Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1355-1415)

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Κωνσταντία, 15 Σεπτεμβρίου 1415) ήταν από τους κυριότερους συγγραφείς και πρωτεργάτες της εισαγωγής της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στην Ιταλία κατά τα τελευταία έτη ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπήρξε ο λόγιος που έδωσε την πρώτη σοβαρή ώθηση για την άνθηση των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας τη Δύση όχι ως τον αντίποδα της Ανατολής, συνέβαλε στην πολιτισμική προσέγγιση των δύο μερών της διηρημένης χριστιανοσύνης. Ως πρεσβευτής του Μανουήλ Β’, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι (1408), δώρισε εκ μέρους του αυτοκράτορα στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου πολύτιμο ιστορημένο χειρόγραφο (σώζεται ως σήμερα) που περιείχε έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς
Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο πρόδρομος Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 σε επιφανή βυζαντινή οικογένεια. Απέκτησε μεγάλη μόρφωση και κλασσική παιδεία, παρακολουθώντας διαλέξεις και του Γεώργιου Γεμιστού και συνδέθηκε με το περίπου συνομήλικό του Aυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο.

Το 1394 ή 1395, επειδή ήταν γνώστης της λατινικής γλώσσας, εστάλη από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο στη Βενετία για να διαπραγματευτεί την αποστολή βοήθειας κατά των τουρκικών επιθέσεων που πολιορκούσαν την Πόλη υπό το σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’.

Το 1396 ή 1397 προσκλήθηκε στη Φλωρεντία να διδάξει ελληνικά από το μαικήνα Πάλα Στρότσι και τον προστάτη των γραμμάτων Κολούτσιο Σαλουτάτι. Την εποχή εκείνη στη Φλωρεντία άνθιζε το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές και τα ελληνικά ως γλώσσας φορέας τους. Ο Χρυσολωράς άρχισε με ελάχιστα μέσα, μερικά χειρόγραφα από τα έπη του Ομήρου, αλλά με τη μεταδοτικότητά του ενέπνευσε ενθουσιασμό στους μαθητές του. Βασίστηκε εν μέρει στην εργασία που είχε αρχίσει 35 χρόνια πριν στην ίδια πόλη ο Λεόντιος Πιλάτος.

Στον Χρυσολωρά ανήκει η τιμή ότι προετοίμασε για τους άλλους Βυζαντινούς λόγιους τον δύσκολο δρόμο, που οδηγούσε στις ελληνικές σπουδές, γιατί έπρεπε να διδάξει σε ξένους που δεν είχαν καμία σχετική προπαιδεία. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη τον έκανε να συντάξει τη πρώτη στοιχειώδη γραμματική με τον τίτλο «Ερωτήματα» γιατί είχε γραφτεί με τη μορφή απλών ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο Χρυσολωράς, σκυμμένος με τους μαθητές του επάνω στα αρχαία ελληνικά κείμενα, αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα της μεταφράσεως και το λύνει με την πιο αποτελεσματική μέθοδο που τη συνοψίζει στις τρεις λατινικές λέξεις «tranferre et sententiam» που σημαίνουν: να προσπαθείς να μεταφράζει το κείμενο κατά λέξη όπου είναι δυνατόν, αλλιώς όμως πιο ελεύθερα για να αποδίδει πιστά το νόημά του με τις κατάλληλες λέξεις ή εκφράσεις στη δική σου γλώσσα. Ήταν μια νέα αντίληψη για την εποχή εκείνη, εντελώς διαφορετική από τη σχολαστική και κατά λέξη μετάφραση που ακολουθούσαν ως τότε, όπως είχε κάνει ο Λεόντιος Πιλάτος.

Δίδαξε έπειτα τα ελληνικά γράμματα στη Βενετία, το Μιλάνο, την Πάντοβα, τη Παβία, τη Μπολόνια και τελικά στη Ρώμη. Τόνωσε το ενδιαφέρον για απόκτηση νέων ελληνικών χειρογράφων από τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που πραγματοποίησαν σύντομα λόγιοι όπως ο Τζιοβάνι Αουρίσπα, ο Φραγκίσκος Φίλελφος αλλά κι άρχοντες όπως ο Κολούτσιο Σαλουτάτι κι ο Κόζιμο των Μεδίκων.

Το 1400 συνάντησε στην Παβία τον Μανουήλ Παλαιολόγο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος αναζήτηση οικονομικής ή και στρατιωτικής στήριξης για να ανακουφίσει την Κωνσταντινούπολη από την πολυετή πολιορκία.

Το 1403, αφού η πολιορκία είχε επιτέλους λυθεί χάρη στην ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας (1402), ο Χρυσολωράς ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από το μαθητή του Γκουαρίνο ντα Βερόνα. Από το 1406 ταξίδεψε πέρα από την Ιταλία, σε διπλωματική αποστολή για συμμαχίες για το Βυζάντιο κι έφτασε στο Παρίσι, τη Βαρκελώνη και την Αγγλία (Λονδίνο και Salisbury), χωρίς όμως απτά αποτελέσματα εκτός από κατανόηση.

Το 1409 ο Αντίπαπας Αλέξανδρος Ε’ τον ονόμασε Καρδινάλιο και του ανέθεσε το έργο της Ένωσης των Εκκλησιών, γεγονός που αποδεικνύει την εκ μέρους του αποδοχή του καθολικού δόγματος.

Έγκαταστάθηκε στη Μπολόνια το 1410 και τελικά στη Ρώμη από το 1411 ως το 1413, συμμετέχοντας στις προσπάθειες σύγκλησης ενωτικής Συνόδου για να ξεπεραστεί το Σχίσμα της καθολικής Εκκλησίας. Το 1413 εστάλη σε νέα διπλωματική αποστολή στο Λουγκάνο, στο Γερμανό βασιλιά Σιγισμόνδο, όπου δέχτηκε να γίνει η Σύνοδος τον επόμενο χρόνο(1414) στην Κωνσταντία της Γερμανίας, δηλαδή σε έδαφος μακριά από την επιρροή του Πάπα.

Ο Μανουήλ έλαβε μέρος στη σημαντική για την καθολική Εκκλησία Σύνοδο της Κωνσταντίας, όπου επιχειρηματολόγησε υπέρ της Ένωσης των χριστιανικών κρατών ενάντια στους Τούρκους που θα τους απειλούσαν σύντομα κι άμεσα, αλλά και πάλι δεν εισακούστηκε. Άφησε την τελευταία πνοή κατά τη διάρκεια της Συνόδου, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1415 σε ηλικία 60 χρονών κι ετάφη εκεί.

Η επιτύμβια πλάκα του στο Μοναστήρι των Δομινικανών στην Κωνσταντία της Γερμανίας με εγκωμιαστικό επίγραμμα του μαθητή του Πιερ Πάολο Βερτζέριο σώζεται ως σήμερα.

Ανιψιός του ήταν ο λόγιος Ιωάννης Χρυσολωράς που επίσης άφησε την Κωνσταντινούπολη κι έζησε στην Ιταλία για να διδάξει ελληνικά. Η κόρη του Ιωάννη παντρεύτηκε το μαθητή του Μανουήλ Φραγκίσκο Φίλελφο.

Το έργο του Μανουήλ Χρυσολωρά

Ανάμεσα στα έργα του συναντούμε:

  • «Ερωτήματα» με μορφή ερωταποκρίσεων,
  • «Σύγκρισις Παλαιάς και Νέας Ρώμης» (δηλ.της Ρώμης με την Κωνσταντινούπολη)
  • «Πολιτεία» του Πλάτωνα και
  • «Οδύσσεια» του Ομήρου

Τα «Ερωτήματα» του βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Ήταν η πρώτη ελληνική Γραμματική που εκτυπώθηκε περί το 1471 και χρησιμοποιήθηκε από το Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, τον Έρασμο και το Γιόχαν Ρόιχλιν. Ο Γκουαρίνο τη μετέφρασε στα λατινικά.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μανουήλ_Χρυσολωράς

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η τελευταία μορφή του βυζαντινού Ελληνισμού πριν την πτώση του. Η σύγχρονη αποτίμηση της δράσης του και του έργου τον αναδεικνύει σε ένα από τους κριτικούς και πρωτότυπους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και με πολύ καλή γενική και ελληνική παιδεία, ο Γεώργιος Γεμιστός κέρδισε γρήγορα μεγάλη εκτίμηση στην πρωτεύουσα, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς για να εγκατασταθεί μετά το 1393 στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στον Μυστρά. Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι του στην αυλή του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος με πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε προσελκύσει στα ανάκτορα τους σοφούς άνδρες της εποχής. Σκοπός του Γεωργίου Γεμιστού ήταν να πρέπει να ήταν η γνωριμία του λαού με και της ηγεσίας μιας χώρας που αποτελούσε την κύρια απειλή για το Βυζάντιο, αλλά και η επαφή με τη σοφία του Ζωροάστρη, που δίδασκε εκεί ο Ιουδαίος και πολυθεϊστής Ελισσαίος. Τη εποχή αυτή ο Γεώργιος Γεμιστός είχε σχηματίσει ήδη τις επιφυλάξεις του για το πολιτικό και πνευματικό επίπεδο του Βυζαντίου και την κυρίαρχη θρησκεία του. Τον κλονισμένο κρατικό μηχανισμό και την κακή εκκλησιαστική διοίκηση, με πληθωρικό μοναχισμό, θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή της αυτοκρατορίας και την αδυναμία της να αντιδράσει αποτελεσματικά στους εξωτερικούς κινδύνους. Κατέληγε, λοιπόν, στην πεποίθηση ότι η μόνη δυνατότητα γαι ανάσχεση της καταστροφής και για μια αναγέννηση του ελληνικού Βυζαντίου ήταν η επιστροφή στις αρχαίες «εθνικές» αντιλήψεις.

Στο Μυστρά ο Γεώργιος Γεμιστός έδρασε ως δικαστής και διδάσκαλος, ήταν όμως κυρίως ο φιλόσοφος και σοφός συγγραφέας που συνέδεσε για πάντα το όνομα του με τη σχολή του Μυστρά και τους αφοσιωμένους οπαδούς του. Ο Γεώργιος Γεμιστός δεν ήταν μόνο ο σοφός του σπουδαστηρίου αλλά και ο άνθρωπος που ήξερε καλά την κατάσταση της εποχής του και αγωνίστηκε για τη συγκράτηση της καταστροφής. Μεταξύ 1412 και 1423 συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιόλογο και προς τον δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο, στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, που ο Γεμιστός θεωρούσε λίκνο των ελληνικών φύλων και πίστευε ότι σ’ αυτήν θα μπορούσε να στηριχθεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Στα υπομνήματα διατυπώνει και ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, νέου τύπου φορολογία, νέες αρχές για τις κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινικό σύστημα, κ.λ.π.). Την οικονομική αναδιάρθρωση θεωρούσε ο Γεμιστός προϋπόθεση για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Το σημαντικότερο στα κείμενα του Γεωργίου Γεμιστού είναι η έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία του, που εκδηλώνεται με τις συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική παράδοση και με την προσπάθεια του να παραμερισθεί επιτέλους το ρωμαϊκό στοιχείο στη ζωή του Βυζαντίου. Η συνείδηση του «ελληνικού γένους» και του «ελληνικού έθνους» τον οδήγησε στην έντονη κριτική της παραδοσιακής ιδέας της αυτοκρατορίας, ενώ στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της ανορθωτικής πολιτικής, που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο. Αυτό εξηγεί και γιατί στη διαμάχη τς εποχής αριστοτελικών και πλατωνικών πήρε τη θέση των δεύτερων. Ο Γεώργιος Γεμιστός έβλεπε τον Πλάτωνα ως συνολικό παιδαγωγό και από τα έργα κυρίως αντλούσε τις ιδέες του για μια γενική μεταρρύθμιση στο Βυζάντιο. Η δυσπιστία τυο προ τον Αριστοτέλη οφείλεται στον «εκχριστιανισμό» του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, την οποία είχαν μεταφέρει στο Βυζάντιο μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη, Ευρωπαίου θεολόγου από τον Γεώργιο Σχολάριο (Γεννάδιος).

Είναι ευεξήγητο ότι οι εθνικές αντιλήψεις του Γεωργίου Γεμιστού και τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά του σχέδια προκάλεσαν μεγάλη εχθρότητα εναντίον του, είχαν όμως και πολλούς οπαδούς και επέδρασαν στη σκέψη σοβαρών διανοητών στη Δύση. Στον Γεμιστό οφείλεται κατά κύριο λόγο η άνθιση των πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, που εγκαινίασε η ίδρυση εκεί της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν αποφασιστικά οι μαθητές του Γεμιστού με επικεφαλής των Βησσαρίωνα.

Το κύριο έργο του Γεωργίου Γεμιστού είναι το Νόμων Συγγραφή, ένας καταστατικός χάρτης του ιδανικού κράτους και του ιδανικού πολίτη. Το έργο δεν σώζεται ολόκληρο γιατί ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος προκάλεσε την «δια πυρός» εξαφάνιση του έργου του μεγαλύτερου μέρους του. Τα μεγάλα θέματα του Γεμιστού στους Νόμους είναι το θρησκευτικό, το ηθικό και το πολιτικό πρόβλημα του ανθρώπου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η θεολογία του είναι βασισμένη στις διδασκαλίες του Ζωροάστρη και του Πλάτωνα, με προσωπικές όμως λύσεις σε πολλά σημεία.

Το σύστημα του Γεμιστού, ένα σύστημα αναμφισβήτητα έντονα ουτοπικό, απέβλεπε στην αναβίωση μιας παγκόσμιας «εθνικής» θρησκείας με φαινομενικά «νεοπλατωνική» υποδομή και άλλα παγανιστικά στοιχεία. Πράγματι, η γενική εντύπωση, παλαιότερων και νεότερων μελετητών, για το θρησκευτικό οικοδόμημα του Γεμιστού και κυρίως για το πάνθεο με τα ονόματα των ειδωλολατρικών θεών, είναι ότι ο φιλόσοφος του Μυστρά επιζητούσε την ανασύσταση της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων και ότι από την ιδανική του πολιτεία απέκλειε τον Χριστιανισμό. Ο Γεμιστός πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωτερικούς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία»μπορούσε να έλθει μόνο από μια νέα πίστη με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως πρότεινε το σύστημα του. Μια σύγχρονη ερμηνεία του «πολυθεϊσμού» του Γεωργίου Γεμιστού είναι ότι ο φιλόσοφος με τα θεομορφικά του σύμβολα «συγκαλύπτει» μια συνολική οντολογική λύση του κοσμολογικού και του ανθρωπολογικού προβλήματος.

Το τέλος του Γεωργίου Γεμιστού

Ο Γεώργιος Γεμιστός πέθανε το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση. Οι φίλοι και μαθητές του, Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος Χαλκοκοδύλης, Ιωάννης Αργυρόπουλος κ.α., πένθησαν για την απώλεια του δασκάλου με κείμενα που απηχούν το μεγάλο θαυμασμό τους για τη σοφία και την αρετή του. Η φήμη του ήταν και έμεινε στην Ιταλία ζωντανή. όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι κατέλαβε για λίγο το Μυστρά, πήρε μαζί του τα οστά του Γεωργίου Γεμιστού και τα εναπόθεσε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου της πατρίδας μέσα σε λάρνακα και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511)

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (Αθήνα, Αύγουστος 1423 –Μιλάνο, 9 Ιανουαρίου 1511) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους, που συνέβαλε με το έργο του στην αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στη δυτική  Ευρώπη.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης
Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

Ο Βίος του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1423. Γιος του Βασιλείου, καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Πόλης και ήταν εξάδερφος του ιστορικού της Άλωσης, Λαόνικου Χαλκοκονδύλη (γιος του Γεωργίου Χαλκοκονδύλη). Όταν το 1435 ο θείος Γεώργιος προσπάθησε με τη σύντροφό του Μαρία Μελισσηνή με τη βοήθεια του Οθωμανού Μουράτ Β’ να ανατρέψει τους Ατσαγιόλι, τους  φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την Αθήνα. Κατέφυγε αμέσως στο Μυστρά, όπου ο μικρός Δημήτριος γνωρίστηκε με το Βησσαρίωνα τον Τραπεζούντιο. Σπούδασε φιλοσοφία, δίπλα στο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης στη Ρώμη

Το 1449 ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, μετά από σύντομο πέρασμα από τη γενέτειρά του Αθήνα, πήγε οριστικά μέσω Ραγκούζας (Σπλιτ) στην Ιταλία και πρώτα στη Ρώμη. Εκεί συμπλήρωσε τις σπουδές του δίπλα στον  Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο διδάχθηκε για πάνω από 2 χρόνια λατινικά. Με τον Γαζή συνδέθηκε με στενή φιλία, η οποία επισφραγίστηκε με τη διαθήκη του τελευταίου, που κληροδότησε στον Χαλκοκονδύλη την προσωπική του βιβλιοθήκη. Από το 1452 και για τρία χρόνια ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης βρέθηκε στην Περούτζια, όπου παρέδιδε μαθήματα ελληνικής. Το 1455 επέστρεψε στην Ρώμη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1463, αντιγράφοντας και μεταφράζοντας στον κύκλο του Βησσαρίωνα όπου γνωρίστηκε και με τους Μιχαήλο Αποστόλη, Ιωάννη Ρώσο και Αθανάσιο Χαλκιόπουλο.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στην Πάντοβα

Από το 1463 μέχρι το 1472 έζησε στην Πάντοβα όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνικών στο εκεί Πανεπιστήμιο. Εκεί εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και δίδαξε τα ελληνικά. Στην Πάντοβα μεταξύ των επιφανέστερων μαθητών του ήταν και ο Ιανός Λάσκαρις.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στη Φλωρεντία

Το 1472 προσκλήθηκε για τη Φλωρεντία, να διαδεχτεί τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η Φλωρεντία τότε με άρχοντα το Λαυρέντιο Μεγαλοπρεπή ήταν το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών της Ευρώπης, μετά και τις πλατωνικές συζητήσεις που είχε διεξάγει στην ακαδημία της ο νεοπλατωνιστής Μαρσίλιο Φιτσίνο. Την έδρα κατείχε στην πράξη ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, αλλά τρία χρόνια αργότερα που έφυγε για το Μιλάνο, ο Χαλκοκονδύλης έλαβε το Σεπτέμβρη του 1475 κι επίσημα την καθέδρα των ελληνικών γραμμάτων. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Τζοβάννι Πίκο ντελλά Μιράντολα, ο Τζιοβάνι (μετέπειτα πάπας Λεων I’) κι ο Πέτρος των Μεδίκων, γιοί του Λαυρέντιου, ο άρχοντας Ντονάτο Ατσαγιόλι και ο νεαρός Γιόχαν Ρόιχλιν, ο σημαντικότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές. Επειδή είχε προσελκύσει όλους τους καλούς μαθητές στα μαθήματα ελληνικών του, «επέσυρε το φθόνο» του νεαρού αντίζηλου Άντζελο Πολιτσιάνο, η φήμη του όμως ως δασκάλου μεγάλωνε συνεχώς και δεν είναι τυχαίο ότι απεικονίστηκε σε γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Domenico Ghirlandaio που κοσμεί ως σήμερα την καθολική εκκλησία Σάντα Μαρία ντε λα Νοβέλα, δίπλα στο Φιτσίνο.

Το 1475 ή 1476 πέθανε ο δάσκαλός του Θεόδωρος Γαζής και του άφησε τη μεγάλη συλλογή χειρογράφων και βιβλίων του.

Το 1484 νυμφεύθηκε κι απέκτησε 4 παιδιά.

Το 1488 εξέδωσε έργα του Ομήρου με τίτλο «Ομήρου τα σωζώμενα».

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στο Μιλάνο

Το 1491 τον κάλεσε ο άρχοντας του Μιλάνου Λουδοβίκο Σφόρτσα να διδάξει ελληνικά και το φθινόπωρο του ίδιου έτους έφτασε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας. Εκεί μπόρεσε απελευθερωμένος από αντιζηλίες ν αφοσιωθεί στη διδασκαλία. Εκεί τον επισκέφτηκε κι ο γερμανός μαθητής του Γιόχαν Ρόιχλιν. Το 1493 εξέδωσε και τον  Ισοκράτη, το 1494 τα γραμματικά Ερωτήματα και το 1499 το σημαντικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό Σουΐδα ή Σούδα. Έργα του εξέδωσε και ο Άλδος Μανούτιος στη Βενετία. Ο Κων.Σάθας μας διασώζει ποίημα του Πολιτσιάνο (μετά το 1491 και πριν τον πρόωρο θάνατό του το 1494), όπου παρακαλά το Χαλκοκονδύλη να επιστρέψει στη Φλωρεντία, παρομοιάζοντας τους μαθητές του ως νεοσσούς χελιδόνια που έχασαν τον προστάτη τους.

Το 1500 αναγκάστηκε λόγω των πολιτικών εξελίξεων να φύγει για μερικούς μήνες στη Φερράρα αλλά σύντομα επέστρεψε. Στο Μιλάνο απέκτησε άλλα 6 παιδιά, το τελευταίο το 1502 σε ηλικία 78 ετών το ονόμασε Πτολεμαίο (Tolomeo), όμως 3 τα έχασε πριν πεθάνει ο ίδιος. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1511 στο Μιλάνο σε ηλικία 87 ετών.

Ο Έρασμος τον χαρακτήρισε διανοούμενο εργατικό, πολυμαθέστατο αλλά ταυτόχρονα μετριόφρων.

Το έργο του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη

Έγραψε πολλούς κώδικες, μεταξύ των οποίων:

  • Τον υπ’ αριθμόν 2783 κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχει τους Πυθιονίκους τού Πινδάρου.
  • Τους υπ’ αριθμόν 2023 και 2808 κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχουν συγγραφές του Αριστοτέλη, και τις τραγωδίες Εκάβη και Ορέστης του Ευριπίδη.

Πηγή: http://www.enet.gr