Ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929)

Ο Γιάννης Ψυχάρης (15 Μαΐου 1854-29 Σεπτεμβρίου 1929) ήταν Έλληνας γλωσσολόγος και λογοτέχνης, καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι. Υπέρμαχος του δημοτικισμού. Έλαβε μέρος στο κίνημα του δημοτικισμού για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους.

Ο Γιάννης Ψυχάρης
Ο Γιάννης Ψυχάρης

Ο Βίος του Γιάννη Ψυχάρη

Ο Γιάννης Ψυχάρης γεννήθηκε την Οδησσό της Ρωσίας (σημ. Ουκρανία). Ο πατέρας του ήταν από τη Χίο και η μητέρα του από την Ήπειρο. Ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι, αφού η μητέρα του πέθανε 18 μήνες μετά τη γέννηση του και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Η οικονομική ευμάρεια του πατέρα του, επέτρεψε στον Ψυχάρη να μην του λείψει τίποτα. Μεγάλωσε σύμφωνα με τους τύπους και το γράμμα της αριστοκρατίας. Πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει Φιλολογία, Φιλοσοφία και Γλωσσολογία. Έπειτα πήγε στη Γερμανία όπου σπούδασε Γερμανική Φιλολογία. Επέστρεψε στο Παρίσι. Το 1884 έγινε υφηγητής της Γλωσσολογίας στη Σορβόνη, παίρνοντας την έδρα του δασκάλου του και ελληνιστή Εμίλ Λεγκράν. Στη συνέχεια διορίστηκε ως καθηγητής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών και στη Σχολή Ανατολικών Σπουδών. Στην Ελλάδα ο Ψυχάρης ήρθε μόνο πέντε φορές για να προχωρήσει κάποιες μελέτες του.

Παρ’ όλη την οικονομική του άνεση και την κοινωνική του θέση ο Γιάννης Ψυχάρης δεν έζησε ήρεμη οικογενειακή ζωή. Στα 1912 χώρισε με την πρώτη του γυναίκα. Στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε και τους δύο γιου του. Η δεύτερη γυναίκα του δεν κατάφερε να του δώσει την οικογενειακή θαλπωρή που τόσο αναζητούσε ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης.

Μια φοβερή αρρώστια τον καθήλωσε στο κρεβάτι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Δεν έχασε, όμως, ούτε για μια στιγμή την πνευματική του διαύγεια.Και από τη θέση αυτή συνέχιζε να γράφει. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1929 ο Γιάννης Ψυχάρης άφησε στο Παρίσι την τελευταία του πνοή, αφήνοντας το δημοτικιστικό κίνημα χωρίς αρχηγό. Η ταφή του έγινε στη Χίο, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ο Εμμανουήλ Μπενάκης φρόντισε να αγοράσει και να σώσει την αξιόλογη Βιβλιοθήκη του Γιάννη Ψυχάρη. Σήμερα η Βιβλιοθήκη αυτή αποτελεί παράρτημα της «Βιβλιοθήκης Μπενάκη».

Ο συγγραφέας Γιάννης Ψυχάρης

Ο Γιάννης Ψυχάρης διακρίθηκε ως φιλόλογος και συγγραφέας. Έγραψε πολλά έργα στην ελληνική, τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Σε αυτά απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή. Είναι ένας ρεαλιστής συγγραφέας που περιγράφει αυτά που είδε και έζησε. Ο Ψυχάρης, όμως, είδε και έζησε τη ζωή ως αστός, ως κυρίαρχος. Δεν εμβάθυνε στο θέμα του, ούτε προσπάθησε να δει τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στους οικονομικά ασθενέστερες και κοινωνικά κατώτερες κοινωνικές τάξεις του λαού.

Αυτή του η στάση δημιουργεί μια ανεξήγητη αντινομία. Ο άνθρωπος που πρώτος τόλμησε να ικανοποιήσει το αίτημα των απλών ανθρώπων για το θέμα της γλώσσας, ερχόμενος σε αντίθεση με τους λόγιους της κοινωνικής του τάξης, τους αστούς, δεν προσπάθησε να αγγίξει ή να δει τα προβλήματά τους. Δηλαδή από τη μια ο Ψυχάρης αδιαφόρησε για τη γνώμη των λογίων αστών στο θέμα της γλώσσας, και από την άλλη έβλεπε και περιέγραφε τα πάντα από τη μεριά τους. Κι όμως ως πνευματικός και μορφωμένος άνθρωπος όφειλε να δει πως πίσω από το πρόβλημα της γλώσσας υπήρχαν άλλα, πιο πολύπλοκα και ουσιώδη.

Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Ψυχάρης υπήρξε μια σημαντική φυσιογνωμία της λογοτεχνίας μας και ένας πρωτοπόρος αγωνιστής του δημοτικισμού, που με την πνευματική του δημιουργία συνετέλεσε στην ανοδική πορεία του τόπου μας.

Σε όλα τα έργα του κυριαρχεί η λαϊκή γλώσσα. Τη γλώσσα αυτή την υποστήριζε με όλες του τις δυνάμεις, διακηρύσσοντας μάλιστα ότι έπρεπε να καθιερωθεί σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου έτσι όπως μιλιέται από το λαό, χωρίς γραμματικές ή συντακτικές μεταποιήσεις. Ο Γιάννης Ψυχάρης, όμως, δεν απέφυγε και ένα λάθος: προσπάθησε να βάλει αυτή τη γλώσσα σε καλούπια.

Το γκρέμισμα της καθαρεύουσας ήταν δυνατό και για την εποχή εκείνη η γλωσσική του μεταρρύθμιση, ο «ψυχαρισμός» όπως ονομάστηκε, ήταν μια αληθινή επανάσταση που προκάλεσε αρκετό μίσος και επικρίσεις της κοινής γνώμης και των ειδικών στα θέματα αυτά.

Ολόκληρη η γλωσσική μεταρρύθμιση του Ψυχάρη εφαρμόστηκε στο έργο του «Το Ταξίδι μου», που εκδόθηκε το 1888. Μέσα στο έργο αυτό, που έχει ιστορική αξία, φαίνεται καθαρά η γλωσσική θεωρία του, που αποτελεί μια αναγέννηση για τη λογοτεχνία μας.

Ωστόσο ο Ψυχάρης στον αγώνα του για την επικράτηση της δημοτικής δεν ήταν μόνος. Ένα πλήθος από αξιόλογους λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης, ο Εφταλιώτης, ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας και ο Πάλλης, τάχθηκε με το μέρος του και τον υποστήριξε θερμά.

Μετά «Το Ταξίδι μου» ο Ψυχάρης εξέδωσε και άλλα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, σε γλώσσα δημοτική: «Η Τζούλια», «Ζωή και Αγάπη στη μοναξιά», Τα δυο αδέλφια», «Αγνή», «Τα δυο τριαντάφυλλα», «Η άρρωστη δούλα».

Η κριτική του έργου του είναι αντιφατική, γιατί επηρεάστηκε και από τις αντιπάθειες που είχε. Έτσι από πολλούς χαρακτηρίστηκε αριστουργηματικό και από άλλους ψυχρό και ασήμαντο. Η αλήθεια είναι το έργο του σε ορισμένα σημεία, στην προσπάθεια του να εφαρμόσει τα γλωσσικά του πιστεύω, φαίνεται να χάνει τον αυθορμητισμό του και να γίνεται πλαστό. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως δεν έχει αξία. Αντίθετα, αποτελεί αξιόλογο μέρος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (Πειραιάς, 15 Μαρτίου 1851 – Λίβερπουλ, 17 Μαρτίου 1935) ήταν λογοτέχνης, μεταφραστής, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (δημοτικισμός).

Ο Αλέξανδρος Πάλλης
Ο Αλέξανδρος Πάλλης

Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης

Ο Αλέξανδρος Πάλλης καταγόταν από την Ήπειρο αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστήμιου αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μετακομίσει στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Παράλληλα με το εμπόριο ασχολήθηκε με τα γράμματα. Δημοσίευσε μια κριτική έκδοση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή διορθωμένη από τον ίδιο που εκτιμήθηκε από τους φιλόλογους. Ακολουθώντας τις γλωσσικές αντιλήψεις του Ψυχάρη δημοσίευσε το 1889 τα «Τραγουδάκια για τα παιδιά» με σκοπό «το διαφωτισμό της νεότητας», και μια μετάφραση του «Έμπορου της Βενετίας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην δημοτική. Ακολούθησαν άλλα πρωτότυπα έργα του όπως το διήγημα «Μπρουσός» και η ποιητική συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος». Ποιήματά του και μερικές από τις μεταφράσεις του δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Κούφια καρύδια» τυπωμένο στο Λονδίνο.

Σημαντικότερο έργο του Πάλλη θεωρείται η μετάφρασή του της «Ιλιάδας» του Ομήρου στη δημοτική και σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σύμφωνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά, «με τη μεταφραστική αυτή πρωτοβουλία […] ήθελε πρώτα-πρώτα να αποδείξει ότι η δημοτική γλώσσα ήταν επαρκής για να αποδώσει και τα πιο αξιόλογα δημιουργήματα των αιώνων. Ζητούσε ακόμα να κάνει το ομηρικό έπος κτήμα του λαού…». Άλλη πολύ γνωστή μετάφραση του Πάλλη ήταν αυτή των Ευαγγελίων στη δημοτική, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Αυτή η μετάφραση προκάλεσε σάλο που οδήγησε στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Το ενδιαφέρον του για την ενίσχυση του δημοτικισμού υπήρξε αμείωτο καθώς χάρις στην οικονομική του άνεση ενίσχυσε χρηματικά λόγιους διευκολύνοντας την έκδοση έργων τους: επιχορηγεί το «Νουμά», αγοράζει εκατό αντίτυπα από τον «Αρχαιολόγο» του Καρκαβίτσα, επειδή ήταν έργο με δημοτικιστική θέση. Χρηματοδοτεί την έκδοση σημαντικών βιβλίων του Παλαμά, όπως , η «Ασάλευτη Ζωή», ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» και η «Φλογέρα του Βασιλιά».

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Πάλλη

Στις 31 Δεκεμβρίου 1880 παντρεύτηκε με την Ιουλία-Ελίζα, κόρη του Θεόδωρου Παντιά Ράλλη. Έκαναν μαζί πέντε παιδιά: τη Μαριέττα, τον Αλέξανδρο-Αναστάσιο, μετέπειτα πολιτικό και συγγραφέα, την Αζίζα (η οποία παντρεύτηκε τον δημοτικιστή ποιητή και συγγραφέα Πέτρο Βλαστό), τον Ανδρέα και τον μετέπειτα συγγραφέα και ορειβάτη Μάρκο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Πάλλης

Το γλωσσικό ζήτημα (αρχές 20ου αιώνα)

Το γλωσσικό ζήτημα έγκειται στον γλωσσικό διχασμό, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τη διάρκεια της ιστορίας 20 αιώνων του γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Το γλωσσικό ζήτημα

Το γλωσσικό ζήτημα ως ιδεολογική αντιπαράθεση

Η αναγνώριση μιας ενιαίας γλώσσας ως κατ’ εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κυρίου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους. Η στροφή προς την ομιλουμένη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονταν στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν τα ζητήματα τς αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους.

Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής γράφει στα 1790: «Η αιτία που μεταχειρίσθην απλούν ύφος ήτον δια να μην προξενήσω με τη γριφότητα του ελληνισμού{αρχαϊσμού) εις τους άλλλους εκείνο όπου ο ίδιος έπαθα σπουδάζοντας». Ενώ η πατριαρχική εγκύκλιος του 1798 καταδίκαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» του Ρήγα, όχι μόνο για το επαναστατικό της περιεχόμενο, αλλά και για το ότι ήταν γραμμένη «εις απλήν φράσιν ρωμαϊκήν».

Η γλωσσική σύγκρουση εξέφρασε το σύνολο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της ελληνικής κοινωνίας κυρίως από τη στιγμή που η συσπείρωση γύρω από τη δημοτική γλώσσα συνέδεσε το ζήτημα με την εκπαίδευση και διατύπωσε με επιμονή αιτήματα εκσυγχρονισμού των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, οι δύο γλωσσικές μορφές της δημοτικής και της καθαρεύουσας, πήραν διαστάσεις ισχυρών συμβολισμών, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου, αλλά σε συγκεκριμένες αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τη ζωή και την κοινωνία.

Η παρακολούθηση της μακράς και αντιθετικής πορείας αυτών των συμβολισμών δείχνει ότι η αντίληψη για τη δημοτική γλώσσα βιώθηκε ως μία σοβαρή απειλή καθιερωμένων συμπεριφορών και πατροπαράδοτων τρόπων ζωής. Ο δημοτικισμός δηλαδή ως κίνημα βιώθηκε από τους αντιπάλους του ως κίνημα εκσυγχρονιστικό.

Το εκσυγχρονιστικό θεωρήθηκε πάντα συνώνυμο του δυτικού, αφού οι έννοιες του εκσυγχρονισμού και της νεωτερικότητας είχαν παραχθεί στη Δύση. Άρα βιώθηκε ως κίνημα ξενόφερτο. Και ως ξενόφερτο, θεωρήθηκε πάντα υπονομευτικό των ηθών, επιβουλευτικό της θρησκείας και ύποπτο προδοσίας. Γι’ αυτό και η άμυνα απέναντι του οργανώθηκε με όρους που αναφέρονταν ακριβώς σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.

Το δημοτικιστικό κίνημα

Την άποψη για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου τη συστηματοποίησε ο Ψυχάρης. Της εξασφάλισε, μάλιστα, θεωρητικά γλωσσολογικά θεμέλια και ιδεολογικό εξοπλισμό. Πρόκειται για στοιχεία που της επέτρεψαν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα, το κίνημα του δημοτικισμού. Τα στοιχεία αυτά τα αναγκαία για τη συγκρότηση του κινήματος, τα προσέφερε, πρώτος, ο Ψυχάρης. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο την αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη μιας δημοτικιστικής συνείδησης, τουλάχιστον στην λογοτεχνία, την έδωσε η συμβολή του Εμμανουήλ Ροΐδη, αυτού του κατ’ εξοχήν νεωτερικού συγγραφέα και μοναδικού τεχνίτη του καθαρολογικού ύφους. Το 1893 εκδίδει τα Είδωλα, μια απολογία της δημοτικής, γραμμένη σε αριστοτεχνική καθαρεύουσα. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δηλώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χρονολογείται το «οριστικό διαζύγιο της ελληνικής λογοτεχνίας με την καθαρεύουσα». Άλλη μια απόδειξη ότι το διακύβευμα στη γλωσσική υπόθεση δεν ήταν απλώς του γλωσσικού οργάνου, αλλά μια αντίληψη περί ζωής.

Στα επόμενα χρόνια και όσο το κίνημα αναπτυσσόταν, δηλαδή όσο τα θεμέλια τη νεωτερικότητας γίνονταν στερεότερα, τόσο μεγάλωναν και οι κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες πήραν τελικά μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και πολιτικού διωγμού. Απέναντι στις εκσυγχρονιστικές πιέσεις οργανώθηκε μια άμυνα, η οποία παρέπεμπε, πάντα, στην προάσπιση τομέων της ζωής που δεν είχαν καμία σχέση με το ζητούμενο του εκσυγχρονισμού, αλλά είχαν σχέση με τις βαθύτερες ευαισθησίες των ανθρώπων. Παρέπεμπε, δηλαδή, στην προάσπιση της ηθικής, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού. Έτσι, το ιδεολόγημα που ενέπνευσε τις συντηρητικές δυνάμεις στηρίχθηκε σε αυτές τις τρεις έννοιες, οι οποίες βρίσκονταν στην καρδιά οποιασδήποτε πολεμικής απέναντι σε κάθε νεωτεριστική απόπειρα: από τις αρχές το 20ου αιώνα και μετά η δημοτική γλώσσα δεν ήταν πια απλώς «αγελαία» και «χυδαία». Ήταν «ανήθικη, αντεθνική και αντιθρησκευτική».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανιζόταν εφ’ εξής το γλωσσικό ζήτημα: κρατική και διοικητική επέμβαση, η οποία κατέληξε να γίνει θεσμική, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος, από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση των λογίων και επιχειρηματιών της διασποράς. (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής ήταν η δημιουργία συλλόγων -«Εθνική Γλώσσα» (1905), «Εκπαιδευτικός Όμιλος» (1910), «Φοιτητική Συντροφιά» (1910)- και η έκδοση εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924).

Ο Φώτης Φωτιάδης αγγίζει από πολύ νωρίς ένα ακανθώδες ζήτημα: οι δημοτικιστές ήταν αναγκασμένοι, επί δεκαετίες, να καταφεύγουν στην καθαρεύουσα προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα για να ζήσουν. Για τη στάση τους αυτή, επικρίθηκαν δριμύτατα από τον Ψυχάρη. Ο γλωσσολόγος Μένος Φιλήντας ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος και μαχόμενος οπαδός του Ψυχάρη σχολιάζει αυτή τη στάση του τελευταίου: «…ο Ψυχάρης στάθηκε αγωνιστής και πολεμιστής για τη γλώσσα γιατί ζούσε στο εξωτερικό. Αν ζούσε εδώ (…) ίσως θ’ αναγκαζόταν να γράψει και στην καθαρεύουσα για να ζήσει, όπως αναγκαστήκαμε λίγο πολύ όλοι εμείς οι άλλοι (…) γιατί έτσι το ‘θελε το κράτος που μας είχε υπαλλήλους ή έτσι το ‘θελαν οι χρηματοδότες μας αγοράζοντας την πέννα μας για να ‘χουνε μεγαλύτερη κυκλοφορία τα έργα που τυπώνανε».

Απόπειρα εισόδου τη δημοτικής σε ένα άλλο θεσμικό χώρο, στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγινε στην κρίσιμη τριετία των αρχών του 20ου αιώνα, με μία απόφαση, γραμμένη εξολοκλήρου στη δημοτική, την οποία εξέδωσε το 1901 ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου Βόλου Ξενοφών Στελλάκης. Το γεγονός έμεινε μεμονωμένο και η ίδια η απόφαση μετά από παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσύρθηκε και δεν καταχωρίσθηκε ποτέ στα αρχεία του δικαστηρίου. Το κείμενο έφτασε στα χέρια του Ψυχάρη, οποίος το αναδημοσίευσε, τόνισε τη σημασία της απόφασης, την αποκάλεσε ιστορική και αντί να περιοριστεί στην υπογράμμιση της πρωτοφανούς σε τόλμη ενέργειας, έκανε 96 γραμματικές διορθώσεις, τις οποίες δημοσίευσε αργότερα. Πρόκειται για ενδιαφέρον παράδειγμα της αδυναμίας του Ψυχάρη να αντιληφθεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συναγωνιστές του στην Ελλάδα.

Αντι-δημοτικιστικές αντιδράσεις

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η αναμέτρηση οδήγησε στα μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν, με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα στο δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Αρχές του 1901 κυκλοφόρησε η Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένη σε αυστηρή ψυχαρική γλώσσα. Προκάλεσε έντονη επικριτική ορθογραφία, ακόμη και από τους συμπαθούντες τη δημοτική. Τέλη του 1901 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ακολούθησαν τα «Ευαγγελικά». Το 1903 ανέβηκε στο τότε Βασιλικό Θέατρο η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Ακολούθησαν τα «Ορεστειακά».

Για τις δύο μεταφράσεις τη λαϊκή ανησυχία και την κοινωνική ταραχή δεν τις προκάλεσε τόσο η μετάφραση στη δημοτική αλλά αυτή καθαυτή η μετάφραση. Η μετάφραση εξελήφθη ως αλλοτρίωση αγαθών, τα οποία είναι εξ αποκαλύψεως τμήμα της ελληνικής οντότητας. Τα κείμενα των Ευαγγελίων είναι γραμμένα στην ελληνική. Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά, Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο κείμενο. όταν μεταφράζεται εξισώνεται με όλα τα μεταφρασμένα. Μαζί με τις αντιδράσεις για την επαπειλούμενη αλλοτρίωση από τις μεταφράσεις, συνυπολογίζονται οι αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο του Αργύρη Εφταλιώτη, Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης.Ο λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό εισάγει τον όρο Ρωμιός στην ιστοριογραφία. Ο όρος είναι σε χρήση και δεν φαίνεται να ενοχλεί σε άλλους τομείς της ζωής ή των γραμμάτων.

Το βιβλίο εισάγει στην ιστοριογραφία ένα ιστορικά προσδιορισμένο που ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πέραν του τόπου και του χρόνου έννοια του Έλληνα και παραπέμπει σε γεωγραφικούς χώρους και σε χρονικές περιόδους συνύπαρξης άλλες εθνότητες. Έλληνας είναι ο Έλληνας του Ισοκράτη. Ρωμιός είναι ο συγκάτοικος του Αρμένιου, του Εβραίου, του Τούρκου.

Ο χαρακτηριστικός συμβολισμός που ανέδιδαν και τα τρία γεγονότα δημιούργησε την απτή αίσθηση ότι ενεδρεύει ένας μεγάλος, καθολικός κίνδυνος, η συμπλοκή των δύο εννοιών, ελληνικό και χριστιανικό. Απόδειξη το πόσο σοβαρά προσελήφθη ο επαπειλούμενος κίνδυνος και πόσο βαθιά ριζώθηκε στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι τα σοβαρά θεσμικά μέτρα που πάρθηκαν για να οχυρώσουν το ιδεολόγημα, η νοοτροπία που παγιώθηκε στην αντιμετώπιση του εκ μέρους των πνευματικών θεσμών, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία κλπ.

Νομοσχέδιο για το γλωσσικό ζήτημα

Το 1907 η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό ζήτημα είχε σχέση με τα βιβλία και τη γλώσσα στην οποία θα ήταν γραμμένα. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο: το εθνικό: αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος», το θρησκευτικό: «Η γλώσσα η ελληνική είναι η γλώσσα την οποία ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον ότι ο Χριστός ομίλει την ελληνικήν. Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός».

Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Όμως η καταστολή είχε αρχίσει και κλιμακώθηκε με διοικητικά μέτρα. Το Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς, τότε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής επίσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζιδάκις, για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί με την ισχύ νόμου. Ωστόσο, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, το 1911, η χρήση της καθαρεύουσας θα επιβληθεί όχι απλώς από νόμο, αλλά από ειδική διάταξη που θα μπει στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 από τον ίδιο το Βενιζέλο, πιεζόμενο από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του κόμματός του.

Πηγή: http://www.enet.gr