, αλλά ο Νηρέας έκλεψε καρδιές, καθώς αναδείχτηκε ο πιο ωραίος των Ελλήνων που πολέμησαν στον κάμπο του Ιλίου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τήλος απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στην ποιήτρια Ηρίννα. Έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα και κατάφερε να διχάσει το πανελλήνιο με το ποιητικό της ταλέντο, αν και πέθανε στα 19 της χρόνια. Έγραψε λυρικά ποιήματα και πανέμορφα επιγράμματα. Οι στίχοι της «εκρίθησαν ίσοι Ομήρω», αλλά οι κακιές γλώσσες έλεγαν ότι μιμήθηκε τη Σαπφώ. Έτσι κι αλλιώς, τιμήθηκε πολύ από τους συγχρόνους της.

Στα νεότερα χρόνια η Σύμη έγινε ο τόπος, όπου στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο με το οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν τα Δωδεκάνησα στους συμμάχους (εν προκειμένω τους Άγγλους).

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σύμης να γιορτάσουν την απελευθέρωση της

Τύρναβος

Ο Τύρναβος επικοινωνεί με τη Λάρισα με δρόμο που επιτρέπει τη μετακίνηση με κάρο, πράγμα που στην Ελλάδα συμβαίνει σε ελάχιστους δρόμους μήκους δέκα χιλιομέτρων. Ο Τιταρήσιος (παραπόταμος του Πηνειού) μοιάζει με ρηχό ρεύμα, παρ’ όλο που δεν υπήρξε λειψυδρία τελευταίως. Δικαίως πάντως φαίνεται ότι πήρε το όνομα «Ξεράγκι» και έτσι είναι γνωστός στις περιοχές του Τυρνάβου. Ωστόσο μερικές φορές, όταν έχει ρίξει πολλή βροχή ή όταν έχει λιώσει το χιόνι από τον Όλυμπο, ο ποταμός γίνεται ορμητικός και φαρδαίνει, οπότε καθίσταται απόλυτα απαραίτητη για την επικοινωνία με τη Λάρισα η γέφυρα στην είσοδο της πόλης. Διαφορετικά πρέπει κανείς να κάνει κύκλο από τη γέφυρα του Βερνέζη και γύρω από τη λίμνη Καρατζάιρ ή σχεδόν την τριπλή απόσταση.

Τύρναβος
Κάτοικος της Θεσσαλίας

Έχω ήδη παρατηρήσει ότι ο ποταμός στερεύει λόγω των αρδευτικών έργων, αλλά και διότι ένα κανάλι μεταφέρει νερό για να ποτίζονται οι φυτείες και οι κήποι της Λάρισας στη βόρεια πλευρά της Σαλαμβρίας. Στην εποχή του Ομήρου, όταν δεν γνώριζαν τον καπνό και η καλλιέργεια κριθαριού και βαμβακιού ήταν περιορισμένη στην Ελλάδα, ο Τιταρήσιος έφθανε πιθανόν μέχρι τον Πηνειό. Σήμερα δεν μπορεί κανείς εύκολα να γίνει μάρτυρας του φαινομένου που ο Όμηρος περιγράφει ποιητικά ως ροή προς την επιφάνεια του νερού, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από το διαυγή Τιταρήσιο που ενώνεται με τον θολό Πηνειό.

Ο Τύρναβος παρακμάζει. Ο πόλεμος περιόρισε την αγορά για τα προϊόντα του στα παζάρια της Ρούμελης, ενώ για τον ίδιο λόγο αυξήθηκαν οι τιμές των αγαθών και η φορολογία. Ο κόσμος παραπονιέται ότι οι προεστοί τα τελευταία δύο χρόνια έχουν επιβάλει αυθαίρετα επιβαρύνσεις στις οικογένειες δίχως να δίνουν λογαριασμό στο κοινό. Τα παράπονα αυτά φαίνεται ότι έφτασαν στα αυτιά του βεζίρη, που έστειλε μπουγιουρντί και ζήτησε από τις αρχές να μεταφέρουν προσωπικά στο Τεπελένι τα έσοδα της φετινής χρονιάς, εξέλιξη που τους δημιουργεί το φόβο ότι η επόμενη κατοικία τους θα είναι η φυλακή των Ιωαννίνων.

Λέγεται ότι ο Τύρναβος έχει το καλύτερο κλίμα της Θεσσαλίας. Η ζέστη του κατακαλόκαιρου είναι λιγότερο ανυπόφορη από ό,τι στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Η κακοκαιρία σπανίως κρατάει πολλές ημέρες και ο Ιανουάριος είναι απλώς η προέκταση του χειμώνα. Το αμμώδες έδαφος γύρω από την πόλη δεν δημιουργεί πρόβλημα στην κίνηση αλόγων και κάρων ακόμα και όταν ο καιρός είναι εξαιρετικά υγρός. Η ανωφέρεια από την όχθη του ποταμού εξάλλου εμποδίζει τη συσσώρευση βρώμικου νερού το καλοκαίρι. Κάθε σπίτι διαθέτει πηγάδι με πόσιμο νερό, το οποίο ακόμα και στα μέσα του καλοκαιριού είναι δροσερό. Στα Τρίκαλα και τη Λάρισα το νερό του Πηνειού χρησιμοποιείται ως πόσιμο. Θεωρείται μάλιστα καλό και ελαφρύ. Είναι όμως ζεστό και θολό και χρειάζεται φιλτράρισμα. Οι δύο αυτές τις δύο πόλεις υποφέρουν από τον φθινοπωρινό πυρετό πιο συχνά απ’ ό,τι ο Τύρναβος.

Στην Τσαρίτσανη οι βράχοι γύρω υποτίθεται ότι επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα και θα πρέπει να συγκεντρώνουν θερμότητα, καθώς είναι εκτεθειμένοι προς τα νοτιοδυτικά. Ωστόσο η Τσαρίτσανη είναι η πλέον ακμάζουσα πόλη της Θεσσαλίας μαζί με τα Αμπελάκια. Θυσιάζοντας ένα ποσό που καταλήγει στο βεζίρη, οι άρχοντες έχουν εκδώσει διάταγμα που απαγορεύει σε αγόρια χορευτές να ασκήσουν το επάγγελμα τους σε αυτήν την πόλη. Αυτό ενόχλησε τους κατοίκους του Τυρνάβου, καθώς οι χορευτές εκ των πραγμάτων επισκέπτονταν συχνότερα την πόλη τους, προσελκύοντας Τούρκους και μουσουλμάνους Αλβανούς των χειρότερων κοινωνικών τάξεων που οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να διασκεδάζουν. Οι αγάδες της Λάρισας συχνά δεν επιτρέπουν στους χορευτές να εμφανίζονται στην πόλη, καθώς η παρουσία τους συνήθως συνοδεύεται από αναστάτωση και τσακωμούς μεταξύ των Γενιτσάρων, από τους οποίους και τα ίδια τα αγόρια αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να δολοφονηθούν.

Στο σπίτι του σούμπαση (διοικητής επαρχίας) στο Δάμασι υπάρχει ένας τετράγωνος λίθος που μοιάζει με εκείνους του Τυρνάβου, μόνο που η διακόσμησή του είναι στο κάτω μέρος όχι στο πάνω. Επιγραφή σε μια από τις στενές πλευρές του δείχνει ότι στήριζε το άγαλμα της ιέρειας Ιουλίας Αυγούστας και είχε ανεγερθεί από το Δήμο Λαρισαίων. Στο ίδιο σπίτι, σε μια γωνία, βρίσκεται ένα μαρμάρινο γλυπτό δίχως επιγραφή, που παριστάνει έναν άνδρα ο οποίος φέρει στο αριστερό χέρι στρογγυλή ασπίδα. Από την ασπίδα και τα νύχια των χεριών του άνδρα, τα μόνα μέρη που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, διαπιστώνουμε ότι το άγαλμα θα πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο. Από τα ευρήματα αυτά είναι προφανές ότι το Δάμασι είναι το σημείο όπου βρισκόταν μια από τις πόλεις της Περραιβίας και τείνω να πιστέψω ότι το κάστρο κατασκευάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στους ελληνιστικούς χρόνους, παρ’ όλο που τα οικοδομικά υλικά δεν μοιάζουν τόσο πολύ με εκείνα που οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν.

William Martin Leake

Σχολές των Ιωαννίνων

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Ιωαννίνων είναι οι δύο σχολές και οι βιβλιοθήκες τους. Συλλογή συγγραμμάτων βρίσκει κανείς και στον καθεδρικό ναό, αν και οι καλόγεροι θα μπορούσαν να καυχώνται μόνο για τους ιερούς Πατέρες και τη Βυζαντινή Ιστορία. Επικεφαλής της παλιάς σχολής, της οποίας η αυθεντικότητα ξεπερνά την παράδοση, είναι ο Κοσμάς Μπαλάνος, ένας αξιοσέβαστος γέροντας του οποίου ο πατέρας ήταν και εκείνος διευθυντής. Σε αυτή τη σχολή που στηρίζεται κυρίως από τους Ζωσιμάδες, διδάσκονται γραμματική και Έλληνες συγγραφείς, όπως και σε πολλά σχολεία της Ελλάδας.

Στην άλλη σχολή 100 μαθητές διδάσκονται ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, και φιλοσοφία. Το κολλέγιο αυτό ιδρύθηκε από τον Πικροζώη, έναν ντόπιο έμπορο, που κληροδότησε 800 βαλάντια, των οποίων ο τοκισμός συν κάποιες άλλες δωρεές αρκούν για να πληρώνεται με περίπου 2.000 πιάστρα ο αρχιδιδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλίδας, για το μισθό δύο βοηθών και για μια μικρή υποτροφία που δίνεται ετησίως σε κάθε μαθητή. Ο Πικροζώης έχτισε επίσης στα Ιωάννινα μια εκκλησία και ένα νοσοκομείο. Το σύνολο των διαφόρων ή ετήσιων τόκων από την περιουσία των δύο σχολείων είναι περίπου 60 βαλάντια. Εκτός από αυτά τα ιδρύματα πολλά ακόμα, υπάρχουν μικρά, τα οποία συντηρούν ιδιώτες, αλλά η γνώση που παρέχουν δεν ξεπερνά τα ελληνικά των ελληνικών ευαγγελίων.

Στο μέσο του καλοκαιριού δεν είναι σύνηθες να βλέπει κανείς κάποιον από τους δασκάλους αυτούς να κάθεται κάτω από ένα δέντρο στα προάστια της πόλης, περιβαλλόμενος από τριάντα-σαράντα μαθητές. Συνήθως οι δάσκαλοι παίρνουν ένα πιάστρο από τους φτωχότερους μαθητές.

Λέγεται εδώ ότι το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην προσπάθεια για να πειστούν οι Έλληνες ότι τα σχολεία είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί το έθνος έφερε το έργο του μοναχού από το Απόκουρο, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος για οκτώ χρόνια ταξίδευε στη χώρα κάνοντας κήρυγμα με κεντρικό θέμα αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Ο Κοσμάς ήταν και για άλλους λόγους μεταρρυθμιστής, καθώς έπεισε τις γυναίκες του Ζαγορίου να αλλάξουν ένα μεγάλο, δίχως σχήμα κεφαλομάντηλο παρόμοιο με εκείνα των γυναικών του Αιγαίου, με ένα απλό μαντήλι. Μαρτύρησε το 1780, δολοφονηθείς από τον Κουρτ πασά.

Ο βεζίρης ενθαρρύνει την εκπαίδευση των Ελλήνων ίσως γιατί αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή υποθέτει ότι άμεσα ωφελείται. Συχνά λοιπόν διατυπώνει αυτή την συμβουλή προς τους επισκόπους, οι περισσότεροι των οποίων -καθώς έχουν το μυαλό τους μόνο στο να κάνουν κομπόδεμα και ενεργούν ακριβώς όπως οι Τούρκοι που βρίσκονται στην εξουσία- τείνουν να την αγνοούν. Και με τον παλιό διδάσκαλο Μπαλάνο ο βεζίρης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα ξορκίζοντας τον να διδάσκει τους μαθητές που αφήνονται στα χέρια του με φιλοπονία, να τους δίνει το καλό παράδειγμα και να μην τους αφήσει καμία αμφιβολία ότι θα έχουν την εύνοια και την προστασία του.

Η καταπίεση που επιδεικνύει απέναντι στα μοναστήρια είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στα χωριά και τους ιδιώτες. Τελευταίως μάλιστα έδειξε εύνοια στο μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κορυτσά και την Αχρίδα. Δεν ξοδεύεται βέβαια ο ίδιος όταν υπάρχει ανάγκη. Πρόσφατα, όταν ένας βράχος έπεσε πάνω στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο νησί των Ιωαννίνων, διέταξε τα έξοδα για τις επισκευές να πληρώσουν ορισμένοι από τους προεστούς των Ιωαννίνων. Και, τελικά, την πτώση του βράχου πλήρωσε ο μεγαλύτερος έμπορος της πόλης, ο οποίος είχε δυσαρεστήσει με μια ενέργεια του το βεζίρη.

Τα ελληνικά μιλιούνται στα Ιωάννινα είναι πιο εξευγενισμένα από οπουδήποτε αλλού στην κυρίως Ελλάδα. Οι φράσεις είναι πιο ελληνικές και η δομή περισσότερο γραμματική. Αυτό συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι οι σχολές λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και οι διαμένουν στην πόλη πολλοί έμποροι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει ή κατοικήσει στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τούτο πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων. Τούρκοι και μουσουλμάνοι Αλβανοί χρησιμοποιούν μια τούρκικη λέξη κάθε δέκα ελληνικές. Αυτές οι τούρκικες, μάλιστα, είναι ό,τι ξέρουν όλο κι όλο οι ιθαγενείς μωαμεθανοί.

Στην Ήπειρο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, οι αγροίκοι χρησιμοποιούν ορισμένες λέξεις με γνήσιες ελληνικές ρίζες, δεν συνηθίζονται όμως αλλού, ούτε βέβαια και στις ανώτερες τάξεις εδώ, οι οποίες μιλούν εξευγενισμένα ελληνικά. Τις λέξεις αυτές μπορεί να μην τις βρούμε ούτε στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που διασώζονται ούτε βέβαια και να τις ακούσουμε στις πόλεις, αλλά διατηρήθηκαν στη γλώσσα των χωρικών όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα.

Κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι ο «τροχοτός», ή ρεύμα τη λίμνης, και το «σκιάδιον», άλλως το καπέλο που φορούν οι χωρικοί την εποχή του θερισμού, το οποίο όμως οι ψαράδες της λίμνης, που επίσης το χρησιμοποιούν, το λένε «καλαμία». Οι λέξεις «αντλώ, αντλία, τροπωτήρι», χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς του Αιγαίου. Στο Ζαγόρι η «θύρα» σημαίνει «πόρτα». Η δεύτερη αυτή λέξη είναι που χρησιμοποιείται ανά την Ελλάδα. Το «προθηλάζω» χρησιμοποιείται στην ίδια περιοχή και περιγράφει τη στιγμή που ένα προβατάκι πίνει γάλα από το στήθος της προβατίνας που δεν είναι η μάνα του. «Κατεθροήθησαν τα όρνια» δηλαδή οι κότες είναι ανήσυχες, είναι μια ακόμα έκφραση που χρησιμοποιείται στο Ζαγόρι. Στην τοπική διάλεκτο τα ίχνη της άφησε και η σλαβική φυλή περισσότερο όμως στα τοπωνύμια , την κατάληξη και την προφορά λέξεων ελληνικής προέλευσης. Στην ντοπιολαλιά έχουν επίσης ενταχθεί ιταλικές λέξεις από τα γειτονικά νησιά, εξαιτίας του εμπορίου που διατηρούν τα Ιωάννινα με την Ιταλία.

William Martin Leake

Στη Σιάτιστα (19ος αιώνας)

Ξεκινάμε νωρίς το πρωί με σκοπό να φτάσουμε στα Γρεβενά και από εκεί στη Σιάτιστα. Διασχίζουμε το ποτάμι και αφού ακολουθούμε την αριστερή του όχθη, ανεβαίνουμε σε ένα μικρότερο παραπόταμο και φτάνουμε τη Μητρόπολη των Γρεβενών, όπου βρίσκεται ο καθεδρικός ναός και το επισκοπικό μέγαρο ανάμεσα σε περίπου είκοσι ελληνικά σπίτια.

Στη Σιάτιστα
Αρχοντικό στη Σιάτιστα

Ο τουρκικός μαχαλάς των Γρεβενών βρίσκεται σε απόσταση ενός μιλίου. προς τα βορειοανατολικά και παρ’ όλο που φιλοξενεί μόνο ογδόντα οικογένειες θεωρείται το πιο σημαντικό σημείο της πόλης, που μάλιστα περιλαμβάνει τουρκικά χωριά. και τσιφλίκια. η περιοχή, που μοιάζει με τη Βόρεια Ευρώπη πιο πολύ από ό,τι η Ήπειρος ή άλλα μέρη της Ελλάδας, παρουσιάζει την εικόνα μιας κυματοειδούς επιφάνειας που τροφοδοτείται με άφθονο νερό, καθώς συναντώνται εκεί διάφορα υδάτινα ρεύματα. Το τοπίο πλουτίζει η παρουσία πανέμορφων δασυλλίων με βελανιδιές και άλλα δέντρα που προμηθεύουν ξυλεία. Σε αυτόν τον τόπο δεν βλέπει κανείς ούτε ελιές, ούτε μουριές, παρά μόνον σιτηρά, λίγα κλήματα και κοπάδια ζώων. Το έδαφος δεν είναι κακό, αλλά η παραγωγή καλαμποκιού θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη αν υπήρχε μια αρμονία μεταξύ του πληθυσμού και των φυσικών πόρων.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πεδιάδες της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Αργυρόκαστρου, εδώ χρησιμοποιούνται κάρα, με τέσσερις γερούς τροχούς και ένα τετράγωνο χώρο για το φόρτωμα, ο οποίος είναι φτιαγμένος από καλάμια. Από τις «φορτωμένες πραμάτειες», δηλαδή τα άλογα και τα μουλάρια που συναντήσαμε καθ’ οδόν από το Μέτσοβο, τα περισσότερα φορτωμένα με αλεύρι, καταλάβαμε ότι η περιοχή εξακουλουθεί να τροφοδοτεί την Ήπειρο και τα νησιά με ψωμί.

Από τα τούρκικα χωριά των Γρεβενών ο δρόμος περνά μέσα από ένα πλούσιο και ευχάριστο τοπίο, όπου δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες, και φθάνουμε σε ένα χάνι και μια ψηλή, στενή γέφυρα με έξι αψίδες που ονομάζεται Πασά Κιούπρι. Η γέφυρα διασχίζει τον Βίστριτσα στο σημείο που στρίβει αριστερά κατά μήκος του βουνού Βουρίνου. Στη συνέχεια αφήνουμε στα δεξιά το δρόμο προς τη Βένια και τα Σέρβια και ανεβαίνουμε την πλαγιά που οδηγεί στη Σιάτιστα, αφήνοντας πίσω μας, προς τα αριστερά, το τούρκικο χωριό Γιάνκοβο. Από ένα άνοιγμα μπαίνουμε ανάμεσα στο βουνό της Σιάτιστας και το όρος Βούρινος και βλέπουμε το νουνό της Βέροιας, το αρχαίο Βέρμιο.

Αμέσως μετά μπαίνουμε στους αμπελώνες της Σιάτιστα και ανεβαίνοντας στον πετρώδη λόφο φθάνουμε στο κεντρικό μαχαλά που λέγεται χώρα. Ύστερα από κάποια ώρα μας στέλνουν την κάτω γειτονιά, τη «γιεράνη», κι από κει και πάλι στη χώρα στο σπίτι ενός από τους άρχοντες και ανηψιό του επισκόπου της Σιάτιστας, που το σπίτι του είναι εδώ, αλλά αυτός είναι στη Σέλιτζα. Ο τίτλος του είναι επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης, της οποίας η βαριά προφορά είναι Σάτστα. Ανώτερος του είναι ο επίσκοπος Αχρίδας.

Η πόλη, που αποτελείται από 500 σπίτια, βρίσκεται μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού επιπέδου του πετρώδους όρους, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται αμπελώνες. Από τα σταφύλια οι Σιατιστάνοι παράγουν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρούμελης τα οποία πουλάνε πολύ στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, σπανίως όμως στέλνονται στην Ήπειρο εξαιτίας της δυσκολίας τους στη μεταφορά τους μέσω της Πίνδου. Το κρασί είναι τεσσάρων ποικιλιών: 1) Το «ηλιούμενον», που βγαίνει από άσπρα και κόκκινα σταφύλια, τα οποία αφήνονται για οκτώ μέρες στον ήλιο ή για έξι εβδομάδες σε έναν καλυμμένο χώρο και παράγουν λευκό γλυκό κρασί με δυνατή μυρωδιά και παχιά υφή, 2) Ένα ξηρό λευκό κρασί, 3) Ένα ξηρό κόκκινο κρασί, 4) το αψιθινό, που φτιάχνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και παίρνει τη μυρωδιά από κάποιες ποικιλίες Αρτεμίσιας, που βγαίνει από τα σταφύλια μετά την επεξεργασία τους στη στροφιλιά. Το κρασί είναι γλυκό και με δυνατή μυρωδιά, όχι όμως και το καλύτερο αψιθινό. Οι Σιατιστανοί κρατούν τα κρασιά τους για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια, πολλές φορές και για μεγαλύτερα διάστημα. Κάθε σοβαρός ιδιοκτήτης έχει πρέσα κρασιού, ενώ κελάρια υπάρχουν κάτω από όλα τα μεγάλα σπίτια, όπου εκτίθενται σε ένα πολύ ωραίο θέαμα με βαρέλια, τακτοποιημένα, όπως στην πολιτισμένη Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση πόσο έντονα είναι τα σημάδια της ξηρασίας στα αμπέλια, καθώς ο καιρός εδώ είναι πολύ διαφορετικός από της Ηπείρου. Αποδεικνύει πράγματι τη σημαντική κλιματολογική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών της Πίνδου.

Εκτός από το κρασί τους οι Σιατιστάνοι μπορούν να καυχώνται και για το προβατίσιο κρέας τους -τα πρόβατα τρέφονται με χορτάρι από το βουνό ασβεστόλιθου- αλλά και για το κυνήγι τους. Οι λαγοί είναι μάλιστα τόσο πολλοί, που συχνά δημιουργούν προβλήματα. Όταν το χιόνι έχει καλύψει τους αμπελώνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά το χειμώνα και για πολλές ημέρες, συνηθίζεται το κυνήγι των λαγών χωρίς σκύλους. Οι κάτοικοι χτυπούν τα ζώα με ξύλα και τα σκοτώνουν εύκολα, μιας και αυτά, καθώς είναι πεινασμένα, είναι αδύνατον να τρέξουν για να ξεφύγουν.

Ούτε εδώ ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας έχω δει κυνήγι πέρδικας, όπως εμείς το συνηθίζουμε, με όπλα. Τα πουλιά εδώ είναι μεγαλύτερα, πιο άγρια, όλα τα είδη με κόκκινα πόδια και η πτήση τους διαρκεί περισσότερο. Έτσι, είναι μάλλον δύσκολο να τα πυροβολήσεις. Συνήθως οι Έλληνες τα πιάνουν με δίχτυ αλλά και πάλι σπανίως θα τα δεις να πουλιούνται στην αγορά. Πάντως στη Μακεδονία και την Ήπειρο συναντά κανείς πολύ περισσότερα πουλιά απ’ ό,τι στη Νότια Ελλάδα.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στη Σιάτιστα έχουν κάποιο μέλος της οικογένειας τους στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία ή άλλα μέρη της Γερμανίας και λίγοι είναι οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε αυτές τις χώρες. Τα γερμανικά ομιλούνται ευρέως και τα ιταλικά σχεδόν το ίδιο.

Τα σπίτια είναι άνετα, καθαρά και όμορφα επιπλωμένα και ο κόσμος με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες στο τραπέζι από κάθε άλλον στην Ελλάδα. Το φαγητό στη Σιάτιστα ίσως είναι τελικά η μόνη πηγή ασθενειών, μια και το κλίμα καθώς και η ατμόσφαιρα είναι εξαίρετα. Όμως πίνουν πολύ, από το δικό τους καλό κρασί. Μάλιστα ένας Σιατιστανός, που ήπιε πολύ, έπεσε από το άλογο και τώρα πεθαίνει.

William Martin Leake

Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Εκδρομές του Castellan

Σχεδόν καθημερινά κάνουμε εκδρομές στη στεριά. Πότε επισκεπτόμαστε αρχαία ερείπια προσπαθώντας να μαντέψουμε το σχέδιο δόμησης και τη χρήση του, πότε διασχίζουμε τις πλέον απομακρυσμένες κοιλάδες, όπου η φύση παρουσιάζει ποικίλες εκδοχές, μορφές άγριες ή τοπία ειδυλλιακά.

Εκδρομές του Castellan
Βοσκός της Πελοποννήσου
(19ος αιώνας)

Πήγαμε αρκετές φορές στη Μονεμβασία να μελετήσουμε τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων. Τέλος, το βράδυ, με τη βάρκα πλέαμε κατά μήκος των ακτών, οι οποίες άκουγαν τα τραγούδια μας, ενώ το ρυθμικό χτύπημα των κουπιών έδινε το μέτρο. Όταν ένα ελαφρό αεράκι αγριεύει τη θάλασσα, αφηνόμαστε στην ώθηση των πανιών και καούμε σιωπηλοί τη γλυκιά μελωδία των ύμνων που απευθύνουν στην Παναγία οι Έλληνες. Αυτά τα θρησκευτικά τραγούδια έχουν κάτι το συγκινητικό μέσα στην απλότητα τους, μας δίνουν για το τι ήταν οι αρχαίες ελληνικές μελωδίες, των οποίων ίσως διατηρούν το ύφος, όπως επίσης και η ελληνική λαϊκή γλώσσα κράτησε εν μέρει τον τονισμό και τη γλυκύτητα της γλώσσας του Δημοσθένη και του Πινδάρου. Αυτή η γοητεία οφείλεται περισσότερο στη μελωδία παρά στην αρμονία. Οι Έλληνες σπάνια τραγουδούν μόνοι, και να το κάνουν το θέμα της μελωδίας δεν το πνίγει ο πλούτος της συνοδείας.

Παρόμοια θέματα συνάντησα αρκετές φορές στην Ιταλία, ακόμη και στην πατρίδα μας: είναι που χαράζονται στη μνήμη μας ευκολότερα, επειδή η μελωδία τους είναι απλή και εκφράζουν συναίσθημα.

Να το ομολογήσω: όταν στη Ελλάδα, σε κάποιες εκδρομές μου στην εξοχή, στη δύση μιας ηλιόλουστης μέρας, άκουγα από μακριά τις φωνές νεαρών χωριατοπούλων, που γονατισμένες μπροστά σε κάποιο εκκλησάκι απόμακρο και στολισμένο με φεστόνι γιασεμιού και ανθοδέσμες με λουλούδια που μόλις έκοψαν, καθυστερούσαν το βήμα μου, από φόβο μην ταράξω τη θρησκευτική αυτή κατάνυξη και στεκόμουν παράμερα.

Αυτές οι συμφωνίες που μόνο η φύση εμπνέει, αυτοί οι ευλαβείς ήχοι που έμοιαζε να διασχίζουν το αέρινο κύμα  για να φτάσουν στο αιώνιο μου παρουσίαζαν τις ορχήστρες των αγγέλων. Τρυφερά και νοερά τις συνόδευα στις προσευχές μου.

Antoine-Laurent Castellan

Αθήνη (19ος αιώνας)

Η Αθήνα ονομάζεται σήμερα Αθήνη και δεν παύει να είναι σημαντική τόσο στην έκταση της όσο και στον αριθμό των κατοίκων της. Σε αυτήν απολαμβάνει κανείς την ευχάριστη θερμοκρασία τα και το γαλήνιο ουρανό της. Ο αέρας της είναι καθαρός και υγιεινός, αν και λιγότερο γλυκός και ευχάριστος από της Ιωνίας.

Αθήνη
Δυτική άποψη της Ακρόπολης από τα Προπύλαια
Έγχρωμη χαλκογραφία

Η πόλη απλώνεται κάτω από την Ακρόπολη, χωρίς να περιλαμβάνει, όπως άλλοτε, το βράχο. Αντίθετα, επεκτείνεται προς την πεδιάδα, κυρίως δυτικά και βορειοδυτικά. Καθώς συνεχώς τη λεηλατούσαν οι πειρατές, επιχείρησαν να προστατεύσουν τις διόδους από κάθε εχθρική επίθεση. Το 1676 έκλειναν τακτικά τις πόρτες μετά τη δύση του ηλίου. Η πόλη παραμένει και πάλι ανοιχτή σήμερα, μολονότι υπάρχουν πολλές πύλες και η τούρκικη φρουρά αρέσκεται σε μεταμεσονύχτιες περιπολίες. Είναι πιθανόν κάποιοι όγκοι από τούβλα, που απλώνονται σκόρπια έξω από την πόλη, να ανήκαν στο αρχαίο τείχος του οποίου βρίσκουμε ακόμη και άλλα ίχνη. Γενικά τα σπίτια είναι χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς οικοδομική γραμμή. Ωστόσο, κάποια από αυτά έχουν αρκετά μεγάλες αυλές μπροστά. Οι στενοί και ιδιαίτερα ακανόνιστοι δρόμοι περιστοιχίζονται από υψηλά τείχη όπου, όντας κατά το σύνηθες ασπρισμένοι, αντανακλούν οι καυτές ακτίνες του ήλιου με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν μπορείς να τους διασχίσεις χωρίς αν ενοχληθείς από τη ζέστη. Εξάλλου και παλαιότερα δεν ήταν καλύτερα σχεδιασμένοι, δεν υπήρξαν ποτέ ούτε ωραίοι ούτε ομοιόμορφοι.

Στην Αθήνη δεν υπάρχει άλλο νερό πέρα από αυτό που κατεβαίνει από το όρος Υμηττός σε αυλάκια, και αυτό βγάζει μία μεγάλη πηγή στο κέντρο του «παζαριού» -στην πλατεία της αγοράς. Οι Τούρκοι διέθεταν πολλά τζαμιά και δημόσια λουτρά. Οι Έλληνες έχουν και αυτοί ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια και σημαντικό αριθμό εκκλησιών, όπου η λειτουργία τελείται κανονικά. Ανεξάρτητα δε από αυτά τα κτίσματα, διαθέτουν επίσης αναρίθμητα παρεκκλήσια και τόπους προσευχής, τμήματα των οποίων ορισμένα ερειπωμένα  έχουν χρησιμοποιηθεί στα τείχη. Προσέρχονται εκεί την ημέρα της εορτής των Αγίων στους οποίους είναι αφιερωμένα, τοποθετούν πάνω σε ένα τραπέζι μια εικόνα ή ένα άγαλμα του εορτάζοντος Αγίου και το αποσύρουν με το πέρας της τελετής.

Η Ακρόπολις, το Άστυ, αποτελούσε την πόλη που ίδρυσε ο Κέκροπας. Σήμερα δεν είναι πια παρά ένα απλό φρούριο, το οποίο περιβάλλει  ένα παχύ άνισο τείχος, απλώνεται ως το χείλος των γκρεμών, εσωκλείοντας μία ευρεία τοποθεσία, σχεδόν δύο φορές το μήκος και το πλάτος της. Στο εξωτερικό της, και ιδίως στις δύο ακραίες γωνίες της, βρίσκονται ακόμη τμήματα από τα αρχαία τείχη, που σε διάφορα σημεία, επισκευάστηκαν με κομμάτια από κολόνες και μάρμαρα που ανασύρθηκαν από τα ερείπια.

Λίγο μετά την άφιξή μας, είχαμε ξοδέψει ένα αξιοσέβαστο ποσό για να επισκευαστεί η πλευρά προς τον Υμηττό, είχαμε ήδη μεταφέρει το συνεργείο στο άκρο προς το Πεντελικόν, αλλά ελλείψει χρημάτων, υποχρεωθήκαμε να απολύσουμε τους εργάτες. Τη φρουρά αποτελούσαν ελάχιστοι Τούρκοι με τις οικογένειες τους, αποκαλούμενοι από τους Έλληνες Καστριανοί, στρατιώτες του κάστρου. Κάθε βράδυ, οι σκοποί φωνάζουν από το πόστο τους, πάνω από την πόλη, για να ακουστεί πως πράγματι είναι εκεί. Τα καταλύματά τους ξεχωρίζουν στην πολιτεία, την πεδιάδα, τον κόλπο, μα όσο ελκυστικό κι να είναι αυτό το σημείο, ο δυνατός αέρας και η έκθεση σε άλλα απρόοπτα, ωθούν όσους έχουν την ελευθερία και τη δυνατότητα να ζουν κάτω, όταν δεν είναι υπηρεσία. Ο βράχος, που έχει κάποιο ύψος, είναι απόκρημνος, απροσπέλαστος από παντού, πλην της μπροστινής πλευράς που κοιτάζει τον Πειραιά. Από τούτη την πλευρά υψώνεται, περίπου σε απόσταση κανονιοβολής, μία μακρά οροσειρά. Η Ακρόπολη στερείται πλήρως πόσιμου νερού και προς αναπλήρωση αυτής της έλλειψης καθημερινώς μουλάρια και γάιδαροι μεταφέρουν πήλινα σταμνιά, που είναι υποχρεωμένοι να γεμίζουν από κάποιον αγωγό μες στην πόλη.

Η Ακρόπολη άλλοτε αποτελούσε ευρύ αντικείμενο παρατηρήσεων για λάτρεις και περίεργους. Πλήρης από δοξαστικά μνημεία των Αθηναίων, παρουσίαζε επίσης μια αληθινά θαυμαστή συγκέντρωση πολύτιμων αντικειμένων, όπου η ομορφιά, ο πλούτος, η μεγαλοπρέπεια και η τέχνη έλαμπαν το ίδιο, έμοιαζαν μάλιστα να διεκδικούν, σε ευγενή άμιλλα, την υπεροχή. Με μια λέξη, έμοιαζε σπονδή στην προστάτιδα θεά Αθηνών, όντας τόσο αξιολάτρευτη χάρη στην τελειότητα όλων των χώρων όσο και εκπληκτική χάρη στα αμύθητα πλούτη που είχαν αφιερώσει. Έτσι, ο Ηλιόδωρος, ο επονομαζόμενος Περιηγητής, χρειάστηκε δεκαπέντε βιβλία για την πλήρη περιγραφή τους. Ήταν τόσο πολλά και τόσο όμορφα τα αγάλματα, τα σπαράγματα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα αξιοθέατα κάθε είδους, που προμήθευαν στον Πολέμονα τον Περιηγητή υλικό ικανό να γεμίσει τέσσερις τόμους. Μάλιστα ο Στράβων βεβαιώνει ότι θα χρειάζονταν άλλοι τόσοι αν ήθελε κανείς να μιλήσει κατά τον ίδιο τρόπο για τα άλλα μέρη της Αθήνας και της Αττικής. Ιδιαίτερα ο αριθμός των αγαλμάτων ήταν εκπληκτικός.

Ο Τιβέριος Νέρων, παθιασμένος με παρόμοια έργα τέχνης, λεηλάτησε την Ακρόπολη, καθώς και τους Δελφούς και την Ολυμπία. Ωστόσο παρέμεναν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες μέσα στην Αθήνα και σε αυτές τις δύο πόλεις, την εποχή του Πλινίου, και μάλιστα λέγεται ότι ο Παυσανίας έμεινε έκθαμβος από το πλήθος των αντικειμένων που είχε να περιγράψει. Αυτό το θεσπέσιο συμπόσιο των αισθήσεων έχει εξαφανιστεί πολύ καιρό τώρα, και σήμερα δεν απομένει παρά η αφήγηση ενός ονείρου. Παρ’ όλ’ αυτά, ο θεατής βλέπει ακόμη με ενδιαφέρον αυτά τα κομμάτια από μάρμαρο ανάκατα σε παλιοκαλύβες με επίπεδη οροφή και κτισμένες πάνω τα ερείπια. Θλιβερά απομεινάρια του λαμπρότερου των λαών. Είναι ωστόσο πάλι αυτά τα υπολείμματα, που, ορατά από τη θάλασσα, έκαναν γνωστή τη σύγχρονη Αθήνα. Όσο γι’ αυτούς που ανέφεραν ότι αυτή η αρχαία πόλη δεν ήταν πια παρά ένα μικρό χωριό, πρέπει, χωρίς αμφιβολία, χάριν αστειότητας, όταν κοιτούσαν την Ακρόπολη να είχαν στρέψει το κιάλι τους προς την πλευρά που μικραίνει τα αντικείμενα.

Όταν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια που κύλησαν και τις άπειρες μεταβολές που δοκίμασαν την Αθήνα, δεν μπορεί να μην εκπλαγεί από το ότι έστω και ένα μέρος αυτής της πόλης μπόρεσε να ξεφύγει από τις φθορές του χρόνου, και η τοποθεσία της να προσφέρει ακόμη ένα ανεξάντλητο θησαυρό πραγμάτων άξιου ενδιαφέροντος. Ο Κικέρων μας παρουσιάζει τον Αττικό να συγκινείται περισσότερο με την ανάμνηση των λαμπρών ανδρών που γέννησε η πόλη, παρά με τη θέα των υπέροχων κτισμάτων και των θαυμάσιων έργων, όσον αφορά την τέχνη και την παλαιότητα, με τα οποία ήταν τότε γεμάτη, και μπορώ προσωπικά να σας βεβαιώσω πως ο ταξιδιώτης, στη θέα και μόνο της Αθήνης, δεν χρειάζεται να διεγείρει, τη φαντασία του για να γευτεί, ακόμη και σήμερα, ανείπωτη χαρά και ευχαρίστηση.

Μπορούμε να δούμε τους σημερινούς Έλληνες ως εκπροσώπους των αρχαίων Αθηναίων. Κατά την αποβίβαση μας στον Πειραιά, ένας άρχοντας ήρθε από την πόλη να μας υποδεχτεί. Ίσως φανταστεί κανείς ότι αυτό το αξίωμα διατηρεί ακόμη και σήμερα κάποιο μερίδιο αίγλης με την οποία είχε ιστορικά περιβληθεί. Μα η αλήθεια είναι πως οι άρχοντες δεν φέρουν παρά ένα μάταιο όνομα, δεν  ξεχωρίζουν από τους άλλους παρά από το μεγάλο γούνινο σκούφο, την ποιοτικότερη και πλουσιότερη σχετικά με την κατωτέρων τάξεων ένδυσή τους. Ορισμένοι μάλιστα κρατούν κατάστημα στην αγορά, άλλοι είναι έμποροι ή κτηματίες με κοινά εισοδήματα. Οι αρχοντικές οικογένειες, δηλαδή αυτές από τις οποίες επιλέγονται οι άρχοντες, είναι οχτώ ή δέκα τον αριθμό, οι περισσότερες σε φθίνουσα κατάσταση. Ο άρχοντας που ήρθε προς προϋπάντηση μας ήταν από μια οικογένεια που θέλει να συγκαταλέγεται στις παλαιότερε, και που κατ’ αυτόν εγκαταστάθηκε στην Αθήνη τριακόσια χρόνια πριν, δηλαδή μετά τη βασιλεία του του Μωάμεθ του Β΄. Η περιουσία τους είχε πληγεί πολύ από τους εκβιασμούς ενός βοεβόδα, αλλά είχαν καλύψει τις απώλειες μέσω του εμπορίου και της μονιμοποίησης τους σε μικρές διοικητικές θέσεις.

Η απλή λαϊκή ενδυμασία είναι η τόκα από κόκκινο ύφασμα, ένα είδος γιλέκου, μια ζώνη που καλύπτει τη μέση, φαρδιές βράκες -είδος παντελονιού- που δένονταν με χοντρό κόμπο μπροστά, καθώς και ένα μακρύ ρούχο ριγμένο στην πλάτη μάλλινο ή γούνινο, χρήσιμο για τα κρύα. Άδικα επιδίδονται στις πιο ευτελείς και ταπεινές εργασίες, πρέπει να κοπιάσουν πολύ ακόμα για να κερδίσουν τόσο όσα χρειάζονται για να επιβιώσουν, να πληρώσουν το φόρο τους και να αγοράσουν ρούχα για τις γιορτινές μέρες, τότε που ο καθένας θέλει να παρουσιαστεί καλύτερα ντυμένος από τους άλλους, μιας και η υπερηφάνεια ξεπερνά τη φτώχεια τους. 

Richard Chandler

Περιηγητές στην Ελλάδα

Δεκαετίες πριν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, ο ελλαδικός χώρος έγινε χώρος περιηγήσεων. Το κίνημα του Διαφωτισμού μετέδωσε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα στους Ευρωπαίους, οι οποίοι αποφάσισαν, είτε λόγω εργασίας είτε λόγω προσωπικής αναζήτησης, να επισκεφτούν την Ελλάδα στα πλαίσια περιηγητισμού. Αυτοί οι περιηγητές ταξίδευαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο για πολύ καιρό. Επισκέπτονταν αρχαιολογικούς χώρους, συνέλεγαν πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα των Ελλήνων, παρατηρούσαν τη γεωμορφία του ελλαδικού χώρου και την καθημερινή ζωή.

Περιηγητές

Richard Chandler (1738-1810)

Ο Richard Chandler ήταν Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφτηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής της πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Chandler συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και τον ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφτηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μικράς Ασίας. Στη συνέχεια, περιηγήθηκαν στην Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Chandler απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Chandler ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους. Το έργο του Chandler συνιστά σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

Antoine-Laurent Castellan (1772-1838)

Ο Antoine-Laurent Castellan ήταν Γάλλος σχεδιαστής, ο οποίος το 1797 εργάστηκε σε μια γαλλική αποστολή που είχε αναλάβει την εκτέλεση έργων στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Ταξίδεψε στη συνέχεια στην Πελοπόννησο, σε νησιά του Ιονίου και του Αργοσαρωνικού. Εξέδωσε με τη μορφή επιστολών σε τόμο το 1808 και 1810 τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη και την περιήγηση του στον ελλαδικό χώρο. Ζωγράφισε ο ίδιος 23 σχέδια που αναφέρονται στους τόπους που επισκέφθηκε. Ο θαυμασμός του για τις επιτυχίες των σύγχρονων Ελλήνων στο εμπόριο και τη ναυτιλία καταγράφεται στο έργο του, όπως και η διατύπωση πληροφοριών για το καθεστώς αυτοδιοίκησης του νησιωτικού χώρου και ειδικά της Ύδρας. Ο Castellan έκδηλα υποκλίνεται μπρος στην τόλμη και τη ναυτοσύνη των Ελλήνων ναυτικών. Ανέδειξε στοιχεία του πολιτισμικού περιβάλλοντος, πληροφορίες που αξιοποιήθηκαν αργότερα με συστηματικό τρόπο από ξένους και Έλληνες μελετητές. Μέσα από το έργο του Castellan απεικονίζονται επίσης σκηνές του βίου των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, καθότι ο Γάλλος σχεδιαστής γνώρισε από κοντά τον Ελληνισμό της Πόλης, συνεργάστηκε μαζί τους και φιλοξενήθηκε σε ελληνικά σπίτια.

William Martin Leake (1777-1860)

Ο William Martin Leake, Άγγλος αξιωματικός του στρατού, ταξίδεψε στην Ελλάδα την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα κατ΄ εντολή του υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου. Στόχος του ήταν η συγκέντρωση πληροφοριών προς χρήση από τις βρετανικές διπλωματικές και στρατιωτικές υπηρεσίες. Βρέθηκε στην Ελλάδα στα 1802, 1805 και 1809-1810. Σε όλο αυτό το διάστημα ταξίδευε σχεδόν αδιάκοπα. Στα πολύχρονα και κοπιαστικά ταξίδια του σε ολόκληρη την έκταση του ελλαδικού χώρου αξιοποίησε τις γνώσεις του, αλλά προπάντων ανέπτυξε ένα πρωτόγνωρο εξερευνητικό ταλέντο, που εντυπωσιάζει για την πληρότητα της επιστημονικής προσέγγισης σε πολλούς τομείς. Για παράδειγμα, οι γνώσεις μας για τη γεωγραφία της νεότερης Ελλάδας θα ήταν σημαντικά φτωχότερες χωρίς τη συμβολή του Leake. Το ίδιο και οι γνώσεις μας για τις εμπορικές και εν γένει οικονομικές δραστηριότητες, για τα τοπωνύμια της ελληνικής γης, για το οδικό δίκτυο, για τις αρχαιότητες. Η δραστηριότητα του ως πράκτορα των βρετανικών υπηρεσιών τον έφερε επί πολύ καιρό στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, έτσι μέσα από το πλούσιο έργο του ο Leake φώτισε φυσιολογικά την προσωπικότητα του τυράννου της Ηπείρου.

Charles Robert Cockerell (1788-1863)

Ο Charles Robert Cockerell, Άγγλος αρχιτέκτονας, ήρθε νεαρότατος στην Ελλάδα στα 1810, μέλος μιας εταιρείας αρχαιοθήρων, μεταξύ των οποίων ήταν ο Εσθονός Stackelberg, ο Δανός Brostend και ο Γερμανός Haller. Απώτερος στόχος της εταιρείας ήταν η ανακάλυψη αρχαιοτήτων στον ελλαδικό χώρο, η ανασκαφή, η σύληση και η πώληση σε πλούσιους συλλέκτες του εξωτερικού. Φυγάδευσαν πλήθος ευρημάτων της κλασικής περιόδου από τους χώρους της Αίγινας (ναός Αφαίας), της Ολυμπίας και των αρχαίων Βασσών (Επικούριος Απόλλων), τα οποία σήμερα ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Ο Cockerell παρέμεινε περίπου τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, από τα επτά συνολικά που ανάλωσε σε περιηγήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε όλη τη διάρκεια των ταξιδιών του και για την εξυπηρέτηση των ανασκαφικών τους επιδιώξεων ο Cockerell και η παρέα του ήρθαν σε επαφή με κατοίκους της ελληνικής ενδοχώρας, γεγονότα που κατέγραψε ο Άγγλος αρχιτέκτονας στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο, όπως είναι ευνόητο, διακρίνεται από άκρατο υποκειμενισμό. Έτσι, τα αισθήματα του προς τους Έλληνες και τους Τούρκους εναλλασσόμενα, προκύπτουν σχεδόν αποκλειστικά από την πιθανότητα επίτευξης των ιδιοτελών στόχων του ίδιου του Cockerell και της συντροφιάς του. Ο Cockerell έγινε σπουδαίος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στη Βασιλική Ακαδημία της Βρετανίας.

Οι παραπάνω είναι λίγοι από τους περιηγητές που πέρασαν από την Ελλάδα. Σε κάποιους περιηγητές οφείλουμε πληροφορίες και γνώσεις, που παίρνουμε από τα έργα τους, ευγνωμοσύνη για το ενδιαφέρον τους που μετέδωσαν στην Ευρώπη και έσπειραν τον φιλελληνισμό. Κάποιοι άλλοι περιηγητές, όμως, με την παράνομη, τις περισσότερες φορές, δραστηριότητα τους στον ελληνικό χώρο έσπειραν τον όλεθρο σε σημαντικά μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής