Αγία Σοφία (537-…)

Ο ιουστινιάνειος ναός της του Θεού Σοφίας είναι το μεγαλύτερο και το πλέον πολυδάπανο κτίριο που χτίστηκε ποτέ στο Βυζάντιο. Είναι το θρυλικό μνημείο-σύμβολο για τον ορθόδοξο κόσμο. Η Αγία Σοφία είναι συνδυασμός τρίκλιτης βασιλικής με περίκεντρο οικοδόμημα. Τα πλάγια κλίτη εδώ έχουν αρκετά περιορισμένες διαστάσεις, είναι διώροφα και μαζί με το νάρθηκα δίνουν την εντύπωση περιδρόμου στοάς που περιβάλλει τον κεντρικό τρουλλαίο πυρήνα.

Ο πρώτος ναός της του Θεού Σοφίας είναι ήταν μια απλή Βασιλική και άρχισε να χτίζεται επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ή επί του διαδόχου του και γιου του Κωνστάντιου Β’ και εγκαινιάστηκε το 360. Ο ναός αυτός κάηκε το 404. Αμέσως μετά χτίστηκε μια νέα Βασιλική που εγκαινιάστηκε το 415. Ο δεύτερος ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά στη Στάση του Νίκα το 532.

Αγία Σοφία
Κάτοψη της Αγίας Σοφίας

Αμέσως μετά ο Ιουστινιανός αποφάσισε να χτίσει το μοναδικό αυτό αρχιτεκτόνημα, που υπήρξε σταθμός στη βυζαντινή ναοδομία. Ο ναός ολοκληρώθηκε μέσα σε πεντέμισι χρόνια και εγκαινιάστηκε την 27η Δεκεμβρίου 537. Αρχιτέκτονες, «μηχανοποιοί» ήταν ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο. Και οι δύο ασχολούνταν περισσότερο με την θεωρία της στατικής, της κίνησης και τα μαθηματικά. Δεν είχαν μεγάλη πρακτική πείρα για την οργάνωση ενός τόσο μεγάλου έργου. Έγιναν αρχιτέκτονες όταν κλήθηκαν να εκτελέσουν τα σχέδια και τη στατική μελέτη ενός σύνθετου οικοδομήματος, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει απόπειρα να εκτελεστεί σε τόσο μεγάλη κλίμακα. σύνθετος αρχιτεκτονικός συνδυασμός δεν είχε καμιά στενή συγγένεια με προηγούμενους. Συνίσταται από στοιχεία που χρησιμοποιούνταν μεμονωμένα αλλά ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει προσπάθεια τέτοιας μορφής, να συνδεθούν μεταξύ τους. Τούτο δε θα συμβεί και μετά. Πράγματι ποτέ η Αγία Σοφία δεν αποτέλεσε αντικείμενο πιστής μίμησης στο σύνολο της, παρά μόνο σε επιμέρους στοιχεία.

Στη σημερινή μορφή του ο ναός της του Θεού Σοφίας δεν ακριβώς το ίδιο κτίριο που εγκαινιάστηκε το 537. Ο αρχικός τρούλλος ήταν, που ήταν 6μ. χαμηλότερος κατέρρευσε το 558. Ανακατασκευάστηκε με ψηλότερες αναλογίες από τον Ισίδωρο τον Νεότερο και τελείωσε το 563. Τότε επήλθαν και αλλαγές στη βάση του και ξαναχτίστηκαν οι τοίχοι του φωταγωγού κάτω από τα πλευρικά τόξα, ενώ προστέθηκαν και οι πλάγιες αντηρίδες. Ο τρούλλος ξανάπεσε το 989 και επισκευάστηκε από τον Αρμένιο Trdat. Για τελευταία φορά κατέρρευσε το ανατολικό του τμήμα το 1346. Το σχέδιο όμως του Ισίδωρου του Νεότερου δεν αλλοιώθηκε ουσιαστικά . Οι Τούρκοι προσέθεσαν μετά την Άλωση στις τέσσερις γωνίες μιναρέδες.

Το σχέδιο της Αγίας Σοφίας

Η κάτοψη του ναού είναι σχεδόν τετράγωνη (71Χ77μ). Μέσα στο τετράγωνο αυτό υψώνονται τέσσερις μεγάλοι πεσσοί, που συνδέονται ανά δύο με τόξα. Αυτά στη βόρεια και νότια πλευρά είναι απλά τόξα και μεταξύ των πεσσών διαμορφώνονται κιονοστοιχίες σε δύο ορόφους από τέσσερις κίονες κάτω και έξι επάνω, οι οποίοι στηρίζουν μεγάλο τύμπανο διάτρητο από τοξωτά παράθυρα. Στην ανατολική και δυτική πλευρά τα τόξα που συνδέουν τους πεσσούς αποτελούν τα μέτωπα δύο μεγάλων κογχών που απολήγουν σε τεταρτοσφαίριο. Τα δύο αυτά τεταρτοσφαίρια διευρύνονται κάτω με δύο διώροφες ημικυκλικές κόγχες που στηρίζονται στους μεγάλους πεσσούς, και σε μικρότερους κοντά στο ανατολικό και δυτικό τοίχο αντιστοίχως. Μεταξύ των μικρότερων κογχών διαμορφώνεται ανατολικά η αψίδα του Ιερού Βήματος και δυτικά η κύρια είσοδος στο ναό. Τα τεταρτοσφαίρια μεταφέρουν ένα μέρος των ωθήσεων του τρούλλου στους δευτερεύοντες πεσσούς, που βρίσκονται κοντά στους εξωτερικούς τοίχους.

Ο πελώριος τρούλλος, διαμέτρου 32μ., εδράζεται επάνω στα τέσσερα τόξα που συνδέουν τους τέσσερις μεγάλους κεντρικούς πεσσούς. Μεταξύ των τόξων διαμορφώνονται τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα ή «λοφία», που βοηθούν στη μετάβαση από το κεντρικό τετράγωνο, το οποίο ορίζουν οι πεσσοί, στην κυκλική βάση του τρούλλου. Ο τρούλλος δεν έχει κυλινδρικό τύμπανο, είναι απλώς ένα ημισφαίριο που πατά κατ΄ευθείαν επάνω στα τόξα. Στη βάση του τρούλλου μεταξύ των νευρώσεων ανοίγονται σαράντα τοξωτά παράθυρα, από όπου το διαχεόμενο φως δίνει την εντύπωση ότι ο τρούλλος αιωρείται.

Με την κάλυψη του κεντρικού τμήματος του ναού από το γιγαντιαίο τρούλλο και τα τεταρτοσφαίρια των κάτω από αυτόν ορόφων, που υποβαστάζονται με στηρίγματα απωθημένα προς τους εξωτερικούς τοίχους του ναού, επιτυγχάνεται ενότητα χώρου και ήρεμη ανάταση με τις επάλληλες καμπύλες επιφάνειες των οροφών. Η ενότητα αυτή επεκτείνεται και στα πλάγια κλίτη με τη ρυθμική αλληλουχία των τοξωτών ανοιγμάτων που γεφυρώνουν τα μεταξύ των ογκωδών πεσσών διαστήματα και επιτρέπουν την ήρεμη κίνηση του βλέμματος προς όλα τα σημεία του τεράστιου οικοδομήματος. Οι χώροι συγχέονται, το πραγματικό τους μέγεθος και ο όγκος της κατασκευής των στηριγμάτων κρύβεται κάτω από πολύχρωμη ορθομαρμάρωση και το παιχνίδισμα του φωτός που ξεχύνεται άπλετο σε κάθε σημείο του ναού από το πλήθος των παραθύρων και έτσι ο όγκος των στηριγμάτων εξαϋλώνεται.

Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε αίθριο με τρεις στοές που στηρίζονταν σε πεσσούς, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονταν ανά δύο κίονες. Στο αίθριο υπήρχε η κρήνη όπου ήταν χαραγμένη η επιγραφή:«ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ».

Στη ΝΔ γωνία του ναού υπήρχε το οκταγωνικό εσωτερικά βαπτιστήριο, ενώ στη ΒΑ υπήρχε το κυκλικό σκευοφυλάκιο.

Εντοίχια Ψηφιδωτά στην Αγία Σοφία

Τον 6ο αιώνα οι χριστιανικοί ναοί είχαν ανεικονικό διάκοσμο. Τον τρούλλο της Αγίας Σοφίας κοσμούσε μόνο ένας μεγάλος σταυρός και τον υπόλοιπο χώρο κάλυπταν φυτικά και γεωμετρικά θέματα, από τα οποία σήμερα σώζονται ελάχιστα.

Το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας κοσμήθηκε κατά τη διάρκεια των αιώνων με λαμπρά ψηφιδωτά. Δύο περίπου δεκαετίες μετά τη λήξη της εικονομαχίας το τεταρτοσφαίριο της αψίδας διακοσμήθηκε με μνημειακή παράσταση της Παναγίας ένθρονης, βρεφοκρατούσας. Στο εσωράχιο του τόξου του βήματος απεικονίστηκα οι Αρχάγγελοι. Σήμερα σώζεται μόνο ο Γαβριήλ και ίχνη της μορφής του Μιχαήλ. Η παράσταση της Αψίδας συνδέεται με μια ομιλία του Φωτίου που εκφωνήθηκε στις 29 Μαρτίου 867, οπότε χρονολογείται γύρω στα 867.

Την περίπου εποχή, πιθανότατα μετά στο σεισμό του 869, αντοκαταστάθηκε ο σταυρός της τρούλλου με τη μορφή του Χριστού Παντοκράτορα. Αυτή η εικόνα δε σώζεται σήμερα. Από επίγραμμα «αψίδι χειρών ως θρόνω των σων κάθη» πιθανολογείται ότι ο Χριστός απεικονιζόταν ολόσωμος καθισμένος πάνω σε ουράνιο τόξο. Το ψηφιδωτό αυτό θα επισκευάστηκε τουλάχιστον δύο φορές αφού ο τρούλλος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατέρρευσε εν μέρει το 989 και το 1346.

Την παράσταση του Παντοκράτορα περιέβαλλαν τέσσερα εξαπτέρυγα στα σφαιρικά τρίγωνα από τα οποία σήμερα διατηρούνται τα δύο των ανατολικών λοφίων. Τα δύο τεράστια τύμπανα του ναού, προς Βορρά και Νότο τα οποία διατρυπώνται από δύο σειρές παραθύρων και φέρουν στο κάτω τμήμα μια ζώνη από τυφλές κόγχες, διακοσμήθηκαν με ολόσωμες μορφές.

Πάνω από την είσοδο του νοτιοδυτικού διαμερίσματος εικονίζεται η Παναγία ένθρονη βρεφοκρατούσα ανάμεσα στους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Ιουστινιανό που της προσφέρουν ο πρώτος την Κωνσταντινούπολη και ο δεύτερος την Αγία Σοφία.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα της Αγίας Σοφίας που εκπροσωπεί ένα από τα πρώτα μεταεικονομαχικά προγράμματα – προσαρμοσμένο ωστόσο σε ένα παλαιοχριστιανικό ναό – περιελάμβανε τον Παντοκράτορα στον τρούλλο, την Παναγία στην αψίδα, μορφές αγγέλων, προφητών, ιεραρχών και αποστόλων στο ναό καθώς και ελάχιστες ευαγγελικές σκηνές.

Η διακόσμηση του ναού έγινε τον 9ο και 10ο αιώνα. Μέχρι τον 14ο αιώνα ο ναός εξακολουθούσε να διακοσμείται με ψηφιδωτά. Πρόκειται για επισκευές ή για μεμονωμένους αναθηματικούς πίνακες των αυτοκρατόρων.

Η Πεντηκοστή

Η Πεντηκοστή έλαβε χώρα την πεντηκοστή ημέρα από την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, κάθε χρόνο, εορτάζουμε με ιδιαίτερη λαμπρότητα την εορτή της Πεντηκοστής, μια ημέρα πριν την εορτή του Αγίου Πνεύματος, και αυτό διότι θεολογικά η ημέρα αυτή θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.

Η Πεντηκοστή
Η Πεντηκοστή

Η εορτή αυτή αντιστοιχεί με την επίσης μεγάλη ετήσια εορτή των Ιουδαίων η οποία στις Εβραϊκές Γραφές (Παλαιά Διαθήκη) αποκαλείται Γιορτή του Θερισμού ή Γιορτή των Εβδομάδων, η οποία ήταν καθαρά γεωργική εορτή με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Η τήρηση της λάβαινε χώρα την πεντηκοστή ημέρα μετά τις 16 Νισάν του Ιουδαϊκού ημερολογίου, την ημέρα κατά την οποία η κεφαλή κάθε οικογένειας προσέφερε στον Θεό ένα δεμάτι κριθάρι, που υποδήλωνε την επιθυμία για ειρηνική σχέση μαζί Του. Οι προσφορές για αυτή τη γεωργική γιορτή γίνονταν μέσω του ιερατείου αρχικά στην Σκηνή της Μαρτυρίας, ενώ αργότερα στον Ναό στην Ιερουσαλήμ.

Την ημέρα της Πεντηκοστής έλαβε χώρα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους 12 μαθητές (περιλαμβανομένων και των αποστόλων του Ιησού) οπότε, σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, έλαβαν Άγιο Πνεύμα μιλώντας σε ξένες γλώσσες (γλωσσολαλιά) «για τα θαυμαστά έργα του Θεού», γεγονός που έγινε αντιληπτό από Ιουδαίους και προσήλυτους που ήταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή των Εβδομάδων. Ως αποτέλεσμα, έπειτα και από το κήρυγμα του Πέτρου, βαφτίστηκαν εκείνη την ημέρα 3.000 νέα μέλη της χριστιανικής εκκλησίας. Εκείνη η ημέρα ήταν 50 ημέρες μετά την ανάσταση του Ιησού Χριστού που συνέπεσε στις 16 Νισάν.

Η «Πεντηκοστή» άρχισε να γιορτάζεται από τους αποστολικούς χρόνους είτε στο ναό των Ιεροσολύμων μαζί με τους Ιουδαίους, είτε χωριστά. Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς Πατέρες και συγγραφείς του β’ μισού του 4ου αιώνα γίνεται λόγος περί του εορτασμού από τους αποστολικούς χρόνους όπου κατά την εορτή αυτή γινόταν και η βάπτιση των κατηχουμένων όπου και για το λόγον αυτό συνεχίζεται και ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…».

Η Πεντηκοστή είναι εβδομαδιαία εορτή δηλαδή εορτάζεται όλες τις ημέρες της εβδομάδας με ιδιαίτερη έξαρση το Σάββατο. Από τις μεθεόρτιες ημέρες ξεχωρίζει η Δευτέρα που είναι αφιερωμένη στο Άγιο Πνεύμα, οπότε και επαναλαμβάνεται ομοίως όλη η ακολουθία της Κυριακής.

Πηγή: https://www.dogma.gr

Η εκπαιδευτική πολιτική

Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια εντάσσεται στο ευρύτερο κυβερνητικό έργο και είχε μακροπρόθεσμους σκοπούς και στόχους. Αντανακλά τη νέα κοινωνική δομή και το νέο πολιτικό σύστημα που επιδίωκε για την Ελλάδα ο Κυβερνήτης. Η παροχή ίσων ευκαιριών μόρφωσης σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ωριμότητα και χειραφέτηση τους.

Η εκπαιδευτική πολιτική

Η εκπαιδευτική πολιτική του Κυβερνήτη

Το περιεχόμενο της διδασκαλίας προσανατολίστηκε προς την ελληνοχριστιανική παράδοση, όπως τουλάχιστον διαπιστώνεται από το πρόγραμμα μαθημάτων και τις οδηγίες του ίδιου του Καποδίστρια και των συνεργατών του προς τους δασκάλους.

Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνική διαπαιδαγώγηση, στην ενίσχυση, δηλαδή, της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, στη δημιουργία εθνικών πολιτών, μελών εθνικού κράτους και τονίστηκε η σύζευξη θρησκείας και Παιδείας για την ανόρθωση των πολιτών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευθύνη των εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών θεμάτων ανατέθηκε στο ίδιο υπουργείο, την «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν», μια συνύπαρξη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, δείχνοντας τη σημασία θρησκείας και παιδείας στη νεοελληνική συνείδηση.

Μετά την Ελληνική Επανάσταση έφτασαν από τη Δύση στην Ελλάδα οι λεγόμενοι μισιονάριοι, οι οποίοι πρόθεση είχαν να βοηθήσουν την παιδεία των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας κράτησε επιφυλακτική στάση απέναντι τους και αυτό συνίσταται στην καχυποψία του Κυβερνήτη ως προς τα πραγματικά τους κίνητρα και τους σκοπούς τους. Αδιαμφισβήτητα η συμβολή των μισιοναρίων στην εκπαίδευση των ελληνόπουλων, ιδίως τον κοριτσιών ήταν σημαντική. Η έλλειψη των οικονομικών πόρων συνδυασμένη με την αγάπη των Ελλήνων για την Παιδεία διευκόλυνε το έργο των ιεραποστόλων, οι οποίοι έρχονταν αυτόκλητοι να καλύψουν τις ελλείψεις που παρουσίαζε η κρατική παιδεία. Η στάση του Κυβερνήτη ήταν ανεκτική απέναντι τους λόγω της ισχνότητας των κρατικών οικονομικών πόρων και της ωφέλειας που θα μπορούσε να προέλθει από την εκπαιδευτική και εκδοτική δραστηριότητα των ιεραποστόλων. Η δράση τους αναπτύχθηκε κυρίως στις Κυκλάδες και την Αθήνα, όπου ίδρυσαν σχολεία και έδωσαν έμφαση στη μόρφωση των κοριτσιών.

Κατά το σύντομο διάστημα της διακυβέρνησης του ο Καποδίστριας φρόντισε για την ίδρυση σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης σε όλες τις επαρχίες του κράτους και εισήγαγε ομοιόμορφο σύστημα διδασκαλίας, την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Επίσης, μερίμνησε για την ίδρυση και λειτουργία σχολείων μέσης βαθμίδας εκπαίδευσης, των λεγόμενων ελληνικών σχολείων, τα οποία λειτουργούσαν σχεδόν σε κάθε επαρχία, ενώ έδωσε βαρύτητα και στην επαγγελματική εκπαίδευση. Σε εύθετο χρόνο προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημίου, όταν όμως θα υπήρχαν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι αλλά και οι υποψήφιοι φοιτητές. Στην Αίγινα ίδρυσε το Ορφανοτροφείο Αρρένων, όπου λειτουργούσαν και επαγγελματικά εργαστήρια με σκοπό την εκμάθηση κάποιας βιοποριστικής τέχνης παράλληλα με την απόκτηση γραμματικών γνώσεων. Πρότυπο Σχολείο για την μόρφωση και επιμόρφωση των αλληλοδιδασκάλων, Κεντρικό Σχολείο για τη μόρφωση των δασκάλων των προτύπων ή ελληνικών σχολείων. Επίσης, δημιουργήθηκαν Πρότυπο Αγροκήπιο στην Τίρυνθα για τη διδασκαλία των σύγχρονων τρόπων γεωργικής καλλιέργειας και κτηνοτροφίας, Στρατιωτική Σχολή στο Ναύπλιο, Εκκλησιαστικό Σχολείο στη μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο για την εκπαίδευση των μελλοντικών κληρικών. Στην Ερμούπολη η προσπάθεια των εμπόρων της πόλης για ίδρυση εμπορικού σχολείου βρήκε υποστηρικτή τον Κυβερνήτη.

Πολύ σημαντική υπήρξε η φροντίδα του για τα παιδιά των αγωνιστών της Επανάστασης, στέλνοντας τα στα σχολεία της Ευρώπης, ως ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της προσφοράς των πατέρων τους προς το έθνος. Διατηρούσε, μάλιστα, αλληλογραφία μαζί τους και ζητούσε από τους συνεργάτες του διαρκή ενημέρωση.

Στο ενδιαφέρον του Καποδίστρια για την παιδεία εντάσσεται και έκδοση του φιλολογικού περιοδικού «Η Αιγιναία», η ίδρυση στην Αίγινα Εθνικής Τυπογραφίας, Εθνικού Μουσείου για την περισυλλογή αρχαιοτήτων και Βιβλιοθήκης, όπου συγκεντρώνονταν βιβλία προερχόμενα από δωρεές Ελλήνων του εξωτερικού, καθώς και αυτών που εξέδιδε το Εθνικό Τυπογραφείο. Στα ιδρύματα αυτά υπεύθυνος ήταν ο Ανδρέας Μουστοξύδης.

Τους οικονομικούς πόρους για την αντιμετώπιση των εξόδων συντήρησης των σχολείων ο Κυβερνήτης προσπάθησε να εξασφαλίσει με το θεσμό των προαιρετικών συνεισφορών, την αξιοποίηση της μοναστικής και εκκλησιαστικής περιουσίας, των επιτόπιων πόρων και των κληροδοτημάτων του εξωτερικού. Τα μέτρα αυτά, όμως, δεν είχαν καθολική επιτυχία. Ιδιαίτερα στο θέμα της συντήρησης των σχολείων από τα εισοδήματα των μονών και εκκλησιών, τα οποία ήταν μεγάλα, δεν υπήρξε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις προαιρετικών συνεισφορών πολλές μονές και ναοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και σε ορισμένες περιπτώσεις ορισμένα σχολεία συντηρήθηκαν από αυτά τα εισοδήματα. Ο φόβος όμως της Εκκλησίας ότι οι εθελοντικές συνεισφορές τους μετατραπούν σε υποχρεωτική φορολογία της περιουσίας της ανέστειλε κάθε προσπάθεια. Εκτός από τους οικονομικούς λόγους, η στάση αυτή της Εκκλησίας θα μπορούσε να αποδοθεί και σε ιδεολογικούς, εφόσον δεν είχε πλέον τον πρώτο λόγο στα εκπαιδευτικά θέματα. Ο Καποδίστριας από την πλευρά του έδειξε σχετική ελαστικότητα και επιδίωξε την προαιρετική συνεισφορά τους. Ίσως δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος να αντιμετωπίσει σθεναρά αυτό το κατεστημένο και να δημιουργήσει ένα επιπλέον μέτωπο. Ίσως λόγω του έντονου θρησκευτικού του συναισθήματος ήλπιζε στην εθελοντική συνεισφορά της Εκκλησίας.

Σοβαρές αντιξοότητες για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων αποτελούσαν η ελλιπής υλικοτεχνική υποδομή τους, η ανεπάρκεια διδακτικών βιβλίων και εποπτικών μέσων διδασκαλίας, η έλλειψη καταρτισμένου διδακτικού προσωπικού, προβλήματα αναμενόμενα βεβαίως λόγω των δύσκολων συνθηκών της εποχής. Ανάλογα όμως πάντα με τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, το εκπαιδευτικό έργο του Κυβερνήτη υπήρξε σημαντικό.

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

«Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς» είναι βιβλίο του Ανδρέα Λασκαράτου. Σε αυτό το έργο ο συγγραφέας σατιρίζει και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της κεφαλλονίτικης κοινωνίας και επικρίνει δηκτικά τον κλήρο. Όταν εκδίδεται, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων και φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Λασκαράτος καταγγέλλεται ως άθεος και αφορίζεται.

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Θρησκευτικά

Είναι ως από πολύν καιρό τώρα, Πανιερώτατε, που η ψυχή μου θλίβεται και λυπάται διά την πρόοδον της πλάνης στην κοινωνία μας. Και επειδή οι πλάνοι μεταχειρίζονται ως όργανον της αισχροκέρδειας τους την θρησκείαν, εσατίρισα πειρισσότερον από μίαν φοράν τις αισχροεργίες τους, στιγματίζοντας κατάχρησες διαφόρων ειδών. Αλλά οι πλάνοι τούτοι, εγγιγμένοι εις τα συμφέροντα τους, και μην ημπορόντες να ζητήσουνε μετά παρησίας ως και δια το σύστημα της πλάνης την ελευθερίαν του εμπορίου, εσυκοφαντήσανε τες σάτιρες μου ως αντίθρησκες, και μ’ εκατηφορήσανε ως άθεον. Η συκοφαντία τούτη, Πανιερώτατε, εξαγρίωσε εναντίον μου όλην την ανοησίαν του όχλου την οποίαν αυτοί καλλιεργούν και τρυγούν ησύχως εν καιρώ τω δέοντι.

Εγώ ημπορούσα, Πανιερώτατε, και μπορώ κάθε που θέλω, να κάμω αγάπη με τους πλάνους του Τόπου, επειδή φθάνει μόνον ναν τους υποσχεθώ να μη σατιρίσω πλέον εις το εξής το εμπόριο τους. Συνθήκη που, είμαι βέβαιος, ήθελε τήνε δεχθούνε ως και όντις ήθελε τους γυρέψω να μου βγάνουν το δέκατο ανέξοδο και ακοπίαστο. Τότε χάριν λόγου, η μαρμαρένιες εικόνες να μπορούνε να ιδρώνουν ελεύθερα, ο λαός να τρέχη να βλέπη και να πληρώνει το θαύμα, κ΄εγώ να μη μιλώ. Η Παναγία να βγαίνη όξου σε λιτανεία με μία βέστα μεταξωτή μισόφορη κρεμασμένη πίσω στο θρόνο της για να παρακινηόνται η φτωχές νοικοκυράδες να δίνουνε κ’ εκείνες τη δική τους, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι γαστάλδοι, οι ευλαβικώτατοι και φιλακόλουθοι γαστάλδοι να θρέφονται από τα έσοδα της εκκλησίας, αφήνοντες τη βυθισμένη στα χρέγια κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι πνευματικοί να ξετιμόνουνε τες αμαρτίες του όχλου, να πουσναρόνουνε την τιμήν της αφέσεως, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι ιερείς να πληρόνουνται τη μετάληψη χέρι με χέρι, κ’ εγώ να μη μιλώ. Να μη μιλώ βλέποντας τες εκκλησίες καταντημένες θρησκομάγαζα, τους ιερείς μαγαζιάτορες, και τους συναδέλφους αβεντόρους! Αβεντόροι που διεγείρουνε όλην τη θηριώδη ζηλοτυπία του μαγαζιάτορα ιερέα σε κάθε παραμικρό κίνημα για ν’ αλλάξουνε μαγαζί. Κ’ έπειτα απ’ όλα τούτα και χιλιάδες άλλα παρόμοια, να βλέπω στο φόρο, και σωπένω, τούτους τους θεοπαίχτιδες να καμόνονται πως ανατριχιάζουνε κάθε που βλέπουνε εκείνους τους οποίους αυτοί ονομάζουν άθεους, και να ξέρω πως οι άθεοι τούτοι, δεν είναι άλλο παρά τίμιοι άνθρωποι, οι οποίοι καταφρονούνε και απεχθάνονται τη διαγωγή των θεοπαιχτιδώνε.

Εγώ όμως, ούτε τα βρομερά τους ξεδούλια ορέγομαι, ούτε την οργήν του ανόητου όχλου ψηφάω. Προκρίνω εξεναντίας να ομολογώ την αλήθεια με όλην εκείνην την τόλμη που η αλήθεια η ίδια μου εμπνέει, και να γένω τοιουτοτρόπως ο ευεργέτης εκείνων των ιδίων ανοήτων, οι οποίοι διά τούτο ξαγριόνουνται εναντίον μου.

Εγώ δεν καταδέχομαι να προσποιηθώ και να κολακέψω τες πρόληψες του όχλου διά να έμπω στην εύνοιαν του. Εξεναντίας χτυπάω με θάρρος τες πρόληψες, και αδιαφορώ εις την αγανάκτησή του, καθώς αδιαφορώ και στα κλάματα των παιδιώνε μου όταν τους πλένω το πρόσωπο.

Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (Ληξούρι, 1811-1901) ήταν σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Μαθήτευσε στα ελληνικά και ιταλικά γράμματα με δασκάλους τους Νεόφυτο Βάμβα, Ανδρέα Κάλβο. Ήταν γνώριμος με τον Διονύσιο Σολωμό.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος
Ο Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Βίος του Ανδρέα Λασκαράτου

Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι Κεφαλληνίας την 1η Μαΐου του 1811. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας και στην Πίζα της Ιταλίας νομικές επιστήμες και για λίγο καιρό άσκησε τη δικηγορία στην Κεφαλλονιά.

Σε ηλικία 24 ετών παρουσιάστηκε στα γράμματα με το έμμετρο ευθυμογράφημά του «Το Ληξούρι εις τους 1836», που αποτελούσε μια εύθυμη σκιαγράφηση της ζωής του τόπου του, τους μικροκαυγάδες και τα έξυπνα κεφαλλονίτικα καθημερινά περιστατικά. Το 1846 παντρεύτηκε την Πηνελόπη Κοργιαλένιου, που υπήρξε το στήριγμα του στις δύσκολες στιγμές του βίου του. Το 1850 έθεσε υποψηφιότητα για τη Νομοθετική Συνέλευση των Επτανήσων αλλά αποτυγχάνει.

Η αρθρογραφία του προξένησε αντιδράσεις γι’ αυτό και έφυγε στο Λονδίνο, όπου δίδαξε ελληνικά και ιταλικά. Το 1854 εξέδωσε «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς». Αυτό το έργο του ξεσήκωσε φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας και ο Ανδρέας Λασκαράτος καταγγέλθηκε ως άθεος. Αφορίστηκε από την Εκκλησία. Η περιπετειώδης ζωή του συνεχίστηκε στην Ζάκυνθο και το Λονδίνο.

Το 1859 επέστρεψε στα Επτάνησα και μετά από σύντομο εγκλεισμό, άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος», συνεχίζοντας τον αγώνα για ηθική αναμόρφωση της κοινωνίας. Η ίδια η ζωή του ήταν σε όλα παράδειγμα ζωντανό για την θεωρία του. Εκδίδοντας όμως την περίφημη «Απόκριση στον αφορισμό του 1856» προκάλεσε νέες θύελλες.

Έτσι χωρίς οικονομικούς πόρους πια και μετά από αυτόν τον κατατρεγμό κατέφυγε στην Αθήνα όπου εφημερίδες εύκολα του παραχώρησαν τις στήλες τους. Σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ήρθε η αναγνώριση. Η Εκκλησία αναίρεσε το αφορισμό, ενώ λίγο καιρό μετά, σε ηλικία 90 ετών, πέθανε.

Ο Λασκαράτος ήταν εχθρός κάθε υποκρισίας, έντιμος, δεν δεχόταν υποκριτικές θρησκοληψίες, τους πατριωτικούς φανφαρισμούς, τη φτηνή πολιτική συναλλαγή. Υπήρξε βαθιά χριστιανός και θρησκευόμενος. Ήταν πάντα απέναντι από κάθε μικροπρέπεια και κάθε αγυρτία. Πολέμιος κάθε παραπλανητικής δεισιδαιμονίας, αλλά και πολλές φορές. λόγω της αριστοκρατικής καταγωγής του, μακριά από τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων. Γλαφυρός και πνευματώδης, καλός δημοτικιστής και με κεφαλλονίτικη σπιρτάδα μυαλού, μας άφησε έργο που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή της ελληνικής σατιρικής ποίησης.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος έγραψε

  • Στιχουργήματα
  • Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς
  • Ιδού ο άνθρωπος
  • Ποιήματα και ανέκδοτα
  • Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»
  • Απόκριση στον αφορισμό του 1856
  • Αυτοβιογραφία

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος (1403-1472)

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον) Βησσαρίων  (κατά Χριστόν) (1403-1472) ήταν Βυζαντινός κληρικός, καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας και Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ένας από τους επιφανείς λόγιους που συνέβαλαν στη σημαντική αναβίωση των γραμμάτων τον 15ο αιώνα. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος
Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος

Ο Βησσαρίων γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1403 και πέθανε στη Ραβένα το 1472. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη πρώτα, στη Σηλυβρία στη συνέχεια και τέλος στη Σχολή του Πλήθωνος Γεμιστού στο Μυστρά, όπου παρακολούθησε μαθήματα πλατωνικής φιλοσοφίας με ιδιαίτερη έμφαση στα μαθηματικά. Ο ίδιος ως «ισόβιος» μητροπολίτης Νικαίας και ως καρδινάλιος στην Καθολική Εκκλησία και παρολίγον Πάπας, διακρίθηκε στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οίκων Κωνσταντινουπόλεως και Τραπεζούντος, σε αποστολές παπών προς βασιλείς και αυτοκρατόρων προς δεσπότες, αποβλέποντας πάντοτε στην συγκρότηση κοινού μετώπου για την αποτροπή και απόκρουση των κατακτητικών σχεδίων των Τούρκων. Κυρίως, όμως διακρίθηκε για τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες για την ένωση των δύο Εκκλησιών και ως «διαιτητής» μεταξύ των δύο φιλοσόφων, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος και το κίνημα των Ησυχαστών

Ο ησυχασμός δεν αποτελεί αναβίωση του νεοπλατωνισμού όπως υποστηρίζεται, αλλά ένα είδος μυστικιστικού ευσεβισμού που έχει τις ρίζες του στη βυζαντινή μοναστηριακή παράδοση και που συμπεριφέρεται περιφρονητικά, τόσο προς τους κανονικούς βυζαντινούς κληρικούς όσο και προς τους «Έλληνες» τους οποίος υποπτευόταν ως κρυπτοειδωλολάτρες και διαφθορείς των νέων.

Διαθέτοντας μια έντονη εσωτερική πνευματικότητα, όπως κάθε μυστικισμός και ακολουθώντας τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και άλλους Έλληνες Πατέρες, ο ησυχασμός εισηγήθηκε την πραγματική διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού. Μία από τις άπειρες θείες ενέργειες που απορρέει από την ουσία του Θεού, είναι το «θείον και άκτιστον φως», το οποίο μπορούσε ο ησυχαστής να δει με τους σωματικούς οφθαλμούς -παρά τα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη. «Θεόν ουδείς εόρακε πώποτε» και με το οποίο επιτυγχάνεται η ένωση του ανθρώπου με τη βοήθεια της θείας χάριτος- διδασκαλία η οποία, για τους καλά εξοικειωμένους με την πλατωνική και την αριστοτελική παράδοση, δεν ήταν μόνο από φιλοσοφική σκοπιά, ανορθόλογη και αστεία, αλλά επρόκειτο, από θεολογικής απόψεως, για «διθεΐτες» ησυχαστές και ως εκ τούτου για εισηγητές μιας νέας μεθόδου. Η αρχική διαμάχη μεταξύ του Βαρλαάμ και του Παλαμά δεν φορούσε την αντίδραση του αριστοτελισμού προς τον πλατωνισμό αλλά γεννήθηκε από την αναζήτηση μιας καλύτερης μεθόδου για τη στήριξη της Ορθοδοξίας ενάντια στις επιθέσεις των αντιμαχόμενων Δυτικών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι μετά το θρίαμβο του ησυχαστικού κινήματος το 1341, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη των αντι-παλαμιτών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, και, κυρίως μετά το 1347, όταν ο ησυχασμός αναγνωρίστηκε ως επίσημη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, οι ησυχαστές έδειξαν απροθυμία στο να συνδράμουν την αυτοκρατορία στην αντιμετώπιση της επερχόμενης καταιγίδας από την Ανατολή, και να συντελέσουν στην επιβίωση της ως πολιτικής οντότητας, η οποία, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, εξαρτιόταν από τον προσεταιρισμό της Λατινικής Εκκλησίας και την ένωση των Εκκλησιών. Οι ησυχαστές και παλαμίτες όχι μόνο έδειξαν απροθυμία για οποιαδήποτε μορφή συνδιαλλαγής και οικουμενικού διαλόγου, αλλά πολλοί από αυτούς ήταν πρόθυμοι να δεχθούν μια Ορθοδοξία υπό την τουρκική κυριαρχία παρά μια συμφωνία υπό την λατινική κηδεμονία.

Τα αποτελέσματα της επικράτησης του ησυχαστικού κινήματος είναι κυρίως έκδηλα στη δημιουργία τριών αντιδραστικών προς τούτο ομάδων: των λατινόφρονων και αριστοτελικών σχολαστικών, των διαλλακτικών διαμεσολαβητών και ενωτικών. Η δεύτερη ομάδα μας ενδιαφέρει άμεσα, γιατί αυτή περιλαμβάνει τον Βησσαρίωνα, ο ρόλο του οποίου ήταν από άποψη χαρακτήρα και ενδιαφερόντων διαμεσολαβητικός. Ο ίδιος μπορούσε να μελετά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και τους σύγχρονους Λατίνους θεολόγους στο πρωτότυπο, να διατυπώνει τον αντι-παλαμισμό και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τη διάκριση ουσίας και θείων ενεργειών. Ήταν η πιο σημαντική, μετά τον Γεώργιο Γεμιστό ή τον Πλήθωνα προσωπικότητα που επηρέασε τη δυτική διανόηση κατά το 15ο αιώνα, καθώς και την έκβαση της ενωτικής προσπάθειας.

Αποτίμηση του έργου του Βησσαρίωνος

Ο Βησσαρίων που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τη Ιταλία και δεν έπαψε ποτέ να γράφει υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας, να στηρίζει τη διδασκαλία της και να αγωνίζεται για την ένωση των δύο Εκκλησιών, έτρεφε την ελπίδα ότι μια ενωτική Οικουμενική σύνοδος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην απόκρουση του εξ Ανατολών επερχόμενου κινδύνου. Η Σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας αποτελούσε για το Βησσαρίωνα τη μεγάλη ευκαιρία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αποτίμηση της συμβολής του Βησσαρίωνος στην ιταλική Αναγέννηση είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ευκολότερα με τη διαμεσολάβηση του στην «αντιμαχία των δύο φιλοσόφων», όπως αυτή αποτυπώνεται στη σχέση του, πρώτον, προς το διδάσκαλό του, το μεγάλο πλατωνιστή φιλόσοφο, τον Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα και δεύτερον, προς τον αντίπαλο του αριστοτελιστή Γεώργιο Τραπεζούντιο. Έτσι προδιαγράφονται οι τρεις αντίστοιχες κατευθύνσεις των επιδράσεων του καρδινάλιου: η συμφιλίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας με το εκκλησιαστικό δόγμα, η απόκρουση της σχολαστικής φιλοσοφίας και η προσαρμογή των ιταλικών αναγεννησιακών δημιουργημάτων στους αυστηρούς φιλοσοφικούς κανόνες.

Ο Βησσαρίων και ο κύκλος του ένια κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνοι για την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Πλήθωνος και της «αντιμαχίας των φιλοσόφων» στη Δύση. Στην πραγματικότητα, η παρουσίαση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την ερμηνεία και κατανόηση της αποδοχής του Πλάτωνος στο δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα.

Πηγή: Ε-ιστορικά

Ο Άγιος Βλάσιος (3ος-4ος αιώνας μ.Χ.)

Ο Άγιος Βλάσιος είναι ιερομάρτυρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν γιατρός και επίσκοπος Σεβαστείας. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου εκάστου έτους.

Ο Άγιος Βλάσιος

Ο Άγιος Βλάσιος, γιατρός και επίσκοπος

Ο Άγιος Βλάσιος καταγόταν από τη Σεβάστεια του Πόντου και έζησε στα χρόνια της αυτοκρατορίας του Λικινίου. Σπούδασε ιατρική και προσέφερε τη βοήθειά του σε ασθενείς χωρίς χρήματα. Εκτός, όμως, από ιατρικά βιβλία, διάβαζε και πολλά χριστιανικά, όπως και την Αγία Γραφή. Η αγάπη του για τον Χριστό ήταν μεγάλη και προσπαθούσε να τη μεταλαμπαδεύσει και στους γύρω του. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Εκκλησία τον ενέταξε στις τάξεις της και τον ανακήρυξε επίσκοπο Σεβαστείας.

Ωστόσο, μετά την ανακήρυξή του ως επίσκοπο, δεν είχε την ψυχική ηρεμία που αναζητούσε, με αποτέλεσμα, μετά από κάποιο καιρό, να αφήσει την έδρα του και να πάει να ασκητέψει στο Άργαιο όρος, όπου και έμενε σε μια σπηλιά. Εκεί, μακριά από την πόλη, βρήκε την ηρεμία που αναζητούσε. Προσευχόταν καθημερινά και είχε ως συντροφιά του τα άγρια ζώα που ζούσαν στο βουνό.

Κάποια μέρα, κυνηγοί που βρίσκονταν στο βουνό που ζούσε ο Άγιος Βλάσιος, είδαν αρκετά άγρια ζώα να κάθονται ήρεμα έξω από μια σπηλιά, στην οποία είδαν γονατιστό να προσεύχεται τον Άγιο.

Εντυπωσιασμένοι, αλλά και ξαφνιασμένοι από το θέαμα, πήγαν στον έπαρχο Αγρικόλα, στον οποίο και είπαν αυτό που είχαν αντικρίσει. Ο Αγρικόλας διέταξε στρατιώτες να ακολουθήσουν τους κυνηγούς και να του φέρουν τον μυστηριώδη άντρα που κατάφερε να δαμάσει τα άγρια ζώα. Μόλις τον συνέλαβαν, τον παρουσίασαν μπροστά στον ηγεμόνα τους, ο οποίος του ζήτησε αρχικά να απαρνηθεί τον Θεό που πιστεύει και να ασπαστεί τον ειδωλολατρισμό. Εκείνος, όπως ήταν φυσικό, αρνείται, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει το μαρτύριό του.

Τα μαρτύρια του Αγίου Βλασίου

Αρχικά οι φύλακες πήραν διαταγή να τον χτυπήσουν βάναυσα. Για αρκετή ώρα δέχθηκε τον θυμό τους και αναίσθητος ρίχθηκε στο κελί του. Όμως, άγγελος Κυρίου θεράπευσε τις πληγές του. Την επομένη, όταν παρουσιάστηκε και πάλι μπροστά στον έπαρχο (ο οποίος απέδωσε την επούλωση των πληγών στη μαγεία), του ζήτησε και πάλι να απαρνηθεί τον Χριστό. Η απάντηση ήταν η ίδια και διατάχθηκε η μαστίγωσή του. Οι πληγές του, όμως, θεραπεύτηκαν και πάλι. Ο Αγρικόλας, εξαγριωμένος, διατάζει να τον ρίξουν στη λίμνη. Εκεί, όμως, γίνεται κι άλλο θαύμα, το οποίο φυσικά οι άπιστοι το απέδωσαν στη μαγεία. Ο Άγιος Βλάσιος, όταν τον πέταξαν στη λίμνη, δεν βούλιαξε, αντιθέτως, έμεινε καθισμένος στην επιφάνειά της.

Μην μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, ο έπαρχος διατάζει τον αποκεφαλισμό του, ο οποίος και γίνεται στις 11 Φεβρουαρίου του 316μ.Χ.

Ο Άγιος Βλάσιος επικαλείται συχνά από ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ζωή τους, καθώς και από αυτούς που ταλαιπωρούνται από παθήσεις του λαιμού και του λάρυγγα.

Πηγή: https://www.ekklisiaonline.gr/nea/agios-vlasios-ta-martyria-ke-ta-thavmata/

Ο Άγιος Δημήτριος (280μ.Χ.-306μ.Χ.)

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου.

Ο άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Εικόνα στο Μουσείο Clinton Μασαχουσέτης.
Ο Άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης

Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (η μνήμη του οποίου εορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου) ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, ο Άγιος Δημήτριος, όμως, έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης

Το γνωστότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, αρκετά αλλοιωμένη σήμερα μετά τις αναστηλωτικές εργασίες που ακολούθησαν την πυρκαγιά του 1917.

Η βασιλική χτίστηκε πάνω στα ερείπια του λουτρού της ρωμαϊκής αγοράς, όπου κατά την παράδοση τάφηκε ο μάρτυς Δημήτριος το 303. Λίγο αργότερα, το 313, στο σημείο αυτό ιδρύθηκε ένα μικρό ορθογώνιο μαρτύριο, ο «οικίσκος» των πηγών, όπου ένα σταυρόσχημο όρυγμα, στη μέση του οποίου υψώνεται λιθόκτιστος τύμβος που περιείχε μικρή μαρμάρινη λάρνακα με φιαλίδιο γεμάτο αίμα του Αγίου. Αυτό ήταν το εγκαίνιο του ναού.

Η πρώτη μεγάλη βασιλική χρίστηκε πολύ αργότερα, πιθανότατα μέσα στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα σύμφωνα με τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα και όχι στις αρχές του 5ου αιώνα από τον έπαρχο Ιλλυρικού Λεόντιο, όπως το θέλει η παράδοση. Η πρώτη βασιλική καταστράφηκε από πυρκαγιά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου μεταξύ 629 και 634. Ο ναός ξαναχτίστηκε πάνω στα παλιά θεμέλια πολύ γρήγορα, το 640 με 650. Το 1917 καταστράφηκε ξανά από πυρκαγιά και αναστηλώθηκε αργότερα με βάση τα ερείπια της βασιλικής του 7ου αιώνα.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και νάρθηκα. Αβέβαιο είναι αν υπήρχε αίθριο, σώζεται όμως μαρμάρινη φιάλη. Προκειμένου το μνημείο να καλύψει το χώρο όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, δηλαδή το ρωμαϊκό λουτρό, το ανατολικό τμήμα της βασιλικής προσέλαβε αυτή την ακανόνιστη μορφή. Κάτω από αυτό διαμορφώθηκε το λουτρό σε κρύπτη. Στο ευρύχωρο εγκάρσιο κλίτος που εξέχει στα πλάγια του ναού οι κιονοστοιχίες κάμπτονται σχηματίζοντας Π.

Οι κίονες που χωρίζουν το μεσαίο κλίτος από τα πλάγια εναλλάσσονται με πεσσούς. Αυτή η εναλλαγή πεσσών και κιόνων θα γίνει στη συνέχεια από επίδραση του μνημείου αυτού συνηθισμένη στα Βαλκάνια. Επάνω στα πλάγια κλίτη υπήρχαν υπερώα.

Στη ΒΔ γωνία της βασιλικής είναι προσαρτημένα κτίσματα που προέρχονται από τα ρωμαϊκά λουτρά και θα χρησίμευαν πιθανώς ως βαπτιστήριο. Στη ΝΑ γωνία χτίστηκε το 10ο αιώνα το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου σε μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής που τοιχογραφήθηκε το 1303.

Στη δυτική πρόσοψη του ναού προστέθηκαν εσφαλμένα από τους αναστηλωτές δύο πύργοι, που θυμίζουν συριακά μνημεία και ασφαλώς δεν υπήρχαν στο παλαιοχριστιανικό κτίριο. Τα κιονόκρανα της βασιλικής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, γιατί κατά την αναστήλωση του 7ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν και παλαιότερα του 5ου και 6ου αιώνα. Σημαντικά για τη χρονολόγηση του ναού είναι αυτά που διατηρήθηκαν in situ από τον αρχικό ναό του 5ου αιώνα. Είναι θεοδοσιανά και συγγενεύουν με αυτά της βασιλικής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη που ανάγεται την 6η δεκαετία του 5ου αιώνα.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/vioi-agion/agios-dimitrios-giorti-simera-26-oktovriou-poioi-giortazoun/

Πηγή: «Παλαιοχριστιανική Τέχνη, Ναοδομία», Νίκος Γκιολές

Ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853)

Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 – 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος Νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.

Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.
Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.

Ο Βίος του Θεόφιλου Καΐρη

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Νικόλαος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.

Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών, τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στα 1802 ιδρύθηκε το Ελληνομουσείον, η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία από το Γρηγόριο Σαράφη και μαθηματικά και φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν το Λέσβιο. Ακολουθώντας τον Σαράφη συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο Δανιήλ Κεραμεύς και στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος. Το 1801 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος αλλάζοντας το όνομα του από Θωμάς σε Θεόφιλος. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι, και κατέληξε στην Πίζα, όπου σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική και παρακολούθησε μαθήματα φυσιολογίας στην ιατρική σχολή.

Το 1807 μετέβη στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του και συνδέθηκε στενά με το μεγάλο νεοέλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή.

Ο Θεόφιλος Καΐρης διδάσκει

Το 1808 προσκλήθηκε από τους Κυδωνιάτες προκρίτους να αναλάβει τη διεύθυνση της Σχολής τους στη θέση του Βενιαμίν του Λέσβιου, ο οποίος υπέφερε από τα μάτια του. Ο Καΐρης αρνήθηκε να διακόψει τη φοίτησή του. Στις 11 Ιουλίου 1810 επαναλήφθηκε η πρόσκληση προς τον Καΐρη και τότε επέστρεψε στις Κυδωνιές. Όμως οι έφοροι της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης θέλησαν να τον αποσπάσουν στη δική τους σχολή ως διευθυντή της. Πράγματι το Φεβρουάριο του 1811 ανέλαβε τη διεύθυνση της όμως στο τέλος του έτους απεχώρησε εξαιτίας της άρνησης των υπευθύνων να τηρήσουν την αρχική συμφωνία τους ως προς τις αποδοχές του και επέστρεψε στις Κυδωνίες. Στα 1812 αποχώρησε προσωρινά από την Ακαδημία Κυδωνιών λόγω των διαφωνιών μεταξύ Σαράφη και Βενιαμίν Λεσβίου και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Άνδρο.

Έπειτα από παράκληση των Κυδωνιατών επέστρεψε στην Ακαδημία (1814) και δίδαξε φυσική, μαθηματικά και χημεία. Εμπλούτισε, βοηθούμενος από τον Αδαμάντιο Κοραή, τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας με ελληνικά και ξένα συγγράμματα και την εφοδίασε με όργανα φυσικής, χημείας, αστρονομίας και γεωγραφίας. Το 1819 ίδρυσε στη Σχολή  τυπογραφείο. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά.

Δίδαξε στην Ακαδημία ως την καταστροφή των Κυδωνιών από τους Τούρκους στις 2 Ιουνίου του 1821. Έπειτα μαζί με εκατό μαθητές του πέρασαν στα Ψαρά, όπου με κήρυγμά του στο ναό του Αγίου Νικολάου προέτρεψε τους Ψαριανούς να ξεσηκωθούν. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Άνδρο και ύψωσε πρώτος την επαναστατική σημαία στις 10 Μαΐου 1821, σε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έως την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια

Κατά την Επανάσταση συμμετείχε στην εκστρατεία του Ολύμπου το Μάρτιο του 1822, με διοικητή το Γρηγόριο Σάλα, όπου και δέχθηκε τρία τραύματα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου με εντολή της Υπέρτατης Διοικήσεως συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από εξόριστους Κυδωνιάτες.

Παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822) χωρίς επίσημη ιδιότητα, επειδή δεν εκπροσωπούνταν οι Κυκλάδες. Τον Νοέμβριο του 1822 εκλέγεται από τους κατοίκους της Άνδρου πληρεξούσιος παραστάτης της Άνδρου για τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου – 27 Απριλίου 1823), ενώ στη συνέχεια είχε ενεργό συμμετοχή και το Μάιο του ίδιου έτους έγινε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία και διόρθωση των «εγκληματικών νόμων» και του «οργανισμού των δικαστηρίων». Στην επιδημία τύφου, που ξέσπασε στο Ναύπλιο το 1824, παρά την κλονισμένη υγεία του βοήθησε με αυταπάρνηση τους χειμαζόμενους.

Τον Απρίλιο του 1824 υπέβαλε παραίτηση από το αξίωμα του βουλευτή για λόγους υγείας, που έγινε δεκτή από το Βουλευτικό Σώμα με ευχαριστίες. Οι Ανδριώτες, όμως, επέμειναν να τους εκπροσωπεί στο Βουλευτικό. Το Σεπτέμβριο του 1824 επέστρεψε στην Πελοπόννησο ως παραστάτης Άνδρου για τη Γ’ Βουλευτική Περίοδο -ανέλαβε προσωρινά την προεδρία του Βουλευτικού Σώματος- και τον Οκτώβριο συμμετείχε σε επιτροπή για τη σύνταξη οργανισμού των επαρχιακών σχολείων.

Στα 1826 εξελέγη πληρεξούσιος Άνδρου για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (6 – 16 Απριλίου 1826), αλλά δεν συμμετείχε στις εργασίες της, επειδή διατελούσε μέλος του Βουλευτικού Σώματος.

Το 1828 ευρισκόμενος στην Αίγινα του ζητήθηκε να προσφωνήσει τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή υποδοχής στο μητροπολιτικό ναό στις 12 Ιανουαρίου 1828.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στα μετεπαναστατικά χρόνια

Έχοντας σκοπό την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης ταξιδεύει από το 1832 σε Ιταλία, Γαλλία,  Αγγλία, Αυστρία, Κάτω Ρωσία,  Μολδαβία και  Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών από ομογενείς.

Το 1835 ο Βασιλέας Όθωνας τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του την περίοδο του Αγώνα. Ο Καΐρης, όπως και ο άλλος διδάσκαλος του Γένους  Θεόκλητος Φαρμακίδης, σε μία πράξη αποδοκιμασίας προς το καθεστώς της αντιβασιλείας των Βαυαρών δεν απεδέχθη την τιμή. Την ίδια στάση κράτησε και όταν του προσεφέρθη η έδρα της Φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837).

Εγκαινίασε το Ορφανοτροφείο του το Σεπτέμβριο του 1835 δεχόμενος αρχικά τριάντα ορφανά και την επόμενη χρονιά το έθεσε σε πλήρη λειτουργία. Στη σχολή του ορφανοτροφείου διδάσκονταν όλα τα μαθήματα που παραδίδονταν στα ευρωπαϊκά σχολεία με τη βοήθεια σύγχρονων επιστημονικών οργάνων. Η παιδαγωγική μέθοδος του Καΐρη στηρίζονταν στην ελεύθερη έκφραση του μαθητή και το φιλελευθερισμό. Ο ίδιος μάλιστα ονόμαζε τα μαθήματα «συνδιαλέξεις». Μαθητές της σχολής δεν ήταν μόνο τα ορφανά αλλά και νέοι από εύπορες οικογένειες που επιθυμούσαν να διδαχτούν από τον πρωτοπόρο δάσκαλο.

Ο Θεόφιλος Καΐρης και η Θρησκεία

Ο Θεόφιλος Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική θρησκεία τη «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του τη θρησκευτική θεωρία θεωρήθηκε σύντομα αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από τη βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.

Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με τη ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.

Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά τη δήλωση του ότι δε δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»), αποφάσισε στις 23 Οκτωβρίου 1839 την καθαίρεση του, ως αρχηγού άλλης θρησκείας που ονομαζόταν «θεοσεβισμός». Ως Γραμματέας της Συνόδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπερασπίστηκε το φιλόσοφο και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να τον μετακινήσει από τις θέσεις του, προτείνοντας εν τέλει να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, όπως επιθυμούσε, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα. Στον αντίποδα ο κληρικός  Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων ηγήθηκε της συντηρητικής μερίδας που επιθυμούσε την εξόντωση του Καΐρη.

Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.

Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από τη χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839  το  Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής του στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και και την  θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.

Ο Θεόφιλος Καΐρης επιστρέφει στην Ελλάδα και δικάζεται

Με τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με τη βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.

Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου  να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου  1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.

Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και Συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη.

Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.

Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν τον τάφο του διδασκάλου τεμάχισαν τη σορό του και έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.

Οκτώ ημέρες μετά το θάνατό του ο Άρειος Πάγος με την υπ. αριθ. 19/19.1.1853 απόφασή του απάλλαξε των κατηγοριών και αθώωσε το Θεόφιλο Καΐρη.

Οι θρησκευτικές ιδέες του Θεόφιλου Καΐρη

Ο ίδιος ο Θεόφιλος Καΐρης δεν αυτοσυστηνόταν ως εισηγητής ή ιδρυτής νέας Θρησκείας ή νέας Εκκλησίας. Θεωρούσε τον Θεό ως μόνο δάσκαλο της Θεοσέβειας. Ο Καΐρης όριζε την Θεοσέβεια ως εκείνη τη δύναμη προς την οποία ο άνθρωπος προς «τον απόλυτον και απεριόριστον του υπέρτατου Όντος και Θεού των όλων τείνει σεβασμόν και εξ αυτού αναπτυχθείσα ενέργεια», είναι «εν πνεύματι και αληθεία του υψίστου και μόνου λατρευτέου Όντος άμεσος και έμμεσος λατρεία».

Για τον Χρήστο Γιανναρά επρόκειτο για μια ιδιότυπη θρησκοληψία μυστικιστικού ηθικισμού. Ο ίδιος συγγραφέας γενεαλογεί το θεωρητικό-μεταφυσικό και ηθικο-πρακτικό μέρος του Καΐρειου θρησκευτικού συστήματος στις μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες του Κοραή και γενικά των Διαφωτιστών. «Πρόκειται για ένα τυπικό Δεϊσμό». Για τον Γιάννη Καρά, Διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «ο Θεόφιλος Καΐρης δεν ήταν άθεος. Πιστεύει εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γη, ορατων τε πάντων και αοράτων».

Κριτική για τον Θεόφιλο Καΐρη

Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τον θεωρεί «ευσεβή και ζηλωτή κληρικό», ο οποίος όμως περιέπεσε σε πλάνες.«Ήταν προικισμένος με μεγάλες πνευματικές δυνάμεις, με τις οποίες μπορούσε πράγματι να αναγεννήσει την Ελλάδα, αλλά η θρησκευτική του πλάνη ανέκοψε απότομα το μορφωτικό του έργο». Για τον Γεώργιο Σκληρό, ο οποίος σε άρθρο του στον Νουμά επιθυμεί να καταδείξει τη διαφορά ανάμεσα σε μεταφυσική και διαλεκτική μέθοδο, λέει για τον Καΐρη, πως «καταδιώχτηκε». Έτσι πεθαίνουν όσοι «προτρέχουν της εποχής των». Για τον Charles Frazee, ο Καΐρης, «ήταν τοσο ατομιστής, ώστε υποβαθμιζόταν η διδασκαλία του». Όπως η Έλλη Σκοπετέα σημειώνει, ο Καΐρης ήταν «μοναδικής συνέπειας ζηλωτής των ιδεών του διαφωτισμού. Και από την παραφροσύνη, αν όχι και από την καταστροφή, τον σώζει η θεοσέβεια». «Προοδευτικός δάσκαλος πριν από την Επανάσταση, συνεπής στον θρησκευτικό του αντικομφορμισμό» για τον Κιτρομηλίδη.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόφιλος_Καΐρης

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469)

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (Φρα Φίλιππο ντι Τομμάζο Λίππι, 23 Ιουνίου 1406 – 9 Οκτωβρίου 1469) ήταν Ιταλός ζωγράφος.

 Fra Filippo Lippi
Fra Filippo Lippi

Ο Βίος του Fra Filippo Lippi

Τα πρώτα χρόνια του Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi, μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του πατέρα του Tommaso, έμεινε ένα φτωχό και απροστάτευτο αγόρι, αφού και η μητέρα του είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννηση του. Η Mona Lappacia (Μόνα Λαπάτσια), η αδελφή του πατέρα του, τον ανέλαβε και τον μεγάλωσε με πολύ κόπο ως τα οκτώ του χρόνια. Ύστερα όμως δε μπορούσε πια να τον κρατήσει και τον έδωσε να γίνει μοναχός στο μοναστήρι της Carmine. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη κλίση για όλες τις μηχανικές επιδόσεις και εφευρετικότητα, όμως στην εκμάθηση των επιστημών δεν είχε καμία επίδοση. Δεν ήθελε να ταλαιπωρεί το πνεύμα του με αυτές και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το αγόρι διατήρησε το κοσμικό του όνομα Filippo και τέθηκε κάτω από την εποπτεία του δασκάλου της γραμματικής, για να μάθει κανείς ποιες ήταν οι ικανότητες του. Αντί όμως να σπουδάζει, σχεδίαζε στα βιβλία του και στα βιβλία των άλλων διάφορες μορφές και ο ηγούμενος αποφάσισε τελικά να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο προκειμένου να μάθει ζωγραφική.

Εκείνη την εποχή είχε ζωγραφίσει και πάλι το παρεκκλήσι της Carmine ο Masaccio (Ιταλός ζωγράφος, από τους σημαντικότερους) και αυτές οι ζωγραφιές άρεσαν πολύ στον Filippo. Κάθε μέρα πήγαινε από ευχαρίστηση να τις επεξεργαστεί και με παρέα άλλα παιδιά έκανε ασκήσεις σχεδίου και τα ξεπερνούσε όλα σε ικανότητα και γνώση, έτσι που πίστευε πια καθένας ότι με τον καιρό θα κατορθώσει σημαντικά πράγματα. Έτσι, όχι σε ώριμη ηλικία αλλά κιόλας όταν ήταν ακόμη νεαρός, έφτιαξε τόσο υπέροχα έργα, που έμοιαζε ο ίδιος με θαύμα.

Πολύ νωρίς ζωγράφισε στο διάδρομο του μοναστηριού έναν πάπα που επιβεβαιώνει τον κανόνα του τάγματος των Καρμελιτών. Σε πολλούς άλλους τοίχους της εκκλησίας βρίσκονται άλλες τοιχογραφίες από το χέρι του, κυρίως μια παράσταση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και με σκηνές από τη ζωή του. Στην ίδια εκκλησία ζωγράφισε ο Filippo τον Άγιο Μαρτάλιο, μια μορφή που του εξασφάλισε μεγάλη φήμη.

Ο Filippo Lippi φεύγει από το μοναστήρι

Επειδή ο ίδιος άκουσε συνέχεια να τον επαινούν αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα έκανε ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στη Μπαρμπαριά.

Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριο του, που τον είχε δει αρκετά. Με κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σε έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι τον ανέφεραν στον κύριο τους, γιατί σε εκείνα τα μέρη, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης της ζωγραφικής φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί ους ανθρώπους στην καλοσύνη και την ελευθερία. Γιατί, αφού ο Filippo έφτιαξε μερικές έγχρωμες εικόνες, οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη.

Η φήμη της ζωγραφικής του Filippo εκτοξεύεται

Εκεί ζωγράφισε με εντολή του βασιλιά Alfonso, βασιλιά της Καλαβρίας, έναν πίνακα με τέμπερα επάνω σε σανίδι για το παρεκκλήσιο του πύργου. Λίγο αργότερα νοστάλγησε τη Φλωρεντία και, επιστρέφοντας εκεί, έμεινε μερικούς μήνες και ζωγράφισε για τις μοναχές του San Ambrogio, έναν ωραίο πίνακα βωμού, κάτι που έγινε γνωστό στον Cosimo de Medici, ο οποίος τον συμπάθησε πολύ. Για το παρεκκλήσιο του παλατιού των Μεδίκων έφτιαξε μια εικόνα με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Έναν πίνακα με τη Γέννηση του Χριστού και τη μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή ζωγράφισε για τη γυναίκα του Cosimo, η οποία τον δώρισε την σκήτη των Camaldoli, που την είχε ιδρύσει από ευλάβεια και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Στο παλάτι της Signora ο Filippo ζωγράφισε πάνω από μια πόρτα ένα Ευαγγελισμό και πάνω από μια άλλη πόρτα του ίδιου κτιρίου τη μορφή του Αγίου Βερνάρδου. Στη Sancretia του Santo Spirito ζωγράφισε ακόμη την Παναγία περιβαλλόμενη από αγγέλους και αγίους, ένα σημαντικό έργο το οποίο εκτιμήθηκε από τους μάστορες του επαγγέλματος.

Ευαγγελισμός
Ευαγγελισμός

Στο παρεκκλήσιο των Επιστατών της εκκλησίας του San Lorenzo ζωγράφισε πάνω σε ξύλο έναν Ευαγγελισμό. Σε ένα παρεκκλήσιο των Santi Apostoli, υπάρχει από τα χέρια του ένας πίνακας που παριστάνει την Παναγία περιτριγυρισμένη από από πολλές μορφές. Στο Prato, κοντά στην Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στην παρέα του Fra Diamante, του τάγματος των Καρμελιτών ο οποίος ήταν φίλος του, όταν και εκείνος ήταν στο μοναστήρι, και ζωγράφισε σε όλη την περιοχή ένα πλήθος έργων. Εκεί πήρε από τις μοναχές της Santa Margherita την εντολή να ζωγραφίσει την εικόνα για τον κεντρικό βωμό. Ενώ δούλευε εκεί, παρατήρησε μια μέρα τη θυγατέρα του Φλωρεντινού, Francesco Butti, που σε αυτό το μοναστήρι είχε ανατραφεί ή ήθελε να γίνει μοναχή. Ο Fra Filippo παρατήρησε τη Lucrezia (αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) και, επειδή ήταν όμορφη και χαριτωμένη κατάφερε τις μοναχές να του δώσουν άδεια να κάνει ένα σχέδιο της, που θα χρησιμοποιούσε για τη μορφή της Παναγίας στην εικόνα του βωμού. Σε αυτήν την περίπτωση ερωτεύτηκε την κοπέλα και βρήκε τελικά μέσα και τρόπους να φυγαδέψει τη Lucrezia.Η κοπέλα έμεινε κοντά στον Filippo και του γέννησε έναν γιο, που πήρε το όνομα του πατέρα του και αργότερα έγινε και εκείνος ένας φημισμένος ζωγράφος.

Σε μια παράσταση πάνω από το πηγάδι στην αυλή του νοσοκομείου Ceppo, έκανε ο Filippo τον δωρητή αυτού του θεραπευτηρίου, τον Francesco di Marco, και στην εκκλησία ζωγράφισε έναν μικρό πίνακα με θέμα το θάνατο του Αγίου Ιερωνύμου. Οι επιστάτες της εκκλησίας που ήθελαν κάτι από το Filippo για να τον θυμούνται, του έδωσαν τη παραγγελία να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο του κεντρικού βωμού. Σε αυτό το έργο ο Filippo επέδειξε όλες του τις ικανότητες κατορθώνοντας να δώσει ενδύματα και μορφές με τον ωραιότερο τρόπο, προσδίδοντας στις μορφές ανάστημα μεγαλύτερο του φυσικού και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, οι οποίοι με νέο τρόπο επιδίωκαν να απεικονίσουν μορφές μεγάλου μεγέθους. Ακόμη απεικόνισε και την ιστορία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, τη γέννηση του, τη διδασκαλία του και τη βάπτιση, τι γεύμα του Ηρώδη και τέλος τον αποκεφαλισμό του Αγίου.

Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη
Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη

Καθώς επίσης παρουσίασε σκηνές από τον βίο του Αγίου Στεφάνου, του πάτρωνα αυτού εκείνης της εκκλησίας, και τη συζήτηση, τον λιθοβολισμό και τον θάνατο αυτού του πρώτου μάρτυρα. Ανάμεσα στις μορφές που θρηνούν τον Άγιο Στέφανο ζωγράφισε τον μαθητή του Fra Diamante και τον εαυτό του, όπως τον έβλεπε στον καθρέφτη και φορώντας ράσο. Αυτό το έργο είναι το σημαντικότερο του.

Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου.
Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου

Το 1463, ο Filippo ζωγράφισε έναν πίνακα με τέμπερα, με μια πολύ ωραία παράσταση του Ευαγγελισμού για την εκκλησία San Jacopo στο Pistoia. Ο Filippo ήταν σε όλους τους πίνακες του θαυμάσιος, εδώ όμως ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο πίνακας αυτός ζωγραφίστηκε τόσο χαριτωμένα, τόσο όμορφα, που δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερος. Γενικά, ήταν κάτι το ασυνήθιστο, που στην εποχή του δεν τον ξεπέρασε κανείς. Γι’ αυτό ο Michelangelo δεν τον επαινούσε μόνο, αλλά τον μιμούνταν σε πολλά πράγματα.

Η ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de Medici, για να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna, κάτι που έκανε μαζί με τον Fra Diamante, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του.

Κριτική για τον Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi ήταν φίλος των χαρούμενων ανθρώπων και ζούσε πάντα ευχάριστα. Έμαθε στον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής, και ο τελευταίος τελείωσε πολλά έργα στην εκκλησία των Καρμελιτών στο Prato και προχώρησε στην απομίμηση της τεχνοτροπίας του δασκάλου του φτάνοντας σε μεγάλη τελειότητα.

Ο Fra Filippo Lippi πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1469 στα εξήντα τρία του χρόνια και με τη διαθήκη του εμπιστεύτηκε στον Fra Diamante τη φροντίδα του γιου του Filippo (Filippino). Αυτό το παιδί, που τότε ήταν δέκα χρονών, έμαθε από τον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής και επέστρεψε μαζί του στη Φλωρεντία.

Ο Filippo τάφηκε σε έναν τάφο από λευκό και κόκκινο μάρμαρο, που οι κάτοικοι του Spoleto έφτιαξαν στην εκκλησία που αυτός διακόσμησε. Ο θάνατος του λύπησε πολύ τους φίλους του, ιδιαίτερα τον Cosimo de Medici και τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του δώσει την άδεια να νομιμοποιήσει το γάμο του με τη Lucrezia. Ο Filippo όμως δεν ενδιαφερόταν, γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν μια ζωή ελεύθερη και ανεμπόδιστη.

Ο Lorenzo de Medici, ο οποίος είχε ονομαστεί πρεσβευτής των Φλωρεντινών, πήγε στο Spoleto, για να ζητήσει από την εκεί ενορία το σκήνωμα του Filippo προκειμένου να ενταφιαστεί στη Santa Maria del Fiore στη Φλωρεντία. Αλλά οι κάτοικοι του Spoleto του απάντησαν ότι δεν έχουν μεγάλο μερίδιο στη δόξα και ότι τους λείπουν έξοχοι άνδρες. Γι’ αυτό του ζήτησαν τη χάρη να τους αφήσει αυτόν τον άνδρα, αφού η Φλωρεντία έχει ένα ατελείωτο πλήθος σπουδαίων ανθρώπων και δε θα τους έλειπε αυτός. Η παράκληση έγινε δεκτή και το σκήνωμα του Filippo έμεινε στην πόλη στην οποία εργάστηκε στα τελευταία του. Ο γιος του Filippo (Filippino) του έφτιαξε εκεί, σύμφωνα με εντολή του Lorenzo, ένα μαρμάρινο μνημείο το οποίο κόστισε εκατό χρυσά δουκάτα.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη