Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Με την έκρηξη της Επανάστασης και τις πρώτες νίκες-απελευθερώσεις πόλεων, χωριών και γαιών άρχισε η συζήτηση για τα εθνικά κτήματα και την εκμετάλλευση τους από το έθνος. Οι γαιοκτήμονες προύχοντες εξαρχής εποφθαλμιούσαν τα πρώην τουρκικά και νυν εθνικά κτήματα, δηλαδή τις τεράστιες εκτάσεις γόνιμης αρδευόμενης γης των χθεσινών τιμαρίων, βακουφίων και των μεμονωμένων Οθωμανών γαιοκτημόνων.

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Πολιτεύματα και Εθνικά κτήματα

Πρώτη αναφορά στα «εθνικά κτήματα», που αποτελούσαν σημείο τριβής και έντασης, τόσο στα χρόνια της Επανάστασης όσο και επί πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση, έχουμε στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», στο «Πολίτευμα της Επιδαύρου», που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822 από την πρώτη εθνοσυνέλευση του Αγώνα. Το Εκτελεστικό Σώμα είχε δικαίωμα να λαμβάνει δάνεια εντός και εκτός της επικράτειας και να καθυποβάλει τα κτήματα ως υποθήκη, με τη συγκατάθεση του Βουλευτικού Σώματος.

Ο Κολοκοτρώνης με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τα απομνημονεύματα του σημειώνει: «Εψήφισαν να εκποιήσουν την γην με σκοπόν να βγάλουν ό,τι είχαν ξοδέψει, όσα ήθελαν, και να αποζημιωθούν εις γην και να αφήσουν τον λαόν γυμνόν και απ’ αυτήν την ελπίδα της γης». Στα Απομνημονεύματα του πρώτου υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, διαβάζουμε: «Ο Μαυροκορδάτος, οι Πελοποννήσιοι και οι λοιποί κοτζαμπάσηδες της Στερεάς…πολλήν σπατάλην των δημοσίων έκαμαν και επειδή δεν ήσαν αρκετά όσα είχαν, προβλέποντες δε και δια το μέλλον, απεφάσισαν και την εκποίησιν των εθνικών κτημάτων, και εγένετο μάλιστα το περί τούτου ψήφισμα, το οποίον, αφού ηκούσθη έξω, έφερεν μεγάλην ταραχήν και οι στρατιώται όλοι και των δυο κομμάτων ανακατώθηκαν, διότι δεν ήθελαν να πωληθούν τα δημόσια κτήματα. Μάλιστα οι ευρισκόμενοι εις τα Μελιγγίτικα Καλύβια έγραψαν εις τεμάχια χάρτου ταύτας τας λέξεις: ”το εκποιείν τα δημόσια κτήματα”, το οποίο εκόλλησαν εις τους κορμούς ελαιών και τα ετουφέκιζαν δήθεν, ότι τούτο ήτο το ψήφισμα της Συνελεύσεως». Την ίδια άποψη συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς και ιστορικούς.

Τα εθνικά κτήματα διακρίνονταν σε φθαρτά (σπίτια, εργαστήρια, μαγαζιά, μύλους, ελαιοτριβεία, κ.λ.π.) και σε άφθαρτα (γη κυρίως ακαλλιέργητη), ενώ όπως προκύπτει από έγγραφα της εποχής τα αμπέλια και οι ελαιώνες θεωρούνταν φθαρτά. Τα Πολιτεύματα αναφέρονταν και στις δύο κατηγορίες «κτημάτων» τουρκικής ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως στη γη, που στην Πελοπόννησο κάλυπτε τα δύο τρίτα του συνόλου. Συγκεκριμένα στους Τούρκους ανήκαν τρία εκατομμύρια στρέμματα και στους Έλληνες ενάμισυ, αν λάβουμε υπόψιν ότι ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής μόλις έφτανε τις 40.000 και ο ελληνικός στο τέλος της Τουρκοκρατίας στις 360.000, στους Τούρκους αναλογούσαν 75ωστρέμματα κατά κεφαλήν και στους Έλληνες 4,2 στρέμματα. Στην πραγματικότητα τις εκτάσεις ελληνικής γαιοκτησίας εκμεταλλεύονταν λίγες δεκάδες οικογενειών, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν διέθετε κτήματα και αναγκαζόταν να εργαστεί σε ιδιοκτησίες Ελλήνων και Τούρκων. Αντίθετα, στην Στερεά Ελλάδα περισσότερα κτήματα ανήκαν σε Έλληνες. Στη Δυτική 970.730 στρέμματα στους Έλληνες και 135.730 στους Τούρκους και στην Ανατολική 1.375.000 στους Έλληνες και 1.085.000 στους Τούρκους.

Η ενοικίαση των φθαρτών, κυρίως, κτημάτων άρχισε να πραγματοποιείται στην Πελοπόννησο μετά τη δεύτερη Εθνική Συνέλευση (Μάρτιος 1823) που ψήφισε τον «Νόμο της Επιδαύρου», ο οποίος είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα. Για την εκποίηση προβλεπόταν προκήρυξη διαγωνισμού. Με ψήφισμα του Απριλίου 1823 οριζόταν ότι από τα εθνικά κτήματα θα πωληθούν για τις ανάγκες του Αγών μόνο φθαρτά.

Στις 22 Απριλίου 1824 κηρύχθηκαν σε δημοπρασία φθαρτά εθνικά κτήματα για να ενισχυθεί η Κρήτη στον Αγώνα της εναντίον των αιγυπτιακών δυνάμεων που είχαν εισβάλλει στο νησί.Το Μάρτιο του 1826 το Βουλευτικό Σώμα αποφασίζει να εκποιήσει άνευ αναβολής εθνικά κτήματα στην βόρεια Πελοπόννησο για να εξοικονομηθούν χρήματα για το Μεσολόγγι που βρισκόταν σε κίνδυνο.

Καταστρατηγήσεις των άρθρων των Συνταγμάτων του 1822 και 1823 υπήρξαν, όπως συνεπάγεται από αναφορά δεκαεννέα αγωνιστών προς την τρίτη Εθνική Συνέλευση στις 13 Απριλίου 1926. Κατά την αναφορά, έπρεπε να εξετασθεί η νομιμότητα των εκποιηθέντων εθνικών κτημάτων και να ακυρωθούν τα πωλητήρια. Πράγματι, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» της «Εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως» ορίζει ότι η Βουλή φροντίζει για τη διατήρηση και βελτίωση των εθνικών κτημάτων και νομοθετεί για τη μίσθωση των εθνικών προσόδων και κτημάτων.

Οι παράνομες όμως και χαριστικές εκποιήσεις δεν έλειψαν και ο Καποδίστριας προσπάθησε να αποτρέψει τη συνέχιση τους. Με διαταγή του προς τις τοπικές διοικήσεις που δημοσιεύτηκε στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» ζητούσε να διερευνηθούν και να εξακριβωθούν τα κτήματα εκείνα που ανήκουν στο έθνος και δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί κανένα σφετερισμό και οι κάτοικοι να δηλώσουν στην Κυβέρνηση τα αληθή όρια των εθνικών κτημάτων για να γίνει διανομή. Δυστυχώς η δολοφονία του ανέκοψε τα σχέδια του.

Τουρκοκρατία και Ελληνικό Κράτος

Στο χώρο της αγροτικής οικονομίας επί τουρκοκρατίας συνυπήρχαν τρία είδη υπερτιθέμενων εμπράγματων δικαιωμάτων επί του αυτού κτήματος. Κατά πρώτον, η ψιλή κυριότητα του Δημοσίου που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο των εκτάσεων και για την οποία ουδέν «ενοίκιο» καταβαλλόταν από τους καλλιεργητές. Οι αγρότες «κατείχαν» το κτήμα, το αξιοποιούσαν και το νέμονταν, χωρίς να καταβάλλουν κάποιο ειδικό τίμημα γι’ αυτό. Κατά δεύτερον, το δικαίωμα του ισχυρού τιμαριούχου να εισπράττει 1/2 ή 1/3 του καθαρού προϊόντος, ως ανταμοιβή για το λειτούργημα της είσπραξης των φόρων που αντιστοιχούσαν όχι στην κρατική ψιλή κυριότητα, αλλά στη διασφάλιση των κρατικών λειτουργιών. Κατά τρίτον, το δικαίωμα του χωρικού επί του αυτού εδάφους να καλλιεργεί, να συντηρείται και να μην αποβάλλεται του κτήματος.

Το όλο πρόβλημα στην Ελλάδα προέκυψε με τη μετάβαση από το σύνθετο και περίπλοκο οθωμανικό δίκαιο στο απλούστερο νεοελληνικό. Στην Ελλάδα έγινε η «απελευθέρωση των χωρικών», στην ουσία όμως ήταν η απελευθέρωση του εδάφους από τους χωρικούς, με συνέπεια τον εκπεσμό και την προλεταριοποίηση των εργαζομένων στην ύπαιθρο. Τα πολλαπλά υπερτιθέμενα δικαιώματα διαχωρίστηκα και καταργήθηκαν, γαιοκτησία ιδιωτικοποιήθηκε χωρίς περιορισμό και επετράπη η χωρίς περιορισμούς εμπορευματοποίηση του εδάφους προς όφελος του ισχυρότερου των δικαιούχων.

Η επιλογή του νεοελληνικού κράτους προς την ιδιωτικοποίηση και απολυτότητα των εδαφικών δικαιωμάτων οδήγησαν μοιραία στη διαμόρφωση του κοινωνικού στρώματος των ακτημόνων χωρικών, στη δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας και στην έγερση ενός μείζονος κοινωνικού προβλήματος. Οι ακτήμονες φυσικά δεν προέρχονταν από την Τουρκοκρατία, αλλά από την νεοελληνική εκκαθάριση της. Εάν το νομικό σύστημα της Τουρκοκρατίας είχε διατηρηθεί δεν θα υπήρχαν ακτήμονες στο νεοελληνικό βασίλειο.

Το ελληνικό κράτος ενώ κατήργησε τα πολλαπλά δικαιώματα επί του αυτού εδάφους, εν τούτοις ούτε παρέδωσε τη γη στους ισχυρούς ούτε την εκποίησε μέσω πλειστηριασμών, όπως έντονα απαιτούσαν τότε οι κάτοχοι του χρήματος, αλλά, με πρόταση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το κράτησε για λογαριασμό του και κατά μία έννοια το εθνικοποίησε.

Το ελληνικό κράτος, ενώ θέσπισε την απόλυτη κυριότητα της γης, εν τούτοις απέτρεψε από την αρχή τη δημιουργία της μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που δεν μπορούσε να φέρει σε επιτυχές πέρας αργότερα με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας. Στην Τουρκοκρατία όλη η γη ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο, λόγω ψιλής κυριότητας, η οποία όμως ήταν θεωρητική και στην πράξη ανενεργός.

Τα εθνικά κτήματα «εξαγοράζονται»

Με τη νεοελληνική μετάβαση, οι χωρικοί υποχρεώθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία να εξαγοράσουν το δικαίωμα χρήσης του εδάφους. Με τη μετάβαση στο νεοελληνικό κράτος, η ψιλή κυριότητα των Οθωμανών μετατράπηκε σε ενεργό δικαίωμα ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου και επιβλήθηκε έτσι επί των χωρικών η πρόσθετη καταβολή του 15% του ακαθάριστου γεωργικού προϊόντος εν είδει ενοικίου. Έτσι, την επομένη της Ανεξαρτησίας ο Έλληνας αγρότης έχασε το εμπράγματο δικαίωμα δωρεάν νομής και κατοχής της γης προς όφελος της κρατικής κυριότητας, αλλά και επί πλέον μετατράπηκε σε απλό αγρομισθωτή-ενοικιαστή.

Η εξέλιξη αυτή βρέθηκε σε ριζική αντίφαση με ολόκληρη την οθωμανοβυζαντινή παράδοση στον τομέα της γεωργίας και της γαιοκτησίας. Ήδη το 1833, τα 5/6 των Ελλήνων αγροτών ήταν ακτήμονες.

Το Μάρτιο του 1871 η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφισε νόμο για την εκκαθάριση των εθνικών κτημάτων και την παραχώρηση τους σε καλλιεργητές. Η πρώτη αυτή αγροτική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε παρά μόνο το 1911.

Το πρόβλημα για τα εθνικά κτήματα δεν ήταν παρά ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο» που προέκυψε όχι από την οθωμανική κληρονομιά, αλλά από τη νεοελληνική εκκαθάρισή της. Το ότι το κράτος διατήρησε τη γη και τη διένειμε στους καλλιεργητές απέδειξε ακόμη μια φορά τη μόνιμη προτίμηση της κεντρικής εξουσίας υπέρ ενός τρόπου που διασφαλίζει την υπαγωγή της γεωργίας σαν σύνολο στον αστικό καπιταλισμό, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσα στους ίδιους τους κόλπους της γεωργίας.

Με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν οι βάσεις για την ανάδειξη του μικρού οικογενειακού κλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και την εξειδίκευση της ελληνικής γεωργίας στα προϊόντα των φυτειών στα οποία ο οικογενειακός κλήρος διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Γενικά, το ελληνικό κράτος με την εθνικοποίηση της καλλιεργητικής γης το 1828, εμφανίστηκε ως πρωτοποριακό μεταξύ των άλλων κρατών της εποχής του, τουλάχιστον όσον αφορούσε το ζήτημα της γεωργικής πολιτικής του. Στη συνέχεια, η απόφαση διανομής των εθνικών κτημάτων στους καλλιεργητές τους το 1871 δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του αυτού βασικού κρατικού προσανατολισμού. Η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν σε αντίφαση με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά αποτελούσε μια ρεαλιστικότερη εφαρμογή της αυτής αρχής.

Στόχος ήταν να αποτραπεί η συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που επιτεύχθηκε. Η γενικότερη πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης ήταν ισοδύναμη με την εθνικοποίηση της γης και είχε συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας στο σύνολο της. Η γεωργική πολιτική του ελληνικού κράτους προανήγγειλε την ανάλογη πολιτική των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών υπέρ της οικογενειακής γεωργίας, όπως αυτή εκδηλώθηκε και εφαρμόστηκε στα ευρωπαϊκά κράτη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Όμως, όσο βέβαιο είναι ότι το ελληνικό κράτος επί Κουμουνδούρου και προ του 1881 εχθρευόταν τη μεγάλη γαιοκτησία και της έθετε φραγμούς και δυσχέρειες, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η εχθρότητα αυτή κάμφθηκε και το κράτος μετατράπηκε σε συνένοχο για τη συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας από την εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας και της Άρτας μέχρι το 1917. Η θετική συμβολή του ελληνικού κράτους στη συγκρότηση της μεγάλης γαιοκτησίας σε Θεσσαλία και Άρτα ήταν και αυτή ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο», που προήλθε από την χρηματική ισχύ των μεγαλογαιοκτημόνων της Θεσσαλίας και των λυσιτελών πιέσεων που ασκήθηκαν στον Χαρίλαο Τρικούπη και δεν επρόκειτο να εξομαλυνθεί παρά με τη δεύτερη μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου από το 1917 και μετά.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η μεγάλη ιδιοκτησία δεν συναντάται στην ελληνική ιστορία, παρά μόνο σε ειδικές, παροδικές και μεταβατικές περιόδους. Η διαμόρφωση της ελληνικής άρχουσας τάξης ιστορικά περισσότερο με το εμπόριο, τη χρηματική οικονομία, τις μεταφορές και τον εφοπλισμό, ακόμη και με την κτηνοτροφία και πολύ λιγότερο με την καθεαυτή αγροτική παραγωγή, που γενικά εξασφαλιζόταν σε συνθήκες οικογενειακής κλίμακας, πράγμα άλλωστε που καθήλωνε πάντα τον Έλληνα αγρότη σε μειονεκτικές συνθήκες διεκδίκησης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που πάντως του παραχωρούνταν απλόχερα στα χαρτιά.

Τα εθνικά κτήματα αποτέλεσαν ένα «ιστορικό ατύχημα» στο οποίο ενεπλάκη το νεοελληνικό κράτος και από το οποίο όμως πέτυχε να εξέλθει με τρόπο ικανοποιητικό και με σχετική ελαχιστοποίηση των απωλειών. Το ίδιο ισχύει και για τις παλινωδίες του ελληνικού κράτους σχετικά με τη γαιοκτησία στις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η εξέγερση των ακτημόνων στις αρχές του 20ου αιώνα παρέμεινε ως το κατ’ εξοχήν σύμβολο της κοινωνικής αδικίας εις βάρος του Έλληνα αγρότη, όχι γιατί η εξέγερση αυτή ήταν η αντιπροσωπευτικότερη, αλλά γιατί ήταν η δημοφιλέστερη, εφόσον το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας, «σκάνδαλο» στην ελληνική ιστορία, προκάλεσε όσο κανένα άλλο την ελληνική συνείδηση.

Πηγή: http://www.enet.gr

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου δεν κάλυψε το σύνολο των αλυτρωτικών αιτημάτων της Ελλάδας. Σε πρώτο επίπεδο πρέπει να τοποθετηθεί το βορειοηπειρωτικό ζήτημα και η συμβατική προσκύρωση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, απελευθερωμένων από τον ελληνικό στόλο στη διάρκεια επιχειρήσεων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα
ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ

Το διπλωματικό πλαίσιο

Η απόφαση για την ίδρυση αυτόνομου αλβανικού κράτους, δεν συνοδευόταν από τον καθορισμό των εδαφικών ορίων της νέας επικράτειας. Η μοιραία σύναψη των συνοριακών εκκρεμοτήτων με σκοπιμότητες και κριτήρια ξένα προς την εθνολογική πραγματικότητα των επίμαχων επαρχιών, έτεινε να ματαιώσει την προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, παρά την κατάληψη της από τον ελληνικό στρατό στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Το επίφοβο αυτό ενδεχόμενο επαληθεύτηκε, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, επεξέτεινε με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17 Δεκεμβρίου 1913, τα νότια σύνορα της Αλβανίας ως τη γραμμή Στύλου-Πρέσπας. Η εκδήλωση της ελληνικής αντίδρασης περιστελλόταν κάτω από την εκβιαστική πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, επιφορτισμένων να καθορίσουν το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου. Η κοινή ευρωπαϊκή διακοίνωση προς την Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 1914 συσχέτιζε άμεσα τα ζητήματα: η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στο νησιωτικό χώρο του Αρχιπελάγους -με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και το Καστελλόριζο- συνεπαγόταν τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να αποσύρει τα στρατεύματα της από τη Βόρειο Ήπειρο και να αποθαρρύνει κάθε αντίδραση απέναντι στο καθεστώς της αλβανικής κυριαρχίας.

Η αναγκαστική υποχώρηση της Αθήνας δεν προοριζόταν να οδηγήσει σε πλήρης εξομάλυνση των διαφορών πάνω τα δυο επίμαχα ζητήματα. Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εξεγείρονταν κατά των ευρωπαϊκών αποφάσεων, ανακήρυσσαν την αυτονομία της περιοχής και εγκαθιστούσαν στο Αργυρόκαστρο προσωρινή κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφο. Η αναγνώριση με τη συμφωνία της Κέρκυρας, στις17 Μαΐου 1914, σημαντικών διοικητικών, εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών προνομίων, ισοδύναμων με τη χορήγηση πραγματικής αυτονομίας στις επαρχίες Κορυτσάς και Αργυροκάστρου, και η προσεπικύρωση των παραχωρήσεων από το νεοεκλεγέντα ηγεμόνα της Αλβανίας, Γουλιέλμο Βηδ, δεν θα αρκέσει για να παγιωθεί η ειρήνη στο εσωτερικό του νεότευκτου αλβανικού κράτους.

Η νέα διεθνής θέση της Ελλάδας μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου είναι ριζικά αναβαθμισμένη. Η συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου υποδηλώνει μια καίρια τομή στην εξέλιξη της αλυτρωτικής πολιτικής, η οποία δεν εντοπίζεται σε μόνη, ή καθεαυτή, την πρόσκτηση εκτεταμένων εδαφών. Η σημασία της είναι συναρτημένη με το μεταβολισμό της εθνικής ιδέας, ως ενιαίας εθνικής στρατηγικής, στους κόλπους του αλύτρωτου ελληνισμού. Η εθνικιστική πολιτική του νεοτουρκικού καθεστώτος είχε ήδη ανατρέψει κάθε προϋπόθεση για δυναμική ενσωμάτωση των χριστιανικών μειονοτήτων στους κόλπους ενός πολυεθνικού κράτους, φιλελεύθερου και αποκεντρωτικού στην εσωτερική δομή του. Έκθετοι στις πιέσεις των Νεότουρκων εθνικιστών, οι αλύτρωτοι Έλληνες, σε αναζήτηση των μέσων για την προάσπιση της εθνικής τους ταυτότητας και τη διασφάλιση του εθνικού τους μέλλοντος, θα υιοθετήσουν ομόθυμα και ανεπιφύλακτα, την επιδίωξη της ενσωμάτωσης στους κόλπους ενός μεγάλου ελληνικού κράτους. Στην εμπέδωση της επιθυμίας αυτής θα συμβάλει αποφασιστικά η νέα πραγματική κατάσταση που θα ανακύψει από την εφαρμογή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και θα δώσει ουσιαστική υπόσταση σε μια επιδίωξη χωρίς σοβαρό ως τότε πολιτικό αντίκρισμα: Η ελεύθερη Ελλάδα, με εκτεταμένα τα σύνορα της μέχρι τη Θράκη και τα μικρασιατικά παράλια, διπλωματικά, στρατιωτικά και οικονομικά αναβαθμισμένη, κρινόταν ήδη ικανή να επιχειρήσει ένα νέο άλμα στην οδό της εκπλήρωσης των πιο προωθημένων εθνικών της ονείρων στην Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία.

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα και ο Βενιζέλος

Η επισήμανση αυτή δεν συνεπάγεται το συμπέρασμα ότι η διπλωματική στρατηγική που υιοθέτησε η ελληνική κυβέρνηση την επαύριο της ειρήνης βασιζόταν αναγκαστικά στην ένταση των αλυτρωτικών διεκδικήσεων. Τα συγκεκριμένα αιτήματα εντοπίζονταν στην διευθέτηση του νησιωτικού και στον θετικό διακανονισμό όσον αφορά το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Ηγέτης στην επική πολεμική προσπάθεια της χώρας γινόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κήρυκας της ανάγκης για τη οριστική αποκατάσταση και παγίωση της ειρήνης. Στο διμερές επίπεδο η Ελλάδα διατηρούσε συμμαχικούς δεσμούς με τη Σερβία και ήλπιζε ότι ο καθορισμός των νοτίων συνόρων της Αλβανίας θα γινόταν με τρόπο που να μην διαταράξει τις φιλικές σχέσεις των δύο λαών. Η Ελλάδα επιθυμούσε την ειρηνική συμβίωση με τη Βουλγαρία -με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι όροι της Συνθήκης του Βουκουρεστίου θα γίνονταν σεβαστοί- και προσέβλεπε με αισιοδοξία, μετά και τη σύναψη της Συνθήκης των Αθηνών, προς την κατεύθυνση της Τουρκίας.

Πέρα από το διμερές πεδίο, τα βαλκανικά κράτη, στο σύνολο τους, θα ήταν δυνατό να συσφίξουν τους δεσμούς τους και σε πολυμερές πλαίσιο προκειμένου να φθάσουν βαθμηδόν στη σύμπηξη μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας «προς ευτυχή και ζωτικήν ανάπτυξιν των λαών του Αίμου». Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μοιραίο να ματαιώσει κάθε προοπτική σταθεροποίησης σε περιφερειακό πλαίσιο.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική, Κ. Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950)

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (Βερολίνο, 13 Σεπτεμβρίου1873 – Μόναχο, 2 Φεβρουαρίου1950) ήταν Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν γνωστός εκτός Ελλάδας ως Konstantin Carathéodory και συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως Καραθεοδωρής. Το επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή επεκτείνεται σε πολλούς τομείς των Μαθηματικών, της Φυσικής και της Αρχαιολογίας. Είχε σημαντικότατη συνεισφορά ιδιαίτερα στους τομείς της πραγματικής ανάλυσης, συναρτησιακής ανάλυσης και θεωρίας μέτρου και ολοκλήρωσης. Τα περισσότερα έργα του τα έγραψε στα γερμανικά.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή στο Ιωνικό Πανεπιστήμιο

«Ένας από τους τελευταίους Έλληνες που είδα στους δρόμους της Σμύρνης πριν την είσοδο των Τούρκων ήταν ο καθηγητής Καραθεοδωρή, Πρύτανης του καταδικασμένου εν τη γενέσει του Πανεπιστημίου. Όταν αναχώρησε ο Κραθεοδωρή από τη Σμύρνη, ήταν σαν να έφευγε από τη Μικρά Ασία η ενσάρκωση της ελληνικής ευφυΐας, της τέχνης και του πολιτισμού» γράφει ο τότε πρόξενος της Αμερικής στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Αναφορικά με την Τουρκία».

Έτσι γράφτηκε ο επίλογος ενός μεγαλεπίβολου σχεδίου. Εμπνευστές του υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οραματίστηκαν όχι μόνο την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας αλλά τον εκπολιτισμό και την πνευματική και διοικητική άνθησή της, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Το Πανεπιστήμιο αυτό με το χαρακτηριστικό λεκτικό έμβλημα «Φως εξ Ανατολών», θα περιλάμβανε και Σχολή ανατολικών γλωσσών, καθώς και Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο. όπως αναφέρει ο Ευάγγελος Σπανδάγος στο βιβλίο του «Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή»: «Αυτό έγινε από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή για να αναδείξει τον εκπολιτιστικό χαρακτήρα της ελληνικής διοικήσεως προς τους αλλοεθνείς υπηκόους και για να προβάλει την πνευματικότητα του ανώτατου αυτού ιδρύματος».

Παρ’ όλο που ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ολόψυχα δοσμένος στα μαθηματικά, ωστόσο η μακροχρόνια ενασχόληση της οικογένειας του με την πολιτική και τη διπλωματία δεν του επέτρεπε να αδιαφορεί για τα κοινά.

Η οικογενειακή αυτή παράδοση, το αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος, η εκπεφρασμένη φιλοπατρία, καθώς και τα αποδεδειγμένα διοικητικά προσόντα του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή οδήγησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο να τον καλέσει το Σεπτέμβριο του 1919 στο Παρίσι από το Βερολίνο. Εκεί ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή του παρουσίασε κάποιες απόψεις του για τη ίδρυση ενός δεύτερου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα και του υπέβαλε (τον Οκτώβριο του 1919) σχετικό γραπτό υπόμνημα. Ο Βενιζέλος αποφάσισε έδρα αυτού του δεύτερου Πανεπιστημίου να είναι η Σμύρνη, η οποία ήδη από το Μάιο του 1919 είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό.

Η ιδέα αυτή ενθουσίασε τον Καραθεοδωρή. Έτσι, όταν τον Ιούλιο του 1920 η κυβέρνηση Βενιζέλου του υπέβαλε την παράκληση να αποδεχθεί τη θέση του τακτικού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και να οργανώσει παράλληλα το Πανεπιστήμιο Σμύρνης, δέχθηκε, παρ’ ότι εγκατέλειπε με αυτόν τον τρόπο την αξιοζήλευτη σταδιοδρομία που του εξασφάλιζε η θέση του τακτικού καθηγητή σε ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια του Μονάχου.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή συνέταξε το σχέδιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου κατά το πρότυπο των αγγλοσαξονικών ιδρυμάτων, τα οποία περιλάμβαναν θεωρητικές και εφαρμοσμένες επιστήμες. Παράλληλα, μερίμνησε για την προμήθεια εργαστηριακών οργάνων και βιβλίων για τη βιβλιοθήκη.

Επίσημα η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης ανατέθηκε στον Καραθεοδωρή από τον Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδας Αριστείδη Στεργιάδη. Η σχετική σύμβαση υπογράφτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1920. Με αυτήν ανατίθεται στον Καραθεοδωρή η καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Σμύρνης με μισθό 4.000 δραχμών το μήνα, για πέντε χρόνια. Για την αγορά οργάνων και ειδικού υλικού το υπουργείο Εξωτερικών του έστειλε 500.000 μάρκα και Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης 200.000 μάρκα. Στο έργο της επιλογής και προμήθειας των απαιτούμενων οργάνων είχε συμπαραστάτη τον καθηγητή του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Τα όργανα αυτά και άλλο επιστημονικό υλικό συσκευάστηκαν σε 82 κιβώτια και στάλθηκαν στη Σμύρνη.

Ο Καραθεοδωρή φρόντισε ακόμη και για την επίπλωση του Πανεπιστημίου. Αγόρασε τα αναγκαία έπιπλα από τον οίκο του Βερολίνου Zelder und Platen.

Σύμφωνα με το διάταγμα της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης, το σχετικό με την ίδρυση του Πανεπιστημίου, αυτό θα περιλάμβανε:

  1. Σχολή γεωπονική και φυσικών επιστημών, με σκοπό την εκπαίδευση πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων, αρχιτεκτόνων, ηλεκτρολόγων, χημικών, γεωλόγων, βοτανολόγων, ζωολόγων, κ.α. Επίσης προβλεπόταν η διοργάνωση ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης κτηματιών και πρακτικών γεωργών. Σε αυτούς θα παρέχονταν συμβουλές για τη καλύτερη και αποδοτικότερη καλλιέργεια των κτημάτων, καθώς και για την καταπολέμηση των νόσων των ζώων και των φυτών. Η επιστημονική έρευνα θα γινόταν στα εργαστήρια της σχολής και σε ένα πρότυπο, πειραματικό, μεγάλο κτήμα στο Τεπεκιόϊ.
  2. Σχολή ανατολικών γλωσσών και ανατολικού πολιτισμού, από όπου θα αποφοιτούσαν δάσκαλοι για τα ανώτερα εκπαιδευτήρια. Στη σχολή θα διδάσκονταν η τουρκική, η αραβική, η περσική,η αρμενική καθώς και η αρχαία και νεώτερη εβραϊκή γλώσσα. Προβλεπόταν δε η λειτουργία ιδιαίτερου φροντιστηρίου για τη πρακτική διδασκαλία φοιτητών άλλων σχολών.
  3. Σχολή δημοσίων υπαλλήλων, για τη διδασκαλία της κοινωνικής και οικονομικής επιστήμης και του διοικητικού δικαίου.
  4. Σχολή Εμπορική.
  5. Σχολή χωροσταθμών και εργοδηγών, από όπου θα αποφοιτούσαν επιστάτες τεχνικών έργων.
  6. Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο, για τη μόρφωση μουφτήδων και ιεροδικαστών.
  7. Ινστιτούτο υγιεινής, από το οποίο θα γίνονταν δωρεάν βακτηριολογικές, υγιεινολογικές, ορολογικέ και βιοχημικές εξετάσεις, θα παρασκευάζονταν εμβόλια, οροί, αντιτοξίνες, αντιγόνα κ.α. Το ινστιτούτο αυτό αποσκοπούσε στην καταπολέμηση των λοιμωδών νόσων, της ελονοσίας, της φυματίωσης, των αφροδίσιων κλπ. Θα αποτελούσε ακόμη κέντρο μετεκπαιδεύσεως γιατρών, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να αναλάβουν δημόσια υγειονομική υπηρεσία. Επίσης θα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε νοσηλευτές και μαίες.
  8. Δημόσια βιβλιοθήκη, η οποία θα περιείχε όχι μόνο συγγράμματα, αλλά και βιβλία γενικού ενδιαφέροντος.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή θεωρούσε τη βιβλιοθήκη ως «σπονδυλική στήλη» του Πανεπιστημίου. Φιλοδοξία του ήταν να την εμπλουτίσει τόσο ώστε να είναι η μοναδική στην Ανατολή. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από την Αρμοστεία έγκριση και προσέλαβε ως ειδικό τπ δόκτορα Γ. Αουσερερ που για 12 χρόνια ήταν υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και επιπλέον ήξερε τούρκικα. Ο Στεργιάδης ενέκρινε τον διορισμό. Ο Αουσερερ πέτυχε την αγορά σπουδαίων συγγραμμάτων, τα οποία στάλθηκαν στη Σμύρνη συσκευασμένα σε 36 μεγάλα κιβώτια. Αργότερα σε αυτά προστέθηκαν πολλά σπάνια και δυσεύρετα βιβλία σχετικά με τη Μικρά Ασία. Τα είχαν συγκεντρώσει Αυστριακοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι διενεργούσαν ανασκαφές στην περιοχή της Εφέσου και της Σμύρνης κατά τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιλογή του καθηγητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου έγινε από τον Ύπατο Αρμοστή Στεργιάδη, με βάση τα πρόσωπα που του υπέδειξε ως κατάλληλα ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Έτσι για την έδρα της μικροβιολογίας επέλεξε και διόρισε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Ο μηνιαίος μισθός του ορίστηκε στις 3.000 δρχ. για πέντε χρόνια. Μέχρι να λειτουργήσει η πανεπιστημιακή του έδρα θα αναλάμβανε τη διεύθυνση του εργαστηρίου υγιεινής, το οποίο αποτελούσε παράρτημα του Πανεπιστημίου, και την εποπτεία όλων των υπηρεσιών υγείας της Σμύρνης.

Για την έδρα της Φυσικής τον Φρίξο Θεοδωρίδη, διπλωματούχου του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και μαθητή του διάσημου φυσικού Πιέρ Βάις. Ο μισθός του ορίστηκε στις 3.000δρχ. το μήνα.

Για την έδρα της Χημείας διορίστηκε ο Π. Κυρόπουλος, ο οποίος υπήρξε για πολλά χρόνια βοηθός του σπουδαιότερου εκείνη την εποχή φυσικομαθηματικού και μεταλλειολόγου Α.Τάμαν.

Για την αγρονομική επιστήμη διορίστηκε, με μηνιαίο αντιμίσθιο 3.000δρχ, ο Θεολόγος Κεσίμογλου από την Καισάρεια. Είχε σπουδάσει στην ανώτερη βελγική αγρονομική σχολή του Gembloux και είχε οργανώσει γεωργικές σχολές στην Κίνα, στην Κολομβία και στην Ουρουγουάη, όπου και δίδαξε μαθήματα κτηνοτροφίας. Είχε επίσης αξιόλογο συγγραφικό έργο σε γλώσσα γαλλική και ισπανική.

Μηχανουργός του Πανεπιστημίου Σμύρνης με πρόταση πάντοτε του Καραθεοδωρή, διορίστηκε ο Ε.Πάσκεβιτς, ο οποίος ανέλαβε τη διασκευή του εργαστηρίου φυσικής και χημείας.

Γραμματέας του Πανεπιστημίου διορίστηκε και ανέλαβε ο Νικόλαος Κριτικός. Υπηρετούσε τότε στη Μεραρχία Κυδωνίων και αποσπάστηκε στην υπηρεσία του Πανεπιστημίου με ειδική διαταγή της Στρατιάς Μικρασίας.

Τέλος, στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Πανεπιστημίου διορίστηκε ο Κ.Γιωτούλος.

Στην μισθοδοτική κατάσταση του προσωπικού οργανώσεως του Πανεπιστημίου Σμύρνης, κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αύγουστος 1922), αναγράφονται:Κ. Καραθεοδωρήμε μηνιαία χρηματική αποζημίωση 4000δρχ., Ν. Κριτικός, γραμματέας, με μηνιαίο μισθό 775δρχ., Θ .Κεσίσογλου, οργανωτής γεωπονικής σχολής, με δρχ. 3.000, Φρίξος Θεοδωρίδης, διευθυντής Φυσιολογικού Ινστιτούτου, με δρχ. 3.000, Ε. Πάσκεβιτς, λεπτομηχανουργός, με δρχ. 1.800, Δ. Δεργάλη, σχεδιάστρια, με 900δρχ., Ν. Ζωγράφος, ακόλουθος, με 562δρχ., Σ. Τοκάτογλου, δακτυλογράφος, με 300δρχ. και ακόμη τρεις καθαρίστριες, ένας φύλακας και ένα κλητήρας με μισθούς 150-250δρχ.

Ο Γεώργιος Ιωακείμογλου δεν αναγράφεται στη μισθοδοτική κατάσταση γιατί, απογοητευμένος από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, κυριεύτηκε από απαισιοδοξία ως προς την τύχη της Μικρασίας και δεν επέστρεψε στη Σμύρνη, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Καραθεοδωρή να τον μεταπείσει.

Ως κτίριο του Πανεπιστημίου Σμύρνης χρησιμοποιήθηκε ένα μεγάλο και ευρύχωρο κτίριο στο λόφο Μαχρή Μπαμπά. Το κτίριο ήταν μισοτελειωμένο όταν απελευθερώθηκε η Σμύρνη. Προοριζόταν να στεγάσει δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη τουρκική σχολή. Αμέσως η Ύπατη Αρμοστεία ασχολήθηκε με τη διασκευή και την αποπεράτωση του κτιρίου, το οποίο θα περιλάμβανε 70 ευρύχωρες και ηλιόλουστες αίθουσες, αμφιθέατρο 320 θέσεων και μεγάλο περίβολο. Το ημιτελές κτίριο συμπληρώθηκε και διαρρυθμίστηκε από την τεχνική εταιρεία των Αθηνών του Α. Ζαχαρίου. Την επιστασία των έργων είχε ο πολιτικός μηχανικός Δραγώνας Ευστάθιος. Οι εργασίες αποπερατώθηκαν τον Οκτώβριο του 1921.

Από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του 1921 ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πήγε στη Γερμανία για να μεριμνήσει για θέματα του Πανεπιστημίου. Επέστρεψε στη Σμύρνη στις 12 Οκτωβρίου. Από τότε παρέμεινε εκεί μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εργάστηκε με πίστη και ενθουσιασμό για την οργάνωση του Πανεπιστημίου, το οποίο δεν έμελλε, ωστόσο, να λειτουργήσει.

Ο μοιραίος Αύγουστος του 1922 έφτασε με όλα τα γνωστά τραγικά επακόλουθα για τον Ελληνισμό γενικά και κυρίως για τον μικρασιατικό Ελληνισμό. Ο Καραθεοδωρή έμεινε εκεί ως την τελευταία μέρα. Έφυγε με το τελευταίο ελληνικό πλοίο από την Σμύρνη και μόνο αφού πρώτα κατάφερε να φορτωθούν για την Αθήνα όλα τα βιβλία και ένα μέρος από τα όργανα που είχε συλλέξει. Παράλληλα, φρόντισε να εφοδιάσει με συστατικές επιστολές το διοικητικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, το οποίο αποχώρησε «ένεκεν ανωτέρας βίας», όπως χαρακτηριστικά έγραψε σε αυτές.

Όπως διηγήθηκε ο σχεδιαστής του Πανεπιστημίου Σμύρνης Δημήτριος Δεργαλής στο δημοσιογράφο Θεοδόσιο Δανιηλίδη, στις 23 Αυγούστου 1922 ο Καραθεοδωρή συγκέντρωσε το προσωπικό του Πανεπιστημίου κα με τρεμάμενη φωνή είπε: «Φίλοι μου, οι Τούρκοι ένοπλοι έφτασαν προ των πυλών. Δυστυχώς το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας για μια ακόμα φορά δύει. Πρέπει όλοι να εγκαταλείψετε το συντομότερο τη Σμύρνη. Έχω έτοιμες συστατικές επιστολές για τον καθένα από εσάς και λίγα χρήματα από το ταμείο του Πανεπιστημίου. Καλή τύχη και καλή αντάμωση».

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ο τελευταίος που κλείδωσε την κεντρική πόρτα του κτιρίου του Πανεπιστημίου της Σμύρνης. Οι λυγμοί του συνόδευαν το γύρισμα του μεγάλου κλειδιού της πόρτας. Το κλειδί αυτό το παρέδωσε αργότερα συμβολικά στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Τα πολύτιμα βιβλία, τα όργανα φυσικής και χημείας του Πανεπιστημίου Σμύρνης, καθώς και το αρχείο του (έγγραφα, επιστολές, λογαριασμοί τραπεζών, προσφορές, αποδείξεις κλπ) παραδόθηκαν από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή στον καθηγητή Δημήτριο Χόνδρο. Το αρχείο αυτό, τα βιβλία και τα όργανα διατηρήθηκαν με μέριμνα των καθηγητών Μιχαήλ Αναστασιάδη, Θεόδωρου Κουγιουμζέλη και Σαλτερή Περιστεράκη. Στη συνέχεια παραδόθηκαν στον καθηγητή και ακαδημαϊκό Καίσαρα Αλεξόπουλο. Σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο «Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας» του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Έλληνας Αϊνστάιν http://www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Καραθεοδωρή

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952)

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Σαλαμίνα, 11 Ιανουαρίου 1878 – Κηφισιά, 27 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, κινηματίας και συνωμότης κατ΄ επανάληψη, που αναδείχθηκε δικτάτορας, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στη Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922, ενώ από το 1925, με το κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας. Στη συνέχεια υποχρεώνοντας σε παραίτηση τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη, μετά από μια εκλογική παρωδία εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1926, συλλαμβάνοντας και εκτοπίζοντας άνευ δίκης τους πολιτικούς του αντιπάλους στην Νάξο, οπότε και ανατράπηκε από το κίνημα του Κονδύλη. Από το 1926 μέχρι το θάνατό του, το 1952, αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Από τους ιστορικούς έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Θεωρείται πως είχε ανάμειξη στον σχηματισμό των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας κατά την Κατοχή. Ο πολιτικός Θεόδωρος Πάγκαλος είναι εγγονός του.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος

Ο Βίος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος γεννήθηκε το 1878 στην Σαλαμίνα (στην οικία Κυριάκου Πάλλα επί της οδού Αγίου Μηνά 7, όπου αργότερα λειτούργησε το τριτάξιο ελληνικό σχολείο Σαλαμίνας) και ήταν το τρίτο παιδί του γιατρού και βουλευτή Αττικοβοιωτίας Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή. Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν από την Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του, Τιμολέων Βάσσος – Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, πολιτευόταν με την παράταξη του Χαρίλαου Τρικούπη και είχε εκλεγεί βουλευτής της Η΄ βουλευτικής περιόδου (από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1881) μαζί με τον Στέφανο Ν. Δραγούμη.

Αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά. Το 1895 έκανε αίτηση για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί τελικά στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Θεόδωρου Πάγκαλου

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της Σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετά την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονεύματά του και είναι τα ίδια με αυτά της πλειονότητας των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα, σύμφωνα με τον Πάγκαλο, ήταν οι πολιτικοί, αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές, με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, τον πρίγκιπα Ανδρέα, τον Μαργαρίτη κ.ά. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Νικολάου Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία, σε αντίθεση με τον συμμαθητή του, πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στον ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από τη σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι του Πάγκαλου συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση του κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, τη διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στον 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπό τον Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του ’21, Γεώργιος Κονδύλης κ.ά. Πολλές από τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην οδό Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς, μεταξύ αυτών και τον Πάγκαλο, στο Ανακριτικό Συμβούλιο προς απόταξη. Εκτός από τον Πάγκαλο οι υπόλοιποι 11 αξιωματικοί καταδικάστηκαν, αλλά και οι δώδεκα αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος, πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα, αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς τη μεταξύ τους διαφορά στην ιεραρχία. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι, ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Τον Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στη θέση του γραμματέα στη διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 15 Μαρτίου 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε, έχοντας πετύχει τις επιδιώξεις του.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στη μάχη των Γιαννιτσών στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, από την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο, όπως εξομολογείται στα απομνημονεύματά του, δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς τη συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματούν, πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με τον οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαρχίες μέσα από την περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα, το οποίο και θα οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος, λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη, μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917
Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για τη Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση, με συνέπεια να ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς, όντας φιλογερμανός, λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε η σύζυγός του, Σοφία, με τη γερμανική βασιλική αυλή, και μη μπορώντας να αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντέβαινε στο Σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου. Το καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω από 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο από τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Αντάντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στην κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Με το 9ο σύνταγμα ο Πάγκαλος εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στον στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος, έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου, γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως ύβρεις κατά του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου Α. Ύστερα όμως από τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον βασιλιά Αλέξανδρο, η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντός 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος αναίρεσε. Στις 18 Ιανουαρίου του 1918 ο Πάγκαλος παύθηκε από τη θέση του προσωπάρχη. Λίγες μέρες αργότερα μετατέθηκε στη μεραρχία Σερρών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής της 1ης μεραρχίας.

Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920
Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες, για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του από τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Αριστείδη Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα να προταθεί από αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικατάστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για το Παρίσι για κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στη θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Χάρη στην εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στη Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο, αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920, και ύστερα από διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο, λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος, παρών στο επεισόδιο, δηλώνει και αυτός την παραίτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα, απ’ όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει από καιρό μια ομάδα αξιωματικών, σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Μέχρι την έλευση της Επαναστατικής Επιτροπής συμπεριφερόταν ως αρχηγός αυτής καθώς είχε την πίστη ότι αυτή θα τίθετο υπό της διαταγές του. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά αρκετές αποφάσεις για τη σύλληψη στελεχών της κυβέρνησης που είχαν πραγματοποιηθεί από αυτόν ακυρώθηκαν. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο  αποτελούσαν ανεξάρτητη ομάδα από την επαναστατική επιτροπή, με την οποία αν και συνεργάζονταν διαφωνούσαν ριζικά ως προς το θέμα της τιμωρίας των υπευθύνων για την καταστροφή. Αυτή η ομάδα δεν είχε συμμετάσχει την μικρασιατική εκστρατεία παραμένοντας στην Αθήνα και διατηρώντας ζωντανή τη νοοτροπία του διχασμού. Υποστηρίζεται ότι σε αυτόν οφείλεται η παραπομπή των οκτώ σε στρατιωτικό δικαστήριο μέσω των έντονων πιέσεων που ασκούσε στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ’ όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «Κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε, προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά από χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε ότι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ’ ανάγκην θύματα στο βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος και η στρατιά του Έβρου

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Από την θέση αυτή έλεγχε όλες τις προαγωγές και μεταθέσεις προωθώντας, κατά παράβαση της επετηρίδας, τους ευνοούμενούς του. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία της Στρατιάς του Έβρου. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεώς του, εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού από τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη από αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμοι, καθώς και οι φήμες περί δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος, επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο και διαλυμένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ανδρών. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία, γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού, χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία. Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Η συνθηκολόγηση αυτή δεν ικανοποίησε τον Πάγκαλο, αφού θεωρούσε ότι η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης δεν θα ήταν δύσκολη για έναν τέτοιο στρατό. Οι απόψεις του, οι οποίες αντιτίθεντο προς την επαναστατική κυβέρνηση, επέφεραν σύγκρουση μεταξύ της επαναστατικής κυβέρνησης και του ίδιου. Στην Θεσσαλονίκη μάλιστα συγκάλεσε και σύσκεψη με άλλους στρατηγούς προκειμένου να κινηθούν εναντίον της κυβέρνησης. Ο Πλαστήρας έλαβε γνώση της συνάντησης και τον εξανάγκασε σε παραίτηση παρά τις προσπάθειες του Οθωναίου για συνδιαλλαγή.

Μετά από την παραίτηση του ο Πάγκαλος αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική, κάτι που θα μας απασχολήσει σε άλλο άρθρο.

Το τέλος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952 από φυματίωση στο ξενοδοχείο «Χλόη» της Κηφισιάς, όπου διέμενε. Η κηδεία του έγινε την επομένη, δημοσία δαπάνη. Το 1950 εξεδόθησαν τα απομνημονεύματά του.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_Πάγκαλος_(στρατιωτικός)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935)

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από ορισμένες πηγές για να περιγράψει το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας από το 1924 ως το 1935. Ο όρος αυτός δεν έχει ευρεία χρήση. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία προέκυψε από την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας κάτω από τους μονάρχες του οίκου Γκλύξμπουργκ, και διήρκησε μέχρι τη συντριβή του σε ένα στρατιωτικό χτύπημα που αποκατέστησε τη μοναρχία. Η δεύτερη Δημοκρατία χαρακτηρίζει το δεύτερο μέρος στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας όπου δεν διοικήθηκε από βασιλιά, με τις συνελεύσεις και τις προσωρινές κυβερνήσεις της ελληνικής επανάστασης που θεωρούνται ως πρώτη Δημοκρατία.

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία
Το εθνόσημο της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας

Η δεύτερη Δημοκρατία ανακηρύχθηκε στις 25 Μαρτίου 1924, ως συνέπεια της ήττας της Ελλάδας από την Τουρκία στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας, για την οποία κατηγορήθηκε ευρέως η βασιλική κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της συνοπτικής ύπαρξής της η δεύτερη Δημοκρατία αποδείχτηκε ασταθής. Η ελληνική κοινωνία συνέχισε να διαιρείται, δεδομένου ότι ήδη προερχόταν από τον Εθνικό Διχασμό, μεταξύ των υπέρ-δημοκρατικών Βενιζελικών και των μοναρχικών που αντιπροσωπεύθηκαν από το Λαϊκό κόμμα, το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει ακόμη και τη νομιμότητα της Δημοκρατίας. Ο Εθνικός Διχασμός στην κοινωνία επεκτάθηκε στα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα όπως οι διαφορές με βάση τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις αρχιτεκτονικές μορφές. Στην πόλωση προστέθηκε η συνεχόμενη συμμετοχή των στρατιωτικών στην πολιτική που οδήγησε σε διάφορα χτυπήματα και προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει τον τότε πολιτικό κόσμο. Η οικονομία είχε καταρρεύσει μετά από μια δεκαετία εχθροπραξίας και ήταν ανίκανη να υποστηρίξει τους 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Παρά τις προσπάθειες της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, η Μεγάλη Ύφεση των Η.Π.Α άσκησε καταστρεπτική επίδραση στην Ελληνική οικονομία. Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος το 1933, και δύο αποτυχημένα χτυπήματα των Βενιζελιστών, προετοίμαζαν το έδαφος για την αποκατάσταση του βασιλιά Γεώργιου Β’.

Το ιστορικό της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας

Μετά από την ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία (η «Μικρασιατική Καταστροφή») του 1922, ο νικημένος στρατός επαναστάτησε ενάντια στη βασιλική κυβέρνηση. Κάτω από τους ανώτερους αξιωματικούς όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Στυλιανός Γονατάς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε πάλι να παραιτηθεί, και πέθανε εξόριστος το 1923. Ο μεγαλύτερος γιος και ο διάδοχός του, βασιλιάς Γεώργιος Β’, ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο να αποχωρήσει από την Ελλάδα έτσι το έθνος θα μπορούσε να αποφασίσει ποια μορφή κυβέρνησης πρέπει να υιοθετήσει, επιλέγοντας τελικά μια Δημοκρατία. Αυτά τα γεγονότα χαρακτήρισαν το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1915 μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πολιτικού αντιπάλου του, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ο πρώτος Πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος και υποστηρικτής του Βενιζέλου που παραιτήθηκε μετά από ένα χτύπημα το 1925. Τον διαδέχθηκε ο αρχηγός του στρατιωτικού χτυπήματος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος καθαιρέθηκε από στρατιωτικό κίνημα, λίγο μετά τον παρ’ολίγον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1925. Ο Κουντουριώτης επανεγκαταστάθηκε και επανεκλέχτηκε στο αξίωμα το 1929, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί για λόγους υγείας αργότερα εκείνο το έτος. Τον διαδέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπηρέτησε μέχρι την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935.

Παρά την περίοδο σταθερότητας και αίσθηση της ευημερίας που γνώρισε η χώρα κάτω από την τελευταία κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης των Η.Π.Α έγιναν αισθητά σοβαρά, και η πολιτική αστάθεια επέστρεψε. Δεδομένου ότι η προοπτική της επιστροφής της μοναρχίας έγινε εμφανής, οι ανώτεροι αξιωματικοί των Βενιζελικών προώθησαν ένα κίνημα το Μάρτιο του 1935, το οποίο καταστάλθηκε από το στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη. Στις 10 Οκτωβρίου 1935, οι ανώτατοι αξιωματικοί των Ένοπλων Δυνάμεων έριξαν την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, και ο Γεώργιος Κονδύλης αυτοανακηρύχθηκε ως αντιβασιλέας. Κατάργησε τη Δημοκρατία και διοργάνωσε δημοψήφισμα που στις 11 Νοεμβρίου οδήγησε στην επιστροφή της μοναρχίας, στο πρόσωπο του βασιλιά Γεωργίου Β’.

Κυβερνήσεις της Ελλάδας κατά την Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία

  • Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 1924
  • Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924
  • Κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακόπουλου 1924
  • Κυβέρνηση Θεόδωρου Πάγκαλου 1925
  • Κυβέρνηση Αθανασίου Ευταξία 1926
  • Κυβέρνηση Γεωργίου Κονδύλη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1927
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Ιουνίου 1929
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Δεκεμβρίου 1929
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1932
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1933
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Οθωναίου 1933
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1933

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Β’_Ελληνική _Δημοκρατία

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα (1908)

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα έχει ταυτισθεί από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης με τον Δεκέμβριο του 1913, όταν υψώθηκε η ελληνική σημαία στα Χανιά, υπό το βλέμμα του τότε βασιλέα Κωνσταντίνου Α’ και του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην πραγματικότητα η Μεγαλόνησος κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα πέντε χρόνια πριν, εκδίδοντας ένα επίσημο ενωτικό ψήφισμα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1908. Ήταν μία προσπάθεια των κεφαλών της Κρήτης να επιδιώξουν την de facto ένωση με την Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι τη ρευστή πολιτική και διπλωματική κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα
Η σημαία της ένωσης

Η Κρητική Πολιτεία

Η Κρητική Πολιτεία (1896 – 1913) ήταν το επίσημο όνομα με το οποίο αναγνωρίστηκε η Κρήτη ως αυτόνομο κράτος (πλήρως ελεγχόμενο από τις Μεγάλες Δυνάμεις και υπό τουρκική επικυριαρχία, όπως υποδήλωνε και η σημαία της) μετά την κρητική επανάσταση του 1896 και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου και τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας. Προπαρασκευή της αυτονόμησης της Κρήτης υπήρξε η ιστορική Σύμβαση της Χαλέπας. Η Κρητική Πολιτεία αποτέλεσε το μεταβατικό στάδιο πριν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913.

Τα γεγονότα πριν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Μετά την Επανάσταση στο Θέρισο ο Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης Πρίγκιπας Γεώργιος παραιτήθηκε. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ υπέδειξε ως νέο Ύπατο Αρμοστή Κρήτης τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρώην Πρωθυπουργό και μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, πολιτικό έμπειρο και άνδρα υψηλού ήθους. ΟΑλέξανδρος Ζαΐμης ανέλαβε τα καθήκοντα του στις 18 Σεπτεμβρίου 1906, με πενταετή εντολή.

Από τον Ιούνιο του 1906, με κοινή συμφωνία των επαναστατών του Θερίσου και των αντιπροσώπων της Κρητικής Βουλής, είχε συγκροτηθεί η Β’ Συντακτική Συνέλευση, με πρόεδρο τον Αντώνιο Μιχελιδάκη. Η Συνέλευση εργάστηκε σύντονα και στις 2 Δεκεμβρίου 1906 υπέβαλε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη το νέο κρητικό Σύνταγμα. Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ορκίστηκε πίστη στο νέο Σύνταγμα και σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση. Ένας άρτιος κυβερνητικός μηχανισμός άρχισε πάλι να λειτουργεί στην Κρήτη. Η οικονομία ανέλαβε γρήγορα, η δημόσια διοίκηση οργανώθηκε, στον τομέα της δικαιοσύνης ψηφίστηκαν νέοι νόμοι και ιδιαίτερη φροντίδα καταβλήθηκε για την δημόσια υγεία και την παιδεία, της οποίας υπουργός διορίστηκε ο ο καθηγητής Αντώνιος Γιάνναρης. Με ιδιαίτερο διάταγμα που εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1907 συγκροτήθηκε πολιτοφυλακή της Κρήτης, δηλαδή ο πρώτος στρατός της νήσου που εξελίχθηκε γρήγορα σε αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, όπως φάνηκε λίγο αργότερα στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913., κατά τους οποίους διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο.

Τον Ιούλιο του 1907 αποσύρθηκε από την Κρήτη ένα μεγάλο μέρος από τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες τώρα ανέλαβαν επίσημα την υποχρέωση να εκκενώσουν εντελώς την Κρήτη μέσα σε ένα χρόνο, με μόνη εγγύηση την ασφάλεια των μουσουλμάνων της νήσου. Πράγματι, σε λιγότερο από ένα χρόνο τα ξένα στρατεύματα αποσύρθηκαν και η Κρητική Βουλή εξέδωσε ευχαριστήριο ψήφισμα προς τις Προστάτιδες Δυνάμεις για τη συμβολή τους στην εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος. Η ύπαρξη μιας άρτιας οργανωμένης Κρητικής Πολιτοφυλακής καθιστούσε πια περιττή την παρουσία ξένων στρατευμάτων.

Ψήφισμα για ένωση

Το 1908 η Κρητική Πολιτεία βρισκόταν σε φάση ραγδαίας ανάπτυξης, με κρατικό μηχανισμό, που λειτουργούσε υποδειγματικά. Δύο σημαντικά γεγονότα ήρθαν αν ταράξουν την κατάσταση και να επηρεάσουν αποφασιστικά την πορεία των κρητικών πραγμάτων: η προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης από την Αυστρία και η ανακήρυξη της Βουλγαρίας σε βασίλειο, με ταυτόχρονη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας. Η είδηση δημιούργησε σάλο στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Θεοτόκης υπέδειξε στον Πρόεδρο της Κρητικής Βουλής Γεώργιο Παπαμαστοράκη την ανάγκη λαϊκών κινητοποιήσεων για την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα με δημοψηφίσματα. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Τα μεσάνυχτα της 22ας Σεπτεμβρίου 1908 και ενώ ο Ύπατος Αρμοστής Αλέξανδρος Ζαΐμης βρισκόταν σε διακοπές στην Αίγινα, οι Χανιώτες πολιτικοί, Ελευθέριος Βενιζέλος, Εμμανουήλ Ξηράς, Χαράλαμπος Πλουμιδάκης και Εμμανουήλ Παπαγιαννάκης εξέδωσαν προκήρυξη με την οποία καλούσαν το λαό σε παγκρήτια συγκέντρωση στα Χανιά, για την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η προκήρυξη ήταν λιτή και σαφής: «Αγαπητοί συμπατριώται, της Βουλγαρίας ανακηρυχθείσης εις βασίλειον, ανάγκη αμέσως αύριον να κηρύξωμεν και ημείς την Ένωσιν.»

Πράγματι, το μεσημέρι της 23ης Σεπτεμβρίου 1908, σε επιβλητική συγκέντρωση στο πεδίο του Άρεως στα Χανιά, εγκρίθηκε ομόφωνα το πρώτο λαϊκό ψήφισμα της ένωσης. Στις μέρες που ακολούθησαν, εκδόθηκαν σε όλη την Κρήτη ταυτόσημα ψηφίσματα, ενώ, παράλληλα, η επίσημη κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας εξέδωσε το ακόλουο ενωτικό ψήφισμα, που δημοσιεύτηκε την επομένη στις 24 Σεπτεμβρίου στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος εν Κρήτη, όπως τιτλοφορήθηκε από την ημέρα αυτή η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Κρητικής Πολιτείας: «Η Κυβέρνησις της Κρήτης, διερμηνεύουσα το αναλλοίωτον φρόνημα του Κρητικού Λαού, κηρύσσει την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την ένωσιν αυτής μετά της Ελλάδος, όπως μετ’ αυτής αποτελέση αδιαίρετον και αδιάσπαστον Συνταγματικόν Βασίλειον. Παρακαλεί την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων ν’ αναλάβη την διακυβέρνησιν της νήσου. Δηλοί ότι μέχρι τούτου θέλει συνεχίσει να κυβερνά την Νήσον εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων, κατά τους νόμους του Ελληνικού Βασιλείου. Εντέλλεται εις τας Αρχάς της νήσου, όπως, συμφώνως τω ψηφίσματι τούτω, εξακολουθήσωσι ν’ ασκώσι τα καθήκοντα της υπηρεσίας των». Το ψήφισμα υπογράφει ο Πρόεδρος Γεώργιος Παπαμαστοράκης και τα μέλη Χαράλαμπος Πωλογεώργης και Εμμανουήλ Μοδάτσος.

Την επομένη (25 Σεπτεμβρίου) τα μέλη της Κυβερνήσεως της Κρήτης έδωσαν ενώπιον του επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου όρκο στο όνομα του Βασιλέως των Ελλήνων. Η Κρητική Βουλή με τη σειρά της επικύρωσε τα ψηφίσματα της ένωσης, εξέδωσε επίσης δικό της πανηγυρικό ψήφισμα και προχώρησε στην κατάργηση της Αρμοστείας. Το κρητικό Σύνταγμα καταργήθηκε και και εισήχθη το ελληνικό. Η ελληνική κυβέρνηση υπέδειξε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη να μην επιστρέψει στην Κρήτη, όπου νέα Προσωρινή Κυβέρνηση σχηματίστηκε από τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Μίνωα Πιτυχάκη, Εμμανουήλ Λογιάδη, Χαράλαμπο Πωλογεώργη, με Πρόεδρο τον Αντώνιο Μιχελιδάκη. Η ελληνική Κυβέρνηση, για να αποφύγει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και τις διεθνείς περιπλοκές, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της ένωσης και περιορίστηκε σε παρασκηνιακές οδηγίες.

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Το Κρητικό Ζήτημα χρειάστηκε πέντε χρόνια ακόμα συνεχούς αγώνα για να λυθεί οριστικά. Η επιτυχής έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων επέφερε, όπως αναμενόταν, και την πολυπόθητη λύση του Κρητικού Ζητήματος. Με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματα του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μεγάλες Δυνάμεις. Με την ιδιαίτερη μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας Συνθήκη της 1ης Νοεμβρίου 1913 ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας στην Κρήτη. Η προσάρτηση της νήσου στην Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Με προκήρυξη που απηύθηνε στον κρητικό λαό ο Στέφανος Δραγούμης στις 28 Νοεμβρίου 1913, γνωστοποιούσε την άφιξη του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στα Χανιά, για την επίσημη ανακήρυξη της ένωσης, την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1913. Οι λαϊκές εκδηλώσεις υπήρξαν πρωτοφανείς. Αιώνες αγώνων, αιμάτων και δακρύων, έβρισκαν πια την ιστορική τους δικαίωση. Κατά την επίσημη τελετή η ελληνική σημαία υψώθηκε στο φρούριο του Φιρκά. Στο ίδιο σημείο, όπου άλλοτε υψωνόταν η τουρκική σημαία, στήθηκε μαρμάρινη επιγραφή που έγραφε:

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ

1669-1913

ΗΤΟΙ 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ

ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ

Πηγή: Ιστορία της Κρήτης, Θεοχάρης Δετοράκης, 1990

Πηγή: https://www.militaire.gr/24-σεπτεμβρίου-1908-η-κήρυξη-της-ένωσης-της-κ/

Ο Γεώργιος Κονδύλης (1879-1936)

Ο Γεώργιος Κονδύλης (14 Αυγούστου 1879 – 31 Ιανουαρίου 1936) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά από δύο πραξικοπήματα, αντιβασιλέας, πολλές φορές βουλευτής και υπουργός.

Ο Γεώργιος Κονδύλης
Ο Γεώργιος Κονδύλης το 1932

Πρώτα χρόνια και Βαλκανικοί Πόλεμοι

Γεννήθηκε στον Προυσό Ευρυτανίας. Σε ηλικία 17 ετών κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό (πεζικό) και συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση του 1896. Το 1900 ήταν υποψήφιος για τη Σχολή Υπαξιωματικών, όμως τον απέρριψαν λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του. Αργότερα, έχοντας το βαθμό του λοχία στο στράτευμα, υπήρξε οπλαρχηγός με δική του αντάρτικη ομάδα στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) στην περιοχή Καστοριάς και Μοριχόβου. Το 1909, επιλοχίας πλέον, συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1910 στάλθηκε σε ειδική αποστολή ως δάσκαλος στο χωριό Οργάς της Ανατολικής Θράκης, οπότε και προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Κατόπιν, ως υπολοχαγός στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα της υπό τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη 5ης Μεραρχίας. Διακριθείς στους πολέμους αυτούς προήχθη σε λοχαγό. Το 1915 λόγω των σημαντικών ικανοτήτων του αλλά και της φιλοβενιζελικής του τότε στάσης τοποθετήθηκε αξιωματικός του Επιτελείου της 6ης Μεραρχίας, παρότι δεν προερχόταν από τη Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική δράση

Ο Γεώργιος Κονδύλης κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου (1916-1918). Ειδικότερα, το 1916 με την έκρηξη του Κινήματος της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας σ΄ αυτό προήχθη σε ταγματάρχη και τέθηκε επικεφαλής των ταγμάτων του λεγόμενου Στρατού Εθνικής Αμύνης.Κατηγορήθηκε γιά εκτελέσεις στην Χαλκιδική κάποιων που δεν ήθελαν να στρατευθούν στό κίνημα .Αναλαμβάνοντας στη συνέχεια διοικητής του συντάγματος Σερρών,συμμετείχε στη μάχη του Σκρα όπου διακριθείς προήχθη κατ΄ εκλογή σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του συντάγματος Καλαμών. Συμμετέχοντας στην εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) ως διοικητής συντάγματος της 13ης Μεραρχίας, προήχθη σε συνταγματάρχη. Με το άδοξο τέλος της τελευταίας στάλθηκε στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία (1919-1920), όπου έδρασε κυρίως στην περιοχή Σαλιχλή. Απέδρασε από την Τουρκία ντυμένος σαν απλός φαντάρος, με τη βοήθεια του Αριστείδη Βέττου του Ζήκου από την Κεραμίτσα Θεσπρωτίας, ο οποίος ήταν ταχυδρόμος των Ελλήνων στρατιωτών, φοβούμενος απόπειρα δολοφονίας από την ελληνική κυβέρνηση. Όταν έφτασε σώος στην πατρίδα, υποσχέθηκε στον ταχυδρόμο ότι όταν έρθει στα πράγματα θα τον βοηθήσει, όπως και έγινε, αφού τον διόρισε στα ΤΤΤ, τον μετέπειτα ΟΤΕ.
Μετά τις εκλογές του 1920 (1 Νοεμβρίου), εγκατέλειψε τη μονάδα του και εγκαταστάθηκε αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση στην τότε νέα φιλοβασιλική ελληνική κυβέρνηση. Με το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 επανήλθε στο στρατό και τοποθετήθηκε διοικητής της Μεραρχίας Κρήτης της Στρατιάς Έβρου, την οποία και αναδιοργάνωσε. Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου (1923) βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όπου και ανέλαβε ο ίδιος την καταστολή του, και στη συνέχεια έφτασε στην Αττική όπου και κατόρθωσε παρά τον Κιθαιρώνα να εξαναγκάσει τα επαναστατικά εκεί στρατεύματα να παραιτηθούν των ενεργειών τους. Για την ταχύτατη αυτή δράση του αποκαλείτο “Κεραυνός”.
Κατόπιν παραίτησής του, αποστρατεύθηκε τον ίδιο χρόνο με το βαθμό του υποστρατήγου. Ως αξιωματικός αναδείχθηκε, κυρίως, για το θάρρος που επέδειξε στις μάχες, την εν γένει αποφασιστικότητα, αλλά και για τις στρατηγικές του ικανότητες.

Πολιτική δράση – 1η Πρωθυπουργία

Αμέσως μετά την αποστράτευσή του το Νοέμβριο του 1923, ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέχτηκε βουλευτής Ροδόπης στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση, όπου και ηγήθηκε του μικρού Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, με το οποίο και επιτέθηκε με δριμύτητα κατά των κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Καφαντάρη, θεωρώντας τις τελείως ξένες προς τους δημοκρατικούς θεσμούς (πλέον είχε απομακρυνθεί ο Κονδύλης από το βενιζελικό στρατόπεδο). Στις 12 Μαρτίου του 1924 επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Παπαναστασίου ανέλαβε επί τρίμηνο υπουργός των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου του 1924 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Μιχαλακόπουλου ορκίσθηκε υπουργός των Εσωτερικών, θέση από την οποία και παραιτήθηκε λίγο πριν τη δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου (Ιούνιος 1925). Τάχθηκε όμως αμέσως κατά της δικτατορίας, παρασύροντας στρατιωτικές φρουρές σε ένοπλη εξέγερση, και την ανέτρεψε στις 21 Αυγούστου του 1926, συλλαμβάνοντας στις Σπέτσες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θεόδωρο Πάγκαλο και άλλους οπαδούς του. Κατόπιν ορκίσθηκε Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Στρατιωτικών και των Ναυτικών. Πρώτο του έργο ήταν να αποκαταστήσει στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και να προκηρύξει εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου του 1926. Οι εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχε ο ίδιος και το κόμμα του, διενεργήθηκαν άψογα και αδιάβλητα. Όταν στις 4 Δεκεμβρίου σχηματίσθηκε η Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ο Κονδύλης παρέδωσε την εξουσία.

Αργότερα, στις εκλογές του Αυγούστου 1928 εξελέγη βουλευτής Καβάλας, οπότε και μετονόμασε το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε ιδρύσει, σε Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1932 το κόμμα του συνεργάσθηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέχθηκε βουλευτής Τρικάλων. Όταν το Λαϊκό Κόμμα αναγνώρισε την Αβασίλευτη Δημοκρατία, συνεργάσθηκε με αυτό αναλαμβάνοντας έτσι στην πρώτη κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη το υπουργείο Στρατιωτικών, στο οποίο και παρέμεινε μέχρι τις 16 Ιανουαρίου του 1933, όταν ανατράπηκε η κυβέρνηση Τσαλδάρη από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 συνεργάσθηκε με το Λαϊκό Κόμμα, και στη νέα κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη που αναδείχθηκε μετά και την καταστολή του Κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Στρατιωτικών (10 Μαρτίου 1933), και λίγο αργότερα στις 5 Απριλίου την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης.

Όταν το 1935 εκδηλώθηκε το βενιζελικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 υπό του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, ο Γεώργιος Κονδύλης συνέβαλε στην άμεση καταστολή και συντριβή του, μετά τις οποίες ακολούθησαν σειρές δικών από έκτακτα στρατοδικεία. Μετά τις εκλογές της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (9 Ιουνίου 1935), όπου το κόμμα του κατέλαβε 33 έδρες στη Βουλή, πεπεισμένος ότι η κρατούσα τότε πολιτική κατάσταση δεν παρείχε ασφάλεια και ηρεμία, και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματα του ελληνικού λαού, τάχθηκε με δηλώσεις του υπέρ της επαναφοράς της Βασιλείας, σχεδιασμός που τον εξυπηρετούσε και πολιτικώς. Έτσι, στις 5 Ιουλίου του 1935 μέσα στη Βουλή εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του υπέρ της Βασιλείας. Το λόγο αυτό η κυβέρνηση δέχθηκε θετικά και υποσχέθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

2η Πρωθυπουργία

Παρά ταύτα, οι διάφορες κωλυσιεργίες και αναβολές προσδιορισμού του δημοψηφίσματος, καθώς και οι φόβοι εκδήλωσης τυχόν νέων κινημάτων, οδηγούν τους αρχηγούς των τριών όπλων, υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο (διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού στην Αθήνα), υποναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου (αρχηγό ΓΕΝ) και υποστράτηγο Αεροπορίας Γεώργιο Ρέππα (αρχηγό ΓΕΑ), υπό τον Γ. Κονδύλη, στον πραξικοπηματικό εξαναγκασμό του Παναγή Τσαλδάρη σε άμεση παραίτηση με την επίδοση τελεσιγραφικού διαβήματος, μπλοκάροντας στις 10 Οκτωβρίου 1935 καθ’ οδόν το όχημα που τον μετέφερε από την οικία του στο κέντρο, επί της λεωφόρου Κηφισίας, στο ύψος περίπου του Γηροκομείου. Έτσι το ίδιο βράδυ ο Κονδύλης ορκίζεται στη Βουλή Πρόεδρος της Κυβέρνησης και σχηματίζει την Κυβέρνηση Κονδύλη του 1935 με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Θεοτόκη, και καταργεί με ψήφισμα στη Βουλή την Αβασίλευτη Δημοκρατία υπέρ της Βασιλευομένης. Η δε Βουλή αναθέτει την Αντιβασιλεία στον Γ. Κονδύλη μέχρι τον ερχομό του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα.

Με το Δημοψήφισμα του 1935 που ακολούθησε, επανήλθε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Λίγες όμως ημέρες αργότερα ο Κονδύλης διαφώνησε με τον βασιλιά για το θέμα της παροχής αμνηστίας των κινηματιών της 1ης Μαρτίου 1935, στο οποίο αντιτασσόταν ο πρώτος πεισματικά, όμως ο βασιλιάς επέμενε στη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων παρατάξεων που θα εξασφάλιζε αρχικώς το θρόνο του. Συνέπεια αυτού ήταν ο βασιλιάς να τον αναγκάσει σε παραίτηση στις 30 Νοεμβρίου 1935.

Τέλος του Γεωργίου Κονδύλη

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, στις 12:30 το μεσημέρι, από συγκοπή καρδιάς, σε ηλικία 57 ετών. Ύστερα από απαίτηση του βασιλιά Γεώργιου Β’ να του αποδοθούν δημόσιες τιμές, το σώμα του ταριχεύτηκε από γιατρούς και νοσοκόμους του Ερυθρού Σταυρού. Μετά την ταρίχευση, ο γλύπτης Γεώργιος Δημητριάδης πήρε το γύψινο εκμαγείο του για την κατασκευή προτομής. Το σώμα του τοποθετήθηκε σε μεγάλο φέρετρο με γυάλινο καπάκι και πλήθος κόσμος συνέρρευσε στην οικία του του για να τον αποχαιρετήσει. Την 1η Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, και τέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα. Το απόγευμα της 2ας Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε με το τρένο στα Τρίκαλα, για να ταφεί δίπλα στον τάφο της μητέρας του, όπως ήταν η επιθυμία του.

Επίσημη αναφορά στο έργο του έγινε σε ειδική τελετή της Βουλής στις 22 Απριλίου του 1936.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Κονδύλης

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου είναι εκείνη η συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1913 μεταξύ Βουλγαρίας, από τη μια μεριά, και της Ελλάδας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας από την άλλη.

Τα εδάφη της Ελλάδας μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου
Η Ελλάδα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου

Όροι της Συνθήκης του Βουκουρεστίου

Το άρθρο 4 πρόβλεπε την χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφογραμμής του όρους Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο. Τα βόρεια σύνορα διέρχονταν ανάμεσα από το Μοναστήρι και τη Φλώρινα και κατέληγαν στη Δοϊράνη. Η δυτική Θράκη επιδικαζόταν οριστικά στη Βουλγαρία, ενώ η Τουρκία ανακτούσε το ανατολικό τμήμα της, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση της Αίνου, του Διδυμοτείχου και της Αδριανουπόλεως. Τα τελευταία άρθρα καθόριζαν τους όρους για την εκκένωση του βουλγαρικού εδάφους από τα ξένα στρατεύματα και την αμοιβαία απόδοση των αιχμαλώτων.

Δύο μέρες αργότερα, με πρωτοβουλία του Ελευθερίου Βενιζέλου συνομολογήθηκε τετραμερές μυστικό πρωτόκολλο που εγγυόταν την αμοιβαία διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου σε περίπτωση μη επικυρώσεως της συνθήκης από τη Βουλγαρία. Στο πλαίσιο των διμερών διακυβερνητικών επαφών Ελλάδας και Ρουμανίας είχε προβλεφθεί, στις 5 Αυγούστου, με ανταλλαγή επιστολών από τους πρωθυπουργούς των δύο χωρών, η σύσταση επισκοπής και η παροχή αυτονομίας στις σχολές και τις εκκλησίες των Κουτσοβλάχων στα νεοπροσκτηθέντα ελληνικά εδάφη. Η παραχώρηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη όχι μόνο από την εξασφάλιση της συμπαραστάσεως του Βουκουρεστίου στη διεκδίκηση της Καβάλας, αλλά και για την εξισορρόπηση ανάλογης παραχωρήσεως της Βουλγαρίας, στο περιθώριο της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου.

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου για την Ελλάδα

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, χωρίς να εκφράζει την ολοκληρωτική δικαίωση, αποτέλεσε γενναίο βήμα στην πορεία για την εκπλήρωση των εθνικών προσδοκιών. Στη σύνθεση των νέων παραγόντων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, που έτειναν να δώσουν νέα μορφή και υπόσταση στη διεθνή παρουσία της Ελλάδας, δεσπόζει η σημαντική διεύρυνση, ο ουσιαστικός διπλασιασμός, της ελληνικής εδαφικής επικράτειας. Η εδαφική έκταση του ελληνικού κράτους από τα 63.211 έφτασε στα 120.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η εντυπωσιακή αυτή μεγέθυνση, πέρα από την ποσοτική της αποτίμηση, θα όφειλε να συναρτηθεί με την επισήμανση των ειδικότερων πλεονεκτημάτων που συνεπαγόταν η προσάρτηση επαρχιών με αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όπως η Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου. Παρά την έλλειψη στερεάς σπονδυλικής στήλης, η νέα Ελλάδα ενίσχυε σημαντικά την παράκτια διάσταση της. Η επέκταση ως τον ποταμό Νέστο κάλυπτε, με επίκεντρο τον καίριο στρατηγικό κόμβο της Θεσσαλονίκης, το μέγιστο μέρος των νοτίων παραλίων της Βαλκανικής Χερσονήσου, προκεχωρημένου τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου προς την κατεύθυνση της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Η κυριαρχική παρουσία στη νευραλγική ζώνη του Αιγαίου ενίσχυε τη σημασία του ελληνικού χώρου για τον έλεγχο των θαλάσσιων διαβάσεων και για την στρατηγική στήριξη στο ευαίσθητο τρίγωνο Δαρδανελλίων-Γιβραλτάρ-Σουέζ.

Η διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας συνοδευόταν, από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμιακού δυναμικού της, από 2.631.912 σε 4.718.221 κατοίκους. Το φαινόμενο αυτό, πέρα από την ευεργετική επίδραση στον τομέα κάθε παραγωγικής διαδικασίας, συνέβαλλε αποφασιστικά στην επαύξηση της ισχύος της χώρας και στη ριζική βελτίωση βελτίωση της διεθνούς θέσης της. Η υπερκέραση, σε σημαντικό βαθμό, των εγγενών αδυναμιών που είχαν ως τότε περιστείλει την αποδοτικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπογραμμιζόταν από την προσάρτηση εδαφών πρόσφορων να συντελέσουν στη ριζική αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Η επέκταση προς την κατεύθυνση της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Μακεδονίας, συντελούσε στην εξασφάλιση αξιόλογων πλουτοπαραγωγικών πηγών που προορίζονταν να ανεβάσουν αισθητά τον ποιοτικό και ποσοτικό δείκτη της αγροτικής παραγωγής, να ενισχύσουν τις προϋποθέσεις για την εκβιομηχάνιση και, γενικότερα, να συντελέσουν καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η μερική, τουλάχιστον, απαλλαγή από τη χρόνια παραγωγική καχεξία που απέρρεε από τη στενότητα και την πενία του ελλαδικού χώρου επέτρεπε την αποτελεσματικότερη αναζήτηση τρόπων και μεθόδων ικανών να συμβάλλουν στην περισσότερο ισόρροπη σχέση της Ελλάδας με τα ισχυρότερα μέλη της διεθνούς κοινότητας.

Σε αναζήτηση των παραγόντων που επέδρασαν καθοριστικά στη βελτίωση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας, θα ήταν δυνατό, πέρα από τα αντικειμενικά στοιχεία, να γένει μνεία και ορισμένων υποκειμενικών, περισσότερο, παραγόντων. Προς την κατεύθυνση αυτή, θα ήταν αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι η ευόδωση της πολεμικής προσπάθειας και η πρόσκτηση εδαφών σε έκταση που άγγιζε, αν δεν ξεπερνούσε, τις άμεσες προσδοκίες της υπεύθυνης ηγεσίας της χώρας, είχε εύλογα δημιουργήσει κλίμα γενικής ευφορίας και αισιοδοξίας στους κόλπους της εθνικής οικογένειας. Το αίσθημα αυτό δεν αποτελούσε την απόρροια στιγμιαίων ή ανεδαφικών συναισθηματικών παρορμήσεων. Αντίθετα, είχε ως αφετηρία συγκεκριμένα επιτεύγματα που εξασφαλίστηκαν με αιματηρούς αγώνες. Η πίστη στις δυνάμεις του έθνους και του λαού διασταυρώνονταν με την έξαρση της ανάγκης για διαφύλαξη της εθνικής ομοψυχίας, η οποία και είχε αποφασιστικά συμβάλει στη θετική έκβαση της μεγάλης προσπάθειας. Πέρα όμως από το διάχυτο αυτό αίσθημα, θα ήταν δυνατό να επισημανθούν στο χώρο της νέας Ελλάδας και άλλες ποιοτικές μεταβολές. Το ελεύθερο τμήμα του έθνους εμπλουτιζόταν με τη δυναμική παρουσία πληθυσμιακών ομάδων που εισέφεραν τα βιώματα, τις εμπειρίες και τις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η επαναθεώρηση και η γονιμοποίηση των σταθερών προσανατολισμών και των καθιερωμένων αξιών άνοιγε νέους ορίζοντες και πρόσθετε νέες παραμέτρους στην πολιτική και πνευματική ζωή του έθνους.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης

Ο Ίων Δραγούμης ήταν ο πέμπτος γιος του αρχικά δικαστικού και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1878. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από το Βογατσικό της Καστοριάς κάτι που θα φανεί πως τον επηρέασε ιδιαίτερα στη γεωγραφία των λογοτεχνικών του κειμένων, στα μέρη, δηλαδή, που τοποθετεί τη δράση τους.

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός, λογοτέχνης.
Ο Ίων Δραγούμης

Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, ο Ίων Δραγούμης θα εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Νομική Σχολή, τα μαθήματα τς οποίας θα παρακολουθήσει έως το 1897, όταν και θα καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, που κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, τον λεγόμενο ”Ατυχή πόλεμο”.

Το 1899 θα εισέλθει στο διπλωματικό σώμα και το 1902 με το βαθμό του υποπρόξενου θα τοποθετηθεί στο Γενικό Προξενείο του Μοναστηρίου. Από τη θέση αυτή, δεδομένων των διασυνδέσεων που δημιούργησε με τη συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του, Παύλου Μελά, εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθόδοξων κατοίκων της Μακεδονίας κατά των Βουλγάρων σχισματικών, των γνωστών κομιτατζήδων, των οποίων οι βαρβαρότητες έφθασαν σε όρια μυθιστορηματικά, αγγίζοντας την οθωμανική σκληρότητα της πρώιμης οθωμανοκρατίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τοποθετήθηκε πρόξενος στις Σέρρες (1903), στον Πύργο της Βουλγαρίας, στη Φιλιππούπολη (1904), στην Αλεξανδρούπολη και στην Αλεξάνδρεια, όπου θα συναντήσει που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή του: την Πηνελόπη Δέλτα και τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Από εκεί, το 1907 ο Ίων Δραγούμης μετακινήθηκε στο προξενείο Κωνσταντινούπολης με το βαθμό του γραμματέα. Η παραμονή του εκεί θα συμπέσει με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 και τη ριζική αλλαγή που εκείνη συνεπάγεται στη μετέπειτα ιστορία της Ελλάδας. Οι προκηρύξεις των Νεοτούρκων ”περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία” φάνηκαν να ταυτίζονται και να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις του Δραγούμη, που θεωρούσαν ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πατρίδων στο ελληνικό κράτος, αλλά με τη ”δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα”. Ο Δραγούμης, κάτι που εν μέρει διακρίνεται και στη θεματολογία που επιλέγει στα έργα του, πίστευε στην ελληνοτουρκική συνεννόηση και φοβόταν τον από βορρά σλαβικό κίνδυνο. Σλάβοι είναι οι κομιτατζήδες που μάχονται οι Μακεδόνες.

Από το 1909 και εξής υπηρέτησε διαδοχικά στις πρεσβείες της Ρώμης και του Λονδίνου, αναμείχθηκε στο Επαναστατικό Κίνημα στο Γουδί (1909), ενώ το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο για την εμσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατή τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο επιτελείο του αρχιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου, γεγονός που υπολανθάνει στις περιγραφές των ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στα έργα του, και τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στα ελληνικά όπλα.

Ακολουθούν οι διορισμοί του, αρχικά, επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης, του Βερολίνου και το 1914 πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Τον Μάιο του 1915 ο Δραγούμης παραιτείται από τη διπλωματική υπηρεσία για να πολιτευθεί. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές της 31ης Μαΐου και εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Αρχικά θα υποστηρίξει το Βενιζέλο, αλλά στη συνέχεια θα έρθει σε ρήξη μαζί του, καθώς διέκρινε σημάδια αυταρχισμού και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Δείγμα της αντιβενιζελικής του στάσης ήταν η έκδοση τον Ιανουάριο του 1916 του περιοδικού Πολιτική Επιθεώρησις, που συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης.

Μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος το 1917 εξορίστηκε με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος του πολέμου το 1918. θα επανέλθει στην Ελλάδα για να εξοριστεί για δεύτερη φορά στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919 και ανέπτυξε δράση υπέρ της ‘‘Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως” , η οποία συσπείρωνε τότε όλους τους αντιβενιζελικούς και ο Ίων Δραγούμης θα αναδειχθεί σε έναν από τους ηγέτες της παράταξης.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου.

Ο Κωστής Παλαμάς από τις στήλες της καθημερινής θα του αφιερώσει, ελάχιστο φόρο τιμής στη φιλία τους, τη ”Νεκρική Ωδή”, τον επίλογο της ζωής του πολιτικού άνδρα που τόσο με τη ζωή, όσο και το έργο του θα στιγματίσει μια εποχή:

Λευκή, ας βαλθεί όπου έπεσες, κολώνα

(πως έπεσες, γραφή να μην το λέη)

λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα.

Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,

βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

Πηγή: Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Ίων Δραγούμης, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία