Το γλωσσικό ζήτημα (αρχές 20ου αιώνα)

Το γλωσσικό ζήτημα έγκειται στον γλωσσικό διχασμό, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τη διάρκεια της ιστορίας 20 αιώνων του γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Το γλωσσικό ζήτημα

Το γλωσσικό ζήτημα ως ιδεολογική αντιπαράθεση

Η αναγνώριση μιας ενιαίας γλώσσας ως κατ’ εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κυρίου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους. Η στροφή προς την ομιλουμένη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονταν στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν τα ζητήματα τς αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους.

Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής γράφει στα 1790: «Η αιτία που μεταχειρίσθην απλούν ύφος ήτον δια να μην προξενήσω με τη γριφότητα του ελληνισμού{αρχαϊσμού) εις τους άλλλους εκείνο όπου ο ίδιος έπαθα σπουδάζοντας». Ενώ η πατριαρχική εγκύκλιος του 1798 καταδίκαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» του Ρήγα, όχι μόνο για το επαναστατικό της περιεχόμενο, αλλά και για το ότι ήταν γραμμένη «εις απλήν φράσιν ρωμαϊκήν».

Η γλωσσική σύγκρουση εξέφρασε το σύνολο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της ελληνικής κοινωνίας κυρίως από τη στιγμή που η συσπείρωση γύρω από τη δημοτική γλώσσα συνέδεσε το ζήτημα με την εκπαίδευση και διατύπωσε με επιμονή αιτήματα εκσυγχρονισμού των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, οι δύο γλωσσικές μορφές της δημοτικής και της καθαρεύουσας, πήραν διαστάσεις ισχυρών συμβολισμών, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου, αλλά σε συγκεκριμένες αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τη ζωή και την κοινωνία.

Η παρακολούθηση της μακράς και αντιθετικής πορείας αυτών των συμβολισμών δείχνει ότι η αντίληψη για τη δημοτική γλώσσα βιώθηκε ως μία σοβαρή απειλή καθιερωμένων συμπεριφορών και πατροπαράδοτων τρόπων ζωής. Ο δημοτικισμός δηλαδή ως κίνημα βιώθηκε από τους αντιπάλους του ως κίνημα εκσυγχρονιστικό.

Το εκσυγχρονιστικό θεωρήθηκε πάντα συνώνυμο του δυτικού, αφού οι έννοιες του εκσυγχρονισμού και της νεωτερικότητας είχαν παραχθεί στη Δύση. Άρα βιώθηκε ως κίνημα ξενόφερτο. Και ως ξενόφερτο, θεωρήθηκε πάντα υπονομευτικό των ηθών, επιβουλευτικό της θρησκείας και ύποπτο προδοσίας. Γι’ αυτό και η άμυνα απέναντι του οργανώθηκε με όρους που αναφέρονταν ακριβώς σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.

Το δημοτικιστικό κίνημα

Την άποψη για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου τη συστηματοποίησε ο Ψυχάρης. Της εξασφάλισε, μάλιστα, θεωρητικά γλωσσολογικά θεμέλια και ιδεολογικό εξοπλισμό. Πρόκειται για στοιχεία που της επέτρεψαν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα, το κίνημα του δημοτικισμού. Τα στοιχεία αυτά τα αναγκαία για τη συγκρότηση του κινήματος, τα προσέφερε, πρώτος, ο Ψυχάρης. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο την αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη μιας δημοτικιστικής συνείδησης, τουλάχιστον στην λογοτεχνία, την έδωσε η συμβολή του Εμμανουήλ Ροΐδη, αυτού του κατ’ εξοχήν νεωτερικού συγγραφέα και μοναδικού τεχνίτη του καθαρολογικού ύφους. Το 1893 εκδίδει τα Είδωλα, μια απολογία της δημοτικής, γραμμένη σε αριστοτεχνική καθαρεύουσα. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δηλώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χρονολογείται το «οριστικό διαζύγιο της ελληνικής λογοτεχνίας με την καθαρεύουσα». Άλλη μια απόδειξη ότι το διακύβευμα στη γλωσσική υπόθεση δεν ήταν απλώς του γλωσσικού οργάνου, αλλά μια αντίληψη περί ζωής.

Στα επόμενα χρόνια και όσο το κίνημα αναπτυσσόταν, δηλαδή όσο τα θεμέλια τη νεωτερικότητας γίνονταν στερεότερα, τόσο μεγάλωναν και οι κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες πήραν τελικά μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και πολιτικού διωγμού. Απέναντι στις εκσυγχρονιστικές πιέσεις οργανώθηκε μια άμυνα, η οποία παρέπεμπε, πάντα, στην προάσπιση τομέων της ζωής που δεν είχαν καμία σχέση με το ζητούμενο του εκσυγχρονισμού, αλλά είχαν σχέση με τις βαθύτερες ευαισθησίες των ανθρώπων. Παρέπεμπε, δηλαδή, στην προάσπιση της ηθικής, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού. Έτσι, το ιδεολόγημα που ενέπνευσε τις συντηρητικές δυνάμεις στηρίχθηκε σε αυτές τις τρεις έννοιες, οι οποίες βρίσκονταν στην καρδιά οποιασδήποτε πολεμικής απέναντι σε κάθε νεωτεριστική απόπειρα: από τις αρχές το 20ου αιώνα και μετά η δημοτική γλώσσα δεν ήταν πια απλώς «αγελαία» και «χυδαία». Ήταν «ανήθικη, αντεθνική και αντιθρησκευτική».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανιζόταν εφ’ εξής το γλωσσικό ζήτημα: κρατική και διοικητική επέμβαση, η οποία κατέληξε να γίνει θεσμική, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος, από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση των λογίων και επιχειρηματιών της διασποράς. (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής ήταν η δημιουργία συλλόγων -«Εθνική Γλώσσα» (1905), «Εκπαιδευτικός Όμιλος» (1910), «Φοιτητική Συντροφιά» (1910)- και η έκδοση εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924).

Ο Φώτης Φωτιάδης αγγίζει από πολύ νωρίς ένα ακανθώδες ζήτημα: οι δημοτικιστές ήταν αναγκασμένοι, επί δεκαετίες, να καταφεύγουν στην καθαρεύουσα προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα για να ζήσουν. Για τη στάση τους αυτή, επικρίθηκαν δριμύτατα από τον Ψυχάρη. Ο γλωσσολόγος Μένος Φιλήντας ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος και μαχόμενος οπαδός του Ψυχάρη σχολιάζει αυτή τη στάση του τελευταίου: «…ο Ψυχάρης στάθηκε αγωνιστής και πολεμιστής για τη γλώσσα γιατί ζούσε στο εξωτερικό. Αν ζούσε εδώ (…) ίσως θ’ αναγκαζόταν να γράψει και στην καθαρεύουσα για να ζήσει, όπως αναγκαστήκαμε λίγο πολύ όλοι εμείς οι άλλοι (…) γιατί έτσι το ‘θελε το κράτος που μας είχε υπαλλήλους ή έτσι το ‘θελαν οι χρηματοδότες μας αγοράζοντας την πέννα μας για να ‘χουνε μεγαλύτερη κυκλοφορία τα έργα που τυπώνανε».

Απόπειρα εισόδου τη δημοτικής σε ένα άλλο θεσμικό χώρο, στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγινε στην κρίσιμη τριετία των αρχών του 20ου αιώνα, με μία απόφαση, γραμμένη εξολοκλήρου στη δημοτική, την οποία εξέδωσε το 1901 ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου Βόλου Ξενοφών Στελλάκης. Το γεγονός έμεινε μεμονωμένο και η ίδια η απόφαση μετά από παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσύρθηκε και δεν καταχωρίσθηκε ποτέ στα αρχεία του δικαστηρίου. Το κείμενο έφτασε στα χέρια του Ψυχάρη, οποίος το αναδημοσίευσε, τόνισε τη σημασία της απόφασης, την αποκάλεσε ιστορική και αντί να περιοριστεί στην υπογράμμιση της πρωτοφανούς σε τόλμη ενέργειας, έκανε 96 γραμματικές διορθώσεις, τις οποίες δημοσίευσε αργότερα. Πρόκειται για ενδιαφέρον παράδειγμα της αδυναμίας του Ψυχάρη να αντιληφθεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συναγωνιστές του στην Ελλάδα.

Αντι-δημοτικιστικές αντιδράσεις

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η αναμέτρηση οδήγησε στα μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν, με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα στο δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Αρχές του 1901 κυκλοφόρησε η Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένη σε αυστηρή ψυχαρική γλώσσα. Προκάλεσε έντονη επικριτική ορθογραφία, ακόμη και από τους συμπαθούντες τη δημοτική. Τέλη του 1901 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ακολούθησαν τα «Ευαγγελικά». Το 1903 ανέβηκε στο τότε Βασιλικό Θέατρο η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Ακολούθησαν τα «Ορεστειακά».

Για τις δύο μεταφράσεις τη λαϊκή ανησυχία και την κοινωνική ταραχή δεν τις προκάλεσε τόσο η μετάφραση στη δημοτική αλλά αυτή καθαυτή η μετάφραση. Η μετάφραση εξελήφθη ως αλλοτρίωση αγαθών, τα οποία είναι εξ αποκαλύψεως τμήμα της ελληνικής οντότητας. Τα κείμενα των Ευαγγελίων είναι γραμμένα στην ελληνική. Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά, Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο κείμενο. όταν μεταφράζεται εξισώνεται με όλα τα μεταφρασμένα. Μαζί με τις αντιδράσεις για την επαπειλούμενη αλλοτρίωση από τις μεταφράσεις, συνυπολογίζονται οι αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο του Αργύρη Εφταλιώτη, Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης.Ο λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό εισάγει τον όρο Ρωμιός στην ιστοριογραφία. Ο όρος είναι σε χρήση και δεν φαίνεται να ενοχλεί σε άλλους τομείς της ζωής ή των γραμμάτων.

Το βιβλίο εισάγει στην ιστοριογραφία ένα ιστορικά προσδιορισμένο που ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πέραν του τόπου και του χρόνου έννοια του Έλληνα και παραπέμπει σε γεωγραφικούς χώρους και σε χρονικές περιόδους συνύπαρξης άλλες εθνότητες. Έλληνας είναι ο Έλληνας του Ισοκράτη. Ρωμιός είναι ο συγκάτοικος του Αρμένιου, του Εβραίου, του Τούρκου.

Ο χαρακτηριστικός συμβολισμός που ανέδιδαν και τα τρία γεγονότα δημιούργησε την απτή αίσθηση ότι ενεδρεύει ένας μεγάλος, καθολικός κίνδυνος, η συμπλοκή των δύο εννοιών, ελληνικό και χριστιανικό. Απόδειξη το πόσο σοβαρά προσελήφθη ο επαπειλούμενος κίνδυνος και πόσο βαθιά ριζώθηκε στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι τα σοβαρά θεσμικά μέτρα που πάρθηκαν για να οχυρώσουν το ιδεολόγημα, η νοοτροπία που παγιώθηκε στην αντιμετώπιση του εκ μέρους των πνευματικών θεσμών, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία κλπ.

Νομοσχέδιο για το γλωσσικό ζήτημα

Το 1907 η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό ζήτημα είχε σχέση με τα βιβλία και τη γλώσσα στην οποία θα ήταν γραμμένα. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο: το εθνικό: αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος», το θρησκευτικό: «Η γλώσσα η ελληνική είναι η γλώσσα την οποία ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον ότι ο Χριστός ομίλει την ελληνικήν. Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός».

Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Όμως η καταστολή είχε αρχίσει και κλιμακώθηκε με διοικητικά μέτρα. Το Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς, τότε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής επίσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζιδάκις, για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί με την ισχύ νόμου. Ωστόσο, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, το 1911, η χρήση της καθαρεύουσας θα επιβληθεί όχι απλώς από νόμο, αλλά από ειδική διάταξη που θα μπει στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 από τον ίδιο το Βενιζέλο, πιεζόμενο από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του κόμματός του.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων κατά την περίοδο 1896 – 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους Παλαμά, Σικελιανό και Καζαντζάκη ίδρυσε την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν και πρώτος πρόεδρος (1934-37).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ο Βίος του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Ο πατέρας του, Διονύσιος, καταγόταν από τη Ζάκυνθο, με απώτατες ρίζες από την Πελοπόννησο: οι Ξυνήδες ή Ξυνόπουλοι είχαν εγκατασταθεί στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο τον 16ο αιώνα . Η μητέρα του Ευθαλία από την Πόλη με απώτατες ρίζες από την Καισάρεια. Ο πατέρας του είχε πάει αρχικά στην Αθήνα όπου στα χρόνια του Όθωνα κατατάχθηκε στο ιππικό και «ανδραγάθησε στην καταδίωξη της ληστείας». Όμως επειδή θεώρησε πως αδικήθηκε στις κρίσεις και τις προαγωγές — είχε φτάσει μέχρι το βαθμό του υπίλαρχου— έφυγε για την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Η μητέρα του Ευθαλία ήταν μία από τις αδελφές ενός φίλου του πατέρα του Διονύσιου, του Νικόλαου Θωμά, φαρμακοποιού του Φαναρίου και μυρεψού του Πατριαρχείου, με τη μεσολάβηση του οποίου και έγινε ο γάμος των δύο. Η μητέρα του είχε Φαναριώτική καταγωγή και ήταν αδελφή του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Καλλίνικου. Έντεκα μήνες μετά τη γέννησή του μετέβη στη Ζάκυνθο. Ο Ξενόπουλος είχε άλλα πέντε αδέλφια: τη Μαρία-Αναστασία που πέθανε μωρό, την Όλγα, τον Στέφανο, την Αικατερίνη (πέθανε το 1934) και τη Χαρίκλεια, η οποία ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και πέθανε το 1973. Ο Ξενόπουλος συντηρούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό της τη μητέρα του και μετά με τη διαθήκη του μερίμνησε για την αδελφή του Χαρίκλεια. Ο Γρηγόριος έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο, μέχρι το 1883, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει Φυσικομαθηματικά, μετά από προτροπή του φίλου του Νικολάου Μοτσενίγου (αδερφού του συμμαθητή του Ξενόπουλου Σωτηρίου Μοτσενίγου), ο οποίος σπούδαζε ήδη φυσικομαθηματικός στην Αθήνα. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ: από το πρώτο ήδη έτος είχε αρχίσει την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η οποία ήταν και η μοναδική πηγή εσόδων του.

Από το 1892 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στην Αθήνα και το 1894 νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη Διογενίδη. Το ζευγάρι χώρισε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ είχαν ήδη αποκτήσει μια κόρη και ο συγγραφέας νυμφεύθηκε ξανά το 1901 τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.

Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών στις οποίες δημοσίευε μελέτες, άρθρα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Το 1894 ανέλαβε τη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Εστίας, το 1896 έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων, του οποίου ήταν και συνδρομητής κατά τα παιδικά του χρόνια. Από το 1901 ως το 1912 δημοσίευε στο περιοδικό Παναθήναια λογοτεχνικά έργα και μελέτες και από το 1912 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα Έθνος  γράφοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες. Το 1927 ίδρυσε το περιοδικό  Νέα Εστία, του οποίου ήταν διευθυντής ως το 1934. To 1939 έγινε μέλος της πρώτης επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Στη Κατοχή συμμετείχε στην ελληνόφωνη ιταλική εφημερίδα Κουαδρίβιο  που προήγαγε την συνεργασία με τους Ιταλούς.

Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 1951 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Το πεζογραφικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1888 με το μυθιστόρημα Ο ανθρωπος του κόσμου. Αυτό και το επόμενο μυθιστόρημά του, Νικόλας Σιγαλός (1890), «αθηναϊκά» μυθιστορήματα, ήταν αποτυχημένα. Έπειτα στράφηκε στην έμπνευση από την πατρίδα του και έγραψε κάποια από τα καλύτερά του έργα, Μαργαρίτα Στέφα (1893), Κόκκινος βράχος (1905). Ακολούθησαν έργα «αθηναϊκά», τα σημαντικότερα από τα οποία είναι Ο πόλεμος (1914) και Οι μυστικοί αρραβώνες (1915) και το «ζακυνθινό» Λάουρα (1915), επίσης ένα από τα καλύτερά του. Η πιο φιλόδοξη συγγραφική του απόπειρα ήταν η κοινωνική τριλογία Πλούσιοι και φτωχοί (1919), Τίμιοι και άτιμοι (1921), Τυχεροί και άτυχοι (1924). Τα δύο πρώτα αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα και πιο ώριμα έργα του. Άλλα αξιόλογα έργα του που ακολούθησαν είναι τα: Αναδυομένη  (1925), Ισαβέλλα  (1923), Τερέζα Βάρμα-Δακόστα (1925).

Τα έργα του διαδραματίζονται στην Αθήνα και τη Ζάκυνθο. Θεωρείται ο εισηγητής του «αστικού μυθιστορήματος», δηλαδή του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στα αστικά κέντρα. Βασικό θέμα στα έργα του είναι ο έρωτας, κυρίως έρωτας μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις.

Η ικανότητά του να γράφει εύκολα και γρήγορα τον οδήγησε κάποιες φορές σε «εκπτώσεις» ως προς την ποιότητα. Πολλοί τον κατηγόρησαν, όταν άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα σε συνέχειες, ότι έκανε πολύ εύκολα παραχωρήσεις στα γούστα του αναγνωστικού κοινού και ότι χρησιμοποιούσε συχνά προκλητικές για την εποχή ερωτικές σκηνές για να κερδίζει χρήματα. Όλοι όμως επισημαίνουν αρετές του έργου του, όπως η αφηγηματική ευχέρεια, η ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η παρατηρητικότητα.

Το αστικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Τα έργα του Ξενόπουλου είναι περισσότερο για ψυχαγωγία παρά για φιλολογική ανάλυση. Ο αστικός ρεαλισμός που επικρατούσε αυτή την εποχή στην Ευρώπη και στην Αμερική επηρεάζει και τα έργα του Ξενόπουλου. Για το λόγο αυτό ο Ξενόπουλος θεωρείται από πολλούς εισηγητής του αστικού μυθιστορήματος με προσπάθειες για την αντανάκλαση της ίδιας της πραγματικότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Ξενόπουλος ανήκει στη γενιά του 1880, χρονολογία η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Αρχή νεοελληνικής αναγέννησης με τον Κωστή Παλαμά αλλά και τον Εμμανουήλ Ροΐδη με το μυθιστόρημα του Η Πάπισσα Ιωάννα).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε γνώστης της σχετικής παράδοσης αλλά και καινοτόμος νεωτεριστής. Η στροφή του προς τον αστικό ρεαλισμό υπήρξε βασικά ιδιάζουσα παρέκκλιση από την ηθογραφία. Ο αστικός ρεαλισμός χρησίμευε για την κάλυψη του κενού – την απουσία ενός μέσου στρώματος αναγνωστών που θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος για μια πολύπλευρη ανάπτυξη λογοτεχνικής γραφής. Τα πρώτα του μυθιστορήματα εξελίσσονται στην Αθήνα με υλικό τη φοιτητική ζωή, πριν ο συγγραφέας κλείσει τα 30. Παραμένει πάντα ο ψυχογράφος. Ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί περιστατικά και από την ίδια του τη ζωή με τρόπο όμως που αυτά να περνάνε σαν φανταστικά.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θεατρικός συγγραφέας

Το πρώτο του θεατρικό έργο, Ο ψυχοπατέρας, παρουσιάστηκε το 1895. Από τις αρχές του αιώνα άρχισε να συνεργάζεται με τη Νέα Σκηνή του Κων/νου Χρηστομάνου. Τα σπουδαιότερα θεατρικά του έργα είναι: Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας (1904), η Στέλλα Βιολάντη (1909, με την Μαρίκα Κοτοπούλη), Φοιτηταί. Ο Ξενόπουλος έγραψε συνολικά 46 διαφορετικά θεατρικά έργα. Το 1901 πρωταγωνίστησε μαζί με τον  Παλαμά για την ίδρυση της Νέας Σκηνής και χάρη στη γνώση ξένων γλωσσών ενημερωνόταν έγκαιρα για σημαντικά πνευματικά συμβάντα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Έγραφε προλόγους για τον Ίψεν και ζούσε το θέατρο, ζυμωνόταν η καθημερινή ζωή του με αυτό. Πολλά δράματα του είχαν αρχικά γραφτεί ως πεζογραφήματα και έπειτα μεταφέρθηκαν στη σκηνή. (Π.χ. Έρως εσταυρωμένος – Στέλλα Βιολάντη). Μετέφρασε και διασκεύασε αρκετά ξένα έργα και η στάθμη της γραφής του ήταν σε όλες τις περιπτώσεις υψηλά. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές δραματουργικών διαγωνισμών και το Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας εγκαινιάστηκε στα 1932 με δικό του έργο «Ο θείος Όνειρος».

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο σοσιαλισμός

Ο Ξενόπουλος, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια δεν ήταν αριστοκράτης. Παρακολουθούσε ωστόσο τα προβλήματα των ανερχόμενων αστών όσο και των πιο φτωχών. Ερχόμενος στην Αθήνα έφερε μαζί του την ιδέα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τον Δρακούλη και τους άλλους επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος, ενώθηκε με αυτούς και βοήθησε στην έκδοση των σοσιαλιστικών εφημερίδων «Άρδην» και «Κοινωνία». Το 1885 έγινε μάλιστα συντάκτης του «Άρδην». Τις θέσεις του για το σοσιαλισμό μπορούμε να δούμε καλύτερα στο Πλούσιοι και Φτωχοί. Ο Ξενόπουλος πίστευε σ΄ένα σοσιαλισμό που θα άλλαζε την κοινωνία χωρίς βίαιες ανατροπές. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν το συμφέρον τους, οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα έρχονταν σε συνεννόηση χωρίς βία. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να βάλει τέλος στο διαχωρισμό των 2 φυλών. Το ιδανικό του σοσιαλισμού θα εξασφάλιζε σε κάθε άνθρωπο οποιασδήποτε ράτσας τροφή, κατοικία και ενδυμασία, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει ποτέ σε μία εντελώς ισότητα. Αρχικά ο Ξενόπουλος θεώρησε τις σοσιαλιστικές ιδέες τις μόνες που θα μπορούσαν να διορθώσουν την ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Ωστόσο την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδεών δεν την ήθελε βίαια με ανατροπές και επαναστάσεις που θα δημιουργούσαν θύματα. Με την άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού –πίστευε- θα καταλάβαιναν οι άνθρωποι το πραγματικό τους συμφέρον. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε το γράψιμο ως οφειλή διαπαιδαγώγησης και έργο ευθύνης υπέρ του συνόλου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρηγόριος_Ξενόπουλος