Ο καντηλανάφτης τουρανού

Ο Καντηλανάφτης τουρανού είναι διήγημα του Γιάννη Ψυχάρη. Σε αυτό επικρατεί η δημοτική, η καθομιλουμένη γλώσσα με υπερβολικό και υπεραπλουστευμένο τρόπο, υπέρμαχος της οποίας ήταν ο Ψυχάρης.

Ο καντηλανάφτης τουρανού

Ο καντηλανάφτης τουρανού

Μια φορά κι έναν καιρό είταν ένα καλό αγωράκι, κι όλο κρύωνε, οι γονιοί του δεν το αγαπούσανε και είτανε πολύ δυστυχισμένο. Να, όλο πεινούσε, ποτέ δεν του λέγανε λόγο γλυκό. Ψυχή δε φρόντιζε για τ’ αγωράκι, για το τι έκανε, μήτε για το τι σκεψούλες του περνούσανε από το μυαλουδάκι του, συχνά το μαλώνανε άδικα κι αυτό πονούσε κι απορούσε. Η οχτωχρονιάτικη καρδούλα του, πάντα σα στενοχωρημένη, δίχως να ξέρει γιατί, παρηγοριά μάλιστα καμιά δεν είχε το καημένο, επειδή δε μπορούσε κάνε να πάη ο νους του στα μελλούμενα, σαν παιδάκι ανήξερο που είτανε. Υπάρχουνε πολλά παιδιά σαν το δικό μας, που είναι σαν το δικό μας αξιολύπητα. Μα τυο δικού μας του έτυχε κάτι που πρέπει να το μολογήσουμε, συχνά δεν τυχαίνει. Το όνομα του Καίσαρας.

Μια μέρα, προς το δείλι, που ξεψυψούσε ήλιος χινοπωριανός, ο Καίσαρας κάθισε μια στιγμή στα σκαλοπάτια της εξώπορτας του σπιτιού του. Οι γονιοί του -αχ! δεν ήθελα να πω και η μάνα του- τον είχανε διώξει από μέσα. Ο Καίσαρας το βρήκε πολύ άδικο κι έκλαιγε η ψυχίτσα του η τσαλαπατημένη, που δεν μπορούσε να αντέξει σε τόσους παιδιακήσιους καημούς. Ήρθε άξαφνα ένας άνθρωπος και κάθισε αντίκρυ του, λαμπροντυμένος, ματάκια μου, κι όμορφος, όμορφος, νόμισε ο Καίσαρας πως έβλεπε άγγελο. Εμείς πάλε, αν κρίνουμε απ’ όσα έκαμε κατόπι, θαρρούμε πως είτανε κανένας αγαθός γέρος, που μπορούσε πολλά.

Μεγάλη εντύπωση έδωσε στον Καίσαρα ένα μακρί μακρί ραβδί που κρατούσε,, και που στην άκρη του εκεί απάνω απάνω, ίσια με ταστέρια, είχε κόκκινο φαναράκι, το φαναράκι λες κι άγγιζε τον ουρανό. Παρατήρησε ακόμη τα μάτια του αγαθού γέρου, που το φως τους έλαμπε και ζέσταινε συνάμα.

-Παιδάκι μου, του λέει, φαίνεσαι δυστυχισμένο και σε βλέπω που κλαίς. Ωστόσο, το ξέρω, Καισαράκι μου, πως είσαι καλό και καλοσυνείδητο παιδί. Πολύ σε λυπούμαι, κι όμως, δεν μπορώ να σε βοηθήσω.. Ρούχα να σου δώσω δεν έχω, αδύνατο κιόλας να σε πάρω μαζί μου, μακριάθε από τους κακούς γονιούς σου. Θα το καταλάβης αμέσως γιατί δεν αδειάζω. Εγώ είμαι ο καντηλανάφτης τουρανού. Τους ήλιους όλους, επειδή δεν υπάρχει μονάχα ο δικός μας, εγώ τους ανάφτω. Εγώ κάθε βράδυ τρέχω δώθε κείθε στους ουρανούς, για να λάμπουνε τ’ αστέρια και το πρωί, δεν το φαντάζεσαι, τι δουλειά έχω με τον Ήλιο μας, ώσπου τον ανάψω. Βέβαια πως είναι ωραίο ταπάγγελμα μου. Μα συχνά κανείς αγνατέβει πράματα λυπητερά, επειδή εννοείς πως περπατώ στους διάφορους πλανήτες μέσα, όταν είναι αναμμένοι, και σε όλους υπάρχουνε σαν σένα, δυστυχισμένοι.

-Αχ! καλέ μου κύριε καντηλανάφτη τουρανού, πάρτε με, πάρτε με μαζί σας, ψιθύρισε το αγώρι, σα να μιλούσε μέσα σε όνειρο.

-Δεν γίνεται! Του αποκρίθηκε ο γέρος. Με τα χίλια τα τρεξίματα μου άνω κάτω, να πάρω μαζί μου κι ένα παιδί! Αδύνατο! Καημένο, θα φοβόμουνα μήπως και σε αφήσω άξαφνα σε καμιά γωνία της απεραντωσιάς. Για να σε παρηγορήσω, θα σου κάμω ένα χάρισμα. Μου τυχαίνει κάποτες ανάφτοντας τ’ αστέρια, να σπάσω με το ραβδί μου κανένα κομματάκι από τους αρίφνητους, αξεδιάκριτους ελάχιστους κόσμους, που βρίσκονται ανάμεσά μας και των ατεριώνε, ανάμεσα των αστεριώνε και του απόκοσμου μέρους όπου λάμπουνε οι συναστεριές. Είναι τόσοι κόσμοι εκεί πάνω! Δεν πειράζει να σπάσω ένα δυο τιποτένιους. Κανένας κιόλας δεν το βλέπει. Τα κομματάκια, όμως, τα βάζω στην τσέπη μου μάνι μάνι και τα φυλάγω. Θα σου χαρίσω ένα.

Και λέγοντας τέτοια λόγια, ο καντηλανάφτης τουρανού δίνει στον Καίσαρα ένα κομματάκι κρουσταλλένιο, που έβγαζε ασυνήθιστο, αταίριαστο, ανείδωτο φως. Κι ο καλός ο γέρος έγνεψε φιλικά του παιδιού κι απομακρύνθηκε με αρμονικό, ρυθμικό βήμα, κι αλαφρό.

Έμνησκε σαστισμένο το παιδί  στη θέση όπου τάφησε ο καντηλανάφτης του ουρανού. Τώρα όμως απέραντη, ουράνια χαρά του απογέμιζε την καρδιά του. Είχε βάλει στον κόρφο του το κομματάκι το πολύτιμο. Μάνιζε πάντα ο άνεμος όξω και φυσούσε μέσα στα τρυπημένα, στα κουρελλιασμένα του τα ρούχα. Το σπίτι πάντα σφαλιστό. Μάβρη πάντα η νύχτα ολόγυρα του. Μα του φαινότανε πως μονομιάς μεγάλωνε το μυαλό του, πως μέσα τρέχανε, πηδούσανε ιδέες σα τα κοττόπουλα, στην αβλίτσα. Και κατάλαβε. Κατάλαβε κι ένιωσε αμέσως πως είτανε πια εφτυχισμένος. Κατάλαβε τόντις πως είναι η ζωή μακρινή, πως ο κόσμος καλός είναι όσο και κακός, πως οι καημοί του θάχουνε κι ένα τέλος. Κατάλαβε ακόμη πιο πολύ πως σαν ήλιος καινούργιος, στα σωθικά του ανάτελνε ψυχή που δεν τη γνώριζε ως τα τότες, πως από δω κι ομπρός θα πιάση όλα να ταγαπά, όλα θα θέλη να τα φιλήση, από το λούλουδο του κάμπου ίσια με τα θάματα τουρανού. Είχε πια στα στήθια του τον εσώψυχο τον ήλιο, το μεγαλήτερο ταγαθό που μπορεί ο άνθρωπος να πάρη από το μυστικό χέρι της μοίρας.

Και τόντις ο μικρός ο Καίσαρας έγινε κάποτε μεγάλος ποιητής.

Γιάννης Ψυχάρης

Ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929)

Ο Γιάννης Ψυχάρης (15 Μαΐου 1854-29 Σεπτεμβρίου 1929) ήταν Έλληνας γλωσσολόγος και λογοτέχνης, καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι. Υπέρμαχος του δημοτικισμού. Έλαβε μέρος στο κίνημα του δημοτικισμού για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους.

Ο Γιάννης Ψυχάρης
Ο Γιάννης Ψυχάρης

Ο Βίος του Γιάννη Ψυχάρη

Ο Γιάννης Ψυχάρης γεννήθηκε την Οδησσό της Ρωσίας (σημ. Ουκρανία). Ο πατέρας του ήταν από τη Χίο και η μητέρα του από την Ήπειρο. Ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι, αφού η μητέρα του πέθανε 18 μήνες μετά τη γέννηση του και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Η οικονομική ευμάρεια του πατέρα του, επέτρεψε στον Ψυχάρη να μην του λείψει τίποτα. Μεγάλωσε σύμφωνα με τους τύπους και το γράμμα της αριστοκρατίας. Πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει Φιλολογία, Φιλοσοφία και Γλωσσολογία. Έπειτα πήγε στη Γερμανία όπου σπούδασε Γερμανική Φιλολογία. Επέστρεψε στο Παρίσι. Το 1884 έγινε υφηγητής της Γλωσσολογίας στη Σορβόνη, παίρνοντας την έδρα του δασκάλου του και ελληνιστή Εμίλ Λεγκράν. Στη συνέχεια διορίστηκε ως καθηγητής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών και στη Σχολή Ανατολικών Σπουδών. Στην Ελλάδα ο Ψυχάρης ήρθε μόνο πέντε φορές για να προχωρήσει κάποιες μελέτες του.

Παρ’ όλη την οικονομική του άνεση και την κοινωνική του θέση ο Γιάννης Ψυχάρης δεν έζησε ήρεμη οικογενειακή ζωή. Στα 1912 χώρισε με την πρώτη του γυναίκα. Στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε και τους δύο γιου του. Η δεύτερη γυναίκα του δεν κατάφερε να του δώσει την οικογενειακή θαλπωρή που τόσο αναζητούσε ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης.

Μια φοβερή αρρώστια τον καθήλωσε στο κρεβάτι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Δεν έχασε, όμως, ούτε για μια στιγμή την πνευματική του διαύγεια.Και από τη θέση αυτή συνέχιζε να γράφει. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1929 ο Γιάννης Ψυχάρης άφησε στο Παρίσι την τελευταία του πνοή, αφήνοντας το δημοτικιστικό κίνημα χωρίς αρχηγό. Η ταφή του έγινε στη Χίο, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ο Εμμανουήλ Μπενάκης φρόντισε να αγοράσει και να σώσει την αξιόλογη Βιβλιοθήκη του Γιάννη Ψυχάρη. Σήμερα η Βιβλιοθήκη αυτή αποτελεί παράρτημα της «Βιβλιοθήκης Μπενάκη».

Ο συγγραφέας Γιάννης Ψυχάρης

Ο Γιάννης Ψυχάρης διακρίθηκε ως φιλόλογος και συγγραφέας. Έγραψε πολλά έργα στην ελληνική, τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Σε αυτά απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή. Είναι ένας ρεαλιστής συγγραφέας που περιγράφει αυτά που είδε και έζησε. Ο Ψυχάρης, όμως, είδε και έζησε τη ζωή ως αστός, ως κυρίαρχος. Δεν εμβάθυνε στο θέμα του, ούτε προσπάθησε να δει τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στους οικονομικά ασθενέστερες και κοινωνικά κατώτερες κοινωνικές τάξεις του λαού.

Αυτή του η στάση δημιουργεί μια ανεξήγητη αντινομία. Ο άνθρωπος που πρώτος τόλμησε να ικανοποιήσει το αίτημα των απλών ανθρώπων για το θέμα της γλώσσας, ερχόμενος σε αντίθεση με τους λόγιους της κοινωνικής του τάξης, τους αστούς, δεν προσπάθησε να αγγίξει ή να δει τα προβλήματά τους. Δηλαδή από τη μια ο Ψυχάρης αδιαφόρησε για τη γνώμη των λογίων αστών στο θέμα της γλώσσας, και από την άλλη έβλεπε και περιέγραφε τα πάντα από τη μεριά τους. Κι όμως ως πνευματικός και μορφωμένος άνθρωπος όφειλε να δει πως πίσω από το πρόβλημα της γλώσσας υπήρχαν άλλα, πιο πολύπλοκα και ουσιώδη.

Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Ψυχάρης υπήρξε μια σημαντική φυσιογνωμία της λογοτεχνίας μας και ένας πρωτοπόρος αγωνιστής του δημοτικισμού, που με την πνευματική του δημιουργία συνετέλεσε στην ανοδική πορεία του τόπου μας.

Σε όλα τα έργα του κυριαρχεί η λαϊκή γλώσσα. Τη γλώσσα αυτή την υποστήριζε με όλες του τις δυνάμεις, διακηρύσσοντας μάλιστα ότι έπρεπε να καθιερωθεί σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου έτσι όπως μιλιέται από το λαό, χωρίς γραμματικές ή συντακτικές μεταποιήσεις. Ο Γιάννης Ψυχάρης, όμως, δεν απέφυγε και ένα λάθος: προσπάθησε να βάλει αυτή τη γλώσσα σε καλούπια.

Το γκρέμισμα της καθαρεύουσας ήταν δυνατό και για την εποχή εκείνη η γλωσσική του μεταρρύθμιση, ο «ψυχαρισμός» όπως ονομάστηκε, ήταν μια αληθινή επανάσταση που προκάλεσε αρκετό μίσος και επικρίσεις της κοινής γνώμης και των ειδικών στα θέματα αυτά.

Ολόκληρη η γλωσσική μεταρρύθμιση του Ψυχάρη εφαρμόστηκε στο έργο του «Το Ταξίδι μου», που εκδόθηκε το 1888. Μέσα στο έργο αυτό, που έχει ιστορική αξία, φαίνεται καθαρά η γλωσσική θεωρία του, που αποτελεί μια αναγέννηση για τη λογοτεχνία μας.

Ωστόσο ο Ψυχάρης στον αγώνα του για την επικράτηση της δημοτικής δεν ήταν μόνος. Ένα πλήθος από αξιόλογους λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης, ο Εφταλιώτης, ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας και ο Πάλλης, τάχθηκε με το μέρος του και τον υποστήριξε θερμά.

Μετά «Το Ταξίδι μου» ο Ψυχάρης εξέδωσε και άλλα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, σε γλώσσα δημοτική: «Η Τζούλια», «Ζωή και Αγάπη στη μοναξιά», Τα δυο αδέλφια», «Αγνή», «Τα δυο τριαντάφυλλα», «Η άρρωστη δούλα».

Η κριτική του έργου του είναι αντιφατική, γιατί επηρεάστηκε και από τις αντιπάθειες που είχε. Έτσι από πολλούς χαρακτηρίστηκε αριστουργηματικό και από άλλους ψυχρό και ασήμαντο. Η αλήθεια είναι το έργο του σε ορισμένα σημεία, στην προσπάθεια του να εφαρμόσει τα γλωσσικά του πιστεύω, φαίνεται να χάνει τον αυθορμητισμό του και να γίνεται πλαστό. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως δεν έχει αξία. Αντίθετα, αποτελεί αξιόλογο μέρος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (Πειραιάς, 15 Μαρτίου 1851 – Λίβερπουλ, 17 Μαρτίου 1935) ήταν λογοτέχνης, μεταφραστής, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (δημοτικισμός).

Ο Αλέξανδρος Πάλλης
Ο Αλέξανδρος Πάλλης

Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης

Ο Αλέξανδρος Πάλλης καταγόταν από την Ήπειρο αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστήμιου αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μετακομίσει στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Παράλληλα με το εμπόριο ασχολήθηκε με τα γράμματα. Δημοσίευσε μια κριτική έκδοση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή διορθωμένη από τον ίδιο που εκτιμήθηκε από τους φιλόλογους. Ακολουθώντας τις γλωσσικές αντιλήψεις του Ψυχάρη δημοσίευσε το 1889 τα «Τραγουδάκια για τα παιδιά» με σκοπό «το διαφωτισμό της νεότητας», και μια μετάφραση του «Έμπορου της Βενετίας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην δημοτική. Ακολούθησαν άλλα πρωτότυπα έργα του όπως το διήγημα «Μπρουσός» και η ποιητική συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος». Ποιήματά του και μερικές από τις μεταφράσεις του δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Κούφια καρύδια» τυπωμένο στο Λονδίνο.

Σημαντικότερο έργο του Πάλλη θεωρείται η μετάφρασή του της «Ιλιάδας» του Ομήρου στη δημοτική και σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σύμφωνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά, «με τη μεταφραστική αυτή πρωτοβουλία […] ήθελε πρώτα-πρώτα να αποδείξει ότι η δημοτική γλώσσα ήταν επαρκής για να αποδώσει και τα πιο αξιόλογα δημιουργήματα των αιώνων. Ζητούσε ακόμα να κάνει το ομηρικό έπος κτήμα του λαού…». Άλλη πολύ γνωστή μετάφραση του Πάλλη ήταν αυτή των Ευαγγελίων στη δημοτική, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Αυτή η μετάφραση προκάλεσε σάλο που οδήγησε στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Το ενδιαφέρον του για την ενίσχυση του δημοτικισμού υπήρξε αμείωτο καθώς χάρις στην οικονομική του άνεση ενίσχυσε χρηματικά λόγιους διευκολύνοντας την έκδοση έργων τους: επιχορηγεί το «Νουμά», αγοράζει εκατό αντίτυπα από τον «Αρχαιολόγο» του Καρκαβίτσα, επειδή ήταν έργο με δημοτικιστική θέση. Χρηματοδοτεί την έκδοση σημαντικών βιβλίων του Παλαμά, όπως , η «Ασάλευτη Ζωή», ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» και η «Φλογέρα του Βασιλιά».

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Πάλλη

Στις 31 Δεκεμβρίου 1880 παντρεύτηκε με την Ιουλία-Ελίζα, κόρη του Θεόδωρου Παντιά Ράλλη. Έκαναν μαζί πέντε παιδιά: τη Μαριέττα, τον Αλέξανδρο-Αναστάσιο, μετέπειτα πολιτικό και συγγραφέα, την Αζίζα (η οποία παντρεύτηκε τον δημοτικιστή ποιητή και συγγραφέα Πέτρο Βλαστό), τον Ανδρέα και τον μετέπειτα συγγραφέα και ορειβάτη Μάρκο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Πάλλης

Ο Δημήτρης Γληνός (1882-1943)

Ο Δημήτρης Γληνός (Σμύρνη, 22 Αυγούστου 1882 – Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1943) ήταν Έλληνας εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της λεγόμενης «γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης».

Ο Δημήτρης Γληνός, Έλληνας εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός.
Ο Δημήτρης Γληνός

Ο Βίος του

Γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια με καταγωγή το Κόρθι της Άνδρου. Το 1899 μετακόμισε στην Αθήνα (έχοντας αποφοιτήσει με «Άριστα» από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης) και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη οπαδός της καθαρεύουσας. Το 1904 προσχώρησε στο κίνημα του δημοτικισμού και έγινε μέλος του συλλόγου «Έθνος και Γλώσσα». Το 1905 λαμβάνοντας το διδακτορικό δίπλωμά του με άριστα ανέλαβε διευθυντής στην Αναξαγόρειο Σχολή στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, και στη συνέχεια στο Ελληνογερμανικό Λύκειο της Σμύρνης. Οι διάφορες όμως δημοτικιστικές δημόσιες ομιλίες του και αρθρογραφίες του προκάλεσαν βίαιες σε βάρος του αντιδράσεις, με συνέπεια να εγκαταλείψει τη Σμύρνη (1908) και να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιένα και τη Λειψία της Γερμανίας, παρακολουθώντας μαθήματα φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και πειραματικής ψυχολογίας. Παράλληλα την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Γεώργιο Σκληρό, από τον οποίο δέχτηκε τις πρώτες επιδράσεις της σοσιαλιστικής θεωρίας και του μαρξισμού. Αλληλογραφώντας και με τον Ίωνα Δραγούμη και άλλους δημοτικιστές μετέχει στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910).

Το 1911 εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω βιοποριστικής ανάγκης και επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίστηκε αρχικά διδάσκαλος στο γυμνάσιο της Πλάκας και στη συνέχεια καθηγητής στο Αρσάκειο Λύκειο Αθηνών, αναλαμβάνοντας και την επιμέλεια της έκδοσης του Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου στο οποίο και αρθρογραφούσε διάφορα εκπαιδευτικά μελετήματα.

To 1912 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως, όπου απ΄ αυτή τη θέση τον επόμενο χρόνο μετά από συσκέψεις με τον τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Τσιριμώκο (Κυβέρνησης Ε. Βενιζέλου) υπήρξε ο βασικός υπεύθυνος και σχεδιαστής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913, που εκφράστηκε με τα λεγόμενα Νομοσχέδια Τσιριμώκου που κατατέθηκαν αλλά τελικά δεν ψηφίστηκαν.

Το 1914 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Συνδέσμου Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως», διευθύνοντας και το περιοδικό Αγωγή του εν λόγω συνδέσμου. Συνεργαζόμενος δε με τους Μανόλη Τριανταφυλλίδη και Αλέξανδρο Δελμούζο συμμετέχει στην Εκπαιδευτική Επιτροπή που συγκρότησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για την εξέταση του θέματος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και την υποβολή προτάσεων.

Μετά την παραίτηση του Βενιζέλου το 1915, απολύθηκε από τη θέση του και κατά τα Νοεμβριανά του 1916 συνελήφθη για εξύβριση του βασιλέως και οδηγήθηκε στη φυλακή για ένα μήνα. Τον Ιανουάριο του 1917 με την αποφυλάκισή του μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου και ανέλαβε σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (1917) και γενικός γραμματέας του ίδιου Υπουργείου. Τότε ξεκίνησε την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917 προωθώντας το διάταγμα για την εισαγωγή της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση, γενόμενος έτσι ο πρωτεργάτης της λεγόμενης «γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 παραιτήθηκε από τη θέση του και επαναδραστηριοποιήθηκε στον Εκπαιδευτικό Όμιλο.

Η Επαναστατική Κυβέρνηση του 1922 τον επανέφερε στο υπουργείο, αλλά η δικτατορία του Θεόδωρου Παγκάλου που ακολούθησε, τον απέλυσε τον Ιανουάριο του 1926. Από τότε δεν επανήλθε ή δεν δέχθηκε ο ίδιος να επανέλθει σε κυβερνητική θέση. Από το 1926 εκδίδει το περιοδικό Αναγέννηση όπου δημοσιεύεται, μεταξύ άλλων, η Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη. Το 1928 παραπέμπεται σε δίκη διότι θεωρείται υπεύθυνος για τα επεισόδια που έγιναν σε διάλεξη του διάσημου Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, στην οποία ήταν διοργανωτής μαζί με τον Καζαντζάκη. Σταδιακά αρχίζει να προσεγγίζει την Αριστερά και τις θέσεις του ΚΚΕ.

Από το 1930 άρχισε να ασχολείται ενεργά με την πολιτική. Το 1934 ταξίδεψε μαζί με τον Κώστα Βάρναλη, που ήταν στενός φίλος του, στη Σοβιετική Ένωση, και όταν επέστρεψε δημοσίευσε τις εντυπώσεις του σε πολλές συνέχειες στην εφημερίδα Νέος Κόσμος. Το 1935 εξορίστηκε στον Άγιο Ευστράτιο από τη δικτατορία του Γεωργίου Κονδύλη, όπως και αργότερα στη Σαντορίνη από το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» του Ιωάννη Μεταξά. Το 1936 είχε εκλεγεί βουλευτής με το Παλλαϊκό Μέτωπο, συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ.

Στη διάρκεια της Κατοχής ο Γληνός πρωταγωνίστησε στις διεργασίες για την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και συνέταξε το ιδεολογικοπολιτικό μανιφέστο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Παράλληλα εντάχθηκε στο ΚΚΕ και εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος. Ο θάνατος τον βρήκε τα Χριστούγεννα του 1943, έπειτα από μια εγχείρηση και ενώ ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Ελεύθερη Ελλάδα, προκειμένου να ηγηθεί της κυβέρνησής της.

Μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου από το 1911 και επί σειρά ετών ηγετική φυσιογνωμία του, δημοσίευσε στο «Δελτίο» του Ομίλου και στην «Αναγέννηση» φιλοσοφικές και παιδαγωγικές μελέτες. Έργα του: Δημιουργικός ιστορισμός (1920), Γυναικείος ανθρωπισμός (1921), Οι χοίροι υΐζουσιν (1921), Ένας άταφος νεκρός (1925) και άλλα. Το 1927, στη Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εκπαιδευτικού Ομίλου, συνέδεσε την παιδαγωγική κίνησή του με τις σοσιαλιστικές αντιλήψεις. Εξόριστος στον Πύργο της Σαντορίνης από τη δικτατορία Μεταξά (1936 – 1940), έγραψε την «Τριλογία του Πολέμου», ενώ πιο πριν, ενώ βρισκόταν εξόριστος στην Ανάφη, είχε γράψει το «Διάγραμμα της διαλεχτικής φιλοσοφίας» (Οκτώβριος 1936), πρόπλασμα μιας μεγαλύτερης μελέτης για τον «Διαλεκτικό υλισμό». Το 1940 μετέφρασε το «Σοφιστή» του Πλάτωνα, που εκδόθηκε με δική του εισαγωγή και σχόλια από τον οίκο Ι. & Π. Ζαχαρόπουλου, στη «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Πεζογράφων και Ποιητών», της οποίας διευθυντής ήταν ο ιστορικός Γιάνης Κορδάτος.

Το Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης (International Bureau of Education) της UNESCO συμπεριέλαβε τον Γληνό μεταξύ των 100 πιο σημαντικών διανoουμένων, πολιτικών, δημοσιολόγων κ.λπ. όλου του κόσμου, που με το στοχασμό και τη δράση τους είχαν σημαντική συμβολή στην υπόθεση της εκπαίδευσης από την εποχή της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού έως τις μέρες μας.

Τιμές στη μνήμη του

Το όνομα «Δημήτρης Γληνός» φέρουν τιμητικά ο Σύλλογος Φοιτητών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Σύλλογος Φοιτητών του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, το Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο ομώνυμος Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το 2ο Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου, καθώς και το Εσπερινό Γυμνάσιο-Λύκειο Θήβας.

Το όνομά του φέρουν επίσης οδοί σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Θεσσαλονίκη, στα Κωνσταντινουπολίτικα Πυλαίας, στη Μενεμένη, στη Γλυφάδα, στη Νέα Ιωνία κ.α.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτρης_Γληνός