Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου δεν κάλυψε το σύνολο των αλυτρωτικών αιτημάτων της Ελλάδας. Σε πρώτο επίπεδο πρέπει να τοποθετηθεί το βορειοηπειρωτικό ζήτημα και η συμβατική προσκύρωση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, απελευθερωμένων από τον ελληνικό στόλο στη διάρκεια επιχειρήσεων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα
ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ

Το διπλωματικό πλαίσιο

Η απόφαση για την ίδρυση αυτόνομου αλβανικού κράτους, δεν συνοδευόταν από τον καθορισμό των εδαφικών ορίων της νέας επικράτειας. Η μοιραία σύναψη των συνοριακών εκκρεμοτήτων με σκοπιμότητες και κριτήρια ξένα προς την εθνολογική πραγματικότητα των επίμαχων επαρχιών, έτεινε να ματαιώσει την προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, παρά την κατάληψη της από τον ελληνικό στρατό στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Το επίφοβο αυτό ενδεχόμενο επαληθεύτηκε, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, επεξέτεινε με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17 Δεκεμβρίου 1913, τα νότια σύνορα της Αλβανίας ως τη γραμμή Στύλου-Πρέσπας. Η εκδήλωση της ελληνικής αντίδρασης περιστελλόταν κάτω από την εκβιαστική πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, επιφορτισμένων να καθορίσουν το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου. Η κοινή ευρωπαϊκή διακοίνωση προς την Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 1914 συσχέτιζε άμεσα τα ζητήματα: η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στο νησιωτικό χώρο του Αρχιπελάγους -με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και το Καστελλόριζο- συνεπαγόταν τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να αποσύρει τα στρατεύματα της από τη Βόρειο Ήπειρο και να αποθαρρύνει κάθε αντίδραση απέναντι στο καθεστώς της αλβανικής κυριαρχίας.

Η αναγκαστική υποχώρηση της Αθήνας δεν προοριζόταν να οδηγήσει σε πλήρης εξομάλυνση των διαφορών πάνω τα δυο επίμαχα ζητήματα. Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εξεγείρονταν κατά των ευρωπαϊκών αποφάσεων, ανακήρυσσαν την αυτονομία της περιοχής και εγκαθιστούσαν στο Αργυρόκαστρο προσωρινή κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφο. Η αναγνώριση με τη συμφωνία της Κέρκυρας, στις17 Μαΐου 1914, σημαντικών διοικητικών, εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών προνομίων, ισοδύναμων με τη χορήγηση πραγματικής αυτονομίας στις επαρχίες Κορυτσάς και Αργυροκάστρου, και η προσεπικύρωση των παραχωρήσεων από το νεοεκλεγέντα ηγεμόνα της Αλβανίας, Γουλιέλμο Βηδ, δεν θα αρκέσει για να παγιωθεί η ειρήνη στο εσωτερικό του νεότευκτου αλβανικού κράτους.

Η νέα διεθνής θέση της Ελλάδας μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου είναι ριζικά αναβαθμισμένη. Η συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου υποδηλώνει μια καίρια τομή στην εξέλιξη της αλυτρωτικής πολιτικής, η οποία δεν εντοπίζεται σε μόνη, ή καθεαυτή, την πρόσκτηση εκτεταμένων εδαφών. Η σημασία της είναι συναρτημένη με το μεταβολισμό της εθνικής ιδέας, ως ενιαίας εθνικής στρατηγικής, στους κόλπους του αλύτρωτου ελληνισμού. Η εθνικιστική πολιτική του νεοτουρκικού καθεστώτος είχε ήδη ανατρέψει κάθε προϋπόθεση για δυναμική ενσωμάτωση των χριστιανικών μειονοτήτων στους κόλπους ενός πολυεθνικού κράτους, φιλελεύθερου και αποκεντρωτικού στην εσωτερική δομή του. Έκθετοι στις πιέσεις των Νεότουρκων εθνικιστών, οι αλύτρωτοι Έλληνες, σε αναζήτηση των μέσων για την προάσπιση της εθνικής τους ταυτότητας και τη διασφάλιση του εθνικού τους μέλλοντος, θα υιοθετήσουν ομόθυμα και ανεπιφύλακτα, την επιδίωξη της ενσωμάτωσης στους κόλπους ενός μεγάλου ελληνικού κράτους. Στην εμπέδωση της επιθυμίας αυτής θα συμβάλει αποφασιστικά η νέα πραγματική κατάσταση που θα ανακύψει από την εφαρμογή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και θα δώσει ουσιαστική υπόσταση σε μια επιδίωξη χωρίς σοβαρό ως τότε πολιτικό αντίκρισμα: Η ελεύθερη Ελλάδα, με εκτεταμένα τα σύνορα της μέχρι τη Θράκη και τα μικρασιατικά παράλια, διπλωματικά, στρατιωτικά και οικονομικά αναβαθμισμένη, κρινόταν ήδη ικανή να επιχειρήσει ένα νέο άλμα στην οδό της εκπλήρωσης των πιο προωθημένων εθνικών της ονείρων στην Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία.

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα και ο Βενιζέλος

Η επισήμανση αυτή δεν συνεπάγεται το συμπέρασμα ότι η διπλωματική στρατηγική που υιοθέτησε η ελληνική κυβέρνηση την επαύριο της ειρήνης βασιζόταν αναγκαστικά στην ένταση των αλυτρωτικών διεκδικήσεων. Τα συγκεκριμένα αιτήματα εντοπίζονταν στην διευθέτηση του νησιωτικού και στον θετικό διακανονισμό όσον αφορά το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Ηγέτης στην επική πολεμική προσπάθεια της χώρας γινόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κήρυκας της ανάγκης για τη οριστική αποκατάσταση και παγίωση της ειρήνης. Στο διμερές επίπεδο η Ελλάδα διατηρούσε συμμαχικούς δεσμούς με τη Σερβία και ήλπιζε ότι ο καθορισμός των νοτίων συνόρων της Αλβανίας θα γινόταν με τρόπο που να μην διαταράξει τις φιλικές σχέσεις των δύο λαών. Η Ελλάδα επιθυμούσε την ειρηνική συμβίωση με τη Βουλγαρία -με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι όροι της Συνθήκης του Βουκουρεστίου θα γίνονταν σεβαστοί- και προσέβλεπε με αισιοδοξία, μετά και τη σύναψη της Συνθήκης των Αθηνών, προς την κατεύθυνση της Τουρκίας.

Πέρα από το διμερές πεδίο, τα βαλκανικά κράτη, στο σύνολο τους, θα ήταν δυνατό να συσφίξουν τους δεσμούς τους και σε πολυμερές πλαίσιο προκειμένου να φθάσουν βαθμηδόν στη σύμπηξη μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας «προς ευτυχή και ζωτικήν ανάπτυξιν των λαών του Αίμου». Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μοιραίο να ματαιώσει κάθε προοπτική σταθεροποίησης σε περιφερειακό πλαίσιο.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική, Κ. Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Η Κορυτσά (4000π.Χ.-…)

Η Κορυτσά (αλβανικά: Korçë «Κόρτσε») είναι πόλη στη νοτιοανατολική Αλβανία και έδρα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται κοντά στα ελληνικά σύνορα και ο πληθυσμός της είναι 77.994 (απογραφή 2011), καθιστώντας τη την έκτη μεγαλύτερη πόλη στην Αλβανία. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. και περιβάλλεται από τα όρη Μοράβα. Σήμερα η Κορυτσά είναι βιομηχανική περιοχή. Παράγει ζάχαρη, οινόπνευμα,  μπύρα, δέρματα και υφαντουργικά προϊόντα. Η Κορυτσά παλιά ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ  Κωνσταντινούπολης,  ΘεσσαλονίκηςΙωαννίνων, Αλβανίας κλπ.

Η Κορυτσά
Η Κορυτσά

Το όνομα της Κορυτσάς

Το όνομα Κορυτσά έχει σλαβική ρίζα. Προέρχεται από το σλαβικό Gorica (Γκόριτσα, «βουνάκι»). Το όνομα της σε άλλες γλώσσες: Βλάχικα  Curceaua ή Cоrceaо, Βουλγαρικά Goritsa και Τουρκικά Görice.

Η Ιστορία της Κορυτσάς

Η Κορυτσά στην Αρχαιότητα

Έχουν βρεθεί νεολιθικά λείψανα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικήθηκε από το 4000 π.Χ. και μετά. Η Εποχή του Χαλκού διήρκεσε από το 3000 π.Χ. έως 2100 π.Χ. Στην πεδιάδα της Κορυτσάς εισήχθη η Μυκηναϊκή κεραμεική κατά την ύστερη Εποχή του Ορείχαλκου (Υστεροελλαδική ΙΙΙc) και έχει υποστηριχθεί ότι οι φυλές που ζούσαν στην περιοχή αυτή πριν τις μεταναστεύσεις της Γεωμετρικής Εποχής πιθανότατα μιλούσαν μια  βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο. Η περιοχή κατά την περίοδο αυτή η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία ελληνικά φύλα, των Χαόνων και των Μολοσσών, που ήταν δύο από τα τρία σημαντικότερα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου. Η περιοχή βρισκόταν στα σύνορα Ιλλυρίας και Ηπείρου και, σύμφωνα με μια ιστορική ανασύνθεση, κυβερνιόταν από μια δυναστεία Ιλλυριών μέχρι το 650 π.Χ. και στη συνέχεια από μια δυναστεία Χαόνων. Την περίοδο αυτή περιοχή κατοικείτο από Ελληνικές φυλές της βορειοδυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, πιθανόν Χάονες ή Μολοσσούς, που ήταν δύο από τις τρεις μεγαλύτερες Ηπειρωτικές φυλές, που κατοικούσαν στην περιοχή της  Ηπείρου. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη σημερινή Κορυτσά μια επιτύμβια πλάκα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει δυο Ιλλυριούς σιδεράδες να κατεργάζονται σίδερο σε ένα αμόνι.

Μεσαίωνας και Οθωμανική κυριαρχία

Η νεότερη πόλη χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλίας Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου  Μωάμεθ Β΄. Η Οθωμανική κατοχή άρχισε το 1440, και, μετά το ρόλο του Χότζα στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453, του αποδόθηκε ο τίτλος «Ηλίας Μπέη Μιραχόρ». Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου  του Μοναστηρίου ως Γκιορίτσε. Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα Αλβανικά στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788. Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Η οργάνωση των επαγγελματικών συντεχνιών και της χρηματοδότησης της τοπικής εκπαίδευσης ήταν εφάμιλλη του αγγλοσαξονικού τραστ. Στους «Γενικούς Κανονισμούς των κοινών καθιδρυμάτων της πόλεως Κορυτσάς», που συντάχθηκαν το 1875, το σύνολο των δωρεών και κληροδοτημάτων συγκεντρώνονταν σε κοινό ταμείο με την ονομασία «λάσσο» και εποπτεύονταν από ειδική επιτροπή.

Η Κορυτσά τον 20ό αιώνα

Αρχές του 20ού αιώνα

Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878. Η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον (Αλβανό) Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας. αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη διεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Γερμενί με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο τον βορειοηπειρωτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα.

Η βορειοηπειρωτική σημαία που υψώθηκε στο μητροπολιτικό μέγαρο της Κορυτσάς στις 22 Μαρτίου 1914.
Η βορειοηπειρωτική σημαία

Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς, υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Γερμενί. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος «ελληνική μειονοτική ζώνη».

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αλβανικός εθνικισμός ενέπνευσε πολλούς να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τα στοιχεία της Τουρκικής μουσικής από την Αλβανική κουλτούρα, επιθυμία που εντάθηκε μετά την ανεξαρτησία του 1912. Μουσικά συγκροτήματα, που σχηματίστηκαν αυτή την εποχή, όπως το Λίρα Χόρους, που ιδρύθηκε το 1922 με βάση την Καστοριά, έπαιζαν ποικιλία Ευρωπαϊκών ρυθμών, όπως εμβατήρια, βαλς, εθνικιστικά και ερωτικά τραγούδια, όπως σερενάτες.

Στην περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη έγινε φυτώριο Κομμουνιστικής δραστηριότητας. Ο μελλοντικός δικτάτορας της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα ζούσε εκεί και ήταν τόσο μαθητής όσο και δάσκαλος στη Γαλλική σχολή της πόλης. Το μυστικό Κομμουνιστικό κίνημα της Κορυτσάς έγινε ο πυρήνας του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας του Χότζα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Κορυτσά

Ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά το 1939, μαζί με την υπόλοιπη χώρα. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο έγινε η κύρια προκεχωρημένη βάση της Ιταλικής αεροπορίας. Εντούτοις η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνόντων Ελληνικών δυνάμεων κατά την πρώτη φάση της ελληνικής αντεπίθεσης. Η Κορυτσά παρέμεινε υπό ελληνικό έλεγχο μέχρι τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Το διάστημα εκείνο την πόλη διοικούσε προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από ένδεκα Έλληνες και τέσσερις Αλβανούς εκπροσώπους.

Κατά την κατοχή η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο Κομμουνιστογενούς αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής του Άξονα. Η ίδρυση του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας – Κομμουνιστικό κόμμα – ανακηρύχθηκε επίσημα στην Κορυτσά το 1941. Η Αλβανική κυριαρχία αποκαταστάθηκε το 1944 με την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων.

Η Κορυτσά μετά τον πόλεμο

H περιοχή υπέφερε από το δικτατορικό καθεστώς του Χότζα όπως η υπόλοιπη Αλβανία, αν και είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτό έγινε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο Χότζα καταπολέμησε κυρίως τους πλούσιους, ασχέτως αν αυτοί είχαν συχνά αγωνιστεί κατά της Ναζιστικής και Φασιστικής κατοχής. Αμέσως μετά τον πόλεμο πολλοί διέφυγαν στη  Βοστώνη των ΗΠΑ, σε μια κοινότητα Αλβανοαμερικανών, που είχαν ήδη μεταναστεύσει εκεί.

Μετά το 1990 η Κορυτσά ήταν μια από τις έξι πόλεις όπου το Νέο Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε όλες τις έδρες. Η λαϊκή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1991 έληξε με το γκρέμισμα του καθεστώτος του Χότζα.

Η Θρησκεία της Κορυτσάς

Επί αιώνες η Κορυτσά έχει υπάρξει σημαντικό θρησκευτικό κέντρο των Ορθόδοξων Χριστιανών. Έχει μεγάλη Ορθόδοξη κοινότητα και από το 1670 είναι έδρα Ορθόδοξου Μητροπολίτη. Υπάρχει επίσης μεγάλη Σουνιτική κοινότητα μέσα και γύρω από την πόλη. Το Ισλάμ  εισήχθη στην πόλη το 15ο αιώνα από τον Ηλίας Χότζα (Μιραχόρι), διάσημο Αλβανό γενίτσαρο, που συμμετείχε ενεργά στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ενα από τα αρχαιότερα τζαμιά χτίσθηκε στην Αλβανία από αυτόν, το Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι. Στην πόλη υπάρχει επίσης μια κοινότητα Μπεκτασήδων. Το βασικό κέντρο των Μπεκτασήδων της περιοχής είναι ο Τεκές Τουράν.

Η εκπαίδευση στην Κορυτσά

Το πρώτο σχολείο, Ελληνόγλωσσο, στην πόλη ιδρύθηκε το 1724, με την υποστήριξη των κατοίκων του γειτονικού Βιθκούκι. Το σχολείο αυτό καταστράφηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά ξαναχτίστηκε το 1830. Το 1857 λειτουργούσε στην πόλη Ελληνικό σχολείο θηλέων. Το 19ο αιώνα διάφοροι ντόπιοι ευεργέτες όπως ο Ιωάννης Πάγκας δώρησαν χρήματα για την προώθηση της Ελληνικής παιδείας και πολιτισμού στην Κορυτσά, όπως το Μπάγκειο Γυμνάσιο. Ομοίως λειτουργούσαν επίσης στην πόλη αυτή την περίοδο νηπιαγωγεία, οικοτροφεία και σχολεία. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε το 1850 ένα ειδικό κοινοτικό ταμείο, το Ταμείο Λάσσον, από τον τοπικό Ορθόδοξο επίσκοπο Νεόφυτο, με σκοπό να υποστηρίξει την Ελληνική πολιτιστική δραστηριότητα στην Κορυτσά.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ντόπιοι Αλβανοί εξέφραζαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να εκπαιδεύονται στη μητρική τους γλώσσα. Η Αλβανική διανόηση της διασποράς από την Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι προσπάθησε αρχικά να αποφύγει τον ανταγωνισμό με τους προύχοντες της Κορυτσάς που ήταν υπέρ του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι πρότειναν την εισαγωγή της Αλβανικής γλώσσας στα υπάρχοντα Ελληνορθόδοξα σχολεία, πρόταση που απορρίφθηκε από το Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθεί το 1887 το πρώτο Αλβανόγλωσσο σχολείο από την οργάνωση «Ντρίτα» και να χρηματοδοτηθεί από ντόπιους προύχοντες. Πρώτος διευθυντής ήταν ο Παντελί Σοτίρι (1842-1892). Ο Ναίμ Φρασερί (1846-1900), ο εθνικός ποιητής της Αλβανίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του σχολείου. Ως υψηλόβαθμος πολιτικός στο υπουργείο παιδείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατόρθωσε να πάρει την επίσημη άδεια για το σχολείο. Οι Οθωμανικές αρχές έδωσαν άδεια μόνο για τα παιδιά Χριστιανών να εκπαιδεύονται στα Αλβανικά, αλλά οι Αλβανοί δεν ακολούθησαν αυτό τον περιορισμό και επέτρεψαν την παρακολούθηση και σε παιδιά Μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα το σχολείο να κλείσει από τις Οθωμανικές αρχές το 1902.

Το σχολείο αυτό ακολούθησε το πρώτο Αλβανικό σχολείο θηλέων το 1891. Ξεκίνησε από το Γερασίμ Κιριαζί (1858–1894) και αργότερα λειτούργησε από τις αδερφές του Σεβαστή και Παρασκευή (1880-1970) Κιριαζί, μαζί με την Πολυξένη Λουαράσι (Δεσπότι). Μεταγενέστεροι συνεργάτες ήταν οι Γκρίγκορ Τσίλκα και Φινέας Κένεντι του Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Αποστολής της Βοστώνης.

Όταν η πόλη ήταν υπό Γαλλική διοίκηση το 1916 (Δημοκρατία της Κορυτσάς τα Ελληνικά σχολεία έκλεισαν και άνοιξαν 200 Αλβανόφωνα και Γαλλόφωνα σχολεία. Λίγους μήνες αργότερα τα Ελληνικά σχολεία ξανάνοιξαν, ως αντάλλαγμα και αποτέλεσμα της προσχώρησης της Ελλάδας στη συμμαχία της Αντάντ, όπου ανήκε η Γαλλία. Σαν αντίδραση έγινε η ίδρυση του Αλβανικού Εθνικού Λυκείου το 1917.

Η πόλη στεγάζει το Πανεπιστήμιο Φαν Νόλι, που ιδρύθηκε το 1971 και έχει σχολές Γεωπονική, Παιδαγωγική, Επιχειρήσεων, Νοσηλευτική και Τουριστική.

Μετά την κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τοπικές κοινότητες εξέφρασαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να αναβιώσουν το πολιτιστικό τους παρελθόν, ιδιαίτερα με την επαναλειτουργία των Ελληνικών σχολείων. Τον Απρίλιο του 2005 άνοιξε στην Κορυτσά το πρώτο δίγλωσσο Ελληνοαλβανικό σχολείο, μετά από 60 χρόνια απαγόρευσης της Ελληνικής εκπαίδευσης. Πέραν αυτού λειτουργούν στην πόλη 17 Ελληνόγλωσσα ιδρύματα.

Η οικονομία της Κορυτσάς

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μοσχόπολης, στο τέλος του 18ου αιώνα, η Κορυτσά αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Τον 20ο αιώνα ανέπτυξε και σημαντική βιομηχανία. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει σημαντικές γεωργικές εκτάσεις.

Τον 20ό αιώνα η Κορυτσά απέκτησε σημαντικό βιομηχανικό δυναμικό, πέραν του ρόλου της ως εμπορικού και αγροτικού κέντρου. Το οροπέδιο, στο οποίο βρίσκεται η πόλη, είναι πολύ γόνιμο και μια από τις κύριες σιτοπαραγωγές περιοχές της Αλβανίας. Οι τοπικές βιομηχανίες περιλαμβάνουν κατασκευή πλεκτών, υφασμάτων, αλεύρων, μπίρας και ζάχαρης. Κοιτάσματα λιγνίτη εξορύσσονται στα γειτονικά βουνά, όπως το Μπόριε-Ντρένοβε. Στην πόλη παράγεται η γνωστή σε όλη τη χώρα «Μπίρα Κόρτσα». Σύμφωνα με επίσημες πηγές η πόλη έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα. Η πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων προέρχεται από Έλληνες, καθώς και από κοινές Ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.

Αδελφοποιημένες πόλεις

  •  Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
  •  Ιωάννινα, Ελλάδα
  •  Κλουζ-Ναπόκα, Ρουμανία
  •  Μιτροβίτσα, Κόσοβο
  •  Βερόνα, Ιταλία
  •  Λος Αλκάθαρες, Ισπανία

https://el.wikipedia.org/wiki/Κορυτσά

Οι Άγιοι Σαράντα (7ος αιώνας π.Χ.-…)

Οι Άγιοι Σαράντα (αλβ.Saranda) είναι πόλη και ομώνυμος δήμος του νομού Αυλώνα στη νότια Αλβανία. Βρίσκεται σε έναν ανοικτό κόλπο του Ιονίου Πελάγους στην κεντρική Μεσόγειο, περίπου 14 χλμ. ανατολικά του βόρειου άκρου της Κέρκυρας. Η πόλη των Αγίων Σαράντα έχει πληθυσμό περίπου 41.173 (εκτίμηση 2013). Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης του Βουθρωτού, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Οι Άγιοι Σαράντα θεωρούνται ένα από τα δύο κέντρα της ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία.

Οι Άγιοι Σαράντα
Οι Άγιοι Σαράντα

Το όνομα των Αγίων Σαράντα

Το σημερινό όνομα των Αγίων Σαράντα προέρχεται από το όνομα του Βυζαντινού μοναστηριού των Αγίων Σαράντα προς τιμή των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας. Τα ερείπια του μοναστηριού σώζονται στον λόφο πάνω από την πόλη. Ο κεντρικός ναός, πρωτοβυζαντινής εποχής, έχει δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό του και αψίδες σε όλο το μήκος των πλευρών του. Στον περίβολο του ναού λέγεται ότι υπήρχαν 40 εκκλησίες, μία για κάθε μάρτυρα της Σεβαστείας. Ο κεντρικός ναός περιγράφεται από τους ιστορικούς ως πρωτοβυζαντινής τεχνοτροπίας με δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό και αψίδες σε κάθε πλευρά. Υπό την Τουρκική κυριαρχία το όνομα έγινε Αγιά Σαράντι και στη συνέχεια «Σαραντόζ». Λόγω της Βενετικής επιρροής στην περιοχή, συχνά εμφανιζόταν σε Δυτικούς χάρτες με το Ιταλικό όνομα Σάντι Κουαράντα (Santi Quaranta). Η χρήση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αλβανίας, λόγω της πρώτης Ιταλικής κατοχής της περιοχής (1917-1920). Κατά τη δεύτερη κατοχή, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπενίτο Μουσολίνι άλλαξε το όνομα σε Porto Edda, προς τιμή της μεγαλύτερης κόρης του. Μετά την αποκατάσταση της Αλβανικής ανεξαρτησίας η πόλη απέκτησε το όνομα Σαράντα (Saranda).

Η Ιστορία των Αγίων Σαράντα

Η πόλη είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης του  Ογχησμού, που κατοικείτο από το ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων, της βορειοδυτικής αρχαιοελληνικής ομάδας, και άκμασε ως το επίνειο της πρωτεύουσάς τους Φοινίκης αλλά και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, καθώς ήταν εμπορικός σταθμός για το εμπόριο μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας.

Η πόλη δέχθηκε επιδρομή των Οστρογότθων το 551 μ.Χ., ενώ την ίδια εποχή έγινε επίσης στόχων πειρατικών επιδρομών Γοτθικών πλοίων. Σε μεσαιωνικό χρονικό του 1191 ο οικισμός φαίνεται ότι είχε εγκαταλειφθεί, ενώ η παλιά μεσαιωνική ονομασία του δεν μνημονευόταν πλέον. Από τότε το τοπωνύμιο προήλθε από το όνομα της γειτονικής Ορθόδοξης  βασιλικής εκκλησίας των Αγίων Σαράντα, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα, 1χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της σημερινής πόλης.

Το 1878 ξέσπασε ελληνική εξέγερση και οι επαναστάτες ανέλαβαν τον έλεγχο των Αγίων Σαράντα και του Δέλβινου, αλλά κατεστάλη από τα Οθωμανικά στρατεύματα, που έκαψαν 20 χωριά στην περιοχή.

Οι Άγιοι Σαράντα τον 20ό αιώνα

Η περιοχή συμπεριελήφθη στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913). Καταλήφθηκε δύο φορές από την Ελλάδα, το 1913 και από το 1914 ως το 1916, τη δεύτερη φορά από Έλληνες αντάρτες από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου. Το 1914 ξεκίνησαν στους Αγίους Σαράντα διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου και εκείνης της Αλβανίας, που συνεχίστηκαν στη γειτονική Κέρκυρα και τερματίστηκαν με την αναγνώριση την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μέσα στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος.

Καταλήφθηκε στη συνέχεια από την Ιταλία μεταξύ 1916 και 1920, ως τμήμα του Ιταλικού Προτεκτοράτου της νότιας Αλβανίας. Οι Άγιοι Σαράντα καταλήφθηκαν από τις Ιταλικές δυνάμεις το 1939 και ήταν στρατηγικό λιμάνι κατά την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο που ακολούθησε, η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνουσών Ελληνικών δυνάμεων στις 6 Δεκεμβρίου του 1940. Η κατάληψη αυτού του στρατηγικού λιμανιού επιτάχυνε περισσότερο την Ελληνική διείσδυση προς βορράν. Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, η πόλη επέστρεψε στον έλεγχο των Ιταλών. Στις 9 Οκτωβρίου 1944 η πόλη καταλήφθηκε από ομάδα Βρετανών καταδρομέων υπό τον Ταξίαρχο Τομ Τσόρτσιλ και ντόπιων παρτιζάνων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) υπό τον Ισλάμ Ραντοβίτσκα. Η εμπλοκή των Βρετανικών στρατευμάτων θεωρήθηκε προβληματική από το ΕΑΜ, που θεωρούσε ότι οι Βρετανοί θα χρησιμοποιούσαν την πόλη ως βάση τους και θα εγκαθιστούσαν στην περιοχή τους συμμάχους τους από την Ελλάδα, καθώς Βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι δυνάμεις του ΕΔΕΣ συμμετείχαν επίσης στην επιχείρηση. Πάντως τα Βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν γρήγορα από την περιοχή, αφήνοντάς τη στις Αλβανικές κομμουνιστικές δυνάμεις.

Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει Ελληνική κοινότητα στην πόλη, αν και μικρότερη. Βέβαια, συνεχίζουν να λειτουργούν τα Ελληνικά σχολεία, καθώς επίσης και οι εκκλησίες.

Η οικονομία των Αγίων Σαράντα

Χάρη στην πρόσβασή τους στις ακτές και στο Μεσογειακό κλίμα τους, οι Άγιοι Σαράντα έχουν γίνει σημαντικός τουριστικός προορισμός μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, αν και οι επισκέπτες είναι σχεδόν αποκλειστικά Αλβανοί και Έλληνες. Οι Άγιοι Σαράντα, καθώς και το υπόλοιπο της Αλβανικής Ριβιέρας, σύμφωνα με το Guardian, προόρισται να γίνει το νέο «ανεξερεύνητο στολίδι» της υπερπλήρους Μεσογείου. Έτσι ο τουρισμός είναι η κύρια οικονομική δραστηριότητα, ενώ μεταξύ των άλλων είναι η υπηρεσίες, η αλιεία και οι κατασκευές. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2008, ήταν 8,32%. Θεωρείται ότι η οικογενειακή και εποχιακή εργασία στον τουρισμό κατά τη θερινή περίοδο συμβάλλει στο μετριασμό του πραγματικού ποσοστού ανεργίας. Πρόσφατα η πόλη έχει βιώσει μια έντονη ανεξέλεγκτη κατασκευαστική δραστηριότητα, που μπορεί να υπονομεύσει τις μελλοντικές τουριστικές προοπτικές της. Από το 2012 το Λιμάνι των Αγίων Σαράντα είναι υπό επέκταση για τον ελλιμενισμό κρουαζιερόπλοιων. Το 2014 οι Άγιοι Σαράντα φιλοξένησαν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Dea.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιοι_Σαράντα