Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

Please follow and like us:
error0

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935)

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από ορισμένες πηγές για να περιγράψει το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας από το 1924 ως το 1935. Ο όρος αυτός δεν έχει ευρεία χρήση. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία προέκυψε από την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας κάτω από τους μονάρχες του οίκου Γκλύξμπουργκ, και διήρκησε μέχρι τη συντριβή του σε ένα στρατιωτικό χτύπημα που αποκατέστησε τη μοναρχία. Η δεύτερη Δημοκρατία χαρακτηρίζει το δεύτερο μέρος στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας όπου δεν διοικήθηκε από βασιλιά, με τις συνελεύσεις και τις προσωρινές κυβερνήσεις της ελληνικής επανάστασης που θεωρούνται ως πρώτη Δημοκρατία.

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία
Το εθνόσημο της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας

Η δεύτερη Δημοκρατία ανακηρύχθηκε στις 25 Μαρτίου 1924, ως συνέπεια της ήττας της Ελλάδας από την Τουρκία στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας, για την οποία κατηγορήθηκε ευρέως η βασιλική κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της συνοπτικής ύπαρξής της η δεύτερη Δημοκρατία αποδείχτηκε ασταθής. Η ελληνική κοινωνία συνέχισε να διαιρείται, δεδομένου ότι ήδη προερχόταν από τον Εθνικό Διχασμό, μεταξύ των υπέρ-δημοκρατικών Βενιζελικών και των μοναρχικών που αντιπροσωπεύθηκαν από το Λαϊκό κόμμα, το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει ακόμη και τη νομιμότητα της Δημοκρατίας. Ο Εθνικός Διχασμός στην κοινωνία επεκτάθηκε στα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα όπως οι διαφορές με βάση τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις αρχιτεκτονικές μορφές. Στην πόλωση προστέθηκε η συνεχόμενη συμμετοχή των στρατιωτικών στην πολιτική που οδήγησε σε διάφορα χτυπήματα και προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει τον τότε πολιτικό κόσμο. Η οικονομία είχε καταρρεύσει μετά από μια δεκαετία εχθροπραξίας και ήταν ανίκανη να υποστηρίξει τους 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Παρά τις προσπάθειες της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, η Μεγάλη Ύφεση των Η.Π.Α άσκησε καταστρεπτική επίδραση στην Ελληνική οικονομία. Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος το 1933, και δύο αποτυχημένα χτυπήματα των Βενιζελιστών, προετοίμαζαν το έδαφος για την αποκατάσταση του βασιλιά Γεώργιου Β’.

Το ιστορικό της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας

Μετά από την ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία (η «Μικρασιατική Καταστροφή») του 1922, ο νικημένος στρατός επαναστάτησε ενάντια στη βασιλική κυβέρνηση. Κάτω από τους ανώτερους αξιωματικούς όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Στυλιανός Γονατάς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε πάλι να παραιτηθεί, και πέθανε εξόριστος το 1923. Ο μεγαλύτερος γιος και ο διάδοχός του, βασιλιάς Γεώργιος Β’, ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο να αποχωρήσει από την Ελλάδα έτσι το έθνος θα μπορούσε να αποφασίσει ποια μορφή κυβέρνησης πρέπει να υιοθετήσει, επιλέγοντας τελικά μια Δημοκρατία. Αυτά τα γεγονότα χαρακτήρισαν το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1915 μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πολιτικού αντιπάλου του, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ο πρώτος Πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος και υποστηρικτής του Βενιζέλου που παραιτήθηκε μετά από ένα χτύπημα το 1925. Τον διαδέχθηκε ο αρχηγός του στρατιωτικού χτυπήματος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος καθαιρέθηκε από στρατιωτικό κίνημα, λίγο μετά τον παρ’ολίγον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1925. Ο Κουντουριώτης επανεγκαταστάθηκε και επανεκλέχτηκε στο αξίωμα το 1929, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί για λόγους υγείας αργότερα εκείνο το έτος. Τον διαδέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπηρέτησε μέχρι την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935.

Παρά την περίοδο σταθερότητας και αίσθηση της ευημερίας που γνώρισε η χώρα κάτω από την τελευταία κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης των Η.Π.Α έγιναν αισθητά σοβαρά, και η πολιτική αστάθεια επέστρεψε. Δεδομένου ότι η προοπτική της επιστροφής της μοναρχίας έγινε εμφανής, οι ανώτεροι αξιωματικοί των Βενιζελικών προώθησαν ένα κίνημα το Μάρτιο του 1935, το οποίο καταστάλθηκε από το στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη. Στις 10 Οκτωβρίου 1935, οι ανώτατοι αξιωματικοί των Ένοπλων Δυνάμεων έριξαν την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, και ο Γεώργιος Κονδύλης αυτοανακηρύχθηκε ως αντιβασιλέας. Κατάργησε τη Δημοκρατία και διοργάνωσε δημοψήφισμα που στις 11 Νοεμβρίου οδήγησε στην επιστροφή της μοναρχίας, στο πρόσωπο του βασιλιά Γεωργίου Β’.

Κυβερνήσεις της Ελλάδας κατά την Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία

  • Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 1924
  • Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924
  • Κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακόπουλου 1924
  • Κυβέρνηση Θεόδωρου Πάγκαλου 1925
  • Κυβέρνηση Αθανασίου Ευταξία 1926
  • Κυβέρνηση Γεωργίου Κονδύλη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1927
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Ιουνίου 1929
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Δεκεμβρίου 1929
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1932
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1933
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Οθωναίου 1933
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1933

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα (1908)

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα έχει ταυτισθεί από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης με τον Δεκέμβριο του 1913, όταν υψώθηκε η ελληνική σημαία στα Χανιά, υπό το βλέμμα του τότε βασιλέα Κωνσταντίνου Α’ και του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην πραγματικότητα η Μεγαλόνησος κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα πέντε χρόνια πριν, εκδίδοντας ένα επίσημο ενωτικό ψήφισμα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1908. Ήταν μία προσπάθεια των κεφαλών της Κρήτης να επιδιώξουν την de facto ένωση με την Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι τη ρευστή πολιτική και διπλωματική κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα
Η σημαία της ένωσης

Η Κρητική Πολιτεία

Η Κρητική Πολιτεία (1896 – 1913) ήταν το επίσημο όνομα με το οποίο αναγνωρίστηκε η Κρήτη ως αυτόνομο κράτος (πλήρως ελεγχόμενο από τις Μεγάλες Δυνάμεις και υπό τουρκική επικυριαρχία, όπως υποδήλωνε και η σημαία της) μετά την κρητική επανάσταση του 1896 και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου και τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας. Προπαρασκευή της αυτονόμησης της Κρήτης υπήρξε η ιστορική Σύμβαση της Χαλέπας. Η Κρητική Πολιτεία αποτέλεσε το μεταβατικό στάδιο πριν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913.

Τα γεγονότα πριν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Μετά την Επανάσταση στο Θέρισο ο Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης Πρίγκιπας Γεώργιος παραιτήθηκε. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ υπέδειξε ως νέο Ύπατο Αρμοστή Κρήτης τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρώην Πρωθυπουργό και μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, πολιτικό έμπειρο και άνδρα υψηλού ήθους. ΟΑλέξανδρος Ζαΐμης ανέλαβε τα καθήκοντα του στις 18 Σεπτεμβρίου 1906, με πενταετή εντολή.

Από τον Ιούνιο του 1906, με κοινή συμφωνία των επαναστατών του Θερίσου και των αντιπροσώπων της Κρητικής Βουλής, είχε συγκροτηθεί η Β’ Συντακτική Συνέλευση, με πρόεδρο τον Αντώνιο Μιχελιδάκη. Η Συνέλευση εργάστηκε σύντονα και στις 2 Δεκεμβρίου 1906 υπέβαλε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη το νέο κρητικό Σύνταγμα. Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ορκίστηκε πίστη στο νέο Σύνταγμα και σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση. Ένας άρτιος κυβερνητικός μηχανισμός άρχισε πάλι να λειτουργεί στην Κρήτη. Η οικονομία ανέλαβε γρήγορα, η δημόσια διοίκηση οργανώθηκε, στον τομέα της δικαιοσύνης ψηφίστηκαν νέοι νόμοι και ιδιαίτερη φροντίδα καταβλήθηκε για την δημόσια υγεία και την παιδεία, της οποίας υπουργός διορίστηκε ο ο καθηγητής Αντώνιος Γιάνναρης. Με ιδιαίτερο διάταγμα που εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1907 συγκροτήθηκε πολιτοφυλακή της Κρήτης, δηλαδή ο πρώτος στρατός της νήσου που εξελίχθηκε γρήγορα σε αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, όπως φάνηκε λίγο αργότερα στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913., κατά τους οποίους διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο.

Τον Ιούλιο του 1907 αποσύρθηκε από την Κρήτη ένα μεγάλο μέρος από τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες τώρα ανέλαβαν επίσημα την υποχρέωση να εκκενώσουν εντελώς την Κρήτη μέσα σε ένα χρόνο, με μόνη εγγύηση την ασφάλεια των μουσουλμάνων της νήσου. Πράγματι, σε λιγότερο από ένα χρόνο τα ξένα στρατεύματα αποσύρθηκαν και η Κρητική Βουλή εξέδωσε ευχαριστήριο ψήφισμα προς τις Προστάτιδες Δυνάμεις για τη συμβολή τους στην εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος. Η ύπαρξη μιας άρτιας οργανωμένης Κρητικής Πολιτοφυλακής καθιστούσε πια περιττή την παρουσία ξένων στρατευμάτων.

Ψήφισμα για ένωση

Το 1908 η Κρητική Πολιτεία βρισκόταν σε φάση ραγδαίας ανάπτυξης, με κρατικό μηχανισμό, που λειτουργούσε υποδειγματικά. Δύο σημαντικά γεγονότα ήρθαν αν ταράξουν την κατάσταση και να επηρεάσουν αποφασιστικά την πορεία των κρητικών πραγμάτων: η προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης από την Αυστρία και η ανακήρυξη της Βουλγαρίας σε βασίλειο, με ταυτόχρονη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας. Η είδηση δημιούργησε σάλο στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Θεοτόκης υπέδειξε στον Πρόεδρο της Κρητικής Βουλής Γεώργιο Παπαμαστοράκη την ανάγκη λαϊκών κινητοποιήσεων για την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα με δημοψηφίσματα. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Τα μεσάνυχτα της 22ας Σεπτεμβρίου 1908 και ενώ ο Ύπατος Αρμοστής Αλέξανδρος Ζαΐμης βρισκόταν σε διακοπές στην Αίγινα, οι Χανιώτες πολιτικοί, Ελευθέριος Βενιζέλος, Εμμανουήλ Ξηράς, Χαράλαμπος Πλουμιδάκης και Εμμανουήλ Παπαγιαννάκης εξέδωσαν προκήρυξη με την οποία καλούσαν το λαό σε παγκρήτια συγκέντρωση στα Χανιά, για την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η προκήρυξη ήταν λιτή και σαφής: «Αγαπητοί συμπατριώται, της Βουλγαρίας ανακηρυχθείσης εις βασίλειον, ανάγκη αμέσως αύριον να κηρύξωμεν και ημείς την Ένωσιν.»

Πράγματι, το μεσημέρι της 23ης Σεπτεμβρίου 1908, σε επιβλητική συγκέντρωση στο πεδίο του Άρεως στα Χανιά, εγκρίθηκε ομόφωνα το πρώτο λαϊκό ψήφισμα της ένωσης. Στις μέρες που ακολούθησαν, εκδόθηκαν σε όλη την Κρήτη ταυτόσημα ψηφίσματα, ενώ, παράλληλα, η επίσημη κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας εξέδωσε το ακόλουο ενωτικό ψήφισμα, που δημοσιεύτηκε την επομένη στις 24 Σεπτεμβρίου στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος εν Κρήτη, όπως τιτλοφορήθηκε από την ημέρα αυτή η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Κρητικής Πολιτείας: «Η Κυβέρνησις της Κρήτης, διερμηνεύουσα το αναλλοίωτον φρόνημα του Κρητικού Λαού, κηρύσσει την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την ένωσιν αυτής μετά της Ελλάδος, όπως μετ’ αυτής αποτελέση αδιαίρετον και αδιάσπαστον Συνταγματικόν Βασίλειον. Παρακαλεί την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων ν’ αναλάβη την διακυβέρνησιν της νήσου. Δηλοί ότι μέχρι τούτου θέλει συνεχίσει να κυβερνά την Νήσον εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων, κατά τους νόμους του Ελληνικού Βασιλείου. Εντέλλεται εις τας Αρχάς της νήσου, όπως, συμφώνως τω ψηφίσματι τούτω, εξακολουθήσωσι ν’ ασκώσι τα καθήκοντα της υπηρεσίας των». Το ψήφισμα υπογράφει ο Πρόεδρος Γεώργιος Παπαμαστοράκης και τα μέλη Χαράλαμπος Πωλογεώργης και Εμμανουήλ Μοδάτσος.

Την επομένη (25 Σεπτεμβρίου) τα μέλη της Κυβερνήσεως της Κρήτης έδωσαν ενώπιον του επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου όρκο στο όνομα του Βασιλέως των Ελλήνων. Η Κρητική Βουλή με τη σειρά της επικύρωσε τα ψηφίσματα της ένωσης, εξέδωσε επίσης δικό της πανηγυρικό ψήφισμα και προχώρησε στην κατάργηση της Αρμοστείας. Το κρητικό Σύνταγμα καταργήθηκε και και εισήχθη το ελληνικό. Η ελληνική κυβέρνηση υπέδειξε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη να μην επιστρέψει στην Κρήτη, όπου νέα Προσωρινή Κυβέρνηση σχηματίστηκε από τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Μίνωα Πιτυχάκη, Εμμανουήλ Λογιάδη, Χαράλαμπο Πωλογεώργη, με Πρόεδρο τον Αντώνιο Μιχελιδάκη. Η ελληνική Κυβέρνηση, για να αποφύγει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και τις διεθνείς περιπλοκές, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της ένωσης και περιορίστηκε σε παρασκηνιακές οδηγίες.

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Το Κρητικό Ζήτημα χρειάστηκε πέντε χρόνια ακόμα συνεχούς αγώνα για να λυθεί οριστικά. Η επιτυχής έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων επέφερε, όπως αναμενόταν, και την πολυπόθητη λύση του Κρητικού Ζητήματος. Με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματα του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μεγάλες Δυνάμεις. Με την ιδιαίτερη μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας Συνθήκη της 1ης Νοεμβρίου 1913 ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας στην Κρήτη. Η προσάρτηση της νήσου στην Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Με προκήρυξη που απηύθηνε στον κρητικό λαό ο Στέφανος Δραγούμης στις 28 Νοεμβρίου 1913, γνωστοποιούσε την άφιξη του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στα Χανιά, για την επίσημη ανακήρυξη της ένωσης, την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1913. Οι λαϊκές εκδηλώσεις υπήρξαν πρωτοφανείς. Αιώνες αγώνων, αιμάτων και δακρύων, έβρισκαν πια την ιστορική τους δικαίωση. Κατά την επίσημη τελετή η ελληνική σημαία υψώθηκε στο φρούριο του Φιρκά. Στο ίδιο σημείο, όπου άλλοτε υψωνόταν η τουρκική σημαία, στήθηκε μαρμάρινη επιγραφή που έγραφε:

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ

1669-1913

ΗΤΟΙ 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ

ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ

Πηγή: «Ιστορία της Κρήτης», Θεοχάρης Δετοράκης, 1990

Πηγή: https://www.militaire.gr/24-σεπτεμβρίου-1908-η-κήρυξη-της-ένωσης-της-κ/

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Κονδύλης (1879-1936)

Ο Γεώργιος Κονδύλης (14 Αυγούστου 1879 – 31 Ιανουαρίου 1936) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά από δύο πραξικοπήματα, αντιβασιλέας, πολλές φορές βουλευτής και υπουργός.

Ο Γεώργιος Κονδύλης
Ο Γεώργιος Κονδύλης το 1932

Πρώτα χρόνια και Βαλκανικοί Πόλεμοι

Γεννήθηκε στον Προυσό Ευρυτανίας. Σε ηλικία 17 ετών κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό (πεζικό) και συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση του 1896. Το 1900 ήταν υποψήφιος για τη Σχολή Υπαξιωματικών, όμως τον απέρριψαν λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του. Αργότερα, έχοντας το βαθμό του λοχία στο στράτευμα, υπήρξε οπλαρχηγός με δική του αντάρτικη ομάδα στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) στην περιοχή Καστοριάς και Μοριχόβου. Το 1909, επιλοχίας πλέον, συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1910 στάλθηκε σε ειδική αποστολή ως δάσκαλος στο χωριό Οργάς της Ανατολικής Θράκης, οπότε και προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Κατόπιν, ως υπολοχαγός στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα της υπό τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη 5ης Μεραρχίας. Διακριθείς στους πολέμους αυτούς προήχθη σε λοχαγό. Το 1915 λόγω των σημαντικών ικανοτήτων του αλλά και της φιλοβενιζελικής του τότε στάσης τοποθετήθηκε αξιωματικός του Επιτελείου της 6ης Μεραρχίας, παρότι δεν προερχόταν από τη Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική δράση

Ο Γεώργιος Κονδύλης κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου (1916-1918). Ειδικότερα, το 1916 με την έκρηξη του Κινήματος της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας σ΄ αυτό προήχθη σε ταγματάρχη και τέθηκε επικεφαλής των ταγμάτων του λεγόμενου Στρατού Εθνικής Αμύνης.Κατηγορήθηκε γιά εκτελέσεις στην Χαλκιδική κάποιων που δεν ήθελαν να στρατευθούν στό κίνημα .Αναλαμβάνοντας στη συνέχεια διοικητής του συντάγματος Σερρών,συμμετείχε στη μάχη του Σκρα όπου διακριθείς προήχθη κατ΄ εκλογή σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του συντάγματος Καλαμών. Συμμετέχοντας στην εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) ως διοικητής συντάγματος της 13ης Μεραρχίας, προήχθη σε συνταγματάρχη. Με το άδοξο τέλος της τελευταίας στάλθηκε στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία (1919-1920), όπου έδρασε κυρίως στην περιοχή Σαλιχλή. Απέδρασε από την Τουρκία ντυμένος σαν απλός φαντάρος, με τη βοήθεια του Αριστείδη Βέττου του Ζήκου από την Κεραμίτσα Θεσπρωτίας, ο οποίος ήταν ταχυδρόμος των Ελλήνων στρατιωτών, φοβούμενος απόπειρα δολοφονίας από την ελληνική κυβέρνηση. Όταν έφτασε σώος στην πατρίδα, υποσχέθηκε στον ταχυδρόμο ότι όταν έρθει στα πράγματα θα τον βοηθήσει, όπως και έγινε, αφού τον διόρισε στα ΤΤΤ, τον μετέπειτα ΟΤΕ.
Μετά τις εκλογές του 1920 (1 Νοεμβρίου), εγκατέλειψε τη μονάδα του και εγκαταστάθηκε αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση στην τότε νέα φιλοβασιλική ελληνική κυβέρνηση. Με το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 επανήλθε στο στρατό και τοποθετήθηκε διοικητής της Μεραρχίας Κρήτης της Στρατιάς Έβρου, την οποία και αναδιοργάνωσε. Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου (1923) βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όπου και ανέλαβε ο ίδιος την καταστολή του, και στη συνέχεια έφτασε στην Αττική όπου και κατόρθωσε παρά τον Κιθαιρώνα να εξαναγκάσει τα επαναστατικά εκεί στρατεύματα να παραιτηθούν των ενεργειών τους. Για την ταχύτατη αυτή δράση του αποκαλείτο “Κεραυνός”.
Κατόπιν παραίτησής του, αποστρατεύθηκε τον ίδιο χρόνο με το βαθμό του υποστρατήγου. Ως αξιωματικός αναδείχθηκε, κυρίως, για το θάρρος που επέδειξε στις μάχες, την εν γένει αποφασιστικότητα, αλλά και για τις στρατηγικές του ικανότητες.

Πολιτική δράση – 1η Πρωθυπουργία

Αμέσως μετά την αποστράτευσή του το Νοέμβριο του 1923, ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέχτηκε βουλευτής Ροδόπης στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση, όπου και ηγήθηκε του μικρού Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, με το οποίο και επιτέθηκε με δριμύτητα κατά των κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Καφαντάρη, θεωρώντας τις τελείως ξένες προς τους δημοκρατικούς θεσμούς (πλέον είχε απομακρυνθεί ο Κονδύλης από το βενιζελικό στρατόπεδο). Στις 12 Μαρτίου του 1924 επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Παπαναστασίου ανέλαβε επί τρίμηνο υπουργός των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου του 1924 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Μιχαλακόπουλου ορκίσθηκε υπουργός των Εσωτερικών, θέση από την οποία και παραιτήθηκε λίγο πριν τη δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου (Ιούνιος 1925). Τάχθηκε όμως αμέσως κατά της δικτατορίας, παρασύροντας στρατιωτικές φρουρές σε ένοπλη εξέγερση, και την ανέτρεψε στις 21 Αυγούστου του 1926, συλλαμβάνοντας στις Σπέτσες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θεόδωρο Πάγκαλο και άλλους οπαδούς του. Κατόπιν ορκίσθηκε Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Στρατιωτικών και των Ναυτικών. Πρώτο του έργο ήταν να αποκαταστήσει στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και να προκηρύξει εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου του 1926. Οι εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχε ο ίδιος και το κόμμα του, διενεργήθηκαν άψογα και αδιάβλητα. Όταν στις 4 Δεκεμβρίου σχηματίσθηκε η Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ο Κονδύλης παρέδωσε την εξουσία.

Αργότερα, στις εκλογές του Αυγούστου 1928 εξελέγη βουλευτής Καβάλας, οπότε και μετονόμασε το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε ιδρύσει, σε Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1932 το κόμμα του συνεργάσθηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέχθηκε βουλευτής Τρικάλων. Όταν το Λαϊκό Κόμμα αναγνώρισε την Αβασίλευτη Δημοκρατία, συνεργάσθηκε με αυτό αναλαμβάνοντας έτσι στην πρώτη κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη το υπουργείο Στρατιωτικών, στο οποίο και παρέμεινε μέχρι τις 16 Ιανουαρίου του 1933, όταν ανατράπηκε η κυβέρνηση Τσαλδάρη από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 συνεργάσθηκε με το Λαϊκό Κόμμα, και στη νέα κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη που αναδείχθηκε μετά και την καταστολή του Κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Στρατιωτικών (10 Μαρτίου 1933), και λίγο αργότερα στις 5 Απριλίου την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης.

Όταν το 1935 εκδηλώθηκε το βενιζελικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 υπό του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, ο Γεώργιος Κονδύλης συνέβαλε στην άμεση καταστολή και συντριβή του, μετά τις οποίες ακολούθησαν σειρές δικών από έκτακτα στρατοδικεία. Μετά τις εκλογές της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (9 Ιουνίου 1935), όπου το κόμμα του κατέλαβε 33 έδρες στη Βουλή, πεπεισμένος ότι η κρατούσα τότε πολιτική κατάσταση δεν παρείχε ασφάλεια και ηρεμία, και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματα του ελληνικού λαού, τάχθηκε με δηλώσεις του υπέρ της επαναφοράς της Βασιλείας, σχεδιασμός που τον εξυπηρετούσε και πολιτικώς. Έτσι, στις 5 Ιουλίου του 1935 μέσα στη Βουλή εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του υπέρ της Βασιλείας. Το λόγο αυτό η κυβέρνηση δέχθηκε θετικά και υποσχέθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

2η Πρωθυπουργία

Παρά ταύτα, οι διάφορες κωλυσιεργίες και αναβολές προσδιορισμού του δημοψηφίσματος, καθώς και οι φόβοι εκδήλωσης τυχόν νέων κινημάτων, οδηγούν τους αρχηγούς των τριών όπλων, υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο (διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού στην Αθήνα), υποναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου (αρχηγό ΓΕΝ) και υποστράτηγο Αεροπορίας Γεώργιο Ρέππα (αρχηγό ΓΕΑ), υπό τον Γ. Κονδύλη, στον πραξικοπηματικό εξαναγκασμό του Παναγή Τσαλδάρη σε άμεση παραίτηση με την επίδοση τελεσιγραφικού διαβήματος, μπλοκάροντας στις 10 Οκτωβρίου 1935 καθ’ οδόν το όχημα που τον μετέφερε από την οικία του στο κέντρο, επί της λεωφόρου Κηφισίας, στο ύψος περίπου του Γηροκομείου. Έτσι το ίδιο βράδυ ο Κονδύλης ορκίζεται στη Βουλή Πρόεδρος της Κυβέρνησης και σχηματίζει την Κυβέρνηση Κονδύλη του 1935 με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Θεοτόκη, και καταργεί με ψήφισμα στη Βουλή την Αβασίλευτη Δημοκρατία υπέρ της Βασιλευομένης. Η δε Βουλή αναθέτει την Αντιβασιλεία στον Γ. Κονδύλη μέχρι τον ερχομό του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα.

Με το Δημοψήφισμα του 1935 που ακολούθησε, επανήλθε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Λίγες όμως ημέρες αργότερα ο Κονδύλης διαφώνησε με τον βασιλιά για το θέμα της παροχής αμνηστίας των κινηματιών της 1ης Μαρτίου 1935, στο οποίο αντιτασσόταν ο πρώτος πεισματικά, όμως ο βασιλιάς επέμενε στη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων παρατάξεων που θα εξασφάλιζε αρχικώς το θρόνο του. Συνέπεια αυτού ήταν ο βασιλιάς να τον αναγκάσει σε παραίτηση στις 30 Νοεμβρίου 1935.

Τέλος του Γεωργίου Κονδύλη

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, στις 12:30 το μεσημέρι, από συγκοπή καρδιάς, σε ηλικία 57 ετών. Ύστερα από απαίτηση του βασιλιά Γεώργιου Β’ να του αποδοθούν δημόσιες τιμές, το σώμα του ταριχεύτηκε από γιατρούς και νοσοκόμους του Ερυθρού Σταυρού. Μετά την ταρίχευση, ο γλύπτης Γεώργιος Δημητριάδης πήρε το γύψινο εκμαγείο του για την κατασκευή προτομής. Το σώμα του τοποθετήθηκε σε μεγάλο φέρετρο με γυάλινο καπάκι και πλήθος κόσμος συνέρρευσε στην οικία του του για να τον αποχαιρετήσει. Την 1η Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, και τέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα. Το απόγευμα της 2ας Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε με το τρένο στα Τρίκαλα, για να ταφεί δίπλα στον τάφο της μητέρας του, όπως ήταν η επιθυμία του.

Επίσημη αναφορά στο έργο του έγινε σε ειδική τελετή της Βουλής στις 22 Απριλίου του 1936.

Please follow and like us:
error0

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου είναι εκείνη η συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1913 μεταξύ Βουλγαρίας, από τη μια μεριά, και της Ελλάδας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας από την άλλη.

Τα εδάφη της Ελλάδας μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου
Η Ελλάδα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου

Όροι της Συνθήκης του Βουκουρεστίου

Το άρθρο 4 πρόβλεπε την χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφογραμμής του όρους Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο. Τα βόρεια σύνορα διέρχονταν ανάμεσα από το Μοναστήρι και τη Φλώρινα και κατέληγαν στη Δοϊράνη. Η δυτική Θράκη επιδικαζόταν οριστικά στη Βουλγαρία, ενώ η Τουρκία ανακτούσε το ανατολικό τμήμα της, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση της Αίνου, του Διδυμοτείχου και της Αδριανουπόλεως. Τα τελευταία άρθρα καθόριζαν τους όρους για την εκκένωση του βουλγαρικού εδάφους από τα ξένα στρατεύματα και την αμοιβαία απόδοση των αιχμαλώτων.

Δύο μέρες αργότερα, με πρωτοβουλία του Ελευθερίου Βενιζέλου συνομολογήθηκε τετραμερές μυστικό πρωτόκολλο που εγγυόταν την αμοιβαία διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου σε περίπτωση μη επικυρώσεως της συνθήκης από τη Βουλγαρία. Στο πλαίσιο των διμερών διακυβερνητικών επαφών Ελλάδας και Ρουμανίας είχε προβλεφθεί, στις 5 Αυγούστου, με ανταλλαγή επιστολών από τους πρωθυπουργούς των δύο χωρών, η σύσταση επισκοπής και η παροχή αυτονομίας στις σχολές και τις εκκλησίες των Κουτσοβλάχων στα νεοπροσκτηθέντα ελληνικά εδάφη. Η παραχώρηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη όχι μόνο από την εξασφάλιση της συμπαραστάσεως του Βουκουρεστίου στη διεκδίκηση της Καβάλας, αλλά και για την εξισορρόπηση ανάλογης παραχωρήσεως της Βουλγαρίας, στο περιθώριο της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου.

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου για την Ελλάδα

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, χωρίς να εκφράζει την ολοκληρωτική δικαίωση, αποτέλεσε γενναίο βήμα στην πορεία για την εκπλήρωση των εθνικών προσδοκιών. Στη σύνθεση των νέων παραγόντων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, που έτειναν να δώσουν νέα μορφή και υπόσταση στη διεθνή παρουσία της Ελλάδας, δεσπόζει η σημαντική διεύρυνση, ο ουσιαστικός διπλασιασμός, της ελληνικής εδαφικής επικράτειας. Η εδαφική έκταση του ελληνικού κράτους από τα 63.211 έφτασε στα 120.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η εντυπωσιακή αυτή μεγέθυνση, πέρα από την ποσοτική της αποτίμηση, θα όφειλε να συναρτηθεί με την επισήμανση των ειδικότερων πλεονεκτημάτων που συνεπαγόταν η προσάρτηση επαρχιών με αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όπως η Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου. Παρά την έλλειψη στερεάς σπονδυλικής στήλης, η νέα Ελλάδα ενίσχυε σημαντικά την παράκτια διάσταση της. Η επέκταση ως τον ποταμό Νέστο κάλυπτε, με επίκεντρο τον καίριο στρατηγικό κόμβο της Θεσσαλονίκης, το μέγιστο μέρος των νοτίων παραλίων της Βαλκανικής Χερσονήσου, προκεχωρημένου τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου προς την κατεύθυνση της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Η κυριαρχική παρουσία στη νευραλγική ζώνη του Αιγαίου ενίσχυε τη σημασία του ελληνικού χώρου για τον έλεγχο των θαλάσσιων διαβάσεων και για την στρατηγική στήριξη στο ευαίσθητο τρίγωνο Δαρδανελλίων-Γιβραλτάρ-Σουέζ.

Η διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας συνοδευόταν, από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμιακού δυναμικού της, από 2.631.912 σε 4.718.221 κατοίκους. Το φαινόμενο αυτό, πέρα από την ευεργετική επίδραση στον τομέα κάθε παραγωγικής διαδικασίας, συνέβαλλε αποφασιστικά στην επαύξηση της ισχύος της χώρας και στη ριζική βελτίωση βελτίωση της διεθνούς θέσης της. Η υπερκέραση, σε σημαντικό βαθμό, των εγγενών αδυναμιών που είχαν ως τότε περιστείλει την αποδοτικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπογραμμιζόταν από την προσάρτηση εδαφών πρόσφορων να συντελέσουν στη ριζική αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Η επέκταση προς την κατεύθυνση της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Μακεδονίας, συντελούσε στην εξασφάλιση αξιόλογων πλουτοπαραγωγικών πηγών που προορίζονταν να ανεβάσουν αισθητά τον ποιοτικό και ποσοτικό δείκτη της αγροτικής παραγωγής, να ενισχύσουν τις προϋποθέσεις για την εκβιομηχάνιση και, γενικότερα, να συντελέσουν καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η μερική, τουλάχιστον, απαλλαγή από τη χρόνια παραγωγική καχεξία που απέρρεε από τη στενότητα και την πενία του ελλαδικού χώρου επέτρεπε την αποτελεσματικότερη αναζήτηση τρόπων και μεθόδων ικανών να συμβάλλουν στην περισσότερο ισόρροπη σχέση της Ελλάδας με τα ισχυρότερα μέλη της διεθνούς κοινότητας.

Σε αναζήτηση των παραγόντων που επέδρασαν καθοριστικά στη βελτίωση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας, θα ήταν δυνατό, πέρα από τα αντικειμενικά στοιχεία, να γένει μνεία και ορισμένων υποκειμενικών, περισσότερο, παραγόντων. Προς την κατεύθυνση αυτή, θα ήταν αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι η ευόδωση της πολεμικής προσπάθειας και η πρόσκτηση εδαφών σε έκταση που άγγιζε, αν δεν ξεπερνούσε, τις άμεσες προσδοκίες της υπεύθυνης ηγεσίας της χώρας, είχε εύλογα δημιουργήσει κλίμα γενικής ευφορίας και αισιοδοξίας στους κόλπους της εθνικής οικογένειας. Το αίσθημα αυτό δεν αποτελούσε την απόρροια στιγμιαίων ή ανεδαφικών συναισθηματικών παρορμήσεων. Αντίθετα, είχε ως αφετηρία συγκεκριμένα επιτεύγματα που εξασφαλίστηκαν με αιματηρούς αγώνες. Η πίστη στις δυνάμεις του έθνους και του λαού διασταυρώνονταν με την έξαρση της ανάγκης για διαφύλαξη της εθνικής ομοψυχίας, η οποία και είχε αποφασιστικά συμβάλει στη θετική έκβαση της μεγάλης προσπάθειας. Πέρα όμως από το διάχυτο αυτό αίσθημα, θα ήταν δυνατό να επισημανθούν στο χώρο της νέας Ελλάδας και άλλες ποιοτικές μεταβολές. Το ελεύθερο τμήμα του έθνους εμπλουτιζόταν με τη δυναμική παρουσία πληθυσμιακών ομάδων που εισέφεραν τα βιώματα, τις εμπειρίες και τις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η επαναθεώρηση και η γονιμοποίηση των σταθερών προσανατολισμών και των καθιερωμένων αξιών άνοιγε νέους ορίζοντες και πρόσθετε νέες παραμέτρους στην πολιτική και πνευματική ζωή του έθνους.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Please follow and like us:
error0

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης

Ο Ίων Δραγούμης ήταν ο πέμπτος γιος του αρχικά δικαστικού και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1878. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από το Βογατσικό της Καστοριάς κάτι που θα φανεί πως τον επηρέασε ιδιαίτερα στη γεωγραφία των λογοτεχνικών του κειμένων, στα μέρη, δηλαδή, που τοποθετεί τη δράση τους.

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός, λογοτέχνης.
Ο Ίων Δραγούμης

Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, ο Ίων Δραγούμης θα εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Νομική Σχολή, τα μαθήματα τς οποίας θα παρακολουθήσει έως το 1897, όταν και θα καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, που κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, τον λεγόμενο ”Ατυχή πόλεμο”.

Το 1899 θα εισέλθει στο διπλωματικό σώμα και το 1902 με το βαθμό του υποπρόξενου θα τοποθετηθεί στο Γενικό Προξενείο του Μοναστηρίου. Από τη θέση αυτή, δεδομένων των διασυνδέσεων που δημιούργησε με τη συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του, Παύλου Μελά, εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθόδοξων κατοίκων της Μακεδονίας κατά των Βουλγάρων σχισματικών, των γνωστών κομιτατζήδων, των οποίων οι βαρβαρότητες έφθασαν σε όρια μυθιστορηματικά, αγγίζοντας την οθωμανική σκληρότητα της πρώιμης οθωμανοκρατίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τοποθετήθηκε πρόξενος στις Σέρρες (1903), στον Πύργο της Βουλγαρίας, στη Φιλιππούπολη (1904), στην Αλεξανδρούπολη και στην Αλεξάνδρεια, όπου θα συναντήσει που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή του: την Πηνελόπη Δέλτα και τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Από εκεί, το 1907 ο Ίων Δραγούμης μετακινήθηκε στο προξενείο Κωνσταντινούπολης με το βαθμό του γραμματέα. Η παραμονή του εκεί θα συμπέσει με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 και τη ριζική αλλαγή που εκείνη συνεπάγεται στη μετέπειτα ιστορία της Ελλάδας. Οι προκηρύξεις των Νεοτούρκων ”περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία” φάνηκαν να ταυτίζονται και να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις του Δραγούμη, που θεωρούσαν ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πατρίδων στο ελληνικό κράτος, αλλά με τη ”δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα”. Ο Δραγούμης, κάτι που εν μέρει διακρίνεται και στη θεματολογία που επιλέγει στα έργα του, πίστευε στην ελληνοτουρκική συνεννόηση και φοβόταν τον από βορρά σλαβικό κίνδυνο. Σλάβοι είναι οι κομιτατζήδες που μάχονται οι Μακεδόνες.

Από το 1909 και εξής υπηρέτησε διαδοχικά στις πρεσβείες της Ρώμης και του Λονδίνου, αναμείχθηκε στο Επαναστατικό Κίνημα στο Γουδί (1909), ενώ το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο για την εμσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατή τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο επιτελείο του αρχιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου, γεγονός που υπολανθάνει στις περιγραφές των ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στα έργα του, και τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στα ελληνικά όπλα.

Ακολουθούν οι διορισμοί του, αρχικά, επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης, του Βερολίνου και το 1914 πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Τον Μάιο του 1915 ο Δραγούμης παραιτείται από τη διπλωματική υπηρεσία για να πολιτευθεί. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές της 31ης Μαΐου και εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Αρχικά θα υποστηρίξει το Βενιζέλο, αλλά στη συνέχεια θα έρθει σε ρήξη μαζί του, καθώς διέκρινε σημάδια αυταρχισμού και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Δείγμα της αντιβενιζελικής του στάσης ήταν η έκδοση τον Ιανουάριο του 1916 του περιοδικού Πολιτική Επιθεώρησις, που συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης.

Μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος το 1917 εξορίστηκε με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος του πολέμου το 1918. θα επανέλθει στην Ελλάδα για να εξοριστεί για δεύτερη φορά στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919 και ανέπτυξε δράση υπέρ της ‘‘Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως” , η οποία συσπείρωνε τότε όλους τους αντιβενιζελικούς και ο Ίων Δραγούμης θα αναδειχθεί σε έναν από τους ηγέτες της παράταξης.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου.

Ο Κωστής Παλαμάς από τις στήλες της καθημερινής θα του αφιερώσει, ελάχιστο φόρο τιμής στη φιλία τους, τη ”Νεκρική Ωδή”, τον επίλογο της ζωής του πολιτικού άνδρα που τόσο με τη ζωή, όσο και το έργο του θα στιγματίσει μια εποχή:

Λευκή, ας βαλθεί όπου έπεσες, κολώνα

(πως έπεσες, γραφή να μην το λέη)

λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα.

Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,

βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

Πηγή: Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Ίων Δραγούμης, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία

Please follow and like us:
error0

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι (1919)

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι ήταν μια ειδική συμφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου και του Υπουργού Εξωτερικών της Ιταλίας Τομάζο Τιττόνι, που αφορούσε διμερή “μυστική” συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας και που συνομολογήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στις Σέβρες της Γαλλίας, στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (1919).

Οι  εκπρόσωποι που υπέγραψαν το Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τομάζο Τιττόνι

Δραστηριότητα πριν το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι

Τα αίτια του Ελληνοϊταλικού πολέμου δεν περιορίζονται μόνο στην επεκτατική πολιτική του Μπενίτο Μουσολίνι και στα χιμαιρικά σχέδια του περί ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα πρώτα σπέρματα της ελληνοϊταλικής διαμάχης εντοπίζονται στις αρχές του περασμένου αιώνα όταν η «νεαρή» ακόμη Ιταλία άρχισε να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Μετά την ενοποίησή της, η Ιταλία (1871) προσπάθησε να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη. Το πρώτο βήμα για τη νεοφώτιστη Ιταλία ήταν η απόκτηση αποικιών. Η «πρεμιέρα» της ήταν απογοητευτική αλλά δεν πτοήθηκε. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Τύνιδας και της Αιθιοπίας, το 1911, με πρόσχημα την κακή τουρκική διοίκηση, κατέλαβε την Τριπολίτιδα και το επόμενο έτος τα Δωδεκάνησα, τα οποία κράτησε ως εγγύηση για την κατοχή της πρώτης. Η κατάληψη των Δωδεκανήσων δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στην Ελλάδα, η οποία έβλεπε πλέον πως, πέρα από τη σουλτανική Τουρκία, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις βλέψεις της Ιταλίας. Αλλά η πρώτη ανθελληνική ενέργεια της γειτονικής χώρας εντοπίζεται 34 χρόνια πριν, όταν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878), οι Ιταλοί παρασκηνιακά συνέργησαν στον περιορισμό των ελληνικών συνόρων στον Άραχθο.

Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13), όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε τη Βόρεια Ήπειρο, η Ιταλία ανέκοψε με τελεσίγραφο την προέλασή του προς τον Αυλώνα. Στη συνέχεια, σε αγαστή συνεργασία με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία επιδίωξε την απομάκρυνση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή. Στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Μάιος 1913) και κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913) η Ιταλία εργάστηκε πυρετωδώς για να επιδώσει, όσο το δυνατόν, πιο εκτεταμένα σύνορα στο νεότευκτο αλβανικό κράτος. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Η «νεαρή» Αλβανία γρήγορα θα προσδενόταν στο ιταλικό άρμα. Μέσω αυτής, η «αυτοκρατορική» Ιταλία πραγματοποιούσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την εξασφάλιση επιρροής στη Βαλκανική χερσόνησο. Επιπλέον, η δημιουργία της Αλβανίας ήταν απαραίτητη για να αποκόψει τη διέξοδο της Σερβίας προς την Αδριατική και τη διεύρυνση της Ελλάδας προς τον Βορρά. Η περιοχή έπρεπε να μετατραπεί σε ιταλική «λίμνη» και οι δύο προαναφερόμενες υπολογίσιμες βαλκανικές δυνάμεις ήταν αναγκαίο να κρατηθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά.

Στη συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913), η Ιταλία τάχθηκε εναντίον της Ελλάδας σε όλα τα θέματα, τα οποία έθεσε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια προσπάθειά του να αξιοποιήσει τη νίκη της χώρας του στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τον «τυχοδιώκτη» της Ευρώπης να ικανοποιήσει τους εθνικούς του πόθους. Απαίτησε και εξασφάλισε σπουδαία ανταλλάγματα από την Τριπλή Συνεννόηση (Entente) για να πολεμήσει στο πλευρό της, αν και συνδεόταν με συνθήκες με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Απρίλιος 1915) ικανοποιήθηκε ως προς τις απαιτήσεις της στην Αδριατική και στη Μικρά Ασία, γεγονός το οποίο ερχόταν φυσικά σε αντίθεση με τα ελληνικά συμφέροντα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Ιταλία κατέστησε (Ιούνιος 1917) την αδύναμη Αλβανία προτεκτοράτο της (μάλιστα επωφελήθηκε από την ανώμαλη, εκείνη τη στιγμή, κατάσταση στην Ελλάδα, λόγω του Εθνικού Διχασμού, και κατέλαβε, προσωρινά έστω, τα Ιωάννινα) και διεύρυνε τις διεκδικήσεις της στη Μικρά Ασία. Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας, επίσης στο πλευρό της Συνεννόησης, τη δυσαρέστησε ιδιαίτερα. Ο «σύμμαχός» της αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στις βλέψεις της όχι μόνο στη Βαλκανική και τα Δωδεκάνησα, αλλά και στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου υπήρχαν πυκνοί ελληνικοί πληθυσμοί. Μετά το τέλος του πολέμου, η Ιταλία παρουσιάστηκε με υπερβολικές εδαφικές και άλλες απαιτήσεις, αντιστρόφως ανάλογες προς την προσφορά της στον πόλεμο. Η διάλυση της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία, η οποία δεν έπρεπε να χαθεί για κανέναν λόγο. Πέρα από τις υπέρογκες χρηματικές αποζημιώσεις που απαίτησε από τους ηττημένους, επεδίωξε κατοχύρωση της θέσης της στη βόρεια Αφρική, τα Δωδεκάνησα και επέκταση στα παράλια της Αδριατικής και της Μικράς Ασίας. Αυτές τις διεκδικήσεις οι Ιταλοί τις στήριζαν στις προηγηθείσες μυστικές συμφωνίες με τη Βρετανία και τη Γαλλία, σε μια προσπάθεια των δύο τελευταίων να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Όροι του Συμφώνου Βενιζέλου-Τιττόνι

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αφορούσε διάφορα θέματα στο χώρο της Μεσογείου καθώς και της Βαλκανικής χερσονήσου. Σύμφωνα με αυτό συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα βασικά σημεία:


Εκ μέρους της Ιταλίας: 1. Η Ιταλία εγκαταλείπει τις επιφυλάξεις της που είχε εγείρει στη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (Μάρτιος 1919) και αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις για τη Βόρεια Ήπειρο καθώς και για την Κορυτσά.

2. Η Ιταλία παραχωρεί στην Ελλάδα την κυριαρχία των υπ΄ αυτής κατεχομένων νήσων της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, για την οποία προβλέπεται να διενεργηθεί δημοψήφισμα, όταν η Αγγλία θα εκχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο.

Εκ μέρους της Ελλάδος: 1. Η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση της υποστήριξης των ιταλικών αξιώσεων περί της οριστικής προσάρτησης του Αυλώνα (Αλβανίας) και την αποκατάσταση του ιταλικού προτεκτοράτου επί του συνόλου του αλβανικού εδάφους, υπό τύπο διεθνούς εντολής, καθώς και τη παραχώρηση ελεύθερης ζώνης στον λιμένα της Σμύρνης.

2. Η Ελλάδα παραιτείται επίσης, υπέρ της Ιταλίας, των διεκδικήσεών της επί των Σανζακίων της Μικράς Ασίας του Αϊδινίου και του Μεντεσέ καθώς και επί της κοιλάδας του Μαίανδρου όπου ο ελληνικός στρατός τα κατείχε κατά το ήμισυ. Συγκεκριμένα στο σημείο αυτό καθορίσθηκε μια διαχωριστική χωροταξική γραμμή διεκδικήσεων.

Αμφότερα δε τα μέρη αποφασίζουν την διαρκή ουδετερότητα των Στενών της Κέρκυρας, με όλους τους συνεπαγόμενους επ΄ αυτού, σε βάρος της Ελλάδας, περιορισμούς.

Εξελίξεις

  • Και ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες (λεπτομέρειες) για τα περί της Συνθήκης Ειρήνης, στις 15 Ιανουαρίου του 1920 το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι όπου και την επομένη η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου γνωστοποιεί πλέον την απόφασή της ως προς την Βόρεια Ήπειρο επί τη βάσει ότι:

…κοινά συμφέροντα απαιτούν σταθεράν φιλίαν και συνεργασίαν εις την Βαλκανικήν και την Ανατολικήν Μεσόγειον μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδος, χωρίς η συμφωνία αυτή να δύναται να στραφή ούτε κατά των Δυτικών Δυνάμεων, ούτε κατά της Σερβίας” (κατά το κείμενο τηλεγραφήματος που έστειλε ο Ε. Βενιζέλος).

  • Όμως άλλη τροπή παίρνουν τα πράγματα στην Ιταλία. Στις 22 Ιουλίου του 1920, αιφνίδια, ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, ο Κάρολος Σφόρτσα προσκαλεί τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Λάμπρο Κορομηλά στον οποίο και επέδωσε σχετική Διακοίνωση προς την Ελληνική Κυβέρνηση όπου σύμφωνα με την οποία:

…Η περί της Μικράς Ασίας απόφασις των Συμμάχων και αι διαβεβαιώσεις των εθνικοφρόνων του Αλβανικού λαού εδημιούργησαν δια την Ιταλικήν Κυβέρνησιν την ανάγκην να τροποποιήση τους σκοπούς της τους οποίους προετίθετο να επιτύχη και καθορίση νέαν πολιτικήν αναφορικώς προς την περιφρούρησιν των συμφερόντων της εις τας Χώρας αυτάς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η απόφασις η ληφθείσα ως βάσις της μεταξύ των δύο υπουργών των Εξωτερικών της Ιταλίας και της Ελλάδος, προς καθορισμόν εκ συμφώνου της τηρητέας κατευθύνσεως ευρέθη ουσιαστικώς μεταβληθείσα. Επομένως κατά τα καθορισθέντα ρητώς εις το άρθρον 7 της Συμφωνίας ταύτης, η Ιταλία αναλαμβάνει την πλήρη αυτής ελευθερίαν δράσεως ως προς όλα τα σημεία περί των οποίων η Συμφωνία αυτή πραγματεύεται. Εν τούτοις η Ιταλική Κυβέρνησις εξακολουθεί διαπνεομένη υπό της αυτής εγκαρδίου επιθυμίας προς συνεννόησιν επί των αμοιβαίων συμφερόντων, δεν αμφιβάλλει δε ότι και η Ελληνική Κυβέρνησις διαπνέεται υπό της αυτής επιθυμίας. Ελπίζει δε ότι εξετάζουσα εκ συμφώνου την νέαν κατάστασιν, θέλει φθάσει εις συνεννόησιν ικανοποιητικήν, υποκειμενική εις τινας όρους. Η παρούσα ανακοίνωσις, αναφερομένη εις συνεννόησιν, η οποία όπως συνεφωνήθη πρέπει να μείνη μυστική, πρέπει να θεωρηθή απόρρητος.

Επί των παραπάνω φέρεται επίσης ο Σφόρτσα να είχε δηλώσει με έντονο κυνισμό: “Όταν ανήλθον εις την εξουσίαν τον Ιούλιον του 1920 και έλαβον γνώσιν της ανωτέρω Συμφωνίας, την οποίαν ο Τιττόνι ετήρει μυστικήν, δεν ηδυνήθην να εννοήσω εις τι θα εχρησίμευεν εις την Ιταλίαν η Συμφωνία αυτή. Δεικνύων ολίγην έλλειψιν μετριοφροσύνης, εθεώρησα τουλάχιστον ως απρεπές δια μίαν Μεγάλην Δύναμιν όπως η Ιταλία, ότι υπέγραψε μίαν Συμφωνίαν τοιαύτην: ότι η Ελλάς θα υπεστήριζε, παν ουσιώδες συμφέρον της Ιταλίας εις την Αλβανίαν…“.

  • Επίσημα το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι καταγγέλθηκε εκ μέρους της Ιταλίας στις 25 Αυγούστου του 1922, βάσει του κατά το άρθρο 7, παρεχομένου δικαιώματος.

Έχει γραφτεί ότι «εκ των υστέρων, με την εκ των γεγονότων πείραν, επιτρέπεται να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι Ιταλοί υπέγραψαν τη Συμφωνία Τιττόνι – Βενιζέλου με την στερρεάν εκ των προτέρων απόφαση ότι θα αποκομίσουν μεν, από αυτήν οι ίδιοι κάθε όφελος, που θα αναζητήσουν στις μετέπειτα διεθνείς συνθήκες ευκαιρίες και αφορμές προς πλήρη αποδέσμευση των υπὸ τις αναληφθείσες έναντι της Ελλάδος υποχρεώσεις». Πάντως, η υπογραφὴ του συμφώνου αυτού προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στο Βελιγράδι, όπου κατηγόρησαν τον Βενιζέλο για προδοσία.

Μειονέκτημα του Συμφώνου Βενιζέλου – Τιττόνι

Βασικό μειονέκτημα αυτού του συμφώνου αποτέλεσε το άρθρο 10 σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν η επικύρωσή της καθώς και η επίσημη κατάθεση αυτής να γινόταν στο Παρίσι ταυτόχρονα με την κατάθεση των επικυρώσεων της Συνθήκης Ειρήνης με την Τουρκία, έτσι ώστε να συμπέσει η έναρξη εφαρμογής της με εκείνη της Συνθήκης Ειρήνης. Αυτή όμως η συσχέτιση υπήρξε τελικά και η αιτία της μηδέποτε στην πράξη εφαρμογής της, παρόλο που είχε ορισθεί ακόμα ότι σε περίπτωση που οι αξιώσεις της Ιταλίας στη Μικρά Ασία δεν ευοδώσουν δεν θα έφερε καμία δέσμευση επί των σημείων του συμφώνου που την αφορούσαν. Βάσει όμως των παραπάνω η συμφωνία αυτή χαρακτηρίσθηκε μυστική.

Πάντως Αμερικανο-Αγγλο-Γαλλικό “memorandum” στις 9 Δεκεμβρίου 1919 φέρεται να υιοθέτησε τα σημεία της Συμφωνίας αυτής.

Please follow and like us:
error0

Η Συνθήκη των Σεβρών (1920)

Η Συνθήκη των Σεβρών
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών

Όροι της Συνθήκης των Σεβρών

Η συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε την επέκταση των ηπειρωτικών συνόρων της Ελλάδας ως την Τσατάλτζα, στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και προσεπικύρωνε την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, με την προσθήκη της Ίμβρου και της Τενέδου. Η πόλη και η ενδοχώρα της Σμύρνης παρέμενε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Η άσκηση, όμως, των κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταβιβαζόταν στην ελληνική κυβέρνηση, ενώ μετά την πάροδο πέντε ετών προβλεπόταν η προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα με απόφαση της ΚτΕ., ύστερα από πρόταση της πλειοψηφίας του τοπικού συμβουλίου και με απλά δυνητική την προσφυγή σε δημοψήφισμα. Η τύχη της Βορείου Ηπείρου δεν προσδιοριζόταν με το κείμενο της συνθήκης, ενώ στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα κατοχυρωνόταν το καθεστώς, αντίστοιχα, της αγγλικής και ιταλικής κυριαρχίας.

Δραστηριότητα πριν τη Συνθήκη των Σεβρών

Η προσπάθεια του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη επέκταση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία συνεχόταν με την άποψη ότι το γεωγραφικό κέντρο του ελληνισμού εντοπιζόταν στο χώρο του Αιγαίου, αλλά και με την αποτίμηση του νέου συσχετισμού των δυνάμεων στο ευρύτερο πεδίο των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η κατάρρευση και ο αναπόφευκτος ήδη, διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρείχε τις καλύτερες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση του εθνικού μέλλοντος του μικρασιατικού ελληνισμού. Ακόμη και η ενίσχυση των διεκδικήσεων προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης ήταν -σύμφωνα με την αντίληψη του Έλληνα πρωθυπουργού- γεωστρατηγικά συνυφασμένη με την επιβολή της κυριαρχίας στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Αντίθετα η ενδεχόμενη προσάρτηση ευρωπαϊκών, αποκλειστικά, εδαφών της διαμελισμένης αυτοκρατορίας -λύση που φάνηκε να αντιμετωπίζεται εναλλακτικά με την παραχώρηση της Ιωνίας- θα απέκοπτε οριστικά τον μικρασιατικό ελληνισμό από την Ελλάδα για να τον εγκλωβίσει στους κόλπους ενός εθνικού τουρκικού κράτους.

Η υιοθέτηση των ελληνικών διεκδικήσεων ήταν μοιραίο να προσκρούσει όχι μόνο στην αναπόφευκτη τουρκική αντίθεση αλλά και σε σοβαρές ενδοσυμμαχικές αντιδράσεις. Οι Αμερικανοί εκπρόσωποι στην συνδιάσκεψη αμφισβητούσαν την επιθυμία των Ελλήνων της Ιωνίας να ενωθούν με το ελληνικό βασίλειο, υποστήριζαν την αναπόσπαστη γεωγραφική και οικονομική εξάρτηση της παράκτιας ζώνης από το εσωτερικό της Ανατολίας και προσανατολίζονταν στην επιβολή ενός καθεστώτος προστασίας κάτω από την κηδεμονία της ΚτΕ. Περισσότερο ωμή διαγραφόταν η ιταλική στάση, απότοκη της εμμονής στην ικανοποίηση ίδιων ιμπεριαλιστικών βλέψεων στο χώρο τη Μικράς Ασίας.

Το Μάιο του 1919 ταυτόχρονα με την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, θα αποσταλεί ως στρατιωτικός επιθεωρητής στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ. Ενσαρκωτής του εθνικιστικού και ριζοσπαστικού πνεύματος των Νεοτούρκων, προικισμένος με έκτακτες στρατηγικές και πολιτικές αρετές, θα εμψυχώσει και βαθμιαία θα οργανώσει σε τακτικό στρατό τις διάσπαρτες ισχνές δυνάμεις των ένοπλων εθνικιστών.

Οι ενδοσυμμαχικές αλλά και οι πρώτες ενδοτουρκικές αντιδράσεις έμελλαν αντί να αποθαρρύνουν, να διευκολύνουν τον Βενιζέλο στην προώθηση των επιδιώξεων του. Η ένταση της απειλής των Τούρκων ατάκτων σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου και η εμμονή της Ρώμης σε εκβιαστικές διεκδικήσεις είχε αποκορυφώσει τη δυσφορία στους κόλπους των Συμμάχων, ιδίως των Αγγλογάλλων. Στις 6 Μαΐου, ενώ η ιταλική αντιπροσωπεία απουσίαζε από τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως, ο Λόυντ Τζωρτζ εισηγούνταν την κατάληψη της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα. με σκοπό την εξασφάλιση της τάξης και την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής. Η άμεση υιοθέτηση από τον Βενιζέλο ακολουθήθηκε από την ομόφωνη λήψη της τελικής διασυμμαχικής αποφάσεως. Στις 15 Μαΐου του 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην πρωτεύουσα της Ιωνίας μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικού πανηγυρισμού.

Η συμμαχική ομοφωνία για την στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό δεν προοριζόταν παρά προσωρινά και μόνο να επικαλύψει την ετερογένεια των ανταγωνιστικών επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων στον ανατολικομεσογειακό και τον μεσανατολικό χώρο, ευαίσθητο στρατηγικό κόμβο και εστία πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Η τελική έκβαση των ελληνικών προσπαθειών θα κρινόταν, πράγματι, σε σημαντικό βαθμό από τη δυναμική διαμόρφωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ισχυρούς Ευρωπαίους συμμάχους. Η εξασφάλιση της εντολής για την απόβαση στη Σμύρνη ήταν απότοκη της επιτήδειας εκμετάλλευσης των παραγόντων της ανταγωνιστικής διαμάχης των Μεγάλων Δυνάμεων και την κατίσχυση της επιρροής τους στο χώρο της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη δεν θα είναι αρκετή για να οδηγήσει στην καταστολή του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος και στη διασφάλιση του συμμαχικού ελέγχου στον στρατηγικό τομέα της Μικράς Ασίας.

Η παρεμβολή ανασταλτικών παραγόντων ή η διατύπωση επιφυλάξεων δεν έμελλε να ματαιώσει ή να παρελκύσει απεριόριστα τη λήψη τελικών αποφάσεων. Σταθερός στην προβολή των εθνικών διεκδικήσεων και ευέλικτος στην αναζήτηση των μέσων επιβολής τους, ο Βενιζέλος κατόρθωνε να υπερκεράσει πολλαπλές διπλωματικές αντιξοότητες., συνυφασμένες και με την ενίσχυση των ανταγωνιστικών τάσεων ανάμεσα στις νικητήριες δυνάμεις και να υπαγορεύσει τους όρους της ειρήνης στην Τουρκία. Στις 10 Αυγούστου 1920 στο Δημαρχείο των Σεβρών υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών από τους εκπροσώπους των συμμαχικών κρατών, ανάμεσα τους η Ελλάδα, και της Πύλης.

Αποδοχή της Συνθήκης από τους Έλληνες

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1920, η Βουλή των Ελλήνων, δια στόματος του προέδρου της, υποδεχόταν τον Ελευθέριο Βενιζέλο θριαμβευτή: ”Αίσθημα πανηγυρικής χαράς συνενώνει ημάς σήμερον προς επανάληψιν των εργασιών της Βουλής κα αίσθημα ευλαβούς ευγνωμοσύνης, ότι ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να ευλογήση δαψιλώς τους ηρωικούς αγώνας του ελληνικού λαού και τάς υπερανθρώπους προσπαθείας του ποδηγετούντος αυτόν κυβερνήτου”. Συγκρατημένος στους λόγους του, ο πρωθυπουργός προσέβλεπε ήδη σε μια τελική αποφασιστική αναμέτρηση με τους πολιτικούς αντιπάλους του: ”Το έργον τούτο το όπερ αποτελεί την επίστεψιν της πολιτικής, ήτις ήγαγεν εις την συγκρότησιν κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, ανήκει εις την ιστορίαν, θέλει δε κριθεί υπό του ελληνικού λαού”. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του αντλούσαν από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα στο διπλωματικό πεδίο αισθήματα εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας για την έκβαση της εκλογικής μάχης. Εν τούτοις, η απόδοση της προτεραιότητας σε κριτήρια συνυφασμένα περισσότερο με την εσωτερική και λιγότερο με την εξωτερική πολιτική, φαινόμενο ευρύτερης ιστορικής εμβέλειας, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά την 1η Νοεμβρίου 1920, όταν το εκλογικό σώμα καταψήφισε τον θεμελιωτή της Ελλάδας των ”δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών”.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Please follow and like us:
error0

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936)

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας και συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.

Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 – 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.

Πολιτική σταδιοδρομία του Ελευθερίου Βενιζέλου

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.

Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.

Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).

Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ.

Τέλος του Ελευθερίου Βενιζέλου

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.

Please follow and like us:
error0

Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923)

Η συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα στην Ελβετία μετά από οκτάμηνες, συχνά επίπονες, διαπραγματεύσεις οδήγησε στη σύναψη συνθήκης ειρήνης στις 24 Ιουλίου 1923 από τη Μεγάλη Βρετανία τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία από τη μια μεριά και την Τουρκία από την άλλη. Η συνθήκη αυτή έμεινε στην ιστορία ως η Συνθήκη της Λωζάννης και έθεσε τα σύνορα του νεότερου ελληνικού κράτους.

Υπογράφεται η Συνθήκης της Λωζάννης
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης

Η νέα διεθνής θέση της Ελλάδας

Νέα σύνορα της Ελλάδας

Οι διαπραγματευτικές συνομιλίες και οι τελικές αποφάσεις της συνδιάσκεψης καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εδαφική φυσιογνωμία της Ελλάδας και προδιέγραψαν τη θέση και το ρόλο του ελληνισμού στα πλαίσια της νέας διεθνούς πραγματικότητας.

Τα ακραία χερσαία σύνορα της χώρας συνέπιπταν με το ποταμό Έβρο, από τις εκβολές του ως το ύψος του Καραγάτς, ενώ παράλληλα επιβεβαιωνόταν η κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, με εξαίρεση την Ίμβρο και την Τένεδο. Εκτεταμένη στα παλαιά εδάφη του ελληνικού βασιλείου, στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου, στο μέγιστο τμήμα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, στη δυτική Θράκη, η νέα Ελλάδα αναδεικνυόταν σε ένα από τα εθνολογικά ομοιογενέστερα κράτη της Ευρώπης. Το τίμημα όμως ήταν βαρύ, η οριστική αποκοπή του ελληνικού στοιχείου από τις προπατορικές εστίες της Μικράς Ασίας και του Πόντου και η συρρίκνωση του, για πρώτη φορά μετά από χιλιετηρίδες, στα στενά εδαφικά όρια της κυρίως Ελλάδας.

Η νέα αυτή πραγματικότητα δεν ήταν απότοκη των εξελίξεων στο επίπεδο και μόνο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η οριστική προσάρτηση της δυτικής Θράκης επιβεβαιωνόταν στη διάρκεια των εργασιών της συνδιάσκεψης. Η προσπάθεια της βουλγαρικής αντιπροσωπείας να διεκδικήσει την επιβολή καθεστώτος διεθνούς ελέγχου προσέκρουσε στην καθολική αντίδραση των μελών του συνεδρίου. Η πρόταση του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη σύσταση ”ελεύθερου” λιμένα στην Αλεξανδρούπολη και τη σιδηροδρομική σύνδεση μέσω της αποστρατικοποιημένης όχθης του Έβρου, κάτω από συλλογική επίβλεψη και διοίκηση των σύμμαχων Δυνάμεων και των βαλκανικών κρατών, προσέκρουσε στην άρνηση της βουλγαρικής αντιπροσωπείας να δεχτεί την αρχή της ελληνικής επικυριαρχίας. Η αρνητική στάση της Σόφιας δεν αποδεικνυόταν ικανή να υποβάλλει σε αμφισβήτηση ή να αναστείλει την εφαρμογή των συμβατικά κατοχυρωμένων όρων.

Δωδεκάνησα και Κύπρος

Καμιά συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν διατυπωνόταν στο πλαίσιο της συνδιάσκεψης για την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα. Κάθε απόπειρα της Αθήνας να ασκήσει πίεση προς την κατεύθυνση του Λονδίνου θα ήταν πολιτικά άκαιρη, όταν η εθνική αντιπροσωπεία δεν υπολόγιζε παρά στην βρετανική μόνο συμπαράσταση. Αλλά και η Ρώμη είχε ρητά αρνηθεί να συζητήσει στη Λωζάννη το μέλλον των Δωδεκανήσων. Η κάλυψη των ιταλικών αξιώσεων από την Αγγλία και τη Γαλλία καταδίκαζε την ελληνική κυβέρνηση σε αναγκαστική σιγή. Η Τουρκία από την άλλη παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα και τίτλο στα Δωδεκάνησα και την Κύπρο υπέρ της Ιταλίας και της Αγγλίας αντίστοιχα.

Τα Βαλκάνια μετά τη Συνθήκη

Από γενικότερη σκοπιά, η Συνθήκη της Λωζάννης προσεπικύρωνε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη γένεση του εθνικού τουρκικού κράτους. Η αποφασιστική αυτή τομή συνεπέφερε τον ριζικό μετασχηματισμό της πολιτικής φυσιογνωμίας στο ευρύτερο γεωγραφικό πεδίο της Εγγύς Ανατολής. Οι ριζικές, όμως ανακατατάξεις δεν συνέβαλαν σε κάθε περίπτωση στην καταξίωση της αρχής των εθνοτήτων.

Μόνο η Ελλάδα, ανάμεσα στους νικητές αναγκαζόταν να απαρνηθεί ή να αφήσει σε εκκρεμότητα ζωτικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις της. Η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία είχαν φθάσει να ικανοποιήσουν ακραίες εδαφικές αξιώσεις,, ενώ η Αλβανία είχε κατοχυρώσει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της σε βάρος των εθνικών δικαίων συμπαγών ελληνικών πληθυσμών. Αντίθετα η Ελλάδα υποχρεωνόταν, με τη Συνθήκη της Λωζάννης, να εγκαταλείψει τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε εξασφαλίσει με τη Συνθήκη των Σεβρών. Η Σμύρνη και η ενδοχώρα της, η ανατολική Θράκη και η Χερσόνησος της Καλλιπόλεως, η Ίμβρος και η Τένεδος, τέλος η Κωνσταντινούπολη, επανέρχονταν κάτω από την τουρκική κυριαρχία.

Μετά τη Συνθήκη

Η απόφαση της Ελλάδας να αποδεχτεί ως μόνιμο το καθεστώς της Λωζάννης δε θα όφειλε να αναζητήσει τη δικαίωση σε μόνο το κριτήριο της αναγκαστικής υποταγής στις υπαγορεύσεις ορισμένης πολιτικής συγκυρίας αλλά και στο στοιχείο της δυναμικής προσαρμογής σε μια νέα πραγματικότητα. Η κρίση των παραδοσιακών εθνικών αξιών θα παρωθούσε στον εμπλουτισμό ή και στη μερική ανανέωση του περιεχομένου των εθνικών προσανατολισμών και η πίεση των δυσβάσταχτων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων του ελλαδικού κράτους, αντί να οδηγήσει στην κατάρρευση, θα απέληγε σε ενεργοποίηση των δυνάμεων του έθνους. Η υπερκέραση των πολιτικών επιπτώσεων του διχασμού, η απορρόφηση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων της Μικράς Ασίας και της νότιας Βαλκανικής και η αποφασιστική συμβολή τους στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας, η διαμόρφωση μιας γενιάς πολιτών εμποτισμένων από το πνεύμα της δοκιμασίας και τη γεύση του καθημερινού μόχθου για την ανάπτυξη και την πρόοδο του τόπου στο πλαίσιο της ζωντανής πραγματικότητας, υποδηλώνουν τα όρια των θετικών επιτεύξεων της δεκαετίας που ακολουθεί τη σύναψη των συμφωνιών της Λωζάννης.

Πηγή; ”Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945”, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Please follow and like us:
error0