Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860)

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860), κατά κόσμο Θεοχάρης Φαρμακίδης, ήταν Έλληνας διδάσκαλος του Γένους, κορυφαίος νεοέλληνας διαφωτιστής, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, λόγιος κληρικός και πρωτοπόρος εφημεριδογράφος.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης
Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης

Ο Βίος του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης γεννήθηκε στη Νίκαια Λάρισας (τότε Νεμπεγλέρ) στις 15 Ιανουαρίου 1 784. Έλαβε τη βασική μόρφωση στο χωριό του και τη Λάρισα όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1802 λαμβάνοντας το όνομα Θεόκλητος. Στη συνέχεια μετέβη στην  Κωνσταντινούπολη όπου βρισκόταν κάποιος θείος του Μητροπολίτης και φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804 – 1806). Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806 – 1811). Αφού παρέμεινε για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο  Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, διορίστηκε τον ίδιο χρόνο εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη (1811 μέχρι το 1817) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση μαθαίνοντας λατινικά, γαλλικά  και  γερμανικά όπου και μετέφρασε τη τετράτομη εγκυκλοπαίδεια του Γιακόμπς.

Μετά τον ιδρυτή Άνθιμο Γαζή από το 1816 έως το 1818 σε συνεργασία μαζί με τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη συνέχισαν την έκδοση του περιοδικού «Λόγιος Ερμής», το οποίο υπήρξε βασικό δημοσιογραφικό όργανο της παράταξης του Αδαμάντιου Κοραή. Το 1817 παραιτήθηκε από τη θέση του εφημέριου στη Βιέννη, λόγω των επιθέσεων που υφίσταται από μέλη της κοινότητας εξαιτίας των κειμένων που δημοσίευε στον «Λόγιο Ερμή». Συμμετείχε ως μέλος στη Φιλική Εταιρεία. Ο ευεργέτης του, φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ, του εξασφάλισε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν στη Γερμανία το 1819.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης στην Ελλάδα

Με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, τον Μάιο του 1821, μετέβη στην ηπειρωτική Ελλάδα, από εκεί στις Σπέτσες, στη συνέχεια στο στρατόπεδο των Βερβαίνων όπου τελικά και εντάχθηκε στο επιτελείο του πρίγκιπα Δημήτριου Υψηλάντη. Τον Αύγουστο του 1821 βρέθηκε στην Καλαμάτα όπου και εξέδωσε την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος, με τον τίτλο «Ελληνική Σάλπιγξ». Διέκοψε την έκδοσή της εξ αιτίας της διαφωνίας του με τη λογοκρισία που επεχείρησε να επιβάλλει ο Υψηλάντης.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, Έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων (5 Ιουλίου 1823) και δίδαξε δογματική το διάστημα 1823 – 1825 στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυντάκτης της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» της μετέπειτα «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Παραιτήθηκε από αυτή τη θέση το 1827 μετά από συγκρούσεις με πολιτικούς.

Ως υποστηρικτής του «Αγγλικού κόμματος» του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου διαφώνησε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, μιας και τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυβερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του Καποδίστρια και για αυτό το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Έπειτα πέρασε στην Ύδρα όπου ενώθηκε με την αντικαποδιστριακή παράταξη. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το 1832, διορίστηκε έφορος του εν Αιγίνη Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου.

Με την έλευση του ανήλικου Βασιλέα Όθωνα χρησιμοποιήθηκε από τον αντιβασιλέα Μάουρερ ως βασικός σύμβουλός του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Με ενέργειες του Φαρμακίδη στις 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833 εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Βασικό επιχείρημα του ήταν ότι δεν μπορούσε το ελεύθερο ελληνικό κράτος να εξαρτά την εκκλησιαστική του διοίκηση από έναν Πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου Σουλτάνου. Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο «ρωσικό κόμμα» (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) επιτέθηκαν εναντίον του ασκώντας του έντονη κριτική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτής της ομάδας υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Υπήρξε στενός φίλος του έτερου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη και μετήλθε πολλών προσπαθειών προκειμένου να τον μετακινήσει από τις ύστερες θεοσοφιστικές πεποιθήσεις του. Κατείχε τη θέση πως η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλή νεοελληνική ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητή από το λαϊκό πλήθος, θέση που του κόστισε νέες κριτικές από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους.

Το 1833 διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδος (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδος) και από το 1837 έως το 1839 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο όμως δεν δίδαξε ποτέ. Αργότερα, μεταξύ 1839 και 1843 διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή. Από το 1844 και έως το 1860 δίδαξε και πάλι στη Θεολογική Σχολή. Δίδαξε ελάχιστα στο πανεπιστήμιο, λόγω προβλήματος με τον φάρυγγά του.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Υπήρξε πιστός υπερασπιστής των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού, που είχε ως βασικό εκφραστή τον Αδαμάντιο Κοραή και ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος δεν αποδέχθηκε την τιμή.

Απεβίωσε σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 1860.

Το συγγραφικό έργο του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνονται τα εξής:

  • Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου. Αθήναι 1838
  • Ο ψευδώνυμος Γερμανός. Αθήναι 1838
  • Απολογία. Αθήναι 1840
  • Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων. Αθήναι 1842 – 1845
  • Στοιχεία ελληνικής γλώσσης. Αθήναι 1815
  • Χρηστομάθεια ελληνική. Αθήναι
  • Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας. Αθήναι 1852
  • Απολογία Θ. Φαρμακίδου. Αθήναι, 1840

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόκλητος_Φαρμακίδης

Please follow and like us:
error0

Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792-1828)

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (12 Δεκεμβρίου 1792 – 31 Ιανουαρίου 1828) ήταν Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Ο Βίος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της Ελισάβετ Βακαρέσκου.

Η καταγωγή της οικογένειας είναι από τα Ύψηλα της Τραπεζούντας, η δε ύπαρξή της χρονολογείται από την εποχή που κατέφυγαν οι Κομνηνοί στην Τραπεζούντα. Το 1655 ο Αντίοχος Υψηλάντης εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1810 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813), έχασε το δεξί του χέρι (21 ετών). Το 1814-1815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.

Ο χαρακτήρας του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η φυσιογνωμία του είχε τον τύπο της ανατολίτικης (Πολίτικης) ανδρικής ομορφιάς με έντονα χαρακτηριστικά μάτια. Ήταν αγαθός, ευγενής, μελαγχολικός, ονειροπόλος, ευσυγκίνητος και ενθουσιώδης. Κληρονόμος των μεγάλων παραδόσεων και προσπαθειών της οικογένειας των Υψηλάντηδων είχε θέσει ως μεγάλο σκοπό και όνειρο της ζωής του την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Εξ αυτού και ο φλογερός ενθουσιασμός του και η μεγάλη φαντασία του εύκολα μπορούσαν να τον παρασύρουν σε πολύ παράτολμα εγχειρήματα. Μάλιστα, στο Συνέδριο της Βιέννης, εξέφρασε την άποψη ότι το ζήτημα των Ελλήνων είναι υπόθεση του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού που θα πρέπει να αναχθεί σε υπόθεση όλων των Βασιλικών Αυλών της Ευρώπης.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας

Οι Φιλικοί είχαν σαφείς πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων φέρεται να είχε δηλώσει πως οι συμπατριώτες του θα έπρεπε να υπολογίζουν στη συνδρομή του, αν τυχόν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία μόνο εκ του ονόματός του και της θέσης που κατείχε χωρίς καμία άλλη εγγύηση.

Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προσέτρεξε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον ξάδελφο των Υψηλάντηδων, Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής του Ε. Ξάνθου που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του, σε αντίθεση με την απαγοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, που αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία στα απομνημονεύματά του.

Στη συνάντηση εκείνη (Πετρούπολη, 11 Απριλίου 1820) ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τους τυραννούν παντού και η τυραννία τους αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:
– Υψηλάντης: «Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;»
– Ξάνθος: «Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.»
– Υψηλάντης: «Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».
– Ξάνθος (σηκώνεται όρθιος και συγκινημένος): «Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».
Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υψηλάντης με κάποιο θαυμασμό του έδωσε το χέρι του.

Η στιγμή της συμφωνίας εκείνης είναι η ίσως η μεγαλύτερη ιστορική στιγμή στην νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους που αποφάσιζε πλέον την τύχη του. Ο Υψηλάντης ενθουσιώδης μεν πατριώτης, αν και ακατατόπιστος στα τότε ελληνικά και διεθνή ζητήματα, δεν άργησε να κυριευθεί από το δραματικό τόνο της φωνής του Ξάνθου, καθώς και από το δικό του ενθουσιασμό και τη βαθιά πίστη του στα όνειρα του ελληνικού έθνους. Έτσι, η αποστολή του ενός είχε εκπληρωθεί, ενώ οι φιλοδοξίες του άλλου, να γίνει ο ελευθερωτής του έθνους του, άρχισαν να πραγματοποιούνται.

Την επόμενη ημέρα ο Ξάνθος επισκέπτεται απ΄ ευθείας πλέον τον πρίγκιπα και του φανερώνει τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και εκείνος με συγκίνηση και ενθουσιασμό δέχθηκε να υπηρετήσει τη μεγάλη υπόθεση. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα κατηχείται και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Του δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του.

Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον τον Αρχηγό της (Πετρούπολη 12 Απριλίου 1820).

Η Φιλική Εταιρεία του Αλέξανδρο Υψηλάντη

Με την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας αποβλέποντας στη χρησιμότητα του υφιστάμενου θεσμού των εφορειών της Εταιρείας, όχι μόνο τον διατήρησε αλλά και τον ενίσχυσε με δικές του οδηγίες που απέβλεπαν περισσότερο στην επιλογή και επιτήρηση των μελών, στη βοήθεια των αδυνάτων και στον τρόπο εισδοχής των προσήλυτων.
Ταυτόχρονα έστειλε εγκυκλίους στις εφορείες και έντυπα γραμμάτια για τις εκούσιες συνεισφορές των ομογενών. Τα γραμμάτια εκείνα επείχαν θέση σύγχρονων εθνικών ομολόγων που ήταν υπογεγραμμένα από τον ίδιο τον Υψηλάντη ή από τους αντιπροσώπους του. Παράλληλα, απαγόρευσε τη χρήση των δημοσίων χρημάτων χωρίς τη διαταγή του, ενώ άνοιξε αλληλογραφία με τα επιφανέστερα (πνευματικά) μέλη, καθώς και με τα πλέον δραστήρια στα οποία ανακοίνωνε την εκλογή του ως Γενικού Επιτρόπου, θυμίζοντάς τους τα καθήκοντά τους και καθοδηγώντας τα για τη δημιουργία νέων εφορειών και συγκέντρωση εισφορών.

Επαινούσε δε τους επιτρόπους εκείνους που επιδείκνυαν ιδιαίτερη δραστηριότητα, όπως εκείνους της «Φιλόγενης Κάσσας» της Μόσχας, ιδρύοντας ένα κεντρικό ταμείο της Φιλικής στη Κωνσταντινούπολη. Και οι δύο αυτοί οργανισμοί προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες της Εταιρείας για τη χρηματοδότηση του μελλοντικού αγώνα των Ελλήνων.

Περί τα τέλη του 1820, ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος Υψηλάντης συντάσσει και υποβάλει προς έγκριση στρατιωτικό οργανισμό για τον υπό οργάνωση εθελοντικό στρατό. Σύμφωνα με αυτόν, ο στρατός της ελληνικής επανάστασης θα αποτελούνταν κυρίως από χιλιαρχίες και τα στελέχη του θα είχαν τους εξής βαθμούς: πεντηκόνταρχου, εκατόνταρχου, ταγματάρχη, χιλίαρχου και πολέμαρχου.
Η ελληνική σημαία θα έφερε τρία χρώματα: άσπρο μαύρο και κόκκινο. Η σημαία της ξηράς θα έφερε στη μία πλευρά το μυθικό φοίνικα μέσα σε φλόγες και τον «ακτινοβόλο παντόπτη οφθαλμό« με την επιγραφή «εκ της τέφρας αναγεννώμαι», στη δε άλλη, τον αρχαίο ελληνικό σταυρό, μέσα σε δάφνινo στεφάνι και κάτω την επιγραφή «Εν τούτω τω σημείω νίκα».

  • Σημειώνεται ότι τελικά από τα παραπάνω μέτρα του Υψηλάντη και τα σχέδια των Φιλικών τα μόνα που αποδείχθηκαν, βάσει των ιστορικών στοιχείων, να είχαν ουσιαστική σημασία στην ελληνική παλιγγενεσία, ήταν ο θεσμός των εφορειών,, που επέδρασε ως προαιώνιος κοινοτικός οργανισμός των Ελλήνων και η οργάνωση των λεγομένων «αποστόλων». Αντίθετα, η υλική οργάνωση του όλου κινήματος, δηλαδή ο εφοδιασμός των Ελλήνων με τα αναγκαία πολεμοφόδια, τρόφιμα κ.λπ. χαρακτηρίστηκε από πολύ πρόχειρος μέχρι ανύπαρκτος. Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης απορούν πώς πέτυχε η επανάσταση, όταν η συγκέντρωση του υλικού οφειλόταν κυρίως σε ατομικές πρωτοβουλίες, σπασμωδικές και ασυντόνιστες.
    Γενικά η συμβολή της Φιλικής σε αυτόν τον τομέα υπήρξε ασήμαντη. Ακόμα και οι Αγωνιστές του 21, όταν ελεύθεροι πια, ύστερα από τον εννιάχρονο σχεδόν, αιματηρό εκείνο αγώνα αναλογίζονταν την επικίνδυνη περιπέτεια, συχνά δοκίμαζαν τα αισθήματα ιλίγγου και τρόμου που αισθάνεται μετά τη σωτηρία του όποιος κινδύνευσε σοβαρά. Χαρακτηριστικά ο «Γέρος του Μοριά» επαναλάμβανε θυμοσοφικά: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς, εμείς αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει τη δύναμιν την εδικήν μας, τη τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, όπου ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινώμεθα, αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες και αναθέματα».

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υψώνει τη σημαία της Επανάστασης

Κατά την οργάνωση του σχεδίου η Επανάσταση θα ξεκινούσε από την Πελοπόννησο. Στην απόφαση αυτή συνέβαλαν όχι τόσο οι αβάσιμες υποσχέσεις κάποιων θερμόαιμων και υπεραισιόδοξων φιλικών, όσο η πεποίθηση του ίδιου του Υψηλάντη ότι οι τότε περιστάσεις ήταν οι πλέον ευνοϊκές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τότε μια σειρά αντιδραστικών κινήσεων διαφόρων Πασάδων, ιδίως των περιοχών  Τούνεσι και Μπαρμπαριάς. Σημαντικότερος όμως αντιπερισπασμός για τους Έλληνες τότε ήταν η ανταρσία του Αλή Πασά, που έκανε κι αυτούς ακόμα τους Σουλιώτες να επιστρέψουν και να συμμαχήσουν με τον πρώην διώκτη τους, κατά της Αυτοκρατορίας. Έπειτα υπήρχε η βεβαιότητα ότι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες θα ξέσπαγαν ταραχές πολύ σύντομα χάρη των ήδη γενομένων μυστικών ενεργειών του Ξάνθου και άλλων φιλικών από τους μυημένους οπλαρχηγούς των περιοχών αυτών, όπως του Γιωργάκη Νικολάου, από τον Όλυμπο, του Σάββα Καμινάρη, από την Πάτμο, του Γιάννη Φαρμάκη από το Μπλάτσι κ.ά.

Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας
Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας

Έτσι πιεσμένος από τις καταστάσεις ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, δύο μέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδοντας επαναστατική προκήρυξη με τον τίτλο Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Η επιλογή της Μολδαβίας και της Βλαχίας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού, ενώ από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στο ναό των Τριών Ιεραρχών τελείται δοξολογία, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλογεί πρόχειρη σημαία με έμβλημα το Σταυρό και, κατά το βυζαντινό τυπικό, παραδίδει το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Κατόπιν διενεργείται έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και παράλληλα εθελοντές από ολόκληρη την Ευρώπη καταφθάνουν στη Μολδαβία για να καταταχθούν στο στρατιωτικό σώμα που δημιούργησε, οργανώνοντας μάλιστα το πρώτο τμήμα του Πυροβολικού με δύο πυροβόλα υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier).

Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος αποτελούμενος από 500 σπουδαστές. Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί κυριεύουν και εξοπλίζουν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο.

Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμιρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.

Το τέλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλιείο Ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). Η DM είναι μια κληρονομική διαταραχή πολλαπλών συστημάτων η οποία μειώνει τη ζωή.

Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φεβρουαρίου του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Υψηλάντης_(φιλικός)

Please follow and like us:
error0

Η άλωση της Τριπολιτσάς (1821)

Η άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ελληνικές δυνάμεις, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη μεγάλη νίκη της Επανάστασης.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821
Η άλωση της Τριπολιτσάς

Η Τριπολιτσά πριν την άλωση

Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.

Διοικητής της Πελοποννήσου τότε ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς. Όταν έμαθε για την πολιορκία από την Ήπειρο όπου πολεμούσε τον Αλή πασά, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη. Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.

Οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, είχε άφθονο πόσιμο νερό, λόγω των πηγαδιών της.

Αρκετοί αρχιερείς και προεστοί είχαν προστρέξει εντός των τειχών της πόλης, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη, αλλά καθώς η πολιορκία στένευε, φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και πολλοί από αυτούς πέθαναν.

Η ζωή στα στρατόπεδα της Τριπολιτσάς

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν και να φέρουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις δυσκολίες.

Μετά την έκρηξη της Επανάστασης και την επιτυχή έκβαση της Μάχης στο Βαλτέτσι στην Τριπολιτσά είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των Οθωμανών της Πελοποννήσου.

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς

Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια και τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά. Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους τούς επιτέθηκαν οι Έλληνες που τους είχαν στήσει ενέδρα στην τάφρο, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους.

Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1821. Ως αρχιστράτηγος είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ την ανώτατη ηγεσία είχε ο Δημήτριος Υψηλάντης ως απεσταλμένος του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη. Επί της ουσίας όμως αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έως τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά από Πάπαρη, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, αλλά οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιχείρηση εναντίον της Τριπολιτσάς. Παραμονές της άλωσης, η δύναμη των πολιορκητών είχε φθάσει στους 10.000 άνδρες. Η πόλη υπέφερε από πείνα, καθώς  οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Μέρα με την ημέρα η πολιορκία γινόταν πιο ασφυκτική. Οι πολιορκούμενοι ερχόντουσαν σε συμφωνίες με τους πολιορκητές για να εξασφαλίσουν τρόφιμα καταβάλλοντας χρήματα ή ανταλλάσοντας τα όπλα τους. Όσοι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα, προσπαθούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Έλληνες οπλαρχηγούς για να εξασφαλίσουν την ασφαλή έξοδό τους από την πόλη καταβάλλοντας υψηλά ποσά.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος είχε την εποπτεία όλης της επιχείρησης, αν και στη πράξη δεν μετρούσε ο λόγος του, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απορρίφθηκε από τους Τούρκους. Από την άλλη, ο Κολοκοτρώνης δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλήθος των στρατιωτών του στους οποίους οι οπλαρχηγοί είχαν υποσχεθεί αμοιβή και μερίδιο από τα λάφυρα.

Οι συμφωνίες πριν την άλωση της Τριπολιτσάς

Επειδή οι Αλβανοί εντός της πόλης, η φρουρά του πασά, θεωρήθηκε ότι ήταν προσκείμενοι στον Αλή των Ιωαννίνων, προτάθηκε να γίνει συμφωνία μεταξύ αυτών και των πολιορκητών, ώστε να αποδυναμωθεί η άμυνα της πόλης. Ο Ελμάσμπεης ήλθε σε συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη: οι Αλβανοί θα έφευγαν με τα όπλα τους και όλη τους την αποσκευή, τα χαρέμια και τους επισημότερους Τούρκους, τον Κεχαγιάμπεη δηλαδή, τον καϊμακάμη, τον καδή καθώς και με μερικούς άλλους που δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Υπόσχονταν δε να πολεμήσουν κατά του σουλτάνου μόλις επέστρεφαν ασφαλείς στην Ήπειρο. Δόθηκαν όμηροι από πλευράς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Η συμφωνία αυτή προκάλεσε αναστάτωση και έντονες προστριβές μεταξύ Αλβανών και Τούρκων.

Η σφαγή

Οι μπέηδες και αγάδες άρχισαν να συσκέπτονται στην Τριπολιτσά για τους όρους της παράδοσης, καθώς έβλεπαν ότι πια δεν υπήρχε ελπίδα. Αλλά, ο στρατιώτης Εμμανουήλ Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη και οι Έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά θα ήταν ισότιμη και η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Υπήρχαν και ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν. Οι Αλβανοί έκαναν μαύρη αγορά τροφίμων και νερού και πήραν τους καθυστερούμενους μισθούς τους, αφού απέκλεισαν τον Κεχαγιάμπεη στο σαράι του. Οι Έλληνες έδιναν τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Αν και οι οπλαρχηγοί έβλεπαν αυτές τις συναλλαγές, δεν τις εμπόδισαν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν όπλα.

Οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη και προέβησαν σε εκτεταμένες σφαγές κατά των Τούρκων. Επί 3 ημέρες έσφαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, πρωτοστατώντας σε πρωτοφανείς βιαιότητες. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Μόνο κατά την τρίτη ημέρα μετά την άλωση ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να περιορίσει τις εχθροπραξίες των Ελλήνων.

Τα οφέλη από την άλωση της Τριπολιτσάς

Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ελάχιστα ήταν τα υλικά οφέλη για την Επανάσταση, αφού τα λάφυρα, η λεία, έγιναν αντικείμενο αρπαγής και ούτε καν το ένα τρίτο της δεν έφτασε στο περίφημο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Ο Υψηλάντης, ο πάντοτε μετριοπαθής, που ήθελε την παράδοση της πόλης ακριβώς για να ενισχυθεί με τον πλούτο της ο αγώνας, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά μάταια προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να καταθέσουν μέρος των λαφύρων που είχαν αρπάξει στον κοινό α

Η Άλωση της Τριπολιτσάς, από ηθικής άποψης, αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη σε αρχηγό της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά. Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλοι η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες.

Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο «Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων…από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα».

Πηγή: https://www.militaire.gr/i-alosi-tis-tripolitsas-san-simera-to-1821/

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Δημήτριος Υψηλάντης (1794-1832)

Ο Δημήτριος Υψηλάντης (1794 – 5 Αυγούστου 1832) ήταν στρατιωτικός και αγωνιστής της επανάστασης του 1821.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρατιωτικός και αγωνιστής της επανάστασης του 1821.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης

Ο Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν δεύτερος γιος του Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της δεύτερης συζύγου του Ελισάβετ Βακαρέσκου. Ένας εκ των πρώτων δασκάλων του ήταν ο Μακάριος Καββαδίας.

Αδελφός του ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Στάλθηκε στην Γαλλία για να σπουδάσει σε στρατιωτικές σχολές και στη συνέχεια κατατάχθηκε στην αυτοκρατορική φρουρά του Τσάρου στην Πετρούπολη, φτάνοντας έως τον βαθμό του λοχαγού. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Από τον Οκτώβριο του 1820 και ως την έναρξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπηρετούσε στο Κίεβο ως υπασπιστής του στρατηγού Ργέφσκυ.

Η κάθοδος στην Ελλάδα

Η πατρότητα της ιδέας της αναπλήρωσης του Αλέξανδρου από τον Δημήτριο διεκδικείται από τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο και χρονικά τοποθετείται μεταξύ 9 και 19 Μαρτίου 1821. Με την έναρξη της επανάστασης ανέλαβε να αντιπροσωπεύσει τον αδελφό του, Αλέξανδρο Υψηλάντη, ως πληρεξούσιος του Γενικού επιτρόπου Αρχής στην Πελοπόννησο. Πραγματοποίησε αρχικά ένα σύντομο ταξίδι στην Οδησσό με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων από τους Έλληνες της εκεί κοινότητας, δανείστηκε άλλα αφού υποθήκευσε οικογενειακά κοσμήματα, προμηθεύθηκε όπλα και γύρισε στο Κισνόβιο.

Η κάθοδός του στην Ελλάδα στάθηκε περιπετειώδης επειδή στην αρχή (Μάιος 1821) στο Τσέρνοβιτς αναγνωρίστηκε από κάποιον τυχοδιώκτη Σαλόνσκη, πρώην υπηρέτη διωγμένο από το σπίτι του γαμπρού του Υψηλάντη. Μέχρι να φτάσει στο Τριέστι τον είχε μαζί του σαν αιχμάλωτο κι όταν επιβιβάστηκε στο καράβι τον άφησε δίνοντάς του 600 δίστηλα. Στις 17 Μαΐου στο Έρμανστατ αναγνωρίστηκε από κάποιον Mολδαβό, ο οποιος εξαφανίστηκε και κατόπιν πήγε στη Βιέννη να καταγγείλει τον Υψηλάντη. Αυτός ήταν ο λόγος αλλαγής του δρομολογίου του Υψηλάντη: από το Έρμανστατ πήγε στο Τριέστι μέσω Τεμεσβάρ, Έσσινγκ Κάρλσταντ και Φιούμε. Οι πληροφορίες αυτές αναφέρονται από τον Ιωάννη Φιλήμωνα στα έργα του Περί της Φιλικής Εταιρείας και Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ο Υψηλάντης είχε μαζί του δύο εφοδιαστικά, όπως τα έλεγαν τότε, δηλαδή δύο διαβατήρια, ένα ρωσικό κι ένα γερμανικό. Οι Αυστριακές αρχές επέτρεψαν στον Υψηλάντη να φύγει για την Ελλάδα, κατά τον Γρηγόριο Δαφνή, επειδή έτσι θα είχαν την καλύτερη απόδειξη πως η Ρωσία εμπλέκονταν στις ταραχές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Μέττερνιχ είχε το καλύτερο άλλοθι. Το ταξίδι ξεκίνησε από το Κίσενοβ στις 30 Απριλίου και στο Τριέστι φτάνει 4 Ιουνίου. Απ’ εκεί έφυγαν στις 7 Ιουνίου δήθεν για την Οδυσσό αλλά τελικά για την Ύδρα, όπου έφτασε στις 8/20 Ιουνίου. Ο Υψηλάντης κατέβηκε με το όνομα Αθανάσιος Στοπόπουλος και είχε τη σημαία της Φιλικής με τον φοίνικα και τις λέξεις Ελευθερία ή Θάνατος, τα πληρεξούσια του αδελφού του με τα οποία διοριζόταν Πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της αρχής, τυπογραφείο και 300.000 γρόσια. Ήταν τότε 28 ετών, αδύνατος και με αρκετή φαλάκρα, με κράση ελάχιστα ανδρική, αλλά καρδιά ανδρικωτάτη, όπως λέει ο Φιλήμων. Στις 12 Ιουνίου εκδίδει την πρώτη προκήρυξή του. Με αυτήν αποσκοπεί στην στρατολόγηση και τον εφοδιασμό. Στις 19 Ιουνίου αποβιβάζεται στο Άστρος και μετά δύο ημέρες πάει στα Βέρβαινα για να συνατηθεί με προκρίτους. Ήδη από το Άστρος εκδηλώθηκε η πρώτη δυσφορία κατά του προσώπου του λόγω της συμπάθειάς του προς τους Παπαφλέσσα, Κολοκοτρώνη και Αναγνωσταρά.

Η δράση του στην Ελλάδα κατά την επαναστατική περίοδο

Την 1η Ιουλίου 1821, 22 οπλαρχηγοί αναγνώρισαν στα Τρίκορφα τον Υψηλάντη ως αρχιστράτηγο και του ζήτησαν να αναλάβει την αρχηγία της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Είχε προηγηθεί η διαφωνία μεταξύ προκρίτων και Υψηλάντη σχετικά με το θέμα της οργάνωσης και διοίκησης των πολιτικών και στρατιωτικών πραγμάτων. Τελικά οι πρόκριτοι συνεργάστηκαν με τον Υψηλάντη, χωρίς όμως να τον αναγνωρίσουν ως αρχιστράτηγο. Όταν όμως μαθεύτηκε στο β’ δεκαπενθήμερο του Αυγούστου η αρνητική έκβαση των γεγονότων στις Ηγεμονίες η θέση του εξασθένισε. Δύο πρόσωπα που θέλησαν να τον υπονομεύσουν ήταν οι Κωστάκης Καρατζάς και Θεόδωρος Νέγρης. Υπήρξε γενικός διοικητής της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και βελτίωσε οργανώνοντας τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα. Καθώς Τουρκικά στρατεύματα απειλούν να αποβιβαστούν στον Κορινθιακό κόλπο αναχωρεί εσπευσμένα από την Τριπολιτσά στις 13 Σεπτεμβρίου 1821 προς τις ακτές του Κορινθιακού. Θα γυρίσει πίσω όταν θα πληροφορηθεί την πτώση της Τριπολιτσάς για να αποκαταστήσει την τάξη:καθαριότητα πολής,προστασία τούρκων αιχμαλώτων). Οι συγκεντρωμένοι στο Άργος πολιτικοί διέδιδαν συκοφαντείες κατά του Υψηλάντη. Αυτός έλαβε μέτρα για την ίση διανομή των λαφύρων εν όψει της πολιορκίας του Ναυπλίου. Ο Υψηλάντης τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο πρόεβη σε πρωτοβουλίες σχετικές με τη συγκρότηση Εθνικής Συνέλευσης. Ο Υψηλάντης με μόνη συνπαράσταση τους στρατιωτικούς τελικά δέχθηκε να γίνει Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Στις 11 Δεκεμβρίου έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου. Στα πλαίσια της Α΄Εθνοσυνέλευσης εξελέγη πρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Αν και τυπικώς ισότιμο το αξίωμά του με αυτό του προέδρου του Εκτελεστικού (Μαυροκορδάτος) ο Υψηλάντης δεν υφίστατο πλέον πολιτικώς. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση ο Υψηλάντης δεν υποχώρησε στις πιέσεις των προκρίτων να μονοπωλήσουν την εξουσία και η στάση του ενίσχυσε το κύρος του. Θέλησε να λειτουργήσει κατευναστικά μεταξύ των αντιμαχομένων στον Εμφύλιο. Ξεχώρισε στη μάχη των Μύλων (κοντά στο Άργος) όπου διορίστηκε αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων και χάρη στη γενναιότητα του απέκρουσε τον Ιμπραήμ.

Η δράση κατά την Καποδιστριακή περίοδο

Με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια ο Δημήτριος Υψηλάντης διορίστηκε στρατάρχης του στρατού και ανέλαβε την οργάνωσή του και τη μετατροπή του σε τακτικό στρατό με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. O Κυβερνήτης του ανέθεσε την αρχηγία του στρατού της Ανατολικής Ελλάδας. Τον Οκτώβριο του 1828 ως στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης επικεφαλής των έξι χιλιαρχιών που είχαν συγκροτηθεί, πραγματοποίησε νικηφόρες επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Βοιωτία και διατήρησε την περιοχή υπό ελληνικό έλεγχο. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 διηύθυνε την τελευταία μάχη του Αγώνα στη μάχη της Πέτρας της Βοιωτίας. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας πέτυχε την απομάκρυνση του Υψηλάντη για να διευθύνει το στρατό της Ρούμελης. Ο Υψηλάντης μεμφόταν τον Καποδίστρια ως υπεύθυνο για το ότι ο Λεοπόλδος του Σαξ Κόμπουργκ παραιτήθηκε της υποψηφιότητάς του για τον Ελληνικό θρόνο. Στις 31 Μαρτίου 1832 επιτροπή αποτελούμενη από στρατιωτικούς παρουσιάστηκε στη Γερουσία ζητώντας να μπει και ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Διοικητική Επιτροπή. Στις 2 Απριλίου η Γερουσία ψήφισε νέα Διοικητική Επιτροπή με τον Δημήτριο Υψηλάντη να είναι ένα από τα μέλη της. Απεβίωσε στο Ναύπλιο.

Προσωπική Ζωή

Ο Δημήτριος Υψηλάντης θα παντρευόταν την Μαντώ Μαυρογένους όμως ο Ιωάννης Κωλέττης την δυσφήμισε στον Υψηλάντη και ο τελευταίος αθέτησε την υπόσχεση που της είχε δώσει.

Αποτίμηση της προσωπικότητάς του

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος τον χαρακτηρίζει ως τον αγνότερο ίσως και περισσότρο ανιδιοτελή από τους αρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης. [[Προς τιμήν του τρεις πόλεις των ΗΠΑ φέρουν το όνομα του (Ypsilanti). Στις πολιτείες Michigan, όπου βρίσκεται η έδρα του Eastern Michigan university, North Dakota και Georgia.]]

https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_Υψηλάντης

Please follow and like us:
error0