Ο Βόλος (7000π.Χ.-…)

Ο Βόλος είναι πόλη της Θεσσαλίας, κτισμένη στον μυχό του  Παγασητικού κόλπου, κοντά στη θέση της αρχαίας Ιωλκού και στους πρόποδες του βουνού των Κενταύρων, του Πηλίου. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πόλεις και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ελλάδας.

Ο μόνιμος πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Βόλου ανέρχεται σε 86.046 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, ενώ ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί 125.248 κατοίκους. Ο πληθυσμός του διευρυμένου «Καλλικρατικού» Δήμου Βόλου ανέρχεται σε 144.449 κατοίκους.

Το όνομα του Βόλου

Η προέλευση του ονόματος Βόλος δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Κατά ορισμένους, η λέξη Βόλος αποδίδεται σε παραφθορά του αρχαίου ονόματος Ιωλκός (Ιωλκός > Γιωλκός > Γώλος > Βώλος ή Βόλος). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η ονομασία Βόλος προήλθε από το όνομα Φόλος, που κατά την μυθολογία ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής. Κατά μία τρίτη εκδοχή, η λέξη Βώλος ή Βόλος προέρχεται από την σλαβική θεότητα «Βόλος» ή «Βέλες» και είναι αντίστοιχη της ελληνικής αρχαίας θεότητας Δήμητρα, όπως και λεγόταν η πόλη παλιότερα «Δημητριάδα».

Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος
Ανάκτορο Αρχαίας Δημητριάδος

Τέλος, κατά μία τέταρτη εκδοχή, η ονομασία Βόλος είναι παραφθορά της ιταλικής λέξης golfo, που σημαίνει κόλπος. Γεγονός πάντως είναι ότι το τοπωνύμιο Βόλος εμφανίστηκε γύρω στον 14ο αι. και χρησιμοποιήθηκε πρώτα για το χωριό που είναι χτισμένο στους πρόποδες του Πηλίου και που σήμερα αποκαλείται Άνω Βόλος.

Ο Βόλος

Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο
Πανοραμική άποψη του Βόλου από το Πήλιο

Η πόλη του Βόλου αποτελεί την πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας και τοποθετείται γεωγραφικά στην περιοχή της κεντρικής Ελλάδας, ειδικότερα δε στο πεδινό τμήμα του νομού. Χαρακτηρίζεται από έντονες αστικές λειτουργίες, μια σημαντική παρουσία της βιομηχανίας και του τουρισμού, αλλά και από ένα αξιοσημείωτο αριθμό νέων ανθρώπων, κυρίως λόγω της ύπαρξης της πλειονότητας των τμημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαμορφώνουν την ταυτότητα της πόλης, το κάθε ένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ενώ, με τον κατάλληλο σχεδιασμό και πολιτικές, μπορούν να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και ευημερία της πόλης. Σε τοπικό επίπεδο, το Π.Σ. Βόλου βρίσκεται στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, σε μικρή απόσταση από τον κύριο οδικό άξονα της χώρας (ΠΑΘΕ), με τον οποίο συνδέεται σε δύο σημεία, στις Μικροθήβες και στο Βελεστίνο και σε απόσταση 330 χλμ. από την πρωτεύουσα Αθήνα και 214 χλμ. από τη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Η περιοχή που καταλαμβάνει ο οικιστικός ιστός περιβάλλεται βορειοανατολικά από τον ορεινό όγκο του Πηλίου, νότια από το υγρό στοιχείο της θάλασσας και δυτικά από τις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας. Είναι κτισμένη με μέτωπο κυρίως στον Παγασητικό κόλπο και εκτείνεται ως τις παρυφές του Πηλίου. Η σχέση της πόλης με το βουνό και τη θάλασσα έχει επιδράσει διαχρονικά δραστικά στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων και έχει διαμορφώσει καθοριστικά την εξέλιξη του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης του Βόλου. Όσον αφορά στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού του Π.Σ. Βόλου και των Δήμων στους οποίους συνίσταται, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται μεταξύ 0 και 24 είναι το 31% του πληθυσμού της πόλης, μεταξύ 25 και 54 το 43% και μεταξύ 55 και πάνω από 85 το 26%. Δηλαδή, τα νέα άτομα που βρίσκονται περίπου στις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής τους υπολείπονται των ατόμων που αποτελούν το παραγωγικότερο δυναμικό της περιοχής (25 έως 54) κατά 12%.

Η ιστορία του Βόλου

Η περιοχή του Βόλου, η αρχαία Μαγνησία, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρώτες περιοχές που κατοικήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Οι οικισμοί που ανακαλύφθηκαν στα κοντινά χωριά Διμήνι και Σέσκλο χρονολογούνται από την 7η χιλιετία π.Χ., ενώ η πολιτισμική παρουσία στον χώρο συνεχίζεται αδιάκοπη μέχρι σήμερα.

Στα αρχαία χρόνια

Η ευρύτερη περιοχή του Βόλου συγκεντρώνει μερικές από τις σημαντικότερες νεολιθικές θέσεις ολόκληρης της Βαλκανικής χερσονήσου. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν φέρει στο φως σαράντα περίπου νεολιθικούς οικισμούς (7η–8η χιλιετία π.Χ.), αρκετοί από τους οποίους εξακολούθησαν τις δραστηριότητές τους και κατά την διάρκεια της Εποχής του Ορείχαλκου (3000–1500 π.Χ.) Οι σημαντικότεροι νεολιθικοί οικισμοί ανακαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα στις αρχές του 20ού αι. στο Σέσκλο και το Διμήνι. Στους χώρους αυτούς, οι έρευνες ανέδειξαν χαρακτηριστικά γραπτά κεραμικά, κοκάλινα και λίθινα εργαλεία, καθώς και αντικείμενα από οψιδιανό που προερχόταν από την Μήλο.

Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.
Το Κάστρο του Βόλου, στην συνοικία Παλιά, στην οποία έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις.

Σημαντικές μυκηναϊκές θέσεις έχουν ανακαλυφθεί στον λόφο των Αγίων Θεοδώρων, στην σημερινή συνοικία του Βόλου Παλιά, και στα Πευκάκια. Στην μυκηναϊκή περίοδο χρονολογείται η ίδρυση της Ιωλκού, σημαντικού οικονομικού και πνευματικού κέντρου της περιοχής, που συνδέεται άμεσα με τον ξακουστό μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας. Παλαιότεροι ερευνητές εκτιμούσαν ότι η θέση της Ιωλκού ήταν στα Παλιά. Ωστόσο, νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν την άποψη ότι η έδρα των βασιλιάδων της Ιωλκού δεν ήταν στα Παλιά, αλλά στο Διμήνι. Στο Κάστρο – Παλιά βρέθηκαν και δύο πινακίδες με Γραμμική Β γραφή, εκ των οποίων η μια είχε ευανάγνωστα σύμβολα. Είναι οι μόνες πινακίδες Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στη Θεσσαλία. Εκεί βρισκόταν το κέντρο των οικονομικών δραστηριοτήτων που βασίζονταν στην γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες γίνονταν από το λιμάνι στα Πευκάκια. Στην κλασική περίοδο (6ος αι. π.Χ.) άκμασαν οι Παγασές, οι οποίες υπήρξαν επίνειο των Φερών.

Το 293/292 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσε στην χερσόνησο που σήμερα αποκαλείται Πευκάκια την πόλη Δημητριάδα, συνενώνοντας τις Παγασές με διάφορες γειτονικές κώμες. Η Δημητριάδα αποτέλεσε ισχυρό στρατιωτικό σταθμό και ορμητήριο των Μακεδόνων. Παράλληλα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο κατά την περίοδο από το 217 έως το 168 π.Χ. Η πόλη ήταν χτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος. Στο ανατολικό τμήμα της πόλης βρίσκονταν το ανάκτορο, νότια η αγορά και δυτικά το θέατρο. Στην περιοχή έχουν βρεθεί πολλές επιτύμβιες στήλες που δίνουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομία, την κοινωνία και την τέχνη της εποχής. Το 197 π.Χ. η Δημητριάδα έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων.

Ο Βόλος στα Βυζαντινά χρόνια

Η Δημητριάδα εξακολούθησε να ακμάζει και κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. Μαζί με τις Φθιώτιδες Θήβες, που βρίσκονταν στην σημερινή Νέα Αγχίαλο, ήταν τα σημαντικότερα κέντρα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής Θεσσαλίας, αποτελώντας την διέξοδο της ενδοχώρας προς την θάλασσα. Μάλιστα, από τον 5ο αι. μ.Χ., η Δημητριάδα έγινε έδρα επισκόπου.

Στα τέλη του 6ου αι., εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, οι Φθιώτιδες Θήβες εγκαταλείφθηκαν, ενώ οι κάτοικοι της Δημητριάδας κατέφυγαν για προστασία στο λόφο των Αγίων Θεοδώρων στα Παλιά, όπου προϋπήρχε οικισμός οχυρωμένος από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (551 μ.Χ.). Τους επόμενους αιώνες η πόλη έχασε την σημασία της, καθώς ήταν επισφαλής στις επιθέσεις Σαρακηνών πειρατών.

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Δημητριάδα δόθηκε στους Μελισσηνούς, ονομαστή βυζαντινή οικογένεια. Τον 14ο αιώνα, συναντάται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο Βόλος. Το 1423 το κάστρο των Παλαιών έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Τότε οι χριστιανοί κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραλιακές περιοχές και να μεταναστεύουν στα υψώματα του Πηλίου. Προς το τέλος του 16ου αι., η έδρα του επισκόπου Δημητριάδος μεταφέρθηκε στον Άνω Βόλο.

Ο Βόλος κατά την Τουρκοκρατία

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της περιοχής μεταφέρθηκε στο Πήλιο, το οποίο ευνοήθηκε από το καθεστώς προνομίων που του είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί κατακτητές. Από τον 17ο αι. και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Πήλιο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πρωτοβιομηχανικά και πνευματικά κέντρα του ελλαδικού χώρου. Κατά την ίδια περίοδο, το κάστρο του Βόλου ήταν αποκλειστικός χώρος των Οθωμανών, όπου απαγορεύονταν ή αποφεύγονταν η εγκατάσταση χριστιανών.

Κατά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821, τα χωριά του Πηλίου πήραν το μέρος των επαναστατών, αλλά οι Τούρκοι κατόρθωσαν, με την βία, να καταστείλουν την εξέγερση μέσα σε έναν χρόνο (1822). Το κάστρο του Βόλου πολιορκήθηκε από σπετσιώτικα καράβια χωρίς επιτυχία.

Η σημερινή πόλη του Βόλου άρχισε να κτίζεται έξω από το παλιό κάστρο λίγο μετά το 1830. Η ευνοϊκή γεωγραφική της θέση, λόγω του λιμανιού, συνέβαλε στην εξέλιξή της σε οικονομικό κέντρο της Θεσσαλίας. Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 και την διάσκεψη της  Κωνσταντινούπολης (1881), η Θεσσαλία παραχωρήθηκε στο νεοελληνικό κράτος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς εισήλθε στην πόλη του Βόλου.

Κατά τον «άτυχο» Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Βόλος έπεσε ξανά στα χέρια των Τούρκων. Οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να ζητήσουν καταφύγιο σε γειτονικά νησιά, αλλά μετά από λίγους μήνες οι Τούρκοι αποχώρησαν και έτσι Βολιώτες και Πηλιορείτες επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Ο Βόλος στα νεότερα χρόνια

Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, με βασιλικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126), ιδρύθηκε ο Δήμος Παγασών, ο προκάτοχος του σημερινού Δήμου Βόλου. Η ανάπτυξη της νέας πόλης ήταν ραγδαία. Η βιοτεχνική και γεωργική παράδοση του Πηλίου, το λιμάνι του καθώς και τα παροικιακά κεφάλαια που εισέρρευσαν στην περιοχή ήταν μερικοί από τους παράγοντες που ευνόησαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης με κύριες κατευθύνσεις το εμπόριο και την βιομηχανία. Η ευνοϊκή θέση και η αλματώδης οικονομική εξέλιξη της πόλης προσέλκυσαν κατοίκους και επενδυτές από άλλες περιοχές. Η σύντομη κατάληψη του Βόλου κατά την διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 δεν είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανάπτυξή του.

Το 1886, ολοκληρώθηκε η σιδηροδρομική σύνδεση του Βόλου με τη Λάρισα και την Καλαμπάκα. Το 1895 επίσης, άρχισε την λειτουργία της η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Λεχωνίων, που επεκτάθηκε έως τις Μηλιές το 1904. Παράλληλα, το 1892, ξεκίνησαν τα έργα διαμόρφωσης του λιμανιού που συνεχίστηκαν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να καλυφθούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες διακίνησης εμπορευμάτων. Το 1919, το λιμάνι του Βόλου ήταν το πρώτο σε εξαγωγές καπνών στην Ελλάδα, με ποσοστό εξαγωγών 30%.

Συγκεντρώνοντας όλες τις προϋποθέσεις — κεφάλαια, εργατική δύναμη, διευρυμένη εσωτερική αγορά, πρόσβαση στις πρώτες ύλες — ο Βόλος εξελίχθηκε προπολεμικά σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Οι κυριότεροι κλάδοι της βιομηχανίας ήταν τα τρόφιμα, το μέταλλο, ο καπνός, η υφαντουργία και η βυρσοδεψία.

Παράλληλα με την οικονομική άνθηση, αναπτύχθηκε σημαντική πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα. Το 1894 θεμελιώθηκε το Δημοτικό Θέατρο, ενώ το 1896 ιδρύθηκε ο Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου. Το 1898 εκδίδεται η εφημερίδα Η Θεσσαλία (εφημερίδα) σαν συνέχεια των εφημερίδων Παγασαί και Νέα Θεσσαλία, και η οποία εκδίδεται στο Βόλο σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ακόμα και σήμερα. Το 1908, άρχισε να λειτουργεί το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο, το οποίο διηύθυνε ο πρωτοπόρος παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος και που έμελλε να κλείσει βιαίως μόνον τρία χρόνια αργότερα. Το 1908 επίσης ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το πρώτο στην Ελλάδα. Η οικονομική άνθιση της νέας πόλης του Βόλου προσέλκυσε και άτομα άλλων εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Βόλο υπάρχει εβραϊκή συναγωγή και καθολική εκκλησία, οι οποίες φτιάχτηκαν στις αρχές του 20ού αι. Στον Βόλο γεννήθηκε και ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο, γιος του μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, που σχεδίασε την σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Μηλεών.

Η Μικρασιατική καταστροφή έφερε νέο αίμα στην αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου, που παρά την μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια, έπεσε θύμα εκτεταμένου ρατσισμού. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αρχικά εγκαταστάθηκαν στους άδειους χώρους της πόλης. Γύρω από την Πλατεία Ρήγα Φεραίου, έστησαν ολόκληρη παραγκούπολη, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930. Σιγά-σιγά, οι νέοι κάτοικοι του Βόλου μετακινήθηκαν προς τα ΒΔ προάστια της πόλης, στα «Προσφυγικά», που αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα της Νέας Ιωνίας Βόλου.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε προσωρινά την εξέλιξη της πόλης. Την περίοδο 1941–1944 ο Βόλος δοκιμάστηκε σκληρά από την Ιταλική και αργότερα τη γερμανική κατοχή. Η περίοδος αυτή είναι η μόνη κατά την οποία, ο πληθυσμός της πόλης παρουσίασε μείωση. Πολλά μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απλοί άμαχοι πολίτες βρήκαν τραγικό θάνατο στους δρόμους της πόλης, στους χώρους εκτέλεσης (όπως η πλατεία Ελευθερίας) και στη διαβόητη «Κίτρινη Αποθήκη», που οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Η εβραϊκή κοινότητα του Βόλου, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας είχε τις λιγότερες απώλειες από κάθε άλλη εβραϊκή κοινότητα στην Ελλάδα, χάρη στην έγκαιρη και δυναμική παρέμβαση και κινητοποίηση του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, αλλά και την επιτυχή συνεννόηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ και του Αρχιραββίνου Βόλου Μωϋσή Πέσαχ για την εκκένωση του Βόλου από τους εβραϊκής καταγωγής πολίτες, έπειτα και από τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (εκτοπισμός των εβραίων της πόλης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). (Σήμερα, η εβραϊκή παροικία του Βόλου αριθμεί μόνον εκατό περίπου ψυχές, επειδή οι περισσότεροι Εβραίοι εγκατέλειψαν τον Βόλο μετά τον πόλεμο για να εγκατασταθούν στο Ισραήλ ή αλλού.)

Μεταπολεμικά ο Βόλος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδας, από οικονομική και δημογραφική άποψη. Τον Μάιο του 1947, με βασιλικό διάταγμα ιδρύθηκε ο Δήμος Νέας Ιωνίας Βόλου. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1954, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Παγασών, αποφάσισε την μετονομασία της δημοτικής Αρχής σε «Δήμος Βόλου». Την επόμενη χρονιά, δύο σεισμοί, στις 19 Απριλίου και στις 21 Απριλίου 1955, κατέστρεψαν σχεδόν το ένα τέταρτο των κτισμάτων και η πόλη άλλαξε φυσιογνωμία. Ορισμένα από τα νεοκλασικά κτίρια του προπολεμικού Βόλου χάθηκαν για πάντα και στην θέση τους εμφανίστηκαν τα μικρά μετασεισμικά σπίτια. Αυτές οι όμορφες μετασεισμικές μονοκατοικίες αντικαταστάθηκαν στην εποχή της αντιπαροχής (1970–2000) από πολυκατοικίες.

Ο Βόλος στη σύγχρονη εποχή

Η βιομηχανική ανάπτυξη που γνώρισε ο Βόλος έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν είχε ανάλογη συνέχεια κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. Μεγάλα εργοστάσια όπως η καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, οι σιδηρουργίες Γκλαβάνη και Σταματελόπουλου, οι κυλινδρόμυλοι Λούλη στα Παλαιά, η υφαντουργία Παπαγεωργίου, το εργοστάσιο πλινθοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα κ.α. έπαψαν να λειτουργούν. Η λειτουργία της Βιομηχανικής Ζώνης από το 1969 οδήγησε σε μία προσωρινή βιομηχανική άνθιση με την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών. Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση του Βόλου άρχισε να γίνεται πλέον γεγονός.

Σήμερα, στην περιοχή εξακολουθούν να λειτουργούν ορισμένες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως το εργοστάσιο «Όλυμπος» της ΑΓΕΤ «Ηρακλής», η «Χαλυβουργία Ελλάδος» (πρώην Χαλυβουργία Θεσσαλίας), το εργοστάσιο ρητίνης PET της VPI, το εργοστάσιο χαλυβδόφυλλων της Κόντι, το εμφιαλωτήριο της ΕΨΑ, η ΕΥΡΗΚΑ με τα απορρυπαντικά, το εργοστάσιο βαριάς συντήρησης-ανακατασκευής του Ο.Σ.Ε., τα μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.ά. Ωστόσο, η οικονομία του Βόλου στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στο εμπόριο, τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, και κατά δεύτερο λόγο στην βιοτεχνία και την βιομηχανία.

Το 1984 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με έδρα τον Βόλο και σχολές ή τμήματα σε όλες τις θεσσαλικές πόλεις. Το Πανεπιστήμιο, το οποίο δέχτηκε τους πρώτους φοιτητές το 1989 και φιλοξενεί σήμερα περίπου 15000 φοιτητές και πάνω από 500 άτομα εκπαιδευτικό και τεχνικό προσωπικό, έδωσε μία νέα πνοή στην πνευματική ζωή του Βόλου. Εστίες καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων είναι το Δημοτικό Θέατρο, το Ωδείο, καθώς και η Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης.

Το 2004, ο Βόλος έγινε «ολυμπιακή πόλη», αφού φιλοξένησε ορισμένους αγώνες ποδοσφαίρου στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αγώνες έγιναν στο νέο υπερσύγχρονο Πανθεσσαλικό Στάδιο, το οποίο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων.

Αξιοποιώντας την παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ο Βόλος διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Γυμναστικής και τμήμα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Μπιλιάρδου το 2006.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βόλος

Please follow and like us:
error0

Ο Δημήτριος Γούναρης (1867-1922)

Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου 1922) ήταν Έλληνας συντηρητικός, νομικός και πολιτικός που χαρακτηρίστηκε ως «πατέρας της Ελληνικής Δεξιάς».

Ο Δημήτριος Γούναρης
Ο Δημήτριος Γούναρης

Ο Βίος του Δημητρίου Γούναρη

Σπουδές του Δημητρίου Γούναρη

Ο Δημήτριος Γούναρης γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Παναγιώτη Γούναρη, εύπορου σταφιδεμπόρου με καταγωγή από το Άργος, και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου. Φοίτησε στο λύκειο Πράπα και Γκιαούρη και μιλούσε ήδη από την παιδική του ηλικία  γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Ο Δημήτριος Γούναρης είχε δύο αδελφές την Ιουλία, μετέπειτα σύζυγο του δικηγόρου Νικολάου Σαγιά και την Αμαλία, μετέπειτα σύζυγο του φαρμακοποιού Κανέλλου Κανελλόπουλου, πατέρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος.

Αποπεράτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α΄ Γυμνάσιο Πατρών και το 1884 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα το 1889, αποκτώντας παράλληλα και τον τίτλο του διδάκτορος της νομικής επιστήμης. Συμπλήρωσε τις σπουδές του σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Ειδικότερα, παρακολούθησε μαθήματα νομικής στα γερμανικά πανεπιστήμια της Λειψίας, του Μονάχου, της Γοτίγγης και της  Χαϊδελβέργης, έπειτα μαθήματα πολιτικών επιστημών και κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό τελειοποίησε τς γνώσεις του στη γαλλική γλώσσα ενώ έμαθε αγγλικά και γερμανικά. Στη Γερμανία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον μετέπειτα πρωθυπουργό και στενό του φίλο Παναγή Τσαλδάρη.

Λόγω της χρεοκοπίας του οικογενειακού εμπορικού οίκου, συνεπεία της σταφιδικής κρίσης που ξέσπασε την ίδια εποχή στην Ελλάδα, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Πάτρα.

Μετά την επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του ασχολήθηκε με την δικηγορία, όπου διέπρεψε κυρίως λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη στην κηδεία του Πατρινού πολιτικού Θάνου Κανακάρη-Ρούφου, του οποίου εκφώνησε τον επικήδειο, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης τον πλησίασε και του είπε «εἶσθε ἀπαραίτητος γιὰ τὸ κοινοβούλιο, κύριε Γούναρη».

Η πολιτική σταδιοδρομία του Δημητρίου Γούναρη

Τα πρώτα χρόνια

Για πρώτη φορά ο Δημήτριος Γούναρης πολιτεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1902 με ανεξάρτητο συνδυασμό, οπότε και εκλέχτηκε. Οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Η εκλογή του αλλά και οι απόψεις του προκάλεσαν το ενδιαφέρον του εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», Γαβριηλίδη, ο οποίος απέστειλε τον έγκριτο δημοσιογράφο Σταμάτη Λύτρα για να αποσπάσει συνέντευξη του Γούναρη, η οποία και δημοσιεύθηκε σε τρία φύλλα της «Ακροπόλεως» στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου του 1902.

Στις 17 Μαΐου του 1903, στη συζήτηση του νόμου για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας που είχε φέρει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, ο Γούναρης διαφώνησε και εκφώνησε θαυμαστό για την εποχή λόγο που ανάγκασε την κυβέρνηση μετά από λίγες μέρες, και εξαιτίας των αντιδράσεων για τον νόμο αλλά και της διαφωνίας του Αλέξανδρου Ζαΐμη, σε παραίτηση. Ο νόμος αφορούσε τη σύναψη, μεταξύ του ελληνικού κράτους και ομάδας Βρετανών κεφαλαιούχων, συμφωνίας για τη μονοπώληση του εμπορίου ελληνικής σταφίδας για είκοσι χρόνια.

Στις εκλογές το 1910 εκλέχτηκε με άνεση βουλευτής Πατρών με την υποστήριξη του Θεοτοκικού κόμματος. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου που ακολούθησαν τον ίδιο χρόνο, ο Γούναρης δεν έθεσε υποψηφιότητα εξαιτίας των αποφάσεων των τριών παλαιών κομμάτων, Θεοτοκικού, Μαυρομιχαλικού & Ραλλικού, να μην συμμετάσχουν στις εκλογές. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1911 πραγματοποιήθηκε μυστική συγκέντρωση στην οικία του Ηλία Σισίνη στην Γαστούνη υπό την παρουσία του Γούναρη, του Πρωτοπαπαδάκη, του Τσαλδάρη κ.α. όπου αποφασίστηκε η δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία.

Ο Δημήτριος Γούναρης συγκρούεται με το Βενιζέλο

Στις εκλογές του Μαρτίου 1912 ο Δημήτριος Γούναρης μόλις και μετά βίας κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής Πατρών, εξαιτίας της ανετοιμότητάς του και της επιτυχίας του κόμματος των Φιλελευθέρων, το οποίο κέρδισε τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες. Η πρώτη σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και Γούναρη πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1913 με κύριο θέμα τους χειρισμούς της κυβέρνησης Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική που αφορούσαν τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Αφορμή στάθηκε η δήλωση Βενιζέλου, κατόπιν συναντήσεως με την επιτροπή κατοίκων Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, ότι «Ἐὰν οἱ Ἕλληνες ἐκ τῶν ὑποδούλων περιέλθουν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τινὸς τῶν συμμάχων κρατῶν ὅπως κατ’ ἀνάγκην θὰ περιέλθωσιν, ἡ κυβέρνησις θὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν λιγότερον». Ο Γούναρης κατηγόρησε τον Βενιζέλο ότι είχε αφήσει ανενημέρωτη την εθνική αντιπροσωπεία σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και ότι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας, και συγκεκριμένα των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας, απέναντι στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της τότε συμμάχου Βουλγαρίας.

Στις 21 Ιουνίου του 1913, ημέρα κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, ο Γούναρης επισήμανε στη Βουλή ότι ο πόλεμος ήταν απότοκο της λανθασμένης προσέγγισης της κυβέρνησης Βενιζέλου προς αυτήν της Βουλγαρίας. Στους επόμενους μήνες η διαμάχη των δύο αυτών αντρών επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα, εσωτερικής πολιτικής, σχετικά με διάφορες αυθαιρεσίες της κυβέρνησης, ζήτημα το οποίο τόνισε ιδιαίτερα ο Γούναρης στη συνεδρίαση της Βουλής την 22α Νοεμβρίου κατά την οποία καυτηρίασε την κίνησή της να καταφύγει στην έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της ίδιας της Βουλής, με την σύναψη δανείων, όπως η συζήτηση της 23ης Δεκεμβρίου που αφορούσε σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών κ.α. Λίγο πριν την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Γούναρης είχε μια τελευταία σύγκρουση στη Βουλή, αυτή τη φορά για την παραχώρηση στην Αλβανία της νήσου της Σάσωνος στον κόλπο της Αυλώνας, η οποία κατά την άποψή του ήταν καίριας στρατηγικής σημασίας.

Ο Δημήτριος Γούναρης Πρωθυπουργός 1921-1922

Ύστερα από την παραίτηση του Καλογερόπουλου σχηματίστηκε  κυβέρνηση από τον Γούναρη, ο οποίος διατήρησε και το υπουργείο δικαιοσύνης. Το κλίμα δυσφορίας που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο λαό, κυρίως λόγω της μη τήρησης των υποσχέσεων περί απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων, είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στους στρατιώτες. Προς τόνωση λοιπόν του ηθικού, ο Γούναρης μαζί με τον Βασιλιά επισκέφθηκαν τα στρατεύματα στη Σμύρνη ενώ παράλληλα ενίσχυσε το στρατό με καινούρια αυτοκίνητα, όπλα κ.λ.π.

Αφού επέστρεψαν στην Ελλάδα, στις 3 Οκτωβρίου του 1921 αναχώρησε μαζί με τον υπουργό των εξωτερικών, Γεώργιο Μπαλτατζή, για το Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γάλλο ομόλογό του. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο Λονδίνο, όπου είχε προκαθορισμένη συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό, στον οποίο δήλωσε ότι δέχεται τις συμμαχικές προτάσεις που είχαν γίνει από το Μάρτιο του 1921. Ακολούθησε η μετάβαση του στη Ρώμη, έπειτα στις Κάννες, στο Παρίσι και τέλος πάλι στο Λονδίνο. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου του 1922, έχοντας ουσιαστικά αποτύχει να επισπεύσει τη λήξη του Μικρασιατικού ζητήματος και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, που είχε επιβληθεί από τις μεγάλες δυνάμεις για την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α΄.

Με την επιστροφή του λοιπόν στην Αθήνα απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε. Έτσι ο Δημήτριος Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, στην οποία κράτησε πάλι το υπουργείο δικαιοσύνης για τον εαυτόν του. Ο Γεώργιος Μπαλτατζής διορίστηκε υπουργός εξωτερικών και ναυτικών, ο Γούδας εκκλησιαστικών, ο Νικόλαος Θεοτόκης στρατιωτικών και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης οικονομικών. Άμεση πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να αποδεχθεί τους όρους της συμμαχικής συνδιάσκεψης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στη κοινωνία της Μικράς Ασίας.

Από την άλλη πλευρά η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μέσο ημερήσιο κόστος της εκστρατείας είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια δραχμές. Ο υπουργός οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης αναγκάστηκε να διχοτομήσει το χαρτονόμισμα, δηλαδή να προβεί σε μια πράξη δανεισμού κόβοντας στη κυριολεξία σε δύο μέρη το χαρτονόμισμα. Το ένα κομμάτι διατήρησε την μισή αξία του χαρτονομίσματος και το άλλο μετατράπηκε σε έντοκο δάνειο, εικοσαετούς διάρκειας. Ο Γούναρης, προσπαθώντας να λάβει οικονομική αλλά και διπλωματική ενίσχυση, αναχώρησε για τη Βιέννη, όπου συναντήθηκε στο περιθώριο της διάσκεψης για τα μέτρα της οικονομικής ανόρθωσης της Ευρώπης με ξένους ομολόγους του χωρίς όμως να καταφέρει κάτι το ουσιαστικό.

Απότοκο αυτής της προσπάθειας ήταν ο προϋπολογισμός να καταψηφιστεί και να οδηγηθεί σε παραίτηση. Αντικαταστάθηκε πάλι από τον Νικόλαο Στράτο, ο οποίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, και στη συνέχεια την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Πρωτοπαπαδάκης, όντας επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού. Ο Γούναρης διορίστηκε υπουργός δικαιοσύνης. Μια από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης ήταν η ψήφιση του νόμου περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων και η αντικατάσταση του Αναστάσιου Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη.

Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό. Ο στρατός ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα παρατημένη από τους συμμάχους ενώ από την αντίθετη πλευρά η Τουρκια με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωναν αντεπίθεση. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη  πρότεινε για αντιπερισπασμό επίθεση στη Κωνσταντινούπολη, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν. Έτσι στις 13 Αυγούστου εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση που είχε ως συνέπεια τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής.

Η κυβέρνηση αμέσως παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, η οποία δεν στάθηκε ικανή για να αντιμετωπίσει το στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Μυτιλήνη  και τη Χίο.

Η κυβέρνηση Γούναρη προώθησε μια σειρά από μέτρα, με τα οποία τα μεγάλα τσιφλίκια εκποιήθηκαν από το κράτος και διανεμήθηκαν στους κολίγους. Αν και κάποιοι από τους σχετικούς νόμους είχαν ψηφιστεί ήδη από την περίοδο 1916-1917, τότε τέθηκαν για πρώτη φορά σε εφαρμογή. Στις 22 Ιουλίου του 1922 είχε προτείνει την διανομή των κτημάτων της Εκκλησίας στους ακτήμονες, πρόταση η οποία δεν προχώρησε λόγω της κυβερνητικής αλλαγής.

Το εύλογο ερώτημα, το οποίο τίθεται είναι γιατί το Λαϊκό κόμμα επέλεξε να συνεχίσει την Μικρασιατική εκστρατεία παρ’ όλο που είχε κερδίσει τις εκλογές με κύρια προεκλογική δέσμευση την απόσυρση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία; Στη συγκεκριμένη απορία, απάντηση δίνει το ρητορικό ερώτημα του Γούναρη προς εκείνους που τον συμβούλευαν να εγκαταλείψει την Μικρά Ασία: «ναὶ ἀλλὰ τί θὰ ἀπογίνουν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ πληθυσμοὶ ποὺ τοὺς πήραμε στὸ λαιμό μας»; Η απόσυρση του στρατού σε μια τόσο κρίσιμη χρονική στιγμή, όταν υπήρχαν ακόμη οι ελπίδες για ολική εξόντωση του τουρκικού στρατού και οριστική επικράτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα παράλια της Μικράς Ασίας καθώς και η ελπίδα για την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των επτά θαλασσών δεν επέτρεψαν στους πολιτικούς του Λαϊκού κόμματος, και ειδικότερα στο Γούναρη, να προβλέψουν την επικείμενη καταστροφή. Και βέβαια ήταν υπαρκτός και ο κίνδυνος της τουρκικής αντεκδίκησης σε περίπτωση που ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε τα μικρασιατικά παράλια αφού οι Τούρκοι δεν ήταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν. Η μη εύρεση ικανοποιητικής λύσης διαφυγής ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Δίκη και εκτέλεση του Δημητρίου Γούναρη

Στις 17 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε έκτακτο στρατοδικείο για τη δίκη των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης είχαν ήδη συλληφθεί από ομάδα αξιωματικών με αρχηγό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Λίγο πριν τη σύλληψη του Γούναρη, του προτάθηκε να διαφύγει στο εξωτερικό αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αρχικά, η ανακριτική επιτροπή αποτελούνταν από τους Κωνσταντίνο Καλλάρη και Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, οι οποίοι όμως παραιτήθηκαν λόγων των παρεμβάσεων των μελών της επαναστατικής επιτροπής. Αντικαταστάθηκαν αμέσως από τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Θεόδωρο Πάγκαλο, αφού όμως πρώτα έλαβαν την διαβεβαίωση ότι δεν θα τους απονεμόταν χάρη.

Στις 15 Οκτωβρίου μεταφέρθηκαν οι κρατούμενοι από τις φυλακές Αβέρωφ σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στην παλιά Βουλή, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να μετακινούνται. Όταν ξεκίνησε η δίκη, που έμεινε στην ιστορία ως η δίκη των έξι και οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε: «Δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ στηρίζεται μέσα εἰς τὸ κατηγορητήριον καὶ αὐτὸ μὲ ἀνησυχεῖ. Ἔχουν ἐξασφαλίσει τὴν καταδίκη μας καὶ δὲν καταβάλλουν προσπάθειαν διὰ νὰ δημιουργήσουν λόγους φαινομενικῶς ἰσχυρούς». Χαρακτηριστικό της καλλιέργειας του και της ικανότητας του είναι ότι, αν και έπασχε από υψηλό πυρετό, κατάφερε και έγραψε απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων. Εξαντλήθηκε όμως και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του παρίστατο ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία.

Την 7η Νοεμβρίου ο συνήγορος του, Σωτηριάδης, κατέθεσε αίτηση αναβολής της δίκης σύμφωνα με τη Δικονομία λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του πελάτη του. Ο Γούναρης, ο οποίος είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς πυρετό, μεταφέρθηκε στην κλινική Ασημακοπούλου, όπου οι γιατροί διέγνωσαν βαριάς μορφής τύφο. Στην κλινική παρέμεινε μέχρι και το τέλος της δίκης. Παρ’ όλα αυτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αλέξανδρος Οθωναίος, αρνήθηκε να διακόψει τη δίκη, αγνοώντας το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υπεράσπιση.

Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, στις 5 π.μ. ο ταγματάρχης Κατσαγιαννάκης ξύπνησε τον Γούναρη για να τον μεταφέρει στις φυλακές Αβέρωφ, παρ’ όλο που οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει οποιαδήποτε μετακίνηση, προκειμένου να λάβει γνώση της απόφασης του δικαστηρίου. Μάλιστα επειδή αργούσε να ντυθεί λόγω της καταστάσεως του, ο Κατσαγιαννάκης τον απείλησε ότι θα τον μεταφέρει γυμνό έτσι και αργούσε λίγο ακόμη. Στις 9 π.μ η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στους κατηγορούμενους και ήταν καταδικαστική για τους έξι από τους συνολικά οκτώ κατηγορούμενους. Ο Γούναρης μαζί με τους Γεώργιο Μπαλτατζή, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Νικόλαο Θεοτόκη, Νικόλαο Στράτο και Γεώργιο Χατζανέστη καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου.

Στις 11:27 π.μ. εκτελέστηκε στο Γουδή, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Ελευθερίου Βενιζέλου χρόνια αργότερα: «Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς εκ των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις εφορμόσθη μετά το 1920, δύναται να κατηγορηθούν δια πράξιν προδοσίας της πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την μικρασιατικήν καταστροφή. Δύνεμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω, ότι το επ΄ εμοί ακραδάντως ότι θα ήσαν ευτυχείς, εαν η πολιτική των ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικό θρίαμβον». Τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Στον τόπο της εκτέλεσης οικοδομήθηκε ένας μικρός ναός έπειτα από έρανο, ο οποίος ονομάστηκε «ναός της Αναστασεως». Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν όλες οι ταφές πριν τις 3 μ.μ.

Η διαθήκη του Δημητρίου Γούναρη

Πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε:

Ὅτι περισσεύει ἐκ τῆς μικρᾶς μου περιουσίας, ἀφοῦ πληρωθοῦν τὰ χρέη μου, ἐπιθυμῶ νὰ περιέλθῃ εὶς τὸν γαμβρόν μου Κανέλλον Ἀ. Κανελλόπουλον ὅν ἐγκαθιστῶ γενικὸν κληρονόμον ἵνα τὸ χρησιμοποιήσῃ πρὸς καλλιτέραν ἀποκατάστασιν τῆς θυγατρός του Μαρίας. Εἰς τὴν ὑπηρέτριάν μου Εὐφροσύνην Στρατῆ ἀφίνω δέκα χιλιάδας, καὶ τὴν βιβλιοθήκην μου εὶς τὸν Δήμον Πατρῶν.

Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ μεγάλη περιουσία. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτικής βιβλιοθήκης. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημητρίου Γούναρη. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του. Επίσης το 1933 αναρτήθηκε επιγραφή από το υπουργείο δικαιοσύνης στην αίθουσα των φυλακών Αβέρωφ, στην οποία οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν τη θανατική τους καταδίκη. Σύμφωνα με την επίσημο διαδικτυακό τόπο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ο Γούναρης ήταν τέκτονας και ανήκε στην Πατρινή στοά Παλαιών Πατρών Γερμανός. Το αρχείο του δωρήθηκε από την Αμαλία Κανελλοπούλου και την Δόμνα Δοντά στο Εθνικό και Λογοτεχνικό Αρχείο. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν άτυχος. Χαρακτηριστικά τα λόγια του ανιψιού του Παναγιώτη Κανελλόπουλου: «Γνήσιοι Έλληνες ήταν και οι δύο, ο Βενιζέλος και ο Γούναρης, ο πρώτος ήταν τυχερός, ο δεύτερος άτυχος». Το 2010, μετά από αίτηση του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη από το 2008, εγγονού του πρώην πρωθυπουργού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, παύθηκε οριστικά από τον Άρειο Πάγο η δίωξη των έξι λόγω παραγραφής.

Please follow and like us:
error0

Οι Έμποροι των Εθνών

Οι Έμποροι των Εθνών είναι μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Όπως όλα τα βιβλία του συγγραφέα είναι γραμμένο στη γνωστή ιδιάζουσα καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, με τους διαλόγους σε γλώσσα καθομιλουμένη. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο δισεβδομαδιαίο περιοδικό «Μη Χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες, από τις 8 Νοεμβρίου του 1882 μέχρι τις 8 Φλεβάρη του 1883.

Οι Έμποροι των Εθνών
Οι Έμποροι των Εθνών

Πλοκή

Το έργο διαδραματίζεται στο διάστημα 1199 με 1207, παραμονές της Δ΄ Σταυροφορίας, όταν Βενετοί και Γενοβέζοι πειρατές εξορμούν για να κυριαρχήσουν στις Κυκλάδες. Στο βιβλίο, παράλληλα με το ερωτικό πάθος, περιγράφεται και το κλίμα της εποχής όπου «οι έμποροι των εθνών» με βασικό κίνητρο τη δίψα για χρήμα, καταφεύγουν σε ωμότητες και αυθαιρεσίες. Ο Ιωάννης Μούχρας, ένας ευπατρίδης της Νάξου αλλά και πειρατής ο ίδιος, σώζει τον Βενετό Μάρκο Σανούτο από τους Γενοβέζους πειρατές, και τον φιλοξενεί στο σπίτι του. Ο Ιωάννης έχει για σύζυγο την Αυγούστα, που ζει μια ζωή πολυτελή αλλά μονότονη, περιμένοντας τον άντρα της να γυρίσει από τις επιδρομές του. Ο Σανούτος, που είναι ένας φιλήδονος και μηδενιστής γόης, την αποπλανά, και κάποια στιγμή απάγει την Αυγούστα στη Βενετία. Ένα πάθος ξεκινάει ανάμεσα στον Σανούτο και την Αυγούστα, η οποία όμως στη συνέχεια μη αντέχοντας τη φιληδονία της, δραπετεύει για να κλειστεί σε μοναστήρι, στην Πάτμο. Ο Μούχρας προσπαθεί να βρει και να εκδικηθεί τον Σανούτο, αλλά δεν τα καταφέρνει. Στο τέλος η Αυγούστα πηγαίνει στη ναυαρχίδα του Σανούτου, αλλά δεν τον βρίσκει εκεί. Ο Μαύρος, ένας βοηθός του, με μια αναπάντεχη και αυθαίρετη εντολή του Σανούτου, πυρπολεί τα πλοία του καίγοντας ταυτόχρονα και την Αυγούστα.

Οι Έμποροι των Εθνών

Α΄Εκδρομή

Εν έτει σωτηρίω 1199 ουδείς καθ΄όλον το Αιγαίον πέλαγος είχεν ωραιοτέραν σύζυγον της του Ιωάννου Μούχρα, πλουσίου ευπατρίδου, κατοικουντος εν Νάξω. Αλλά τούτο δεν εκώλυεν αυτόν του να εκτελή παραβόλους εκδρομάς κατά των Γενουατών πειρατών, των ενοχλούντων αδιαλείπτως τους Βενετούς επιδρομείς και τους φιλησύχους νησιώτας.

Ο Ιωάννης Μούχρας κατώκει κατά την άκραν του Νεοχωρίου επί τινός λόφου παρά την θάλασσαν. Η οικία του μεγάλη και ευπρεπής ήτο ωχυρωμένη με τρεις πύργους και υψηλόν τείχος. Ενομίζετο δε ως άσυλον εν τω τόπω. Ο Ιωάννης Μούχρας είχε λάβει εκ προγόνων προνόμια παρά των Βενετών, άτινα εφύλαττε και διεξεδίκει επιμόνως. Αυτοί οι Γενουάται πειραταί εσέβοντο παραδόξως την οικίαν του. Αλλ΄εκείνος μη ευρίσκων αυτούς εν τη οικία των, ίνα τους σεβαστή, εξεστράτευσε κατ΄αυτών επί κεφαλής των τολμηροτάτων εκ των νησιωτών.

Άλλως τε δε, ήτο φιλόξενος και ευπροσήγορος προς πάντας. Η σύζυγος του, ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας. Άρχουσα δωδεκάδος θεραπαινίδων, διεύθυνε φρονίμως τα του οίκου. Ουδαμού ηκούσθη ποτέ ότι εκ της οικίας του Ιωάννου Μούχρα απεπέμφθη πτωχός με κανάς τας χείρας ή απεβλήθη ξένος ζητών φιλοξενίαν. Πάντες οι υπηρέται εμιμούντο τους κυρίους των και ήσαν λίαν φιλόφρονες εις τους ξένους. Αι αποθήκαι της οικίας έγεμον σίτου και εδωδίμων, οι σταύλοι χόρτου και κριθής. Ο Θεός εφαίνετο, ότι είχεν ανοιχτήν την χείρα επί του οίκου τούτου, ο δε ιδιοκτήτης εδέχετο την ευλογίαν ταύτην με ασκεπή την κεφαλήν. Ήτο ως βιβλικός πατριάρχης έχων εκτεταμένους τους κόλπους προς τας ανθρωπίνας ψυχάς, τας κειμένας παρά τους πόδας του. Μία μόνη σκιά υπήρχεν επί της εικόνος ταύτης, εστερείτο τέκνων και τούτο έφερεν αυτόν εις απόγνωσιν.

Άπαξ της εβδομάδος ο Ιωάννης Μούχρας απήρχετο νύκτωρ εκ της οικίας και επανήρχετο μετά εικοσιτέσσαρας ή τριάκοντα εξ ώρας άυπνος και κεκμηκώς. Η οικοδέσποινα συείθισε να τον προπέμπη ατάραχος αφ΄εσπέρας και να τον περιμένη την πρωίαν ήσυχος. Απέμαθε δε το να γογγύζη ή να μεμψιμοιρή κατ΄αυτού, καθώς έπραττε τους πρώτους μετά τον γάμον μήνας. Πού μετέβαινε;

Τα πέριξ νησύδρια ήσαν πολλάκις, και μάλιστα εν καιρώ τρικυμίας, καταφύγιον των πειρατών. Ο Μούχρας επέβαινε επί της γαλέρας του και τους κατεδίωκεν. ήτο δε η γαλέρα αυτή μεγάλη και οχυρά. Την είχεν αγοράσει σντί του ημίσεος της τιμής της παρ΄Ενετού τινός τυχοδιώκτου δυστυχήσαντος, όστις άμα καθελκύσας αυτήν εχρεωκόπησε τον δεύτερον από της αποδημίας του μήνα. Οι ναύται του εστασίασαν κατ΄αυτού, διότι ήσαν επί τρεις μέρες άσιτοι. Ο Βενετός τους προέτρεπε να επιτεθώσι κατά των Γενουαίων και των νησιωτών και να λάβωσι παρ΄αυτών τροφάς. Αλλ΄άνθρωποι, από τριών ημερών αριστήσαντες, δεν είχον όρεξιν να επιτεθώσι κατ΄άλλων αφθόνως δειπνησάντων, και το μόνον όπερ ηδυνήθησαν να πράξωσιν ήτο να ρίψωσι τον Βενετόν εις την θάλασσαν. Ούτος εσώθη κολυμβών και μεταβάς εις το πρώτον λιμένα, όπου ήξευρεν ότι η γαλέρα έμελλε να προσαρμοσθή, την επώλησεν εις τινά ανταποκριτήν του Μούχρα, όστις είχε λάβει από πολλού εντολήν ν΄αγοράσει δι΄αυτόν εν πλοίον.

Τις ηδύνατο να προΐδη προ ένδεκα μηνών, ότε εναυπηγήθη εν τοις ναυστάθμοις του Αγίου Μάρκου, ότι το ωραίον τούτο σκάφος έμελλε να περιέλθη εις τας χείρας του προεστού της Νάξου; Και όμως ο Ιωάννης ηδύνατο να καυχηθή ότι η σχέσις αυτή δεν ήτο η μόνη, ην προς την Βενετίαν ποτέ συνέδεσεν. Πολλοί ανδρείοι και τολμηροί της Πολιτείας ιππόται είχον λάβει παρ΄ αυτού ξενίαν, και ήσαν πρόθυμοι να τω την αποδώσωσι πότε, αν παρεπέμπετο να δικασθή ενώπιον το κραταιοτάτου συμβουλίου των Δέκα. Εν τούτοις η ωραία Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, αν και εγεννήθη εν Νάξω, ήτο κατά το ήμισυ Βενετή την καταγωγή. Ηγάπα τον σύζυγον της και έτρεφε βαθείαν στοργήν προς την ωραίαν νήσον, εν η είδε το φως. Ήτο ου μόνον προς τους ξένους ευπροσήγορος και ευεργετική προς τους φτωχούς, αλλ΄ευσεβής περί τα θεία, και η μήτηρ Φηλικίτη, ηγουμένη του Αγίου Κοσμά, μετά των πατέρων Μάρθωνος και Βικεντίου, διενέμοντο προς αλλήλους τα προϊόντα της ευσεβείας της. Το αίτιον, δι΄ό ο Μούχρας κατεδίωκεν επιμόνως τους πειρατάς, ήτο, ότι είχε λάβει παρά της Βενετίας ειδικόν προνόμιον. Ο δε σκοπός του ήτο να τύχη, ως τω είχον υποσχεθή, διπλώματος ναυάρχου και ευπατρίδου της Βενετίας.

Εσπέραν τινά, περί τα μέσα Μαρτίου, έσπευσε κατά το σύνηθες να επιβή της γαλέρας. Το πλήρωμα γινώσκον την συνήθη ώραν ήτο επί του πλοίου εγρηγορός. Η δε λέμβος μετά δύο ερετών τον επερίμενε παρά την προκυμαίαν.

-Εδώ είσαι, Μηνά; έκραξεν ο Ιωάννης Μούχρας πλησιάζων.

-Εδώ είμεθα αρχηγέ, απάντησεν ο έτερος των ερετών. Και εισήλθε εις την λέμβον ο Μούχρας. Οι ερεταί εκάθισαν επί των ζυγών και εκωπηλάτουν.

-Δε μας δείχνουν μέτωπον, αρχηγέ, αυτοί οι ανδρείοι, είπεν ο Μηνάς, όστις ελάμβανε θάρρος εκ της προς αυτόν ευνοίας του κυρίου του. Είναι τώρα πέντε μήνες, όπου κάμνομεν κάθε εβδομάδα τον συνήθη γύρον μας. Αλλ΄ούτε Γενοβέζος εφάνη, ούτε Βαρβαρέζος.

-Απόψε κάτι μου λέγει ότι θα έχομεν εργασίαν, είπεν ο δεύτερος ερέτης. -Πόθεν συμπεραίνεις τούτο, γερο-Πειράχτη, ηρώτησεν ο αρχηγός.

-Το μάτι μου το αριστερό πηδά, αρχηγέ, και το χέρι το δεξιό με τρώγει.

-Τι θα κάμωμεν! Ό,τι του τύχη του ανθρώπου, το τραβά, είπεν ο Μηνάς, όστις ήτο εικοσαετής και εφιλοσόφει προώρως.

-Επεθύμουν να ακούσω άλλο τι από το στόμα σου Μηνά,είπεν ο Μούχρας. Τώρα σύ ωμίλησες ως γέρων.

-Αρχηγέ, μην αμφιβάλλης διά το θάρρος μου, Εις το έργον θα το δείξω. Όσοι λέγουν λόγους, εις τα πράγματα είναι ψόφιοι και οι λόγοι των είναι στρογγυλοί ως μηδενικόν.

Εν τούτοις έφτασαν ήδη εις την γαλέραν. Ο Μούχρας με ελαφρότητα νεανικήν επήδησεν εις το κατάστρωμα. Η λέμβος ανειλκύσθη επί τας πλευράς. Ανέσπασαν την άγκυραν και απέπλευσαν.

Προσήγγιζε το μεσονύκτιον και το απόγειον ήρχισε να πνέη εκ της ξηράς. Ο δόλων εξογκώθη μετρίως και το πλοίον εκινείτο επαισθητώς. Μετά δύο ωρών πλούν έφθασαν εις τα νησύδρια Μάκαρας. Η σελήνη είχεν ανατείλει και έφεγγεν ωχρώς την θάλασσαν και τους γυμνούς βράχους. ότε έκαμψαν το πρώτον νησύδριον, ο Μηνάς παρηγγέλθη παρά του πρωρέως να ξυπνήση τον αρχηγόν, όστις μόλις είχεν αποκοιμηθεί.

-Τι τρέχει Μηνά; ε’ιπεν αυτός.

-Αρχηγέ, φαίνεται εν πλοίον αραγμένον εις τον μέγαν Μάκαρα. Ούτως ωνομάζετο η μεγίστη των νησίδων. Ο Μούχρας ανεπήδησεν ευθύς.

-Πού είναι, Μηνά; ηρώτησεν ανοίγων τους οφθαλμούς.

-Ιδού αυτό, αρχηγέ.

Και έδειξε την πρύμνην σκάφους προσωρμισμένου παρά την ακτήν.

Ο Μούχρας εστάθη επί τινάς στιγμάς παρατηρών προσεκτικώς.

-Κάμετε το σημείον, είπε στραφείς προς τον πρωρέα.

Ηκούσθη τι, ως λυγμός, συρίζον διά του αέρος.

……………………………………………………………………………..

Please follow and like us:
error0

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων είναι ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Τα γεγονότα πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο Γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Χωρίς δικαίωση το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/710

Please follow and like us:
error0

Οι Άγιοι Σαράντα (7ος αιώνας π.Χ.-…)

Οι Άγιοι Σαράντα (αλβ.Saranda) είναι πόλη και ομώνυμος δήμος του νομού Αυλώνα στη νότια Αλβανία. Βρίσκεται σε έναν ανοικτό κόλπο του Ιονίου Πελάγους στην κεντρική Μεσόγειο, περίπου 14 χλμ. ανατολικά του βόρειου άκρου της Κέρκυρας. Η πόλη των Αγίων Σαράντα έχει πληθυσμό περίπου 41.173 (εκτίμηση 2013). Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης του Βουθρωτού, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Οι Άγιοι Σαράντα θεωρούνται ένα από τα δύο κέντρα της ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία.

Οι Άγιοι Σαράντα
Οι Άγιοι Σαράντα

Το όνομα των Αγίων Σαράντα

Το σημερινό όνομα των Αγίων Σαράντα προέρχεται από το όνομα του Βυζαντινού μοναστηριού των Αγίων Σαράντα προς τιμή των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας. Τα ερείπια του μοναστηριού σώζονται στον λόφο πάνω από την πόλη. Ο κεντρικός ναός, πρωτοβυζαντινής εποχής, έχει δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό του και αψίδες σε όλο το μήκος των πλευρών του. Στον περίβολο του ναού λέγεται ότι υπήρχαν 40 εκκλησίες, μία για κάθε μάρτυρα της Σεβαστείας. Ο κεντρικός ναός περιγράφεται από τους ιστορικούς ως πρωτοβυζαντινής τεχνοτροπίας με δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό και αψίδες σε κάθε πλευρά. Υπό την Τουρκική κυριαρχία το όνομα έγινε Αγιά Σαράντι και στη συνέχεια «Σαραντόζ». Λόγω της Βενετικής επιρροής στην περιοχή, συχνά εμφανιζόταν σε Δυτικούς χάρτες με το Ιταλικό όνομα Σάντι Κουαράντα (Santi Quaranta). Η χρήση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αλβανίας, λόγω της πρώτης Ιταλικής κατοχής της περιοχής (1917-1920). Κατά τη δεύτερη κατοχή, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπενίτο Μουσολίνι άλλαξε το όνομα σε Porto Edda, προς τιμή της μεγαλύτερης κόρης του. Μετά την αποκατάσταση της Αλβανικής ανεξαρτησίας η πόλη απέκτησε το όνομα Σαράντα (Saranda).

Η Ιστορία των Αγίων Σαράντα

Η πόλη είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης του  Ογχησμού, που κατοικείτο από το ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων, της βορειοδυτικής αρχαιοελληνικής ομάδας, και άκμασε ως το επίνειο της πρωτεύουσάς τους Φοινίκης αλλά και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, καθώς ήταν εμπορικός σταθμός για το εμπόριο μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας.

Η πόλη δέχθηκε επιδρομή των Οστρογότθων το 551 μ.Χ., ενώ την ίδια εποχή έγινε επίσης στόχων πειρατικών επιδρομών Γοτθικών πλοίων. Σε μεσαιωνικό χρονικό του 1191 ο οικισμός φαίνεται ότι είχε εγκαταλειφθεί, ενώ η παλιά μεσαιωνική ονομασία του δεν μνημονευόταν πλέον. Από τότε το τοπωνύμιο προήλθε από το όνομα της γειτονικής Ορθόδοξης  βασιλικής εκκλησίας των Αγίων Σαράντα, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα, 1χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της σημερινής πόλης.

Το 1878 ξέσπασε ελληνική εξέγερση και οι επαναστάτες ανέλαβαν τον έλεγχο των Αγίων Σαράντα και του Δέλβινου, αλλά κατεστάλη από τα Οθωμανικά στρατεύματα, που έκαψαν 20 χωριά στην περιοχή.

Οι Άγιοι Σαράντα τον 20ό αιώνα

Η περιοχή συμπεριελήφθη στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913). Καταλήφθηκε δύο φορές από την Ελλάδα, το 1913 και από το 1914 ως το 1916, τη δεύτερη φορά από Έλληνες αντάρτες από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου. Το 1914 ξεκίνησαν στους Αγίους Σαράντα διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου και εκείνης της Αλβανίας, που συνεχίστηκαν στη γειτονική Κέρκυρα και τερματίστηκαν με την αναγνώριση την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μέσα στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος.

Καταλήφθηκε στη συνέχεια από την Ιταλία μεταξύ 1916 και 1920, ως τμήμα του Ιταλικού Προτεκτοράτου της νότιας Αλβανίας. Οι Άγιοι Σαράντα καταλήφθηκαν από τις Ιταλικές δυνάμεις το 1939 και ήταν στρατηγικό λιμάνι κατά την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο που ακολούθησε, η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνουσών Ελληνικών δυνάμεων στις 6 Δεκεμβρίου του 1940. Η κατάληψη αυτού του στρατηγικού λιμανιού επιτάχυνε περισσότερο την Ελληνική διείσδυση προς βορράν. Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, η πόλη επέστρεψε στον έλεγχο των Ιταλών. Στις 9 Οκτωβρίου 1944 η πόλη καταλήφθηκε από ομάδα Βρετανών καταδρομέων υπό τον Ταξίαρχο Τομ Τσόρτσιλ και ντόπιων παρτιζάνων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) υπό τον Ισλάμ Ραντοβίτσκα. Η εμπλοκή των Βρετανικών στρατευμάτων θεωρήθηκε προβληματική από το ΕΑΜ, που θεωρούσε ότι οι Βρετανοί θα χρησιμοποιούσαν την πόλη ως βάση τους και θα εγκαθιστούσαν στην περιοχή τους συμμάχους τους από την Ελλάδα, καθώς Βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι δυνάμεις του ΕΔΕΣ συμμετείχαν επίσης στην επιχείρηση. Πάντως τα Βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν γρήγορα από την περιοχή, αφήνοντάς τη στις Αλβανικές κομμουνιστικές δυνάμεις.

Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει Ελληνική κοινότητα στην πόλη, αν και μικρότερη. Βέβαια, συνεχίζουν να λειτουργούν τα Ελληνικά σχολεία, καθώς επίσης και οι εκκλησίες.

Η οικονομία των Αγίων Σαράντα

Χάρη στην πρόσβασή τους στις ακτές και στο Μεσογειακό κλίμα τους, οι Άγιοι Σαράντα έχουν γίνει σημαντικός τουριστικός προορισμός μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, αν και οι επισκέπτες είναι σχεδόν αποκλειστικά Αλβανοί και Έλληνες. Οι Άγιοι Σαράντα, καθώς και το υπόλοιπο της Αλβανικής Ριβιέρας, σύμφωνα με το Guardian, προόρισται να γίνει το νέο «ανεξερεύνητο στολίδι» της υπερπλήρους Μεσογείου. Έτσι ο τουρισμός είναι η κύρια οικονομική δραστηριότητα, ενώ μεταξύ των άλλων είναι η υπηρεσίες, η αλιεία και οι κατασκευές. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2008, ήταν 8,32%. Θεωρείται ότι η οικογενειακή και εποχιακή εργασία στον τουρισμό κατά τη θερινή περίοδο συμβάλλει στο μετριασμό του πραγματικού ποσοστού ανεργίας. Πρόσφατα η πόλη έχει βιώσει μια έντονη ανεξέλεγκτη κατασκευαστική δραστηριότητα, που μπορεί να υπονομεύσει τις μελλοντικές τουριστικές προοπτικές της. Από το 2012 το Λιμάνι των Αγίων Σαράντα είναι υπό επέκταση για τον ελλιμενισμό κρουαζιερόπλοιων. Το 2014 οι Άγιοι Σαράντα φιλοξένησαν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Dea.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιοι_Σαράντα

Please follow and like us:
error0

Η Ανακωχή του Μούδρου (1918)

Η Ανακωχή του Μούδρου που τερμάτισε τον πόλεμο Entente (Αντάντ)-Τουρκίας υπογράφτηκε από τους Τούρκους εκπροσώπους του σουλτάνου στις 30 Οκτωβρίου 1918 πάνω στο βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου. Εκεί αποδέχτηκε η Τουρκία του σουλτάνου τους όρους που υπαγόρευσε, για λογαριασμό των δυνάμεων της Entente, ο Άγγλος αντιναύαρχος Άρθουρ Κάλθορπ. Οι όροι ήταν εξοντωτικοί, σαφής έκφραση των διαθέσεων της Entente για διανομή των εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και άμεση ή έμμεση οικονομική διείσδυση. Η Ανακωχή του Μούδρου σήμανε ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», πάνω στο οποίο υπογράφτηκε η Ανακωχή του Μούδρου
Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων»

Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ των Συμμαχικών Δυνάμεων της Αντάντ (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αναλάμβανε τα ακόλουθα βάσει των 25 όρων – άρθρων της:

1. Την υποχρέωση του ανοίγματος των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα και την παράδοση των φρουρίων αυτών.

2. Την υπόδειξη των σημείων και έκταση πόντισης ναρκών και τορπιλών και παροχή βοήθειας στην αλίευσή τους.

3. Τη συγκέντρωση όλων των αιχμαλώτων των συμμάχων και των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και άμεση παράδοση αυτών.

4. Την παράδοση του τουρκικού στρατού (του οπλισμού) με άμεση αποστράτευση, εκτός του απόλυτα αναγκαίου για τη φύλαξη των συνόρων και την εσωτερική ασφάλεια. Η δε δύναμη που θα απέμενε και η κατανομή της, θα καθοριζόταν μεταγενέστερα, σε συνεννόηση με την τουρκική κυβέρνηση.

5. Την άμεση παράδοση όλων των πολεμικών πλοίων στους Συμμάχους.

6. Την παροχή δυνατότητας στους Συμμάχους να καταλάβουν, για λόγους ασφάλειας, οποιαδήποτε στρατηγικά σημεία επί του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έκριναν εκείνοι, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Οθωμανική κυβέρνηση.

7. Την ελεύθερη χρήση παντός λιμένος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από συμμαχικά πλοία.

8. Τη χρήση παντός υλικού επανόρθωσης που θα βρισκόταν σε τουρκικό λιμάνι.

9. Την ανεμπόδιστη κατάληψη του συστήματος υπόγειων διωρύγων της Ταυρίδας από τους συμμάχους.

10. Την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από τα ΒΔ σύνορα με την Περσία και επάνοδο στα προπολεμικά.

11. Την παράδοση του ελέγχου των υποβρυχίων καλωδίων.

12. Την αποφυγή καταστροφής στρατιωτικού, ναυτικού ή εμπορικού υλικού, χωρίς προηγούμενη συμμαχική άδεια.

13. Την παραχώρηση κάθε δυνατής διευκόλυνσης στον ανεφοδιασμό των συμμάχων, με αγορά ανθράκων και ναυτικού υλικού, απαγορευμένης της εξαγωγής τους.

14. Τον έλεγχο όλου του σιδηροδρομικού δικτύου από αξιωματικούς των συμμάχων και την παράδοση του Βατούμ.

15. Την παράδοση των φρουρίων της Χετζάζης, Ασσίρ, Υεμένης, Μεσοποταμίας (Ιράκ), Τριπολίτιδας και Κυρηναϊκής.

16. Την αποχώρηση των στρατευμάτων από την Κιλικία, καθώς και τη διάθεση στις συμμαχικές δυνάμεις όλης της εξάρτησης, όπλων και πυρομαχικών, καθώς και πάσης φύσεως μεταγωγικών του “αποστρατευθησομένου” τουρκικού στρατού.

17. Την παράδοση των λιμένων της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής.

18. Την εντός μηνός απέλαση οποιουδήποτε Γερμανού ή Αυστριακού υπηκόου από την Οθωμανική επικράτεια.

19. Την αποδοχή παράλληλης τοποθέτησης αξιωματικών της Αντάντ στο Οθωμανικό Υπουργείο Επισιτισμού.

20. Την κατακράτηση από τους συμμάχους Τούρκων αιχμαλώτων, εκτός εκείνων που υπερέβησαν το όριο στρατιωτικής ηλικίας.

21. Την άμεση διακοπή οποιασδήποτε σχέσης (οικονομικής, εμπορικής κ.λπ.) με τις κεντρικές Δυνάμεις (όρος που είχε ήδη ικανοποιηθεί).

22. Την επιφύλαξη στους Συμμάχους να καταλάβουν οποιοδήποτε χώρο στο βιλαέτι της Αρμενίας, εφόσον εκδηλωθούν ταραχές. Τα άρθρα 23 και 24 αφορούσαν κινήσεις των συμμαχικών δυνάμεων, ενώ το 25ο όριζε το τέλος των εχθροπραξιών τη μεσημβρίαν της ημέρας της υπογραφής, η οποία και ήταν η επομένη (31 Οκτωβρίου).

Ύστερα από την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου ο συμμαχικός στόλος, που περιελάμβανε και μια ελληνική μοίρα, ανέπλευσε τα Στενά και αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο. Έτσι ο Σουλτάνος και η Κυβέρνηση του, που είχαν υπογράψει την ανακωχή, ήταν υπό την «προστασία» των νικητών, με την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τους όρους της Ανακωχής.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές της έσχατης ταπείνωσης τονώθηκε το εθνικό αίσθημα των Τούρκων -που είχε αφυπνιστεί κυρίως τις μέρες των Νεοτούρκων- και οργανώθηκε ισχυρό κίνημα εθνικής αντίστασης, από τους τελευταίους μήνες του 1918 και τους πρώτους μήνες του 1919 και ύστερα.

Έπειτα οι Άγγλοι -σύμφωνα με τους όρους της Ανακωχής- κατέλαβαν διάφορες θέσεις όπως: την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, τη Μαγνησία, τον Κασαμπά (ανατολικά της Σμύρνης). Επίσης οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αττάλεια και κινούνταν στην ενδοχώρα, προς τα βορειοδυτικά, ως το βιλαέτι του Αϊδινίου (περιοχή της Σμύρνης), όπου θα ανακόψει την πορεία τους η παρουσία των Ελλήνων. Τέλος, οι Γάλλοι κατέλαβαν την Κιλικία, το νοτιοανατολικό τμήμα της Μικρασίας. Αλλά οι όροι της αποστράτευσης έμειναν ανεκτέλεστοι, ενώ, αντίστροφα, ενισχυόταν το κίνημα αντίστασης των Τούρκων εθνικιστών εναντίον όλων των ξένων, ιδιαίτερα των Ελλήνων, που οι Τούρκοι εθνικιστές τους είδαν ως όργανα του ξένου ιμπεριαλισμού, μολονότι οι Έλληνες μόνοι είχαν λόγους να ενδιαφέρονται για την τύχη «αλύτρωτων» αδελφών.

Οι διεκδικήσεις όλων είχαν χαρακτήρα οικονομικό, αποικιακό: έλεγχο των Στενών, ζώνες οικονομικής επιρροής, εκμετάλλευση υπεδάφους. Μόνο η Ελλάδα είχε τότε δικαιώματα βασισμένα στη μακραίωνη παρουσία ελληνικού πληθυσμού ειδικά στις δυτικές και βόρειες ακτές της Μικρασίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Μεταξάς (1871-1941)

Ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους  Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.

Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος  Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941. Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του ιταλικού  τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, που του επιδόθηκε από τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Η πράξη αυτή αποκρυσταλλώθηκε συμβολικά στον επίσημο κρατικό λόγο και στη δημόσια ιστορία, καθώς και εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη ως «ΟΧΙ».

Ο Ιωάννης Μεταξάς
Ο Ιωάννης Μεταξάς

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως έπαρχος. Ήταν γιος του Παναγή Μεταξά, ανώτατου κρατικού υπαλλήλου, και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο. Καταγόταν από παρηκμασμένο οικονομικά κλάδο των Αντζουλακάτων της αριστοκρατικής οικογένειας των Μεταξάδων και ήταν εγγονός του Μαρίνου Μεταξά, νομικού και γερουσιαστή, πρώτος ξάδερφος του Μενέλαου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού καθώς και ανιψιός του Αγαμέμνωνα Μεταξά και του Νικολάου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού και πολιτικού. Είχε άλλα δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά, σχετικά νέος, οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο. Μεγάλωσε με σχετική οικονομική άνεση μέχρι και το  1879, οπότε και ο πατέρας του απώλεσε την πολιτική θέση που κατείχε με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στην Κεφαλονιά. Στην Κεφαλονιά περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ενώ δημοτικό παρακολούθησε στο τοπικό σχολείο της Ιθάκης.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Μεταξά

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο  Ναύπλιο, όπου και ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου του. Το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία. Το 1902 αποφοίτησε από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις, δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Σύμφωνα με τα αρχεία της Ακαδημίας για τους αξιωματικούς που φοίτησαν εκεί κατά την ίδια περίοδο, ο Μεταξάς φοίτησε στην ίδια τάξη με τρεις μετέπειτα αρχηγούς του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου (Βίλχελμ Χάιε, Όττο Χάσσε και Γκέοργκ Βέτζελ), τον μετέπειτα Πρώσο υπουργό πολέμου και ιδρυτή της Ράιχσβερ στρατηγό Βάλτερ Ράινχαρντ, τον Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ (μετέπειτα διοικητή των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ενώ φαίνεται ότι στην ίδια τάξη φοιτούσε και ο Νουρεντίν πασάς, μετέπειτα διοικητής του τουρκικού στρατού κατά την Καταστροφή της Σμύρνης. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη  για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α’ Τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β’. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές του με τη βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε «Γιαννάκη». Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος. Στη συνάντηση του προσέφερε την θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.

Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά. Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε. Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Ιωάννης Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε Διοικητής του Επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως Διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά με το Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Ιωάννης Μεταξάς

Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας. Ο μεν Ιωάννης Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος, ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε, λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές, να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού ο Μεταξάς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας φανερά τη διατήρηση της ουδετερότητας. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απομάκρυνση του Δούσμανη, ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου. Στις 17 Φεβρουαρίου, αμέσως μετά την συνάντηση Βενιζέλου και Βασιλιά, ο Μεταξάς ανακοίνωσε την παραίτησή του υποβάλλοντας παράλληλα αίτηση αποστρατείας αλλά και ένα υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί θεωρούσε ότι η επιχείρηση των συμμαχικών δυνάμεων στο στενό των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε.

Όπως διατύπωσε στην εν λόγω επιστολή ο Μεταξάς, μια προσπάθεια κατάληψης εδαφών στην Μικρά Ασία θα ήταν καταδικασμένη εξαρχής, αφού αφενός θα αποδυνάμωνε το στρατιωτικό μέτωπο στα σύνορα με την Βουλγαρία, αφετέρου η αντιμετώπιση του σχεδόν εξ ολοκλήρου τούρκικου πληθυσμού στην ενδοχώρα της θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον έλεγχο των εδαφών. Εκτός αυτού, υποστήριξε πως τα εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας καθώς ήταν πεδινά ήταν ευάλωτα και δεν είχαν κατάλληλα σημεία για άμυνα ενάντια σε μια επίθεση από την ενδοχώρα. Για τον Μεταξά, μοναδική οριστική λύση θα ήταν η απευθείας κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας, που ωστόσο η Ελλάδα δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανή να πετύχει. Μετά την αποχώρησή του ο Μεταξάς φαίνεται ότι προχώρησε στην δημοσίευση ανυπόγραφων άρθρων στην εφημερίδα «Η Νέα Ημέρα Τεργέστης», στην οποία διέρρευσε μέρος των περιεχομένων από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Μικρά Ασία αποικία, γεγονός που προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των μικρασιατικών συλλόγων και του Βενιζέλου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Μεταξάς μαζί με τους Γεώργιο Στρέιτ, Δούσμανη και την Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, διατηρούσαν δε συνεχή επικοινωνία με το Βερολίνο, στο οποίο διοχέτευαν απόρρητα έγγραφα, με αξιωματούχους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα ως Υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύθηκε διάταγμα γενικής αποστράτευσης. Με προσωπική ανάμειξη του ίδιου του Μεταξά αλλά και των μελών του επιτελείου, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι επιστράτων, οι οποίοι στελεχώθηκαν με απόστρατους και αποτέλεσαν την πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα, αριθμώντας 200.000 μέλη. Οι σύνδεσμοι επιστράτων λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τον βασιλικό θεσμό καθ’ όλη τη διάρκεια των γεγονότων του Εθνικού Διχασμού. Στις 12 Αυγούστου 1916 ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ να αποβιβαστεί με 3.000 στρατιώτες στο Φάληρο και να προελάσει προς την Αθήνα, όπου συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τους Επιστράτους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει. Την αποχώρηση των συμμάχων ακολούθησαν διώξεις των Βενιζελικών, οπαδοί των οποίων συνελήφθησαν σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας. Τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί ως «Νοεμβριανά».

Η Εξορία του Ιωάννη Μεταξά

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν  κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα  αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των Κεντρικών Δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.

Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ. Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά, στις οκτώ το βράδυ, οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία. Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων. Παρ’ όλες τις πιέσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Τιττόνι (Tittoni), η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα ή Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο. Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη  Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.

Πολιτική σταδιοδρομία

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.

Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από τη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου. Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δε δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Παρόλα αυτά ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα. Το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο, όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά, η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική  καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για τη ζωή του.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των  Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη. Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε το κίνημα εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Το κίνημα αυτό καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Στην αρχή φάνηκε ότι οι κινηματίες υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο. Τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου και ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του, με νορβηγικό πλοίο από την  Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.

Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποδέχτηκε την νέα πολιτική σκηνή. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί από τους Βενιζελικούς. «Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον βασιλόφρονα πολιτικό κόσμο. Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκίνησε περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Με τη δικτατορία Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε. Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Ως υπουργός ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν αρμόδιος για το ζήτημα της σύμβασης που είχε υπογραφεί επί της δικτατορίας του Πάγκαλου με την εταιρεία ηλεκτρισμού «Πάουερ» με όρους δυσμενείς για το ελληνικό δημόσιο. Η κυβέρνηση της Βρετανίας διαμήνυσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν δεν επικυρωνόταν η σύμβαση δε θα είχε πρόσβαση σε δανειοδότηση από την αγγλική χρηματαγορά. Ως αρμόδιος υπουργός ο Μεταξάς κατάφερε να πείσει τους απρόθυμους βουλευτές να υπερψηφίσουν τη σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδυναμία της Ελλάδας «από απόψεως νομοθετικής» περιοριζόταν «υπό της παντοδυναμίας» των κρατών με τα οποία διατηρούσε σχέσεις. Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανέδειξαν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις  βουλευτικές εκλογές του 1932, στις οποίες το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες. Παρόλα αυτά ο Μεταξάς συμμετείχε στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις «μυθοπλασίες», κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα Καθημερινή. Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα, ενώ ο Μεταξάς 70. Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται η απέχθεια που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι. Προς υπεράσπισή του ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε. Από την άλλη, οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους συμμάχους των Γερμανών ύστερα από την παράδοση του Ρούπελ από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αποδεικνύουν τις όποιες εγγυήσεις ουδετερότητας στην καλύτερη περίπτωση ανεφάρμοστες.

Το 1935 το κόμμα του Μεταξά ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Η απελπισία του ήταν έκδηλη. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά. Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της.

Προς το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Μετά τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνιών κυρίως για το ζήτημα της επανόδου στο στράτευμα των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών του κινήματος του 1935. Με σειρά πρωτοβουλιών του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ κατάφερε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: στις 5 Μαρτίου ο Γεώργιος διόρισε εν αγνοία του πρωθυπουργού υπουργό στρατιωτικών το Μεταξά, θέση στην οποία θα παρέμενε μέχρι το θάνατό του το 1941. Η πολιτική σημασία της πράξης ήταν μεγάλη, καθώς ο Μεταξάς, εκτός από αφοσιωμένος φιλοβασιλικός, ήταν ένας από τους λιγοστούς πολιτικούς που είχαν υποστηρίξει την επιβολή ενός αυταρχικού, μη κοινοβουλευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου και την ίδια ημέρα ο βασιλιάς, δίχως να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς, διόρισε το Μεταξά πρωθυπουργό.

Μετά από νέα αποτυχία των Φιλελευθέρων να έλθουν σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, η κυβέρνηση Μεταξά  εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή στις 27 Απριλίου με 241 ψήφους υπέρ, 4 αποχές και 16 κατά, τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τρεις μέρες αργότερα, η Βουλή με ψήφισμά της διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η οποία δε λειτούργησε ποτέ.

Η πρωτοφανής αυτή παραίτηση του κοινοβουλίου από τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας συνέπεσε με την πολιτική στήριξη που προσέφερε ο παραδοσιακός πολιτικός κόσμος στην αυταρχική και κατασταλτική δράση της κυβέρνησης ενώπιον της πρωτοφανούς έξαρσης των εκδηλώσεων του εργατικού κινήματος την περίοδο αυτή, με αποκορύφωμα την αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου  στη Θεσσαλονίκη. Ο Μεταξάς έσπευσε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, επισείοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης και στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με στενούς συνεργάτες του. Στα μέσα Ιουλίου επήλθε συμφωνία για το αποτακτικό ζήτημα και το σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του αντιβενιζελικού Θεοτόκη και του ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος το ανακοίνωσε στο Γεώργιο. Η συμφωνία θα εφαρμοζόταν με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής. Όμως, στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή εικοσιτετράωρης πανελλαδικής απεργίας, ο Μεταξάς, επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει επ’ αόριστον την ισχύ πολλών διατάξεων του  Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, να διαλύσει τη Βουλή με τη συγκατάθεση του βασιλιά, ο οποίος εξέδωσε δύο παράνομα διατάγματα με τα οποία καταλύθηκε ο κοινοβουλευτισμός και επιβλήθηκε δικτατορία.

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά

Χαρακτήρας και ιδεολογία του καθεστώτος

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά είχε αρκετά εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων, αλλά ουσιαστικά κατατασσόταν από σύγχρονους παρατηρητές ως «απροσδιόριστο» και όχι φιλοφασιστικό καθεστώς. Δημιουργήθηκε η ΕΟΝ, οργάνωση νεολαίας – η συμμετοχή στην οποία αρχικά δεν ήταν υποχρεωτική – στην οποία χρησιμοποιούσαν σκούρες μπλε στολές (αντίστοιχα οι Ιταλοί φασίστες φορούσαν μαύρες στολές), υιοθετήθηκε ο χαιρετισμός δι’ ανατάσεως της δεξιάς χειρός (όπως στη Γερμανία του Χίτλερ). Οι Αδόλφος Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως δεκανείς, ανήλθαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές μέσω των μαζικών πολιτικών κομμάτων που διηύθυναν, δημιούργησαν ομάδες εφόδου που τρομοκρατούσαν τους αντιπάλους τους και ευθύνονται για μεγάλη σειρά πολιτικών δολοφονιών. Ο Μεταξάς επίσης δεν δίσταζε να συνεργαστεί και να χρησιμοποιήσει συλλόγους που υποστήριζαν και εφάρμοζαν δυναμική, βίαιη πολιτική, αλλά τα εργαλεία αυτά τα ενέτασσε σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικής οργάνωσης. Ο αντικοινοβουλευτισμός του Μεταξά δεν συνεπαγόταν τα πληβειοκρατικά στοιχεία του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τα οποία τον απωθούσαν. Επίσης, η ρητορεία των τελευταίων ήταν καθαρά ιμπεριαλιστική, αντιθέτως αυτής του Μεταξά. Ο Μεταξάς δε συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Βρετανία. Η βασική διαφορά του καθεστώτος του Μεταξά με τα φασιστικά ήταν ότι στηριζόταν στη δύναμη του στρατού, ο οποίος αρκείτο στη βεβαιότητα ότι δεν θα επανέλθουν οι βενιζελικοί αξιωματικοί. Παρά το ότι ήταν αντικομμουνιστικό, βίαιο και αντικοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν ήταν και ολοκληρωτικό, αφού δεν επεδίωκε τον γενικό συντονισμό όλης της κοινωνίας.

Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου, και η οποία εμπνεόταν από την ιδεολογία του «Γ΄ Ράιχ» αλλά είχε πιο παραδοσιακά στοιχεία, όπως την θρησκευτική πίστη. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α’) και Βυζαντινού (Β’) Πολιτισμού και να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον “παλαιοκομματισμό” και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Το καθεστώς Μεταξά δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. 

Διώξεις – αντικομμουνισμός

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δικτατορίας ήταν η αστυνομική τρομοκρατία, η οποία στράφηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα κυρίως κατά των κομμουνιστών, αλλά και κατά δημοκρατικών πολιτών. Επίσης και κατά κάποιων συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ιωάννη Μεταξά. Ο Γεώργιος Καφαντάρης σε ανακοίνωση διαμαρτυρίας γράφει «Αι αυθαίρετοι συλλήψεις είναι συνήθη φαινόμενα. Πάμπολλοι είναι οι υποβληθέντες εις μεσαιωνικά μαρτύρια». Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τα συνδικάτα διαλύθηκαν ενώ οι βασανισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο στα αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν τόσο άσχημες που μερικοί πέθαιναν από αρρώστιες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας είναι ότι η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον ίδιο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα πέτυχε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε και πέτυχε να επιβάλει έναν συστηματικό διωγμό του κομμουνιστικού στοιχείου. Την «επιχείρηση» αυτή ανέλαβε ο Υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος με βασανιστήρια, διώξεις και με πιστοποιητικά φρονημάτων επιχείρησε να περιορίσει την επέκτασή του. Ο αιφνιδιασμός του ΚΚΕ και η μη οργανωμένη αντίδραση είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη εξουδετέρωση του πρώτου από τη δικτατορία Μεταξά, όχι όμως και τη διάλυσή του.

Το καθεστώς από την πρώτη κιόλας μέρα έκλεισε τον Ριζοσπάστη και έκανε το πρώτο κύμα συλλήψεων. Τον Σεπτέμβριο του 1936 συνέλαβε και φυλάκισε τον Νίκο Ζαχαριάδη στην Κέρκυρα στην περιβόητη Ακτίνα Θ’. Μέχρι τα μέσα του 1938 συνέλαβε σχεδόν όλη την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις φυλακές της Ακροναυπλίας που λειτούργησαν από την άνοιξη του 1937 φυλάκισε την μεγαλύτερη ομάδα κομμουνιστών, περίπου 600 άτομα. Επίσης εκτόπισε στα μικρά νησιά Αη Στράτη, Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο, Γαύδο και αλλού πολλά στελέχη και μέλη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1939 ελάχιστα μέλη του ΚΚΕ είχαν παραμείνει ασύλληπτα. Το ΚΚΕ ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Το 1939 ο Μανιαδάκης κατασκεύασε την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ με ηγετικά στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στο καθεστώς, όπως ο Μιχάλης Τυρίμος και ο Μανώλης Μανωλέας. Μάλιστα η Προσωρινή Διοίκηση εξέδιδε και δικό της πλαστό Ριζοσπάστη και κατάφερε να συσπειρώσει στους κόλπους της αρκετά μέλη του ΚΚΕ. Παράλληλα, όμως, υπήρχε και η παλιά ηγεσία του ΚΚΕ, η λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή, η οποία εξέδιδε δικό της Ριζοσπάστη.

Στα τέλη του 1939 κατ’ εντολήν του φυλακισμένου Ζαχαριάδη, το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε από την Κέρκυρα για να ξεκαθαρίσει το κόμμα από τους χαφιέδες και να βοηθήσει στην ανασυγκρότησή του. Όμως, μπλέχτηκε στα δίχτυα της Ασφάλειας και εντάχθηκε στην Προσωρινή Διοίκηση με αποτέλεσμα και ο έγκλειστος Ζαχαριάδης να υποστηρίξει την Προσωρινή Διοίκηση σαν την πραγματική καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αλληλοκατηγορίες των δύο καθοδηγήσεων αποπροσανατόλισαν τα μέλη του ΚΚΕ, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου σύγχυση και το τοπίο ξεκαθάρισε προς τα τέλη του 1941, όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ μεσούσης της Κατοχής.

Το κοινωνικό προφίλ του καθεστώτος Μεταξά

Ο τομέας της κοινωνικής πρόνοιας θεωρείται ως ο μοναδικός τομέας που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου παρουσίασε μια συνολική και συνεπή πολιτική με την ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, την καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως την εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία ωστόσο είχε δυνητική αξία, εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια.

Εξωτερική και οικονομική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Για τη διαφορετική νοοτροπία Αγγλίας και Ελλάδας γράφει ο Βρετανός στρατηγός σερ Χ.Μ. Ουίλσον «κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά είχαν υιοθετηθεί ορισμένες ναζιστικές ιδέες. Η νεολαία χαιρετούσε χιτλερικά έως ότου οι Αυστραλοί την εδίδαξαν να χαιρετά με το σύνθημα της νίκης. Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης». Από τη δεκαετία του 1930 η αντιβενιζελική παράταξη στην οποία ανήκε ο Μεταξάς είχε συντονιστεί με την πολιτική των κρατών της δυτικής Ευρώπης στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα της Βρετανίας, θεωρώντας πως ήταν σύμφωνη με την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας ο Μεταξάς σύνηψε συμφωνία με τους Βρετανούς με την οποία άυξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημόσιου χρέους από 30% που προβλεπόταν για την διετία 1935-37 σε 40% ενώ στις αρχές του 1940 αυτό αυξήθηκε κατά 3% ακόμη. Τον Μάρτιο του 1937 δήλωνε με επιστολή του στον πρέσβη της Ελλάδος στο Λονδίνο ότι «οι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί».

Τον Οκτώβριο του 1938 ο Μεταξάς πρότεινε στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά, επιφυλασσόμενη να συνδεθεί με επίσημο τρόπο με ένα καθεστώς που θεωρούσε ότι είχε αβέβαιο μέλλον εξαιτίας της αντιδημοτικότητάς του και υπολογίζοντας ότι μια τέτοια συμμαχία θα αντιμετωπίζονταν ως πρόκληση από την Ιταλία και ίσως προξενούσε ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, την ώρα που η άμυνα της Ελλάδας ήταν ανεπαρκής. Από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη περαιτέρω μέτρων.

Οι Βενιζελικοί θεωρούσαν τον Μεταξά προσκείμενο στην γερμανική πλευρά, ενώ οι βασιλόφρονες θεωρούσαν ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ήταν προσκείμενος περισσότερο στην Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι στον μεσοπόλεμο ο Μεταξάς άλλαξε την πολιτική του γραμμή προς την Βρετανική αυτοκρατορία. Το είχε δηλώσει μάλιστα στην σύσκεψη των στρατηγών (Μάιος 1940) όπως και σε διάφορες συνεντεύξεις του ότι το επαναλαμβανόμενο δόγμα της Ελλάδας ήταν ότι δεν μπορούσε να βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο εκτός εκείνου της Αγγλίας. Η Αγγλία είχε στρατιωτική υπεροχή στην Μεσόγειο και ένας αγγλικός αποκλεισμός θα ήταν το τέλος της οικονομικής ανάπτυξης στη Ελλάδα. Μάλιστα αυτό αποδείχτηκε αργότερα με τον Βρετανικό αποκλεισμό κατά την διάρκεια της κατοχής που προξένησε την λιμοκτονία του Ελληνικού πληθυσμού.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος

Εξώφυλλο εφημερίδας "Έθνος", 28 Οκτωβρίου 1940.
Εξώφυλλο εφημερίδας “Έθνος”, 28 Οκτωβρίου 1940.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή, όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα τον στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ’ άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου». Σύμφωνα με άλλες απόψεις αναγκάστηκε να πει το ΟΧΙ είτε λόγω της πίεσης από τον λαό, είτε λόγο του ότι ήταν αναγκασμένος. Άλλοι τονίζουν πως το ΟΧΙ ήταν προσχηματικό, καθώς ο Μεταξάς ήθελε απλώς να πέσουν μερικές τουφεκιές «για την τιμή των όπλων». Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος τη φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από κάποια ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ ως πλαστό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφασή του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940. Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε «Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών».

Το τέλος του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρρώστησε από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος, η οποία κατέληξε σε παραμυγδαλικό απόστημα με τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκές και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στις 6:00 π.μ.

Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941

«Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ. Οι θεράποντες ιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, Β. Μπένσης, Μ. Γεωργόπουλος, Μ. Μακκάς, Ε. Φωκάς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Χρυσικός, Γ. Καραγιαννόπουλος, Δ. Κομνηνός, Ν. Λωράνδος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Γεωργόπουλος».

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι «καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ» και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη («Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί»).

Επίσης, ο Σπύρος Παξινός Διευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών (1936-1941), το 1942 κατά τη διάρκεια δεξίωσης της Αγγλικής πρεσβείας στο Κάιρο, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη την επιθυμία του να γράψει ένα βιβλίο που θα απεκάλυπτε τα πάντα γύρω από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά και το οποίο θα εξέδιδε μετά τον πόλεμο. Την επόμενη μέρα τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και μεταφέρθηκε στις Συριακές φυλακές στο Άκρον, ως πράκτορας των Γερμανών. Με το τέλος του πολέμου μεταφέρθηκε σε φυλακές στην Ινδία και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, χωρίς να διαλευκανθεί το έγκλημα.

Η προσωπική ζωή του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν παντρεμένος από το 1909 με τη Λέλα Χατζηϊωάννου (1883 – 5-10-1984) με την οποία απέκτησε δύο παιδιά:

  • τη Λουκία Μεταξά, σύζυγο του Γεώργιου Μαντζούφα
  • την Ιωάννα Μεταξά, σύζυγο του καθηγητή ιατρικής και πρύτανη Ευγένιου Φωκά

Κόρη της Ιωάννας Μεταξά είναι η συγγραφέας Ιωάννα Φωκά – Μεταξά, σύζυγος του Αριστομένη Περρωτή, βουλευτή Μεσσηνίας.

Παρ’ ότι ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από οικογένεια μετριότατης οικονομικής κατάστασης, είχε μια πλούσια πνευματική καλλιέργεια και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη μουσική, τη ζωγραφική το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτή την καλλιέργεια φαίνεται ότι την απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και κατά την εξορία του στη Γαλλία και την Ιταλία (1917-1920). Κατά τη διάρκεια που είχε την εξουσία, εξακολουθούσε να παρακολουθεί τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας, όπως μαρτυρεί ο Παντελής Πρεβελάκης, Διευθυντής των Καλών Τεχνών επί καθεστώτος 4ης Αυγούστου. Στη διάρκεια της δικτατορίας δεν επιδίωξε την «στράτευση» καλλιτεχνών για την παραγωγή προπαγανδιστικού έργου, όπως συνέβη σε άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα του μεσοπολέμου. Κράτησε ίσες αποστάσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, απαγορεύοντας μόνο την παραγωγή εκείνων που ήταν ιδεολογικά αντίθετα με το καθεστώς.

Πηγή: www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Μεταξάς

Please follow and like us:
error0

Η Ελληνική Σημαία

Η Ελληνική Σημαία περιέχει εννέα ισοπαχείς, οριζόντιες και εναλλασσόμενες λευκές και κυανές παράλληλες λωρίδες, καθώς και έναν λευκό σταυρό μέσα σε ένα κυανό τετράγωνο (πλαίσιο) στο πάνω προΐστιο μέρος. Οι εννέα λωρίδες αντιστοιχούν στις συλλαβές της ιστορικής φράσης «Ελευθερία ή Θάνατος», όπως παράλληλα και στα γράμματα της λέξης «Ελευθερία». Ο σταυρός συμβολίζει τον σταυρό του χριστιανισμού και της ορθόδοξης πίστης, όπως και ο σταυρός που συχνά υπάρχει και στον ιστό. Τα κρόσσια που περικλείουν τη σημαία συμβολίζουν τις ψυχές όσων θυσιάστηκαν για την πατρίδα.

Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί
Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί

Ιστορία

Σταυρός και θρησκευτικός συμβολισμός

Οι ελληνικές σημαίες στη Βυζαντινή εποχή

Σημαίες και λάβαρα με το σύμβολο του σταυρού χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Οι ελληνικές σημαίες κατά την Τουρκοκρατία

Στη μεταβυζαντινή εποχή σημαίες με το σύμβολο του σταυρού είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Έλληνες σε διάφορες εποχές και κατά τόπους σε περιπτώσεις εξεγέρσεων. Δημοτικά τραγούδια των  αρματολών του 17ου και 18ου αιώνα αναφέρουν ότι αυτοί είχαν φλάμπουρα με τον σταυρό και άλλα θρησκευτικά σύμβολα.

Για παράδειγμα, δημοτικό του μικρού Χορμόπουλου (1683) αναφέρει: Είν’ ο Σουμήλας πώρχεται μαζί με τον Μεϊντάνη.
Και το μικρό Χορμόπουλο το χιλιοπαινεμένο
Πού’νε καμάρι των Κλεφτών καμάρι των Αγράφων,
Φέρουν τα φλάμπουρα ανοιχτά με το Σταυρό στη μέση.

Επίσης το δημοτικό του Νικολού Τζουβάρα (1770), αρματολού της Λάμαρης: Ρωτάτε για το Νικολό, τον καπετάν Τζιουβάρα,
Πού’ταν στο Λούρο αρματωλός, στο Καρπενήσι κλέφτης
Είχε φλάμπουρο όμορφο, κόκκινο και γαλάζιο,
Με το Χριστό, με το Σταυρό και με την Παναγία.

Η σημαία με λευκό σταυρό σε μπλε φόντο υψώθηκε από το στόλο που με αρχηγό το Γιάννη Σταθά και υπαρχηγό το Νικοτσάρα πραγματοποιούσε επιδρομές σε παράλια του βόρειου Αιγαίου το 1807. Αυτή ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο. Σε αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα, τον Σκιαθίτη διδάσκαλο του Γένους Επιφάνιο-Στέφανο Δημητριάδη, τους Λαζαίους, τον Αναστάσιο Καρατάσο, τον Λιόλιο Ξηρολειβαδίτη, τον Νικόλαο Τσάμη και πολλούς άλλους. Οι καπεταναίοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μοναστήρι για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το μπλε εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.

Οι σημαίες της Ελληνικής Επανάστασης

Το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και το κάθε στρατιωτικό σώμα έφερε τη δική του σημαία. Οι επαναστατικές σημαίες είτε ήταν τρίχρωμες (άσπρο-μαύρο-κόκκινο) με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας (όπως π.χ. τον φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του ή την άγκυρα κ.ά.), τα οποία είχαν όλες οι σημαίες των νησιών, είτε ακολουθούσαν τα μπαϊράκια και τα φλάμπουρα των αρματολών φέροντας σταυρό μαζί με αγίους ή τον αετό, ενώ πολλά χωριά εξεγέρθηκαν υπό το λάβαρο της εκκλησίας της ενορίας τους.

Το 1822 πραγματοποιήθηκε η Α´ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, η οποία ψήφισε το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, το πρώτο ελληνικό σύνταγμα. Στις παραγράφους ρδ’ και ρε’ του Προσωρινού Πολιτεύματος συναντάται η πρώτη απόφαση για τη μορφή της ελληνικής  σημαίας, με την οποία καθιερώθηκαν το κυανό και το λευκό ως χρώματα της σημαίας και ανατέθηκε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της.

Σύμφωνα με μια θεωρία θέλησαν να αποφύγουν το κόκκινο και το πράσινο, χρώματα δηλαδή που συνδέονταν με τον ισλαμισμό και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ παράλληλα σύμφωνα με άλλη θεωρία, η επιλογή των χρωμάτων έγιναν για να συμβολίζει το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων. Πάντως η πιο διαδεδομένη θεωρία για το πλήθος των λωρίδων, είναι ότι συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης «ελευθερία ή θάνατος», οι πέντε κυανές τις συλλαβές «Ε-λευ-θε-ρί-α» και οι τέσσερις λευκές «ή θά-να-τος». Οι θεωρίες για την επιλογή των χρωμάτων και το συμβολισμό των λωρίδων κρίνονται συχνά βέβαια ως λαϊκοί θρύλοι και ρομαντισμοί. Ωστόσο, γεγονός είναι πως πολλές από τις σημαίες της επανάστασης έφεραν μία από τις φράσεις «Ελευθερία ή Θάνατος», «Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ», ή «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

Στις 15 Μαρτίου 1822 εκδόθηκε η απόφαση 540 του εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του. Το διάταγμα όριζε για τις σημαίες ότι:

α) των μεν κατά γην δυνάμεων η σημαία, σχήματος τετραγώνου, θα είχεν εμβαδόν κυανούν, το οποίο θα διηρείτο εις τέσσαρα ίσα τμήματα από άκρων έως άκρων του εμβαδού

β) η δε κατά θάλασσαν σημαία θα ήτο διττή’ μία διά τα πολεμικά και άλλη διά τα εμπορικά πλοία. Και της μεν διά τα πολεμικά πλοία το εμβαδόν θα διηρείτο ες εννέα οριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμειβομένων εις αυτά των χρωμάτων λευκού και κυανού’ εις την άνω δε προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο τετράγωνον κυανόχρουν, διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού λευκοχρόου. Της δε διά τα εμπορικά πλοία διωρισμένης το εμβαδό θα ήτο κυανούν’ εις την άνω προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο ωσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού κυανοχρόου.

Σύμφωνα με κείμενο στο ιστορικό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών υπ’ αριθμόν 8711, η πρώτη σημαία που υψώθηκε στα Καλάβρυτα:

…έφερεν άνωθεν σταυρόν, με γραμμάς κάτωθεν αυτού 16, κατά το σύνθημα της Εταιρείας των Φιλικών, και με την επιγραφήν ή ελευθερία ή θάνατος. Κατόπιν δε ο Ν. Σολιώτης έλαβε προσφερθείσαν αυτώ παρά της μονής Αγίας Λαύρας την χρυσοκέντητων επί των Χριστιανών αυτοκρατόρων σημαίαν της μονής, φέρουσα εξ ενός την Ανάστασιν και ετέρωθεν τον άγιον Γεώργιον. Σώζονται δε ως παρακαταθήκαι μετά τον Αγώνα παρά του Σολιώτου εις τη ρηθείσαν μονήν αμφότεραι αυταί αι σημαίαι.

Σημαία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους

Επί Όθωνα προστέθηκαν στη σημαία του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού τα βασιλικά παράσημα. Η εμπορική σημαία ορίστηκε να είναι σαν την σημαία του πολεμικού ναυτικού, χωρίς τα παράσημα.

Το 1862 με την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα, αφαιρέθηκαν απ’ τις σημαίες τα βασιλικά παράσημα. Επί Γεωργίου Α΄ προστέθηκε στις σημαίες στρατού και πολεμικού ναυτικού το βασιλικό στέμμα. Το 1864, ορίστηκε η σημαία του πεζικού να φέρει στο κέντρο της εικόνα του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του πεζικού. Στις 31 Μαΐου 1914 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που όριζε με ακρίβεια τη μορφή των σημαιών, χωρίς να μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά που ήδη είχαν. Ορίστηκε επίσης σημαία που θα χρησιμοποιείται από υπουργεία, πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια. Ακόμη όρισε ότι η σημαία του εμπορικού ναυτικού είναι και η εθνική σημαία, αυτή δηλαδή που επιτρεπόταν να υψώνουν και οι ιδιώτες. Στις 25 Μαρτίου 1924 τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών αφαίρεσαν τα στέμματα από τις σημαίες, εκτελώντας το ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης στην Αθήνα «Περί ανακηρύξεως τής Δημοκρατίας».

Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 1934
Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες

Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 νέο διάταγμα για τη μορφή της Σημαίας, όριζε ότι η κλίμακα της εθνικής σημαίας είναι 2:3. Η επίσημη σημαία είναι «κυανούν ορθογώνιο, με αναλογίες διαστάσεων επίσης 2:3, το οποίο διαιρείται σε τέσσερα ίσα ορθογώνια δι’ ορθίου λευκού σταυρού, του οποίου αι κεραίαι έχουσι πλάτος ίσον προς το 1/5 του πλάτους της σημαίας». Η επίσημη σημαία ορίστηκε να χρησιμοποιείται από υπουργεία πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια και η εθνική σημαία από πολεμικά και εμπορικά πλοία, ναυτικά και λιμενικά καταστήματα και ιδρύματα, από τα προξενεία και από τους ιδιώτες. Το διάταγμα όριζε ακόμη η σημαία του πεζικού να χρησιμοποιείται από τα συντάγματα πεζικού και ευζώνων, και στον ιστό της να φέρει υπερκείμενη σταυροφόρο χρυσή σφαίρα με εμπρός τον αριθμό του συντάγματος και πίσω το γράμμα Π.

Στις 10 Οκτωβρίου του 1935 επαναφέρθηκαν τα στέμματα στις σημαίες με το ψήφισμα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης στην Αθήνα «Περί καταργήσεως τής αβασιλεύτου Δημοκρατίας». Το 1967, η Χούντα των Συνταγματαρχών αφαίρεσε το στέμμα από τις σημαίες, και το 1969 με νέο ψήφισμα καταργήθηκε η σημαία του πεζικού και καθιερώθηκε ως επίσημη σημαία εκείνη του Ναυτικού. Στις 18 Αυγούστου του 1970, η αναλογία της σημαίας μετατράπηκε από 2:3 σε 7:12. Μετά τη  Μεταπολίτευση, ο Νόμος 48/1975 και το Προεδρικό Διάταγμα 515/1975 ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τη μορφή και τις διαστάσεις της σημαίας.

Ο Νόμος 851/21-12-1978 (ΦΕΚ 233 τ. Α΄) «Περί εθνικής Σημαίας, των Πολεμικών Σημαιών καί του Διακριτικού Σήματος τού Προέδρου τής Δημοκρατίας» καθόριζε την επίσημη εθνική σημαία που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, καθώς και τις τεχνικές και τυπικές προδιαγραφές της. Η κλίμακα της σημαίας άλλαξε πάλι σε 2:3, όπως φαίνεται από τις διαστάσεις που προβλέπονται (π.χ. 432:648 ή 90:135). Στα πλαίσια του άρθρου 9, καταργήθηκαν οι διατάξεις των προηγούμενων ετών (1967, 1969, 1971, 1973, 1975). Η επίσημη σημαία, ίδια με τη σημαία του στρατού ξηράς, καταργήθηκε με αυτόν το νόμο και αντικαταστάθηκε πλήρως από την εθνική σημαία, η ανάρτηση της οποίας γίνεται πάνω σε λευκό κοντό, στην κορυφή του οποίου υπάρχει (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) λευκός σταυρός.

Το 1980, το Προεδρικό Διάταγμα 348/17-4-1980 (ΦΕΚ 98 τ. Α΄), καθόριζε με λεπτομέρειες τις προδιαγραφές για τις πολεμικές σημαίες. Η σημαία της Πολεμικής Αεροπορίας φέρει στο κέντρο του σταυρού την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Η ελληνική σημαία εορτάζει και τιμάται στις 27 Οκτωβρίου, παραμονή της επετείου του «ΟΧΙ». Δίπλα στην κρατική σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας συχνά συναντάται και η εθνική ελληνική σημαία. Σε μερικούς θεσμούς όπως η εκπαίδευση και ο στρατός η παρουσία της ελληνικής σημαίας είναι επίσημη και θεσμοθετημένη.

Η εξέλιξη της ελληνικής σημαίας

Η επίσημη σημαία της Ελλάδας όπως εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου.

1822-1969
1822–1969
1970-1975
1970–1975
1975-1978
1975–1978
1978-σήμερα
1978–σήμερα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σημαία_της_Ελλάδας

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800-1831)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800 – 22 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Βίος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη και ήταν ο τριτότοκος γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη για μεγάλο διάστημα, καθώς είχε σταλεί εκεί ως όμηρος ως εγγύηση πίστης του πατέρα του προς το Σουλτάνο, όμως λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης δραπέτευσε στη Μάνη. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με κυριότερη τη μάχη των Δερβενακίων. Το 1822, ταξίδεψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό  στη Βερόνα της  Ιταλίας. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε στο Νεόκαστρο από τον Ιμπραήμ, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος υποσχόμενος την υποταγή της Μάνης, υπόσχεση την οποία φυσικά δεν τήρησε.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Καποδίστρια για να μεταβεί στο  Ναύπλιο ο θείος του, Κατσής Μαυρομιχάλης, ο οποίος με την άφιξή του εκεί, φυλακίστηκε. Μετά από αυτό το γεγονός, αλλά και επειδή ο Καποδίστριας επιδίωκε να ελέγξει τα προνόμια των προυχόντων, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και όλη η σημαντική οικογένεια των  Μαυρομιχαλαίων τάχτηκε δημόσια εναντίον του, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με το θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν, δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, καρφώνοντάς του ένα μακρυμάνικο μαχαίρι στην καρδιά, ενώ ο θείος του πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Έπειτα κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία τον προστάτεψε από τον κόσμο που τον καταδίωκε, αλλά στη συνέχεια υποχρεώθηκε να τον παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί (ο θείος του, έπεσε νεκρός από τις πιστολιές της προσωπικής φρουράς και μετά διαμελίστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα από το έξαλλο πλήθος).

Καταδικάστηκε για την πράξη του και τουφεκίστηκε στις 9 Οκτωβρίου (22 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στο Ιτς-Καλέ, παρουσία του πατέρα του, Πετρόμπεη, που ήταν εκεί φυλακισμένος από τον Καποδίστρια.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Μαυρομιχάλης

Please follow and like us:
error0

Η Ανακωχή των Μουδανιών (1922)

Η Ανακωχή των Μουδανιών είναι η συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητριών δυνάμεων του Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο  με την Τουρκία και η οποία καθόριζε τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας έπειτα από την ήττα της Ελλάδας στον μεταξύ των δυο χωρών πόλεμο.

Το σπίτι όπου υπογράφτηκε η Ανακωχή των Μουδανιών
Το σπίτι όπου υπογράφτηκε η Ανακωχή των Μουδανιών

Τα γεγονότα πριν την Ανακωχή των Μουδανιών

Το Σεπτέμβριο του 1922 ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταλείψει ηττημένος τη Μικρά Ασία, ενώ εκατοντάδες χιλιάδων πρόσφυγες έφταναν κατησχυμένοι στην Ελλάδα, αναζητώντας καταφύγιο. Η διπλωματική, πολιτική και οικονομική θέση της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα δυσμενής, ενώ οι Τούρκοι πίεζαν τις μεγάλες δυνάμεις να αποδεχτούν τις απαιτήσεις τους, προκειμένου να τερματισθεί ο μικρασιατικός πόλεμος. Στις διεκδικήσεις τους περιλαμβάνονταν η ενσωμάτωση ολόκληρης της Θράκης και η αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών της. Ωστόσο, ο Κεμάλ Ατατούρκ δεν διέθετε πολεμικό ναυτικό και το ελληνικό Δ΄ Σώμα στρατού που είχε υποχωρήσει συντεταγμένα και μη έχοντας εμπλακεί στις κυρίως μάχες του Αυγούστου 1922 διατηρούσε ακέραιες τις δυνάμεις του και τον έλεγχο της Ανατολικής Θράκης. Προκειμένου να εξευρεθεί μια λύση, στις αρχές του Σεπτεμβρίου συναντήθηκαν στο Παρίσι εκπρόσωποι της ΚτΕ, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας και αποφάσιζαν να συγκαλέσουν μια διάσκεψη στις 3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά.

Η υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών

Η Ανακωχή υπογράφτηκε στα Μουδανιά στις 13 Οκτωβρίου 1922, χωρίς τη σύμπραξη της ελληνικής αντιπροσωπείας. Οι Σύμμαχοι εξασφάλισαν τον έλεγχο των Στενών που τους ενδιέφερε και αποδέχτηκαν την αποχώρηση των Ελλήνων όχι μόνο από τη μικρασιατική ζώνη, αλλά και από την Ανατολική Θράκη, όπου όμως υπήρχαν ισχυρές ελληνικές δυνάμεις και μπορούσαν να την κρατήσουν. Άλλωστε οι βρετανικές δυνάμεις, που έλεγχαν τα Στενά, χερσαίες και ναυτικές, μπορούσαν να αποτελέσουν προστατευτικό προκάλυμμα για τη Θράκη και να ανακόψουν την προέλαση των δυνάμεων του Κεμάλ στη μικρασιατική πλευρά των Στενών και να ανταποδώσουν έτσι την προστασία-κάλυψη, που τα τρία προηγούμενα χρόνια τους παρείχε ο ελληνικός στρατός. Αλλά στις διαπραγματεύσεις στα Μουδανιά πρυτάνευσε η επιλογή: να ρυθμίσουν τα ευνοϊκά τα ζητήματα τους οι Σύμμαχοι και να επιστρέψουν στους Τούρκους την Ανατολική Θράκη που ως τότε την κατείχαν οι Έλληνες. Ο σχετικός μάλιστα όρος προέβλεπε άμεση αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την περιοχή εκείνη.

Συνέπειες της Ανακωχής των Μουδανιών

Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχτεί αυτή τη ρήτρα, αποχώρησης από την Ανατολική Θράκη, αλλά αναγκάστηκε να υποκύψει και να αποδεχτεί την Ανακωχή των Μουδανιών. Την επόμενη άρχισε η αποχώρηση του ελληνικού στρατού που τον ακολούθησαν και 250.000 άμαχοι. Έτσι ξεριζώθηκε βίαια και ο Ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης και πύκνωσε το ρεύμα της προσφυγιάς. Στις 25 Νοεμβρίου 1922 οι Έλληνες παρέδωσαν στους Συμμάχους -ως μεσολαβητές- τη διοίκηση της Ανατολικής Θράκης και εκείνοι διαβίβασαν τη διοίκηση αυθημερόν στους Τούρκους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0