Ο καντηλανάφτης τουρανού

Ο Καντηλανάφτης τουρανού είναι διήγημα του Γιάννη Ψυχάρη. Σε αυτό επικρατεί η δημοτική, η καθομιλουμένη γλώσσα με υπερβολικό και υπεραπλουστευμένο τρόπο, υπέρμαχος της οποίας ήταν ο Ψυχάρης.

Ο καντηλανάφτης τουρανού

Ο καντηλανάφτης τουρανού

Μια φορά κι έναν καιρό είταν ένα καλό αγωράκι, κι όλο κρύωνε, οι γονιοί του δεν το αγαπούσανε και είτανε πολύ δυστυχισμένο. Να, όλο πεινούσε, ποτέ δεν του λέγανε λόγο γλυκό. Ψυχή δε φρόντιζε για τ’ αγωράκι, για το τι έκανε, μήτε για το τι σκεψούλες του περνούσανε από το μυαλουδάκι του, συχνά το μαλώνανε άδικα κι αυτό πονούσε κι απορούσε. Η οχτωχρονιάτικη καρδούλα του, πάντα σα στενοχωρημένη, δίχως να ξέρει γιατί, παρηγοριά μάλιστα καμιά δεν είχε το καημένο, επειδή δε μπορούσε κάνε να πάη ο νους του στα μελλούμενα, σαν παιδάκι ανήξερο που είτανε. Υπάρχουνε πολλά παιδιά σαν το δικό μας, που είναι σαν το δικό μας αξιολύπητα. Μα τυο δικού μας του έτυχε κάτι που πρέπει να το μολογήσουμε, συχνά δεν τυχαίνει. Το όνομα του Καίσαρας.

Μια μέρα, προς το δείλι, που ξεψυψούσε ήλιος χινοπωριανός, ο Καίσαρας κάθισε μια στιγμή στα σκαλοπάτια της εξώπορτας του σπιτιού του. Οι γονιοί του -αχ! δεν ήθελα να πω και η μάνα του- τον είχανε διώξει από μέσα. Ο Καίσαρας το βρήκε πολύ άδικο κι έκλαιγε η ψυχίτσα του η τσαλαπατημένη, που δεν μπορούσε να αντέξει σε τόσους παιδιακήσιους καημούς. Ήρθε άξαφνα ένας άνθρωπος και κάθισε αντίκρυ του, λαμπροντυμένος, ματάκια μου, κι όμορφος, όμορφος, νόμισε ο Καίσαρας πως έβλεπε άγγελο. Εμείς πάλε, αν κρίνουμε απ’ όσα έκαμε κατόπι, θαρρούμε πως είτανε κανένας αγαθός γέρος, που μπορούσε πολλά.

Μεγάλη εντύπωση έδωσε στον Καίσαρα ένα μακρί μακρί ραβδί που κρατούσε,, και που στην άκρη του εκεί απάνω απάνω, ίσια με ταστέρια, είχε κόκκινο φαναράκι, το φαναράκι λες κι άγγιζε τον ουρανό. Παρατήρησε ακόμη τα μάτια του αγαθού γέρου, που το φως τους έλαμπε και ζέσταινε συνάμα.

-Παιδάκι μου, του λέει, φαίνεσαι δυστυχισμένο και σε βλέπω που κλαίς. Ωστόσο, το ξέρω, Καισαράκι μου, πως είσαι καλό και καλοσυνείδητο παιδί. Πολύ σε λυπούμαι, κι όμως, δεν μπορώ να σε βοηθήσω.. Ρούχα να σου δώσω δεν έχω, αδύνατο κιόλας να σε πάρω μαζί μου, μακριάθε από τους κακούς γονιούς σου. Θα το καταλάβης αμέσως γιατί δεν αδειάζω. Εγώ είμαι ο καντηλανάφτης τουρανού. Τους ήλιους όλους, επειδή δεν υπάρχει μονάχα ο δικός μας, εγώ τους ανάφτω. Εγώ κάθε βράδυ τρέχω δώθε κείθε στους ουρανούς, για να λάμπουνε τ’ αστέρια και το πρωί, δεν το φαντάζεσαι, τι δουλειά έχω με τον Ήλιο μας, ώσπου τον ανάψω. Βέβαια πως είναι ωραίο ταπάγγελμα μου. Μα συχνά κανείς αγνατέβει πράματα λυπητερά, επειδή εννοείς πως περπατώ στους διάφορους πλανήτες μέσα, όταν είναι αναμμένοι, και σε όλους υπάρχουνε σαν σένα, δυστυχισμένοι.

-Αχ! καλέ μου κύριε καντηλανάφτη τουρανού, πάρτε με, πάρτε με μαζί σας, ψιθύρισε το αγώρι, σα να μιλούσε μέσα σε όνειρο.

-Δεν γίνεται! Του αποκρίθηκε ο γέρος. Με τα χίλια τα τρεξίματα μου άνω κάτω, να πάρω μαζί μου κι ένα παιδί! Αδύνατο! Καημένο, θα φοβόμουνα μήπως και σε αφήσω άξαφνα σε καμιά γωνία της απεραντωσιάς. Για να σε παρηγορήσω, θα σου κάμω ένα χάρισμα. Μου τυχαίνει κάποτες ανάφτοντας τ’ αστέρια, να σπάσω με το ραβδί μου κανένα κομματάκι από τους αρίφνητους, αξεδιάκριτους ελάχιστους κόσμους, που βρίσκονται ανάμεσά μας και των ατεριώνε, ανάμεσα των αστεριώνε και του απόκοσμου μέρους όπου λάμπουνε οι συναστεριές. Είναι τόσοι κόσμοι εκεί πάνω! Δεν πειράζει να σπάσω ένα δυο τιποτένιους. Κανένας κιόλας δεν το βλέπει. Τα κομματάκια, όμως, τα βάζω στην τσέπη μου μάνι μάνι και τα φυλάγω. Θα σου χαρίσω ένα.

Και λέγοντας τέτοια λόγια, ο καντηλανάφτης τουρανού δίνει στον Καίσαρα ένα κομματάκι κρουσταλλένιο, που έβγαζε ασυνήθιστο, αταίριαστο, ανείδωτο φως. Κι ο καλός ο γέρος έγνεψε φιλικά του παιδιού κι απομακρύνθηκε με αρμονικό, ρυθμικό βήμα, κι αλαφρό.

Έμνησκε σαστισμένο το παιδί  στη θέση όπου τάφησε ο καντηλανάφτης του ουρανού. Τώρα όμως απέραντη, ουράνια χαρά του απογέμιζε την καρδιά του. Είχε βάλει στον κόρφο του το κομματάκι το πολύτιμο. Μάνιζε πάντα ο άνεμος όξω και φυσούσε μέσα στα τρυπημένα, στα κουρελλιασμένα του τα ρούχα. Το σπίτι πάντα σφαλιστό. Μάβρη πάντα η νύχτα ολόγυρα του. Μα του φαινότανε πως μονομιάς μεγάλωνε το μυαλό του, πως μέσα τρέχανε, πηδούσανε ιδέες σα τα κοττόπουλα, στην αβλίτσα. Και κατάλαβε. Κατάλαβε κι ένιωσε αμέσως πως είτανε πια εφτυχισμένος. Κατάλαβε τόντις πως είναι η ζωή μακρινή, πως ο κόσμος καλός είναι όσο και κακός, πως οι καημοί του θάχουνε κι ένα τέλος. Κατάλαβε ακόμη πιο πολύ πως σαν ήλιος καινούργιος, στα σωθικά του ανάτελνε ψυχή που δεν τη γνώριζε ως τα τότες, πως από δω κι ομπρός θα πιάση όλα να ταγαπά, όλα θα θέλη να τα φιλήση, από το λούλουδο του κάμπου ίσια με τα θάματα τουρανού. Είχε πια στα στήθια του τον εσώψυχο τον ήλιο, το μεγαλήτερο ταγαθό που μπορεί ο άνθρωπος να πάρη από το μυστικό χέρι της μοίρας.

Και τόντις ο μικρός ο Καίσαρας έγινε κάποτε μεγάλος ποιητής.

Γιάννης Ψυχάρης

Ο Δημήτριος Βικέλας (1835-1908)

Ο Δημήτριος Βικέλας (Ερμούπολη Σύρου, 15 Φεβρουαρίου 1835 – Αθήνα, 20 Ιουλίου 1908) ήταν Έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του Λουκής Λάρας (1879), έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ.

Ο Δημήτριος Βικέλας
Ο Δημήτριος Βικέλας

Ο Βίος του Δημητρίου Βικέλα

Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ασχολούμενος με το εμπόριο έμεινε αρκετά χρόνια στο εξωτερικό. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ανέπτυξε ευρύτατη κοινωνική δράση.

Ο Βικέλας πήρε μέρος στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο του Λονδίνου και εκλέχτηκε πρόεδρος του τμήματος αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Από τη θέση αυτή δραστηριοποιήθηκε και πέτυχε την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Από το Παρίσι επίσης, όπου βρισκόταν μέχρι το 190, βοήθησε αρκετά ελληνόπουλα να σπουδάσουν στο εξωτερικό.

Ωστόσο η κοινωφελής δράση του Βικέλα δε σταματά εδώ. Πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα της Ελλάδας όπως ο «Σύλλογος προς διάδωσιν ωφέλιμων βιβλίων», ο «Οίκος των τυφλών», η «Σεβαστοπούλειος Σχολή», οφείλουν την ίδρυση τους στο λαμπρό αυτό λογοτέχνη.

Η ενασχόληση του με το εμπόριο στην αρχή και με τις κοινωνικές δραστηριότητες μετά, δεν του επέτρεψαν να αποδώσει στην καθαρά δημιουργική λογοτεχνία όσα τον προόριζε να αποδώσει η φύση του και το φωτισμένο του μυαλό.

Ο θαυμάσιος αυτός Έλληνας λογοτέχνης πέθανε το 1908 στην Αθήνα. Η κοινωφελής δράση του όμως συνεχίστηκε και μετά το θάνατο του. Άφησε σημαντικά ποσά σε διάφορες οργανώσεις, τη βιβλιοθήκη του στο Δήμο Ηρακλείου και μια συλλογή εικόνων στο Μουσείο Καλών Τεχνών.

Ο Δημήτριος Βικέλας γράφει

Ο Δημήτριος Βικέλας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρωτοπόρους της νεοελληνικής πεζογραφίας. Έγραψε πρωτότυπα διηγήματα με θέματα παρμένα από τη νεοελληνική πραγματικότητα και τους νεοέλληνες. Τα διηγήματα του έχουν απλότητα και οι ήρωες του είναι καλοί άνθρωποι. Κάποιος μελετητής παρατηρεί πως «υπάρχει μια θέληση ηθικολογίας στη συνείδηση του συγγραφέα». Η γλώσσα του είναι απλή καθαρεύουσα, αλλά, όπως υποστηρίζει και ο Γιώργος Βαλέτας, βρίσκεται κοντά στη δημοτική.

Τα σημαντικότερα διηγήματα του είναι: Ο παπα-Νάρκισσος, Ο λυσσασμένος, Η άσκημη αδελφή, Φίλιππος Μάρθας, Γιατί έμεινα δικηγόρος, και Τα δυο αδέλφια.

Το μεγαλύτερο όμως και το πιο γνωστό διήγημα του είναι το έργο Λουκής Λάρας, με θέματα παρμένα από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Το έργο αυτό πέτυχε επτά εκδόσεις και μια σταδιοδρομία περίπου εκατό χρόνων.

Ο Βικέλας εκτός από τα έργα αυτά εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή Στίχοι, με την οποία έκανε και την εμφάνιση του στα Γράμματα. Η μεγάλη του συναναστροφή με κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας του γέννησε την τάση να γράψει και στίχους. Παράλληλα μετέφρασε και εξέδωσε παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Μετέφρασε ακόμα έργα του Σαίξπηρ και το έργο Εσθήρ, του Γάλλου δραματογράφου Ρακίνα. Επίσης έγραψε ταξιδιωτικά απομνημονεύματα με τον τίτλο Η ζωή μου.

Ο Δημήτριος Βικέλας ήταν ένας διανοούμενος και πολύ καλός λογοτέχνης, αλλά και ένα φωτισμένο και προνοητικό μυαλό. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα και πίστευε ότι η πρόοδος της χώρας εξαρτάται από τα πνευματικό επίπεδο του λαού της.

Λογοτεχνήματα, εκδ.Γιάννη Ρίζου