Μικρασιάτες άρχοντες, Βυζαντινοί και Τούρκοι

Για αιώνες ολόκληρους η Μικρασία είναι Βυζαντινή. Είναι η περιοχή εκείνη που βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο, το Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο Θάλασσα δια του κόλπου της Αττάλειας και και στην ανατολική της πλευρά ακουμπά την Αρμενία, τη Συρία και τη Μεσοποταμία, χώρο συχνά ευμετάβλητο και όχι απόλυτα καθορισμένο. Τα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα σε κάθε περιοχή, και ιδίως στην Μικρασία, μια γεωστρατηγικής σημασίας περιοχή, τα κατευθύνουν οι άρχοντες, εν προκειμένω οι Μικρασιάτες άρχοντες.

Μικρασιάτες άρχοντες
Τα θέματα του Βυζαντίου

Οι Μικρασιάτες άρχοντες

Λέων Γ’ Ίσαυρος (675-741)

Ο Λέων Γ’ Ίσαυρος ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 717 ως το 741. Καταγότνα από τη Γερμανίκεια της Βόρειας Συρίας. Ένας από τους σημαντικότερους μεταρρυθμιστές του κράτους, που το όνομα του συνδέθηκε με την ανάσχεση της προέλασης των Αράβων στο εσωτερικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και με την έναρξη της εικονομαχίας. Επί Αναστασίου Β’ ονομάστηκε στρατηγός του θέματος των Ανατολικών, του μεγαλύτερου θέματος της Μικράς Ασίας. Στέφθηκε αυτοκράτορας στις 25 Μαρτίου 717. Η βασιλεία του Λέοντος, η οποία εκφράζει την ισχυροποίηση του μικρασιατικού στρατού , σηματοδοτεί τη σημαντική γεωστρατηγική θέση της Μικράς Ασίας., κυρίως έναντι της αραβικής απειλής. μετά την πρώτη μεγάλη αποτυχία τους το 717 οι Άραβες επανέλαβαν τις επιδρομές στη Μικρά Ασία και τις παρενοχλήσεις τους στα σύνορα, κατά μήκος της οροσειράς του Ταύρου. Η σημαντικότερη μάχη αυτής της περιόδου των συνεχών αραβικών επιθέσεων και των Βυζαντινών αντεπιθέσεων έγινε στον Ακροϊνό της Φρυγίας, το 740, η οποί είχε αποτέλεσμα την απομάκρυνση των Αράβων από τη Μικρά Ασία. Επί Λέοντα εκδόθηκαν και οι Γεωργικοί Νόμοι, οι οποίοι ρυθμίζουν θέματα ιδιοκτησίας της γης, με στόχο την καταγραφή των αγροτικών νόμων, παράλληλα με την προστασία της μικρής, κυρίως, αγροτικής ιδιοκτησίας, που ήταν και η σημαντικότερη βάση της στρατολόγησης και της οικονομικής προς το κράτος συνεισφοράς.

Κωνσταντίνος Ε’ (718-775)

Ο Κωνσταντίνος Ε’ ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου, γιος και διάδοχος του Λέοντα Γ’. Ακολούθησε από νεαρός τον πατέρα του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μετά τον θάνατο του πατέρα του αντιμετώπισε τη στάση του Αρτάβασδου, στρατηγού του θέματος των Αρμενιακών, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του. Συγκρούστηκε με τους αντιπάλους του στις Σάρδεις το 743, τους νίκησε και κατόπιν πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Ύστερα από μάταιη αντίσταση ο Αρτάβασδος αναγκάστηκε να παραδοθεί και ο Κωνσταντίνος τον τύφλωσε μαζί με τους γιους του. Η ανταρσία του Αετάβασδου ήταν μία ακόμη απόδειξη της δύναμης που είχαν οι στρατηγοί των θεμάτων της Μικράς Ασίας και επέδρασε αποφασιστικά στην απόφαση του Κωνσταντίνου να διαιρέσει περαιτέρω τα μεγαλύτερα θέματα σε μικρότερα. Για να ενισχύσει το βυζαντινό πληθυσμό τις περιοχές όπου υπερτερούσε το σλαβικό στοιχείο, ο Κωνσταντίνος μετέφερε πληθυσμό από τη Μεσοποταμία στη Θράκη, ενώ συγχρόνως ανάγκασε πολλούς Σλάβους να μεταναστεύσουν στη Μικρά Ασία, στα παράλια της οποίας και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη μετέφερε πληθυσμό από τα νησιά του Αιγαίου, που λόγω της πανώλους, που έπληξε την πρωτεύουσα το 747, αντιμετώπισε οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Ο Κωνσταντίνος πέθανε κατά τη διάρκεια εκστρατείας στη Βουλγαρία το 775.

Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος (905-959)

Ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου από 913 ως το 959. Γιος του Λέοντα Στ’ του Σοφού. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στην ιστορία της βυζαντινής Μικράς Ασίας. Ο στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας, ο οποίος διετέλεσε διοικητής του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας από το 920 ως το 942, κατέλαβε εδάφη και πόλεις στρατηγικής σημασίας στη Μικρά Ασία. Ανάμεσα σε αυτές ήταν οι Θεοδοσιούπολη, το σημερινό Ερζερούμ, ενώ ακολούθησε η Μελιτηνή. Η βυζαντινή κυριαρχία εξαπλώθηκε ύστερα από πολλά χρόνια σε εδάφη που είχαν χαθεί από πολύ παλιά, φτάνοντας μέχρι τον Τίγρη και τον Ευφράτη και μια σειρά από καινούργια θέματα ιδρύθηκαν, όπως της Σεβαστείας, της Σελεύκειας και της Μεσοποταμίας. Σημαντικό γεγονός ήταν που η Αρμενία αποτίναξε την αραβική κυριαρχία. Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε επίσης να βελτιώσει τη δυσχερή θέση των φτωχών αγροτικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, Στο έργο του Περί θεμάτων χρησιμοποιεί τον τύπο «Μικρά Ασία» με τη σημερινή περίπου γεωγραφική έννοια.

Ρωμανός Δ’ Διογένης (1025-1072)

Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ήταν και αυτός Βυζαντινός αυτοκράτορας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Διογένη και καταγόταν από την Καππαδοκία, από εκείνους τους στρατιωτικούς κύκλους της περιοχής αυτής που έδωσε στο Βυζάντιο τους ικανότερους στρατηγούς σε όλη την ιστορία του. Στην Ανατολή οι Σελτζούκοι του Αλπ Αρσλάν κατέλαβαν τη μία πόλη της Μικράς Ασίας μετά την άλλη. Το 1068ν και τον επόμενο χρόνο ο Ρωμανός πραγματοποίησε δύο εκστρατείες εναντίον των Σελτζούκων, οι οποίες, όμως, δεν έφεραν σημαντικά αποτελέσματα. Το 1071 ο Ρωμανός με πολυάριθμο στρατό από μισθοφόρους εισέβαλε στην Αρμενία και ο ίδιος επικεφαλής ενός τμήματος κατευθύνθηκε προς το Μαντζικέρτ, με αποτέλεσμα την ήττα του βυζαντινού στρατού. Ο ίδιος ο Ρωμανός αιχμαλωτίστηκε, ενώ αργότερα εκτοπίστηκε στη νήσο Πρώτη σε κάποιο μοναστήρι, όπου και πέθανε ένα χρόνο αργότερα από τα τραύματα του.

Μανουήλ Κομνηνός (1122-1180)

Ο Μανουήλ Κομνηνός ήταν βυζαντινός αυτοκράτορας, ο τρίτος της δυναστείας των Κομνηνών, που βασίλεψε από το 1143 ως το 1180. Οργάνωσε το στρατό και το στόλο και προσπάθησε να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη. νίκησε τους Τούρκους σε Πόντο και Καππαδοκία, τους Αρμένιους στην Κιλικία και απελευθέρωσε την Αντιόχεια και το Χαλέπι (1167). Το 1151 νίκησε τους Σέρβους και τους Ούγγρους. Οι νίκες του Μανουήλ στη Μικρά Ασία εξυμνήθηκαν από τους λόγιους του Βυζαντίου, όπως το Θεόδωρο Πρόδρομο που τον αποκάλεσε «ακλόνητο στην πάσα Ασία». Το 1176, όμως, ο στρατός του υπέστη μεγάλη πανωλεθρία στη μάχη του Μυριοκέφαλου. Η Μικρά Ασία χάθηκε για πάντα για τους Βυζαντινούς και οι Τούρκοι θα είναι έκτοτε οι κύριοι της ευρύτερης περιοχής. Ο Μανουήλ ήταν θαυμαστής του δυτικού τρόπου ζωής των φεουδαλικών παραδόσεων. Προσπάθησε να εισαγάγει έθιμα δυτικά στη βυζαντινή αυλή, όπως τις μονομαχίες, τους τροβαδούρους, χωρίς όμως να επιτύχει ιδιαίτερα αποτελέσματα. Αποτέλεσμα των συνεχών πολέμων, της απώλειας της Μικράς Ασίας και της οικονομικής κρίσης, ήταν η απαρχή της οριστικής παρακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Αλπ Αρσλάν (1030-1072)

Ο Αλπ Αρσλάν ήταν Σελτζούκος σουλτάνος, ο οποίος διαδέχτηκε τον θείο του Τουγκρούλ Μπεγ το 1062. Είναι ο σημαντικότερος σουλτάνος των Σελτζουκιδών, δισέγγονος του Σελτζούκ. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μοχάμετ Ιμπν Νταούτ, ενώ το Αλπ Αρσλάν είναι ψευδώνυμο και σημαίνει Γενναίο Λιοντάρι. Με τολμηρή και επιδέξια διοίκηση κατηύθυνε τις ενέργειες του στη επέκταση των συνόρων της σελτζουκικής κυριαρχίας. Από το 1065 στράφηκε εναντίον της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, κυρίως Καππαδοκία, Κιλικία, Αρμενία και Γεωργία. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Διογένης εξεστράτευσε εναντίον του αλλά νικήθηκε στο Μαντζικέρτ. Ήταν η σημαντικότερη νίκη στην οθωμανική ιστορία, καθώς έκτοτε τα νομαδικά τουρκμενικά φύλα βρήκαν διέξοδο και διεσπάρησαν από το εσωτερικό της Ανατολίας στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Ο Αλπ Αρσλάν με στρατό περίπου 200.000 ανδρών, επεξέτεινε την κυριαρχία των Σελτζούκων και προς το Τουρκεστάν, ενώ υποχρέωσε τους Βυζαντινούς σε καταβολή φόρων. Πέθανε στην πόλη Μπερζέμ, όταν κάποιος αιχμάλωτος τον τραυμάτισε θανάσιμα με ξίφος, στις 15 Δεκεμβρίου 1072.

Οι τουρκικοί λαοί στην Ανατολία

Οι προ-οθωμανικοί τουρκόφωνοι λαοί αποτέλεσαν μια μεγάλη ομοσπονδία τουρανικών φυλών κοινής κεντροασιατικής καταγωγής από τους Ογούζους των Αλταΐων ορέων. Πρωτοεμφανίστηκαν δυναμικά από τον 4ο αιώνα με τις εισβολές των Ούννων, του πρώτου τουρκικού λαού που διά μέσου των τουρκικών στεπών εισέβαλε στην Ευρώπη. Το κράτος, με το οποίο οι τουρκικοί λαοί ήρθαν σε πυκνότερη επαφή σχεδόν επί έντεκα αιώνες, ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι τουρκικοί λαοί στην Μικρά Ασία
Εικόνα από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη που απεικονίζει ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και του χαλίφη

Οι τουρκικοί λαοί

Το Βυζάντιο αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις συνεχών «κυμάτων» Τούρκων στο βόρειο μέτωπο (Ούννοι, Άβαροι, Ουτίγουροι, Κουτρίγουροι, Ονόγουροι Βούλγαροι, Ούγγροι, Ούζοι, Πατζινάκοι ή Πετσενέγγοι και Κομάνοι), καθώς και στο ανατολικό μέτωπο (Σελτζούκοι, Αρτουκίδες, Ντανισμεντίδες, Τουρκομάνοι, αλλά και Μογγόλοι και Τούρκοι των μικρασιατικών εμιράτων), μέχρι ότου το ραγδαίο αναπτυσσόμενο οθωμανικό σουλτανάτο ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις, ιδρύοντας μέσα σε διάστημα τριών αιώνων μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, την Οθωμανική (14ος-16ος αιώνας).

Η επιστήμη θεωρεί κοινούς εθνολογικούς και φυλετικούς προγόνους των διαφόρων τουρκικών φυλών του Μεσαίωνα τους Ογούζους Τούρκους, μια μεγάλη συνομοσπονδία νομαδικών λαών στην αχανή κεντροασιατική στέπα, αν και πρέπει να τονιστεί ότι υπήρχαν ορισμένες γλωσσικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς αυτούς, που στα αραβικά και περσικά κείμενα αποκαλούνται «Γουζ» και στα τουρκικά «Ογούζ».

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για τις αρχικές τους εγκαταστάσεις στη Μογγολία, νότια της Βαϊκάλης Λίμνης, προέρχονται από επιγραφές του ποταμού Ορχόν βόρεια της Κίνας, και χρονολογούνται στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Τον 6ο αιώνα ο πολυαριθμότερος κλάδος τους οι «Εννέα Ογούζοι», κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια εκτενή τουρανική νομαδική αυτοκρατορία, έναν εκτενή συνασπισμό που χαρακτηριζόταν από χαλαρή συνεκτικότητα καθώς και από την υιοθέτηση τουρανικών διαλέκτων του νοτιοδυτικού ασιατικού γλωσσικού κλάδου.

Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα ο ογκώδης αυτός συνασπισμός διασπάστηκε. Το πυκνότερο τμήμα του εγκαταστάθηκε σταδιακά στις περιοχές της Υπερωξιανής, ανατολικά της Αράλης λίμνης, στις εύφορες κοιλάδες μεταξύ των ποταμών Ιαξάρτη και Ωξού. Τον 10ο αιώνα κύριο κέντρο των Ογούζων Τούρκων έγινε η πόλη Τζαντ, στον κάτω ρου του Ιαξάρτη, ενώ στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα το σημαντικότρο ανάμεσα στα ογουζικά φύλα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι, ασπάστηκαν τη μουσουλμανική θρησκεία. Σημαντικές αναφορές στους Ογούζους των πρώτων αιώνων έκανα και τα κινεζικά χρονικά του πρώιμου Μεσαίωνα.

Οι Τούρκοι ανήκαν φυλετικά στον κεντροανατολικό ασιατικό τύπο αλλά και στον κεντροδυτικό που στην επιστήμη είναι αντίστοιχα γνωστοί ως ουραλοαλταϊκός ή φιννουγριανός ή φιννοουγγριτικός. Οι βυζαντινές πηγές παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία και την εξέλιξη των τουρκικών φυλών του Μεσαίωνα, ιδιαίτερα για την περίοδο 4ος-13ος αιώνας, ενώ και για τους Οθωμανούς (τέλη 13ου αιώνα και εξής) οι μαρτυρίες των βυζαντινών χρονικών είναι σημαντικότατες: οι Βυζαντινοί ιστορικοί χρησιμοποιούν αρχαιοπρεπείς επικλήσεις για τους διάφορους τουρκικούς λαούς των Βαλκανίων, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής καθώς και της κεντρικής και Άπω Ασίας, όπως «Σκύθες». «Ταυροσκύθες», «Παίονες», «Πέρσες». Οι Βούλγαροι του Α’ βασιλείου αποκαλούνταν «Μοισοί» ή και «Ούννοι», ενώ ως «Τόχαροι» ή «Μουγούλιοι» ήταν γνωστοί οι Μογγόλοι και Τάταροι. Τέλος, ιδίως για τους Τούρκους της Ανατολής χρησιμοποιούνταν και οι όροι «Σαρακηνοί» και «Μουσουλμάνοι».

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι μέσα σε λίγες δεκαετίες κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις σε Περσία, Μεσοποταμία, Ινδία, Συρία, Μικρά Ασία, αλλά και στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Το 1040 συνέτριψαν σε μάχη τους ιρανόφωνους Γανζεβίδες και το 1055 ο μεγάλος τους κατακτητής, Τογρούλ Μπεγ. κατέλαβε τη Βαγδάτη και έγινε ο πρώτος Σελτζούκος «σουλτάνος» και επικυρίαρχος το χαλιφάτου των Αββασιδών.

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι και το Βυζάντιο

Το Βυζάντιο αρχικά ήρθε σε πολεμικές συγκρούσεις με τους τρεις πρώτους Σελτζούκους σουλτάνους Τουγρούλ Μπεγ, Αλπ Αρσλάν, και Μαλίκ Σαχ. Το κυριότερο γεγονός των σχέσεων αυτών υπήρξε η μεγάλη ήττα της Αυτοκρατορίας στη μάχη του Μαντζικέρτ, που έβαλε τη σφραγίδα της στις απαρχές της απώλειας της ελληνικής Μικρασίας, παρά το γεγονός ότι ο νικητής της μάχης Αλπ Αρσλάν δεν είχε αρχικό στόχο το χριστιανικό Βυζάντιο, αλλά τους εχθρούς του αιρετικούς (σιίτες) μουσουλμάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες.

Στη μακρά περίοδο δύο αιώνων (11ος-13ος) οι βυζαντινοσελτζουκικές σχέσεις πέρασαν διάφορα στάδια και το σημαντικότερο γεγονός τους υπήρξε η δεύτερη μεγάλη ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Μυριοκέφαλου, που έθεσε τέρμα στις βυζαντινές φιλοδοξίες για πιθανή ανακατάληψη της Ανατολίας.

Το αξιολογότερο ίσως τμήμα των σχέσεων του Βυζαντίου με τους Σελτζούκους Τούρκους συνδέεται με τις συχνότατα μαρτυρούμενες πολιτιστικές τους επαφές και με ποικίλες καλλιτεχνικές ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις, ενώ ορισμένες πτυχές της διοίκησης των Σελτζούκων πιθανόν να επηρεάστηκαν από βυζαντινά πρότυπα.

Το Οθωμανικό εμιράτο

Η παρακμή των Σελτζούκων που εκτός από αξιόλογο διοικητικό σύστημα ανέπτυξαν και σημαντικότατο πολιτισμό με έδρα την πρωτεύουσα τους Ικόνιο, έλαβε γρήγορους ρυθμούς μετά τη μεγάλη ήττα του σουλτάνου Καϊχοσρόη Β’ από τους Μογγόλους στη μάχη των Σατάλων ή Κιοσέ Νταγ το 1243, την οποία ακολούθησε ένα καθεστώς μογγολικής επικυριαρχίας από τους Ιλχανίδες στην κεντροανατολική Μικρά Ασία.

Εκεί, άρχισαν σταδιακά να εγκαθιδρύονται διάφορα διάδοχα των Σελτζούκων τουρκομανικά εμιράτα, ένα των οποίων, το Οθωμανικό. Το τελευταίο από τις αρχές του 14ου αιώνα άρχισε να ξεχωρίζει στη περιοχή μέχρις ότου απορρόφησε τα υπόλοιπα εμιράτα ως το β’ μισό του 15ου αιώνα και να μετεξελίχθηκε σε μια ισχυρή Αυτοκρατορία.

Βυζαντινή Καππαδοκία (4ος-11ος αιώνας)

Στα Γεωγραφικά του ο Στράβων μας δίνει πολλές λεπτομέρειες για την αρχαία Καππαδοκία. Δυστυχώς, για τη Βυζαντινή Καππαδοκία δεν υπάρχει αντίστοιχη περιγραφή από τους σύγχρονους συγγραφείς. Παρά την ασάφεια που διακρίνει τις αναφορές των βυζαντινών συγγραφέων στην περιοχή, γενικά ισχύει αυτό που ο Στράβων είχε τονίσει κατά την αρχαιότητα, ότι, δηλαδή τα όρια της δεν ήταν σαφώς καθορισμένα.

Βυζαντινή Καππαδοκία (4ος-11ος αιώνας)
Ο Άγιος Βασίλειος ο Καππαδόκης

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Στράβωνα η Καππαδοκία εκτείνεται βόρεια από τα παράλια του Εύξεινο Πόντου ως της εκβολές του Άλυος και στα νότια όριο της είναι το όρος Ταύρος, ανατολικά φτάνει στην Αρμενία και την Κολχίδα και δυτικά στην Παφλαγονία, την Φρυγία και τη Λυκαονία. Οι ειδήσεις της εποχής που αφορούν την Καππαδοκία αναφέρονται σε εχθρικές επιδρομές και στις συνακόλουθες αλώσεις και καταστροφές πόλεων.

Τα γραπτά του Μεγάλου Βασιλείου και άλλων Καππαδόκων πατέρων της Εκκλησίας είναι σημαντικές πηγές όσον αφορά στη διοίκηση και στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Καππαδοκίας τον 4ο αιώνα. Η μορφή του Αγίου Βασιλείου κυριαρχεί εκείνη την εποχή για τη διδασκαλία του και το φιλανθρωπικό του έργο. Στον περιορισμό, όμως, της επιρροής του Βασιλείου φαίνεται ότι στόχευε ο αιρετικός αυτοκράτορας Ουάλης, ο οποίος το 372 εισήγαγε νέα διοικητική διαίρεση την πρώτη Καππαδοκία με πρωτεύουσα την Καισάρεια και τη δεύτερη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τα Τύανα.

Για τον 5ο αιώνα υπάρχουν μνείες της Καππαδοκίας ως τόπου εξορίας με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον περιορισμό του Ιωάννη του Χρυσοστόμου σε μια μικρή κώμη, την Κουκουσό. Στις αρχές του 6ου αιώνα, εξ αιτίας των επιδρομών των Σαβείρων Ούννων, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος φρόντισε για την αποκατάσταση της οχύρωσης της περιοχής. Ο Ιουστινιανός, έχοντας εμπλακεί σε πόλεμο με τους Πέρσες έλαβε μέτρα προς την ίδια κατεύθυνση. Ακόμη ο Ιουστινιανός, στο πλαίσιο του νομοθετικού του έργου, έλαβε μέτρα περιορισμού της αριστοκρατίας της Καππαδοκίας. Στα τέλη του 7ου αιώνα φάνηκαν στο προσκήνιο οι Άραβες και για τρεις και πλέον αιώνες η Καππαδοκία έγινε το επίκεντρο σφοδρών βυζαντινοαραβικών συγκρούσεων, οι οποίες βρήκαν τη λογοτεχνική τους αποτύπωση στον κύκλο των ακριτικών τραγουδιών και στο έπος του Διγενή Ακρίτα.

Ως τις αρχές του 9ου αιώνα η Καππαδοκία φαίνεται πως ήταν μοιρασμένη διοικητικά μεταξύ των Ανατολικών και των Αρμενιακών, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το Περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Αλλά μέσα στην πρώτη τριακονταετία του 9ου αιώνα μετασχηματίζεται σε θέμα. Η νέα διοικητική αυτή ενότητα δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την εξέγερση του Θωμά του Σλάβου (η οποία κατεστάλη το 823) όσο και από τις συνεχιζόμενες αραβικές επιδρομές.

Λίγες δεκαετίες αργότερα ακολούθησε και νέα διοικητική μεταρρύθμιση η δημιουργία του θέματος του Χαρσιανού, του οποίου η ίδρυση τοποθετείται μεταξύ 863 και 872. Η αρχική του έκταση περιελάμβανε μια μικρή περιοχή γύρω από το ομώνυμο κάστρο, «θέση οχυρωμένη και δυσπρόσιτη στις βαρβαρικές επιδρομές». Οι αναφορές στο Χσριακόν είναι περιορισμένες μάλλον γιατί οι Βυζαντινοί προτιμούσαν να το αποκαλούν Καππαδοκία ακόμη και μετά την αναγωγή του σε θέμα.

Οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να ανακτήσπυν την ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας μόλις το 934, μρετά την άλωση της Μελιτηνής από τον Ιωάννη Κουρκούα, στρατηγό του Ρωμανού Λακαπηνού και επεκτάθηκαν ακόμη περισσότερο με τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή.

Όσον αφορά τον αγροτικό πληθυσμό δεν έχουμε πολλές ειδήσεις. όσοι έμεναν εκεί και δεν κατέφυγαν σε τόπους περισσότερο ασφαλείς από εχθρικές επιδρομές προσπάθησαν να επιβιώσουν από τις μικροϊδιοκτησίες τους και στις κρίσιμες στιγμές κατέφευγαν στις αναρίθμητες σπηλιές της περιοχής.

Τον 11ο αιώνα μετά τις επιχειρήσεις του Βασιλείου Β’ στην Αρμενία, το δυναμικό της Καππαδοκίας ενισχύθηκε με τη μεταφορά Αρμενίων αποίκων. Αλλά περί τα μέσα του αιώνα άρχισαν οι επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης, καππαδοκικής καταγωγής, είχε αρχικά μερικές σποραδικές επιτυχίες εναντίον τους, αλλά η ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 είχε συνέπεια μεταξύ άλλων και την οριστική απώλεια της Καππαδοκίας για τους Βυζαντινούς.

Θέμα των Θρακησίων (8ος-11ος αιώνας)

Η θέση και η φύση μιας περιοχής προσδιόριζε σχεδόν πάντα και την αποστολή της. Έτσι, στο σχετικά γειτονικό με την Κωνσταντινούπολη και παραλιακό θέμα των Θρακησίων, που δημιουργήθηκε λίγο πριν τα μέσα του 8ου αιώνα και διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της αυτοκρατορίας τα επόμενα εξήντα χρόνια, τα φρούρια ήταν λίγα, τα τοπωνύμια που συνδέθηκαν με πολεμικά γεγονότα ελάχιστα, και η στρατιωτική παρουσία μάλλον πενιχρή.

Θέμα των Θρακησίων (8ος-11ος αιώνας)
Ένας επιστάτης με το πουγκί πληρώνει το μεροκάματο σε εργάτες γης υπό το βλέμμα του γαιοκτήμονα

Οι Θρακήσιοι έκαναν επιβλητική εμφάνιση μόνο την εποχή των εμφυλίων πολέμων και της μεγάλης εικονομαχικής κρίσης. Η συμμετοχή τους στους πολέμους του ανατολικού μετώπου δεν τους απέφερε ιδιαίτερη δόξα ή φήμη. Στη στροφή του 9ου αιώνα προς το 10ο αιώνα, όταν οι Άραβες δεν απειλούν πια τα εδάφη των προσκείμενων στην Κωνσταντινούπολη θεμάτων. Ο προσανατολισμός του στρατού των Θρακησίων μεταβάλλεται και η κύρια αποστολή του μοιάζει να συνδέεται με επιχειρήσεις στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας και, κυρίως, με τις ναυτικές εκστρατείες κατά της αραβοκρατούμενης Κρήτης, όπως αυτές του 911/912 και του 949.

Σε αντίθεση με την πενιχρή εμφάνιση του στρατού στο θέμα των Θρακησίων η εκκλησιαστική παρουσία δείχνει ιδιαίτερα αισθητή. Ο επιφανής στρατηγός του θέματος, ο φανατικός διώκτης των μοναχών Μιχαήλ Λαχανοδράκων φέρεται ισχυριζόμενος, με αρκετή δόση υπερβολής, ότι σε όλη την περιοχή του θέματος είχε κατορθώσει να μην υπάρχει ούτε ένας μοναχός. Οι συγκυρίες, όμως, επέτρεψαν τη βαθμιαία κατάργηση του έργου του. Η απουσία της μόνιμης αραβικής απειλής και η εύφορη γη ήταν οι δύο βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στην αναζωπύρωση του μοναχισμού και στην ίδρυση πολυάριθμων μονών στο θέμα των Θρακησίων από τα μέσα του 9ου αιώνα.

Η σποραδική εμφάνιση του στρατού και η έντονη εκκλησιαστική παρουσία δεν ήταν η μόνη αντίθεση μιας πολύ σύνθετης κατάστασης. Η συρρίκνωση των πόλεων από τον 6ο αιώνα μέχρι τον 9ο αιώνα αποτελεί ένα φαινόμενο γενικό, το οποίο, όμως, στο θέμα των Θρακησίων υπόκειται σε συγκρουόμενες επιδράσεις: η μεσογειακή Φιλαδέλφεια, που μεταβλήθηκε σε χωριό, υφίσταται τις συνέπειες της συρρίκνωσης των πόλεων, ιδιαίτερα αισθητής στο γειτονικό θέμα των Ανατολικών.

Αντίθετα, η παραλιακή Σμύρνη ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία, έτσι ώστε από τον 9ο αιώνα να θεωρείται η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής. Ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος στο πόνημα του Περί θεμάτων αναφέρει ότι στο θέμα των Θρακησίων υπήρχαν είκοσι μία πόλεις. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες από αυτές είχαν ήδη παρακμάσει ή συρρικνωθεί με διαφορετικό τρόπο η μία από την άλλη, παρουσιάζοντας την εικόνα ενός χωριού ή ενός φρουρίου. Οι μόνες πόλεις που επέζησαν ήταν η Έφεσος και η Σμύρνη, στις οποίες υπερίσχυε ο διοικητικός χαρακτήρας. Η Έφεσος, πρωτεύουσα του θέματος των Θρακησίων, αντλούσε την αίγλη της από το λαμπρό παρελθόν της ως πρώτη μητρόπολη της Ασίας. Η Σμύρνη, που ανταγωνιζόταν παντού πάντοτε την Έφεσο, άρχισε την ανιούσα πορεία της από τις αρχές του 9ου αιώνα, το 869 αναδείχθηκε σε μητρόπολη και στη στροφή του 9ου αιώνα προς το 10ο αιώνα επελέγη ως έδρα του νέου ναυτικού θέματος Σάμου.

Ένα γενικό φαινόμενο ακόμη, που σε πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας έκανε ιδιαίτερα αισθητή την εμφάνιση του, στο θέμα των Θρακησίων έμελλε να έχει μια ιδιότυπη εξέλιξη. Πρόκειται για την κατοχή μεγάλων έγγειων ιδιοκτησιών από ορισμένες μόνο αριστοκρατικές οικογένειες. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ύπαρξη μεγάλων γαιοκτημόνων στο εύφορο θέμα των Θρακησίων, είναι πενιχρότατες, και τα οικογενειακά ονόματα τους, δεν προδίδουν κάποια διαχρονική συνέχεια μέσα στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα.

Μια ανταρσία, που το 866 εξελίχθηκε στα εδάφη των θεμάτων Οψικίου και Θρακησίων, άφησε να διαφανεί ότι στις δύο πλευρές βρίσκονταν οι περιουσίες πολλών αξιωματούχων της Κωνσταντινούπολης που τους δωρίζονταν από τον αυτοκράτορα με αντάλλαγμα τις υπηρεσίες τους. Στην περιοχή αυτή ο μόνος ισχυρός γαιοκτήμονας ήταν το κράτος.

Από αυτό το γεγονός ερμηνεύονται ακόμη δύο «ιδιορρυθμίες»: α) ότι οι μόνοι, ίσως, κρατικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι έκαναν εμφανή την παρουσία τους στην περιοχή, ήταν επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των βασιλικών κτημάτων, και β) ότι, σε αντίθεση με ό,τι γινόταν σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, ο αγροτικός πληθυσμός του θέματος των Θρακησίων δεν δοκιμαζόταν τόσο από τους δυνατούς όσο από το κράτος και τις διοικητικές/στρατιωτικές του ανάγκες.

Κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα το θέμα των Θρακησίων παρουσίαζε την εικόνα μιας ήρεμης περιοχής με έντονο αγροτικό χαρακτήρα, όπου δέσποζαν τα χωριά, συνήθως πολύ μικρά. Υπήρξαν περίοδοι που η εύφορη γη των Θρακησίων δοκιμάστηκε: ο φοβερός σεισμός του 926/7 εξαφάνισε πολλά χωριά και εκκλησίες. Ο δριμύτατος χειμώνας του 927/8, και ο λιμός, που επακολούθησε, αποτέλεσαν νέα δοκιμασία για την περιοχή.

Τον 11ο αιώνα στρατόπεδα ακρίδων ενέσκηψαν στην περιοχή και κατέστρεψαν τους καρπούς. Τα φαινόμενα αυτά σύντομα μετατράπηκαν σε μακρινή ανάμνηση, αφού η γη προσέφερε πλουσιοπάροχα στους κατοίκους της τα απαραίτητα αγαθά. Σε μια εποχή, που οι ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας γνώριζαν τη λεηλασία και την κατάκτηση, το θέμα των Θρακησίων παρέμεινε αλώβητο από σεισμούς, λιμούς ακρίδες, αλλά και από τον εχθρό.

Οι Αρμενιακοί στρατηγοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Μέσα από την κρίση των αρχαίων κοινωνικών δομών που εκτείνεται, πρώτα από τις περσικές και, στη συνέχεια, από τις αραβικές εισβολές του 7ου αιώνα, στα ΒΑ παράλια της Μικράς Ασίας και στην ανατολική ενδοχώρα της θα προβάλει μια νέα πραγματικότητα που, όπως το απαιτεί η σκληρή εποχή, έχει ένοπλη όψη: η αυτοκρατορική στρατιά της Αρμενίας ή οι Αρμενιακοί.

Οι δυνάμεις του εκτείνονται από τη Τραπεζούντα ως τη Σινώπη. Το σημείο επαφής με τον άλλο καβαλλαρικό στρατό των Ανατολικών είναι η Καππαδοκία και οι κλεισούρες της.

Οι Αρμενιακοί στρατηγοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Σελίδα από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη, όπου αναφέρεται στον Αρμενιακό στρατηγό Ιωάννη Κουρκούα

Στην αυγή του 8ου αιώνα η αυτοκρατορική στρατιά της Αρμενίας θα δώσει σκληρές μάχες με τους Άραβες εισβολείς υποχωρώντας αργά προς την Πισιδία και τη Φρυγία, ως τη μεγάλη βυζαντινή νίκη στο Ακροϊνόν (740). Οι Αρμενιακοί τον 8ο αιώνα συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους Ανατολικούς. Αυτό πιθανόν να οφείλεται σε κάποια «κάθαρση» των Αρμενακών από την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο, από Μονοφυσίτες και Μονοθελητές.

Πιθανόν η δομή και η ηγεσία των Αρμενιακών επαρχιών να ήταν παραδοσιακά αρχαιοπρεπής, αριστοκρατική και νομιμόφρων. Γι’ αυτό ο στρατός των Αρμενιακών δεν εξεγείρονταν ποτέ για να καταλάβει το θρόνο. Δύο επιφανείς Αρμενιακοί στρατηγοί θα καταλάβουν το θρόνο μόνο όταν τεθούν επικεφαλής άλλων θεματικών στρατών: ο Αρτάβασδος (741), ως κόμης του Οψικίου, και ο Λέων ο Αρμένιος (813), ως στρατηγός των Ανατολικών.

Η αρχαιοπρεπής, συντηρητική ηγεσία του στρατού των Αρμενιακών συμπορεύεται με την μετριοπαθή, επίσης αρχαιοπρεπή ηγεσία του Οψικίου στη διάρκεια σχεδόν ολόκληρου του 8ου αιώνα. δηλαδή της εικονομαχίας. Το Οψίκιον αποκαλείται θεοφύλακτον βασιλικόν, το Αρμενιακών φιλόχριστον και ακολουθούν από μεγάλη απόσταση των εικονομαχικό ζήλο των άλλων θεμάτων (διοικητικών-στρατιωτικών επαρχιών), Ανατολικών, Θρακησίων και Βουκελλαρίων, καθώς και τις πολιτικές νίκες των εικονομάχων.

Ο στρατός των Αρμενιακών θα μιμηθεί τη στάση των εικονομαχικών θεμάτων μόνο το 792/3 χωρίς ηγεσία, με επικεφαλής μόνο τους τουρμάρχες του. Αυτό και μόνο δείχνει τις καθυστερημένες στασιαστικές αντιδράσεις του που είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Στην κοινωνική έκρηξη του 9ου αιώνα που οδηγεί στην βαθμιαία αριστοκρατικοποίηση της βυζαντινής κοινωνίας, πρωταγωνιστεί ο Πόντος και η Παφλαγονία, δηλαδή οι περιοχές που διοικούν και ελέγχουν οι Αρμενιακοί. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή στη διαδικασία αυτή είναι τα χρόνια της βασιλείας του Μιχαήλ Β’ (820-829), οπότε ιδρύεται το θέμα Παφλαγονίας, και του Θεόφιλου (829-842), η σύζυγος του οποίου αυτοκράτειρα Θεοδώρα καταγόταν από το χωριό Έβισσα της Παφλαγονίας, ενώ ο θείος της Μάγιστρος Μανουήλ, πρώην στρατηγός των Αρμενιακών, αναφέρεται ως γεννάς εξ Αρμενίων.

Αν η αυτοκράτειρα Θεοδώρα με θείο της Μάγιστρο Μανουήλ ενσαρκώνουν τον 9ο αιώνα την γένεση και την κραταίωση της νέας αρμενοπαφλαγονικής αριστοκρατίας, η κοινωνική κυριαρχία των Παφλαγόνων δείχνει ήδη από τότε να απειλείται από τους Κατά την Καππαδοκίαν έχοντας τας οικήσεις. Πραγματικά, στο μέτρο που η αραβική απειλή απωθείται ανατολικότερα, οι νέες περιοχές που περιέρχονται στη Βυζαντινή διοίκηση, μαζί με τα τμήματα του θέματος, των Ανατολικών και των Αρμενιακών θα αποτελέσουν νέα θέματα που, αν και μικρότερα τώρα, έχουν πολύ πιο συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια και ρόλο.

Το θέμα Καππαδοκίας αποσπάται από το θέμα των Ανατολικών την ίδια εποχή που αποσπάται το θέμα Παφλαγονίας από το θέμα των Αρμενιακών, δηλαδή επί Μιχαήλ Β’, ενώ αργότερα (863-873), πάλι από το θέμα των Αρμενιακών, θα αποσπαστεί μια ανατολική καππαδοκική περιοχή, απόκρημνη και γεμάτη κάστρα, το Χαρσιανόν.

Αν η Καππαδοκία αποσπάται από τους Ανατολικούς επί Αμοριανών ως περισσότερο αριστοκρατική περιοχή (από τον 10ο αιώνα οι Καππαδόκες θα κυριαρχήσουν και στο θέμα των Ανατολικών), εκείνο που μοιάζει βέβαιο είναι ότι τα θέματα που θα ιδρυθούν από τους δύο πρώτους αριστοκράτες της Μακεδονικής δυναστείας, Βασίλειο Α’ και Λέοντα Στ’ θα στοχεύσουν στο να περιορίσουν την κυριαρχία της αρμενοπαφαλογονικής αριστοκρατίας στην κεντρική Μικρασία, κάτι που θα επιτευχθεί τον 10ο αιώνα.

Όταν η Μακεδονική δυναστεία διαπιστώσει ότι οι Καππαδόκες είναι πιο επίφοβοι από τους Αρμενοπαφλαγόνες και στραφεί κυρίως εναντίον των Φωκάδων, για ένα μεγάλο και ζωτικό διάστημα (970-1080), η Καππαδοκία και το παλιό θέμα των Ανατολικών θα βρεθούν στρατιωτικά ανυπεράσπιστοι, ενώ η αρμενοπαφλαγονική αριστοκρατία με επικεφαλής τους Δούκες θα ανανήψει κανονικά γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα.

Στο θέμα των Αρμενιακών θα γεννηθεί το 10ο αιώνα ο πάμπλουτος και δαφνοστεφής στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας, πρόγονος του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

Η Σικελία σε βυζαντινό ρυθμό (6ος-11ος αιώνας)

Η Σικελία είναι το μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου. Τη βυζαντινή κυριαρχία πάνω στη Σικελία οριοθετούν οι Βελισάριος και Γεώργιος Μανιάκης. Ο Βελισάριος κατέκτησε τη Σικελία από τους Οστρογότθους το 535 στο όνομα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α‘ ενώ ο δεύτερος ηγήθηκε της τελευταίας επιτυχούς αναμέτρησης με τους Άραβες στο ίδιο νησί το 1038-1040.

Η Σικελία σε βυζαντινό ρυθμό (6ος-11ος αιώνας)
Ο Βυζαντινός στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης

Η Σικελία πριν το Βυζάντιο

Η ελληνική παρουσία στο νησί ξεπερνά τα 500 χρόνια της βυζαντινής κυριαρχίας. Οι πρώτες αποικίες που ιδρύθηκαν στις ανατολικές ακτές της, απέναντι από τα μητροπολιτικά ελληνικά εδάφη είναι η Νάξος/ Ταορμίνα, οι Συρακούσες, οι Λεοντίνοι και η Ζάγκλη (Μεσσήνη). Καθώς οι άποικοι εξαπλώνονταν προς τα δυτικά συνάντησαν αντίσταση από τους Φοίνικες της Καρχηδόνας. Έτσι ξεκίνησε ένας μακροχρόνιος αγώνας για την κυριαρχία της Σικελίας, στον οποίο επικρατούσε πότε η μία πότε η άλλη πλευρά. Νικητής της αναμέτρησης, ωστόσο, στέφθηκε μια τρίτη δύναμη: το ρωμαϊκό κράτος. Το 241π.Χ. οι Καρχηδόνιοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις κτήσεις τους στη Σικελία προς χάριν της Ρώμης, ενώ το 212 η τελευταία ελληνική πόλη-κράτος, οι Συρακούσες, έχασε την ανεξαρτησία της.

Οι νέοι κύριοι του νησιού δεν επενέβησαν στις δομές του. Η Σικελία κατέληξε μια παραγκωνισμένη αγροτική οικονομία. εν μέσω του «mare nostrum», όπου συνυπήρχαν τα λατινικά της κρατικής διοίκησης με την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα. Η ισορροπία αυτή διαταράχθηκε από δύο παράγοντες. Η άνθηση του Χριστιανισμού που έφτασε στη Σικελία από τη λατινόγλωσση Ρώμη αντιμετώπισε εχθρικά την κλασική ελληνική ειδωλολατρική παράδοση.

Από την άλλη παρατηρείται αυξανόμενη εμπορική και οικονομική σημασία του νησιού: όταν οι Βάνδαλοι θα αποκόψουν την παροχή σιτηρών από τη Βόρεια Αφρική προ τη Ρώμη, το ρόλο αυτό θα αναλάβει η Σικελία, η οποία έτσι αποκτά ισχυρούς δεσμούς με την έδρα του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας. Τα τεράστια κτήματα στα οποία καλλιεργούνταν τα σιτηρά ανήκαν σε οικογένειες που εδώ και αρκετές γενιές καθόριζαν τις πολιτικές τύχες στη σύγκλητο της Ρώμης. Αρκετοί ευσεβείς μεγαλοκτηματίες δώρισαν τέτοιες μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες στην εκκλησία με αποτέλεσμα η παπική εκκλησία της Ρώμης να εξελιχθεί σε ένα από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης στη Σικελία.

Το 491 οι Οατρογότθοι υπό την ηγεσία του Θεοδώριχου κατέκτησαν με μεγάλη ευκολία το νησί, αφού φρόντισαν να υποσχεθούν στην άρχουσα τάξη εσωτερική αυτονομία, πράγμα το οποίο και σεβάστηκαν. Αργότερα όμως η γοτθική πολιτική θα κάνει το λάθος να απομακρύνει από τη από τις κρατικές υποθέσεις τόσο τις συγκλητικές οικογένειες όσο και την εκκλησία της Ρώμης. Οι δύο αυτοί παράγοντες έστρεψαν τη συμπάθεια τους σταδιακά ολοένα και περισσότερο προς τη Νέα Ρώμη στο Βόσπορο.

Η βυζαντινή Σικελία

Τα βυζαντινά στρατεύματα την κατέκτησαν «ουδενί πόνω», όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Προκόπιος. Στο εικοσαετή πόλεμο που ακολούθησε η Σικελία αποτέλεσε τα ασφαλή μετόπισθεν αυτής της αναμέτρησης προμηθεύοντας πολεμοφόδια. στον εν τέλει νικηφόρο στρατό του Ιουστινιανού. Οι εκστρατείες εναντίον των Γότθων στόχευαν στη «renovatio imperiii Romani», δηλαδή της ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων.

Αποτελεί ειρωνεία της τύχης ότι η ανανέωση μιας αυτοκρατορίας λατινικού πνεύματος στη Σικελία δυνάμωσε την παρουσία της ελληνικής γλώσσας στο νησί, η οποία τα προηγούμενα χρόνια φυτοζωούσε. Δύο γενιές μετά την εποχή του Ιουστινιανού οι κτήσεις του είχαν πλέον χαθεί, εν τούτοις η Σικελία παρέμεινε υπό βυζαντινή κυριαρχία και αποτελούσε τμήμα μιας αυτοκρατορίας στη οποία κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα.

Παράλληλα με την απειλή των Λογγοβάρδων στην Ιταλία το Βυζάντιο έχει να αντιμετωπίσει και άλλες εξωτερικές απειλές. Η Σικελία, όμως, παρέμεινε ως τα τέλη του έβδομου αιώνα αμέτοχη τέτοιων απειλών.. Είναι βέβαια ευνόητο, πως αριθμός προσφύγων προσπάθησε να καταφύγει σε ένα τέτοιο ασφαλές έδαφος. Την τελευταία αυτή πληροφορία αντλούμε αποσπασματικά μέσα από τις πηγές. Πληροφορούμαστε ότι ένα τμήμα των κατοίκων της Λακεδαίμονος, όταν ένιωσαν την απειλή των Σλάβων κατέπλευσαν στη Σικελία και ίδρυσαν εκεί την πόλη Λέμεννα. Ακόμη και ένας αυτοκράτορας κατέφυγε εκεί. Ο Κώνστας Β’ παρέμεινε στις Συρακούσες από 663 ως το 668, έτος της δολοφονίας του. Η παραμονή του εκεί θεωρείται αποφασιστικό γεγονός στη νέα φάση εξελληνισμού του νησιού.

Δείγματα του υλικού βίου του απλού λαού στο νησί δείχνουν ότι η Σικελία έχει φτάσει περί το 700 ήδη στο σημείο να αποτελεί μια κανονική ως προς τις δομές και τον τρόπο ζωής επαρχία, έτσι ώστε η ένταξη της στο σύστημα των θεμάτων να είναι δυνατή αρκετά νωρίς. Αυτό έγινε λίγο μετά τη δημιουργία του θέματος Ελλάδος αλλά αρκετά πριν από το θέμα Πελοποννήσου, που συγκροτήθηκε μετά το 783.

Η στρατιωτική δύναμη του νησιού αυξήθηκε με άνδρες που κατείχαν μικρά τμήματα γης, απαραίτητη κίνηση λόγω της γειτνίασης με τους Άραβες. Τον όγδοο αιώνα για την προστασία του νησιού και από ληστρικές επιδρομές χτίστηκαν κάστρα για τα οποία δαπανήθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά.

Την ίδια εποχή οι Βυζαντινοί απομάκρυναν τη Σικελία από την παπική επιρροή. Δεν ήταν απλά μια θρησκευτική πολιτική των εικονομάχων αυτοκρατόρων, αλλά ουσιαστικά ήταν και μια οικονομική πολιτική. Με την δικαιοδοσία του πατριάρχη πάνω στη Σικελία, το Βυζάντιο αποκτούσε ταυτόχρονα και την κυριότητα πάνω στην εκτεταμένη έγγειο ιδιοκτησία της ρωμαϊκής εκκλησίας. Στα μέσα του όγδοου αιώνα η Σικελία αποτελεί έδαφος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε λες τις εκφάνσεις.

Οι Βυζαντινοί χάνουν τη Σικελία

Τον 9ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε το θέατρο του εμφυλίου πολέμου του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β’ και του αποστάτη Θωμά. Οι πρώτες επιτυχίες των στασιαστών επέφεραν αντιδικίες στην ηγεσία τους και ο Ελπίδιος ζήτησε τη συνδρομή των Αράβων οι οποίοι αποβιβάστηκαν στη Δυτική Σικελία. Ο αποδυναμωμένος βυζαντινός στόλος που βρισκόταν στην Κρήτη λόγω απόβασης των Αράβων εκεί το 824 δε κατάφερε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Αρχικά το εκτεταμένο δίκτυο αμυντικών έργων της Σικελίας αρχικά συγκράτησε το πρώτο κύμα επιθέσεων. Ωστόσο, ήταν αδύνατη η εκτέλεση μιας ικανής αντεπίθεσης, χωρίς ενισχύσεις από την κεντρική διοίκηση. Οι Άραβες κατέκτησαν το δυτικό τμήμα του νησιού με κέντρο το Παλέρμο ως το 840 και ως το 860 κατόρθωσνα να υποτάξουν σημαντικές πόλεις της Σικελίας. Το 878 άρχισε η αραβική επέλαση στις Συρακούσες. Στις περιοχές Καλαβρία και Απουλία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανέκτησε τις δυνάμεις και εδραίωσε την εξουσία της για τα επόμενα διακόσια χρόνια.

Τελευταίες προσπάθειες για την ανακατάληψη ολόκληρης της Σικελίας είναι αυτές του Νικηφόρου Φωκά και του Γεωργίου Μανιάκη. Ο πρώτος, σε αντίθεση με την Κρήτη, στην Σικελία ηττήθηκε κατά κράτος. Ο δεύτερος σημείωσε κάποιες επιτυχίες οι οποίες, όμως, οφείλονταν και στους Νορμανδούς που πολεμούσαν στο πλευρό των Βυζαντινών. Το εγχείρημα απέτυχε από πλευράς των Βυζαντινών λόγω εσωτερικών διαφορών το 1040. Από το 1061 αρχίζει μια νέα εποχή για τη Σικελία χάρη στην αποτελεσματικότητα και την ευφυή ισορροπία δυνάμεων των Νορμανδών κατακτητών.

Η βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία

Από την εποχή που ο Θεοδόσιος είχε κληροδοτήσει στους γιους του Αρκάδιο και Ονώριο το ανατολικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας αντίστοιχα και επί όσο χρόνο τα δύο αυτά τμήματα του αρχαίου και ενιαίου ρωμαϊκού συνόλου συμβίωναν παράλληλα, έστω και υπό διαφορετικές συνθήκες, η Ανατολική Αυτοκρατορία που έχει πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη/ Νέα Ρώμη είναι φυσικό να μην αποβλέπει στην Ιταλία, μόνιμο λίκνο της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Όταν, όμως, το 476, καταλύεται η ρωμαϊκή αυτοκρατορική νομιμότητα στη Δύση με την εκθρόνιση του Ρωμύλου Αυγουστύλου, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά: ο αυτοκράτορας, που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και είναι τώρα ένας και μοναδικός, έχει χρέος και καθήκον να επαναφέρει στους κόλπους της ρωμαϊκής οικουμένης, αυτής που υπάρχει τότε και που υπακούσει στην Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, από όπου κάποτε ξεκίνησαν οι Ρωμαίοι για να κατακτήσουν τον κόσμο. Έτσι άρχισε η βυζαντινή ανάμειξη στα πράγματα της Ιταλίας.

Η βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία
Λεπτομέρεια από ψηφιδωτό με τη Προσκύνηση των Μάγων στην Αγία Μαρία του Κοσμεντίν στη Ρώμη

Η βυζαντινή ανάμειξη επί Ιουστινιανού

Αρχικά, η τακτική που ακολουθήθηκε ήταν ειρηνική: στο βάρβαρο ηγεμόνα Οδόακρο, που επιβάλλεται στην Ιταλία από το 476 και μετά, ο αυτοκράτορας Ζήνων απονέμει τα διάσημα του πατρικίου και ο Οδόακρος αναγνωρίζει την θεωρητική επικυριαρχία του αυτοκράτορα που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη. Η ίδια κατάσταση θα συνεχιστεί και επί του Οτρογότθου ηγεμόνα Θεοδώριχου που καταλύει και διαδέχεται τον Οδόακρο στην Ιταλία, μέχρι που οι συνθήκες στην Ανατολική Αυτοκρατορία να ωριμάσουν για μια ένοπλη επέμβαση στην Ιταλία. Μια πρώτη ναυτική απόβαση το 508 επί αυτοκράτορα Αναστάσιου δεν είναι παρά χλωμό προανάκρουσμα του σχεδόν εικοσάχρονου επιθετικού πολέμου που θα εξαπολύσει ο Ιουστινιανός Α’ και που θα λήξει με την πλήρη προσάρτηση της Ιταλίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η εισβολή των Λογγοβάρδων από το 568 και εξής ανατρέπει προοδευτικά όχι μόνο την εδαφική συνοχή της ιταλικής χερσονήσου, αλλά και την αντίληψη ότι η πλήρης κατοχή της Ιταλίας από τους Βυζαντινούς θα μπορούσε να είναι μόνιμη. Έπειτα από ορισμένες μάταιες προσπάθειες επαναφοράς της προηγούμενης κατάστασης στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα, οπότε το Βυζάντιο χρησιμοποιεί στρατιωτικά τους συμμάχους του Φράγκους εναντίον των Λογγοβάρδων στην Ιταλία.

Η βυζαντινή ανάμειξη κλονίζεται

Οι αυτοκράτορες Φωκάς (602-610) και Ηράκλειος (610-641), παρ΄ όλο που ανήκουν σε διαμετρικά αντίθετες κοινωνικές παρατάξεις, αναγκάζονται να παραδεχτούν με συνθήκες τη νέα κατάσταση: οι βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία περιορίζονται στα εξής -πέρα από τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία- σε μια σχετικά στενή λωρίδα γης από τη Ραβένα στη Ρώμη, το γνωστό εξαρχάτο της Ιταλίας ή εξαρχάτο της Ραβένας. Εξάλλου, ως το πρώτο μισό του 7ου αιώνα, ολόκληρη η πρώην αιρετική, αρειανική Δύση θα έχει προσέλθει στην Ορθοδοξία με πρωτοβουλίες των διαδοχικών παπών Ρώμης, άρα δεν υπάρχει πια, επίσημα τουλάχιστον, ανάγκη για μια βυζαντινή ένοπλη επέμβαση στη Δύση ανάλογη της ιουστινιάνειας εποχής.

Από τον Ηράκλειο και εξής οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες του 7ου αιώνα θα υποχρεωθούν να συνειδητοποιήσουν ότι διατήρηση του ελέγχου τους στις βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία απαιτεί καλές σχέσεις με τον πάπα Ρώμης, που αναδεικνύεται βαθμιαία σε δύναμη με μεγάλη επιρροή στη Δύση. Τα πράγματα αρχίζουν έτσι να αντιστρέφονται: ένας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης που αποκλίνει προς δοξασίες τις οποίες η Ρώμη θεωρεί αιρετικές θα αντιμετωπίσει μοιραίως ανυπακοή, ανταρσίες στην Ιταλία και γενικά, την εχθρότητα της δυτικής Εκκλησίας, όπου η παπική επιρροή κερδίζει έδαφος. Γι΄ αυτό και ναυαγεί η ένοπλη πεντάχρονη επέμβαση που επιχειρεί προσωπικά για να υποτάξει την Ιταλία ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ που θεωρείται αιρετικός.

Η μεγάλη κρίση εκδηλώνεται κατά την πρώτη περίοδο της Εικονομαχίας (727-775). Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες Λέων Γ’ και Κωνσταντίνος Ε’ βλέπουν τις υ=ιταλικές κτήσεις να εξεγείρονται, το εξαρχάτο της Ραβένας να υποκύπτει στους Λογγοβάρδους και τους πάπες Ρώμης να προσφεύγουν στους ορθόδοξους Φράγκους που, νικώντας τους Λογγοβάρδους, παραχωρούν τα εδάφη του βυζαντινού εξαρχάτου στους πάπες, και έτσι, ιδρύεται το παπικό κοσμικό κράτος. Οι βυζαντινές κτήσεις στη Ιταλία απειλούνται με μαρασμό, καθώς μάλιστα η αραβική απειλή στη Μεσόγειο γίνεται όλο και πιο αισθητή.

Η δε παποσύνη χαλκεύει τότε περίπου το περίφημο πλαστό έγγραφο που αποκαλείται Κωνσταντίνεια Δωρεά, σύμφωνα με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος αναχωρώντας οριστικά για την Κωνσταντινούπολη άφησε τη Ρώμη, την Ιταλία και ολόκληρη τη Δύση στην πνευματική και εμπράγματη εξουσία του πάπα Ρώμης. Αν αληθεύουν όλα αυτά τότε ο πάπας μπορεί να προχωρήσει και στο επόμενο βήμα, που είναι η στέψη του αυτοκράτορα στη Δύση, εφόσον οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης δεν νομιμοποιούνται να επέμβουν στη Δύση.

Τα Χριστούγεννα του 800 ο Καρλομάγνος στέφεται από τον πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρώμη αυτοκράτορας της Δύσης και από τότε η Ιταλία αρχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού των δύο μεσαιωνικών αυτοκρατοριών: της Βυζαντινής, που είναι υποχρεωμένη από τα πράγματα να υποχωρεί στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, και της Δυτικής, που έλκει τη νομιμότητα της από την αυτοκρατορική στέψη που γίνεται αποκλειστικά στην Ιταλία.

Ωστόσο, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που αρχίζει να αναζωογονείται και πάλι κοινωνικά, παρατηρείται μια γενική τάση εδαφικής εξάπλωσης που δεν μπορεί, παρά να συμπεριλάβει στις ορέξεις της και την Ιταλία. Φορέας της γενικής αυτής τάσης είναι, κυρίαρχα, η νένα σφριγηλή αριστοκρατία της γης που, εφόσον οι διαδοχικοί αυτοκράτορες συμμορφώνονται ρεαλιστικά με την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων στρέφονται στην πνευματική ηγεσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και μαζί πατριάρχης και στρατιωτική αριστοκρατία της γης ωθούν τα πράγματα προς ρήξη με τη Ρώμη, κάτι που θα συμβεί επί πάπα Νικολάου Α’ και πατριάρχη Φωτίου (858-867 και οι δύο) και μπορεί να αποτελέσει προανάκρουσμα γενικής ρήξης με τη Δύση. Έτσι, η τάση αυτή ανατρέπεται με δυναμικό τρόπο από τον Βασίλειο το Μακεδόνα, που ερχόμενος στο θρόνο δεν εγκαθιδρύσει απλά μια δυναστεία, αλλά εγκαινιάζει μια πολιτική μακρόπνοης συνεννόησης με τη Δύση που διαρκεί όσον καιρό η ένδοξη Μακεδονική Δυναστεία βρίσκεται στην εξουσία, δηλαδή ως τα μέσα του 11ου αιώνα.

Η νέα ισορροπία των Μακεδόνων αυτοκρατόρων έχει κι αυτή επίκεντρο την Ιταλία και αποτελεί έναν πολύπλοκο συμβιβασμό πραγματικών προϋποθέσεων και συνέχειας της αρχαίας παράδοσης, ρεαλισμού και πολιτικής ιδεολογίας: η πρώτη προϋπόθεση είναι η αποκατάσταση των καλών σχέσεων με τον πάπα Ρώμης και η παροχή σε αυτόν και στο Δυτικό αυτοκράτορα στρατιωτικής και ναυτικής συνδρομής για την απόκρουση των Αράβων από τη Νότια Ιταλία από το 869 και εξής. Ο βυζαντινός στόλος σταθεροποιεί τις βυζαντινές ιταλικές κτήσεις και ακόμη, πολύ περισσότερο, καταργεί στην πράξη -και με την έγκριση του πάπα- τις διατάξεις της Κωνσταντίνειας Δωρεάς που απαγόρευε κάθε βυζαντινή ένοπλη επέμβαση στη Δύση. Στο εξής, η βυζαντινή κατοχή στη Νότια Ιταλία θα είναι πολιτικά και ιδεολογικά κατοχυρωμένη και αυτό θα διαρκέσει ως τη νέα και οριστική ρήξη Κωνσταντινούπολης και Ρώμης το 1054, που συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την πτώση της Μακεδονικής Δυναστείας.

Η δυτική πολιτική των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής Δυναστείας μπορεί να εξασφάλισε μια νέα και ιδεολογικά κατοχυρωμένη επάνοδο της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στη Δύση και μια έστω και περιορισμένη οικουμενικότητα, σε σύγκριση με την παλιά οικουμενικότητα της εποχής του Ιουστινιανού. Ωστόσο, η αυτοκρατορική στέψη του Όθωνα Α’ (936-973) που γίνεται στη Ρώμη το 962 με βυζαντινή σιωπηρή ανοχή, απελευθερώνει μέσα στη βυζαντινή κοινωνία δυνάμεις που θεωρούν προδοσία τη ασκούμενη πολιτική της προσάρτησης ολόκληρης της οικουμένης στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Ο επικεφαλής της στρατιωτικής αριστοκρατίας Νικηφόρος Β’ Φωκάς θεωρεί ότι μπορεί να επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο την ιουστινιάνεια πολιτική της προσάρτησης ολόκληρης της οικουμένης στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, διακόπτει τη δυναστική συνέχεια των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων, καταργεί την πολιτική συνεννόησης με τη Δύση και προχωρά σε μια σειρά στρατιωτικών παρεμβάσεων στην περιοχή της Ιταλίας, οι οποίες όμως τον οδηγούν σε ήττες. Οι ήττες αυτές προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια του λαού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής που διαδέχεται το Νικηφόρο Φωκά δολοφονώντας τον το 969, αποκαθιστά τη δυτική πολιτική της Μακεδονικής Δυναστείας και με μεσολάβηση του πρίγκιπα της Κάπουας, επανέρχονται οι φιλικές σχέσεις με τη γερμανική αυτοκρατορία που θα διατηρηθούν, με μικρά διαλείμματα, ως τον 11 αιώνα. Η μακρόχρονη βασιλεία του Βασίλειου Β’ είναι μια εποχή άνθησης και επέκτασης της Βυζαντινής Ιταλίας.

Το τέλος της Βυζαντινής ανάμειξης στην Ιταλία

Η θρησκευτική ρήξη ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία με το Σχίσμα του 1054, η παποσύνη θα ενισχύσει με όλες τις δυνάμεις της κάθε προσπάθεια για να καταλυθεί η βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία. Το τελικό της όπλο ήταν οι Νορμανδοί. Το 1072, οπότε παράλληλα με την καταστροφή του Ματζικέρτ, έπεφτε στα χέρια τους η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Ιταλίας Μπάρι, είναι το έτος που σηματοδοτεί το οριστικό τέλος για κάθε βυζαντινή ανάμειξη στην Ιταλία και κάθε εμπράγματη βυζαντινή οικουμενικότητα.

Προσωπικότητες του Βυζαντίου (6ος-11ος αιώνας)

Η Βυζαντινή Ιστορία καλύπτει πάνω από 1100 χρόνια. Πολλές προσωπικότητες πέρασαν από διάφορα ανώτερα αξιώματα κατά τη διάρκεια αυτών των 11 αιώνων. Σε αυτό το άρθρο θα μας απασχολήσουν μερικές από αυτές τις προσωπικότητες, οι οποίες έδρασαν τους πρώτους αιώνες της ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και συνέδεσαν το όνομα τους με την Βυζαντινή Ιταλία.

Προσωπικότητες του Βυζαντίου
Ο ναός της Santa Domenica di Castiglione κοντά στο Τσαρμίνο, χτισμένος από σκούρο ηφαιστειογενές πέτρωμα της Αίτνας, ανήκει στις λίγες εκκλησίες της Σικελίας που ανάγονται στην εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας στο νησί (6ος-10ος αιώνας)

Προσωπικότητες του Βυζαντίου

Ιουστινιανός (482-565)

Ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου (527-565), ανιψιός του προκατόχου του Ιουστίνου Α’, γεννημένος στο Ταυρίσιο στην περιοχή της Ναϊσσού. Σημαντική στιγμή της βασιλείας του υπήρξε η κατάληψη της Ιταλίας και η κατάλυση του κράτους των Οστρογότθων το 554 και η επέκταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία επί των ημερών του έφτασε στο απόγειο της δύναμης της. Η πρώτη φάση του γοτθικού πολέμου (535-540) τελειώνει με τη θριαμβευτική πτώση της Ραβένας το Μάιο του 540 από τον Βελισάριο, ενώ είχαν προηγηθεί επιχειρήσεις σε όλη την Ιταλία. Το διάστημα 542-552 αναζωπυρώνεται ο γοτθικός πόλεμος στην Ιταλία, μετά τις επιτυχίες του βασιλιά των Γότθων Τωτίλα, ο οποίος κατέλαβε σχεδόν ολόκληρη την Ιταλία και τη Ρώμη τον Ιανουάριο του 550. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε τότε την αρχηγία του στρατού εναντίον των Γότθων στον ευνούχο στρατηγό Ναρσή, ο οποίος κατάφερε έπειτα από σειρά σημαντικών νικών να καταλύσει οριστικά το γοτθικό βασίλειο στην Ιταλία το 552. Από το σημείο αυτό αποκαθίσταται η βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία, από τις Άλπεις μέχρι το στενό της Μεσσήνης, με ουσιαστικό πολιτικό διοικητή το Ναρσή, ενώ κατά την περίοδο αυτή έχουμε και τις σημαντικότερες αλληλεπιδράσεις στα γράμματα και τις τέχνες, ανάμεσα στο Βυζάντιο και το λατινικό κόσμο.

Βελισάριος (505-565)

Στρατηγός του Βυζαντίου, καταγόμενος από τη Θράκη, ένας από τους πλέον σημαντικότερους στρατηγούς στην ιστορία της Αυτοκρατορίας. Τα κατορθώματα του και η λαμπερή του προσωπικότητα άφησαν εποχή και τον έκαναν πρόσωπο σχεδόν μυθικό. Ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και εντυπωσιακός στην εμφάνιση. Ξεκίνησε ως αξιωματικός της ανακτορικής φρουράς και διορίστηκε από τον Ιουστινιανό ως μέλος της προσωπικής του φρουράς. Παντρεύτηκε τη φίλη της Θεοδώρας, Αντωνίνα, και σε νεαρή ηλικία έγινε στρατηλάτης της Ανατολής (529). Πολέμησε εναντίον των Περσών για 30 χρόνια, ανέκτησε την Αφρική, κατέκτησε την Καρχηδόνα και γνώρισε τον ιταλικό θρίαμβο καταλύοντας το κράτος των Οστρογότθων σε όλη την Ιταλία το 540. Στην Ιταλία έφτασε την άνοιξη του 535, κατέλαβε τη Σικελία, στη συνέχεια στη Νεάπολη και το χειμώνα του 538 τη Ρώμη. Ακολούθησε η μεγάλη νίκη στη Ραβένα το Μάιο του 540, γεγονός που σφράγισε την πρώτη νικηφόρα για τους Βυζαντινούς περίοδο των γοτθικών πολέμων στην Ιταλία. Κοντά στον Βελισάριο, έζησε ως γραμματέας ο ιστορικός Προκόπιος, το έργο του οποίου είναι η βασικότερη πηγή για την περίοδο αυτή.

Γρηγόριος Α’ ο Μέγας (540-604)

Άγιος της Καθολικής Εκκλησίας, γεννημένος στη Ρώμη. Ασπάστηκε το μοναχικό βίο, ίδρυσε μοναστήρια στη Σικελία και στη Ρώμη, στα οποία διέμενε και ο ίδιος ζώντας ασκητικά. Χειροτονήθηκε διάκονος το 577 από τον πάπα Βενέδικτο Α’ και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως πρεσβευτής στην αυλή του αυτοκράτορα Τιβερίου. Το 584 επανήλθε στη Ρώμη και μετά το θάνατο του πάπα Πελαγίου εξελέγη πάπας το 590. Διακρίθηκε για το χαρακτήρα του, την ευσέβεια του και τα πολλά έργα του. Προσπάθησε συστηματικά να εκχριστιανίσει τους Λογγοβάρδους, που ήταν ειδωλολάτρες, και εργάστηκε για τη διάδοση του μοναχισμού στην Ευρώπη. Πίστευε στα πρωτεία του πάπα, και ήταν από τους βασικούς θεμελιωτές των παπικών αξιώσεων της κοσμικής εξουσίας. Αντιτάχθηκε στον όρο «οικουμενικός» που έλαβε ο Πατριάρχης Ιωάννης Δ’ ο Νηστευτής από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 587. Ο Γρηγόριος εργάστηκε όσο κανείς για την εκκλησία, αφιερώθηκε στην προάσπιση του χριστιανισμού και των πιστών στην Ιταλία, σε μια εποχή που η περιοχή αυτή ήταν το θέατρο των συγκρούσεων. μεταξύ Γότθων και Βυζαντινών, έλαβε τον τίτλο του Μεγάλου και ανακηρύχθηκε Άγιος. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαρτίου.

Λουδοβίκος Β’ ο Ιταλικός (822-875)

Βασιλιάς της Ιταλίας (840-850) και αργότερα αυτοκράτορας (850-875), γιος του αυτοκράτορα Λοθαρίου Α’. Στέφθηκε βασιλιάς της Ιταλίας από τον πάπα Σέργιο Β’ το 840 και το 850 στέφθηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη από τον πάπα Λέοντα Δ’, ενώ το ίδιο έτος παντρεύτηκε την εξαδέλφη του, κόρη του βασιλιά Λουδοβίκου του Γερμανικού. Ο Λουδοβίκος προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον αραβικό κίνδυνο. Οι Άραβες είχαν καταλάβει τον Τάραντα και το Μπάρι το 841 και απειλούσαν τη Ρώμη και ο Λουδοβίκος, αφού κατέλαβε το Μπενεβέντο το 849, αντιστάθηκε στους Άραβες, περιμένοντας και τη βοήθεια των Βυζαντινών, των οποίων οι κτήσεις στην Ιταλία απειλούνταν εξ ίσου από τους Άραβες. Το 867 ο Λουδοβίκος με τη βοήθεια του πάπα Αδριανού Β’ συμμάχησε με το Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Α’ και από κοινού πλέον οι βυζαντινές και δυτικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το Μπάρι το 871, το οποίο περιήλθε στην κυριαρχία του Λουδοβίκου. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί ήλθαν σε ρήξη μαζί του εξαιτίας του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των περιοχών αυτών και εν τέλει κατάφεραν και τον απομάκρυναν από το Μπάρι και τη Νότια Ιταλία, γεγονός που οδήγησε στην αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλία.

Βασίλειος Α’ ο Μακεδών (825/835-886)

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (867-886), ιδρυτής της σημαντικότερης ίσως βυζαντινής δυναστείας. Ο Βασίλειος προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Σαρακηνούς συμμάχησε με τον ηγεμόνα των Φράγκων Λουδοβίκο Β’, ώστε οι δύο βασιλείς να αναλάβουν συνδυασμένη δράση. Όμως οι συνομιλίες απέτυχαν και το 870 οι Άραβες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την κατάληψη της Σικελίας και της Μάλτας, σπουδαιότατης ναυτικής βάσης. Μετά τη ρήξη στις σχέσεις του με το Λουδοβίκο ο Βασίλειος στηρίχθηκε στον Λογγοβάρδο ηγεμόνα του Μπενεβέντο, για να προωθήσει τα σχέδια του στην Κάτω Ιταλία. Πράγματι το Μπάρι (876) και το Οτράντο (880), σημαντικότατες πόλεις και λιμάνια. παραδόθηκαν στο Βυζαντινό στρατηγό Νικηφόρο Φωκά τον Πρεσβύτερο, άλλες βυζαντινές πόλεις αναγνώρισαν τη βυζαντινή επικυριαρχία και ο Βασίλειος οργάνωσε την άμυνα της περιοχής ιδρύοντας τα θέματα της Λογγοβαρδίας και της Καλαβρίας. Ο στρατηγός του θέματος της Λογγοβαρδίας συγκέντρωνε στο πρόσωπο του σημαντική εξουσία. Εξασκούσε χρέη αντιβασιλέα στο θέμα της Καλαβρίας και στα υπόλοιπα ιταλικά πριγκιπάτα, που ήταν υποτελή στο Βυζάντιο. Μόνο η απώλεια των Συρακουσών, με την οποία ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Σικελίας, ήταν αρνητικό σημείο σε όλη αυτή τη βυζαντινή προσπάθεια, αλλά η παρουσία των Βυζαντινών σε ιταλικό έδαφος ύστερα από πολλά χρόνια ήταν σημάδι της αναγέννησης του στρατιωτικού μηχανισμού του κράτους. Ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας πέθανε το 886, ύστερα από ένα θανάσιμο ατύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια κυνηγιού.

Ροβέρτος Γυισκάρδος (1015-1085)

Κόμης και δούκας της Απουλίας, της Καλαβρίας και της Σικελίας (1059-1085). Γιος του Ταγκρέδου της Οτβίλ, κατέλαβε την Καλαβρία και νίκησε τα στρατεύματα του πάπα Λέοντα Θ’ το 1053. Κατάφερε να εκδιώξει τους Βυζαντινούς από τη Νότια Ιταλία και κατέλαβε τη Σικελία από τους Σαρακηνούς. Λόγω των επιδρομών του στα παπικά εδάφη αφορίστηκε το 1075 από τον πάπα Γρηγόριο Ζ’, αλλά τελικώς δέχθηκε να θεωρηθεί υποτελής της Αγίας Έδρας το 1080. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος ουσιαστικά κατάφερε να ενώσει την Ιταλία και μέσα σε 12 χρόνια να καταλύσει την ελληνική εξουσία στις ιταλικές περιοχές, κατά το διάστημα 1060-1072. Εξεστράτευσε εναντίον της Ιλλυρίας to 1081 με την ελπίδα να κατακτήσει τελικώς την Κωνσταντινούπολη, νίκησε το στρατό του Αλέξιου Κομνηνού στο Δυρράχιο το 1082. Υποχρεώθηκε, όμως, να επιστρέψει στην Ιταλία όπου ο Ερρίκος Δ’ πολιορκούσε τον Γρηγόριο στο Σαιντ-Άντζελο. Ο Ροβέρτος απελευθέρωσε τον πάπα, αλλά τα στρατεύματα του κατέλαβαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη αναγκάζοντας τον Γρηγόριο να καταφύγει στο Σαλέρνο, όπου και πέθανε το 1085. Ο Ροβέρτος πέθανε κατά την πολιορκία της Κεφαλλονιάς τον Ιούλιο του 1085.

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Ο Γεώργιος Φραντζής (1401-1480)

Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1401μ.Χ. επί της βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου, του Μαμωνά, γιου του μεγάλου Δούκα του Μαμωνά, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας.

Ο Γεώργιος Φραντζής
Ο Γεώργιος Φραντζής

Σε ηλικία δεκαεξίμισι ετών προσλήφθηκε από το βασιλιά Μανουήλ για να μορφωθεί στο Κελί του. Ο Μανουήλ τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την πίστη, την αφοσίωση και την εξυπνάδα του, τον χρησιμοποιούσε σε εμπιστευτικές υποθέσεις και τέλος τον έστειλε δυο φορές πρέσβη στο σουλτάνο Μουράτ.

Η μεγάλη οικειότητα του βασιλιά απέναντι του φαίνεται από το γεγονός ότι του ανέθεσε να γράψει ο ίδιος τη διαθήκη του, με την οποία τον όριζε, μαζί με άλλους δύο, επίτροπο της τελευταίας θέλησης του, και έκανε ιδιαίτερη σύσταση στο γιο και διάδοχο του  Ιωάννη να τον έχει πάντα μαζί του, να τον θεωρεί σαν έναν από τους πιστότερους ανθρώπους του και να του δώσει προαγωγή.

Ο Γεώργιος Φραντζής είχε από παιδί μεγάλη φιλία με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο. Ο τελευταίος ζήτησε από τον αδελφό του Ιωάννη να τον έχει στην υπηρεσία του όταν εκείνος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Μανουήλ. Ο Ιωάννης, όμως, έχοντας υπόψιν την πατρική εντολή, δεν ήθελε να του τον δώσει. Με τη μεσολάβηση και τη συγκατάθεση της βασιλομήτορος Ελένης Δραγάτση, επέτρεψε να συνοδεύσει ο Γεώργιος Φραντζής τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όπου πήγαινε να αναλάβει την ηγεμονία αυτής της περιοχής.

Από τότε ο Κωνσταντίνος τον έπαιρνε πάντα μαζί του, τον αγαπούσε, του εμπιστευόταν τα ιδιαίτερα μυστικά του, του ανέθετε διάφορες διπλωματικές αποστολές και τον είχε μυστικοσύμβουλο του. Ο Φραντζής ήταν αχώριστος σύντροφος του μέχρι το τέλος και παρευρέθηκε στην κηδεία του. Τον έσωσε μάλιστα έξω από την Πάτρα, σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της, που τότε βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός αρχιερέα, όταν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ήταν τόσο στενοί φίλοι, ώστε ο Κωνσταντίνος τον στεφάνωσε και του βάφτισε όλα του τα παιδιά.

Ο Φραντζής είχε πάρει το αξίωμα του Πρωτοβεστιάριου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ λίγες μέρες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης τον ονόμασε Μεγάλο Λογοθέτη.

Τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρη η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν στην Άλωση της Βασιλεύουσας. Ο σουλτάνος αγόρασε από τον αρχιιπποκόμο του τα παιδιά του Φραντζή, που ήταν πολύ όμορφα, με σκοπό να ατιμάσει το μεγαλύτερο γιο του, που ήταν δεκαπέντε χρόνων. Επειδή, όμως, το αγόρι δεν υπέκυψε στις επιθυμίες του, το έσφαξε. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και πήγε στην Πελοπόννησο, στον αδελφό του Αυτοκράτορα Δημήτριο, που ήταν ηγεμόνας της Σπάρτης και ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ, μέχρι που κατάφερε τελικά να εξαγοράσει τη σύζυγό του.

Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να συμφιλιώσει τους αδελφούς του αυτοκράτορα Δημήτριο (ηγεμόνα της Σπάρτης)και Θωμά (ηγεμόνα της Πάτρας), για τη σωτηρία τουλάχιστον της Πελοποννήσου, την οποία απειλούσαν οι Τούρκοι εξαιτίας των διχονοιών και των εμφυλίων πολέμων αίτιοι των οποίων ήταν -κατά τον Φραντζή- οι Αλβανοί της Πελοποννήσου και ο Ματθαίος Ασάν.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη. locked0