Το Ηράκλειο (3000π.Χ.-…)

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με 140.730 κατοίκους (απογραφή 2011). Αποτελεί έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, της Περιφέρειας Κρήτης (επανήλθε ως πρωτεύουσα το 1971), καθώς επίσης έδρα της Εκκλησίας της Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου της. Ο Δήμος Ηρακλείου, όπως προέκυψε με το πρόγραμμα Καλλικράτης, είναι ο τέταρτος πολυπληθέστερος της χώρας με 173.993 κατοίκους.

Οι κύριοι οικονομικοί τομείς της πόλης είναι ο τουρισμός, η γεωργία και το εμπόριο. Διαθέτει βιομηχανική περιοχή 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου. Η πόλη του Ηρακλείου ανακηρύχθηκε για το έτος 2017 ως η ταχύτερα τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την κατάταξη το Ηράκλειο αναδείχθηκε ως 20η σε επισκεψιμότητα περιοχή στην Ευρώπη, ως 66η περιοχή στον Πλανήτη και ως 2η στην Ελλάδα για το έτος 2017, με 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και η 19η στην Ευρώπη για το 2018 με 3,4 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Ηράκλειο
Το λιμάνι του Ηρακλείου το βράδυ

Τα ονόματα του Ηρακλείου

Η πόλη στην πολύχρονη ιστορία της άλλαξε πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Κάποια από τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: Ηράκλειον (Μινωϊκή περίοδος, Μυκηναϊκή περίοδος, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Κρητική Πολιτεία, Ελλάδα), Ηράκλεια, Κάστρο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Βυζαντινή), Ραμπντ Αλ Χάντακ (Άραβες), Χάνδαξ (Βυζαντινοί την περίοδο των Αράβων), Μεγάλο Κάστρο (Κρητικοί), Candida (Λατίνοι), Candia (Ενετοί, Ευρωπαίοι), Χώρα (Κρητικοί), Piazza, Καντιγιέ (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Το αρχαίο Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια της Κνωσού, που την περίοδο του μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στο φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα(1ος αι. π.Χ.).

Σε όρυγμα σε βάθος 5μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε ρωμαϊκό νόμισμα του 169μ.Χ. Στο λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα Πρωτογεωμετρικής κεραμεικής (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας).

Βυζαντινοί και Άραβες στο Ηράκλειο

Τη Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α΄ Βυζαντινού ή Ρωμαϊκού τείχους.

Το 823 Άραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ, καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας, κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824, ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα ελληνιστικά και βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Έχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), δημιουργώντας μία περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Όμως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Οι Βυζαντινοί τον Ιούλιο του 960, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου, 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία, στις 6 Μαρτίου του 961 οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά κυρίευσαν την πόλη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών-φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το Κράτος της Βασιλίδας. Αυτήν την πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη, οι Αρχοντικές (Αρχηγικές) Οικογένειες, των γνωστών «Δώδεκα Αρχοντόπουλων».

Το Ηράκλειο της Ενετοκρατίας

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο). Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του Δούκα, γενικού διοικητού της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε «Κάντικα», «Κάντιγκα», «Κάντιντα» και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα «Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια».

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων κ.α., την Ενετική Λέσχη, την λεγόμενη κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο), τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη τη Σιναϊτική Σχολή λογίων και ζωγράφων κ.ά. Το σημαντικότερο όμως ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις.

Με τα έργα και τα κτίρια που έφτιαξαν οι Ενετοί, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραϊσμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί «ψυχή της Βενετίας».

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί Ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Έλληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25.000 κατοίκους εντός των τειχών και 5.000 εκτός των τειχών.

Οθωμανοί και Αιγύπτιοι στο Ηράκλειο

Το 1647 μ.Χ. ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30.000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120.000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669, στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669), όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία κ.α.

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων). Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για Ένωση με το νεοσύστατο Κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841. Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση, από το Ηράκλειο στα Χανιά για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας).

Οι Κρητικοί μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770, 1821, 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Έτσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

Μικρασιάτες στο Ηράκλειο

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας κ.α. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την Ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Το Ηράκλειο και τα αδέλφια του

Το Ηράκλειο έχει αδελφοποιηθεί με τις εξής πόλεις:

  • Κωνστάντζα, Ρουμανία
  • Λεμεσός, Κύπρος
  • Οδησσός, Ουκρανία
  • Τολέδο, Ισπανία
  • Νίζνι Νόβγκοροντ, Ρωσία
  • Μπόζι Νταρ, Τσεχία
  • Τάμπα, Η.Π.Α.
  • Τσουκάριτσα, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειο_Κρήτης

Ο Όθων Α’ (912-973)

Ο Όθων Α’ (23 Νοεμβρίου 912-7 Μαΐου 973) ήταν βασιλιάς της Γερμανίας από 936 και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 962. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Α’ και της Ματθίλδης κόρης του Ντήτριχ, κόμη του Ρίνγκελχαϊμ.

Ο Όθων Α'
Ο Όθων Α’

Ο Βασιλιάς και Αυτοκράτορας Όθων Α’

Ο Όθων Α’ στέφθηκε βασιλιάς στο Άαχεν. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Το Άαχεν ανήκε στην περιοχή της Λοθαριγγίας. Ήθελε να υπογραμμίσει τα αναφαίρετα δικαιώματα του στην Λοθαριγγία, την οποία διεκδικούσε και ο βασιλιάς του δυτικού Φράγκικου κράτους Λουδοβίκος Δ’, ως γνήσιος διάδοχος του Καρόλου του Μεγάλου.

Ο Όθων Α’ κατάφερε το 962, με το γάμο του με την Αδελαΐδα της Ιταλίας το 951, να αποκτήσει τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την 31η Ιανουαρίου 962 ο Όθων Α’, στα πλαίσια εκστρατείας του στην Ιταλία μπαίνει στην Αιώνια Πόλη, γίνεται δεκτός από τον Πάπα και τον λαό στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και στέφεται Αυτοκράτορας Η 2α Φεβρουαρίου 962 θεωρείται ως η ημέρα ιδρύσεως της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επάνω στον τάφο του Αποστόλου Πέτρου ο Πάπας και οι Ρωμαίοι έδωσαν στον Όθωνα Α’ όρκο πίστεως, ενώ ο Γερμανός μονάρχης τους υποσχέθηκε σεβασμό των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Ο Όθων Α’ κατάφερε να βάλει τα θεμέλια μιας ισχυρής Γερμανίας. Συγκρούστηκε σχεδόν με όλους τους γειτονικούς του λαούς. Αντιμετώπισε πολλές συνωμοσίες εναντίον του από συγγενικά πρόσωπα και ιδίως από τον αδελφό του που δύο φορές συμμάχησε και δήλωσε υποταγή στον Γάλλο βασιλιά, αλλά βγήκε αλώβητος.

Ο Όθων και οι Βυζαντινοί

Ο Όθων ήθελε να υποτάξει όλη την Ιταλία. Η νότια Ιταλία όμως ανήκε στους Βυζαντινούς. Το 967 υπέταξε περιοχές της νότιας Ιταλίας που θεωρούνταν βυζαντινές και θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς η ενέργεια αυτή ως εχθρική. Ο Νικηφόρος Φωκάς, αυτοκράτορας τότε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έστειλε αντιπροσωπεία προσφέροντας συμμαχία στον Όθωνα κατά των Σαρακηνών με τον όρο να εγκαταλείψει και να παραχωρήσει στο Βυζάντιο τις περιοχές που είχε καταλάβει. Ο Όθων δέχτηκε. Έστειλε στο Βυζάντιο τον Ενετό Δομίνικο ως κομιστή της απάντησης αλλά και ως κομιστή συνοικεσίου. Ήθελε ο Όθων να παντρέψει τον ομώνυμο γιο του με την κόρη του Ρωμανού Β’ και της Θεοφανούς, ελπίζοντας πως οι Βυζαντινοί θα έδιναν ως προίκα τις περιοχές της νότιας Ιταλίας. Οι Βυζαντινοί δεν δέχτηκαν το προξενιό. Θεωρούσαν ανήκουστο να παντρευτεί πορφυρογέννητη πριγκίπισσα βάρβαρο. Αυτό θα γινόταν μόνο αν επέστρεφε στο Βυζάντιο όλη τη νότια Ιταλία. Οι αξιώσεις όμως δεν έγιναν δεκτές.

Οι σχέσεις του Όθωνα με τους Βυζαντινούς βελτιώθηκαν όταν πέθανε ο Νικηφόρος Φωκάς και ανέβηκε στη βυζαντινό θρόνο ο Ιωάννης Τσιμισκής. Ο τελευταίος επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τον Όθωνα Α’ και δέχτηκε να δώσει βυζαντινή πριγκίπισσα στον Όθωνα Β’. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας έστειλε ως νύφη όχι την κόρη του Ρωμανού Β, αλλά την ανηψιά του Θεοφανώ. Οι γάμοι του Όθωνα Β’ και της Θεοφανούς έγιναν το 972 στο ναό του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη και ευλογήθηκαν από τον Πάπα Ιωάννη ΙΓ’. Τα αποτελέσματα αυτής της επιγαμίας μπορούν αν συνοψισθούν ως εξής: οι Γερμανοί έπαψαν να διεκδικούν την κυριαρχία των βυζαντινών κτήσεων της Απουλίας και της Καλαβρία. Οι Βυζαντινοί αναγνώρισαν το αυτοκρατορικό αξίωμα του Όθωνα Α’ και τον γερμανικό έλεγχο στα πριγκιπάτα Βενεβέντου, Κάπουας και Σαλέρνου. Έτσι η ιταλική πολιτική του Όθωνα Α’ στέφθηκε με επιτυχία.

Υστεροφημία του Όθωνα Α’

Έπειτα από 37 χρόνια βασιλείας ο Όθων Α’ πέθανε στις 7 Μαΐου του 973. Τον έθαψαν στον καθεδρικό ναό της αγαπημένης του πόλης του Μαγδεβούργου, στην ίδια περιοχή που αναπαυόταν και ο πατέρας του, Ερρίκος Α’. Και οι δύο, ο πρώτος ως βασιλιάς και ο δεύτερος ως αυτοκράτορας, ανήκουν στην ιστορία. Έβαλαν τα θεμέλια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της έδωσαν την τελική μορφή για όλη την περίοδο του Μεσαίωνα. Ο Όθων Α’ κληρονόμησε τις στρατιωτικές ικανότητες του πατέρα του, χάρη στις οποίες κατάφερε αυτό που φαινόταν αδιανόητο. Σε διάστημα είκοσι ετών καθυπόταξε, παρά τις σοβαρές συνωμοσίες ανάμεσα τους και αυτές μελών του στενού οικογενειακού του κύκλου, όχι μόνο τους Γερμανούς δούκες αλλά και τους Ούγγρους και τους Σλάβους. Ο Όθων Α’, στηριζόμενος στην ίδια παράδοση με τον Κάρολο τον Μέγα, ίδρυσε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Κάρολος και η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Όθων Α’ ήταν τόσο σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία, που η τελευταία κόσμησε με την επωνυμία «Μέγας» μόνο αυτούς τους δύο ανώτατους άρχοντες.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Όθωνα ιστοριογράφο Βιδουκίνδο, «ο λαός εξύμνησε τον Όθωνα Α’ για τα κατορθώματα του και κυβέρνησε τους υπηκόους του με πατρική στοργή, τους απελευθέρωσε από τους εχθρούς, κατέβαλε με τη δύναμη των όπλων τους υπερόπτες πολεμίους, Αβάρους (Ούγγρους), Σαρακηνούς, Σλάβους, υπέταξε την Ιταλία, κατέστρεψε τους ειδωλολατρικούς ναούς των γειτονικών ειδωλολατρών, ίδρυσε χριστιανικούς ναούς και χριστιανικά μνημεία». Ένας σύγχρονος Ιταλός ιστορικός σημειώνει: «Όλοι οι δρόμοι της Ευρωπαϊκής ιστορίας: της αγγλικής, της γαλλικής, της βουργουνδικής και κυρίως της ιταλικής οδηγούσαν στην αυλή του Όθωνα Α’. Ως κυρίαρχος των εθνών, ως αρχηγός το στρατού των κατακτήσεων, ως υπερασπιστής της πίστεως, ως ανώτατος ρυθμιστής της πολιτικής της Δύσεως ο Όθων Α’ υπήρξε πράγματι στη συνείδηση των αρχόντων της αυτοκρατορίας, του στρατού και του λαού του ο νέος Κάρολος».

Ο Ηράκλειος (575-641)

Το διάστημα 602-610 αυτοκράτορας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο Φωκάς. Η συμπεριφορά του απέναντι στους στρατιωτικούς και τους αξιωματικούς της αυτοκρατορίας ήταν αυταρχική. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι συγκλητικοί ήρθαν σε επαφή με τον έξαρχο της Αφρικής, τον Ηράκλειο. Ο τελευταίος επαναστάτησε κατά του Φωκά και έστειλε υπό τις διαταγές του γιου του Ηράκλειου, στόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος κατανίκησε τη μικρή αντίσταση του Φωκά, τον σκότωσε και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Ο Ηράκλειος
Βυζαντινό νόμισμα με τη μορφή του Ηρακλείου

Η αυτοκρατορία, όταν ανέλαβε ο Ηράκλειος, ήταν σχεδόν υπό διάλυση. Είχε να αντιμετωπίσει στον περσικό κίνδυνο και συγχρόνως νέα αραβική απειλή. Επιπλέον, η διακυβέρνηση του Φωκά είχε απορφανίσει το στρατό και τις πολιτικές υπηρεσίες από τα καλύτερα στελέχη τους και είχε υποσκάψει τα οικονομικά του κράτους. Οι Πέρσες συνέχιζαν τις επιθέσεις και επιδρομές τους. Το 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν στην πρωτεύουσα τους τον Τίμιο Σταυρό. Το 619 κατέλαβαν την Αίγυπτο, ανέκοψαν έτσι τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά, και προέλασαν προς την Κυρηναϊκή.

Τις ατυχίες στην Ανατολή συμπλήρωσαν οι ατυχίες στα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εξωθούμενοι από τους Αβάρους διασχίζουν το Δούναβη από το 615 και εισβάλλουν στο κράτος. Παραμένουν στη βόρεια Βαλκανική και εγκαθίστανται στην περιοχή της Κάτω Μοισίας και Σκυθίας σε συμπαγείς και συνεχείς πληθυσμούς. Προέλασαν ακόμη ως στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν, αλλά αποκρούστηκαν όμως έπειτα από σκληρό αγώνα, την αίσια έκβαση του οποίου οι ευγνώμονες κάτοικοι απέδωσαν στην επέμβαση του Αγίου Δημητρίου.

Συγχρόνως, άλλα σλαβικά φύλα, το 614, επιτέθηκαν εναντίον των Σαλώνων τα οποία κατέλαβαν. Προοδοποίησαν έτσι την κατάκτηση του βορειότερου μέρους της σημερινής Δαλματίας από τους Κροάτες (Χρωβάτους) και της σημερινής Σερβίας και Βοσνίας (Άνω Μοισίας, Δαρδανίας) από τους Σέρβους. Οι επιτυχίες των Σλάβων ενθάρρυναν τους Αβάρους, που εξεδήλωσαν επιδρομικές τάσεις εναντίον του Βυζαντίου.

Τα επανειλημμένα ισχυρά εξωτερικά χτυπήματα κλόνισαν τον αυτοκράτορα, που για μια στιγμή σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα τυο στην Καρχηδόνα, για να αναλάβει από εκεί αντεπίθεση εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών. Τον αυτοκράτορα μετέπεισε η αντίδραση του λαού, της συγκλήτου και προπαντός του πατριάρχη Σεργίου. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες είχε αρχίσει να γεννά αισθήματα ιερού πολέμου, αισθήματα αληθινής σταυροφορίας στην ψυχή του ευσεβούς βυζαντινού λαού εναντίον του αδυσώπητου αλλόθρησκου αντιπάλου. Η εκκλησία παρέδωσε οικειοθελώς τους θησαυρούς της στον αυτοκράτορα και ο Ηράκλειος κατάφερε να πορισθεί τα αναγκαία μέσα για να συνάψει ανακωχή με τους Αβάρους και να οργανώσει νέο στρατό κατά των Περσών.

Την άνοιξη του 622, μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού ενθουσιασμού, έπειτα από τελετή που έμοιαζε με αληθινό σταυροφορικό ξεκίνημα, ο Ηράκλειος διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Απέφυγε να κατευθυνθεί εναντίον του αντιπάλου και προχώρησε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Με την κίνηση αυτή ανάγκασε τον περσικό στρατό που προχωρούσε εναντίον του, να αναστρέψει την κίνηση του εγκαταλείποντας όλη την πρόσω Μικρά Ασία.

Οι πρώτες συγκρούσεις με τους Πέρσες που διεξήχθησαν σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής έξαρσης, απέβησαν υπέρ των βυζαντινών. Στα επόμενα έτη, 623-625, ο Ηράκλειος ανέλαβε σειρά εκστρατειών στη διάρκεια των οποίων νίκησε τους Πέρσες παντού, στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την ίδια την Περσία. Μάταια επιχείρησαν οι Πέρσες το 626, αφού συνεννοήθηκαν με τους Αβάρους, να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοπεποίθηση του λαού έπειτα από τόσες νίκες, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός, η πίστη στη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την εικόνα περιέφεραν στα τείχη, η ακατάβλητη δραστηριότητα του Πατριάρχη Σεργίου και του μαγίστρου Βώνου, έφεραν τη συντριβή των Αβαροπερσών μπροστά στα τείχη της πόλεως. Οι κάτοικοι της γεμάτοι ευγνωμοσύνη ανέπεμψαν τον ευχαριστήριο Ακάθιστο Ύμνο στη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη λύτρωση τους.

Το επόμενο έτος, 627, ο Ηράκλειος σε νέα εκστρατεία κατανίκησε έτσι τους εξασθενημένους Πέρσες κοντά στη Νινευί και εξεβίασε την περσική υποταγή. Ο Χοσρόης Β’ δολοφονήθηκε και ο διάδοχος του Σιρόης έσπευσε να ζητήσει ειρήνη. Απόδοση όλων των βυζαντινών αιχμαλώτων και του Τιμίου Σταυρού και αναγνώριση των συνόρων του 591 ήταν οι όροι της ειρήνης, την οποία ο Βυζαντινός ηγεμόνας έπειτα από εξάχρονους σκληρούς αγώνες επέβαλε στον προαιώνιο εχθρό του Βυζαντίου.

Ανώτερη κάθε περιγραφής ήταν η υποδοχή του θριαμβευτή αυτοκράτορα, όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα του, το 629, φέρνοντας μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο έσπευσε να στήσει στην αρχική του θέση στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου 630.

Το μέγεθος της υποδοχής δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και της αγωνίας, από την οποία είχαν λυτρωθεί οι Βυζαντινοί. Βέβαια, η νίκη στην Ανατολή είχε πληρωθεί με απώλειες στη δυτική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Όμως, οι απώλειες των ισπανικών κτήσεων και της Δαλματίας, Άνω Μοισίας και Δαρδανίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια Κροάτες και Σέρβοι, ήταν μηδαμινές μπροστά στην περσική ήττα.

Η ανάκτηση των μονοφυσιτικών επαρχιών από τον Ηράκλειο, επανέφερε οξύτατο το πρόβλημα της συμβίωσης των Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων. Για να πετύχει η συνδιαλλαγή τους ο Ηράκλειος με εισήγηση του πατριάρχη Σεργίου εξέδωσε το 638 την Έκθεση στην οποία, αφού απαγόρευσε κάθε συζήτηση για τη μία ή τις δύο φύσεις ή ενέργειες του Χριστού, δεχόταν τη μία του θέληση. Δυστυχώς, όμως, και η διατύπωση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από τους Μονοφυσίτες ούτε από τους Ορθόδοξους, μεγάλωσε τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και κατέληξε να διευκολύνει την αραβική επέκταση στις περιοχές αυτές.

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου βρίσκονται σε τρομακτική αντίθεση ως προς τα πρώτα από την άποψη των επιτυχών ενεργειών και της δραστηριότητας του αυτοκράτορα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στη γεροντική πια ηλικία του Ηρακλείου, αλλά ακόμη στην εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων. Με την ταχύτητα και την αγριότητα ενός τυφώνα, οι νέοι επιδρομείς συντρίβουν και κατακτούν την Περσία και στη συνέχεια επιτίθενται εναντίον του βυζαντινού κράτους. Το 636 καταλαμβάνουν τη Συρία, το 638 την Παλαιστίνη, το 640 την Αίγυπτο. Η γρήγορη και σχεδόν άκοπη απόσπαση των περιοχών αυτών από την αυτοκρατορία, εξηγείται από την ψυχική αποξένωση των μονοφυσιτικών πληθυσμών τους από το ορθόδοξο κράτος.

Η αποξένωση και η αντίθεση αυτή φάνηκαν κατά την εφαρμογή της θρησκευτικής πολιτικής του Ηρακλείου. Στην προσπάθεια του να συμβιβάσει Μονοφυσίτες και οπαδούς του δόγματος της Χαλκηδόνας, δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, από το να φανατίσει περισσότερο τους Μονοφυσίτες. Υπό τις συνθήκες αυτές Σύροι και Παλαιστίνιοι θεώρησαν του Άραβες ως το μικρότερο κακό και υποτάχθηκαν στους κατακτητές, που άφησαν άλλωστε άθικτη τη ζωή, την περιουσία και τη λατρεία σ’ αυτούς που παραδίδονταν εκούσια.

Πηγή: Το Βυζαντινό Κράτος, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Η μάχη του Μυριοκέφαλου (1176)

Η μάχη του Μυριοκέφαλου διεξήχθη μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων του Ικονίου, στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, στην ομώνυμη τοποθεσία (εγκαταλελειμμένος οικισμός) στη Φρυγία, κοντά στην πόλη Λαοδίκεια (σημερινό Ντενιζλί στην Τουρκία). Αν και η μάχη αυτή έληξε ισόπαλη με τεράστιες απώλειες από την πλευρά των Σελτζούκων, το γεγονός ότι οι Σελτζούκοι κατάφεραν να εξουδετερώσουν τις πολιορκητικές μηχανές των Βυζαντινών ακυρώνοντας την εκστρατεία τους πέρασε στην ιστορία ως «συντριπτική νίκη» του Σουλτάνου του Ικονίου Κιλίτς Αρσλάν Β΄ και ως «πανωλεθρία» του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού.

Οι Τούρκοι πριν τη μάχη του Μυριοκέφαλου είχαν καταλάβει τις διαβάσεις της περιοχής
Μάχη του Μυριοκέφαλου

Τα γεγονότα πριν τη μάχη του Μυριοκέφαλου

Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός είχε ρήξει το βάρος των ενεργειών του προς τη Δύση χωρίς ωστόσο να παραμελήσει εντελώς τα ανατολικά ζητήματα. Προτίμησε να έχει ειρηνικές σχέσεις μαζί τους. Ο Σουλτάνος του Ικονίου Κιλίτς Αρσλάν επιδίωκε και αυτός καλές σχέσεις με τους Βυζαντινούς, ιδιαίτερα λόγω ενδοτουρκικών φιλονικιών.

Μετά το 1773 όμως ο Κιλίτς Αρσλάν υποκινούμενος από τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα κινήθηκε μαζί με τους Αρμένιους της Κιλικίας εναντίον των Βυζαντινών. Για να προλάβει την επίθεση ο Μανουήλ έσπευσε να οχυρώσει το Δορύλαιο. Αυτή η οχύρωση αποτέλεσε την αφορμή για την όξυνση των σχέσεων Βυζαντίου και Σελτζούκων Τούρκων.

Τα γεγονότα της μάχης του Μυριοκέφαλου

Ο Μανουήλ αποφάσισε να επιτεθεί πρώτος για να προλάβει μεγαλύτερες δυσκολίες που θα παρουσιάζονταν αργότερα. Έτσι, το καλοκαίρι του 1176 οργάνωσε μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων για να συνεχίσει το έργο που άφησε ημιτελές τριάντα χρόνια πριν. Με πολυπληθές μισθοφορικό στράτευμα και διακεκριμένους στρατηγούς προχώρησε προς τη Φρυγία και συνάντησε τους Τούρκους στο Μυριοκέφαλο, «φρούριον δε τούτο παλαιόν και αοίκητον» κατά τον Μιχαήλ Χωνιάτη. Ο Κιλίτς Αρσλάν ζήτησε ειρήνη αλλά ο Μανουήλ στηριζόμενος στο πολυπληθές του στράτευμα απέρριψε το αίτημα του σουλτάνου και προτίμησε τον πόλεμο. Έπεσε έξω, όμως,στις εκτιμήσεις του.

Παρά την αυτοπεποίθηση του, η μάχη απέβη μοιραία για τον Μανουήλ γιατί οι Τούρκοι είχαν φροντίσει να καταλάβουν τις διαβάσεις της περιοχής και έτσι κατόρθωσαν να εμποδίσουν την προέλαση του βυζαντινού στρατού και την κατά μέτωπο επίθεση εναντίον τους. Η ήττα του αυτοκράτορος την 17η Σεπτεμβρίου υπήρξε δεινή. Ο στρατός του πανικοβλήθηκε, πολλοί σκοτώθηκαν και ο Μανουήλ ο ίδιος τραυματίστηκε και μόλις που διέφυγε τη σύλληψη. ύστερα από αυτή την ήττα ο Μανουήλ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τον σουλτάνο έναντι φόρου και διαβεβαιώσεως κατεδαφίσεως των οχυρών του Δορυλαίου.

Αποτίμηση της μάχης του Μυριοκέφαλου

Η μάχη του Μυριοκέφαλου υπήρξε πολύ σημαντική. Πολλοί ιστορικοί την παρομοιάζουν με την μάχη του Ματζικέρτ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σνέχεις της συμφοράς του 1071, την οποία με επιτυχία ανέβαλε η ανατολική ποιτική του Ιωάννη Β’ . Μετά το Μυριοκέφαλο οι Τούρκοι συνέχισαν τις επιδρομές τους στην Καρία και τη Φρυγία και λεηλάτησαν πολλές πόλεις. Η δύναμη των Βυζαντινών μειώθηκε στη Μικρά Ασία με τεράστιες επιπτώσεις στον οικουμενικό οραματισμό του Μανουήλ αλλά και στην περαιτέρω τύχη και πολιτική ύπαρξη του Βυζαντίου.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η μάχη του Ματζικέρτ (1071)

Η μάχη του Ματζικέρτ διεξήχθη τον Αύγουστο του 1071 στην περιοχή της λίμνης Βαν στη νοτιοανατολική Αρμενία, μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων. Η δεινή στρατιωτική ήττα των Βυζαντινών θα σημάνει την αρχή της παρακμής της αυτοκρατορίας.

Η στρατιωτική ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Ματζικέρτ θα σημάνει την αρχή της παρακμής της αυτοκρατορίας.
Η μάχη του Ματζικέρτ

Τα γεγονότα πριν τη μάχη του Ματζικέρτ

Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ξεκίνησε την Κυριακή της Ορθοδοξίας (13 Μαρτίου 1071) ακολούθησε τη βορεινή οδό, περνώντας τους ποταμούς Σαγγάριο και Άλυ και από τη Σεβάστεια κατευθύνθηκε στην Θεοδοσιούπολη (σημερινό Ερζερούμ). Ο Ρωμανός αγνοώντας τους κανόνες στρατηγικής και τακτικής χώρισε το στράτευμα, αποσπώντας αρκετές μονάδες κατά του Χλιάτ (γειτονική περιοχή του Ματζικέρτ) και με το υπόλοιπο προχώρησε προς το Ματζικέρτ, πόλη βυζαντινή που πριν λίγο είχαν καταλάβει οι Τούρκοι.

Το Ματζικέρτ παραδόθηκε, οι ακροβολισμοί συνεχίστηκαν, αλλά στρατιωτικοί και διπλωματικοί χειρισμοί του αυτοκράτορα αποδείχθηκαν ατυχείς. Παραβαίνοντας τη βασιλική διαταγή να σπεύσουν στο βασιλικό στρατόπεδο οι στρατηγοί του αποσπασθέντος στρατιωτικού σώματος, απέσυραν το στρατό στα αυτοκρατορικά εδάφη και, ακολουθώντας την οδό της Μεσοποταμίας, μόλις έμαθαν τον βιαστικό ερχομό του σουλτάνου στο θέατρο του πολέμου.

Ο σουλτάνος, απασχολημένος στο μέτωπο της Συρίας, με τους Φατιμίδες, διαβίβασε προτάσεις ειρηνευτικές (17 Αυγούστου 1071) στις οποίες ο Ρωμανός απάντησε με υπεροψία. Κι ενώ είχε δεχθεί τη διεξαγωγή συνομιλιών και περίμενε την απάντηση σε δικές του προτάσεις, αποφάσισε να επιτεθεί πεπεισμένος από τους συμβούλους του ότι οι προτάσεις ειρήνης του σουλτάνου ήταν πρόσχημα για να κερδίσει καιρό και να συγκεντρώσει δυνάμεις.

Τα γεγονότα της μάχης του Ματζικέρτ

Την πρωτοβουλία της επίθεσης ανέλαβε ο αυτοκράτορας στρατοπεδευμένος έξω από το Ματζικέρτ. Ο σουλτάνος, που έσπευσε από το μέτωπο της Συρίας στην Αρμενία, προτίμησε να παρασύρει τον αντίπαλο πέρα από τη βάση του. Ο αυτοκράτορας, καθώς δεν είχε απέναντι του άλλες εχθρικές δυνάμεις και το στρατόπεδο διέθετε μικρή φρουρά, διέταξε σύμπτυξη και επέστρεφε ομαλά με τα κοντινά τμήματα. Αλλά τα μακρινά, αγνοώντας την εντολή, θορυβήθηκαν όταν είδαν τη βασιλική σημαία να επιστρέφει και πίστεψαν τη σκόπιμη διάδοση του Ανδρόνικου Δούκα ότι πρόκειται για βασιλική υποχώρηση, καθώς τον είδαν να φεύγει τρέχοντας με τους δικούς του στρατιώτες. Τον πανικό εκμεταλλεύτηκε ο σουλτάνος, που έριξε αμέσως τις δυνάμεις του κατά των Βυζαντινών, τους οποίους ο αυτοκράτορας μάταια προσπάθησε να ανασυντάξει. Ο ίδιος ο Ρωμανός πολέμησε με γενναιότητα και αυτοθυσία, ακόμη και πεζός και πληγωμένος στο χέρι, ώσπου αιχμαλωτίστηκε.

Από τις πιο δραματικές ώρες τις βυζαντινής ιστορίας είναι η προσαγωγή του αιχμάλωτου αυτοκράτορα και η θαυμαστή συμπεριφορά του Τούρκου αρχηγού προς τον αντίπαλο, μεγαλόψυχη και τιμητική, σε έντονη αντίθεση με την ανόσια μεταχείριση που έτυχε από τους ομοεθνείς του.

Οι όροι της ειρήνης

Οι όροι της συμφωνίας αναγράφονται τόσο στις ελληνικές πηγές όσο και στις αραβικές. Συμφώνησαν για τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος – η συνοριακή γραμμή από το Ματζικέρτ ως την Αντιόχεια μέσω Εδέσσης-Ιεραπόλεως περέμενε η ίδια – , την ειρηνική επικοινωνία τον δύο λαών, την αποχή των Τούρκων από τη λεηλασία της βυζαντινής επικράτειας, την ανταλλαγή των αιχμαλώτων Τούρκων εισβολέων και βυζαντινών στρατιωτών, την υπόσχεση του αυτοκράτορα καταβολής σημαντικών λύτρων και γάμου των παιδιών τους.

Αποτίμηση της μάχης του Ματζικέρτ

Η σύνεση και η μετριοπάθεια του σουλτάνου και η προτεραιότητα που απέδιδε στην ενοποίηση του μουσουλμανικού κόσμου υπό την ηγεσία του, αλλά και η διάσωση του μεγαλύτερου μέρους του βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος (τα τμήματα που είχαν σταλεί στο Χλιάτ) και οι λιγοστές βυζαντινές απώλειες δεν έδιναν στη μάχη του Ματζικέρτ τον χαρακτήρα εθνικής καταστροφής. Το συντριπτικό ηθικώς και πολιτικώς ήταν η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα. Η εθνική καταστροφή ακολούθησε όχι γιατί χάθηκε μια μάχη στις εσχατιές του κράτους – και στο παρελθόν είχαν χαθεί μάχες μέσα στην καρδιά της αυτοκρατορίας – αλλά γιατί άρχισε εμφύλιος πόλεμος και συνεχίστηκε η εσωτερική διαμάχη, που τις τελευταίες δεκαετίες δυναμίτιζε την ομαλότητα και μεθόδευε απερίσκεπτα τη στρατιωτική αποδυνάμωση του Βυζαντίου.

Πηγή: Βυζαντινή Ιστορία, Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ