Ο πληθυσμός της βυζαντινής Μικράς Ασίας

Ο πληθυσμός της βυζαντινής Μικράς Ασίας δεν αποτελούνταν μόνο από Έλληνες αλλά και από διάφορες εθνότητες και μειονότητες. Ειδικότερα η περιοχή της Μικράς Ασίας κατά την πρώιμη βυζαντινή εποχή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωνευτήρι εθνοτήτων και μειονοτήτων αφού συναντήθηκαν κατά καιρούς και συμβίωναν με το γηγενή πληθυσμό, εθνικές ομάδες και μεμονωμένα άτομα, όπως έμποροι, ναυτικοί, στρατιωτικοί, εργάτες, προερχόμενοι από διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας και εκτός των ορίων αυτής.

Ο πληθυσμός της βυζαντινής Μικράς Ασίας
Νωπογραφία από εκκλησία της Καππαδοκίας

Στη Μικρά Ασία από την ελληνιστική εποχή ως τον 4ο π.Χ. αιώνα ο πνευματικός πληθυσμός αποτελούνταν από φιλοσόφους, ρήτορες, ποιητές, ιστορικούς, γραμματικούς, μαθηματικούς, και ιατρούς. Οι πνευματικοί αυτοί άνθρωποι ήταν Έλληνες ή ελληνόφωνοι. Υπήρχε όμως και λατινόφωνος πληθυσμός, σε μικρότερο αριθμό, εγκατεστημένος σε διάφορες πόλεις, και στις ρωμαϊκές κολωνίες, ιδρυμένες ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή. Οι πολίτες αυτοί υπηρετούσαν στο στρατό στη διοίκηση ή ήταν έμποροι.

Άλλες εθνότητες των οποίων η μητρική γλώσσα επιβίωσε κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες στη Μικρά Ασία ήταν οι Ίσαυροι, οι Καππαδόκες, οι Γότθοι, οι Φρύγες, ενώ οι γλώσσες που μιλούσαν οι Λυδοί και οι Κάρες υποχώρησαν νωρίτερα.

Αρχικά το συνεκτικό στοιχείο αυτού του ανθρώπινου υλικού δεν ήταν το εθνικό αλλά το πολιτικό, γιατί σχεδόν όλοι οι πολίτες μετά το 212μ.Χ. με την ισχύ της Constituto Antoniniana είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Με τη διάδοση του Χριστιανισμού στις ανατολικές επαρχίες και την οργάνωση της Εκκλησίας ως οργανισμού με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία, ο Χριστιανισμός διείσδυσε σταδιακά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η ειδωλολατρία δεν εξαφανίστηκε εντελώς, αλλά στις περιοχές που σταμάτησε να υπάρχει, επανεμφανίστηκε μέσα στις αιρέσεις της χριστιανικής εκκλησίας. Οι κυριότερες αιρέσεις ήταν ο μοντανισμός, ο μεσσαλιανισμός, ο μανιχαϊσμός, και νοβατιανισμός.

Παράλληλα η ελληνική γλώσσα άρχισε να καταλαμβάνει επίσημη θέση στη διοίκηση του κράτους. Αν και η νομοθεσία μέχρι τον Ιουστινιανό ήταν γραμμένη στα λατινικά, πολλοί αυτοκράτορες παρακινημένοι από τη διαπίστωση ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη Μικρά Ασία μιλούσε ελληνικά, επέτρεπαν στους δικαστές να συντάσσουν τις αποφάσεις τους στα ελληνικά.

Η ιστοριογραφία και η αρχαιολογία είναι σύμμαχοι μας για να μελετήσουμε τα δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού της Μικράς Ασίας της εποχής. Σε όλη τη Μικρά Ασία μαρτυρούνται πλήθος επαγγελμάτων τα οποία καλύπτουν σχεδόν όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πολλά από τα επαγγέλματα είναι ελευθέρια και απαιτούν ειδικές γνώσεις και μόρφωση, όπως του ιατρού, του συνηγόρου, του συμβολαιογράφου, του δασκάλου, του καθηγητή, του αρχιτέκτονα, του αργυροπράτου και τραπεζίτη. Πολλοί άνθρωποι της εποχής ασκούν δύο επαγγέλματα λόγω των πενιχρών εσόδων από την άσκηση μόνο τους ενός.

Οι κληρικοί συνήθως ασκούν και κάποιο λαϊκό επάγγελμα, αν και οι ιεροί κανόνες απαγόρευαν στους μοναχούς και κληρικούς να ασκούν κάποιο επάγγελμα που θα αντέβαινε προς το ιερατικό τους αξίωμα.

Οι συνεργασίες μεταξύ επαγγελματιών και συγγενών. Η διαδοχή στα επιτηδεύματα από πατέρα σε γιο δεν ήταν υποχρεωτική. Η επιλογή επαγγέλματος ήταν ελεύθερη. Μικρός αριθμός μαρτυριών αφορά τις γυναίκες που εξασκούσαν βιοποριστικό επάγγελμα. Τα συνήθη «γυναικεία» επαγγέλματα ήταν αυτό της μαίας, της ιατρού, της αρτοπράτισσας, της δασκάλας. Μαρτυρία υπάρχει για μια γυναίκα που κατείχε πολιτικό αξίωμα. Η διακόνισσα ήταν ένα ακόμη βιοποριστικό επάγγελμα της εποχής.

Οι συντεχνίες δεν είναι εφεύρεση της εποχής της Αναγέννησης. Συντεχνίες υπήρχαν και κατά την αρχαιότητα, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για τη δήλωση συντεχνιακής οργάνωσης υπάρχουν διάφοροι όροι. Πριν το 4ο αιώνα απαντούν οι όροι: συντεχνία, ομότεχνον, συνεργασία, συνεργείον, συμβίωσις. Μετά τον 4ο αιώνα χρησιμοποιούνται συνήθως οι όροι σωματείο και σύστημα αδιακρίτως.

Σημαντικό στοιχείο για την εμπορική κίνηση στην περιοχή της Μικράς Ασίας είναι η ύπαρξη εμπορικών σταθμών. Η εμπορική ζωή παρουσίαζε αρκετή κίνηση ιδίως στις περιοχές που βρίσκονταν κοντά στην πρωτεύουσα, όπως η Βυθηνία, και στα λιμάνια, όπως η Έφεσος, η Νικομήδεια. Οι δύο τελευταίες πόλεις ήταν σημαντικοί συγκοινωνιακοί κόμβοι. Το εμπόρια ήταν εμπορικοί σταθμοί, ιδρυμένοι σε επίκαιρα σημεία των χερσαίων οδών ή κοντά σε λιμάνια. Γνωστά εμπόρια ήταν το Εμπόριο των Ρουφικιανών, των Αμαρέων, του Εριβόλου, του Ηρακλείου στο Λατόμιο, το Κάλλεον Νικομήδειας και άλλα.

Ο πληθυσμός στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετακινούνταν συχνά, ιδίως μέσα στην επικράτεια της. Άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων μετακινούνταν από και προς τη Μικρά Ασία. Τις περισσότερες φορές Έλληνες ή ελληνόφωνοι, οι οποίοι μετακινούνταν μαζί με τις οικογένειες τους για επαγγελματικούς σκοπούς.

Η βυζαντινή πόλη (5ος-13ος αιώνας)

Την εποχή του Ιουστινιανού η βυζαντινή πόλη παίρνει την μορφή που θα κυριαρχήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Ιουστινιανός εγκωμιάζεται από τον ιστορικό Προκόπιο ως μέγας ανακαινιστής της αυτοκρατορίας. Έχτισε φρούρια για τη άμυνα των συνόρων, ανακαίνισε πόλεις που είχαν πληγεί από φυσικές καταστροφές, ενίσχυσε τις οχυρώσεις τους, έχτισε ή επισκεύασε δημόσια κτίρια και χριστιανικούς ναούς. Στον κατάλογο του Προκοπίου αναφέρονται κτίρια για τη διοίκηση, όπως η βουλή, αγορές, κιονοστοιχίες, λεωφόροι, χριστιανικοί ναοί και οχυρώσεις.

Η βυζαντινή πόλη
Παράσταση γειτονιάς και οικίας της Περγάμου στη βυζαντινή εποχή

Ο επισκέπτης μιας πόλης της εποχής του Ιουστινιανού θα παρατηρούσε πρώτα ότι ένα σημαντικό μέρος των πεζοδρομίων, κυρίως στους δευτερεύοντες δρόμους, είχε καλυφθεί από τους ιδιοκτήτες των οικιών και των εμπορικών καταστημάτων, τα οποία βρίσκονται πάνω στις κιονοστοιχίες. Πάνω στα πεζοδρόμια, τα οποία ήταν πλακοστρωμένα με μαρμάρινες πλάκες ή ήταν καλυμμένα από υπέροχα μωσαϊκά, οι αυθαίρετες προεκτάσεις των οικιών και των καταστημάτων δημιουργούσαν νέους εμπορικούς χώρους. Σε μερικές περιπτώσεις αυτές οι προεκτάσεις καταλαμβάναν και μέρος των δρόμων. Αυτή η τάση παρατηρείται ήδη από τον 4ο αιώνα και επιταχύνεται στα τέλη του 6ου και στον 7ου αιώνα, οπότε οι δρόμοι έχοντας πια στενέψει, δεν θύμιζαν τις αρχαίες λεωφόρους, αλλά είχαν πάρει τη μορφή στενωπών, όπως στις μεσαιωνικές πόλεις. ήταν ο θρίαμβος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας πάνω τον δημόσιο χώρο.

Το ρωμαϊκό forum, η ρωμαϊκή αγορά, είχε πλέον εγκαταλειφθεί. Τα κτίρια της διοίκησης της αρχαίας πόλης έχουν και αυτά εγκαταλειφθεί λόγω των διοικητικών αλλαγών. Κάποια κατέρρεαν με το πέρασμα του χρόνου και σε κάποια άλλα είχαν εγκατασταθεί συντεχνίες βιοτεχνών ή ιδιώτες και η χρήση τους είχε αλλάξει. Η ανεξάρτητη διοίκηση των πόλεων είχε από καιρό καταρρεύσει. Η βυζαντινή πόλη διοικούνταν πια από τον διοικητή της επαρχίας και τους υπαλλήλους του.

Τη μεγαλύτερη εγκατάλειψη, όμως, παρουσίαζαν κτίρια συνδεδεμένα με την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, ναοί, ιερά και ηρώα. Αυτά κείτονταν πια σε ερείπια, έχοντας μετατραπεί σε λατομεία για τους κατοίκους της περιοχής. Σε αρκετές περιπτώσεις τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά τους μέλη ρίχνονταν σε κλιβάνους για την παραγωγή ασβέστη. Η μετατροπή των ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικές εκκλησίες ήταν ένα φαινόμενο σύνηθες. Οι πρωτοχριστιανικές εκκλησίες χτίζονταν στον χώρο ειδωλολατρικών ναών και διατηρούσαν πολλά αρχιτεκτονικά στοιχεία από τα αρχαία κτίρια και συμβόλιζαν τη νίκη της νέας θρησκείας. Σε πολλέ ςπόλεις οι εκκλησίες χτίζονταν σε κεντρικό σημείο της πόλης. Δημιουργούσαν μεγαλόπρεπα συγκροτήματα με προάυλια και κρήνες, επισκοπείο, βαπτιστήρια, κτίρια για τον κλήρο, ξενώνες, κοινωφελή ιδρύματα και παρεκκλήσια.

Μέσα σε εκκλησίες βρίσκονταν ενταφιασμένοι επίσκοποι, διαπρεπή μέλη της τοπικής κοινωνίας, καθώς και δωρητές του ναού. Η ταφή γύρω από τις εκκλησίες είχε πια καθιερωθεί. Ο χριστιανισμός ανέτρεψε τις αρχαίες αντιλήψεις για το θάνατο, οι οποίες επέβαλλαν την ταφή έξω από κατοικημένες περιοχές. Η νέα θρησκεία αναγνώριζε ότι ο θάνατος οδηγούσε στη νέα πραγματική ζωή. Η πίστη των ειδωλολατρών ότι τα νεκρά σώματα ήταν «μιάσματα», είχε αντικατασταθεί από τη λατρεία των λειψάνων των μαρτύρων. ήταν φυσικό η αλλαγή αντιλήψεων περί θανάτου να μεταθέσει τα νεκροταφεία μέσα στις πόλεις.

Ο επισκέπτης της βυζαντινής πόλης του 6ου αιώνα θα έβλεπε επίσης ότι τα κτίρια των δημοσίων θεαμάτων είχαν πια εγκαταλειφθεί και αυτά. Παραστάσεις γίνονταν πολύ σπάνια στα θέατρα. Συχνά αυτά αποτελούσαν χώρους όπου οι ρήτορες απήγγειλαν λόγους σε επίσημες εορτές. Άλλοτε πάλι, όπως στο θέατρο της Αφροδισιάδας στη Μικρά Ασία, οι παραστάσεις ή οι εορτασμοί που ελάμβαναν χώρα στο θέατρο είχαν χριστιανικό χαρακτήρα μέσα σε ένα περιβάλλον που το διακοσμούσαν ακόμα αρχαία αγάλματα, αλλά και νέες χριστιανικές τοιχογραφίες στα δωμάτια πίσω από τη σκηνή.

Ο ιππόδρομος, ένας χώρος πολύ δημοφιλής στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, περνούσε επίσης πολύ μεγάλη κρίση. Γυμναστικές ασκήσεις αθλητών, χοροί, μουσική, ακροβατικά νούμερα, παραστάσεις μίμου και παντομίμας, ιπποδρομίες, στην εποχή του Ιουστινιανού, είχαν σημαντικά αραιώσει. Αιτίες οι αλλεπάλληλες ταραχές και βανδαλισμοί που συνέβαιναν μέσα στο χώρο του ιπποδρόμου. Στις επαρχιακές πόλεις τα καθίσματα των ψηλότερων σειρών αφαιρούνταν για να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικά υλικά για το χτίσιμο άλλων κτιρίων. Ο μόνος ιππόδρομος που απέμεινε, τελικά, στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν αυτός της Κωνσταντινούπολης.

Ο επισκέπτης θα πήγαινε και στα δημόσια λουτρά. Τα τελευταία είχαν χάσει την αίγλη της ρωμαϊκής εποχής. Οι μεγάλες κοινές πισίνες των ρωμαϊκών χρόνων είχαν αντικατασταθεί από μικρές ατομικές, όπως επέβαλαν οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των πόλεων και όπως επέβαλε η χριστιανική ηθική. Ο ειδωλολατρικός χαρακτήρας της παλαιάς διακόσμησης είχε απαλειφθεί. Πολλά από τα αρχαία αγάλματα που διακοσμούσαν τα λουτρά, όπως της Αφροδίτης, των Χαρίτων, του Έρωτα, των Νυμφών και του Διονύσου, είχαν θεωρηθεί ασυμβίβαστα με τη νέα θρησκεία και είχαν καταστραφεί, ενώ άλλα διακοσμούσαν ακόμα κάποιες αίθουσες. Σε κάποιους τοίχους η διακόσμηση ήταν καθαρά χριστιανική και η παρουσία χριστιανικών συμβόλων και επιγραφών με βιβλικά χωρία προσέδιδε ένα νέο τόνο.

Προσωπικότητες του Βυζαντίου (6ος-11ος αιώνας)

Η Βυζαντινή Ιστορία καλύπτει πάνω από 1100 χρόνια. Πολλές προσωπικότητες πέρασαν από διάφορα ανώτερα αξιώματα κατά τη διάρκεια αυτών των 11 αιώνων. Σε αυτό το άρθρο θα μας απασχολήσουν μερικές από αυτές τις προσωπικότητες, οι οποίες έδρασαν τους πρώτους αιώνες της ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και συνέδεσαν το όνομα τους με την Βυζαντινή Ιταλία.

Προσωπικότητες του Βυζαντίου
Ο ναός της Santa Domenica di Castiglione κοντά στο Τσαρμίνο, χτισμένος από σκούρο ηφαιστειογενές πέτρωμα της Αίτνας, ανήκει στις λίγες εκκλησίες της Σικελίας που ανάγονται στην εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας στο νησί (6ος-10ος αιώνας)

Προσωπικότητες του Βυζαντίου

Ιουστινιανός (482-565)

Ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου (527-565), ανιψιός του προκατόχου του Ιουστίνου Α’, γεννημένος στο Ταυρίσιο στην περιοχή της Ναϊσσού. Σημαντική στιγμή της βασιλείας του υπήρξε η κατάληψη της Ιταλίας και η κατάλυση του κράτους των Οστρογότθων το 554 και η επέκταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία επί των ημερών του έφτασε στο απόγειο της δύναμης της. Η πρώτη φάση του γοτθικού πολέμου (535-540) τελειώνει με τη θριαμβευτική πτώση της Ραβένας το Μάιο του 540 από τον Βελισάριο, ενώ είχαν προηγηθεί επιχειρήσεις σε όλη την Ιταλία. Το διάστημα 542-552 αναζωπυρώνεται ο γοτθικός πόλεμος στην Ιταλία, μετά τις επιτυχίες του βασιλιά των Γότθων Τωτίλα, ο οποίος κατέλαβε σχεδόν ολόκληρη την Ιταλία και τη Ρώμη τον Ιανουάριο του 550. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε τότε την αρχηγία του στρατού εναντίον των Γότθων στον ευνούχο στρατηγό Ναρσή, ο οποίος κατάφερε έπειτα από σειρά σημαντικών νικών να καταλύσει οριστικά το γοτθικό βασίλειο στην Ιταλία το 552. Από το σημείο αυτό αποκαθίσταται η βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία, από τις Άλπεις μέχρι το στενό της Μεσσήνης, με ουσιαστικό πολιτικό διοικητή το Ναρσή, ενώ κατά την περίοδο αυτή έχουμε και τις σημαντικότερες αλληλεπιδράσεις στα γράμματα και τις τέχνες, ανάμεσα στο Βυζάντιο και το λατινικό κόσμο.

Βελισάριος (505-565)

Στρατηγός του Βυζαντίου, καταγόμενος από τη Θράκη, ένας από τους πλέον σημαντικότερους στρατηγούς στην ιστορία της Αυτοκρατορίας. Τα κατορθώματα του και η λαμπερή του προσωπικότητα άφησαν εποχή και τον έκαναν πρόσωπο σχεδόν μυθικό. Ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και εντυπωσιακός στην εμφάνιση. Ξεκίνησε ως αξιωματικός της ανακτορικής φρουράς και διορίστηκε από τον Ιουστινιανό ως μέλος της προσωπικής του φρουράς. Παντρεύτηκε τη φίλη της Θεοδώρας, Αντωνίνα, και σε νεαρή ηλικία έγινε στρατηλάτης της Ανατολής (529). Πολέμησε εναντίον των Περσών για 30 χρόνια, ανέκτησε την Αφρική, κατέκτησε την Καρχηδόνα και γνώρισε τον ιταλικό θρίαμβο καταλύοντας το κράτος των Οστρογότθων σε όλη την Ιταλία το 540. Στην Ιταλία έφτασε την άνοιξη του 535, κατέλαβε τη Σικελία, στη συνέχεια στη Νεάπολη και το χειμώνα του 538 τη Ρώμη. Ακολούθησε η μεγάλη νίκη στη Ραβένα το Μάιο του 540, γεγονός που σφράγισε την πρώτη νικηφόρα για τους Βυζαντινούς περίοδο των γοτθικών πολέμων στην Ιταλία. Κοντά στον Βελισάριο, έζησε ως γραμματέας ο ιστορικός Προκόπιος, το έργο του οποίου είναι η βασικότερη πηγή για την περίοδο αυτή.

Γρηγόριος Α’ ο Μέγας (540-604)

Άγιος της Καθολικής Εκκλησίας, γεννημένος στη Ρώμη. Ασπάστηκε το μοναχικό βίο, ίδρυσε μοναστήρια στη Σικελία και στη Ρώμη, στα οποία διέμενε και ο ίδιος ζώντας ασκητικά. Χειροτονήθηκε διάκονος το 577 από τον πάπα Βενέδικτο Α’ και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως πρεσβευτής στην αυλή του αυτοκράτορα Τιβερίου. Το 584 επανήλθε στη Ρώμη και μετά το θάνατο του πάπα Πελαγίου εξελέγη πάπας το 590. Διακρίθηκε για το χαρακτήρα του, την ευσέβεια του και τα πολλά έργα του. Προσπάθησε συστηματικά να εκχριστιανίσει τους Λογγοβάρδους, που ήταν ειδωλολάτρες, και εργάστηκε για τη διάδοση του μοναχισμού στην Ευρώπη. Πίστευε στα πρωτεία του πάπα, και ήταν από τους βασικούς θεμελιωτές των παπικών αξιώσεων της κοσμικής εξουσίας. Αντιτάχθηκε στον όρο «οικουμενικός» που έλαβε ο Πατριάρχης Ιωάννης Δ’ ο Νηστευτής από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 587. Ο Γρηγόριος εργάστηκε όσο κανείς για την εκκλησία, αφιερώθηκε στην προάσπιση του χριστιανισμού και των πιστών στην Ιταλία, σε μια εποχή που η περιοχή αυτή ήταν το θέατρο των συγκρούσεων. μεταξύ Γότθων και Βυζαντινών, έλαβε τον τίτλο του Μεγάλου και ανακηρύχθηκε Άγιος. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαρτίου.

Λουδοβίκος Β’ ο Ιταλικός (822-875)

Βασιλιάς της Ιταλίας (840-850) και αργότερα αυτοκράτορας (850-875), γιος του αυτοκράτορα Λοθαρίου Α’. Στέφθηκε βασιλιάς της Ιταλίας από τον πάπα Σέργιο Β’ το 840 και το 850 στέφθηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη από τον πάπα Λέοντα Δ’, ενώ το ίδιο έτος παντρεύτηκε την εξαδέλφη του, κόρη του βασιλιά Λουδοβίκου του Γερμανικού. Ο Λουδοβίκος προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον αραβικό κίνδυνο. Οι Άραβες είχαν καταλάβει τον Τάραντα και το Μπάρι το 841 και απειλούσαν τη Ρώμη και ο Λουδοβίκος, αφού κατέλαβε το Μπενεβέντο το 849, αντιστάθηκε στους Άραβες, περιμένοντας και τη βοήθεια των Βυζαντινών, των οποίων οι κτήσεις στην Ιταλία απειλούνταν εξ ίσου από τους Άραβες. Το 867 ο Λουδοβίκος με τη βοήθεια του πάπα Αδριανού Β’ συμμάχησε με το Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Α’ και από κοινού πλέον οι βυζαντινές και δυτικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το Μπάρι το 871, το οποίο περιήλθε στην κυριαρχία του Λουδοβίκου. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί ήλθαν σε ρήξη μαζί του εξαιτίας του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των περιοχών αυτών και εν τέλει κατάφεραν και τον απομάκρυναν από το Μπάρι και τη Νότια Ιταλία, γεγονός που οδήγησε στην αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλία.

Βασίλειος Α’ ο Μακεδών (825/835-886)

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (867-886), ιδρυτής της σημαντικότερης ίσως βυζαντινής δυναστείας. Ο Βασίλειος προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Σαρακηνούς συμμάχησε με τον ηγεμόνα των Φράγκων Λουδοβίκο Β’, ώστε οι δύο βασιλείς να αναλάβουν συνδυασμένη δράση. Όμως οι συνομιλίες απέτυχαν και το 870 οι Άραβες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την κατάληψη της Σικελίας και της Μάλτας, σπουδαιότατης ναυτικής βάσης. Μετά τη ρήξη στις σχέσεις του με το Λουδοβίκο ο Βασίλειος στηρίχθηκε στον Λογγοβάρδο ηγεμόνα του Μπενεβέντο, για να προωθήσει τα σχέδια του στην Κάτω Ιταλία. Πράγματι το Μπάρι (876) και το Οτράντο (880), σημαντικότατες πόλεις και λιμάνια. παραδόθηκαν στο Βυζαντινό στρατηγό Νικηφόρο Φωκά τον Πρεσβύτερο, άλλες βυζαντινές πόλεις αναγνώρισαν τη βυζαντινή επικυριαρχία και ο Βασίλειος οργάνωσε την άμυνα της περιοχής ιδρύοντας τα θέματα της Λογγοβαρδίας και της Καλαβρίας. Ο στρατηγός του θέματος της Λογγοβαρδίας συγκέντρωνε στο πρόσωπο του σημαντική εξουσία. Εξασκούσε χρέη αντιβασιλέα στο θέμα της Καλαβρίας και στα υπόλοιπα ιταλικά πριγκιπάτα, που ήταν υποτελή στο Βυζάντιο. Μόνο η απώλεια των Συρακουσών, με την οποία ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Σικελίας, ήταν αρνητικό σημείο σε όλη αυτή τη βυζαντινή προσπάθεια, αλλά η παρουσία των Βυζαντινών σε ιταλικό έδαφος ύστερα από πολλά χρόνια ήταν σημάδι της αναγέννησης του στρατιωτικού μηχανισμού του κράτους. Ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας πέθανε το 886, ύστερα από ένα θανάσιμο ατύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια κυνηγιού.

Ροβέρτος Γυισκάρδος (1015-1085)

Κόμης και δούκας της Απουλίας, της Καλαβρίας και της Σικελίας (1059-1085). Γιος του Ταγκρέδου της Οτβίλ, κατέλαβε την Καλαβρία και νίκησε τα στρατεύματα του πάπα Λέοντα Θ’ το 1053. Κατάφερε να εκδιώξει τους Βυζαντινούς από τη Νότια Ιταλία και κατέλαβε τη Σικελία από τους Σαρακηνούς. Λόγω των επιδρομών του στα παπικά εδάφη αφορίστηκε το 1075 από τον πάπα Γρηγόριο Ζ’, αλλά τελικώς δέχθηκε να θεωρηθεί υποτελής της Αγίας Έδρας το 1080. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος ουσιαστικά κατάφερε να ενώσει την Ιταλία και μέσα σε 12 χρόνια να καταλύσει την ελληνική εξουσία στις ιταλικές περιοχές, κατά το διάστημα 1060-1072. Εξεστράτευσε εναντίον της Ιλλυρίας to 1081 με την ελπίδα να κατακτήσει τελικώς την Κωνσταντινούπολη, νίκησε το στρατό του Αλέξιου Κομνηνού στο Δυρράχιο το 1082. Υποχρεώθηκε, όμως, να επιστρέψει στην Ιταλία όπου ο Ερρίκος Δ’ πολιορκούσε τον Γρηγόριο στο Σαιντ-Άντζελο. Ο Ροβέρτος απελευθέρωσε τον πάπα, αλλά τα στρατεύματα του κατέλαβαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη αναγκάζοντας τον Γρηγόριο να καταφύγει στο Σαλέρνο, όπου και πέθανε το 1085. Ο Ροβέρτος πέθανε κατά την πολιορκία της Κεφαλλονιάς τον Ιούλιο του 1085.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Επί αιώνες η ιστορική έρευνα προσπαθεί να διαπιστώσει αν η στάση που τήρησε ο Μέγας Κωνσταντίνος απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν το αποτέλεσμα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύονταν από την εκτίμηση του συνόλου των συνθηκών.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Ανεξάρτητα από κίνητρα του, ο Μέγας Κωνσταντίνος έλαβε σειρά μέτρων τα οποία -πέρα από κάθε αμφισβήτηση- ευνόησαν την Εκκλησία. Ακούγοντας μέτρα, η σκέψη όλων πηγαίνει στην κατάπαυση των διωγμών, ύστερα από τη γνωστή συμφωνία για την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας το 313 στο Μεδιόλανο (σημερινό Μιλάνο). Αυτή η συμφωνία δεν έτυχε γενικής εφαρμογής, γιατί οι διωγμοί τερματίστηκαν οριστικά το 324 όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο και έμεινε μονοκράτορας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για την Εκκλησία η απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που στο παρελθόν είχε δημευθεί, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας για επαύξηση αυτής της περιουσίας. Η ενίσχυση της θέσης του κλήρου όχι μόνο από υλική αλλά και από ηθική άποψη, υπήρξε επίσης σημαντική. Στην υλική ενίσχυση ανήκει η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και στην ηθική η λεγόμενη «επισκοπική δικαιοδοσία», δηλαδή η παροχή στους επισκόπους του δικαιώματος να επιλύουν -μάλλον ιδιωτικώς- ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν περισσότερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των εκκλησιαστικών ποιμένων παρά των πολιτειακών δικαστών.

Ο Κωνσταντίνος όταν έγινε αυτοκράτορας διατήρησε τον τίτλο του pontifex maximus των Ρωμαίων καθώς και τα εθνικά θρησκευτικά σύμβολα στα νομίσματα. Διηγήσεις περιγράφουν ότι έλαβε μέτρα κατά των ειδωλολατρών αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ιστορικώς. Εξαίρεση αποτέλεσε το κλείσιμο λατρευτικών κέντρων με άσεμνες τελετές, γιατί ο χριστιανισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εθνικές θρησκείες και στο θέμα της λατρείας.

Εκδήλωση του σεβασμού του προς τις αρχές του χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321 με τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε ουσιαστικά την αργία της Κυριακής, αλλά και αυτή με κάποιους περιορισμούς.

Η Εκκλησία κατέταξε τον Κωνσταντίνο, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, μεταξύ των αγίων της δίνοντας του μάλιστα ξεχωριστή θέση. Δεν επικρατεί όμως ομοφωνία, μεταξύ των πηγών, ως προς το χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητας του στη συνείδηση των πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ενταφιάστηκε στο προετοιμασμένο γι’ αυτόν και την οικογένεια του μνημείο δίπλα στα κενοτάφια των Δώδεκα Αποστόλων στο ναό της Βασιλεύουσας, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστια της μαρτυρείται η ύπαρξη περίπου μιας δεκάδας ναών αφιερωμένων στη μνήμη του.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εορτάζεται στις 21 Μαΐου, ημέρα του θανάτου του το 337μ.Χ. Λίγες μέρες πριν είχε βαπτιστεί Χριστιανός. Η 21η Μαΐου καθιερώθηκε ως «άπρακτος», δηλαδή ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων, μόλις το 1166 με Νεαρά του Μανουήλ Α΄Κομνηνού. Σε αντίστοιχα κείμενα κείμενα των προγενέστερων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Για την Πατρίδα

Το πρώτο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα έχει το όνομα «Για την Πατρίδα». Εκδόθηκε το 1909. Η ιστορία του εκτυλίσσεται στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου Β΄Βουλγαροκτόνου (Μακεδονική Δυναστεία).

Για την πατρίδα

Για την Πατρίδα

Έλληνες και Βούλγαροι

Όσο ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β΄βρισκόταν στη Μικρασία στα 995, για να ελευθερώσει το Χαλέπι, που το πολιορκούσε ένα χρόνο ολόκληρο ο Εμίρης της Αιγύπτου, οι Βούλγαροι πήραν θάρρος και, σαν καταστρεπτική αντάρα, έπεσαν στη Μακεδονία.

Βασιλέας τους ήταν ο Σαμουήλ, άξιος αντίπαλος του Βασιλείου Β΄.

Ωφελήθηκε κείνος από την απουσία του Αυτοκράτορα και ρίχτηκε στη Μακεδονία με τον στρατό του, κυρίευσε πόλεις και φρούρια, έκαψε, ρήμαξε, αφάνισε ό,τι βρήκε στον δρόμο του, κατέκτησε πάλι σε λίγους μήνες όλη τη χώρα που είχε βάλει τέσσερα χρόνια να την ελευθερώσει ο Βασίλειος.

Κι έτσι έγινε κύριος της Ηπείρου, της Βόρειας και Δυτικής Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας.

Πρωτεύουσα του ήταν η Αχρίδα, ψηλά χτισμένη μέσα στ’ άγρια βουνά, που σηκώνουν υπερήφανα και άφθαστα τις χίλιες κορυφές τους παράπλευρα στη λίμνη της Αχρίδας.

Στα τέλη του 995 έφθασε ο Σαμουήλ ως τη Θεσσαλονίκη, όπου φρούραρχος ήταν ο Αρμένης μάγιστρος Γρηγόριος Ταρωνίτης.

Για να τον υποχρεώσει να βγει να πολεμήσει στον κάμπο, ο Σαμουήλ έστειλε ένα μικρό σώμα ως κάτω από τα κάστρα της πόλης, ενώ ο ίδιος, με τον υπόλοιπο στρατό, του έστηνε καρτέρι.

Ο Γρηγόριος ανέθεσε στο γιο του τον Ασώτη να βγει με την προφυλακή να πολεμήσει τους Βούλγαρους προσκόπους. Και ο ίδιος ακολούθησε με όλη τη φρουρά που έμενε στη Θεσσαλονίκη.

Ο Ασώτης ήταν πολύ νέος.

Καταχαρούμενος που του ανέθεσε ο πατέρας του μια τέτοια σπουδαία εντολή, θέλησε να δείξει πως ήταν άξιος της εμπιστοσύνης του, βγήκε με τους διαλεχτούς του στρατιώτες και ορμητικά έπεσε πάνω στους εχθρούς.

Εύκολα τους έτρεψε σε φυγή. Αλλά στον ενθουσιασμό της νίκης απομακρύνθηκε πολύ κι έπεσε στην παγίδα που του είχε στήσει ο Σαμουήλ.

Ευθύς τον περικύκλωσαν οι Βούλγαροι. Αυτός σαν λιοντάρι πολεμούσε με μερικούς πιστούς του, και δεν εννοούσε να παραδοθεί.

Κοντά του πολεμούσε κι ένας παιδικός του φίλος, ο Αλέξιος Αργυρός.

Βλέποντας την καταστροφή αναπόφευκτη του φώναξε ο Ασώτης:

-Τρέξε, ξέφυγε τους, φθάσε ως τον πατέρα μου, πες του να έρθει όσο είναι καιρός ακόμη…

Ο Αλέξιος δεν περίμενε ν’ ακούσει περισσότερα, κέντησε τα πλευρά του αλόγου του και πετάχθηκε ακράτητος ανάμεσα στους Βουλγάρους.

Με μια σπαθιά άνοιξε το κεφάλι του πρώτου που ζήτησε να τον σταματήσει, χτύπησε έναν δυο άλλους, και ξεφεύγοντας από μέσα από τα βέλη που σαν βροχή έπεφταν γύρω του, έτρεξε κατά το φρούριο.

Ο μάγιστρος ωστόσο είχε δει τον κίνδυνο που έτρεχε ο γιος του, και πηλάλα κατέφθασε με τη φρουρά.

-Ο γιος μου! Πού είναι ο Ασώτης; φώναξε καθώς είδε τον Αλέξιο.

-Τρέχα! Πρόφθασε! Φθάσε! απάντησε λαχανιασμένος ο Αλέξιος. Βαστά ακόμη, μα δεν του μένουν παρά μια φούχτα άνδρες.

Και χωρίς να σταματήσει, γύρισε το άλογο του και ξαναρίχθηκε στη μάχη με τον Γρηγόριο και τους δικούς του.

Μάταια προσπάθησε ο Γρηγόριος να φτάσει ως τον γιο του. Τον περικύκλωσαν οι Βούλγαροι, και το πλήθος τους απέκοψε το μικρό ελληνικό σώμα.

Ο μάγιστρος είδε τον κίνδυνο και εννόησε πως ελπίδα σωτηρίας δεν του έμενε. Βαριά πληγωμένος κόλας, έγειρε στον Αλέξιο, που πολεμούσε κοντά του, και του έχωσε στο χέρι ένα χρυσομάνικο μαχαίρι, στολισμένο με πολύτιμες πέτρες.

-Δώσε το αυτό στον Ασώτη, είπε, και πες του να το μπήξει στο στήθος του κάλλιο, παρά να ξεχάσει τι χρωστά στην πατρίδα.

Στην αγριότητα της μάχης, μόλις πρόφθασε ο Αλέξιος να κρύψει το μαχαίρι στον κόρφο του.

Και ο μάγιστρος έπεσε από το άλογο νεκρός.

Χτυπώντας με λύσσα τους εχθρούς, ο Αλέξιος προσπάθησε με το σπαθί του, ν’ ανοίξει δρόμο ως τον Ασώτη, που τον έβλεπε ακόμη γερό στο άλογο του. Μα τη στιγμή που έφθανε πια κοντά του, το ζώο κυλίστηκε στα χώματα σκοτωμένο, σέρνοντας μαζί και τον Ασώτη.

Μ’ έναν πήδο βρέθηκε κι ο Αλέξιος καταγής.

-Πάρε το άλογο μου! φώναξε. Γρήγορα! Φύγε! Ωστόσο κρατώ τους εχθρούς…

Ήταν πια αργά. Το πλήθος των Βουλγάρων έπεσε απάνω τους, τους καταπόνησε, τους αιχμαλώτισε.

Και δεμένους τους έσυραν στον Σαμουήλ.

Αφού σκοτώθηκε ο Ταρωνίτης και καταστράφηκε η φρουρά τους, οι Θεσσαλονικείς κλείστηκαν στην πόλη τους και με τρόμο περίμεναν την εκδίκηση του Σαμουήλ.

Αυτός όμως δεν σκοτίστηκε πια με αυτούς, δεν έχασε καιρό σε πολιορκίες.

Ξέγνοιαστος πως πίσω του δεν άφηνε δυνάμεις ελληνικές που μπορούσαν να εμποδίσουν τους σκοπούς του, παράτησε τη Θεσσαλονίκη και τράβηξε για τη νότια Ελλάδα, αφού πρώτα έστειλε τους αιχμαλώτους του με συνοδεία στην Αχρίδα.

Στο μεταξύ ο Αυτοκράτορας είχε επιστρέψει στη Βασιλεύουσα, όπου έμαθε την καταστροφή της φρουράς της Θεσσαλονίκης, και το τέλος του Γρηγορίου Ταρωνίτη. Ταράχθηκε, φουρκίστηκε για την επιτυχία του Σαμουήλ, αλλά και λυπήθηκε πολύ γιατί ο Ταρωνίτης ήταν ένας από τους αγαπημένου του στρατηγούς.

Με τη συνηθισμένη του όμως δραστηριότητα, παραμέρισε πένθη και λύπες και, χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε αμέσως έναν από τους ικανότερους του στρατηγούς, τον Νικηφόρο Ουρανό, με μεγάλο στρατό, να σταματήσει τους Βουλγάρους.

Ο Σαμουήλ είχε κατέβει στην κεντρική Ελλάδα και είχε προχωρήσει ως μέσα στην Πελοπόννησο.

Όπου περνούσε, δεν άφηνε πίσω του παρά στάχτη κι ερείπια.

Εκεί έφθασε η είδηση πως καινούργιος στρατηγός είχε φθάσει στη Θεσσαλονίκη με στρατό.

Ευθύς γύρισε πίσω, πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου, ανέβηκε στη Στερεά Ελλάδα, και σταμάτησε στον Σπερχειό, που ήταν πλημμυρισμένος και τον εμπόδιζε να περάσει με τον στρατό του.

Εκεί, κοντά στις Θερμοπύλες, κατέβηκε και τον πρόφθασε ο Ουρανός.

Ο ποταμός χώριζε τα δύο στρατόπεδα και ο Σαμουήλ και οι στρατιώτες του, με την ιδέα πως τα πλημμυρισμένα νερά θα εμπόδιζαν τους Έλληνες να περάσουν, δεν ανησύχησαν.

Ο Νικηφόρος Ουρανός όμως ζήτησε και μαι ρηχοτοπιά, και το βράδυ, σιωπηλά, πέρασε όλο το στρατό στην άλλη όχθη, όπου έπεσε πάνω στο κοιμισμένο στρατόπεδο των εχθρών και τους κατάκοψε.

Τόσοι Βούλγαροι σκοτώθηκαν εκείνη τη νύχτα, που ύστερα από είκοσι χρόνια, όταν πέρασε από κι ο Βουλγαροκτόνος πηγαίνοντας στην Αθήνα, ο ίδιος σάστισε σαν είδε τ’ αμέτρητα κόκαλα σκορπισμένα άταφα, που άσπριζαν την πεδιάδα ως πέρα.

Ο Σαμουήλ κι ο γιος του ο Ρωμανός πληγώθηκαν και ο δύο σ’ αυτήν την μάχη.

Κρυμμένοι όλη μέρα ανάμεσα στα πτώματα, έμειναν απαρατήρητοι. Και αφού νύχτωσε, σηκώθηκαν κι έφυγαν κρυφά.

Αψηφώντας τις πληγές τους και την κούραση, περπατούσαν τη νύχτα και κρύβονταν τη μέρα.

Μέρες και μέρες και με την επιμονή και το θάρρος τους, που δεν το έχασαν ποτέ, οι δύο αυτοί άνδρες κατόρθωσαν να περάσουν τα βουνά της Αιτωλίας και τ’ άγρια κορφοβούνια της Πίνδου, και να φτάσουν στην Ήπειρο, όπου είχαν συγκεντρώσει τις υπόλοιπες στρατιωτικές τους δυνάμεις και όπου ήξεραν πως οι Έλληνες δεν μπορούσαν να τους ακολουθήσουν.

…………………………………………………………………………

Πηνελόπη Δέλτα

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα, είναι Ιερό Χριστιανικό Αγίασμα που βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη, έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών», στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balik (= ψάρι) και περιλαμβάνει το Μοναστήρι, την Εκκλησία και το Αγίασμα.

Η Ζωοδόχος Πηγή
Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλί

Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής

Για την αποκάλυψη του Αγιάσματος υπάρχουν δυο εκδοχές: 1) Η πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457-474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας για νερό, μια φωνή του υπέδειξε την Πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην Πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή Εκκλησία προς τιμήν της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή». Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή Εκκλησία με πολλές λεπτομέρειες, αν και η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στο οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Ιστορικά πάντως είναι εξακριβωμένο, ότι το 536 στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά, λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος «του Οίκου της Αγίας Ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».

2) Η δεύτερη, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ’ ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά και δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό Παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν Ιερέα μπροστά σε μια Πηγή. «Είναι η Πηγή των θαυμάτων», του είπαν. Και έχτισε εκεί Μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφιά. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ανάγεται στην ανακαίνιση του Ναού το 559.

Η Ζωοδόχος Πηγή χτίζεται 5 φορές

Το 559 ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, θεραπευμένος από λιθίαση κάνοντας χρήση του νερού της Πηγής, ανακαίνισε τον Ναό αυτό με υλικά που είχαν περισσέψει από την Αγιά Σοφιά. Ο ανακαινισμένος όμως Ναός, κατέπεσε μετά από σεισμό όπου και ανοικοδόμησε εκ νέου η Ειρήνη η Αθηναία. Αλλά και μετά από νεότερη πτώση του, ανοικοδομήθηκε για τρίτη φορά από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα. Αργότερα πυρπολήθηκε από τον αρχηγό των Βουλγάρων, Συμεών, όπου και ανεγέρθηκε για 4η φορά από τον Ρωμανό τον Λεκαπηνό. Κατά τον 6ο αιώνα αποτελούσε ανδρώα Μονή στην οποία προσέρχονταν ο Αυτοκράτορας κάθε Πέμπτη της Αναλήψεως.

Στον περίβολο του Ναού αυτού, έστησε τις σκηνές του το 1424 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’. Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο Ναός καταστράφηκε και το Αγίασμα καλύφθηκε. Αργότερα όμως επετράπη στους Χριστιανούς να αποκαλύψουν το Αγίασμα και να επανιδρύσουν μικρό Προσκύνημα. Το 1732, οι Αρμένιοι προσπάθησαν να υφαρπάξουν το προσκύνημα, όμως, οι Έλληνες Χριστιανοί διέσωσαν το δικαίωμα της κατοχής τους. Το 1825 καταστράφηκε από τους γενίτσαρους και το 1827 ανευρέθηκε η Ιερά Εικόνα της Θεοτόκου εικονιζόμενη υπέρ της Ζωοδόχου Πηγής. Μετά απ’ αυτό, το 1830 ο Σουλτάνος επέτρεψε την νέα ανοικοδόμηση (5η φορά) του Ναού όπως σήμερα διασώζεται, επί Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α’ όπου και εγκαινιάσθηκε μετά από πέντε χρόνια.

Σήμερα στην αυλή της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών. Το δε Αγίασμα, βρίσκεται στον υπόγειο Ναό και αποτελείται από μαρμαρόκτιστη Πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται αγιασμένο. Απ’ εδώ διαδόθηκε ο τύπος της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ψηφιδωτή παράσταση της Εικόνας σώζεται στον εσωνάρθηκα της Μονής της Χώρας.

Σε ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού από τον Αυτοκράτορα Λέοντα, η Εκκλησία καθιέρωσε την κατ’ έτος Εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδας.

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή και τα ψάρια

Το όνομα Μπαλουκλί, προέρχεται από την Τουρκική λέξη «balik» («ψάρι») (προφέρεται περίπου μπαλούκ) και σημαίνει «των ψαριών» ή «με τα ψάρια», πιθανότατα λόγω ύπαρξης ψαριών στα νερά της περιοχής.

Σύμφωνα με το θρύλο, για τη Μονή του Μπαλουκλί, ένας καλόγερος τηγανίζει ψάρια. Τα ψάρια, μισοτηγανισμένα, έπεσαν στη λίμνη και περιμένουν την επιστροφή των Ελλήνων ως κυριάρχων στην Κωνσταντινούπολη για να ολοκληρώσει το τηγάνισμα ο καλόγερος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ζωοδόχος_Πηγή_του_Μπαλουκλή

Η Οσία Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).

Η Οσία Κασσιανή

Η Κασσιανή και ο Θεόφιλος

Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

Εκ γυναικός τα χείρω.
– Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.

Η μοναχή Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή το 843 μ.Χ. ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργειά της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της.

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το γνωστό τροπάριο της, που ψάλλεται στις Εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι’ αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Οσία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο, όπου τελείωσε η επίγεια ζωή της. Μετά το θάνατό της, τοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα μ.Χ. Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.

Παρόλο που την μνήμη της δεν την αναφέρει κανένας Συναξαριστής, οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματός της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 μ.Χ. στο τυπογραφείο της «Μεταρρυθμίσεως». Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889 μ.Χ.) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η Αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν οι κάτοικοι της Κάσου.

Η παρουσία της Κασσιανής έχει επισκιάσει τους υμνογράφους και μελωδούς της εποχής της, διότι αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελωδό (έγραφε και τους ύμνους και τη μελωδία) στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο, ευφυΐα, ευαισθησία και εκφραστικό πλούτο διακρίθηκε στον τομέα της μελουργίας (σ’ αυτό τη βοήθησε η μεγάλη μόρφωση, που η ευγενής καταγωγή της, της επέτρεψε να έχει). Γι’ αυτό και το έργο της είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, και συγκινεί ιδιαίτερα τον ορθόδοξο κόσμο.

Στην Κασσιανή αποδίδονται γύρω στα 45 έργα, από τα οποία τα 23 τουλάχιστον είναι χωρίς αμφιβολία δικά της, ενώ τα υπόλοιπα είναι αγνώστου προελεύσεως. Έχει επίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων υμνογράφων. Από τα πιο γνωστά τροπάρια είναι το περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σε ήχο πλ. δ΄, που ψάλλεται στους ναούς το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, καθώς και οι ειρμοί από την Α΄Ε΄ ωδή του Κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης». Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελείται από στιχηρά για εορταζομένους Αγίους. Στην ίδια αποδίδεται και ο τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , όπως και πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων, το «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», σέ ήχο β΄. Κατά τον βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, αναφερόμενος στο έργο της, έγραψε ότι «το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Αρκετοί πιστοί πιστεύουν (λανθασμένα) ότι η Κασσιανή ήταν αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα, και μιλώντας η Κασσιανή για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό της. Όπως όμως διαβάζουμε στον βίο της, από πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Η Κασσιανή ήταν μία οσία μοναχή του Βυζαντίου, προικισμένη με καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Αντί για τη βασιλική αλουργίδα προτίμησε το ταπεινό σχήμα της μοναχής και έγραψε πολλούς ύμνους.

Ποιά λοιπόν είναι η πόρνη γυναίκα, για την οποία μιλάνε όλα τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Στην ερώτηση αυτή, αρκετοί απαντούν (λανθασμένα) ότι αφού δεν είναι η Οσία Κασσιανή, τότε η αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα θα πρέπει να είναι η Μαρία η Μαγδαληνή! Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν υπήρξε διεφθαρμένη και πόρνη ποτέ. Ήταν μια ύπαρξη, που έπασχε, και την θεράπευσε ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει χαρακτηριστικά για τη Μαρία τη Μαγδαληνή: «Ακολουθούσαν τον Ιησού οι δώδεκα μαθηταί και γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια» (Λουκ. 8, 2). Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν λοιπόν δαιμονισμένη και ο Χριστός της έβγαλε τα δαιμόνια, όπως έβγαλε και τα δαιμόνια τόσων άλλων ανθρώπων.

Και τότε ποια είναι η πόρνη, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, η πόρνη, για την οποία μιλάνε τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Η αμαρτωλή και διεφθαρμένη πόρνη, αυτή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, μας είναι άγνωστη, είναι ανώνυμη. Ακούσατε σε κανένα τροπάριο το όνομα της πόρνης; Διαβάσατε στον Ευαγγελιστής Λουκά, που περιγράφει τη σχετική σκηνή, να αναφέρει πουθενά το όνομα της; Όχι! Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Απόστολοι, ενώ δεν έκρυβαν τις δικές τους ατέλειες και πτώσεις, όταν μιλάνε για μεγάλους αμαρτωλούς που μετανοούν, δεν αναφέρουν το όνομά τους. Δεν θέλουν να τους διαπομπεύσουν.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Πηγή: http://www.saint.gr

Παραδόσεις της πανούκλας

Η άγνοια των αιτίων που προκαλούσαν τις αρρώστιες έκανε τους ανθρώπους να τις αποδώσουν σε υπερφυσικές ή μεταφυσικές κακοποιές δυνάμεις και πνεύματα. Για να κατανοήσουν όμως αυτές τις αιτίες έπρεπε να τους δώσουν μορφή και μάλιστα μορφή ανθρώπου. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις αρρώστιες εκείνες που προκαλούσαν τις φονικές επιδημίες ή πανδημίες, όπως η χολέρα, η ευλογιά και η πανούκλα. Την τελευταία φοβερή αρρώστια ο ελληνικός λαός στις παραδόσεις του την προσωποποιεί ως γυναίκα με φονικό άγγιγμα, ως μαυροφόρα με φαρμακερό φύσημα, ως τρεις γριές, ως αράπισσα αμίλητη και απλησίαστη.

Παραδόσεις της πανούκλας
Ο Άγιος Χαράλαμπος πατά την «πανούκλα»

Για την προφύλαξη από την πανούκλα μια από τις παραδόσεις αναφέρει ότι επειδή αυτή, ως τυφλή, «πηγαίνει ψαχτά τοίχο τοίχο, δεν μπορεί να φτάσει κείνους που παραμερίζουν και κάθονται μες στα σπίτια τους». Εδώ υποδηλώνεται μια γενική υγειονομική αρχή: οι κλεισμένοι στα σπίτια τους περιορίζουν τις επαφές και ως εκ τούτου τον κίνδυνο μόλυνσης τους. Ίσως δε και η σωματική ανάπαυση, οι σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας να παίζουν κάποιο ρόλο.

Κατά τα άλλα, η αντιμετώπιση τους γίνεται με τρόπους μαγικούς ή με τη μεταφυσική-θεουργική παρέμβαση. Ένας αρκετά συχνός τρόπος ήταν το όργωμα ενός κύκλου γύρω από τον τόπο και το θάψιμο των καταπονημένων ζώων, για να «ταφεί» μαζί τους η πανούκλα.

Κατά τόπους αναφέρονται παραλλαγές αυτής της αντίληψης: «…έτυχε να γεννήσει μια γελάδα διδυμάρικα δαμάλια και σε σαράντα μέρες μπόρεσαν και τα έβαλαν στ’ αλέτρι και ζευγάρωσαν. Εσυλλογίστηκαν, λοιπόν, να βάλουν τα δαμάλια στο ζυγό, να οργώσουν ένα γύρο και να στο χωριό και να τα θάψουν στη μέση του χωριού. Το έκαμαν και από εκείνη τη μέρα γλύτωσαν από την πανούκλα. Και γι’ αυτό το χωριό από τα δαμάλια το ‘βγαλαν Δαμαλά». (Δαμαλά Τροιζηνίας)

Στην Αθήνα εκεί που «θαβόταν» η πανούκλα μαζί με τα ζώα και το αλέτρι, έβαζαν μια κολώνα («κολωνάκι»), ώστε να σηματοδοτείται ο τόπος για να μην «ξεθαφτεί» η αρρώστια. Ο Πολίτης αναφέρει μια ανάλογη κολώνα στη Γαργαρέτα, όπου είχε «ταφεί» η πανούκλα του 1789, μαζί με τα δίδυμα βόδια, με το αλέτρι και ένα ασημένιο καζάνι, μέσα το οποίο είχαν γράψει την αρρώστια. Το κολωνάκι αυτό ήταν τοποθετημένο στην περιοχή που σήμερα είναι το Γκάζι. Όταν, στα 1835, ανοιγόταν η οδός Πειραιώς το κολωνάκι βγήκε από τη θέση του και κι έπεσαν αρρώστιες στην πόλη. Σε ανάλογο κολωνάκι οφείλει την ονομασία της η ομώνυμη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.

Εκτός από τη μαγεία, την πανούκλα -κατά τις λαϊκές αντιλήψεις- μπορούσε να την αντιμετωπίσει και η παρέμβαση αγίων. Ιδιαίτερα έχει συσχετιστεί ο Άγιος Χαράλαμπος, ο οποίος στις εικόνες παριστάνεται να πατά την αρρώστια, που αποδίδεται με τη μορφή ισχνής, μαυριδερής γυναίκας που βγάζει φλόγα από το στόμα της. Η ιδιότητα αυτή του Αγίου προκύπτει από το συναξαρικό στοιχείο, που αφηγείται ότι το προνόμιο αυτό του δόθηκε «θεόθεν» κατά τη διάρκεια οπτασίας που έβλεπε κατά την ώρα του μαρτυρίου του. Εκκλησίες και παρεκκλήσια που υπάρχουν σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελλάδας συνδέονται με κάποια επιδημία πανούκλας. Στον προσεισμικό ναό του Αγίου Χαραλάμπους στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς, υπήρχε εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που ανέφερε τη σωτηρία της πόλης από το λοιμό με την παρέμβαση του Αγίου. Σε ορισμένα μέρη φτιάχνουν και «μονομερίτικο πουκάμισο» που του «φορούν» στην εικόνα του.

Κατά την επιδημία του 1792 στην Αθήνα, σαράντα μονοστέφανες γυναίκες έγνεσαν βαμβάκι, το ύφαναν και έκοψαν πουκάμισο που του φόρεσαν στις 10 Φεβρουαρίου (ημέρα γιορτής του Αγίου Χαραλάμπους) στην εικόνα του. Μάλιστα την επομένη το πουκαμισάκι κόπηκε σε κομμάτια και μοιράστηκε στον κόσμο ως φυλαχτό.

Εκτός από τον Άγιο Χαράλαμπο, και η Αγία Παρασκευή προστατεύει από την επιδημία πανούκλας. Στην Κέρκυρα οι τοπικές παραδόσεις θέλουν τον πολιούχο Άγιο Σπυρίδωνα να έχει πολλές φορές σώσει το νησί από διάφορα δεινά και από επιδημίες πανούκλας. Σε ανάμνηση της σωτηρίας από το λοιμό του 1630 τελείται η λιτανεία της Κυριακής των Βαΐων, ενώ σε ανάμνηση της προστασίας από το λοιμό του 1673 τελείται η λιτανεία της πρώτης Κυριακής του Νοεμβρίου. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι αυτή καθιερώθηκε από την ενετική αρχή.

Άλλα θεολογικά μέσα που χρησιμοποιούσαν για την πρόληψη ή το σταμάτημα ενός λοιμού αναφέρονται σε τελεουργίες που ήταν σε χρήση ήδη από τα χρόνια του Βυζαντίου κι έχουν ευρύτερη διασπορά στον ελλαδικό χώρο «…την αγίαν κάραν την οποίαν στέλλουσι και την φέρουσι εις στην πανούκλαν…». επικαλείται ο Καισάριος Δαπόντες. Αρχές Ιουλίου του 1821, για να αντιμετωπίσει επιδημία πανούκλας στο Ηράκλειο της Κρήτης ποσκομίστηκε στο νησί η Αγία Ζώνη από τη Μονή Βατοπεδίου. «Εκτός της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας, συναπεστάλησαν ο Τίμιος Σταυρός μετά Τίμιου Ξύλου και η κάρα του εν Αγίοις Πατρός ημών Ανδρέου του Κρητός…». Σε άλλα μέρη για να μην πέσει πανούκλα στο χωριό έκαναν την κεροδεσία, όπως έκαναν και για την ευλογιά. Γενικότερα λιτανείες αγίων λειψάνων ή θαυματουργών εικόνων, ολονύχτιες δεήσεις, λειτουργίες και άλλες τελετές ήταν σε κοινή χρήση για την αντιμετώπιση του λοιμού.

Ό,τι ισχύει και ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ισχύει και συμβαίνει και στον εξωελλαδικό ελληνισμό. Δεν είναι μόνο η κοινή παράδοση του Βυζαντίου και η κοινή (ορθόδοξη) πίστη με την ενιαία παράδοση. Είναι και η κοινή γλώσσα και το κοινό πολιτιστικό πλαίσιο, είναι όμως και η αδιάκοπη και πυκνή επικοινωνία των ανθρώπων που μεταφέρουν γνώσεις, σωστές ή λανθασμένες, γνώμες, αντιλήψεις, πίστεις, μύθους, παραδόσεις, τραγούδια. Ανάλογες είναι οι λαϊκές αντιλήψεις και στην Κύπρο, όπου η πανούκλα είναι η συχνότερα προσωποποιημένη νόσος, που εμφανίζεται ως ηλικιωμένη γυναίκα.

Εκτός από τις μαγικές και μεταφυσικές αντιλήψεις υπάρχουν και οι παράλληλα ακούμενες από τους εμπειρικούς μέθοδο, που, βέβαια, ελάχιστα μπορούν να παρέμβουν στην εξέλιξη του νοσήματος. Πιο αποτελεσματικά ήταν τα υγειονομικά μέτρα που έπαιρναν. Στη Χίο συγκεκριμένα έπαιρναν τα εξής:

  1. Απομόνωση των πανουκλιαμένων σε κελιά μοναστηριών (ενδεχομένως και σε άλλους χώρους)
  2. Ρούχα ανθρώπων που πέθαιναν από πανούκλα δεν τα έπαιρναν υγιείς, αλλά μόνο άτομα που είχαν αρρωστήσει και είχαν κατ’ εξαίρεση επιβιώσει.
  3. Όσοι πέθαιναν από πανούκλα θάβονταν σε λάκκους με ασβέστη.

Όσο για τη θεραπεία, οι εμπειρικοί της Λευκάδας χρησιμοποιούσαν πλήθος πολύπλοκων σκευασμάτων:

  1. Επιθέματα από μείγμα λαδιού κρίνου, λαδιού άνηθου, λίπους χήνας σε άπλυτο μαλλί προβάτου.
  2. Άνθη κολοκυθιάς, σταφίδες, μολόχα, χουρμάδες ανακατεμένα με χοιρινό λίπος, σε τοπικά επιθέματα.
  3. Χλωρή ρίζα άσπρης μολόχας, λινοκόκκι, σπόρι τίλιου σε λίπος χήνας ή σε ανάλατο λίπος χοίρου, σε επιθέματα.
  4. Ρίζα σέλινου σε ξύδι, σε απάλειψη.

Ευτυχώς η πανούκλα στις μέρες μας, χωρίς να εξαλειφθεί από τον κόσμο, έχει εκλείψει από ένα μεγάλο μέρος του και από το δικό μας τόπο. Έτσι η λέξη πανούκλα σήμερα λειτουργεί μόνο σε επίπεδο συμβολισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr