Σχολές των Ιωαννίνων

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Ιωαννίνων είναι οι δύο σχολές και οι βιβλιοθήκες τους. Συλλογή συγγραμμάτων βρίσκει κανείς και στον καθεδρικό ναό, αν και οι καλόγεροι θα μπορούσαν να καυχώνται μόνο για τους ιερούς Πατέρες και τη Βυζαντινή Ιστορία. Επικεφαλής της παλιάς σχολής, της οποίας η αυθεντικότητα ξεπερνά την παράδοση, είναι ο Κοσμάς Μπαλάνος, ένας αξιοσέβαστος γέροντας του οποίου ο πατέρας ήταν και εκείνος διευθυντής. Σε αυτή τη σχολή που στηρίζεται κυρίως από τους Ζωσιμάδες, διδάσκονται γραμματική και Έλληνες συγγραφείς, όπως και σε πολλά σχολεία της Ελλάδας.

Στην άλλη σχολή 100 μαθητές διδάσκονται ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, και φιλοσοφία. Το κολλέγιο αυτό ιδρύθηκε από τον Πικροζώη, έναν ντόπιο έμπορο, που κληροδότησε 800 βαλάντια, των οποίων ο τοκισμός συν κάποιες άλλες δωρεές αρκούν για να πληρώνεται με περίπου 2.000 πιάστρα ο αρχιδιδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλίδας, για το μισθό δύο βοηθών και για μια μικρή υποτροφία που δίνεται ετησίως σε κάθε μαθητή. Ο Πικροζώης έχτισε επίσης στα Ιωάννινα μια εκκλησία και ένα νοσοκομείο. Το σύνολο των διαφόρων ή ετήσιων τόκων από την περιουσία των δύο σχολείων είναι περίπου 60 βαλάντια. Εκτός από αυτά τα ιδρύματα πολλά ακόμα, υπάρχουν μικρά, τα οποία συντηρούν ιδιώτες, αλλά η γνώση που παρέχουν δεν ξεπερνά τα ελληνικά των ελληνικών ευαγγελίων.

Στο μέσο του καλοκαιριού δεν είναι σύνηθες να βλέπει κανείς κάποιον από τους δασκάλους αυτούς να κάθεται κάτω από ένα δέντρο στα προάστια της πόλης, περιβαλλόμενος από τριάντα-σαράντα μαθητές. Συνήθως οι δάσκαλοι παίρνουν ένα πιάστρο από τους φτωχότερους μαθητές.

Λέγεται εδώ ότι το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην προσπάθεια για να πειστούν οι Έλληνες ότι τα σχολεία είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί το έθνος έφερε το έργο του μοναχού από το Απόκουρο, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος για οκτώ χρόνια ταξίδευε στη χώρα κάνοντας κήρυγμα με κεντρικό θέμα αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Ο Κοσμάς ήταν και για άλλους λόγους μεταρρυθμιστής, καθώς έπεισε τις γυναίκες του Ζαγορίου να αλλάξουν ένα μεγάλο, δίχως σχήμα κεφαλομάντηλο παρόμοιο με εκείνα των γυναικών του Αιγαίου, με ένα απλό μαντήλι. Μαρτύρησε το 1780, δολοφονηθείς από τον Κουρτ πασά.

Ο βεζίρης ενθαρρύνει την εκπαίδευση των Ελλήνων ίσως γιατί αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή υποθέτει ότι άμεσα ωφελείται. Συχνά λοιπόν διατυπώνει αυτή την συμβουλή προς τους επισκόπους, οι περισσότεροι των οποίων -καθώς έχουν το μυαλό τους μόνο στο να κάνουν κομπόδεμα και ενεργούν ακριβώς όπως οι Τούρκοι που βρίσκονται στην εξουσία- τείνουν να την αγνοούν. Και με τον παλιό διδάσκαλο Μπαλάνο ο βεζίρης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα ξορκίζοντας τον να διδάσκει τους μαθητές που αφήνονται στα χέρια του με φιλοπονία, να τους δίνει το καλό παράδειγμα και να μην τους αφήσει καμία αμφιβολία ότι θα έχουν την εύνοια και την προστασία του.

Η καταπίεση που επιδεικνύει απέναντι στα μοναστήρια είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στα χωριά και τους ιδιώτες. Τελευταίως μάλιστα έδειξε εύνοια στο μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κορυτσά και την Αχρίδα. Δεν ξοδεύεται βέβαια ο ίδιος όταν υπάρχει ανάγκη. Πρόσφατα, όταν ένας βράχος έπεσε πάνω στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο νησί των Ιωαννίνων, διέταξε τα έξοδα για τις επισκευές να πληρώσουν ορισμένοι από τους προεστούς των Ιωαννίνων. Και, τελικά, την πτώση του βράχου πλήρωσε ο μεγαλύτερος έμπορος της πόλης, ο οποίος είχε δυσαρεστήσει με μια ενέργεια του το βεζίρη.

Τα ελληνικά μιλιούνται στα Ιωάννινα είναι πιο εξευγενισμένα από οπουδήποτε αλλού στην κυρίως Ελλάδα. Οι φράσεις είναι πιο ελληνικές και η δομή περισσότερο γραμματική. Αυτό συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι οι σχολές λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και οι διαμένουν στην πόλη πολλοί έμποροι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει ή κατοικήσει στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τούτο πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων. Τούρκοι και μουσουλμάνοι Αλβανοί χρησιμοποιούν μια τούρκικη λέξη κάθε δέκα ελληνικές. Αυτές οι τούρκικες, μάλιστα, είναι ό,τι ξέρουν όλο κι όλο οι ιθαγενείς μωαμεθανοί.

Στην Ήπειρο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, οι αγροίκοι χρησιμοποιούν ορισμένες λέξεις με γνήσιες ελληνικές ρίζες, δεν συνηθίζονται όμως αλλού, ούτε βέβαια και στις ανώτερες τάξεις εδώ, οι οποίες μιλούν εξευγενισμένα ελληνικά. Τις λέξεις αυτές μπορεί να μην τις βρούμε ούτε στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που διασώζονται ούτε βέβαια και να τις ακούσουμε στις πόλεις, αλλά διατηρήθηκαν στη γλώσσα των χωρικών όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα.

Κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι ο «τροχοτός», ή ρεύμα τη λίμνης, και το «σκιάδιον», άλλως το καπέλο που φορούν οι χωρικοί την εποχή του θερισμού, το οποίο όμως οι ψαράδες της λίμνης, που επίσης το χρησιμοποιούν, το λένε «καλαμία». Οι λέξεις «αντλώ, αντλία, τροπωτήρι», χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς του Αιγαίου. Στο Ζαγόρι η «θύρα» σημαίνει «πόρτα». Η δεύτερη αυτή λέξη είναι που χρησιμοποιείται ανά την Ελλάδα. Το «προθηλάζω» χρησιμοποιείται στην ίδια περιοχή και περιγράφει τη στιγμή που ένα προβατάκι πίνει γάλα από το στήθος της προβατίνας που δεν είναι η μάνα του. «Κατεθροήθησαν τα όρνια» δηλαδή οι κότες είναι ανήσυχες, είναι μια ακόμα έκφραση που χρησιμοποιείται στο Ζαγόρι. Στην τοπική διάλεκτο τα ίχνη της άφησε και η σλαβική φυλή περισσότερο όμως στα τοπωνύμια , την κατάληξη και την προφορά λέξεων ελληνικής προέλευσης. Στην ντοπιολαλιά έχουν επίσης ενταχθεί ιταλικές λέξεις από τα γειτονικά νησιά, εξαιτίας του εμπορίου που διατηρούν τα Ιωάννινα με την Ιταλία.

William Martin Leake

Έλληνας και Γραικός

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η περιοχή της Αρχαίας Δωδώνης και των σημερινών Ιωαννίνων είναι η κοινή κοιτίδα αφενός των Ελλήνων αφετέρου των ονομάτων Έλληνας και Γραικός.

Έλληνας και Γραικός

Έλληνες ονομάζονταν αρχικά μόνον οι κάτοικοι μιας μικρής περιοχής της κεντρικής Eλλάδας, της Θεσσαλικής Φθίας. Aυτή γνωρίζει ο Όμηρος ως Ελλάδα. Aχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Aρ­­γείοι είναι τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες στον Όμηρο, καθώς επίσης και το όνομα Πανέλληνες.

Tον 7ο αι. η ονομασία Πανέλληνες έχει επικρατήσει, κάτι που συναντάμε στο έργο του Ησίοδου και του Αρχίλοχου. Από το Παν-έλληνες αποσπάστηκε και γενικεύθηκε η ονομασία Έλληνες / Έλλην, εξ ού και ο τονισμός Έλλην αντί Ελλήν / Ελλάν.

Ο Θουκυδίδης, σχολιάζοντας την ποικίλη ονομασία των Eλλήνων, αναφέρει (A΄, 3): «πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Tρωικῶν γενόμενος [ενν. ο Όμηρος] οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν [ενν. Έλληνες] οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ».

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι κοντά στη Δωδώνη «ώκουν οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες. Οι Αλεξανδρινοί θεώρησαν τις δύο ονομασίες ταυτόσημες. Οι Λατίνοι υιοθέτησαν τη λέξη Γραικός. Για τους λόγους αυτής της προτίμησης τους είχαν αναπτύξει ποικίλες θεωρίες. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι από την ευβοϊκή πόλη Γραία μεταφέρθηκε το όνομα στην Κύμη, αποικία στην Ιταλία, από όπου διαδόθηκε ευρύτερα. Όμως νεότερες έρευνες έδειξαν ότι το όνομα μεταδόθηκε στην Ιταλία από τις ηπειρωτικές ακτές της Αδριατικής.

Περαιτέρω, η γενίκευση τής ονομασίας Έλληνες (από τον 6ο αι.) έγινε μέσα από τους θεσμούς που ένωναν και χαρακτήριζαν όλους τους κατοίκους τής Eλλάδας, δηλ. μέσα από τα κοινά ιερά (Δελφών και Oλυμπίας) και τους πανελλήνιους αγώνες, ιδίως τους Ολυμπιακούς, μέσα από την αίσθηση της κοινής για όλους τους Έλληνες γλώσσας, από την ενιαία ταύτιση των Ελλήνων στις πολυάριθμες αποικίες που ίδρυσαν εκτός Eλλάδος και, γενικά, μέσα από χαρακτηριστικά εθνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ηθικά, μορφωτικά, που ξεχώριζαν τους Έλληνες ως ενιαίο εθνικό σύνολο από άλλα έθνη, όπως ήταν οι λεγόμενοι βάρβαροι.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους Έλληνες και Eλληνίζοντες και Eλληνιστές ονομάζονται αυτοί που μιλούν την ελληνική γλώσσα και μάλιστα, από τον 1ο αι. π.X., την απλοποιημένη Αλεξανδρινή Kοινή έναντι της Aττικής (αττικισμός), που άρχισαν να γράφουν και να μιλούν τότε οι λόγιοι.

Το όνομα Γραικός απέκτησε καθολική χρήση κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, λίγο πριν τη άλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρεται ότι συνήλθαν «Λατίνοι τε και Γραικοί», όπου το Γραικός είναι συνώνυμο του ελληνορθόδοξου.

Μέχρι της επικρατήσεως του χριστιανισμού το όνομα Έλληνες είναι απλό εθνικό. Με τον χριστιανισμό το Έλληνες παίρνει αρχικώς τη σημασία «ειδωλολάτρες, εθνικοί», αυτοί που πι­­στεύουν σε πολλούς θεούς, άρα οι μη (μονοθεϊστές) χριστιανοί και Iου­δαίοι. Αργότερα το όνομα Έλληνες σημαίνει γενικότερα τους «μη χριστιανούς» (Έλληνες και άλλους), ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας καλούνται Ελλαδικοί.

Οι Bυζαντινοί Έλληνες χριστιανοί, ιδίως ο κλήρος, τηρούν συχνά και για πολλούς αιώνες στάση καχυποψίας και δυσπιστίας προς την ελληνική παιδεία, που κατά βάθος τη θεωρούν αντιχριστιανική. Ωστόσο, ήδη στο Βυζάντιο, ιδίως από τον 7ο αι. κ. εξ. αρχίζει να χρησιμοποιείται σποραδικά ο όρος Έλλην.

Μετά την Επανάσταση του 1821, όλο και αποκλειστικότερα χρησιμοποιήθηκε το όνομα Έλληνας, όχι μόνο στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, αλλά και διεθνώς.

Πηγή: https://www.babiniotis.gr

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014)

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (Πειραιάς, 28 Νοεμβρίου 1906 – Θεσσαλονίκη, 22 Αυγούστου 2014) ήταν Έλληνας φιλόλογος, καθηγητής και αργότερα  ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς
Ο Εμμανουήλ Κριαράς

Ο Βίος του Εμμανουήλ Κριαρά

Ο Εμμανουήλ Κριαράς γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1906 στον Πειραιά από οικογένεια κρητικής καταγωγής (Σφακιά), ενώ τα πρώτα παιδικά του χρόνια έζησε στη Μήλο. Το 1914 με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στα Χανιά της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1924 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1929. Από το 1930 έως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αρχικά ως συνεργάτης και από το 1939 ως διευθυντής. Παράλληλα με την εργασία του στο Μεσαιωνικό Αρχείο συνέχισε τις σπουδές του. Το 1930 μετέβη στο  Μόναχο με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών για να ενημερωθεί σε θεωρητικά και τεχνικά ζητήματα της λεξικογραφίας στο περιβάλλον του Thesaurus Linguae Latinae, το 1938-1939 και το 1945-1948, ως διδάκτορας πλέον, για μετεκπαίδευση στο Παρίσι, την πρώτη φορά στη βυζαντινολογία και τη δεύτερη στη συγκριτική γραμματολογία. Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1938 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου». Το 1944 φυλακίστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Το 1948 ήταν υποψήφιος για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία όμως κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Δύο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε στην θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στη Θεσσαλονίκη δίδαξε κυρίως μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία, νεοελληνική φιλολογία, αλλά και γενική και συγκριτική γραμματολογία, αφού χάρη στις δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το 1965 η πρώτη – και για πολλά χρόνια μοναδική στην Ελλάδα – έκτακτη αυτοτελής έδρα της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας. Το διδακτικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά διακόπηκε βίαια τον Ιανουάριο του 1968, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών τον απέλυσε για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο τον έστρεψε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σύνταξη του «Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669)» (την απόφαση για τη συγκρότησή του είχε ήδη πάρει το 1956) και συνέχισε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο μέχρι το τέλος της ζωής του. Η σύζυγός του, καθηγήτρια της ψυχοτεχνικής στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης (σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Αικατερίνη Στριφτού-Κριαρά, με την οποία είχε παντρευτεί το 1936, απεβίωσε την 1η Μαΐου του 2000. Ο Κριαράς πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 22ης Αυγούστου 2014. Ήταν 107 ετών.

Το επιστημονικό έργο του Εμμανοήλ Κριαρά

Ο Εμμανουήλ Κριαράς ήταν ένας πολυγραφότατος νεοέλληνας επιστήμονας, όπως παρατηρούσε το 2008 ο Παναγιώτης Ζιώγας: «Αν προσεγγίσουμε την παράμετρο Σελίδες των δημοσιευμάτων Κριαρά, τότε καταλήγουμε στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Από τις είκοσι περίπου χιλιάδες σελίδες του μετρημένου έργου του Ε. Κριαρά, συντριπτική υπεροχή έχουν τα Λεξικογραφικά που υπερβαίνουν τις οκτώμισι χιλιάδες σελίδες, ακολουθούν τα Γραμματολογικά με περίπου έξι χιλιάδες, τα Σύμμικτα που υπερβαίνουν τις τρεις χιλιάδες, έπονται τα Επιστολογραφικά με περίπου χίλιες πεντακόσιες σελίδες, με τελευταία τα καθαρά Γλωσσικά που εγγίζουν τις εννιακόσιες σελίδες».

Από τα περισσότερα από 1.000 άρθρα και τα περίπου 60 βιβλία που έχει εκδώσει αυτοτελώς μέχρι σήμερα ο Κριαράς, ξεχωρίζουν οι μονογραφίες του για τον Γιάννη Ψυχάρη, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά, οι εκδόσεις των παλαιότερων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Πανώριας του Γεωργίου Χορτάτση, των θεατρικών του Πέτρου Κατσαΐτη, κ.ά), οι ποικίλες μελέτες του για τον  δημοτικισμό και κυρίως οι 14 πρώτοι τόμοι του Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669) που έχει καθιερωθεί διεθνώς ως  Λεξικό Κριαρά και αποτελεί αδιαμφισβήτητα το σημαντικότερο έργο του. Το 1997, λόγω προχωρημένης ηλικίας, ο Ε. Κριαράς εγκατέλειψε το μεσαιωνικό λεξικό του, παραδίδοντας το σχετικό λεξικογραφικό του αρχείο στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας της Θεσσαλονίκης. Το Κέντρο συνεχίζει την επεξεργασία του αρχείου και έχει εκδώσει μέχρι τώρα 7 ακόμη τόμους τού ΛΜΕΔΓ: 15ος (2006), 16ος (2008), 17ος (2011), 18oς (2012), 19ος (2014), 20ός (2016) και 21ος (2019). Εξέδωσε επίσης δίτομη επιτομή των πρώτων 14 τόμων (με την επιμέλεια Ιωάννη Ν. Καζάζη και Τ. Α. Καραναστάση), η οποία είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο. Στον λεξικογραφικό χώρο ανήκει και η σύνταξη από τον Ε. Κριαρά του  Λεξικού της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας, γραπτής και προφορικής που εξέδωσε το 1995 η Εκδοτική Αθηνών.

Ο δημοτικισμός και ο Εμμανουήλ Κριαράς

Παρά το πολυσχιδές επιστημονικό του έργο ο Κριαράς δεν υπήρξε «επιστήμονας του εργαστηρίου». Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στην Ο. Αντωνοπούλου το 2002, «ο επιστήμονας δεν πρέπει να μένει μόνο στο εργαστήριο. Βέβαια το εργαστήριο χρειάζεται, διότι αλλιώς εργασία δε θα υπάρξει. Αλλά δε φτάνει αυτό. Εκείνος που έχει συνείδηση των καθηκόντων του των πνευματικών, πρέπει όσο γίνεται να εκλαϊκεύει την επιστήμη του. Αυτό επιδίωξα γενικότερα στη ζωή μου, αλλά κυρίως μετά το ’74, όταν αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία στον τόπο μας. Ο επιστήμονας πρέπει να είναι και ερευνητής και δάσκαλος, εκλαϊκευτής».

Ο Κριαράς υπήρξε υπέρμαχος του δημοτικισμού από τα μαθητικά του χρόνια, συγκεκριμένα από το 1923, και αγωνίστηκε με όλα τα μέσα που διέθετε για τα γλωσσικά του πιστεύω. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του τόσο στην αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους όσο και στην καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής. Με το νόμο 309/23.1.76 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή με υπουργό παιδείας το Γεώργιο Ράλλη αποφάσισε την αναγνώριση της δημοτικής στο χώρο της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Τότε δόθηκε στη σχολική χρήση ανασυγκροτημένη γραμματική της δημοτικής γλώσσας με βάση τη Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, τυπωμένη το 1941, για να χρησιμεύσει στην εκπαίδευση χρειαζόταν συντόμευση και κάποια προσαρμογή στην εκπαιδευτική και γλωσσική πραγματικότητα. Το έργο αυτό ανέλαβε ειδική επιτροπή της οποίας μέλος υπήρξε και ο Κριαράς. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1981-1982, η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου πήρε δύο συμπληρωματικές αποφάσεις: πρώτον, να συντάσσονται οι νόμοι στη δημοτική γλώσσα και να μεταγραφούν οι σημαντικότεροι δικαστικοί κώδικες στη δημοτική και, δεύτερον, να καθιερωθεί το μονοτονικό σύστημα γραφής. Ο Κριαράς ήταν ο πρόεδρος της εικοσαμελούς επιτροπής που ανέλαβε και έφερε εις πέρας το δύσκολο έργο της μεταγραφής των δικαστικών κωδίκων και επίσης πρόεδρος της επιτροπής που εισηγήθηκε το είδος του μονοτονικού που επρόκειτο να εφαρμοστεί. Μετά την καθιέρωση της δημοτικής και μέχρι το θάνατό του ο Κριαράς συνέχισε να υπερασπίζεται τη χρήση της δημοτικής. Αρθρογραφούσε συχνά, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει επιμέρους δυσκολίες στη χρήση της γλώσσας και προτείνοντας λύσεις. Παράλληλα, προσπάθησε να διαφωτίσει και το πλατύ κοινό για επιμέρους γλωσσικά ζητήματα μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές (Τα πεντάλεπτα στην ΕΡΤ από το 1985 έως το 1987).

Βραβεία-Διακρίσεις

Η πολύπλευρη προσφορά του καθηγητή Κριαρά τόσο στην επιστήμη όσο και ευρύτερα στο ελληνικό έθνος αναγνωρίστηκε και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η Ελληνική Δημοκρατία του απένειμε τα παράσημα του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος του Φοίνικος (δις), του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος Γεωργίου Α΄ και του Ταξιάρχη του Τάγματος Τιμής. Η Γαλλία του απένειμε το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και η Ιταλία το παράσημο του Ταξιάρχη επί τιμή της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το 1977 για το συνολικό επιστημονικό του έργο του απονεμήθηκε στη Βιέννη από το γερμανικό Alfred Toepfler Stiftung το σημαντικό Βραβείο Herder, ενώ έργα του τιμήθηκαν με τα βραβεία Zappas της Γαλλίας (το διδακτορικό του), Γουλανδρή (η μονογραφία του για το Σολωμό), Γεωργίου Φωτεινού της Ακαδημίας Αθηνών (η έκδοση της Πανώριας), κ.ά. Ο Κριαράς ήταν, μεταξύ πολλών άλλων, επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, επίτιμο μέλος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Παράλληλα, είχε εκλεγεί αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ξένος εταίρος της Ακαδημίας Arcadia της Ρώμης και της Ακαδημίας του Παλέρμο. Το 2006, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με την ανώτατη τιμητική του διάκριση, το Χρυσό Αριστοτέλη, ενώ την ίδια χρονιά αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Εμμανουήλ _Κριαράς

«Ευαγγελικά»

Ως «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων (στην πραγματικότητα μεταγλωττισμένων ή, αλλιώς, παραφρασμένων, κατά την τρέχουσα τότε άποψη) στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

«Ευαγγελικά» επεισόδια
«Εὐαγγελικά» επεισόδια

Ιστορικό πλαίσιο των «Ευαγγελικών»

Στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισε να κάνει τη δειλή εμφάνιση της η μεσοαστική τάξη στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπως συνέβαινε και στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Παράλληλα, ένα ανερμάτιστο συνδικαλιστικό κίνημα άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά. Επιπλέον, η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού.

Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «ἀποδίδει εἰς τὴν γνησίαν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «ἐργαστήριον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Ήδη, βέβαια, η πρώτη μεταφραστική απόπειρα εκείνης της εποχής είχε γίνει το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε σχετική εντολή στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου, πράγμα που είχε προκαλέσει την οργή των αρχαϊστών.

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εἰς τὴν καθομιλουμένην ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἡ ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπηγόρευσε πᾶσαν μετάφρασιν ἢ παράφρασιν τοῦ πρωτοτύπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Κ. Διαθήκης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού  την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Όταν έφτασε και στην Αθήνα αυτή η απόδοση των Ευαγγελίων πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, υπό τον τίτλο «Τὸ ἔργον τῆς Βασιλίσσης ἡ Ἀκρόπολις τὸ συνεχίζει». Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον ἔργον εἶναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει ἀπολύτως ἀντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα.

Εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «τοῦ Ἀθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή των «γλωσσαμυντόρων» (υποστηρικτών της συνεχούς και στενά συνδεδεμένης πορείας της νέας γλώσσης ως προς την αρχαία), μερικοί εκ των οποίων ήταν υποστηρικτές του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρεία. Έκφραση αυτής της κατάστασης αποτελούσε η αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Η απόκλιση από τη χρήση της θεωρούνταν εθνικό έγκλημα και όποιος την υπονόμευε προδότης, ανεξάρτητα από το αξίωμα, την κοινωνική ή πολιτική θέση που μπορεί να κατείχε. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές  παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.

Με την παρακίνηση καθηγητών τους, όπως οι φανατικότεροι «γλωσσαμύντορες» αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί Κόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Η εφημερίδα της εποχής Τὸ Ἄστυ ανέφερε σχετικά με τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής το μεσημέρι της 2ας Νοεμβρίου ότι «εἶχον συναθροισθῆ εἰς τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Πανεπιστημίου». Και συνέχιζε: «Μετὰ μικρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀπεφάσισαν ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν δημοσιεύσασαν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐν σώματι καὶ ζητήσουν τὴν διακοπὴν τῆς δημοσιεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ νεωτέραν σύσκεψιν ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἑνωθῶσι καὶ μετὰ φοιτητῶν τῶν λοιπῶν σχολῶν καὶ ὅλοι ὁμοῦ νὰ προβοῦν εἰς διαμαρτυρίαν πρὸ τῶν γραφείων τῶν ἐφημερίδων ὅσαι ἔγραψαν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου».

Τα πράγματα δεν έμειναν όμως στα πλαίσια εκείνων που συζητήθηκαν και οι φοιτητές δεν περιορίστηκαν στο αίτημά τους. Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θὰ τὴν πυρπολήσουν […] καὶ διὰ βροντωδῶν φωνῶν ἄλλοι ἀπὸ τὰ παράθυρα ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἐξώστας τῶν γραφείων καὶ οἱ λοιποὶ ἀπὸ κάτω» έβριζαν τον Γαβριηλίδη, ο οποίος απουσίαζε. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τοὺς διεβεβαίωσεν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοσίευσις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως. Ἀφοῦ δὲ ἐπανειλημμένως ἐζητωκραύγασαν ὑπὲρ αὐτοῦ οἱ φοιτηταὶ ἀπεσύρθησαν ἐκεῖθεν».

Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Συνέχισε τη δημοσίευση αλλά αυτό «ἠρέθισε τὴν πάλλουσαν ἐθνικοῦ σθένους Νεολαίαν». Στις 20 Οκτωβρίου διακόπηκε η δημοσίευση της σειράς από την εφημερίδα. Στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «ἐπάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «ἔκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ἵνα ἐπιμεληθῇ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου».

Οι εφημερίδες της εποχής ΕμπρόςΣκριπ και Καιροί κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσης τῶν προγόνων» μας.

Έτσι το ζήτημα αρχίζει να παίρνει άλλη τροπή. Δεν ήταν πλέον γλωσσικό ή έστω θρησκευτικό θέμα αλλά είχε αναδειχθεί σε πολιτικό θέμα «εθνικών διατάσεων». Υποδαυλίζονταν τα πνεύματα με απόψεις όπως ότι η «μετάφραση» του Ευαγγελίου ήταν έργο των «ἐχθρῶν τῆς πατρίδος» και ότι η αιτία ήταν ο «σλαβικός κίνδυνος». Έτσι, δεν άργησαν τα πράγματα να εξελιχθούν σε τραγωδία.

Όταν κάποιοι «ἐν ἐθνικῇ μέθῃ τελοῦντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διὰ νὰ φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή «ἐδοκίμασε ἐπὶ κεφαλῶν (των διαδηλωτών) ἄμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις.

Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή.

Συνέπειες των «Ευαγγελικών» επεισοδίων

Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν τρεις φοιτητές και οκτώ πολίτες νεκροί. Επίσης, υπήρξαν περίπου 80 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα.

Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. H εφημερίδα Ἀκρόπολις διέκοψε τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και στο φύλλο της 7ης Νοεμβρίου ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές δηλώνοντας ότι η εφημερίδα παραμένει «πολέμιος ἀμείλικτος παντὸς φρονοῦντος ἀντεθνικῶς καὶ ἀτίμως ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον δὲν πρέπει νὰ ἀναγιγνώσκεται ἐν ταῖς εκκλησίαις εἰς ἄλλην τινὰ γλῶσσαν πλὴν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφη ὑπὸ τῶν  Θεοπνεύστων ἀνδρῶν».

Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη. Τα «Εὐαγγελικά» όμως οδήγησαν και σε κλιμάκωση της έντασης των όχι ιδιαίτερα θερμών σχέσεων της βασίλισσας Όλγας με τη σύζυγο του γιου της, διαδόχου Κωνσταντίνου, τη Σοφία. H εθνική και δογματική διαφορά που τις χώριζε τροφοδότησε ακόμη έναν εθνικό διχασμό, καθώς η Όλγα, Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα, θεωρούνταν εκφραστής των ρωσικών, δηλαδή «σλαβικών», συμφερόντων στην Ελλάδα και η Σοφία, πρώην πριγκίπισσα της  Πρωσίας, των γερμανικών.

Μια ακόμη συνέπεια των Ευαγγελικών ήταν η προσθήκη από την αναθεωρητική βουλή του 1911 στο Σύνταγμα (άρθρο 2, παράγραφος 2) της εξής φράσης: «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρείται ἀναλλοίωτον, ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο τελευταίο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «ἐπίσημος» («ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἐπίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της «ἐπισήμου» μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η γλώσσα και οι πληροφορίες της

Είτε μιλάει κανείς με ρυθμό πολυβόλου, όπως οι Έλληνες ή οι Ιταλοί, είτε χελώνας όπως οι Γερμανοί, μεταφέρει τελικά με την ομιλία του τις ίδιες πληροφορίες και αυτό ισχύει για κάθε γλώσσα οπουδήποτε στη Γη, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα, την πιο ολοκληρωμένη του είδους της μέχρι σήμερα. Ο ρυθμός μετάδοσης πληροφοριών φαίνεται πως είναι σχεδόν ίδιος για όλες τις γλώσσες, ανεξάρτητα από την προέλευση και τη δομή τους: 39 bits ανά δευτερόλεπτο, περίπου διπλάσιος από τον κώδικα Μορς.

Ο ρυθμός μετάδοσης πληροφοριών φαίνεται πως είναι σχεδόν ίδιος για όλες τις γλώσσες

Η πυκνότητα των πληροφοριών

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον εξελικτικό γλωσσολόγο Φρανσουά Πελεγκρινό του Εργαστηρίου Δυναμικής της Γλώσσας του Πανεπιστημίου της Λιόν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science Advances«, σύμφωνα με το «Science» και το «New Scientist», ανέλυσαν 17 ευρωπαϊκές και ασιατικές γλώσσες, οι οποίες διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, όσον αφορά τον αριθμό των βασικών ήχων, των συλλαβών και άλλων χαρακτηριστικών. Για παράδειγμα, υπάρχουν 6.949 διακριτές συλλαβές στα αγγλικά, αλλά μόνο 643 στα ιαπωνικά.

Οι επιστήμονες υπολόγισαν τη λεγόμενη πληροφοριακή πυκνότητα κάθε γλώσσας, δηλαδή πόση πληροφορία (σε bits) μεταφέρει ανά συλλαβή. Διαπιστώθηκε ότι αυτό διαφέρει από τα πέντε bits ανά συλλαβή στα βασκικά έως τα οκτώ bits ανά συλλαβή στα βιετναμέζικα.

Στη συνέχεια, δέκα άνθρωποι κλήθηκαν να μιλήσουν τη μητρική γλώσσα τους (συνολικά 170 άνθρωποι για τις 17 γλώσσες που μελετήθηκαν) και να διαβάσουν 15 κείμενα. Διαπιστώθηκε ότι ο ρυθμός ομιλίας (συλλαβές ανά δευτερόλεπτο) ποίκιλε από ομιλητή σε ομιλητή, καθώς όσοι μιλούσαν γλώσσες με μεγαλύτερη πληροφοριακή πυκνότητα, μιλούσαν κατά μέσο όρο πιο αργά από εκείνους που μιλούσαν γλώσσες, οι οποίες μεταφέρουν λιγότερες πληροφορίες ανά συλλαβή. Το ρεκόρ ταχύτητας ήταν οι 9,1 συλλαβές ανά δευτερόλεπτο, ενώ ο πιο αργός ρυθμός ήταν οι 4,3 συλλαβές ανά δευτερόλεπτο.

Για παράδειγμα, οι Βάσκοι μιλάνε με ταχύτητα οκτώ συλλαβών το δευτερόλεπτο και οι Ιταλοί μπορούν να φθάσουν τις εννέα συλλαβές, ενώ οι Βιετναμέζοι και οι Γερμανοί μιλάνε με ρυθμό πέντε έως έξι συλλαβών το δευτερόλεπτο (δηλαδή με ταχύτητα αντιστρόφως ανάλογη του πόσο «μεστή» είναι κάθε συλλαβή σε πληροφορίες). Με άλλα λόγια, γλώσσες «ελαφριές» σε πληροφορίες όπως τα ιταλικά (λίγα bits ανά συλλαβή) μιλιούνται πιο γρήγορα, ενώ γλώσσες «βαριές» σε πληροφορίες (πολλά bits ανά δευτερόλεπτο) μιλιούνται πιο αργά. Μια γλώσσα πυκνή σε πληροφορίες δεν μπορεί να μιληθεί γρήγορα, ούτε μια γλώσσα αραιή σε πληροφορίες να μιληθεί αργά.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτει τελικά ένας περίπου ενιαίος σε όλο τον κόσμο ρυθμός μετάδοσης πληροφοριών μέσω οποιασδήποτε γλώσσας, ο οποίος είναι 39,15 bits ανά δευτερόλεπτο. Το bit είναι η ίδια η μονάδα που χρησιμοποιείται στα κινητά τηλέφωνα, στους υπολογιστές και στα μόντεμ για να υπολογιστεί η ταχύτητα μετάδοσης των ψηφιακών πληροφοριών. Συγκριτικά, το πρώτο μόντεμ υπολογιστή που εμφανίσθηκε το 1959, είχε ρυθμό μετάδοσης 110 bits το δευτερόλεπτο, ενώ σήμερα πια ένα τυπικό οικιακό μόντεμ φθάνει τα 100 megabits (100 εκατομμύρια bits) το δευτερόλεπτο.

Ο ρυθμός της γλώσσας

«Το ξεκάθαρο συμπέρασμα είναι ότι καμία γλώσσα δεν είναι πιο αποτελεσματική από τις άλλες στην μετάδοση της πληροφορίας», δήλωσε ο Πελεγκρινό. Γιατί αυτό συμβαίνει, είναι ένα θέμα προς συζήτηση και πιθανώς έχει να κάνει με τα βιολογικά όρια του ανθρώπου, κυρίως πόσες πληροφορίες μπορεί να δεχτεί και να παράγει ο εγκέφαλος. Πρόσφατη έρευνα νευροεπιστημόνων φαίνεται να το επιβεβαιώνει αυτό, δείχνοντας ότι το άνω όριο του ακουστικού κέντρου του εγκεφάλου είναι οι εννέα συλλαβές ανά δευτερόλεπτο στην αγγλική γλώσσα.

Στη Γη υπάρχουν περίπου 7.000 γλώσσες και οι 17 που μελέτησαν οι Γάλλοι επιστήμονες, ασφαλώς είναι ένα μικρό ποσοστό, πιστεύουν όμως ότι το συμπέρασμα τους έχει καθολική ισχύ. Για να το επιβεβαιώσουν, θα συνεχίσουν τη μελέτη τους σε περισσότερες γλώσσες (αφρικανικές, πολυνησιακές κ.α.).

Από την άλλη, οι ερευνητές διευκρίνισαν το αυτονόητο, ότι, άσχετα με τη μητρική γλώσσα, δεν μιλάνε όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο ρυθμό της γλώσσας τους. Υπάρχουν, για παράδειγμα, άνθρωποι που μιλάνε τα ελληνικά πολύ γρήγορα και άλλοι πολύ αργά.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/1041196/article/epikairothta/episthmh/to-koino-montem-twn-glwsswn-ana-ton-kosmo

Ο Δημήτρης Γληνός (1882-1943)

Ο Δημήτρης Γληνός (Σμύρνη, 22 Αυγούστου 1882 – Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1943) ήταν Έλληνας εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της λεγόμενης «γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης».

Ο Δημήτρης Γληνός, Έλληνας εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός.
Ο Δημήτρης Γληνός

Ο Βίος του

Γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια με καταγωγή το Κόρθι της Άνδρου. Το 1899 μετακόμισε στην Αθήνα (έχοντας αποφοιτήσει με «Άριστα» από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης) και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη οπαδός της καθαρεύουσας. Το 1904 προσχώρησε στο κίνημα του δημοτικισμού και έγινε μέλος του συλλόγου «Έθνος και Γλώσσα». Το 1905 λαμβάνοντας το διδακτορικό δίπλωμά του με άριστα ανέλαβε διευθυντής στην Αναξαγόρειο Σχολή στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, και στη συνέχεια στο Ελληνογερμανικό Λύκειο της Σμύρνης. Οι διάφορες όμως δημοτικιστικές δημόσιες ομιλίες του και αρθρογραφίες του προκάλεσαν βίαιες σε βάρος του αντιδράσεις, με συνέπεια να εγκαταλείψει τη Σμύρνη (1908) και να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιένα και τη Λειψία της Γερμανίας, παρακολουθώντας μαθήματα φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και πειραματικής ψυχολογίας. Παράλληλα την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Γεώργιο Σκληρό, από τον οποίο δέχτηκε τις πρώτες επιδράσεις της σοσιαλιστικής θεωρίας και του μαρξισμού. Αλληλογραφώντας και με τον Ίωνα Δραγούμη και άλλους δημοτικιστές μετέχει στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910).

Το 1911 εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω βιοποριστικής ανάγκης και επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίστηκε αρχικά διδάσκαλος στο γυμνάσιο της Πλάκας και στη συνέχεια καθηγητής στο Αρσάκειο Λύκειο Αθηνών, αναλαμβάνοντας και την επιμέλεια της έκδοσης του Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου στο οποίο και αρθρογραφούσε διάφορα εκπαιδευτικά μελετήματα.

To 1912 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως, όπου απ΄ αυτή τη θέση τον επόμενο χρόνο μετά από συσκέψεις με τον τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Τσιριμώκο (Κυβέρνησης Ε. Βενιζέλου) υπήρξε ο βασικός υπεύθυνος και σχεδιαστής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913, που εκφράστηκε με τα λεγόμενα Νομοσχέδια Τσιριμώκου που κατατέθηκαν αλλά τελικά δεν ψηφίστηκαν.

Το 1914 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Συνδέσμου Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως», διευθύνοντας και το περιοδικό Αγωγή του εν λόγω συνδέσμου. Συνεργαζόμενος δε με τους Μανόλη Τριανταφυλλίδη και Αλέξανδρο Δελμούζο συμμετέχει στην Εκπαιδευτική Επιτροπή που συγκρότησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για την εξέταση του θέματος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και την υποβολή προτάσεων.

Μετά την παραίτηση του Βενιζέλου το 1915, απολύθηκε από τη θέση του και κατά τα Νοεμβριανά του 1916 συνελήφθη για εξύβριση του βασιλέως και οδηγήθηκε στη φυλακή για ένα μήνα. Τον Ιανουάριο του 1917 με την αποφυλάκισή του μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου και ανέλαβε σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (1917) και γενικός γραμματέας του ίδιου Υπουργείου. Τότε ξεκίνησε την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917 προωθώντας το διάταγμα για την εισαγωγή της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση, γενόμενος έτσι ο πρωτεργάτης της λεγόμενης «γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 παραιτήθηκε από τη θέση του και επαναδραστηριοποιήθηκε στον Εκπαιδευτικό Όμιλο.

Η Επαναστατική Κυβέρνηση του 1922 τον επανέφερε στο υπουργείο, αλλά η δικτατορία του Θεόδωρου Παγκάλου που ακολούθησε, τον απέλυσε τον Ιανουάριο του 1926. Από τότε δεν επανήλθε ή δεν δέχθηκε ο ίδιος να επανέλθει σε κυβερνητική θέση. Από το 1926 εκδίδει το περιοδικό Αναγέννηση όπου δημοσιεύεται, μεταξύ άλλων, η Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη. Το 1928 παραπέμπεται σε δίκη διότι θεωρείται υπεύθυνος για τα επεισόδια που έγιναν σε διάλεξη του διάσημου Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, στην οποία ήταν διοργανωτής μαζί με τον Καζαντζάκη. Σταδιακά αρχίζει να προσεγγίζει την Αριστερά και τις θέσεις του ΚΚΕ.

Από το 1930 άρχισε να ασχολείται ενεργά με την πολιτική. Το 1934 ταξίδεψε μαζί με τον Κώστα Βάρναλη, που ήταν στενός φίλος του, στη Σοβιετική Ένωση, και όταν επέστρεψε δημοσίευσε τις εντυπώσεις του σε πολλές συνέχειες στην εφημερίδα Νέος Κόσμος. Το 1935 εξορίστηκε στον Άγιο Ευστράτιο από τη δικτατορία του Γεωργίου Κονδύλη, όπως και αργότερα στη Σαντορίνη από το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» του Ιωάννη Μεταξά. Το 1936 είχε εκλεγεί βουλευτής με το Παλλαϊκό Μέτωπο, συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ.

Στη διάρκεια της Κατοχής ο Γληνός πρωταγωνίστησε στις διεργασίες για την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και συνέταξε το ιδεολογικοπολιτικό μανιφέστο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Παράλληλα εντάχθηκε στο ΚΚΕ και εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος. Ο θάνατος τον βρήκε τα Χριστούγεννα του 1943, έπειτα από μια εγχείρηση και ενώ ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Ελεύθερη Ελλάδα, προκειμένου να ηγηθεί της κυβέρνησής της.

Μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου από το 1911 και επί σειρά ετών ηγετική φυσιογνωμία του, δημοσίευσε στο «Δελτίο» του Ομίλου και στην «Αναγέννηση» φιλοσοφικές και παιδαγωγικές μελέτες. Έργα του: Δημιουργικός ιστορισμός (1920), Γυναικείος ανθρωπισμός (1921), Οι χοίροι υΐζουσιν (1921), Ένας άταφος νεκρός (1925) και άλλα. Το 1927, στη Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εκπαιδευτικού Ομίλου, συνέδεσε την παιδαγωγική κίνησή του με τις σοσιαλιστικές αντιλήψεις. Εξόριστος στον Πύργο της Σαντορίνης από τη δικτατορία Μεταξά (1936 – 1940), έγραψε την «Τριλογία του Πολέμου», ενώ πιο πριν, ενώ βρισκόταν εξόριστος στην Ανάφη, είχε γράψει το «Διάγραμμα της διαλεχτικής φιλοσοφίας» (Οκτώβριος 1936), πρόπλασμα μιας μεγαλύτερης μελέτης για τον «Διαλεκτικό υλισμό». Το 1940 μετέφρασε το «Σοφιστή» του Πλάτωνα, που εκδόθηκε με δική του εισαγωγή και σχόλια από τον οίκο Ι. & Π. Ζαχαρόπουλου, στη «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Πεζογράφων και Ποιητών», της οποίας διευθυντής ήταν ο ιστορικός Γιάνης Κορδάτος.

Το Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης (International Bureau of Education) της UNESCO συμπεριέλαβε τον Γληνό μεταξύ των 100 πιο σημαντικών διανoουμένων, πολιτικών, δημοσιολόγων κ.λπ. όλου του κόσμου, που με το στοχασμό και τη δράση τους είχαν σημαντική συμβολή στην υπόθεση της εκπαίδευσης από την εποχή της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού έως τις μέρες μας.

Τιμές στη μνήμη του

Το όνομα «Δημήτρης Γληνός» φέρουν τιμητικά ο Σύλλογος Φοιτητών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Σύλλογος Φοιτητών του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, το Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο ομώνυμος Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το 2ο Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου, καθώς και το Εσπερινό Γυμνάσιο-Λύκειο Θήβας.

Το όνομά του φέρουν επίσης οδοί σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Θεσσαλονίκη, στα Κωνσταντινουπολίτικα Πυλαίας, στη Μενεμένη, στη Γλυφάδα, στη Νέα Ιωνία κ.α.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτρης_Γληνός