Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Ο Γεώργιος Φραντζής (1401-1480)

Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1401μ.Χ. επί της βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου, του Μαμωνά, γιου του μεγάλου Δούκα του Μαμωνά, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας.

Ο Γεώργιος Φραντζής
Ο Γεώργιος Φραντζής

Σε ηλικία δεκαεξίμισι ετών προσλήφθηκε από το βασιλιά Μανουήλ για να μορφωθεί στο Κελί του. Ο Μανουήλ τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την πίστη, την αφοσίωση και την εξυπνάδα του, τον χρησιμοποιούσε σε εμπιστευτικές υποθέσεις και τέλος τον έστειλε δυο φορές πρέσβη στο σουλτάνο Μουράτ.

Η μεγάλη οικειότητα του βασιλιά απέναντι του φαίνεται από το γεγονός ότι του ανέθεσε να γράψει ο ίδιος τη διαθήκη του, με την οποία τον όριζε, μαζί με άλλους δύο, επίτροπο της τελευταίας θέλησης του, και έκανε ιδιαίτερη σύσταση στο γιο και διάδοχο του  Ιωάννη να τον έχει πάντα μαζί του, να τον θεωρεί σαν έναν από τους πιστότερους ανθρώπους του και να του δώσει προαγωγή.

Ο Γεώργιος Φραντζής είχε από παιδί μεγάλη φιλία με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο. Ο τελευταίος ζήτησε από τον αδελφό του Ιωάννη να τον έχει στην υπηρεσία του όταν εκείνος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Μανουήλ. Ο Ιωάννης, όμως, έχοντας υπόψιν την πατρική εντολή, δεν ήθελε να του τον δώσει. Με τη μεσολάβηση και τη συγκατάθεση της βασιλομήτορος Ελένης Δραγάτση, επέτρεψε να συνοδεύσει ο Γεώργιος Φραντζής τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όπου πήγαινε να αναλάβει την ηγεμονία αυτής της περιοχής.

Από τότε ο Κωνσταντίνος τον έπαιρνε πάντα μαζί του, τον αγαπούσε, του εμπιστευόταν τα ιδιαίτερα μυστικά του, του ανέθετε διάφορες διπλωματικές αποστολές και τον είχε μυστικοσύμβουλο του. Ο Φραντζής ήταν αχώριστος σύντροφος του μέχρι το τέλος και παρευρέθηκε στην κηδεία του. Τον έσωσε μάλιστα έξω από την Πάτρα, σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της, που τότε βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός αρχιερέα, όταν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ήταν τόσο στενοί φίλοι, ώστε ο Κωνσταντίνος τον στεφάνωσε και του βάφτισε όλα του τα παιδιά.

Ο Φραντζής είχε πάρει το αξίωμα του Πρωτοβεστιάριου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ λίγες μέρες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης τον ονόμασε Μεγάλο Λογοθέτη.

Τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρη η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν στην Άλωση της Βασιλεύουσας. Ο σουλτάνος αγόρασε από τον αρχιιπποκόμο του τα παιδιά του Φραντζή, που ήταν πολύ όμορφα, με σκοπό να ατιμάσει το μεγαλύτερο γιο του, που ήταν δεκαπέντε χρόνων. Επειδή, όμως, το αγόρι δεν υπέκυψε στις επιθυμίες του, το έσφαξε. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και πήγε στην Πελοπόννησο, στον αδελφό του Αυτοκράτορα Δημήτριο, που ήταν ηγεμόνας της Σπάρτης και ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ, μέχρι που κατάφερε τελικά να εξαγοράσει τη σύζυγό του.

Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να συμφιλιώσει τους αδελφούς του αυτοκράτορα Δημήτριο (ηγεμόνα της Σπάρτης)και Θωμά (ηγεμόνα της Πάτρας), για τη σωτηρία τουλάχιστον της Πελοποννήσου, την οποία απειλούσαν οι Τούρκοι εξαιτίας των διχονοιών και των εμφυλίων πολέμων αίτιοι των οποίων ήταν -κατά τον Φραντζή- οι Αλβανοί της Πελοποννήσου και ο Ματθαίος Ασάν.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη. locked0

Harald Handraada, ο «Τελευταίος Βίκινγκ»

Ο πιο διάσημος Σκανδιναυός όλων των εποχών, είναι ο Harald Handraada (1015-1066), του οποίου η ζωή λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί έπος. Γεννημένος στα τέλη του 1015 στο Ringerike της Νορβηγίας, ο νεαρός Harald έδειξε από νωρίς τις εκπληκτικές ηγετικές και στρατιωτικές του δυνατότητες. Με ύψος περ 2.05μ και «δύναμη αρκούδας» ο νεαρότατος (μόλις 15 ετών) Harald συμμετείχε με 600 άνδρες από τα Upplands στο πλευρό του αδερφού του Όλαφ του «Αγίου» στη φοβερή μάχη του Stiklesand, εναντίον των Δανών το 1030. Ο Όλαφ σκοτώθηκε, οι Νορβηγοί ηττήθηκαν, αλλά ο Harald κατόρθωσε να διαφύγει παρ’ ότι βαριά τραυματισμένος.

Harald Handraada
Harald Handraada

Ο Harald Handraada έμεινε στη Σουηδία για ένα έτος, και αφού ανάρρωσε, έφυγε για την Ανατολή, και συγκεκριμένα για το Κίεβο, όπου ο ηγεμόνας του, Jaroslav ο «Σοφός» τον υποδέχτηκε θερμά, αφού είχε ανάγκη τέτοιους μαχητές. Τρία χρόνια πέρασαν (1031-1034) όπου ο Harald και μερικές εκατοντάδες σύντροφοι του, συμμετείχαν σε εκστρατείες απίστευτης βιαιότητας, εναντίον των θηριωδών Πετσενέγγων, των φιλόδοξων Πολωνών, των κανίβαλλων Mari των Ουραλίων, των «σκοτεινών» Tsounda στη δασώδη Εσθονία και των υπολειμμάτων των Χαζάρων στον Κάτω Βόλγα.

Όλα αυτά όμως, ήταν «λίγα» για την άκρατη φιλοδοξία του Harald Handraada, που έφυγε από το Κίεβο (παρ’ ότι κράτησε επαφές με τον Jaroslav) και πήγε, στον προορισμό όλων των αξιοπρεπών Σκανδιναυών, την «Miklaagard», την «Ουράνια Πόλη», την Κωνσταντινούπολη. Πράγματι, το 1034, ο Harald με 500 άνδρες του κατατάχθηκε στην θρυλική Φρουρά των Βαράγγων, και από τότε η θυελλώδης καριέρα του θα τιναχθεί στα ύψη. Ευθύς συμμετείχε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των Αράβων πειρατών στο Αιγαίο, σε ναυμαχίες έξω από τη Σάμο (1034/5), Δωδεκάνησα, ανοιχτά της Κρήτης (άνοιξη 1035) πετυχαίνοντας περίλαμπρες νίκες. Το καλοκαίρι του 1035 ο Harald και 3.000 Βαράγγοι συμμετείχαν στην Αυτοκρατορική αντεπίθεση στην Συρία που ακολούθησε την κατάληψη της Έδεσσας (Harran, 1032) από τον μυθικό Γεώργιο Μανιάκη. Οι Βαράγγοι, μαζί με Ρωσικές μονάδες απέδωσαν εκπληκτικά καταλαμβάνοντας 80 οχυρά (Ένας υπασπιστής του Harald, ονόματι Ove, άνοιξε στα δυο έναν Άραβα πρωταθλητή με ένα μόνο χτύπημα του τσεκουριού του). Το 1036 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου της Αιγύπτου με την οποία θα ανακατασκευαζόταν ο Ναός της Αναστάσεως που είχε καταστραφεί το 1002 από τον Σουλτάνο Al-Hakeem. Τους Έλληνες μηχανικούς που στάλθηκαν στην Ιερουσαλήμ για το εγχείρημα τους συνόδεψε απόσπασμα Βαράγγων υπό τον Harald «που πήγε σε μακρινούς τόπους, πολεμώντας παράξενους ανθρώπους» (Βεδουίνους).

Tο 1037 ήταν πάλι στην Κωνσταντινούπολη μόνο και μόνο για να σταλεί με 20.000 συντρόφους του, Ρώσους, και Θεματικούς στρατιώτες από τη Μακεδονία και Θράκη στη Σικελία, υπό τις διαταγές του μυθικού Γεωργίου Μανιάκη και του δαιμόνιου Κατακαλών Κεκαυμένου. Συμμετείχε στις «θηριώδεις» νίκες του Trapani (1038), Rametta (1040) εξοντώνοντας χιλιάδες Μουσουλμάνους της Σικελίας και κυριεύοντας «αμέτρητα» οχυρά. Περιττό δε να ειπωθεί, ότι ο Νορβηγός πολέμαρχος είχε αρχίζει να συσσωρεύει τεράστια περιουσία, είτε από τους παχυλούς μισθούς της Φρουράς, είτε κυρίως από τα λάφυρα από τις ατελείωτες εκστρατείες του.

Το 1040 ανακαλείται επειγόντως στα Βαλκάνια, όπου μόλις είχε σημειωθεί η μαζική Βουλγαρική εξέγερση του Πέτρου Deljan, και απειλούνταν η Θεσσαλονίκη. Μαζί με τον Αυτοκρατορικό στρατό, ο Harald Handraada με τους άνδρες του συμμετείχαν σε λυσσώδεις μάχες στη Μακεδονία, στην Θράκη, και ειδικά έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου οι Βούλγαροι συνετρίβησαν (26 Οκτωβρίου 1040). Με ηγέτη τον σχεδόν ανάπηρο (λόγω ποδάγρας) Μιχαήλ Δ’ τον Παφλαγόνα, που έδινε εντολές από φορείο, 50.000 Αυτοκρατορικοί εισήλθαν στην Βουλγαρία όπου την πέρασαν «δια πυρός και σιδήρου». Οι σφαγές και εμπρησμοί Βουλγαρικών οικισμών ήταν τόσες πολλές, ώστε ο Harald, μαζί με το αξίωμα του Πρωτοσπαθάριου (Καλοκαίρι 1041) πήρε και το προσωνύμιο του «Borgara Brennir» (Ο Βουλγαροκαύστης). Αυτή η εκστρατεία ήταν η τελευταία από τις συνολικά 18 στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας.

Ήδη από το 1042, ο Harald, που είχε αποκομίσει αμύθητη περιουσία, ένοιωθε ότι έπρεπε να γυρίσει στην Νορβηγία και να καταλάβει τον Θρόνο της. Ζήτησε άδεια από τον νέο Αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο να επισκευθεί την πατρίδα του, που όμως απορρίφθηκε. Έτσι ένα παγωμένο βράδυ της 23 Νοεμβρίου 1043 ο Harald και 70 σύντροφοί του με δυο μικρούς Δρόμωνες το έσκασαν από την Πρωτεύουσα, μεταφέροντας σε συσκευασμένα κιβώτια όλη την περιουσία του Harald (ένα μέρος της βρισκόταν ήδη στο Κίεβο) που υπολογίζεται σε 120 κεντηνάρια χρυσού (280.000 χρυσά νομίσματα, τιμαλφή, όπλα και πολύτιμα υφάσματα). Σε κάθε περίπτωση, ο Harald έμεινε για λίγο στο Κίεβο, παντρεύτηκε την κόρη του Jaroslav, Εlisabeta και με πολλές προφυλάξεις, οδήγησε τους άνδρες του, την σύζυγό του και φυσικά το χρυσό στην Νορβηγία, όπου έφτασε τον Ιούλιο του 1044.

Τελικά, το 1047 ο Harald Handraada έγινε Βασιλιάς της Νορβηγίας. Κάτω από την ηγεσία του, η χώρα έζησε μεγάλη ακμή, ενώ ο Χριστιανισμός εξαπλωνόταν ραγδαία στη χώρα. Ο Harald ίδρυσε το Όσλο (1051) και πολλά φρούρια-οικισμούς, μέχρι σχεδόν τον Αρκτικό Κύκλο. Ο ανήσυχος όμως Νορβηγός γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με τους συνήθεις ύποπτους, Δανούς, οι οποίοι υπό την ηγεσία του Swein Α’ δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι την αύξηση της Νορβηγικής δυνάμεως. Ο Harald είχε καταντήσει τόσο μυστικοπαθής σε ό,τι αφορούσε υποθέσεις του κράτους του, ώστε πολλές φορές σε συμβούλια με τους άρχοντες του μιλούσε στα Ελληνικά για τον φόβο ύπαρξης Δανών κατασκόπων. Οι συνεχείς πόλεμοι με τη Δανία όμως, εξάντλησαν την τεράστια περιουσία του, και σύντομα άρχιζε να προσανατολίζεται σε μια μεγάλη, μαζική επίθεση στην Σαξονική Αγγλία, που τότε βρισκόταν σε πολιτική αναταραχή.

Πράγματι, ενθαρρυμένος και από τον Tostig, αδελφό του Αγγλοσάξονα Βασιλιά Harold, o Handraada αποφάσισε να ρισκάρει αποβιβαζόμενος με 12.000 άνδρες και 280 σκάφη στο Tynemouth, στις ανατολικές ακτές της Αγγλίας, στις 8 Σεπτεμβρίου 1066. Μετά από μια πρώτη νίκη στο Fufold εναντίον 5.000 Αγγλοσαξόνων υπό τους Κομήτες Edwin και Morkar, οι Νορβηγοί υπέστησαν αφνιδιαστική επίθεση στο Stamford Bridge στις 25 Σεπτεμβρίου, από 10.000 άνδρες του ίδιου του Αγγλοσάξονα Βασιλιά, που είχαν διανύσει 310 χλμ μέσα σε μόλις 4 μέρες, πιάνοντας τελείως απροετοίμαστους τους Νορβηγούς. Παρ’ όλα αυτά, ο Harald οδήγησε τους άνδρες του σε μια μανιασμένη επίθεση βρίσκοντας τον θάνατο που τόσο επιζητούσε από ένα βέλος στην καρωτίδα. Ήταν το τέλος.

Ο Harald Handraada δικαίως θεωρείται ο «Τελευταίος Βίκινγκ» και μαζί του τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν το επόμενο έτος στην πατρίδα του. Ο τάφος του βρέθηκε το 2006 κάτω από έναν αυτοκινητόδρομο στο Trondheim. Οι τοπικές αρχές έκαναν αγώνα ώστε να μεταφερθούν τα οστά του στον Καθεδρικό Ναό του Nidaros, εκεί όπου είναι θαμμένοι και άλλοι 9 Βασιλείς της Νορβηγίας, η Νορβηγική κυβέρνηση όμως αρνήθηκε να το κάνει, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα.

Πηγή: https://cognoscoteam.gr

Ο Ηράκλειος (575-641)

Το διάστημα 602-610 αυτοκράτορας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο Φωκάς. Η συμπεριφορά του απέναντι στους στρατιωτικούς και τους αξιωματικούς της αυτοκρατορίας ήταν αυταρχική. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι συγκλητικοί ήρθαν σε επαφή με τον έξαρχο της Αφρικής, τον Ηράκλειο. Ο τελευταίος επαναστάτησε κατά του Φωκά και έστειλε υπό τις διαταγές του γιου του Ηράκλειου, στόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος κατανίκησε τη μικρή αντίσταση του Φωκά, τον σκότωσε και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Ο Ηράκλειος
Βυζαντινό νόμισμα με τη μορφή του Ηρακλείου

Η αυτοκρατορία, όταν ανέλαβε ο Ηράκλειος, ήταν σχεδόν υπό διάλυση. Είχε να αντιμετωπίσει στον περσικό κίνδυνο και συγχρόνως νέα αραβική απειλή. Επιπλέον, η διακυβέρνηση του Φωκά είχε απορφανίσει το στρατό και τις πολιτικές υπηρεσίες από τα καλύτερα στελέχη τους και είχε υποσκάψει τα οικονομικά του κράτους. Οι Πέρσες συνέχιζαν τις επιθέσεις και επιδρομές τους. Το 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν στην πρωτεύουσα τους τον Τίμιο Σταυρό. Το 619 κατέλαβαν την Αίγυπτο, ανέκοψαν έτσι τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά, και προέλασαν προς την Κυρηναϊκή.

Τις ατυχίες στην Ανατολή συμπλήρωσαν οι ατυχίες στα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εξωθούμενοι από τους Αβάρους διασχίζουν το Δούναβη από το 615 και εισβάλλουν στο κράτος. Παραμένουν στη βόρεια Βαλκανική και εγκαθίστανται στην περιοχή της Κάτω Μοισίας και Σκυθίας σε συμπαγείς και συνεχείς πληθυσμούς. Προέλασαν ακόμη ως στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν, αλλά αποκρούστηκαν όμως έπειτα από σκληρό αγώνα, την αίσια έκβαση του οποίου οι ευγνώμονες κάτοικοι απέδωσαν στην επέμβαση του Αγίου Δημητρίου.

Συγχρόνως, άλλα σλαβικά φύλα, το 614, επιτέθηκαν εναντίον των Σαλώνων τα οποία κατέλαβαν. Προοδοποίησαν έτσι την κατάκτηση του βορειότερου μέρους της σημερινής Δαλματίας από τους Κροάτες (Χρωβάτους) και της σημερινής Σερβίας και Βοσνίας (Άνω Μοισίας, Δαρδανίας) από τους Σέρβους. Οι επιτυχίες των Σλάβων ενθάρρυναν τους Αβάρους, που εξεδήλωσαν επιδρομικές τάσεις εναντίον του Βυζαντίου.

Τα επανειλημμένα ισχυρά εξωτερικά χτυπήματα κλόνισαν τον αυτοκράτορα, που για μια στιγμή σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα τυο στην Καρχηδόνα, για να αναλάβει από εκεί αντεπίθεση εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών. Τον αυτοκράτορα μετέπεισε η αντίδραση του λαού, της συγκλήτου και προπαντός του πατριάρχη Σεργίου. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες είχε αρχίσει να γεννά αισθήματα ιερού πολέμου, αισθήματα αληθινής σταυροφορίας στην ψυχή του ευσεβούς βυζαντινού λαού εναντίον του αδυσώπητου αλλόθρησκου αντιπάλου. Η εκκλησία παρέδωσε οικειοθελώς τους θησαυρούς της στον αυτοκράτορα και ο Ηράκλειος κατάφερε να πορισθεί τα αναγκαία μέσα για να συνάψει ανακωχή με τους Αβάρους και να οργανώσει νέο στρατό κατά των Περσών.

Την άνοιξη του 622, μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού ενθουσιασμού, έπειτα από τελετή που έμοιαζε με αληθινό σταυροφορικό ξεκίνημα, ο Ηράκλειος διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Απέφυγε να κατευθυνθεί εναντίον του αντιπάλου και προχώρησε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Με την κίνηση αυτή ανάγκασε τον περσικό στρατό που προχωρούσε εναντίον του, να αναστρέψει την κίνηση του εγκαταλείποντας όλη την πρόσω Μικρά Ασία.

Οι πρώτες συγκρούσεις με τους Πέρσες που διεξήχθησαν σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής έξαρσης, απέβησαν υπέρ των βυζαντινών. Στα επόμενα έτη, 623-625, ο Ηράκλειος ανέλαβε σειρά εκστρατειών στη διάρκεια των οποίων νίκησε τους Πέρσες παντού, στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την ίδια την Περσία. Μάταια επιχείρησαν οι Πέρσες το 626, αφού συνεννοήθηκαν με τους Αβάρους, να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοπεποίθηση του λαού έπειτα από τόσες νίκες, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός, η πίστη στη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την εικόνα περιέφεραν στα τείχη, η ακατάβλητη δραστηριότητα του Πατριάρχη Σεργίου και του μαγίστρου Βώνου, έφεραν τη συντριβή των Αβαροπερσών μπροστά στα τείχη της πόλεως. Οι κάτοικοι της γεμάτοι ευγνωμοσύνη ανέπεμψαν τον ευχαριστήριο Ακάθιστο Ύμνο στη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη λύτρωση τους.

Το επόμενο έτος, 627, ο Ηράκλειος σε νέα εκστρατεία κατανίκησε έτσι τους εξασθενημένους Πέρσες κοντά στη Νινευί και εξεβίασε την περσική υποταγή. Ο Χοσρόης Β’ δολοφονήθηκε και ο διάδοχος του Σιρόης έσπευσε να ζητήσει ειρήνη. Απόδοση όλων των βυζαντινών αιχμαλώτων και του Τιμίου Σταυρού και αναγνώριση των συνόρων του 591 ήταν οι όροι της ειρήνης, την οποία ο Βυζαντινός ηγεμόνας έπειτα από εξάχρονους σκληρούς αγώνες επέβαλε στον προαιώνιο εχθρό του Βυζαντίου.

Ανώτερη κάθε περιγραφής ήταν η υποδοχή του θριαμβευτή αυτοκράτορα, όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα του, το 629, φέρνοντας μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο έσπευσε να στήσει στην αρχική του θέση στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου 630.

Το μέγεθος της υποδοχής δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και της αγωνίας, από την οποία είχαν λυτρωθεί οι Βυζαντινοί. Βέβαια, η νίκη στην Ανατολή είχε πληρωθεί με απώλειες στη δυτική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Όμως, οι απώλειες των ισπανικών κτήσεων και της Δαλματίας, Άνω Μοισίας και Δαρδανίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια Κροάτες και Σέρβοι, ήταν μηδαμινές μπροστά στην περσική ήττα.

Η ανάκτηση των μονοφυσιτικών επαρχιών από τον Ηράκλειο, επανέφερε οξύτατο το πρόβλημα της συμβίωσης των Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων. Για να πετύχει η συνδιαλλαγή τους ο Ηράκλειος με εισήγηση του πατριάρχη Σεργίου εξέδωσε το 638 την Έκθεση στην οποία, αφού απαγόρευσε κάθε συζήτηση για τη μία ή τις δύο φύσεις ή ενέργειες του Χριστού, δεχόταν τη μία του θέληση. Δυστυχώς, όμως, και η διατύπωση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από τους Μονοφυσίτες ούτε από τους Ορθόδοξους, μεγάλωσε τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και κατέληξε να διευκολύνει την αραβική επέκταση στις περιοχές αυτές.

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου βρίσκονται σε τρομακτική αντίθεση ως προς τα πρώτα από την άποψη των επιτυχών ενεργειών και της δραστηριότητας του αυτοκράτορα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στη γεροντική πια ηλικία του Ηρακλείου, αλλά ακόμη στην εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων. Με την ταχύτητα και την αγριότητα ενός τυφώνα, οι νέοι επιδρομείς συντρίβουν και κατακτούν την Περσία και στη συνέχεια επιτίθενται εναντίον του βυζαντινού κράτους. Το 636 καταλαμβάνουν τη Συρία, το 638 την Παλαιστίνη, το 640 την Αίγυπτο. Η γρήγορη και σχεδόν άκοπη απόσπαση των περιοχών αυτών από την αυτοκρατορία, εξηγείται από την ψυχική αποξένωση των μονοφυσιτικών πληθυσμών τους από το ορθόδοξο κράτος.

Η αποξένωση και η αντίθεση αυτή φάνηκαν κατά την εφαρμογή της θρησκευτικής πολιτικής του Ηρακλείου. Στην προσπάθεια του να συμβιβάσει Μονοφυσίτες και οπαδούς του δόγματος της Χαλκηδόνας, δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, από το να φανατίσει περισσότερο τους Μονοφυσίτες. Υπό τις συνθήκες αυτές Σύροι και Παλαιστίνιοι θεώρησαν του Άραβες ως το μικρότερο κακό και υποτάχθηκαν στους κατακτητές, που άφησαν άλλωστε άθικτη τη ζωή, την περιουσία και τη λατρεία σ’ αυτούς που παραδίδονταν εκούσια.

Πηγή: Το Βυζαντινό Κράτος, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Η «Ιουστινιάνειος Πανώλης»

Ζούμε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο με την εξάπλωση του κορωνοϊού που μας αναγκάζει να αλλάξουμε τις καθημερινές μας συνήθειες, ελπίζοντας όχι για πολύ καιρό. Η ανθρωπότητα, όμως, στο πέρασμα των αιώνων, έχει ζήσει και άλλες παρόμοιες ή και χειρότερες καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πανώλης ή Μαύρος Θάνατος, που είναι γνωστή περισσότερο για τα θύματα που προκάλεσε στην Ευρώπη, κατά το Μεσαίωνα. Το πρώτο κρούσμα, όμως, εμφανίστηκε το 541μ.Χ. στην περιοχή του ποταμού Νείλου. Ένα χρόνο αργότερα η νόσος, η «ιουστινιάνειος πανώλης», όπως ονομάστηκε, χτυπά την Βασιλεύουσα, τη Θεσσαλονίκη, την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Κίνα και επανακάμπτει το 747 που θερίζει το μισό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης.

Η «Ιουστινιάνειος Πανώλης»
«Επίσκεψη σε πανωλόβλητο ασθενή»
Ο ιατρός κρατά στη μύτη του ένα σφουγγάρι με αντισηπτικό, ενώ οι υπηρέτες καίνε αρώματα

«Το Σεπτέμβριο του 541μ.Χ. συνέβη το ακόλουθο περιστατικό: Μια γυναίκα που κατοικούσε κοντά τη Χρυσή Πύλη έπεσε σε έκσταση και ξεστόμιζε διάφορα ακατάληπτα λόγια, με αποτέλεσμα ο λαός της Κωνσταντινούπολης να συρρεύσει προς το μέρος και να αρχίσει να πορεύεται σε λιτανεία προς τη μονή του Αγίου Διομήδη, στη λεγόμενη Ιερουσαλήμ. Αφού έβγαλαν τη γυναίκα αυτή από το σπίτι της, την έφεραν στο ναό του Αγίου Διομήδη, καθώς εκείνη έλεγε ότι σε τρεις μέρες η θάλασσα θα υψωνόταν και θα κατάπινε τα πάντα. Και τα πλήθη λιτάνευαν και έψαλλαν το Κύριε Ελέησον, καθώς έφταναν ειδήσεις ότι ήδη αρκετές πόλεις είχαν καταποντιστεί από τα ύδατα. Και την ίδια εποχή το θανατικό είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο και την Αλεξάνδρεια». Έτσι περιγράφει τα γεγονότα ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας.

Τη στιγμή που η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν υπό την επήρεια αυτής της εσχατολογικής έξαρσης, η πανώλης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το πρώτο τεκμηριωμένο χτύπημα της πανδημίας μαρτυρείται στο Πηλούσιο, μια μικρή πόλη της Αιγύπτου στις ανατολικές εκβολές του Νείλου, περίπου τον Ιούλιο του 541. Τότε Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός Α’, από τον οποίο πήρε το όνομα του ο κύκλος επιδημιών πανώλης που ξεκίνησε τότε.

Συνολικά η παρουσία της νόσου παρέμεινε δραστήρια ως το 750, μαστίζοντας όλη την περιοχή της μεσογειακή λεκάνης σε περίπου δεκαεπτά επιδημικά κύματα, με μέσο όρο περιοδικότητας τα δεκαπέντε χρόνια. Η μεγάλη θνησιμότητα που προκάλεσε κάθε κύμα, σε συνδυασμό με τη συνεχή παρουσία της νόσου, είχε αποτέλεσμα μια οξεία δημογραφική κρίση, η οποία ανάγκασε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που επλήγη περισσότερο από κάθε άλλο σύγχρονο της κράτος, να αναδιπλωθεί και να περιορίσει τα ρωμαϊκά και οικουμενικά οράματα της.

Η εξάπλωση της «ιουστινιανείου πανώλους»

Όπως είπαμε η «ιουστινιάνειος πανώλης» ξεκίνησε από το αιγυπτιακό Πηλούσιο. Η επιστημονική κοινότητα συναινεί ότι η νόσος δεν ξεκίνησε από εκεί, αλλά ήρθε στο Πηλούσιο από την κεντρική Αφρική και ειδικότερα από την περιοχή των μεγάλων λιμνών της Τανζανίας και της Ουγκάντας. Εκεί απαντά, ως και σήμερα, μια πανάρχαιη, ενδημική εστία της πανώλης στα άγρια τρωκτικά της περιοχής. Είτε καταπλέοντας το Νείλο προς την Κάτω Αίγυπτο είτε -πολύ πιθανότερο- μέσω της Ερυθράς Θάλασσας η νόσος μεταφέρθηκε παθητικά ακολουθώντας τους εμπορικούς δρόμους της εποχής ως τις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου. Εκεί συνάντησε μεγάλα, πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα και εκτεταμένα, καλά οργανωμένα δίκτυα επικοινωνιών, χερσαία και θαλάσσια, τα οποία ευνόησαν την καταστροφική της πορεία. Η διάδοση της πανδημίας σε ολόκληρη την μεσογειακή λεκάνη αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη για την ύπαρξη και την καλή λειτουργία αυτών των δικτύων.

Μετά το Πηλούσιο η πανώλης ακολούθησε δύο κατευθύνσεις: από τη μια πλευρά εξαπλώθηκε προς την Αλεξάνδρεια και τις βορειοαφρικανικές ακτές και από την άλλη προχώρησε προς την Παλαιστίνη. Οι σύγχρονοι της παρατήρησαν με ακρίβεια ότι η νόσος προχωρούσε πάντοτε από τις ακτές προς την ενδοχώρα. Στη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 541 η πανδημία έφτασε στην Αλεξάνδρεια, στη Γάζα και από εκεί στην περιοχή του Νεγκέβ, ενώ το χειμώνα εξαπλώθηκε στην Ιερουσαλήμ και τη νότια Συρία. Η πανώλης μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τη θάλασσα την άνοιξη του 542 και έπληξε την πολυπληθή και πυκνοκατοικημένη πόλη για τουλάχιστον τέσσερις μήνες, προκαλώντας μεγάλη θνησιμότητα. Είναι πολύ πιθανό ότι υπέκυψε στη μάστιγα σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Βασιλεύουσας, ενώ η οικονομική και κοινωνική ζωή της παρέλυσαν εντελώς. Την ίδια εποχή η πανδημία προχωρούσε και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας πλήττοντας την Αντιόχεια, την Επιφάνεια, τα Μύρα της Λυκίας και γενικότερα την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας. Στην άλλη άκρη της Μεσογείου η νόσος, αφού αποδεκάτισε περιοχές της βόρειας Αφρικής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στις ακτές της, μεταπήδησε στην Ιταλία και στα τέλη του 543 έφτασε στη Ρώμη.

Στη διάρκεια του ίδιου χρόνου εξαπλώθηκε στην Ισπανία και στο εσωτερικό της Γαλατίας. Στις 23 Μαρτίου του 544 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός κηρύσσει το πέρας του πρώτου κύματος της πανδημίας, το οποίο χαρακτηρίζει μεταφορικά ως «παίδευση που συνέβη σύμφωνα με τη φιλανθρωπία του δεσπότη Θεού». Η πορεία μεν της νόσου είχε ανακοπεί μέσα στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν ίσχυε όμως το ίδιο για την υπόλοιπη τότε οικουμένη. Γύρω στα 548-549 η πανώλης έφτασε στη Βρετανία και την Ιρλανδία και ακόμη βορειότερα ως τη σκανδιναβική χερσόνησο, ενώ περίπου την ίδια εποχή έκανε την καταστροφική της εμφάνιση στην Υεμένη και τη Νότια Αραβία. Ο κύκλος της πανδημίας είχε μόλις αρχίσει.

Η «Ιουστινιάνειος πανώλης» είχε συμπτώματα

Τα συμπτώματα της «ιουστινιανείου πανώλους», όπως μας έχουν παραδοθεί από πολλές και διαφορετικές πηγές, ήταν τα εξής: για σύντομο διάστημα οι προσβεβλημένοι από την πανώλη είχαν παραισθήσεις, η νόσος ξεκινούσε με ξαφνικό, υψηλό πυρετό και οδηγούσε έπειτα από λίγες μέρες τους αδένες στη βουβωνική χώρα, στις μασχάλες, στον αυχένα και στους μηρούς σε φλεγμονή και διόγκωση. Στις περιπτώσεις στις οποίες τα οιδήματα αυτά εξελίσσονταν σε γάγγραινα, οι ασθενείς πέθαιναν τάχιστα με ανυπόφορους πόνους. Σε άλλους εμφανίζονταν μαύρες φλύκταινες στο μέγεθος φακής σε ολόκληρο το σώμα, γεγονός που προανήγγειλλε τον επερχόμενο θάνατο.Σε άλλους, πάλι, το κυρίαρχο σύμπτωμα που επέφερε το θάνατο ήταν η αιμόπτυση. Σε γενικές γραμμές, η διάρκεια της θανατηφόρου ασθένειας δεν ξεπερνούσε τις πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων ο ασθενής βασανιζόταν από αϋπνία και παραληρήματα.

Ο ιστορικός Προκόπιος, σύγχρονος της εποχής, είναι ο μοναδικός που αναφέρει περιπτώσεις ίασης της πανώλους σε όσους το βουβωνικό οίδημα δημιούργησε απόστημα, το οποίο αφού άνοιξε προκάλεσε την έκχυση του πύου και εντέλει τη θετική έκβαση της νόσου. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός είναι μια τέτοια περίπτωση.

Η Ιουστινιάνειος πανώλης και οι άνθρωποι της εποχής

Για να καταλάβουμε πως αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης την ιουστινιάνειο πανώλη θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν επιστημονικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Σύμφωνα με τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό οι επιδημίες οφείλονταν στο μολυσμένο αέρα. Η άποψη αυτή, κατά την οποία οι επιδημίες δεν ήταν μεταδοτικές, διατήρησε κάποιο κύρος στο Μεσαίωνα, τόσο στην Ανατολή και όσο τη Δύση. Ήταν όμως εντελώς αναποτελεσματική σε σχέση με την πανώλη. Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης, η χριστιανική σκέψη θεώρησε την πανδημία έκφραση της Θείας Δίκης, που είχε σκοπό το σωφρονισμό της ανθρωπότητας, κάποτε μάλιστα και την τιμωρία ορισμένων ατόμων για τα παραπτώματα τους.

Το κοινό σημείο των δύο αυτών αντιλήψεων έγκειται στο ότι δεν παρείχαν σε όσους τις ενστερνίζονταν κανένα αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης της νόσου. Η μεν ιατρική γραμματεία εξακολουθούσε να προτείνει διάφορα γαληνικά αντίδοτα, όπως την περιβόητη θηριακή (μείγμα 60 βοτάνων), αλλά και έμπλαστρα για τη θεραπεία της πανώλους, ενώ τα θεολογικά κείμενα συνιστούσαν στους πιστούς μετάνοια και προσευχή, στην ουσία, όμως, διακήρυτταν την τυφλή αποδοχή της ως αναγκαίου κακού.

Η Εκκλησία οργάνωνε λιτανείες για τον κατευνασμό της Θείας Οργής. Οι έντρομοι πληθυσμοί επικαλούνταν θαυματουργούς Αγίους, όπως τον Συμεών το Νεότερο Στυλίτη στην Αντιόχεια ή τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, ενώ συχνά παρατηρούνταν φαινόμενα μαζικής μεταμέλειας και στροφής προς τη φιλανθρωπία. Σπανιότερα αναφέρονται περιπτώσεις μαζικής φυγής από τις προσβεβλημένες περιοχές.

Σε κρατικό επίπεδο γίνονταν συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων που δημιουργούσε η ιουστινιάνειος πανώλης. Ο Ιουστινιανός επιφόρτισε ένα ανώτατο αξιωματούχο με την ευθύνη για την ταφή των πολυάριθμων θυμάτων που κείτονταν άταφα στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης.

Ασφαλώς η ιουστινιάνειος πανώλης, ως νόσος που προκαλούσε υψηλή θνησιμότητα, είχε πολλαπλές συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Δυστυχώς η έλλειψη αξιόπιστων πηγών δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τον ακριβή αριθμό θυμάτων της πανώλους. Όσες πηγές αναφέρουν συγκεκριμένους αριθμούς θυμάτων δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψιν, επειδή αποτελούν ρητορικές υπερβολές που θέλουν απλά να τονίσουν ότι έχασε τη ζωή του ένας ασυνήθιστος αριθμός ανθρώπων. Ωστόσο, η δημογραφική κρίση που επέφερε η πανώλης υπήρξε οξεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κίνηση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’, το 755. Ο Αυτοκράτορας μετέφερε στην Πόλη ολόκληρες οικογένειες από τα νησιά του Αιγαίου και τη νότια Ελλάδα, προκειμένου να πυκνώσει τον πληθυσμό της.

Οι μεσογειακές κοινωνίες στη διάρκεια της πανδημίας προσπάθησαν με ποικίλα μέσα, σε διαφορετικά επίπεδα να ανταπεξέλθουν στις δυσχέρειες που προκαλούσε η νόσος μαχόμενες να διατηρήσουν τον έλεγχο της καθημερινότητας.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα (815 – μετά το 867)

Η Θεοδώρα (815 – μετά το 867) ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Θεόφιλου (829-842). Μετά τον θάνατο του εικονομάχου συζύγου της αναστήλωσε τις εικόνες και επέφερε οριστικό τέλος στην Εικονομαχία.

Η Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα

Η Θεοδώρα, σύζυγος, μητέρα, αδελφή

Η Θεοδώρα καταγόταν από την Έβισσα της Παφλαγονίας και ήταν κόρη των εικονόφιλων Μαρίνου, ανώτερου αξιωματικού, και της Θεοκτίστης. Όταν η μητριά του Θεόφιλου, Ευφροσύνη κάλεσε νέες από όλη την αυτοκρατορία για να επιλέξει ο Θεόφιλος σύζυγο, η Θεοδώρα προτιμήθηκε από την έχουσα ισχυρότερη προσωπικότητα Κασσιανή.

Η συζυγική ζωή του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν ήταν εντελώς ανέφελη γιατί οι αδελφοί της Θεοδώρας Βάρδας και Πετρωνάς, και ειδικά ο τελευταίος τον πρώτο καιρό, κατεχρώντο της συγγένειάς τους με τον αυτοκράτορα, αλλά και η ίδια η Θεοδώρα ασχολήθηκε με κερδοσκοπικές επιχειρήσεις προς μεγάλην δυσαρέσκειαν του Θεόφιλου.

Πέραν αυτών -κι από μια περιπέτεια που είχε ο Θεόφιλος με μια κυρία της αυλής χωρίς συνέχεια-το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα θρησκευτικά φρονήματα της Θεοδώρας και της μητέρας της Θεοκτίστης.

Η Θεοκτίστη λάτρευε τις εικόνες –όπως όλες οι γυναίκες της αυτοκρατορίας. Αναγκάστηκε να φύγει από το παλάτι αλλά στο μοναστήρι που πήγε κατηχούσε τις εγγονές της, τις κόρες του Θεόφιλου, στην εικονολατρεία. Δεδομένου ότι ο Θεόφιλος δεν είχε ακόμη αποκτήσει τον Μιχαήλ και είχε κάνει συμβασίλισσά του την μεγαλύτερη κόρη του Θέκλα, απαγόρευσε τις επισκέψεις στο μοναστήρι και η πεθερά του άρχισε να τον κατηγορεί φανερά.

Το χειρότερο για τον Θεόφιλο ήταν ότι και η Θεοδώρα λάτρευε τις εικόνες. Συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τον γελωτοποιό της αυλής να τις ασπάζεται αλλά όταν την κατηγόρησε ο Θεόφιλος, είπε πως κοιταζόταν στον καθρέφτη της. Δεν αντιδρούσε φανερά όπως η μητέρα της, τελικά όμως ήταν αυτή που ανέτρεψε την εκκλησιαστική πολιτική του συζύγου της και αναστήλωσε τις εικόνες.

Στις αρχές του 842 ο Θεόφιλος αρρώστησε βαριά. Προβλέποντας το τέλος του, ζήτησε από την Θεοδώρα και τους μεγάλους αξιωματούχους να ορκιστούν ότι τίποτα δεν θα ανέτρεπαν απ’ όσα θέσπισε και ότι θα διατηρούσαν τον Ιωάννη τον Γραμματικό στον πατριαρχικό θρόνο.

Μετά τον θάνατο του Θεόφιλου η Θεοδώρα ανέλαβε την επιτροπεία του γιου τους Μιχαήλ Γ’, με συνεπιτρόπους τον αδελφό της Βάρδα, τον μάγιστρο Μανουήλ και τον λογοθέτη Θεόκτιστο. Οι δύο τελευταίοι ήταν δεδηλωμένοι εικονομάχοι και μάλιστα τον Θεόκτιστο όρκισε προ παντός ο Θεόφιλος μαζί με την Θεοδώρα. Αλλά ήταν αυτοί που εισηγήθηκαν στην Θεοδώρα την αθέτηση των όρκων της προς τον Θεόφιλο και την αναστήλωση των εικόνων –για την οποία βέβαια κάθε άλλο παρά απρόθυμη ήταν.

Με βασιλική διαταγή ο πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός απομακρύνθηκε βίαια από το πατριαρχείο. Σύνοδος, μοναχών κυρίως, που συνήλθε εκ των υστέρων εξέλεξε πατριάρχη τον εικονόφιλο Μεθόδιο και αναθεμάτισε τον Ιωάννη και τους ομόφρονές του. Η Θεοδώρα ζήτησε να εξαιρεθεί ο Θεόφιλος από τον αναθεματισμό, παίρνοντας όρκο ότι στις τελευταίες του στιγμές μεταμελήθηκε και ασπάστηκε τις εικόνες. Ο Μεθόδιος «επείσθη» και έδωσε στην Θεοδώρα έγγραφη απαλλαγή του Θεόφιλου. Και στις 19 Φεβρουαρίου του 842 τελέσθηκε η Εορτή της Ορθοδοξίας για να πανηγυριστεί η αναστήλωση των εικόνων.

Ο Ιωάννης ο Γραμματικός εξορίστηκε και μαστιγώθηκε. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Λέων ο Μαθηματικός, ο λογιότερος της εποχής του, καθαιρέθηκε. Το χειρότερο όλων ήταν ο ολοκληρωτικός πόλεμος που αποφάσισε η Θεοδώρα κατά των Παυλικιανών της Μικράς Ασίας, «για να τους επαναφέρει στην ευσέβεια». Κατά τους ίδιους τους εικονόφιλους χρονογράφους, εκατό χιλιάδες ήταν τα θύματα αυτού του πολέμου του κράτους προς υπηκόους του. Κατά το διάστημα της εξουσίας της Θεοδώρας δύο εκστρατείες υπό τον Θεόκτιστο κατά της αραβοκρατούμενης Κρήτης απέτυχαν, οι κτήσεις στην Απουλία και Καλαβρία υποτάχθηκαν στους Φράγκους, η Σικελία υποτάχθηκε σχεδόν ολόκληρη στους Μουσουλμάνους και οι επιδρομές των Αράβων στην Μικρά Ασία έγιναν συχνότερες και καταστρεπτικότερες, υποστηριζόμενες τώρα και από τους εναπομείναντες Παυλικιανούς.

Ο Μιχαήλ Γ’ μεγάλωσε υπό την επιμέλειαν του αδελφού της Θεοδώρας Βάρδα και πήρε -κατά τους χρονογράφους πάντοτε- την χειρότερη ανατροφή που μπορούσε να δοθεί: παραδομένος από μικρή ηλικία στα ποτά (εξ ου και η προσωνυμία Μέθυσος), στις ερωμένες και στις αρματοδρομίες.

Ο Βάρδας φιλοδοξούσε να μείνει μόνος επίτροπος της βασιλείας. Προκάλεσε ένταση στις σχέσεις των άλλων δύο συνεπιτρόπων με αποτέλεσμα ο Μανουήλ να αποσυρθεί. Ύστερα ο Βάρδας παρόξυνε τον ανεψιό του εναντίον του Θεόκτιστου λέγοντας ότι αυτός ήταν που συμβούλευε την Θεοδώρα να μη του δίνει χρήματα για τις ακολασίες του. Τελικά με την έγκριση του Μιχαήλ ο Βάρδας δολοφόνησε τον Θεόκτιστο το 854.

Ο θάνατος του πιστότερου συμβούλου της συντάραξε την Θεοδώρα. Βλέποντας ότι οι ενέργειες του αδελφού της αποσκοπούσαν στην εξουδετέρωσή της, και για ν’ αποφύγει τα χειρότερα, συγκάλεσε το 856 την Σύγκλητο, απέδωσε λογαριασμό της επιτροπείας της και έφυγε από τα ανάκτορα με τις θυγατέρες της. Άφησε ένα υπέρογκο ποσό στο δημόσιο ταμείο.

Αλλά ο Βάρδας δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Υπέβαλε στον Μιχαήλ τον φόβο ότι θα είχε την τύχη του Κωνσταντίνου ΣΤ’ που τον τύφλωσε η μητέρα του Ειρήνη η Αθηναία, και ο πατριάρχης Ιγνάτιος -που είχε διαδεχτεί το 846 τον Μεθόδιο- διατάχθηκε να κουρέψει μοναχές την Θεοδώρα και τις κόρες της. Ο Ιγνάτιος αρνήθηκε και τις κούρεψε ο άλλος αδελφός, ο Πετρωνάς. Η Θεοδώρα έζησε από τότε περιορισμένη και φτωχικά στα ανάκτορα του Καριανού απ’ όπου είδε την δολοφονία του αδελφού της και εν συνεχεία του γιου της από τον Βασίλειο τον Μακεδόνα.

Το λείψανο της Θεοδώρας βρίσκεται σήμερα στην Κέρκυρα, στο ναό της Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης. Η μνήμη της τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θεοδώρα_(9ος_αιώνας)

Η Φλογέρα του Βασιλιά (1886-1910)

Η Φλογέρα του Βασιλιά είναι έργο του Κωστή Παλαμά. Διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β’ (Βουλγαροκτόνου) στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.

Αφού μετά από σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος συνέτριψε τους Βουλγάρους, αποφασίζει να κατεβεί με το στρατό του στην Αθήνα και να προσκυνήσει την εκκλησία της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας, όπως είχε τότε μετονομαστεί ο Παρθενώνας. Ο ποιητής συνθέτει θριαμβικούς ύμνους για τους ελληνικούς τόπους, από όπου πέρασε ο στρατός του νικητή βασιλιά.

Για τον Κωστή Παλαμά ο Ελληνισμός είναι ένα δυναμικά ιστορικό φαινόμενο, που μέσα στη ροή του χρόνου, παθαίνει μεταπτώσεις και που μοιραία αλλοιώνεται αλλά και παραμένει σε αγωνιστική δημιουργική και φωτοβόλα ετοιμότητα, για να δεχτεί αλλά και να αφομοιώσει, καινούργιες ιδέες και κανόνες. 

Ο Παλαμάς έχει λόγο και είναι πάντα επίκαιρος. Και εδώ στη «Φλογέρα» μιλά για το «Μακεδονικό». Η φλογέρα, αυτό το ταπεινό σουραύλι – όπως γράφει ο Παπανούτσος – εκείνο το ελεεινό περίπαιγμα στο στόμα του, θα δώσει τα συμβολικά μηνύματα της. Σε ένα δοξαστικό τόνο ο ποιητής, με πολύ λυρισμό μαχόμενος, καταγράφει τα θέματά του στη Φλογέρα του Βασιλιά σε 12 Λόγους. Από τους τρεις Λόγους, οι δύο πρώτοι αναφέρονται στο παρελθόν. Ο τρίτος είναι ο Λόγος που αναφέρεται στο μέλλον. Και μιλά για ένα κοινωνικό ξεσηκωμό. Ο βασιλιάς ανατριχιάζει στον προφητικό Λόγο. Και αυτός, ο βασιλιάς – λείψανο, το πνεύμα του πολέμου, δίνει υπόσχεση συμπαράστασης στη βασανισμένη Ρωμιοσύνη. Μια πορεία, που ποτέ δεν διαγράφει μια γραμμή χωρίς σκαμπανεβάσματα χαρές και δυστυχίες, νίκες και ήττες, σε μια εναλλαγή φάσεων, σε μια συνεχιζόμενη διαλεκτική σύγκρουση, στο όραμα της φυσικής εξέλιξης.

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Πρόλογος

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά,τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες.
Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς,πάει κ’ η γυναίκα, πάνε
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.
Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια,
κ’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει,
δεν βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμει.
Κι από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι ακόμα [10]
και πιο πολύ από τη γωνιάπου του σπιτιού η καρδιά είναι,
κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα. Κρίμα.
Σκοτεινό ρέπιο κ’ η εκκλησιά, και δίχως πολεμίστρες
το κάστρο, και χορτάριασε κ’ έγινε βοσκοτόπι.
Κι ο μέγας Έρωτας μακριά, και ειν’ άβουλος ο άντρας
κι άπραχτος, και στο πλάϊ του χαμοσυρτή η γυναίκα
κυρά της έχει τη σκλαβιά και δούλο της το ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! 20
Απάνου από τ’ απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε.
Κανένα χέρι δε θα διείς απάνου σου ν’ απλώσει,
να θρέψη σε, να ζεσταθεί, να πάρει απ’ το θυμό σου,
να σπείρει σε στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι,
να σε φωλιάσει στην καρδιά, στο κάστρο, στ’ αργαστήρι.
Φλόγα, εσύ τότε αβοήθητη κ’ έρμη εσύ φλόγα,κρύψου,
και κάμε τη μνημούρι σου τη στάχτη,και μη σβήσεις!
Γιατί θα ρθεί κάποιος καιρός,και κάποια αυγή θα φέξη,
και θα φυσήξει μια πνοή μεγαλοδύναμη· άκου!
Από ποιο στόμα ή από ποιο χάος θα χυθεί; Δεν ξέρω. [30]
Μπορεί από την ανατολή, μπορεί κι από τη Δύση,
ποιος ξέρει μην απ’ το βορία, μην απ’ τα Μεσημέρια·
τάχα θα βγει απ’ τα τάρταρα, για θα ριχτή από τ’ άστρα;
Δεν ξέρω· ξέρω πως θα ρθεί,και με το πέρασμά της,
μέγα και θείο και μυστικό κι αξήγητο, θα σκύψουν
οι κορφές όλες, οι φωτιές θα ξαναδώσουν όλες.
Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
στο κάστρο, στην καρδιά, παντού, στ’ αποκαΐδια, Απρίλης!
Και σα θεών αγάλματα θαματουργά πλασμένα
να ηχολογάνε μουσικά, σαν τα φυλή ο κυρ Ήλιος, [40]
(Απόλλωνας αυτός, Χριστός θαρρώ,ή Διόνυσος νομίζω·
Ορφέας λένε οι πυρές όλοι τους ένας είναι)
και σα χλωρά ισκιερόδεντρα που δεν τους απολείπουν
ζαχαροστάλαχτοι καρποί χειμώνα καλοκαίρι,
να! να! ο ψωμάς, και να ο χαλκιάς, να και η γυναίκα, να τα,
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί,να του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου να οι προφήτες!
Κι όταν τριγύρω σου οι φωτιές ανάψουν πάλε οι πλάστρες,
ξαναζωντάνεψε κ’ εσύ και ρίξου, ω φλόγα, ω φλόγα,
και κύλησε και πέρασε στα διάπλατα της Χώρας,
και στης ψυχής τ’ απόβαθα, και πλάσε τα και ζήσ’ τα,
γιομάτα ροδοκόκκινα παιδιά τα καρδιοχτύπια, [50]
και πλάσε τους και ζήσε τους κάποιους καημούς πατέρες,
και κάποιες γνώμες πλάσε τις και ζήσε τις μητέρες,
και κάμε αδέρφια τα όνειρα και τα έργα!Εμπρός, τραγούδι!

Σβησμένες όλες οι φωτιές, τραγούδι των ηρώων!

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το βιβλίο των θαυμάτων

Το βιβλίο των θαυμάτων εξιστορεί πόσες φορές ο Άγιος Δημήτριος έσωσε τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους. Η θρησκευτική πίστη βοήθησε την ιστορία να να εντοπίσει τις μάταιες αβαροσλαβικές προσπάθειες να παρθεί η νύμφη του Θερμαϊκού.

Το βιβλίο των θαυμάτων
Ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Ιωάννης, ο οποίος ανακαίνισε το ναό του Αγίου Δημητρίου το 640.

Το βιβλίο των θαυμάτων και ο Φαλμεράιερ

Με τις υπερβολές του όμως έδωσε τροφή στον Φαλμεράιερ να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε ολόκληρη. Η άποψη αυτή θεωρείται πια ξεπερασμένη.

Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου του 586 ή 587, όταν στίφη Σλάβων πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Η παράδοση τους ανεβάζει σε 100.000. Την έβδομη μέρα της πολιορκίας, φάνηκε νέος καβαλάρης με φωτοστέφανο και πανοπλία, τσάκισε τους εισβολείς και τους έτρεψε σε φυγή. Η επέμβαση του Αγίου έσωσε την πόλη εξηγεί το βιβλίο των θαυμάτων. Τι απέγιναν όμως οι 100.000; Ο Φαλμεράιερ θεωρεί ότι ξεχύθηκαν στον ελλαδικό χώρο, τον κατέκτησαν και τον εκσλάβισαν. Ο ελληνικός πληθυσμός εξολοθρεύτηκε από τους Αβάρους και τους Σλάβους. Η θεωρία έχει πια καταπέσει. Είναι δυνατόν 100.000 άτομα σκορπισμένα από τη Θράκη ως την Πελοπόννησο να αλλοιώσουν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων;

Ο Παύλος Καρολίδης περιγράφει τι έγινε με τον Φαλμεράιερ. Ο άνθρωπος στα 1827, όταν η Ελληνική Επανάσταση κατέρρεε, προσπαθώντας να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομα του, προέβλεψε την οριστική υποταγή των Ελλήνων «για ιστορικούς λόγους». Και ενώ έλεγε αυτά, δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος και τον διέψευσε. «Εξήγησε» τότε πως οι Έλληνες δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι και γι’ αυτό λάθεψε. Και φυσικά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν συμφέρον να τον πιστέψουν.

Στις 27 Οκτωβρίου του 604, οι Σλάβοι πολιόρκησαν και πάλι τη Θεσσαλονίκη. Αυτή τη φορά το βιβλίο των θαυμάτων μιλά για 5.000. Αποκρούστηκαν χάρη στον Άγιο. Βοήθησαν και τα πολύ γερά ανακαινισμένα τείχη της πόλης, βοήθησε και η πολύ καλή οργάνωση της άμυνας.

«Συν γυναιξί και τέκνοις»

Οι Σλάβοι έφτασαν «συν γυναιξί και τέκνοις». Τα γυναικόπαιδα στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα και οι πολεμιστές έριξαν μονόξυλα στη θάλασσα με σκοπό να πάρουν τη Θεσσαλονίκη με απόβαση. Οι πολιορκημένοι, όμως, πρόλαβαν και έφραξαν τον κόλπο με αλυσίδα, βύθισαν πασσάλους, κατέβασαν μηχανές από τα τείχη και τις έστησαν στην προκυμαία. Δύσκολο το εγχείρημα για τους Σλάβους. Την τέταρτη μέρα φύσηξε βαρδάρης και σκόρπισε τα μονόξυλα στους πέντε ανέμους.

Ηττημένοι οι Σλάβοι γύρισαν στις εστίες τους πέρα από το Δούναβη όπου εξακολουθούσαν να ζουν σε καθεστώς υποτέλειας στους Αβάρους. Οι αρχηγοί τους έπεισαν τον χαγάνο των Αβάρων να ξαναδοκιμάσουν μαζί. ήταν το 618 όταν Άβαροι και Σλάβοι έφτασαν πάλι έξω από τη Θεσσαλονίκη. Με οργανωμένο στρατό αυτή τη φορά, με πολιορκητικές μηχανές και σύστημα. Η πόλη άντεξε 33 μέρες στενής πολιορκίας. Την 34η μέρα, Σλάβοι και Άβαροι τα μάζεψαν και έφυγαν. Οριστικά αυτή τη φορά.

Οι Άβαροι σε Ανατολή και Δύση

Οι Άβαροι, σύμφωνα με τις πηγές, έκαναν πολλές επιδρομές στα νότια, και η Θράκη ήταν κυρίως εκείνη που τους υπέστη πιο καταστροφικά. Ποτέ, όμως, δεν έκαναν μόνιμες εγκαταστάσεις στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πολλές οι μαρτυρίες γι’ αυτό και πολλά τα επιχειρήματα, ένα από τα οποία το ότι κάθε τους επιδρομή είχε πάντα την ίδια αφετηρία.

Οκτώ χρόνια μετά την τελευταία απόπειρα κατά της Θεσσαλονίκης, στα 626μ.Χ., οι Άβαροι πολιόρκησαν τη βασιλεύουσα. Η Παναγία υπέρμαχος στρατηγός και το φρόνημα του πατριάρχη Σεργίου έσωσαν την Κωνσταντινούπολη. Όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος γύρισε από την εκστρατεία του εναντίον των Περσών, βρήκε την οριστική λύση στο πρόβλημα: βοήθησε Σλάβους και Βούλγαρους να αποτινάξουν το ζυγό.

Οι Άβαροι στράφηκαν στη Δύση λεηλατώντας και σκορπίζοντας τον τρόμο, ώσπου, τρεις αιώνες αργότερα τους εκμηδένισε ο Καρλομάγνος. Χωρίς τους δυνάστες, Σλάβοι και Βούλγαροι άρχισαν να αποκτούν οργανωμένη εθνική υπόσταση.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος Δραγάσης

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος Δραγάσης (8 Φεβρουαρίου 1405 – 29 Μαΐου 1453) ήταν ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας, ως μέλος της δυναστείας των Παλαιολόγων, από το 1449 έως το θάνατό του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την Αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Βίος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1405 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν το όγδοο από τα δέκα παιδιά του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Κονσταντίν Ντράγκας Ντεγιάνοβιτς. Υπεραγαπούσε τη μητέρα του και πρόσθεσε το επώνυμό της (Δραγάση) δίπλα στο δικό του, όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ήταν ο νεότερος αδελφός του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου Αυτοκράτορα των Ρωμαίων και του Θεόδωρου Β’ Παλαιολόγου, δεσπότη του Μυστρά.

Συχνά αναφέρεται ως πορφυρογέννητος· ελάχιστα είναι γνωστά για την παιδική του ηλικία. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νεότητάς του στην Κωνσταντινούπολη υπό την επίβλεψη των γονιών του. Επίσης για τη φυσική του εμφάνιση δεν είναι τίποτα γνωστό. Σε νεαρή ηλικία εκπαιδεύτηκε στο κυνήγι, την ιππασία και την πολεμική τέχνη. Τον Νοέμβριο του 1423 ο αδελφός του Ιωάννης Η’ ταξίδεψε στη Βενετία και την Ουγγαρία για αναζήτηση βοήθειας και όρισε τον Κωνσταντίνο ως αντιβασιλέα στην Κωνσταντινούπολη· έτσι ο Κωνσταντίνος είχε την πρώτη του επαφή με θέση εξουσίας. Του δόθηκε επίσης ο τίτλος του δεσπότη και του παραχωρήθηκε μία περιοχή που εκτεινόταν κατά μήκος των δυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, από την πόλη Μεσημβρία στον βορρά μέχρι τον Δέρκο στο νότο.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου

Οι σύγχρονες πηγές των γεγονότων της Άλωσης διαφέρουν ως προς την μαρτυρία τους σχετικά με την τύχη του Αυτοκράτορα. Μερικές δεν κάνουν καμία αναφορά στο θάνατό του, άλλες καταγράφουν απλώς ότι σκοτώθηκε μαχόμενος. Λίγες υποστηρίζουν ότι διέφυγε. Ο στενός του φίλος και συνεργάτης Γεώργιος Σφραντζής, ο μόνος ιστορικός της Άλωσης που την έζησε ως αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου που μάχονταν στην πύλη του Αγίου Ρωμανού γράφει:

«ο βασιλεύς ούν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην κι ασπίδα είπε λόγον λύπης άξιον: Ουκ εστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;” ήν γαρ μονώτατος απολειφθείς. Τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, έπεσε κατά γης ού γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστί, αλλ’ ως κοινόν στρατιώτης τούτον θανατώσαντες αφήκαν»

Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος της Χίου αναφέρει, πως ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τους αξιωματικούς του να τον σκοτώσουν και επειδή όλοι αρνούνταν ανακατεύτηκε μέσα στο γενικό μακελειό και σκοτώθηκε ποδοπατούμενος. Ο Βενετός Νικολό Μπάρμπαρο επαναλαμβάνει την ικεσία του Κωνσταντίνου για να τον θανατώσουν, αλλά αναφέρει πως το σώμα του εθέαθη μεταξύ των πτωμάτων και πως φημολογείτο πως κρεμάστηκε. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος αναφέρει, πως έπεσε μαχόμενος στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ το κεφάλι του αποκόπηκε και δωρήθηκε στον Μωάμεθ Β’. Αυτό επανέλαβαν οι Δούκας και Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ενώ ο Βενετός Ιάκωβος Τεντάλι λέει, πως ίσως χάθηκε το κεφάλι του. Ο Κωνσταντίνος Μιχαήλοβιτς της Οστρόβιτσα στα απομνημονεύματά του αναφέρει, πως αφού σκοτώθηκε σε ρήγμα του τείχους, το κεφάλι του αποκόπηκε από έναν γενίτσαρο ονόματι Σαριέλλη, που το δώρησε στον σουλτάνο. Για τους Τούρκους χρονογράφους και ιστορικούς ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας πανικόβλητος, τράπηκε σε φυγή, αλλά μετά από συμπλοκή τελικά αποκεφαλίστηκε. Ο Βενετός Νικόλαος Σαγκουντίνο αναφέρει, πως ο Ιουστινιάνης, διαπιστώνοντας το μάταιο της άμυνάς του, ζήτησε να διαφύγει ο Κωνσταντίνος με ασφάλεια, αλλά εκείνος αρνήθηκε, θέλοντας να πεθάνει μαζί με την Αυτοκρατορία του. Γενικά ομοφώνως οι πηγές αναφέρουν, πως σκοτώθηκε και το πτώμα του, που βρέθηκε, αποκεφαλίστηκε. Τρεις μόνο πηγές αναφέρουν, πως διέφυγε από την πόλη: ο Σαμίλε ή Σαμουήλ, Έλληνας επίσκοπος, ο Αρμένιος ποιητής Αβραάμ Αγκύρας και ο Νίκολα ντελα Τούτσια. Ο Αινείας Σύλβιος, κατοπινός Πάπας Πίος Β’ αναφέρει, πως εγκατέλειψε τη θέση του από δειλία, μα τελικά σκοτώθηκε. Ίσως αναπαράγει ψευδή πληροφορία από τους Σέρβους, που την άντλησαν από τους Τούρκους, στο πλευρό των οποίων πολεμούσαν. Για τον τόπο θανάτου του αναφέρεται το ρήγμα του τείχους, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ή η Χρυσή Πύλη. Όπως επισημαίνει και ο Ντόναλντ Νίκολ, «η αφθονία αλληλοσυγκρουόμενων μαρτυριών καθιστά αδύνατον το να βεβαιωθεί κανείς σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο θανάτου του Κωνσταντίνου».

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος θεωρείται από κάποιους εθνομάρτυρας και αποκαλείται συχνά και ανεπίσημα ως «εθνικός ήρωας», αν και δεν έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σύζυγοι και υποψήφιες σύζυγοι

Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Μανταλένα Τόκκο, ανιψιά του Καρόλου Α’ Τόκκου δεσπότη της Ηπείρου, η οποία, μετά το γάμο τους την 1η Ιουλίου 1428 σε μια τελετή κοντά στην Πάτρα, έγινε ορθόδοξη και άλλαξε το όνομά της σε Θεοδώρα. Για προίκα έλαβε όσα φρούρια ανήκαν στο θείο της Κάρολο Α’ στην Πελοπόννησο. Αυτή πέθανε στο Σανταμέρι της Αχαΐας τον Νοέμβριο του 1429. Ενταφιάστηκε στην Γλαρέντζα, αλλά αργότερα το λείψανό της μεταφέρθηκε στη μονή του Ζωοδότη Χριστού στην Σπάρτη.

Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Κατερίνα Γκαττιλούζιο, κόρη του Ντορίνο Α’ Γκαττιλούζιο αυθέντη της Λέσβου, την οποία νυμφεύθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης τον Αύγουστο του 1441, αλλά την άφησε στον πατέρα της και αναχώρησε για τον Μυστρά. Η Κατερίνα ήταν έγκυος όταν αρρώστησε και πέθανε τον Αύγουστο του 1442 κατά την πολιορκία της Λήμνου από τους Οθωμανούς. Τάφηκε στο Παλαιόκαστρο (Μύρινα) της Λήμνου.

Η αναζήτηση συζύγου με σκοπό τη διαιώνιση της Παλαιολόγειας δυναστείας είχε απασχολήσει τον Κωνσταντίνο ΙΑ’, από τότε που ήταν στον Μυστρά. Είχε στείλει απεσταλμένο στον βασιλιά Αλφόνσο Ε’ της Αραγωνίας με σκοπό τη σύναψη συμμαχίας μέσω γάμου. Μία πρόταση αφορούσε το γάμο με τη Βεατρίκη, κόρη του Πέδρο, αδελφού του Αλφόνσου Ε´. Επίσης γι’ αυτό το σκοπό πήγε απεσταλμένος στο βασίλειο της Γεωργίας και την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ο Σφραντζής επίσης είχε την ιδέα να νυμφευθεί ο Κωνσταντίνος τη θετή μητέρα του Μωάμεθ Β’ και χήρα του Μουράτ Β’, τη Μαρία ή Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρη του Σέρβου δεσπότη Γεωργίου Μπράνκοβιτς, ο οποίος και βολιδοσκοπήθηκε. Όμως η ίδια η Μαρία δεν ήθελε. Τελικά ο Κωνσταντίνος πέθανε χήρος και χωρίς απογόνους.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος των θρύλων

Θρύλοι για την οικογενειακή του κατάσταση

Από τις Σλαβικές εκδοχές του Ημερολογίου του Νέστορα Ισκεντέρ, διαδόθηκε ο θρύλος, πως ο Κωνσταντινος άφησε μια χήρα Αυτοκράτειρα και έναν γιο ή κόρες. Ο ίδιος θρύλος επαναλαμβάνεται σε επιστολή προς τον Πάπα Νικόλαο Ε´ από τον Αινεία Σύλβιο, ο οποίος αναφέρει πως ο Μωάμεθ Β´ ζήτησε να του φέρουν τη σύζυγο και τις κόρες του τελευταίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα με σκοπό να τις ατιμάσει και να τις δολοφονήσει. Επίσης πως ο γιος διέφυγε στο Πέραν (Γαλατά). Ο Γάλλος Ματιέ ντε Κουσσύ αναπαράγει την ίδια πληροφορία περί της συζύγου του Αυτοκράτορα και ο Μεγάλος Λογοθέτης Ιέρακας επίσης, δια του οποίου περνά στο Ελληνικό χρονικό των Σουλτάνων και στον Μαρτίνο Κρούσιο. Για άλλους ιστορικούς είχε λογοδοθεί με την Άννα Παλαιολογίνα, κόρη του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, όμως αυτή ζούσε στην Ιταλία πριν το 1453. Για Τούρκους χρονογράφους είχε αρραβωνιστεί μια κόρη του βασιλιά της Γαλλίας, κάτι που επίσης δεν ισχύει.

Θρύλοι για τον τόπο ταφής του

Ο Θεόδωρος Σπανδωνής ή Σπαντουνίνο αναφέρει, πως το πτώμα του αναζητήθηκε από τον Μωάμεθ Β’ και όταν βρήκε τη σορό, τον θρήνησε και τον έθαψε, αλλά κατά τον Σπανδωνή δεν υπάρχει πουθενά ο τάφος του στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μακάριος Μελισσηνός αναφέρει, πως τάφηκε στην Αγία Σοφία, κάτι που απορρίπτεται ως μυθώδες. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει ως τόπο ταφής του τη μονή της Περιβλέπτου, αλλά εκεί έχει ταφεί ένας προγενέστερος Αυτοκράτορας. Τούρκος ιστορικός του 19ου αιώνα λέει, πως τάφηκε στο Μπαλουκλί, στη μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Πατριάρχης Κωνστάντιος του Σινά αναφέρει πως Τούρκοι ιμάμηδες και χριστιανοί επισκεπτόταν το τέμενος Γκιουλ Καμί, τον πρώην ναό της Αγίας Θεοδοσίας, ως τόπο ταφής του Κωνσταντίνου. Τέλος Τούρκοι διέδιδαν, πως ετάφη στο Βέφα Μεϊντάν, αλλά μάλλον εκεί ήταν θαμμένος κάποιος δερβίσης ή Τούρκος στρατιώτης, που εκτελέστηκε από τον Σουλτάνο, επειδή σκότωσε τον Αυτοκράτορα και δεν τον συνέλαβε ζωντανό. Τέλος άλλη παράδοση αναφέρει, πως ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων, αλλά το σώμα του μεταφέρθηκε αργότερα στο Γκιουλ Τζαμί. Πιθανώς ετάφη σε έναν κοινό τάφο μαζί με τους ένοπλους συντρόφους τους και τους εχθρούς του.

Θρύλοι για το ότι δεν πέθανε

Ο θρύλος πως τελικά δεν πέθανε και πως θα επιστρέψει, καλλιεργήθηκε από τα πρώτα χρόνια της Άλωσης: στο ποίημα Άλωση της Πόλης του ψευδο-Γεωργιλλά, ο Μωάμεθ έψαξε να βρει το πτώμα του νεκρού Παλαιολόγου, χωρίς να το εντοπίσει. Στο Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης ικετεύονται οι Κρήτες στρατιώτες να του κόψουν το κεφάλι και να το μεταφέρουν στην Κρήτη για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Θρύλοι για το ξίφος του

Το ξίφος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ φέρει την επιγραφή CY BACIΛΕΥ ΑΗΤΤΗΤΕ ΛΟΓΕ ΘΕΟΥ ΠΑΝΤΑΝΑΞ … ΤΩ ΗΓΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩ ΑΥΘΕΝΤΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΩ

Τον 19ο αιώνα ένας Ιταλός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη συγκέντρωσε μια ιδιωτική συλλογή όπλων και πανοπλιών, που την εξέθεσε αργότερα στο Τορίνο. Ανάμεσα στα αντικείμενα ήταν και ένα ξίφος σκαλισμένο με Χριστιανικές φιγούρες και με ελληνιστί αφιέρωση σε έναν Αυτοκράτορα ονόματι Κωνσταντίνο. Το 1857 ο Γάλλος Βικτόρ Λανγκλουά το εξέτασε και αποφάνθηκε, πως ήταν το ξίφος του Κωνσταντίνου, προερχόμενο από τον τάφο του Μωάμεθ Β’.

Πηγή: http://www.livanis.gr/1453-H-polis-ealw_p-253651.aspx

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_ΙΑ’_Παλαιολόγος