Η Αμοργός και η Ανάφη (3000π.Χ.-…)

Η Αμοργός και η Ανάφη, τα δύο αυτά νησιά είναι τα πιο «προκεχωρημένα ανατολικά φυλάκια» των Κυκλάδων. Με την Αμοργό πιο ανατολικά, μια στενή λωρίδα γης, με μήκος 32χλμ. και πλάτος 1 έως 3,5 χλμ. νοτιοανατολικά της Νάξου. (148 μίλια από τον Πειραιά). Και την Ανάφη νοτιότερη, ανατολικά της Θήρας (145 μίλια από τον Πειραιά).

Η Αμοργός κια η Ανάφη
Η Παναγία η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό

Πρωτεύουσα της ορεινής Αμοργού είναι η ομώνυμη μεσόγεια πόλη ή Χώρα, στους πρόποδες βράχου πάνω στον οποίο ο Βενετός κυρίαρχος του νησιού Ιερεμίας Γκίζι έχρισε κάστρο. Τα Κατάπολα, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Μινώας είναι το κεντρικό λιμάνι του νησιού, επίνειο της Χώρας, στη δυτική ακτή. Ενώ η Αιγιάλη, δεύτερο λιμάνι στη θέση της ομώνυμης αρχαίας πόλης,εξυπηρετεί τη συστάδα των βόρειων οικισμών. Στα νότια του νησιού, η Αρκεσίνη διατηρεί το αρχαίο όνομα της.

Πλήθος μικρών νησιών περιβάλλουν την Αμοργό, τα Αμοργιανά. ενώ στα νότια προβάλλει η νησίδα Αμοργοπούλα, η Ιππουρίς των αρχαίων.

Η Ανάφη, άνυδρη, άδεντρη και ορεινή, διαθέτει τον ομώνυμο οικισμό ή Χώρα σε ύψωμα στα νότια του νησιού που συνδέεται οδικά με το λιμάνι του Αγίου Νικολάου. Αυτός είναι και ο μοναδικός βατός δρόμος με τροχοφόρο στο νησί. Οι μετακινήσεις με τα πόδια, με βάρκα ή με καΐκι. Εξαρτημένα από την Ανάφη νησιά είναι το Αναφόπουλο, η Μακριά και τα Φτενά.

Η Αμοργός και η Ανάφη στο πέρασμα των αιώνων

Η Αμοργός κια η Ανάφη
Χάρτης της Ανάφης του 1584

Στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής τους από την Κολχίδα, οι Αργοναύτες πέρασαν από την Κρήτη, όπου ο χάλκινος Τάλως τους πετροβολούσε ώσπου τον εξόντωσε η Μήδεια κι έπειτα ανοίχτηκαν στο Αιγαίο. Πρέπει να ήταν η πυκνή στάχτη από το ηφαίστειο της Σαντορίνης που κάλυψε τα πάντα με βαθύ σκοτάδι μέρα μεσημέρι. Ο θεός Απόλλωνας έκανε να φανεί φως ώστε να αντικρίσουν μπροστά τους στεριά. Ήταν ένα νησί. Από το άναμμα του φωτός το ονόμασαν «Ανάφη». Βγήκαν στην ακτή, θυσίασαν στο θεό και έχτισαν να ό προς τιμή του,.

Η Ανάφη και η Αμοργός ήταν μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα στην Πρωτοκυκλαδική εποχή (3000π.Χ.-2000π.Χ.), με παράλιους οικισμούς, χωρίς οχυρώσεις, καθώς η ίδια η δύναμη τους απέτρεπε κάθε ξένη επιβολή. Στην μινωική εποχή η Ανάφη αποικίστηκε από Μινωίτες. που πήγαν στην γειτονική Θήρα με αρχηγό τον Μεβλίαρο. Γι΄αυτό για λίγο διάστημα η Ανάφη ονομαζόταν «Μεβλίαρος».

Γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ. η Ανάφη αποικίστηκε από Δωριείς. Ερείπια του ναού του θεού Απόλλωνα επιβιώνουν σήμερα, πλάι το μοναστήρι της Παναγίας της Καλαμιώτισσας.

Η Ανάφη πέρασε διαδοχικά στους Φόσκολους, Γοζαδίνους, Κρίσπους και Πισάνους. Στα 1537, τα νησιά λεηλάτησε για λογαριασμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο Αλγερινός πειρατής-ναύαρχος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Και πριν και αργότερα, πολλοί κάτοικοι της Ανάφης μετοίκησαν στη Κρήτη για να γλυτώσουν από τους πειρατές. Πολλοί άλλοι, επί βασιλείας του Όθωνα, έφυγαν από το νησί και εγκαταστάθηκαν στους βορειοανατολικούς πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης της Αθήνας, δημιουργώντας τη συνοικία «Αναφιώτικά».

Η Αμοργός άλλαξε πολλά ονόματα στο πέρασμα των χρόνων: Πατάγη, Παγκάλη, Ψυχία, Καρκησία και,τέλος, τον 5ο αιώνα π.Χ. Αμοργός. Η Αμοργός ήταν φημισμένη για τους αραχνοΰφαντους κόκκινους χιτώνες που κατασκευάζονταν εκεί. Είναι γενέτειρα του ποιητή Σιμωνίδη του Αμοργίνου που έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. Στα κλασικά χρόνια ήταν υποτελής των Αθηναίων, ενώ επί των Ρωμαίων ήταν τόπος εξορίας.

Τον 9ο αιώνα μΧ. καταστράφηκε το μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας. Το ανακαίνισε το 1088 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας γίνεται πανηγύρι και προφέρουν ψάρια και κυρίως μπακαλιάρο τηγανητό.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους το 1204, η Αμοργός πρώτα κατακτήθηκε από την βενετική οικογένεια των Γκουερίνι και που είχαν έδρα τους την Αστυπάλαια και έπειτα από τους Γκίζι.

Η Αμοργός ήταν το νησί, όπου με δαπάνες του μοναστηριού, ιδρύθηκε το 1829 το πρώτο γυμνάσιο της ελεύθερης Ελλάδας. Τα δύο νησιά περιήλθαν στο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, με το οποίο η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο κράτος με χερσαία σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και περιελάμβανε τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.

Η Αστυπάλαια (900π.Χ.-…)

Η Αστυπάλαια βρίσκεται στο πιο δυτικό σημείο των Δωδεκανήσων. προς την πλευρά των Κυκλάδων, στοιχεία των οποίων υπάρχουν έντονα στο νησί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά την Μέσα (δυτική) και την Όξω (ανατολική), που ενώνονται με μια μικρή λωρίδα αμμουδιάς περίπου 100 μέτρων. Εξαρτημένα από αυτήν κατοικημένα νησάκια είναι ο Κουνούπος, η Οφιδούσα και η Σύρνα. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Χώρα ή Αστυπάλαια. Υπάρχουν ακόμα και τα χωριά Βαθύ, Λιβάδι και Μαλτεζάνα ή Ανάληψη.

Οι ντόπιοι προτιμούν να την ονομάζουν Αστροπαλιά. Στην αρχαιότητα λεγόταν και Ιχθυόεσσα, καθώς από τότε ήταν παράδεισος για τους ψαράδες που, ακόμα και σήμερα, δύσκολα θα απογοητευτούν, αν και τα ψάρια έχουν λιγοστέψει.

Η Αστυπάλαια
Τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην Αστυπάλαια

Η Αστυπάλαια ανήκε σε μια πολύ γνωστή οικογένεια. Ήταν κόρη του Αγήνορα και της Περιμήδης, αδελφή της Ευρώπης, την οποία απήγαγε ο Δίας, την έφερε στην Κρήτη και απέκτησε από αυτήν το Μίνωα. Ο βασιλιάς πατέρας τους έστειλε τους γιους του να φέρουν πίσω την κόρη του. Δεν την βρήκαν όμως και δεν έπεστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους. Ο δυστυχισμένος πατέρας έχασε και την άλλη του κόρη. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Αστυπάλαια την ερωτεύτηκε, την έκλεψε και την έφερε στο νησί που πήρε το όνομα της. Από τον έρωτα τους γεννήθηκαν δυο γιοι: ο Αγκαίος που ανδραγάθησε στην Αργοναυτική εκστρατεία και ο Ευρύπυλος, ο βασιλιάς της Κω.

Από τον 9ο π.Χ. άποικοι από τα Μέγαρα και το Άργος εγκαταστάθηκαν στο νησί. Στα 496π.Χ. το νησί εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς αγώνες ο πυγμάχος Κλεομήδης. Οι φονικές γροθιές του σκότωσαν τον αντίπαλο του και αυτό έγινε αίτια οι Ελλανοδίκες να μην τον ανακηρύξουν Ολυμπιονίκη. Γύρισε στην Αστυπάλαια με ταραγμένο μυαλό. Σε μια κρίση τρέλας γκρέμισε το σχολείο την ώρα που οι μαθητές έκαναν μάθημα. Σκοτώθηκαν 60 παιδιά. Ο Κλεομήδης εξαφανίστηκε. Το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τελευταίο των ηρώων».

Στα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου και της Ρωμαϊκής κατάκτησης η Αστυπάλαια ήταν περίφημο κέντρο εμπορίου ψαριών. Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν εκεί ναύσταθμο με κύριο καθήκον την καταπολέμηση των πειρατών.Οι νησιώτες συνέπραξαν πρόθυμα και εξασφάλισαν προνόμια.

Το 1207 κατακτήθηκαν από τη βενετική οικογένεια των Γκουερίνι. Το οικόσημο τους σώζεται στο κάστρο στη Χώρα. Την ξαναπήραν οι Παλαιολόγοι του Βυζαντίου το 1269 και την έχασαν ξανά το 1310.

Η Αστυπάλαια ήταν το τελευταίο των Δωδεκανήσων που έπεσε στα χέρια των Τούρκων: το 1537, 15 χρόνια μετά την άλωση της Ρόδου. Αρχηγός του στόλου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα δεν παρέλειψε να λεηλατήσει το νησί. Οι συχνές επιδρομές του. το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, είχαν γίνει μάστιγα για τους νησιώτες. Οι νησιώτες τραβήχτηκαν στο «Κάστρο του Αη-Γάννη», ένα φυσικό οχυρό. Απόρθητο κατά την παράδοση και με μυστική είσοδο και κρυφή έξοδο σε γειτονικό λόφο. Ακόμη σώζονται εκεί λείψανα σπιτιών και μια δεξαμενή νερού.

Η συγκατοίκηση με τους πειρατές όμως ήταν επικίνδυνη. Το νησί ερήμωσε για να ξανακατοικηθεί στα 1577, όταν τα πράγματα ηρέμησαν. Η μετέπειτα ιστορία της Αστυπάλαιας είναι κοινή με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Η Κάλυμνος (3000π.Χ.-…)

Η Κάλυμνος είναι το τέταρτο σε έκταση νησί των Δωδεκανήσων με ορεινό έδαφος. Βρίσκεται ανάμεσα στην Λέρο και τη Κω, βορειοδυτικά της Ρόδου, σε απόσταση 183 μιλίων από τον Πειραιά. Περιβάλλεται από πλήθος μικρών νησιών. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Πόθια ή Ποθαία ή Κάλυμνος, λιμάνι στον μυχό ενός κόλπου στα νοτιοανατολικά του νησιού. Υπάρχουν ακόμη τα χωριά Χώρα, Βαθύ, Εμπορειός, Μασούρι, Μυρτιές και Πάνορμος.

Η Κάλυμνος
Λιθογραφία του 1880 που παρουσιάζει τη διαδικασία αλιείας των σφουγγαριών

Το μεγάλο βυζαντινό κάστρο, με εννιά ολόλευκα εκκλησάκι και ερείπια σπιτιών προβάλλει επιβλητικό πάνω από την παλιά πρωτεύουσα, Χώρα. Η περιοχή είναι γεμάτη κάστρα. Το Καστέλι κοντά στο Μασούρι και το ερειπωμένο βυζαντινό στην Τέλενδο «συνδέονται» καθώς ο θρύλος μιλά για το «βασιλόπουλο» του Καστελιού και την αγαπημένη του στο κάστρο της Τελένδου.

Άλλος θρύλος αναφέρεται στο μοναστήρι-κάστρο της κυρά-Ψηλής που χτίστηκε πάνω από το Καλύμνιο Ρούσο. Τον είχαν πάρει οι Τούρκοι με το παιδομάζωμα, είχε γίνει γενίτσαρος και μετά πασάς με το όνομα Γκιουλ Αχμέτ, πέρασε από το νησί, θυμηθηκε τη γενιά του, αναγνώρισε τον πατέρα του και έφτιαξε το μοναστήρι. Υπάρχουν ακόμα και το τιτανικό Καστρί των νεολιθικών χρόνων στον Εμπορειό και το κάστρο της Παναγίας Χρυσοχεριάς που χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες.

Στην «ευθύνη» της Καλύμνου ανήκουν και οι βραχονησίδες Ίμια, όπου συνέβη το θερμό επεισόδιο τον Ιανουάριο του 1996.

Ευρήματα Νεολιθικά και της Νεοανακτορικής περιόδου (μετά το 1700π.Χ.) μαρτυρούν της απώτερους χρόνους κατοίκησης του νησιού. Η ιστορική διαδρομή των νησιωτών είναι όμοια με εκείνη των υπολοίπων Δωδεκανησίων.

Η ιδιαιτερότητα των Καλυμνίων είναι η ζύμωση τους με τους βυθούς των θαλασσών Σκληροτράχηλοι και τολμηροί σφουγγαράδες, δημιούργησαν έπος, από όταν η σπογγαλιεία αποτελούσε το πιο επικίνδυνο επάγγελμα που θαλασσινός θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αν επιβίωνε στους βυθούς δύσκολα ξέφευγε από τη «νόσο των δυτών».

Τα σφουγγάρια είναι ζώα της θάλασσας από τα πιο ατελή. Ανήκουν στο γένος των κοιλεντερωτών και περιλαμβάνουν πάρα πολλά είδη απλωμένα στις θερμές και εύκρατες θάλασσες κυρίως της Μεσογείου. Περισσότερο μοιάζουν με φυτά, έχουν ακανόνιστο σώμα, συνήθως κυπελλοειδές ή σχεδόν σφαιρικό μαλακό και γεμάτο πόρους. Ο σκελετός τους αποτελείται από ελαστικές ίνες. Το χρώμα τους είναι καφέ πάνω και σταχτοκίτρινο κάτω, Πιο διαδεδομένα είναι τα φαρμακευτικά σφουγγάρια και η τσιμούχα. Η Μεσόγειος (Αιγαίο, Αδριατική), η Ερυθρά θάλασσα και η Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι οι τόποι όπου οι σφουγγαράδες τα βρίσκουν.

Παλαιότερα η αναχώρηση των σφουγγαράδων αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς για την Κάλυμνο. Γινόταν τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, αφού προηγουμένως όλο το νησί συμμετείχε στη [γιορτή της αγάπης» με κοινό τραπέζι, γλέντι και χορό. Η γιορτή επιβιώνει τη Πόθια, ως αναβίωση της παράδοσης μεταφερόμενη στην κεντρική πλατεία το Πάσχα και συμπληρωμένη με αναπαράσταση της δουλειάς των σφουγγαράδων με το σκάφανδρο και την καύση βεγγαλικών.

Για την αλίευση των σφουγγαριών οι σφουγγαράδες πρέπει να φτάσουν ως το βυθό της θάλασσας σε βάθος 91 μέτρα και μισό (πενήντα οργιές). Σήμερα, η αλίευση γίνεται με σύγχρονο εξοπλισμό. Στην Κάλυμνο λειτουργεί η μοναδική κρατική σχολή δυτών.

Παλιά, η δουλειά ήταν πολύ σκληρή και αρκετά επικίνδυνη και γινόταν με σκάφανδρο, μια αδιάβροχη και αεροστεγής στολή που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα ως το λαιμό και άφηνε γυμνές μόνο τις παλάμες των χεριών. Πάνω από τη στολή ο δύτης φορούσε παπούτσια από μολύβι, με μολυβένιες πλάκες για να μπορεί εύκολα να βυθιστεί. Στο άνοιγμα του λαιμού, βιδωνόταν βαρύ μεταλλικό κράνος με γυάλινα φινιστρίνια, που επέτρεπαν στο δύτη να βλέπει. Στο πίσω μέρος του μεταλλικού κράνους προσαρμοζόταν σωλήνας, του οποίου το άλλο άκρο βρισκόταν σε αντλία πάνω στο σφουγγαράδικο.

Πριν βγουν στο εμπόριο τα σφουγγάρια υφίστανται ειδική επεξεργασία για να απαλλαγούν από το γλοιώδες υγρό που κουβαλούν. Στην Κάλυμνο λειτουργούν ειδικά εργαστήρια.

Ο Λουκιανός (120μ.Χ.-181μ.Χ.)

Ο Λουκιανός γεννήθηκε σε μια εποχή που οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει την Ελλάδα και επέβαλαν τους δικούς τους όρους στον πολιτισμό και την φιλοσοφία. Ο Λουκιανός αντίκρισε τα προβλήματα της εποχής του, έπιασε το σφυγμό της εποχής του και τον μετέφερε στα έργα του. Το έργο του έχει μεγάλη λογοτεχνική και μορφωτική αξία.

Ο Λουκιανός
Ο Λουκιανός

Ο Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα της Κομμαγηνής, μιας επαρχίας της Συρίας, γύρω στο 120μ.Χ. ύστερα από τα πρώτα γράμματα που έμαθε στην πατρίδα του, οι γονείς του σε οικογενειακό συμβούλιο αποφάσισαν να τον βάλουν να μάθει την τέχνη της Ερμογλυφικής, δηλαδή να γίνει μαρμαρογλύφος. Κατέληξαν στην απόφαση αυτή, γιατί ο αδελφός της μητέρας του ήταν πετυχημένος μαρμαρογλύφος και ο Λουκιανός από παιδί είχε δείξει κάποιο καλλιτεχνικό τάλαντο, αφού στα παιχνίδια του έπλαθε με κερί μορφές πετυχημένες. Τα οικονομικά της οικογένειας είναι περιορισμένα και έτσι γρήγορα θα τα ενίσχυε και ο εκείνος.

Η θητεία του Λουκιανού όμως κοντά στο θείο του κράτησε μόνο μια μέρα, γιατί από αδεξιότητα ο Λουκιανός έσπασε μια πέτρα και ο θείος του τον έδειρε. Αυτό έκανε το νεαρό μαθητευόμενο να τα παρατήσει και να φύγει κλαίγοντας για το σπίτι.

Έτσι, ο Λουκιανός στράφηκε στην Παιδεία και πήρε το δρόμο για τις ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπου άκμαζαν πολλές ρητορικές σχολές. Στην Έφεσο, με ακούραστα διαβάσματα και με το έξυπνο και εύστροφο μυαλό του, τελειοποίησε τα ελληνικά του, ώστε να θεωρείται επιδέξιος τεχνίτης του αττικού λόγου και έγινε ρήτορας.

Στην αρχή ασχολήθηκε με το δικανικό λόγο. Η δουλειά όμως του «δικηγόρου» στα δικαστήρια δεν τον ικανοποιούσε και γρήγορα στράφηκε στα άλλα είδη του ρητορικού λόγου και σε άλλες πνευματικές δραστηριότητες και έγινε σοφιστής.

Γύρω στο 150μ.Χ., όπως όλοι οι σοφιστές, άρχισε τα ταξίδια. Επισκέφτηκε πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας, της Μητροπολιτικής Ελλάδας, της Ιταλίας και της Γαλατίας, όπου απήγγειλε λόγους, έδωσε διαλέξεις και κέρδισε πλούτη και δόξα.

Μολονότι η ρητορική και η σοφιστική του εξασφάλιζαν δόξες και πλούτη, ο Λουκιανός στα σαράντα του τις εγκατέλειψε και πήρε την απόφαση να εγκατασταθεί στην Αθήνα και να αφοσιωθεί σε κάτι σοβαρότερο, στη μελέτη της φιλοσοφίας και στη συγγραφική δραστηριότητα. Δύο, όμως, σημαντικά γεγονότα διέκοψαν την παραμονή του εκεί: η αναχώρηση για την Ανατολή, πιθανόν το 162 μ.Χ. και ο διορισμός του στην Αλεξάνδρεια για το διάστημα 170-175.

Η νέα παραμονή του στην Αθήνα (165-170) αποτελεί τη σπουδαιότερη περίοδο στη λογοτεχνική παραγωγή. Τότε έγραψε και τους πιο σημαντικούς διαλόγους του. Παράλληλα στο διάστημα αυτό συνέχισε τα ταξίδια προς διάφορες κατευθύνσεις. Έφτασε ως τη Μακεδονία και, όπως και στο παρελθόν, πήγε δυο φορές ακόμη στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου δημόσια απάγγειλε λόγους του.

Όταν ο Λουκιανός επέστεψε στην Αθήνα το 165 δεν βρήκε το παλιό κλίμα φιλίας και κατανόησης, γιατί δεν είχε μόνο φίλους αλλά και να θανάσιμους εχθρούς. Δυσαρεστημένος από την κατάσταση εκείνη, ίσως υποχρεωμένος, και από τα οικονομικά του, που δεν πήγαιναν καλά όπως πριν, δέχθηκε το 170μ.Χ. τη μεγάλη δικαστική θέση στην αυτοκρατορική διοίκηση της Αιγύπτου και εγκαταστάθηκε την Αλεξάνδρεια, παρόλο που ο ίδιος προηγουμένως κατέκρινε όσους δέχονταν να υπηρετήσουν τους πλούσιους και δυνατούς ως μισθωτοί. Για το συμβιβασμό αυτό δικαιολογείται στην «Απολογία» του, όπου υποστηρίζει ότι η δική θέση ήταν διαφορετική, αφού απέβλεπε στο κοινό καλό και πληρωνόταν από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα και όχι από πλούσιους ιδιώτες.

Το τέλος της ζωής του δεν μας είναι γνωστό. Άλλες πηγές λένε ότι πέθανε στην Αλεξάνδρεια, άλλες στην Αθήνα, όπου ξαναγύρισε. Οπωσδήποτε πρέπει να πέθανε ύστερα από το 180 που είναι η χρονιά του θανάτου του μάρκου Αυριλίου, το θάνατο του οποίου ο Λουκιανός αναφέρει σε ένα έργο του.

Στον Λουκιανό αποδίδονται 86 έργα. Μεριά από αυτά δεν του ανήκουν, αλλά μάλλον είναι έργα άλλων που συμπεριλήφθηκαν ανάμεσα στα δικά του. Οι διάλογοι του Λουκιανού είναι οι εξής:15 «Ενάλιοι διάλογοι», 26 «Θεών διάλογοι», 15 «Εταιρικοί», «Τίμων ή μισάνθρωπος», «Μένιππος ή Νεκυομαντεία», «Ικαρομένιππος ή υπερνέφελος», 30 «Νεκρικοί διάλογοι» κ.α.

Ακόμη έγραψε και μυθιστορήματα: «Αληθινή ιστορία» και «Λούκιος ή όνος». Τέλος έγραψε και έργα με τη μορφή απομνημονευμάτων όπως: «Δημώνακτος βίος», αλλά και με μορφή επιστολών «Πως δει ιστορίαν συγγράφειν».

Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Πλαταιές και Θήβα

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από τη Λιβαδειά με σκοπό να φτάσουμε στις Πλαταιές. Σύντομα φτάσαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα, που έχει σύνορο την κορυφογραμμή του βουνού Λιμπέθριο (Χλωμός). Καθώς συνεχίσαμε, είδαμε τον Ορχομενό στην πλευρά της πεδιάδας και μετά τη λίμνη Κωπαΐδα που φαινόταν να έχει συρρικνωθεί αρκετά. Είδαμε επίσης και λίγο την κορυφογραμμή του βουνού Ελικώνα. Αρκετές ώρες μετά φτάσαμε στην πόλη της Παραπουγκιάς, που λέγεται ότι είναι τα Λεύκτρα. Προχωρώντας περίπου ένα μίλι ανακαλύψαμε ερείπια που δείχνουν καθαρά ότι εδώ θα πρέπει να ήταν μια αρχαία πόλη που δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Λεύκτρα, όπου νίκησε ο Επαμεινώνδας τους Σπαρτιάτες. Βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα και πάνω από τα ερείπια της πόλης είναι τα χωράφια με το σιτάρι. Δεν αξίζει να προσέξεις κανένα από τα ερείπια. Γι’ αυτό συνεχίσαμε για τις Πλαταιές.

Πλαταιές και Θήβα
Γκραβούρα που απεικονίζει τον Παυσανία

Στις Πλαταιές σταματήσαμε για να εξετάσουμε τα ερείπια της διάσημης πόλης που είναι χτισμένη σε έναν λοφίσκο στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Το σύγχρονο χωριό ονομάζεται Κόχλα. Το ύψωμα, που ήταν η ακρόπολη, είναι ένα επιβλητικό μέρος και ξεχωρίζει από κάποια ερείπια. Παραμένουν ακόμη ίχνη από τα τείχη της πόλης. Κοντά την Ακρόπολη βρίσκεται ένα ογκώδες ερείπιο, που έχει τη μορφή μεγάλου τείχους φτιαγμένου από τεράστιες πέτρες και δύο εξοχές. Αυτό πρέπει να ήταν είτε ένα μέρος του τείχους, είτε, το πιθανότερο, μέρος μιας ταβέρνας που προοριζόταν γι’ αυτούς που έρχονταν για επίσκεψη και θυσία. Κοντά στην ακρόπολη, και μέσα την πεδιάδα, υπάρχει μια ωραία πηγή που αναφέρεται και από τον Παυσανία και γύρω από αυτήν τεράστια ερείπια κτιρίων. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν κάποιες σαρκοφάγοι. Αυτά είναι όσα μπορέσαμε να δούμε από αυτό το φημισμένο μέρος, στο οποίο, ηττήθηκε ο περσικός στρατός του Μαρδόνιου.

Η πεδιάδα που ανήκει στην πόλη είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά προς το παρόν δεν καλλιεργείται ιδιαίτερα. Όλη η Βοιωτία είναι μια πραγματικά γοητευτική περιοχή. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο όμορφη ποικιλία λόφων και πεδιάδων και ταυτόχρονα τόσο πλούσιο έδαφος.

Από τις Πλαταιές συνεχίσαμε για τη Θήβα. Μόλις φτάσαμε στην πόλη, πρώτα περιμέναμε τον πασά, που είχε έρθει από τη Λιβαδειά. Έμεινε τρεις μέρες και παρά τις διαμαρτυρίες έβαλε φόρους 12.000 γρόσια. Η Θήβα είναι μια πόλη 1.500 ή 2.000 ψυχών, οπότε ο φόρος αυτός ήταν πολύ βαρύς. Ο βλοσυρός πασάς μας δέχτηκε με ευγένεια και διέταξε να πάρουμε τα άλογα μας χωρίς καθυστέρηση. Είναι πολύ ωραίος άνδρας παρά την καστανή μακρά γενειάδα του. Τον βρήκαμε να καπνίζει ένα μεγάλο ναργιλέ, περιτριγυρισμένο από Τούρκους στους οποίους θα έπρεπε να δώσουμε ένα δώρο, αλλά το ξεχάσαμε. Ο πασάς μας οδήγησε στον κυβερνήτη, που μας βρήκε σπίτι να κοιμηθούμε.

Η Θήβα τώρα ονομάζεται τα Θήβα, ή συνήθως στη Βοιωτία τα Φήβα, από την εύκολη αντικατάσταση του Θ με το Φ, που συνέβαινε στη αρχαιότητα. Οι Τούρκοι τη λένε Στήφα, Η πόλη βρίσκεται σε ένα λόφο πάνω σε ένα λόφο και οριοθετείται περιμετρικά με τους γειτονικούς λόφους, που υψώνονται περίπου 50 μέτρα πάνω από τη πεδιάδα, και βρίσκεται 3χλμ βόρεια από το ψηλότερο σημείο της οροσειράς. Οροθετείται προς τα ανατολικά και δυτικά από τα φαράγγια δύο μικρών ποταμών, και περιζώνεται από ένα κατεστραμμένο τείχος που αποτελείται από υλικά διαφόρων εποχών, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε σε διάφορα σημεία ρωμαϊκά πλακόστρωτα και μεγάλα τετράγωνα κομμάτια ελληνικού ρυθμού. Σε ένα χαμηλό ύψωμα στο βόρειο άκρο υπήρχε ένας πύργος, ο οποίος μαζί με ένα άλλο πύργο με ακρινή πύλη στην βορειοανατολική πλευρά έχουν πιο στιβαρή κατασκευή από το κατεστραμμένο τείχος, και αποτελούνται κυρίως από αρχαία υλικά.

Η Θήβα έχει 750 οικογένειες, από τις οποίες οι 250 είναι τουρκικές. Οι δρόμοι είναι στενοί και τα σπίτια βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο. με λίγους κήπους. Προς τα νότια, ανάμεσα στην πόλη και την οροσειρά, υπήρχε ένα χώρος όπου παλαιότερα βρισκόταν η Κάτω Θήβα, που διασχίζεται από ένα ποτάμι πάνω σε καμάρες, το οποίο ακόμη και σήμερα μεταφέρει νερό στην πόλη από το δυτικό ποτάμι. Η περιοχή έχει 64 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά.

Στη Θήβα όπως και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, που συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, οι αρχαιότητες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κομμάτια αρχιτεκτονικής και γλυπτικής ή από μάρμαρα με επιγραφές, διάσπαρτα ανάμεσα στα σπίτια, στα τζαμιά, στα λουτρά και τις βρύσες, στα τείχη, στις σκάλες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ούτε ένα κτίριο δεν μπορεί να βρεθεί, αν και είναι πολύ πιθανόν κάποια απομεινάρια πρέπει να είναι ανακατεμένα με τις σύγχρονες κατασκευές ή θαμμένα κάτω από αυτές. Στην πλευρά της Κάτω Θήβας και προς τα νότια της πόλης, όπου η πρόσβαση είναι ευκολότερη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη ερείπια κάτω από το έδαφος.

Η Θήβα, η πόλη του Πίνδαρου και η έδρα του πολέμου και της ελευθερίας, έχει ξεχάσει το όνομα του ποιητή και το πνεύμα των ηρώων της. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει αντίτυπο των έργων του στη Θήβα και μπορούμε όλοι εύκολα να δούμε ότι οι Θηβαίοι είναι βουλιαγμένοι στην σκλαβιά. Αφού τα είδαμε όλα, αφήσαμε τη Θήβα.

Nicholas Biddle

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.

Δελφοί

Δελφοί! Τι θλιβερή και μοναχική εικόνα! Το μέρος αυτό, που κάποτε ήταν το κέντρο της ελληνικής τέχνης και θρησκείας, εκεί όπου η διάνοια και η δεισιδαιμονία του πρώτου ανάμεσα στα έθνη αρέσκονταν να επιδεικνύει τη δύναμη και την υπερβολή του, τώρα καταπιέζεται από έναν ξένο λαό.

Δελφοί
Κασταλία πηγή, Χαλκογραφία

Τα ιερά έχουν μετατραπεί για να εξυπηρετούν μια νέα θρησκεία. Τα μνημεία του, διασκορπισμένα και ερειπωμένα από τους βαρβάρους. Και όμως παρ΄ όλα αυτά, έχουν απομείνει μόλις κα μετά βίας κάποια, για να δηλώνουν τη θέση του και να διαλαλούν την κακοδαιμονία του. Αυτή η αίσθηση του ερειπωμένου τοπίου αναμιγνύεται με τη μεγαλοπρέπεια και την αξιοσέβαστη ανάμνηση της φήμης και του μεγαλείου του. Αυτά τα ερείπια φαντάζουν ταυτόχρονα ακέραια και ρημαγμένα. Αυτή η φοβερή κατοικία των θεών, αυτός ο ναός, που περικλείει την εικόνα του Απόλλωνα και δείχνει στον επισκέπτη, που κοιτάζει με δέος τους αναθηματικούς θησαυρούς της δεισιδαιμονίας και τα λαμπρά κομψοτεχνήματα, του Έλληνα καλλιτέχνη τώρα κείτεται κατεστραμμένος και ακρωτηριασμένος.

Το βουητό των ανθρώπων του έχει σωπάσει. Το μαντείο του είναι βουβό. Πάνω στα ερείπια των ναών του έχει φυτρώσει ο σταυρός, που θριαμβολογεί για την κακοδαιμονία του και μαρτυρά τη νίκη της καινούργιας θρησκείας. Αυτό ο λαός, ο τόσο τιμημένος και περήφανος, με ένα μαντείο που έδινε τα φώτα στους λαούς, στενάζει κάτω από το ζυγό της τουρκικής τυραννίας. Μάταια ψάχνω να δω το πλήθος που ανέβαινε κάποτε το βουνό, φέρνοντας τις προσφορές και τις ελπίδες του κάθε ανθρώπου. Έχουν χαθεί όλα. Ακόμη και το μικρό χωριό που υπάρχει σήμερα προσβάλλει τη μνήμη των Δελφών και δεν θυμίζει σε τίποτα ούτε τον πλούτο του, ούτε τη δόξα του, μα ούτε καν το πνεύμα του.

Οι τεράστιοι σωροί των ερειπίων που αψηφούν τη μανία των κατακτητών και την ύπουλη και ακατάπαυστη φθορά του χρόνου, αντέχουν ακόμη για να μεταφέρουν την εικόνα της σπουδαιότητας, της οποίας η ουσία δεν υπάρχει πια.

Η φύση χαμογελά ακόμη στο ερείπιο. Παρά τη βαρβαρότητα, διατρανώνει ακόμη τη δύναμη της. Η εύφορη πεδιάδα που οδηγεί στους Δελφούς είναι ακόμη λαμπρή. Ο Πλειστός κρατάει ακόμη σταθερή την πορεία του. Όλη η περιοχή, που κάποτε ήταν η αιτία ενός βίαιου και φανατικού πολέμου, τώρα ανθίζει για να εκδικηθεί τους διώκτες της πάνω στα ερείπια. Πόσο δυνατή η φύση, πόσο μικρόψυχος ο άνθρωπος.

Ωστόσο, πρέπει να ξεχωρίσω τα αισθήματα από την αφήγηση και να καταγράψω όσα είδα. Φθάσαμε στους Δελφούς, στο σπίτι ενός ιερέα. Θλιβερή η αντιστροφή που έχει υποστεί η ιεροσύνη. Ο ανώτατος ιερέας των Δελφών έχει αντικατασταθεί από την φτωχή ταπεινότητα ενός Έλληνα εφημέριου. Η γενειάδα του είναι ίσως το πιο κοινό σημείο του με τον προκάτοχο του, ενώ η φτώχεια και η τιμιότητα του οι μεγαλύτερες διαφορές τους. Τα ερείπια βρίσκονται όλα στην πλαγιά ενός λόφου, ο οποίος ξεκινά από τους πρόποδες του Παρνασσού και κατεβαίνει στην πεδιάδα. Περπατήσαμε στους πρόποδες του λόφου, όπου υπήρχε μια βρύση που φαινόταν αρχαία. Ο εφημέριος, που ήρθε μαζί μας, μας είπε ότι ήταν η Κασταλία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, είδαμε ακόμη μία, που θα έπρεπε να ήταν η αληθινή, μια και η πρώτη ήταν πολύ μικρή και δεν φαινόταν για πηγή. Προέρχεται από δύο πηγές στη βάση της μεγάλης σχισμής που χωρίζει τις δύο πλευρές του Παρνασσού. Η μία είναι μεγάλη 3μ. πλάτος και 6μ. μήκος. Υπάρχουν σκαλιά προς τα κάτω, για τους ανθρώπους που θέλουν να καθήσουν εκεί και να γιατρευτούν, κα ένα μικρό δωμάτιο, που την περικλείει, σκαλισμένο πάνω στο βράχο. Τα σκαλοπάτια και ο βράχος είναι αρχαία. Η άλλη πηγή είναι λίγο πιο ψηλά και είναι μικρή, αλλά σύντομα ενώνονται. Το νερό είναι ωραίο και καθαρό. Γύρω από την πηγή υπάρχουν γυναίκες από τους Δελφούς, που έπλεναν βρόμικα ρούχα.

Ο Παρνασσός, τόσο διάσημος στην ελληνική μυθολογία, είναι ένα βουνό ελάχιστα ελκυστικό για τον απλό επισκέπτη. Είναι ένας άγονος όγκος, με γαλαζωπό και γκρίζο χρώμα, που κρέμεται κατακόρυφα πάνω από τους Δελφούς. Η κορυφή του Παρνασσού, είναι καλυμμένη με χιόνια δεν είναι ορατή από τους Δελφούς. Οι Δελφοί είναι το νοτιότερο μέρος της κορυφογραμμής και διαχωρίζονται από τον κόλπο με μα μικρή πεδιάδα. Στο σημείο που αναβλύζει η Κασταλία πηγή το βουνό χωρίζεται στη μέση από μία σχισμή που έχει πλάτος 6-9μ. Πιθανώς έχει σχηματιστεί από σεισμό. και εκτείνεται από την κορυφή ως τους πρόποδες, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το βουνό έχει δύο κορυφές.

Ο λόφος είναι πολύ απότομος για να κατέβεις κατ’ ευθείαν στους Δελφούς. Γύρω από την Κασταλία πηγή και μέρος της αίθουσας των σκαλοπατιών υπάρχουν και άλλα ερείπια, τα οποία πιθανόν να αποτελούσαν μέρος του ναού του Απόλλωνα. Απέναντι από το βράχο υπάρχει μια εσοχή, ή κόγχη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιούνταν για κάποιο άγαλμα ή για το ίδιο το μαντείο.

Από την εσοχή μέχρι το δωμάτιο πάνω από τη πηγή υπάρχει ένα υπόγειο πέρασμα που φαίνεται από τις πέτρες κάτω από την αίθουσα. Αυτό μάλλον χρησιμοποιούνταν σαν πέρασμα των ιερέων, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του μαντείου. Η αλήθεια είναι ότι ολόκληρο το βουνό βρίθει από τέτοιους αόρατους δρόμους. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από την ηχώ των εσοχών, καθώς επίσης και από την άμεση παρατήρηση.

Ακριβώς κάτω από τον Παρνασσό υπάρχει ένα είδος γηπέδου με ένα πέτρινο παγκάκι τριγύρω, που πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για μουσική και διασκέδαση. Τα μεγάλα ερείπια που βρίσκονται εκεί κοντά αποδεικνύουν ότι πρέπει να ήταν μέρος κάποιου τεράστιου κτιρίου. Πιο χαμηλά στο βουνό υπάρχουν και άλλοι σωροί ερειπίων. Κάποια από αυτά διατηρούν το σχήμα σπιτιών και μαρτυρούν το αρχαίο μεγαλείο τους. Μέσα στους βράχους υπάρχουν σκαμμένες πολλές μεγάλες τρύπες, που προορίζονταν είτε για λουτρά είτε για κρεβάτια. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη πεδιάδα, περίπου στα μισά του βουνού, που θα πρέπει να ήταν το γυμνάσιο. Όλα τα ερείπια εξάπτουν τη φαντασία με το παραπάνω, χωρίς όμως να ικανοποιούν την περιέργεια. Ναοί χωρίς όνομα και στενά ανοίγματα στους βράχους είναι ό,τι έχει απομείνει. Και όμως αυτά τα λίγα ερείπια είναι τόσο μεγαλοπρεπή.

Η πόλη των Δελφών κατεβαίνει από τους πρόποδες του Παρνασσού προς το ποτάμι και τη μικρή κοιλάδα που την απομονώνει προς το Νότο. Ανατολικά και δυτικά υπάρχουν τα στενά ανοίγματα. Το ένα οδηγεί προς τη Λιβαδειά κα το άλλο προς την πεδιάδα.

Κρίνοντας από τους ναούς στο Χρισσό, υποθέτω πως η πόλη των Δελφών ήταν εκεί και μετακινήθηκε πάνω από τους μικρούς λόφους που χωρίζουν το Χρισσό από τη μικρή πόλη Καστρί. Το πιο κατοικημένο μέρος ήταν κάτω από την Κασταλία πηγή. Η κάθοδος χωρίζεται στη μέση από το ποτάμι Κασταλία, που χάνεται μέσα σε κάποιο άλλο στους πρόποδες του λόφου. Οι επιγραφές είναι ανεπαρκείς. Είδα μία που ήταν μέσα σε ένα κελάρι, αφού ενόχλησα κάποιες χήνες που κούρνιαζαν εκεί. Διακρίναμε με τη βοήθεια ενός κεριού αρκετά τμήματα επιγραφών στις πέτρες του τοίχου.

Κάποιοι άνδρες που είχαν βρει νομίσματα με πολιόρκησαν ασφυκτικά. Δεν επιθυμούσα να αγοράσω μέταλλα, και αυτά που μου πρόσφεραν ήταν απροσδιόριστα και χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο ένα ρωσικό νόμισμα, που θα μπορούσα να αγοράσω λόγω της καλής του συντήρησης, μου κίνησε την περιέργεια. Ο υπηρέτης μου, όμως, αναγνώρισε πως ήταν ρωσική πένα.

Μέχρι τώρα έχω δει όλα τα αξιοπερίεργα στους Δελφούς.

Nicholas Biddle