Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912-969)

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912 – 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς
Ο Νικηφόρος Β΄΄ Φωκάς

Ο Βίος του Νικηφόρου Β΄ Φωκά

O Νικηφόρος Β΄Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (Άραβες). Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ. Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα (σημ. Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Ύστερα από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας, το Μάρτιο του 961, κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος.

Πριν από την αναχώρησή του, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί (αφήνοντας μάλιστα για τη θρησκευτική στήριξη, αναμόρφωση και τον επανεκχριστιανισμό του νησιού, τον εκ του Πολεμονιακού Πόντου καταγόμενο Άγιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε») και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο, η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει έπειτα από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και μεγάλου πλήθους.

Ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’, η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα, παρ’ όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη. Έτσι, ο Νικηφόρος Φωκάς παντρεύτηκε την Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο και προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας, προχωρώντας έως την Τρίπολη. Παράλληλα, έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας έως πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινο-βουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο, η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Β΄Φωκά

Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ’ ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για την δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ (από τους πρωτεργάτες της συνωμοσίας) είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως από ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα. Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβούνταν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους. Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε. Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για το Νικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Ο άνθρωπος Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με το Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α’. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να χτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους, τη σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργίας της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθειά του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους μουσουλμάνους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους την Εκκλησία και ως εκ τούτου ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του.

Σήμερα, μία Φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομά του, και πιο συγκεκριμένα η Φ/Γ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (F-466).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Β’_Φωκάς

Please follow and like us:
error0

Η Άννα Κομνηνή (1083 – 1153)

Η Άννα Κομνηνή (1 Δεκεμβρίου 1083 – 1153) ήταν Βυζαντινή  πριγκίπισσα, ιστορικός και ιατρός, από τις σημαντικότερες μορφές της πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας κατά τον 12ο αιώνα, κόρη και πρωτότοκο παιδί του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκαινας. Ήταν επίσης εγγονή της Άννας Δαλασσηνής.

Θεωρείται η πρώτη γυναίκα ιστορικός. Στο ιστορικό της έργο Αλεξιάς  καθρεφτίζεται η μεγάλη παιδεία της, η αρχαιομάθειά της, η εξοικείωσή της με την Αγία Γραφή και προπαντός η αφοσίωση και ο θαυμασμός της για τον πατέρα της.

Η Άννα Κομνηνή
Η Άννα Κομνηνή

Ο Βίος της Άννας Κομνηνής

Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων και έτυχε επιμελέστατης μόρφωσης και παιδείας. Το 1091  μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα  Μιχαήλ Ζ΄ ενώ, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα, το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

Όταν το 1118 πέθανε ο πατέρας της, οργάνωσε συνωμοσία κατά του νόμιμου διάδοχου, του αδελφού της Ιωάννη, η οποία απέτυχε εξαιτίας της άρνησης του συζύγου της να πάρει μέρος σε αυτήν.

Η ιστορικός Άννα Κομνηνή

Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την Αλεξιάδα, σε 15 βιβλία (κεφάλαια). Στο έργο της κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλεξίου Α΄ μεταξύ 1069 και 1118. Η γλώσσα και η μορφή του κειμένου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του  αττικισμού. Το έργο της αποτελεί σημαντική πηγή για την Α΄ Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.

Πέθανε μετά το 1148, αλλά άγνωστο ακριβώς πότε. Από την Αλεξιάδα  φαίνεται ότι ζούσε μέχρι και το 1148, οπότε είναι πιθανό ότι πέθανε λίγο αργότερα, το 1149 ή το 1153 ή το 1154. Τάφηκε κοντά στον πατέρα της, στη Μονή Παμμακάριστου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε αφιερώσει στην Άννα Κομνηνή το ομώνυμο ποίημα, δημοσιευμένο το 1920.

Η οικογένεια της Άννας Κομνηνής

Παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο τον νεότερο και είχε τέκνα:

  • Αλέξιος π. 1102 – π. 1161/67, μέγας δούκας (ναύαρχος).
  • Ιωάννης π. 1103 – μετά το 1173.
  • Ειρήνη π. 1105 – ; .
  • Μαρία π. 1107 – ; .

Τα τέκνα της είχαν το επώνυμο (Κομνηνός) Βρυέννιος, όπως και η Άννα είχε το επώνυμο (Δούκαινα) Κομνηνή.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άννα_Κομνηνή

Please follow and like us:
error0

Ο Ιουστινιανός Α’ (482μ.Χ.-565μ.Χ.)

Ο Ιουστινιανός Α’, ( Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος Ιουστινιανός – λατινικά: Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus -11 Μαΐου 482 Ταυρήσιο- 14 Νοεμβρίου 565 Κωνσταντινούπολη), παραδοσιακά γνωστός ως Ιουστινιανός ο Μέγας και ως Άγιος Ιουστινιανός ο Μέγας στην  Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν Βυζαντινός Αυτοκράτορας από το 527 έως το θάνατο του το 565. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Ιουστινιανός προσπάθησε να αναβιώσει το μεγαλείο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να επανακτήσει τα χαμένα δυτικά εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η κυριαρχία του Ιουστινιανού αποτελεί μια ξεχωριστή εποχή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την «αποκατάσταση της αυτοκρατορίας». Ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ύστερης αρχαιότητας και ενδεχομένως ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας που μιλούσε τα λατινικά ως μητρική του γλώσσα.

Ο Ιουστινιανός θεωρείται ένας των σημαντικότερων ηγεμόνων της Ύστερης Αρχαιότητας. Η εποχή του σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη φάση μετάβασης από την κλασική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία  στο  εξελληνισμένο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος του Μεσαίωνα. Ακόμη κατάφερε με μακρόχρονους πολέμους εναντίον των Οστρογότθων και των Βανδάλων να ανακτήσει απομακρυσμένες περιοχές της Δυτικής Αυτοκρατορίας, που είχαν περιέλθει κατά τη διάρκεια των  Μεταναστεύσεων σε Γερμανικά φύλα. Στην Ανατολή η Αυτοκρατορία ενεπλάκη σε έντονες συγκρούσεις με τους Σασσανίδες. Καθοριστική σημασία είχε ο Ιουστινιανός για τη νομική ιστορία, καθώς προέστη της κωδικοποίησης του ρωμαϊκού δικαίου, η οποία ονομάστηκε Ιουστινιάνειος Κώδικας.

Ο Ιουστινιανός ο Α'
Η μορφή του Ιουστινιανού στα ψηφιδωτά του ναού του Αγίου Βιταλίου, στη Ραβέννα

Ο Ιουστινιανός ανεβαίνει στον θρόνο

Ο Πέτρος Σαββάτιος, ιλλυρικής ή θρακικής καταγωγής, γεννήθηκε στο Ταυρήσιο και ήταν ανιψιός του στρατηγού (και αργότερα αυτοκράτορα) Ιουστίνου Α’. Με την άνοδο του θείου του στην εξουσία το 518  ονομάστηκε πατρίκιος. Υπήρξε ο σημαντικότερος σύμβουλος και ουσιαστικός αντιβασιλέας του θείου του, και το 527, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου, ονομάστηκε συναυτοκράτορας, παίρνοντας το όνομα Ιουστινιανός, που σημαίνει ότι έχει υιοθετηθεί από τον Ιουστίνο.

Ήταν εξαιρετικά ικανός αλλά και αυταρχικός κυβερνήτης, με βαθιά λατινική και κλασσική μόρφωση. Η γυναίκα του Θεοδώρα, την οποία γνώρισε και παντρεύτηκε τον καιρό της εξουσίας του θείου του μέσω των κοινών τους επαφών με τους Βένετους, ήταν ταπεινής καταγωγής, αλλά ταυτόχρονα υπέρμετρα φιλόδοξη, ικανή, οξυδερκής και κυρίως πολύ όμορφη. Παρά την ταπεινή της καταγωγή, ο Ιουστίνος Α’ τη δέχτηκε, όχι όμως και η γυναίκα του, η οποία δεν επέτρεψε το γάμο μέχρι το θάνατό της το 524. Ακόμα και αν το παρελθόν της Θεοδώρας ήταν όντως σκοτεινό, είναι σίγουρο ότι με το γάμο της με τον Ιουστινιανό μεταμορφώνεται σε ιδανική σύζυγο και Αυτοκράτειρα.

Από τις πρώτες ενέργειες του Ιουστινιανού ήταν η βελτίωση των οικονομικών, μέσω είσπραξης των φόρων, εργασία που ανέθεσε στον ικανό αλλά αντιπαθή στο λαό Ιωάννη Καππαδόκη. Επίσης, αναθέτει τον ίδιο καιρό στον Τριβωνιανό την επανακωδικοποίηση των νόμων του  Θεοδοσίου, απαλείφοντας αντικρουόμενες διατάξεις και μειώνοντας δραστικά το μέγεθος και την έκταση των ισχυουσών διατάξεων. Αντιμετώπισε τους Σασσανίδες Πέρσες ήδη από το 532, οπότε και υπέγραψε συμφωνία ειρήνης με τον βασιλιά Χοσρόη Α’, ώστε να μπορέσει να ασχοληθεί απερίσπαστος με το μεγάλο του όνειρο, την ανακατάληψη της Δύσης.

Η Στάση του Νίκα

Η Αγία Σοφία, έμπνευση του Ιουστινιανού του Α'
Η Αγία Σοφία σήμερα, οι μιναρέδες χτίστηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς (1453).

Τον Ιανουάριο του 532 ξέσπασαν σοβαρές ταραχές μετά την καταδίκη κάποιων Πράσινων και Βένετων σε θάνατο για επεισόδια στον  Ιππόδρομο. Εκφράζοντας την αντιπάθειά τους στο πρόσωπο του απόμακρου αυτοκράτορά τους, που στα μάτια τους ήταν ο εισηγητής της σκληρής φορολογικής πολιτικής που πραγματοποιούσε ο Ιωάννης Καππαδόκης, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους της Πόλης, προκαλώντας καταστροφές και χρίζοντας αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανιψιό του  Αναστασίου Α΄. Η κατάσταση ξέφευγε από το έλεγχο του Ιουστινιανού, ο οποίος την παραμονή της εγκατάλειψης του θρόνου προς διαφυγή, μεταπείθεται (κατά μία εκδοχή) από τη Θεοδώρα και παραμένει για μάχη μέχρις εσχάτων. Έτσι, υπό τις εντολές του Βελισάριου, του Μούνδου και του διοικητή της φρουράς στρατηγού Ναρσή, ο ρωμαϊκός στρατός σφαγιάζει στον Ιππόδρομο 30.000 περίπου στασιαστές και μη, δίνοντας τέλος στην περίφημη «Στάση του Νίκα», η οποία έλαβε το όνομά της από το σύνθημα των επαναστατών.

Η καταστροφή του ναού της Αγίας Σοφίας κατά τις ταραχές αποτελεί το έναυσμα για την ανάθεση από τον Ιουστινιανό της κατασκευής ενός νέου μεγαλοπρεπούς ναού. Έτσι, την ίδια χρονιά οι αρχιτέκτονες από τις  Τράλλεις της Μ. Ασίας Ανθέμιος και Ισίδωρος ξεκινούν τις εργασίες κατασκευής, που ολοκληρώνονται το 537, χρησιμοποιώντας πολύχρωμα μάρμαρα από την Ελλάδα (κυρίως από τις Κυκλάδες) και ψηφιδωτά από διάφορα μέρη της Ιταλίας και της Ελλάδας. Ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, έργο για το οποίο ο αυτοκράτορας δεν εφείσθη χρημάτων ή εργασίας, αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία της αρχιτεκτονικής, με μέγεθος και μεγαλοπρέπεια που ως τις μέρες μας συγκινούν και προκαλούν δέος.

Η Επανάκτηση της Δύσης

Το μέγεθος της Αυτοκρατορίας επί Ιουστινιανού
Το μέγεθος της Αυτοκρατορίας επί Ιουστινιανού

Μετά τη Στάση του Νίκα, ο Αυτοκράτορας καταπιάνεται με έναν από τους βασικούς του στόχους:των δυτικών επαρχιών. Ο Βελισάριος, επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατού (magister militum), εκστρατεύει κατά του βασιλείου των Βανδάλων της Βόρειας Αφρικής, κατακτά την  Καρχηδόνα το 533, και προετοιμάζεται για την απόβαση στην Ιταλική χερσόνησο. Με τον θάνατο του βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου (ή Θεϋδέριχου) το 526, τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει η φιλόδοξη γυναίκα του Αμαλασούνθα, κηδεμόνας του διαδόχου Αθαλάριχου, την οποία όμως εκθρονίζει και θανατώνει ο Θεϋδάτος. Αυτή είναι και η αφορμή που ζητά η Ανατολική Αυτοκρατορία για να επιτεθεί. Άμεσα ο Βελισάριος καταλαμβάνει τη Νάπολη και τη Ρώμη. Ο αρχηγός των Γότθων Ουίτιγις υποχωρεί στη Ραβέννα, αλλά σύντομα επιστρέφει για να πολιορκήσει τη Ρώμη. Ο Βελισάριος, ενισχυμένος από την πρωτεύουσα καταλαμβάνει τη γύρω περιοχή και υποχρεώνει τους Γότθους σε τελική υποχώρηση το 538, σε μάχη κοντά στη γέφυρα της Μουλβίας, στην ίδια περίπου θέση όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος νίκησε το Μαξέντιο. Κατόπιν σειράς ασυνεννοησιών και αμφισβήτησης της πρωτοστρατηγίας του Βελισάριου από τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα, Ναρσή και Ιωάννη, οι Γότθοι ανακαταλαμβάνουν το Μιλάνο, εξοντώνοντας τους 300.000 κατοίκους του. Χρονικά την ίδια στιγμή περίπου, η Αυτοκρατορία δέχεται και την επίθεση του Χοσρόη και των Περσών στα ανατολικά. Ενώ λοιπόν ο Ιουστινιανός είναι έτοιμος να ανακαλέσει το Βελισάριο για ενίσχυση στα ανατολικά, ο ιδιοφυής αυτός στρατηγός με δόλιο τέχνασμα καταλαμβάνει τη Ραβέννα, συλλαμβάνει τον Ουίτιγι και την οικογένειά του, δίνοντας τέλος στην εκστρατεία και ολοκληρώνοντας φαινομενικά για λογαριασμό του Ιουστινιανού την ανακατάληψη της Ιταλίας.

Μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα το 539, ο Βελισάριος φεύγει σύντομα για να συναντήσει το Χοσρόη. Μετά από δύο χρόνια μαχών (και υπό το ψυχολογικό βάρος των απιστιών της γυναίκας του Αντωνίνας), ο Βελισάριος με τέχνασμα και πάλι εξουδετερώνει τον Χοσρόη. Το 542 ξεσπά η επιδημία βουβωνικής πανώλης, η οποία πλήττει και τον Αυτοκράτορα. Ο Βελισάριος επιστρέφει στην Ιταλία, η οποία λόγω της ανικανότητας των ορισμένων από τον Ιουστινιανό διοικητών της έχει περιέλθει εκ νέου στους Γότθους. Δυστυχώς, υπό την πίεση της Θεοδώρας ο Ιουστινιανός πείθεται ότι ο Βελισσάριος έχει τάσεις σφετερισμού, και έτσι τον εξοπλίζει δυσανάλογα φτωχά σε σχέση με τη φιλόδοξη αποστολή που του αναθέτει.

Στην αντιπαράθεσή τους με τον ικανό Γότθο βασιλιά Τωτίλα, οι Ρωμαίοι δεν μπορούν να κυριαρχήσουν. Ο Γότθος αρχηγός καταλαμβάνει τη Ρώμη το 546. Μετά από 5 χρόνια ατελέσφορων μαχών και διπλωματικών προσπαθειών, ο Βελισάριος ανακαλείται στην Πόλη το 549, χωρίς να έχει επιτύχει την επανάκτηση της Ιταλικής χερσονήσου, έχοντας όμως αναχαιτίσει του Γότθους σε βαθμό που δεν θα μπορέσουν ποτέ να εδραιώσουν την κυριαρχία τους. Έτσι, θα μπορέσει εύκολα ο Ναρσής, που τον αντικαθιστά το 551, με πολλαπλάσιο μάλιστα εξοπλισμό και μέσα, να ολοκληρώσει το έργο του Βελισάριου. Η επιστροφή του στρατηγού στην πρωτεύουσα το 549 συμπίπτει χρονικά με τον θάνατο της Θεοδώρας. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη συμφιλίωση των δύο ανδρών. Εν τω μεταξύ, στην Ιταλία, ο Ναρσής επικρατεί των βαρβάρων, καταφέρνοντας δύο συντριπτικές νίκες στην Μάχη των Βουσταγαλλώρων και στη Μάχη του Βεζουβίου, σκοτώνοντας τον Τωτίλα και τερματίζοντας την οστρογοτθική αντίσταση.

Το 551-555, ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα, υπό τις διαταγές του 80χρονου συγκλητικού Λιβέριου, στάλθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο, για να υποστηρίξει τον Αθανάγιλδο, που είχε εξεγερθεί εναντίον του βασιλιά Αγίλα. Το εκστρατευτικό σώμα σημείωσε εκπληκτική επιτυχία, καταλαμβάνοντας εύκολα τις παραλιακές πόλεις και το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ισπανίας, και με τη βοήθειά του, ο Αθανάγιλδος στέφεται βασιλιάς των Βησιγότθων το 554. Παρότι ο νέος βασιλιάς απαίτησε την επιστροφή των ρωμαιοκρατούμενων εδαφών, αναγκάστηκε να προβεί σε συμβιβασμό, μέσω του οποίου το νότιο τέταρτο της Ισπανίας έγινε ρωμαϊκή επαρχία, ενώ το βησιγοτθικό βασίλειο αναγνώρισε την επικυριαρχία του Ιουστινιανού.

Η Θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού Α’

Ο Ιουστινιανός θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ως ορθόδοξο Αυτοκράτορα. Η βασιλεία του θεωρείται ότι σημάδεψε το ζενίθ της αυτοκρατορικής κυριαρχίας επί της Εκκλησίας. Η εξουσία του επεκτεινόταν και πάνω στην ιεροσύνη. Διαχώριζε μεν imperium και sacerdotium, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να υποκύπτει στον πειρασμό να νομοθετεί πάνω σε θρησκευτικά ζητήματα. Έλαβε μέτρα για την ενεργό επιβολή του χαλκηδονιανού Χριστιανισμού (Γ’ Οικουμενική Σύνοδος) σε όλη την επικράτειά του. Έτσι, από νωρίς (το 529), έλαβε σκληρά μέτρα κατά των εναπομεινάντων ειδωλολατρών, και έκλεισε την περίφημη Ακαδημία Πλάτωνος. Περιόρισε με νομοθετικά μέτρα τα δικαιώματα των Εβραίων, και συνέτριψε με σκληρότητα την εξέγερση των Σαμαριτών. Ακόμα καταδίωξε τους μανιχαϊστές, οι οποίοι, λόγω της συσχέτισής τους με την εχθρική Σασσανιδική Περσία, υπέφεραν ιδιαίτερα.

Η αντιμετώπιση της πιο μεγάλης και επικίνδυνης αίρεσης, του  Μονοφυσιτισμού, ποίκιλλε. Η επιρροή της Θεοδώρας, που υποστήριζε τον Μονοφυσιτισμό και παρείχε προστασία σε σημαίνοντες εκπροσώπους του, μετρίασε την στάση του κατά το πρώτο μισό της βασιλείας του. Το 535 της επέτρεψε να διορίσει Πατριάρχη τον Άνθιμο, ο οποίος αμέσως συνδέθηκε με τους Μονοφυσίτες Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατήγγειλε το γεγονός στον Πάπα Αγαπητό, ο οποίος ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και έπεισε τον Ιουστινιανό να τον εκθρονίσει και να τον εξορίσει. Μετά τον θάνατο της Θεοδώρας όμως, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση της δυτικής εκκλησίας και την έντονη ενασχόλησή του με την θρησκεία προς το τέλος της ζωής του, η κρατική καταπίεση εντάθηκε. Η αυταρχική του πολιτική και η τάση του να ελέγχει πλήρως την Εκκλησία, φάνηκαν τόσο στην συμπεριφορά του απέναντι στον Πάπα Βιγίλιο, τον οποίο διαπόμπευσε δημοσίως, όσο και κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε το 553 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λειτούργησε υπό το καθεστώς της κυριαρχίας των απόψεών του, δια της συνηθισμένης οδού της επιλεκτικής αποδοχής των συμμετεχόντων.

Η ιεραποστολική του δραστηριότητα ήταν εξίσου έντονη, και απέστειλε ιερείς για να προσηλυτίσουν τους λαούς πέριξ της Αυτοκρατορίας, επιτυγχάνοντας να εκχριστιανίσει την Νουβία, τους Έρουλους και τους Αβασγούς.

Η εισβολή των Κουτρίγουρων το 559, που έφτασε μέχρι έξω από την πρωτεύουσα, αντιμετωπίζεται από το Βελισάριο με επιτυχία. Ο στρατηγός θα βρεθεί ξανά σε δυσμένεια το 562, στερούμενος τόσο τη δόξα που του άρμοζε, όσο και τη θέση του στην ρωμαϊκή ιεραρχία, αλλά αποκαταστάθηκε σύντομα.

Η οικονομία και η διοίκηση του Ιουστινιανού Α’

Χρυσό νόμισμα του Ιουστινιανού Α’ (527-565), που ανασκάφηκε στην Ινδία πιθανώς στα νότια, είναι ένα παράδειγμα του Ινδο-ρωμαϊκού εμπορίου κατά τη διάρκεια της περιόδου.

Όπως συνέβαινε και με τους προκατόχους του Ιουστινιανού, η οικονομική υγεία της αυτοκρατορίας στηριζόταν κυρίως στη γεωργία. Επιπλέον, το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων άνθισε, φτάνοντας ως το μακρινό Βορρά μέχρι την Κορνουάλη, όπου ο κασσίτερος ανταλλάχθηκε με ρωμαϊκό σιτάρι. Στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας, μεγάλες συνοδείες που έπλεαν από την Αλεξάνδρεια προς την Κωνσταντινούπολη με το σιτάρι και τα δημητριακά. Ο Ιουστινιανός με μια αποτελεσματική κίνηση ήταν η οικοδόμηση μιας μεγάλης σιταποθήκης στο νησί της Τενέδου για αποθήκευση και περαιτέρω μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιουστινιανός προσπάθησε επίσης να βρει νέες διαδρομές για το ανατολικό εμπόριο, το οποίο υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω των πολέμων με τους Πέρσες.

Ένα σημαντικό προϊόν πολυτελείας ήταν το μετάξι, το οποίο είχε εισαχθεί και στη συνέχεια μεταποιούνταν στην Αυτοκρατορία. Προκειμένου να προστατευθεί η παραγωγή του μεταξιού, ο Ιουστινιανός χορήγησε το μονοπώλιο στα αυτοκρατορικά εργοστάσια το 541. Προκειμένου να παρακάμψει το περσικό εμπάργκο, ο Ιουστινιανός δημιούργησε φιλικές σχέσεις με τους Αβησσυνίους, τους οποίους ήθελε να ενεργούν ως διαμεσολαβητές του εμπορίου με τη μεταφορά Ινδικού μεταξιού στην αυτοκρατορία. Οι Αβησσύνιοι, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν τους Πέρσες εμπόρους στην Ινδία. Στη συνέχεια, στις αρχές της δεκαετίας του 550, δύο μοναχοί κατάφεραν να κλέψουν μέσα στα μπαστούνια τους, αυγά μεταξοσκώληκα από την Κεντρική Ασία πίσω στην Κωνσταντινούπολη, και το μετάξι έγινε μονοπώλιο των ανακτόρων.

Κατά την έναρξη της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ είχε κληρονομήσει ένα πλεόνασμα 28.800.000 σόλιδων (£400.000 χρυσού) στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο από των Αναστάσιο Α΄ και Ιουστίνο Α΄. Σύμφωνα με τους κανόνες του Ιουστινιανού, ελήφθησαν μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς στις επαρχίες και να συλλέγεται πιο αποτελεσματικά οι φορολογία. Μεγαλύτερη διοικητική εξουσία δόθηκε τόσο στους ηγέτες των νομών και των επαρχιών, ενώ η εξουσία που είχε ληφθεί μακριά από τις αντιπροσωπείες των μητροπόλεων, ένας αριθμός των οποίων καταργήθηκαν. Η γενική τάση ήταν προς την απλοποίηση της διοικητικής υποδομής. Σύμφωνα με τον Brown(1971), η αυξημένη επαγγελματοποίηση της είσπραξης των φόρων έκανε πολλά για να καταστρέψει τις παραδοσιακές δομές της επαρχιακής ζωής, δεδομένου ότι αποδυνάμωσε την αυτονομία των δημοτικών συμβουλίων στης Ελληνικές πόλεις. Έχει υπολογιστεί ότι πριν την επανάκτηση (reconquista) του Ιουστινιανού Α΄ το κράτος είχε ετήσια έσοδα 5.000.000 σόλιδους το 530, αλλά μετά της κατάκτησης του, τα ετήσια έσοδα αυξήθηκαν σε 6.000.000 σόλιδους στο 550 μ.Χ.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, οι πόλεις και τα χωριά του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους ευημερούσαν, αν και η Αντιόχεια χτυπήθηκε από δύο σεισμούς (526, 528) και αλώθηκε και εκκενώθηκε από τους Πέρσες (540). Ο Ιουστινιανός είχε ανακατασκευάσει την πόλη, αλλά σε μικρότερη κλίμακα.

Παρ’ όλα αυτά τα μέτρα, η αυτοκρατορία υπέστη αρκετές σημαντικές αποτυχίες κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα. Η πρώτη ήταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα των ετών 535-536 τα οποία ασθένησαν την αγροτική παραγωγή σε όλη την αυτοκρατορία με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών ανθρώπων, μετά χτύπησε η πανούκλα, (γνωστή και ως πανώλη του Ιουστινιανού) η οποία διήρκεσε από το 541 έως 543 και, κατά των Προκόπιο αποδεκάτιζε τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας. Μέχρι και το 40% της Κωνσταντινούπολης λέγεται ότι αποδεκατίστηκε, κατά συνέπεια δημιούργησε έλλειψη εργατικού δυναμικού και αύξηση των μισθών. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού, επίσης, οδήγησε σε σημαντική αύξηση του αριθμού των «βάρβαρων» στα βυζαντινά στρατεύματα, μετά τις αρχές της δεκαετίας του 540. Το παρατεταμένο πόλεμο στην Ιταλία και τους πολέμους με τους Πέρσες, ήταν ένα βαρύ φορτίο για τους πόρους της αυτοκρατορίας, και ο Ιουστινιανός είχε επικριθεί από πολλούς για τη σπατάλη του παλατιού και για την άσωτη ζωή που έκανε το αυτοκρατορικό ζεύγος.

Μεταφορά του μεταξιού από την Κίνα

Σύμφωνα με πληροφορίες Βυζαντινών συγγραφέων, εξαιτίας της τεράστιας ζήτησης που είχε το μετάξι από την ανατολή, και το εμπάργκο που έκαναν οι Πέρσες κατά των Βυζαντινο-Περσικών πόλεμων, ο Ιουστινιανός το 544 έστειλε στην Κίνα δύο μοναχούς, ειδικά για το μετάξι, το οποίο εκείνη την εποχή είχε διαδοθεί σε μεγάλο βαθμό το χρησιμοποιούσε η εκκλησία και οι ευγενείς και ήταν πανάκριβο. Οι Βυζαντινοί μοναχοί με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για τη μετάδοση της Χριστιανικής θρησκείας περιηγήθηκαν στην Περσία και την Κίνα και κατά τη διάρκεια των περιηγήσεων τους, παρακολούθησαν όλη τη διαδικασία εκτροφής του μεταξοσκώληκα και παραγωγής του μεταξιού και φεύγοντας έκρυψαν μέσα στα κούφια μπαστούνια τους αρκετό μεταξόσπορο, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους. Στο τέλος της περιοδείας τους το 544 μετέφεραν το μετάξι στην Κωνσταντινούπολη, και από τότε περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο. Στα πρώτα χρόνια η βυζαντινή αυλή κρατούσε μυστικό τον τρόπο παραγωγής του μεταξιού από τον υπόλοιπο λαό, που πίστευε ότι το μετάξι προερχόταν από κάποια φυτική ουσία. Αργότερα όμως η τεχνική ξέφυγε από τα ανάκτορα και η μεταξουργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, που ονομάστηκε από τότε Μοριάς, εξαιτίας της καλλιέργειας της μουριάς. Και το Βυζάντιο ήταν ο μοναδικός εξαγωγέας του περίφημου μεταξιού του σε όλην την Ευρώπη για περίπου 3 αιώνες.

Αποτίμηση του έργου του Ιουστινιανού

Ο Ιουστινιανός κατάφερε να επεκτείνει τα σύνορα της Αυτοκρατορίας από τους Άγιους τόπους και τα βάθη της Ανατολίας μέχρι τις Ηράκλειες στήλες, επαναφέροντας τα σύνορα στα ίδια σχεδόν, της παλιάς Ρωμαϊκής. Στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο οι περιοχές επανέρχονται στη Δυτική Αυτοκρατορία και επιβάλλεται πλέον μια ένωση μέσω της κοινής χριστιανικής πίστης, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Ο βυζαντινός στρατός σημειώνει νίκες στην Ιταλία, το νότιο τμήμα της Ισπανίας και την Αφρική, και οι Πέρσες σταματούν τις επιχειρήσεις τους κατά του Βυζαντίου, σεβόμενοι τις συνθήκες. Η επανάκτηση της Δυτικής Αυτοκρατορίας διήρκεσε 25 χρόνια, με συνεχείς εκστρατείες κατά των Περσών και κατασκευή εκτενούς αμυντικού συστήματος (ορατού ακόμα και σήμερα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου). Ωστόσο η περίοδος βασιλείας του Ιουστινιανού περιλαμβάνει και πλήθος άλλων σημαντικών εξελίξεων, όπως κωδικοποίηση των νόμων, ενίσχυση του εμπορίου, εισαγωγή της καλλιέργειας του μεταξιού από την Κίνα, θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, ενίσχυση των δημοσίων οικονομικών και ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων με αποκορύφωμα την Αγία Σοφία.

Η φιλόδοξη επέκταση του Βυζαντίου όμως, προκάλεσε αρκετές εσωτερικές διαμάχες με τον πληθυσμό να κάνει συχνές εξεγέρσεις, είτε λόγω των δυσβάσταχτων φόρων από τους μακροχρόνιους πολέμους, είτε λόγω θρησκευτικών διαφορών. Η συνεχής εξωτερική απειλή, από σχεδόν όλα τα μέτωπα, οδήγησε σε μια περίοδο πτώσης της Αυτοκρατορίας, που ήρθε αμέσως μετά τον θάνατο τον Ιουστινιανού. Χαρακτηριστικά, το μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλίας κατελήφθη από τους Λομβαρδούς, μόλις 3 χρόνια από το θάνατό του. Ο Προκόπιος στο έργο του Απόκρυφη Ιστορία κατηγορεί τον ίδιο τον Ιουστινιανό αλλά κυρίως τη Θεοδώρα για αυτό.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Βυζαντινό…Κτηματολόγιο (324-1453)

Το Κτηματολόγιο στο Βυζάντιο είναι η καταγραφή των αποτελεσμάτων της αποτίμησης της γης και της εργατικής δύναμης ανθρώπων και ζώων σε κεφαλές και ζυγά.

Πρωτοβυζαντινή περίοδος (324-565)

Υπήρχαν πολλοί τύποι κτηματολογίων: τα αναλυτικά κτηματολόγια των τοπικών αρχών, τα συνοπτικά των επάρχων του πραιτωρίου και το κεντρικό κρατικό κτηματολόγιο. Με αυτόν τον τρόπο η κεντρική διοίκηση και ο αυτοκράτορας είχαν πλήρη εικόνα των φορολογικών υποχρεώσεων των διαφόρων περιφερειών του κράτους.

Τα τοπικά (αναλυτικά) κτηματολόγια περιελάμβαναν τα ονόματα των φορολογουμένων, το όνομα του χωριού τους και στη συνέχεια τις γαίες τους σε ιούγερα (ιούγερο=ρωμαϊκή μονάδα μέτρησης περιοχής, που ισοδυναμεί με 71 × 35½m περίπου), σύμφωνα με την ποιότητα τους, επίσης τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα, κατά την ποιότητα τους, και τέλος τους παροίκους οικογενειακώς, τους δούλους και τα ζώα.

Τα συνοπτικά κτηματολόγια των επάρχων του πραιτωρίου ανέγραφαν τις πόλεις κάθε επαρχίας με τον αριθμό των φορολογικών τους μονάδων.

Τέλος, στο κεντρικό κτηματολόγιο αναγραφόταν ο αριθμός των φορολογικών μονάδων κατά επαρχίες.

Τα τοπικά κτηματολόγια συντάσσονταν βάσει φορολογικών δηλώσεων των φορολογουμένων που δήλωναν την έκταση και ποιότητα γης, ανθρώπους και ζώα, και που ανανεώνονταν κάθε πέντε χρόνια. Ειδικοί υπάλληλοι επαλήθευαν τις δηλώσεις αυτές και αποτιμούσαν τη φορολογητέα ύλη σε ζυγά και κεφαλές.

Άλλοι φορολογικοί υπάλληλοι επέβλεπαν την τακτική καταβολή των φόρων και λαμβάνοντας υπ’ όψιν εξωτερικά τεκμήρια μπορούσαν να εισηγηθούν προσαρμογή του φόρου στις πραγματικές δυνατότητες του φορολογουμένου.

Έτσι το κράτος προσπαθούσε να συλλάβει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη φορολογητέα ύλη, ώστε με το προϊόν των πολλών φόρων που επέβαλλε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις τεράστιες κρατικές δαπάνες.

Μεσοβυζαντινή περίοδος (565-1081)

Το κτηματολόγιο της μεσοβυζαντινής εποχής, ο κώδιξ ή τα χαρτία του γενικού, περιελάμβανε τις γαίες κάθε φορολογούμενου, με ένδειξη του χωριού του, το ποσό του φόρου και το όνομα του. Ακολουθούσε η καταγραφή των ιδιοστάτων, των γαιών δηλαδή που δεν ανήκαν φορολογικά στο χωριό, των κλασμάτων, των χέρσων γαιών δηλαδή που για πρώτη φορά καταγράφονταν στο κτηματολόγιο. Το σύνολο των ψηφίων (φορολογικών ποσών) μιας περιοχής αποτελούσε το ακρόστιχο της, δηλαδή την φορολογική της υποχρέωση.

Κατά το τέλος της μεσοβυζαντινής εποχής εμφανίζεται και άλλη μορφή κτηματολογίου, το πρακτικό. Περιλαμβάνει ακριβή περιγραφή των γαιών μεγάλης ιδιοκτησίας με κατάλογο των παροίκων, των οικογενειών τους και των ζώων που είχαν.

Το μεσοβυζαντινό κτηματολόγιο δεν έχει αποφασιστικό αποδεικτικό χαρακτήρα. Σπανιότατα χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό στοιχείο για εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τότε δεν του αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία.

Υστεροβυζαντινή περίοδος (1081-1453)

Από την υστεροβυζαντινή περίοδο σώζονται μόνο πρακτικά κτηματολόγια. Περιέχουν τον περιορισμό, δηλαδή την περιγραφή της έκτασης μιας μεγάλης ιδιοκτησίας με δήλωση των παροίκων, της οικογένειας τους, της οικίας, των ζώων, των γαιών τους και του τελούμενου φόρου.

Πηγή: «Το Βυζαντινό Κράτος». Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ.Βάνιας

Please follow and like us:
error0

Η Θεοδώρα Πορφυρογέννητη (984-1055)

Η Θεοδώρα Πορφυρογέννητη (984 – 31 Αυγούστου 1056) ήταν συναυτοκράτειρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τις 19 Απριλίου 1042 έως και της 10 Ιανουαρίου 1055. Ενώ στις 11 Ιανουαρίου 1055 έως και το θάνατο της, τον Αύγουστο του 1056 ήταν αυτοκράτειρα. Μέλος της Μακεδονικής δυναστείας που κυβέρνησε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία για σχεδόν δύο αιώνες.

Η Θεοδώρα Πορφυρογέννητη σε νόμισμα της εποχής
Προσωπογραφία της Θεοδώρας σε νόμισμα της εποχής

Ο Βίος της Θεοδώρας Πορφυρογέννητης

Η Θεοδώρα Πορφυρογέννητη, η νεότερη από τις κόρες του Κωνσταντίνου του Η’ ήταν – όπως μας μαρτυρεί ο Μιχαήλ Ψελλός σκιαγραφώντας το χαρακτήρα της, σε αντιπαραβολή με αυτόν της Ζωής – ψηλή, αδύνατη, απότομη και γρήγορη στο λόγο, χαμογελαστή, όχι ιδιαίτερα εύστροφη και όμορφη, και ιδιαίτερα φειδωλή.

Διέθετε δυναμικό και φιλόδοξο χαρακτήρα καθώς στην αρχή της βασιλείας του Ρωμανού Γ’ Αργυρού (1029) φαίνεται ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στην εκδήλωση των συνωμοσιών του Προυσιανού και του Κωνσταντίνου Διογένη, οδηγώντας τη Ζωή στην απόφαση να την περιορίσει στη μονή Πετρίου. Ο Ψελλός αναφέρει ότι «ο φθόνος […] χώρισε τις δύο αδελφές» και πως η θέση της στο μοναστήρι ήταν «αξιοσέβαστη». Η κουρά της Θεοδώρας, ισοδυναμούσε με ποινή και αποκλεισμό από την πολιτειακή οργάνωση της αυτοκρατορίας. Συμμετείχε επίσης και στην τιμωρία με τύφλωση του Μιχαήλ Ε’ και του Ιωάννη Ορφανοτρόφου το 1043.

Κατά πάσα πιθανότητα άθελά της, η μικρή κόρη του Κωνσταντίνου Η’ ήδη άνω των εξήντα ετών, αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Θ’. Κυβερνά με σύνεση, σε όποιο βαθμό της επέτρεπε η ηλικία και το φύλο της, δεδομένου ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμική, ενώ είχε επανέλθει από πολυετή μοναστική ζωή. Σημαντικότερη απόφασή της και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη, είναι ο ορισμός ως διαδόχου του Μιχαήλ Βρίνγκα, μετέπειτα γνωστού ως “Στρατιωτικού”, απόγονο του Ιωσήφ Βρίνγκα, αξιωματούχου τον καιρό της βασιλείας του παππού της του Ρωμανού Β’.

Αποφάσισε να μην παντρευτεί και απέκρουσε κάθε προσπάθεια από στρατό ή κλήρο – ο πατριάρχης Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος δυσανασχετούσε επειδή αυτοκράτωρ ήταν μια γυναίκα – να πάρει σύζυγο συνάρχοντα, υπερασπίσθηκε δραστικότατα την ανεξαρτησία της από τις επιβουλές και επιρροές της στρατιωτικής τάξης, αλλά και της κοινής γνώμης που σύμφωνα με τον Ψελλό δεν ήταν σύμφωνη με μία τέτοια διευθέτηση των πραγμάτων. «Όλοι βέβαια το θεωρούσαν απρεπές να εκθηλύνεται έτσι η άλλοτε αρρενωπή εξουσία των Ρωμαίων». Όχι τόσο από την επιθυμία για μονοκρατορία, αλλά -όπως παρατηρεί ο Ψελλός- επειδή ίσως δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μοίρα της Ζωής. Έτσι, παίρνοντας την έγκριση των ικανών αξιωματούχων που επρόσκειντο ευνοϊκά, παραχώρησε τη διοίκηση του κράτους στον έμπιστό της πρωθυπουργό πρωτοσύγκελο Λέοντα Παρασπόνδυλο, έναν δυσπρόσιτο αλλά ικανό πολιτικό τον οποίο ο Ψελλός μέμφεται και κατακρίνει τη Θεοδώρα για την επιλογή της αυτή.

Τρόπος διακυβέρνησης της Θεοδώρας

Η Θεοδώρα Πορφυρογέννητη θα αναλάβει την αυτοκρατορική εξουσία, ως μόνη κάτοχός της πια, στις 11 Ιανουαρίου του 1055, αμέσως μετά το θάνατο του Μονομάχου, αφού πρώτα εξουδετέρωσε τις απειλές που είχαν εμφανισθεί. Από την μια πλευρά οι άνθρωποι του Κωνσταντίνου Θ΄ προσπάθησαν να αναγορεύσουν αυτοκράτορα τον δούκα Βουλγαρίας Νικηφόρο Πρωτεύοντα. Απέτυχαν όμως και έχασαν τις θέσεις τους. Από την άλλη πλευρά, ο πατρίκιος Βρυέννιος, εκπρόσωπος της στρατιωτικής αριστοκρατίας και αρχηγός των Μακεδονικών δυνάμεων (των δυνάμεων δηλαδή που είχαν υποστηρίξει τον πατρίκιο Λέοντα Τορνίκιο οκτώ χρόνια νωρίτερα) αποπειράθηκε φαίνεται και αυτός να στασιάσει. Απέτυχε και εξορίστηκε, ενώ η μεγάλη περιουσία του δημεύτηκε. Τα παραπάνω γεγονότα παραλείπονται από την εξιστόρηση του Ψελλού.

Παρά το ότι ο Ψελλός καταρχάς χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση της Θεοδώρας συνετή, κατόπιν παρατηρεί ότι ήταν απαραίτητη η ανάληψη των κρατικών ηνίων από έναν άνδρα. Εντούτοις, ο Ψελλός μαρτυρεί την ύπαρξη ενός γενικότερου κλίματος δυσαρέσκειας, εξαιτίας του ότι η Ρωμαϊκή αρχή βρισκόταν στα χέρια μιας γυναίκας, ενώ τέλος, ακόμη και τα θετικά στοιχεία που αποδίδει στη βασιλεία της Θεοδώρας έχουν να κάνουν περισσότερο με τη διεθνή και εσωτερική πολιτική συγκυρία και πολλή λιγότερο με τις πραγματικές της ικανότητες στην άσκηση της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Κυβέρνησε όπως οι αυτοκράτορες: ήταν προϊσταμένη της αυλής, διόριζε αξιωματούχους, εξέδιδε διατάγματα, ρύθμιζε δικαστικές διαφορές, δέχονταν πρέσβεις και αρχηγούς κρατών, εκπλήρωνε τυπικό ρόλο του αυτοκράτορα και λάμβανε αποφάσεις σχετικά με ζητήματα οικονομικής ή εξωτερικής πολιτικής, πάντα με «σοβαρή φωνή» όπως μας πληροφορεί ο Ψελλός. Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα ήταν ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει προσωπικά το στρατό στη μάχη.

Φαίνεται πως είχε πλήρη συναίσθηση της δύναμής της. Όταν ανέβηκε στο θρόνο, ενώ κατά το έθιμο, για να πάρει με το μέρος της αρχές και λαό έπρεπε να κάνει δωρεές, εκείνη αρνήθηκε δικαιολογώντας την απόφασή της αυτή, σύμφωνα με τον Ψελλό, ως ανανέωση αρχής που ανήκε στη νόμιμη κληρονόμο. Εδώ έχουμε και μια πρόσθετη πληροφορία που αφορά στη φιλαργυρία της αλλά και την οικονομική πολιτική που εφάρμοσε κατά την περίοδο που ήταν στην εξουσία. Η Θεοδώρα κατά την περίοδο της βασιλείας της έκοψε χρυσά νομίσματα.

Πέθανε τον Αύγουστο του 1056 σε ηλικία περίπου εβδομήντα ετών, από κάποιο γαστρεντερικό πρόβλημα, όπως αναφέρει ο Ψελλός και έστεψε διάδοχό της τον Μιχαήλ ΣΤ΄ τον Στρατιωτικό, χωρίς όμως να έχει προνοήσει για τη διαδοχή. Ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Η βασιλεία της Θεοδώρας της πορφυρογέννητης σήμανε και το τέλος της Μακεδονικής δυναστείας.

Χαρακτηρισμός της Θεοδώρας

Φαίνεται πως οι βυζαντινές αυτοκράτειρες που κατάφεραν να αναρριχηθούν στο ύπατο αξίωμα και πιο συγκεκριμένα η Θεοδώρα, εκτός από την ευγλωττία της, την φιλοδοξία και την ανάμειξή της στις δολοπλοκίες και τις ίντριγκες του παλατιού της Κωνσταντινούπολης, έδρασε ως ικανή αυτοκρατόρισσα-μονάρχης που εκμεταλλεύθηκε τις προσωπικές ατέλειες και αδυναμίες του κύκλου της, χωρίς να παραιτηθεί από τα προνόμια που της παρείχε η θέση της ως μέλους της Μακεδονικής δυναστείας.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θεοδώρα_(11ος_αιώνας)

Please follow and like us:
error0

Η Ειρήνη η Αθηναία (752-803)

Η Ειρήνη η Αθηναία (752 – 9 Αυγούστου 803), γνωστή και ως Ειρήνη Σαρανταπήχαινα, ήταν Βυζαντινή αυτοκράτειρα από τον γάμο της με τον Λέοντα Δ΄ από το 775 έως το 780, Βυζαντινή αντιβασίλισσα κατά τη διάρκεια της ανηλικιότητας του γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ΄ από το 780 μέχρι το 797 και τελικά Βυζαντινή αυτοκράτειρα από το 797 έως το 802. Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της, ασκούσε η ίδια αποκλειστικά σχεδόν την εξουσία. Το όνομά της είναι συνδεδεμένο με την πρώτη αναστήλωση των εικόνων, που θεσπίστηκε από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και με την τύφλωση του γιου της, που διατάχθηκε από την ίδια.

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ και η μητέρα του Ειρήνη σε νόμισμα
Ο Κωνσταντίνος ΣΤ’ και η μητέρα του Ειρήνη

Η ανάληψη της εξουσίας

Καταγόταν από την πλούσια Οικογένεια Σαρανταπήχου της Αθήνας και διακρινόταν για τη μόρφωση και την ομορφιά της. Ήταν ορφανή και την έφερε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη, όπου το 769 παντρεύτηκε τον γιο του, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Λέοντα Δ΄ (775-780).

Μετά το θάνατο του Λέοντα Δ΄, η Ειρήνη ανέλαβε την κηδεμονία του δεκάχρονου Κωνσταντίνου ΣΤ΄. Ήταν ήδη γνωστό, πως ήταν εικονόφιλη: ενόσω ζούσε ακόμη ο Λέων Δ΄, είχαν βρεθεί εικόνες στο προσκέφαλό της και ο αυτοκράτορας την επέπληξε σφοδρότατα και διέκοψε κάθε επαφή μαζί της. Λίγες ημέρες μετά την ανάρρηση του γιου της, εξουδετέρωσε απόπειρα εικονομάχων αρχόντων να ανεβάσουν στον θρόνο τον ετεροθαλή αδελφό τού Λέοντα Δ΄, τον καίσαρα Νικηφόρο και τον υποχρέωσε, καθώς και τους υπόλοιπους γιους του Κωνσταντίνου Ε΄ από την ίδια μητέρα, να περιβληθούν το ιερατικό σχήμα.

Ως συνένοχος κατηγορήθηκε και ο στρατηγός της Σικελίας Ελπίδιος, παρ’ όλο που είχε τοποθετηθεί από την ίδια την Ειρήνη μετά την αποκάλυψη της συνωμοσίας (781-782). Ο Ελπίδιος απέκρουσε αρχικά τους απεσταλμένους της Ειρήνης, που πήγαν στην Σικελία για να τον συλλάβουν και τελικά κατέφυγε στους Άραβες της Αφρικής.

Η επιρροή του συμβούλου της ευνούχου Σταυράκιου, που είχε γίνει λογοθέτης του δρόμου, προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις στον στρατό, με πρώτη συνέπεια την αυτομολία του στρατηγού των Βουκελλαρίων Τατζάτη στους Άραβες, όταν αυτοί εισέβαλαν με επί κεφαλής τον Χαρούν αλ Ρασίντ στην Μικρά Ασία και έφτασαν ως τη Χρυσόπολη. Ο παλαιός στρατηγός του Κωνσταντίνου Ε΄, ο Μιχαήλ Λαχανοδράκων αγωνίστηκε να απωθήσει τους Άραβες, αλλά ο στρατός του ήταν εξασθενημένος και ο ίδιος σε δυσμένεια. Τελικά συνομολογήθηκε ειρήνη, με ταπεινωτικούς για την Αυτοκρατορία όρους.[5]

Εν τω μεταξύ είχαν εξεγερθεί διάφορα σλαβικά φύλα της Ελληνικής Χερσονήσου. Ο Σταυράκιος κατόρθωσε να καταστείλει τις εξεγέρσεις, τέλεσε θρίαμβο στην Κωνσταντινούπολη και ενίσχυσε την επιρροή του στα δημόσια πράγματα.

Την ίδια περίπου εποχή η Ειρήνη εγκατέλειψε τους συμμάχους των Βυζαντινών Λομβαρδούς, που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Φράγκους και προσήγγισε τους τελευταίους. Έστειλε πρέσβεις στον Καρλομάγνο και αρραβώνιασε τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ με την κόρη του ρήγα των Φράγκων Ροτρούδη (Ερυθρώ κατά τους Βυζαντινούς).

Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος

Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από την Ειρήνη, είχε αρχίσει η ενθάρρυνση της εικονόφιλης παράταξης. Τον Αύγουστο του 784 ο πατριάρχης Παύλος παραιτήθηκε, επικαλούμενος τύψεις συνειδήσεως, διότι συνέπραξε με εικονομάχους βασιλείς και πρότεινε οικουμενική σύνοδο. Νέος πατριάρχης εξελέγη ο λαϊκός μέχρι τότε Ταράσιος, γραμματέας της Ειρήνης, ο οποίος αποδέχθηκε την εκλογή υπό τον όρο σύγκλησης οικουμενικής συνόδου, η οποία και αποφασίστηκε.

Η νέα σύνοδος ορίστηκε να αρχίσει τις συνεδριάσεις της στις 17 Αυγούστου του 786 στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Αλλά ο στρατός, που εμφορούνταν από εικονομαχικό πνεύμα και είχε πρόσφατο το προηγούμενο της πραξικοπηματικής εκλογής του Ταράσιου, αντέδρασε βίαια και ματαίωσε τις περαιτέρω εργασίες της συνόδου. Τότε η Ειρήνη έστειλε τον ευνούχο Σταυράκιο στη Θράκη για να στρατολογήσει νέο στρατό, από εικονολάτρες. Σκηνοθέτησε μετά νέα εισβολή των Αράβων και διακήρυξε την ανάγκη εκστρατείας εναντίον τους. Πήρε μαζί της τα καλύτερα τάγματα της βασιλικής φρουράς, που είχε εκπαιδεύσει και οδηγήσει σε νίκες ο Κωνσταντίνος Ε΄, και βγήκε από την Πόλη για να περάσουν δήθεν στην Ασία, αυτή, η αυλή και τα τάγματα. Εκεί τα αφόπλισε με διάφορες προφάσεις, ενώ ο στρατός του Σταυράκιου έμπαινε στην Πόλη από τις πύλες της Θράκης. Τα πιστά στην εικονομαχία τάγματα διατάχτηκαν να διαλυθούν και ο εικονομαχικός στρατός της Κωνσταντινούπολης έπαψε να υπάρχει.

Παρά την διάλυση αυτή του εικονομαχικού στρατού, ο τόπος και ο χρόνος δεν θεωρήθηκαν κατάλληλοι για την συνέχιση των εργασιών της συνόδου και οι συνεδριάσεις της έγιναν στην Νίκαια της Βιθυνίας τον Μάιο του 787. Η εικονόφιλη παράταξη επικράτησε πλήρως. Καταλύθηκε το κύρος της μέχρι τότε θεωρουμένης ως Ζ΄ Οικουμενικής συνόδου της Ιερείας του 754 και αποφασίστηκε η αναστήλωση των εικόνων.

Τα μέχρι την διαμάχη

Επωφελούμενοι από τους εσωτερικούς περισπασμούς, Άραβες και Βούλγαροι πραγματοποιούσαν επιδρομές στα εδάφη του κράτους, λεηλατούσαν τις επαρχίες του και νικούσαν τους στρατούς του, οι οποίοι είχαν αποδυναμωθεί λόγω της ακολουθούμενης πολιτικής. Η Ειρήνη διέλυσε τον αρραβώνα του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ με την Ροτρούδη και τον νύμφευσε, παρά την θέλησή του, με τη Μαρία της Αμνίας. Και αφού διέρρηξε τις σχέσεις της με τον Κάρολο, έστειλε στρατό να βοηθήσει τους Λομβαρδούς εναντίον του· όμως και αυτός ο στρατός νικήθηκε.

Η διαμάχη μητέρας και γιου

Το 790 ο Κωνσταντίνος ήταν είκοσι χρόνων και έπρεπε πια να αναλάβει την εξουσία. Αλλά η Ειρήνη και ο Σταυράκιος αντιδρούσαν. Η Ειρήνη είχε διαλύσει τον αρραβώνα με την Ροτρούδη για να μη ισχυροποιηθεί ο γιος της και ο Σταυράκιος ήλεγχε τον κρατικό μηχανισμό, σε βαθμό που κανείς δεν έδινε την παραμικρή σημασία στον Κωνσταντίνο ΣΤ΄. Συνεννοήθηκε τότε αυτός με λίγους άρχοντες να συλλάβει και να εξορίσει τη μητέρα του στην Σικελία. Αλλά η Ειρήνη πληροφορήθηκε τα πάντα μέσω του Σταυράκιου· συνέλαβε, κούρεψε, έδειρε και εξόρισε τους συνωμότες, τον δε Κωνσταντίνο ΣΤ΄ τον έβρισε και τον χαστούκισε και τον έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ύστερα ζήτησε από τον στρατό να ορκιστεί, ότι όσο ζούσε αυτή δεν θα αναγνώριζε τον Κωσταντίνο ΣΤ΄ ως βασιλιά.

Ο νέος στρατός που συγκρότησε ο Σταυράκιος στα ευρωπαϊκά θέματα, ορκίστηκε βέβαια αμέσως. Αλλά ο στρατός της Ανατολής αντέδρασε. Εντονότερα αντέδρασε ο στρατός του θέματος των Αρμενιακών, που αρνήθηκε τον όρκο και την πρόταξη του ονόματος της Ειρήνης σε αυτό του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, όπως του ζητήθηκε. Η Ειρήνη έστειλε τον σπαθάριο Αλέξιο Μουσελέμ για να συνετίσει τους Αρμενιακούς, αλλά αυτός προσχώρησε στο κίνημα και ανέλαβε την αρχηγία των εξεγερμένων. Τώρα όλος ο στρατός της Ανατολής επευφήμησε τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ ως μόνο βασιλιά και προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη. Η Ειρήνη, που δεν μπορούσε βέβαια να βασιστεί στον στρατό του Σταυράκιου, αναγκάστηκε να ελευθερώσει τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄, που έσπευσε να συναντήσει τον στρατό της Ανατολής, ο οποίος τον αναγνώρισε μονοκράτορα και αποκήρυξε την Ειρήνη. Ύστερα ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ μπήκε στην Πόλη και ο Σταυράκιος, καθώς και όλοι οι ευνούχοι του Παλατιού, εξορίστηκαν. Η Ειρήνη περιορίστηκε στο ανάκτορο του Ελευθερίου, όπου είχε τους θησαυρούς της.

Τον Απρίλιο του 791 εξεστράτευσε ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ κατά των Βουλγάρων και ύστερα από μία αψιμαχία και μόνο επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εξίσου αναποτελεσματική ήταν και μία εκστρατεία του στην Κιλικία κατά των Αράβων, τον Σεπτέμβριο.

Ύστερα ο Κωνσταντίνος ανακάλεσε την μητέρα του και την αποκατέστησε πλήρως. Η βασιλεία ήταν πάλι «Κωνσταντίνου και Ειρήνης». Και πάλι όμως οι Αρμενιακοί αρνήθηκαν να δεχτούν την νέα τροπή των πραγμάτων και απαίτησαν να τεθεί εκ νέου επί κεφαλής τους ο Αλέξιος Μουσελέμ, που βρισκόταν στην Βασιλεύουσα τιμημένος από τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ με τον τίτλο του πατρικίου.

Αλλά η Ειρήνη -και ο επίσης ανακληθείς Σταυράκιος- ήλεγχαν πλήρως την κατάσταση. Ο Αλέξιος κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, δάρθηκε, κουρεύτηκε και φυλακίστηκε. Ύστερα ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ εξεστράτευσε και πάλι κατά των Βουλγάρων, αλλά υπέστη δεινή ήττα με μεγάλες απώλειες. Μεταξύ των πολλών στρατηγών που έπεσαν στην μάχη, ήταν και ο γηραιός Μιχαήλ Λαχανοδράκων.

Αγανακτισμένος ο στρατός από τις τόσες συμφορές, αποφάσισε να απαλλαγεί από μητέρα και γιο και να αναγορεύσει αυτοκράτορα τον καίσαρα Νικηφόρο, εκείνον που είχε υποχρεωθεί να γίνει ιερωμένος στην αρχή της βασιλείας της Ειρήνης. Αλλά πρόλαβε αυτή, τύφλωσε τον Νικηφόρο και γλωσσοκόπησε τους τέσσερις αδελφούς του. Τυφλώθηκε και ο Αλέξιος Μουσελέμ.

Τότε οι Αρμενιακοί στασίασαν αναφανδόν και νίκησαν τους στρατηγούς, που στάλθηκαν εναντίον τους. Αλλά την άνοιξη του 793 νικήθηκαν με προδοσία. Εκτός από τις άλλες τιμωρίες που τους επιβλήθηκαν, χίλιοι από αυτούς οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και στίχθηκαν στα μέτωπά τους με μελάνη οι λέξεις αρμενιακός επίβουλος. Ύστερα εξορίστηκαν στην Σικελία και σε άλλα νησιά.

Όπως προαναφέρθηκε ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ είχε υποχρεωθεί από την μητέρα του να νυμφευθεί την Μαρία της Αμνίας. Ύστερα από επτά χρόνια γάμου ερωτεύτηκε μιαν ακόλουθο της Ειρήνης, τη Θεοδότη· υποχρέωσε την Μαρία να μπει σε μοναστήρι και παντρεύτηκε την Θεοδότη.

Το σκάνδαλο ήταν μέγα. Ο πατριάρχης Ταράσιος είχε προσπαθήσει να αποτρέψει τον Κωνσταντίνο ΣΤ, αλλά τελικά υποχρεώθηκε να επιτρέψει σε έναν ιερέα των ανακτόρων να τελέσει τον γάμο. Ο ηγούμενος της μονής του Σακκουδίωνος Πλάτων και ο ανεψιός του Θεόδωρος ο Στουδίτης αντέδρασαν έντονα και καταδίκασαν τον πατριάρχη και όλους όσους αναγνώρισαν τον γάμο, τον οποίο θεώρησαν μοιχεία. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ φυλάκισε τον Πλάτωνα και εξόρισε τον Θεόδωρο και άλλους μοναχούς στην Θεσσαλονίκη.

Αλλά και αυτός ο γάμος ήταν μέρος του σχεδίου της Ειρήνης για να υπονομεύσει τον γιο της, δεδομένου ότι ήταν αυτή που του υπέβαλε την ιδέα, για να προκαλέσει την απέχθεια του λαού για την συμπεριφορά του. Στους δε αντιδρώντες μοναχούς παρείχε την υποστήριξή της.

Τον Οκτώβριο του 796 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ απέκτησε γιο από τη Θεοδότη. Η θέση του εδραιωνόταν και η Ειρήνη ενέτεινε τις υπονομευτικές της προσπάθειες. Έτσι, όταν τον Μάρτιο της άλλης χρονιάς ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ εξεστράτευσε εναντίον των Αράβων, ο Σταυράκιος και οι άλλοι, με τους οποίους η Ειρήνη τον είχε περιστοιχίσει, τον παραπλάνησαν ως προς την παρουσία Αραβικού στρατού στην περιοχή και απέτρεψαν την σύγκρουση, φοβούμενοι νίκη τού Αυτοκράτορα και θρίαμβό του στην Κωνσταντινούπολη.

Όταν πέθανε ο γιος του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, η Ειρήνη αποφάσισε να δώσει οριστική λύση. Αρχές Ιουλίου έστειλε ένα απόσπασμα για να συλλάβει τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄, αλλά αυτός πρόλαβε να μπει σε πλοίο και να περάσει στην ασιατική ακτή της Προποντίδος, σκοπεύοντας να καταφύγει στον στρατό της Ανατολής. Αλλά είχε μαζί του τους ανθρώπους της μητέρας του, προς τους οποίους αυτή διαμήνυσε ότι, αν δεν ενεργούσαν όπως είχε συμφωνηθεί, θα έθετε υπ’ όψιν του γιου της τις αποδείξεις των συνεννοήσεων που είχαν μαζί της. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ συνελήφθη, μεταφέρθηκε στην αίθουσα της Πορφύρας των ανακτόρων, όπου τον είχε γεννήσει η Ειρήνη και εκεί τυφλώθηκε κατά διαταγή της.

Η πιστός βασιλεύς Ειρήνη, η Αθηναία

Μετά την επικράτησή της η Ειρήνη τύφλωσε και εξόρισε τους γιους του Κωνσταντίνο Ε΄, των οποίων είχε ήδη κόψει την γλώσσα, γιατί κάποιοι από τον στρατό σκέφτηκαν να τους ανεβάσουν στον θρόνο. Ήταν προφανώς δικαιολογία, διότι ο αυτοκράτορας έπρεπε να είναι αρτιμελής. Ύστερα συνομολόγησε τετραετείς σπονδές με τους Άραβες, οι οποίοι «έπραττον ό,τι ήθελον εν τη μικρά Ασία» έναντι ετήσιου φόρου. Τέλεσε μετά θρίαμβο σκορπίζοντας αφειδώς χρήματα και χάρισε φόρους καθώς και τα τελωνειακά δικαιώματα του Βόσπορου και του Ελλήσποντου.

Εν τω μεταξύ είχε ανατείλει το άστρο ενός άλλου ευνούχου, του Αέτιου. Όταν κάποτε αρρώστησε βαριά η Ειρήνη, άρχισε η έριδα των ευνούχων Σταυράκιου και Αέτιου. Ήλπιζαν και οι δύο, ότι θα ανέβαζαν στον θρόνο κάποιον συγγενή τους. Τελικά επικράτησε ο Αέτιος, ο Σταυράκιος κατηγορήθηκε για συνωμοσία, τέθηκε υπό περιορισμόν και σε λίγο καιρό πέθανε.

Τα Χριστούγεννα του 800 ο πάπας Λέων Γ΄ έστεψε στην Ρώμη τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα Ρωμαίων. Αυτό καθαυτό το γεγονός δεν θεωρήθηκε σπουδαίο από τους Βυζαντινούς, αν και για πολλά χρόνια δεν αναγνωριζόταν ο τίτλος και μία μόνο σοβαρή συνέπεια είχε γι’ αυτούς, την ενδυνάμωση του κύρους του πάπα. Ο δε Κάρολος, μολονότι τα παιδιά τους ήταν κάποτε αρραβωνισμένα, έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε σε γάμο την Ειρήνη, θέλοντας να ενώσει την ανατολή με την δύση.

Η πτώση

Η πρόταση αυτή επέσπευσε την πτώση της Ειρήνης, αιτίες της οποίας ήταν η εικονομαχική αντίδραση στις συνεχείς παραχωρήσεις της στους μοναχούς, ο περιορισμός των κρατικών πόρων, η απειλούμενη υποταγή στον πάπα και οι φανερές πλέον ενέργειες του ευνούχου Αέτιου, ο οποίος, έχοντας καταστεί απόλυτος σχεδόν κύριος του κράτους, προόριζε για αυτοκράτορα τον αδελφό του.

Τελικά οργανώθηκε συνωμοσία τόσο κατά της Ειρήνης, όσο και κατά του Αέτιου από πολιτικούς και στρατιωτικούς άρχοντες και τον Οκτώβριο του 802 η Ειρήνη εκθρονίστηκε και ανέβηκε στον θρόνο ο γενικός λογοθέτης Νικηφόρος.

Ο νέος αυτοκράτορας την επισκέφθηκε την επομένη της ενθρόνισής του, της δήλωσε ότι ενήργησε βιαζόμενος από τους άρχοντες, την διαβεβαίωσε για την ασφάλειά της, αλλά ζήτησε επιτακτικά να του δώσει τους θησαυρούς της. Η Ειρήνη απάντησε με αξιοπρέπεια, ότι έπεσε λόγω των αμαρτιών της και δέχθηκε να αποδώσει τους θησαυρούς, αν της επιτρεπόταν να παραμείνει στο ανάκτορο. Ο Νικηφόρος συμφώνησε, πήρε τους θησαυρούς και την εξόρισε αμέσως στην Πρίγκηπο και ύστερα από λίγο στην Λέσβο, όπου και απεβίωσε τον Αύγουστο του 803.

Εκτίμηση

Η σπουδαιότερη πηγή για τα έργα και τις ημέρες της Ειρήνης είναι ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής. Όπως έχει ήδη εκτεθεί, δεν θέλησε να αποκρύψει το μεγάλο της κακούργημα, την αρχομανία της και τους δόλους της. Αλλά και πριν και μετά την τύφλωση του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ την αποκαλεί αγία, ευσεβεστάτη, σοφή και θεοφιλή, και «υπέρ της ορθής πίστεως αθλήσασαν και μαρτυρήσασαν», ενώ επικρίνει σφοδρότατα και χαρακτηρίζει τύραννο τον Νικηφόρο, επειδή την ανέτρεψε. Παρόμοια και οι μεταγενέστεροι Κεδρηνός και Ζωναράς. Όλα αυτά βέβαια επειδή όλοι οι χρονογράφοι ήταν εικονόφιλοι και η Ειρήνη ήταν αυτή, που αναστήλωσε για πρώτη φορά τις εικόνες και υπήρξε η πρωτεργάτις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Γίββων δέχεται όλα τα γραφόμενα του Θεοφάνη κατά της Ειρήνης και συνοψίζει : «αυτή η φιλόδοξη πριγκίπισσα που απαρνήθηκε τα ιερότερα καθήκοντα της μητέρας…» 

Ο Παπαρρηγόπουλος ήδη στο πρώτο από τα αναφερόμενα σ’ αυτήν κεφάλαια παραθέτει υποκεφάλαιο με τίτλο «αφροσύνη και κακοβουλία της Ειρήνης» ενώ στο «Τελευταίαι περί Ειρήνης κρίσεις» αναφέρει «Δυστυχώς δεν περιωρίσθη εις μόνον το των εικόνων ζήτημα, αλλά παρέλυσε τον στρατόν, εθυσίασε τα σπουδαιότερα εξωτερικά του κράτους συμφέροντα, κατήργησε παραλόγως πολλούς απαραιτήτους φόρους, επολλαπλασίασε τα μοναστήρια, κατέστησε την κυβέρνησιν υποχείριον των μοναχών και παρέδωκε τα πράγματα εις χείρας ανδρών ανικάνων…»

Ο Κάρολος Ντηλ μιλά για την έλλειψη ενδοιασμών, την ραδιουργία, ωμότητα και δολιότητά της και αμφιβάλλει για τις ικανότητές της.

Ο Στήβεν Ράνσιμαν την κατατάσσει ανάμεσα στους ραδιούργους και χωρίς ενδοιασμούς ανθρώπους  και μιλά για τα ολέθρια αποτελέσματα της διοίκησής της.

Όμοια επικριτικός και ο Νόργουιτς, ο οποίος μάλιστα υποπτεύεται, ότι η Ειρήνη δολοφόνησε τον νεογέννητο γιο του Κωνσταντίνου ΣΤ΄.

Στον αντίποδα ο Σλουμπερζέ, που αναλύεται σε ύμνους προς την προσωπικότητα και την διακυβέρνησή της  και ο Ντυράν, που της καταλογίζει μεν έλλειψη ηθικών ενδοιασμών, αλλά βρίσκει ευεργετική την βασιλεία της, προσπερνώντας ασχολίαστο το γεγονός της τύφλωσης.

Μια σύγχρονη εκτίμηση είναι, ότι «Η Ειρήνη, η Αθηναία υπήρξε οπωσδήποτε μία από τις πιο δυναμικές προσωπικότητες του 8ου αιώνα, αλλά οι άμετρες προσωπικές φιλοδοξίες της εξουδετέρωσαν τα θετικά στοιχεία των πολιτικών της επιλογών. Προσπάθησε να θεραπεύσει τον διχασμό της βυζαντινής κοινωνίας με τη μετριοπαθή πολιτική της στο ζήτημα των εικόνων, αλλά τόνωσε τις αντιθέσεις με την εσφαλμένη επιλογή των συμβούλων και των στόχων της, για να αποδειχθεί τελικά τραγική φυσιογνωμία… Η αποδιοργάνωση της άμυνας του Βυζαντίου και οι ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης εξασθένισαν σημαντικά τη διεθνή του ακτινοβολία».

Please follow and like us:
error0

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν αδέλφια, μοναχοί, με μεγάλη ιεραποστολική δράση.  Σε αυτούς αποδίδεται ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και η απόδοση γραφής στη σλαβική γλώσσα.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων
Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος

Οι αδελφοί Κωνσταντίνος (μοναστικό όνομα Κύριλλος) και Μεθόδιος ήταν δύο από τα επτά συνολικά παιδιά μιας γνωστής οικογένειας της πόλης της Θεσσαλονίκης, με έντονη θρησκευτικότητα. Στη βιογραφία του ο Άγιος Κύριλλος ισχυρίζεται ότι με τον αδελφό του κατάγονται από «βασιλικό γένος». Εκείνη την εποχή ο πατέρας τους ήταν υπεύθυνος για τα θέματα στρατιωτικής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Τα δύο αδέλφια μιλούσαν την ελληνική, ενώ είχαν σπουδάσει, ιδιαίτερα ο Κύριλλος, τη σλαβική , την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα, Η γνώση αυτών των γλωσσών τους διευκόλυνε στη μετέπειτα διακονία τους.
Ο Μεθόδιος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ, γεννήθηκε το 815. Ήταν άνθρωπος της πράξης και είχε ξεκινήσει καριέρα στον πολιτικό στίβο. Διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλίας, ενώ αργότερα έγινε μοναχός σε ένα μοναστήρι στον Όλυμπο.

Ο Κύριλλος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 827. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε ιερέας και μετέπειτα έφτασε στο βαθμό του επισκόπου. Δίδαξε τη Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία.

Ιεραποστολή στο σλαβικό έθνος

Το 863, μετά απo αίτημα του Σλάβου ηγεμόνα της Μοραβίας Ρατισλάβου, όταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο Μιχαήλ ο Γ’, ο Πατριάρχης Φώτιος επέλεξε τους Μεθόδιο και Κύριλλο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη σοφία τους, για το δύσκολο έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων. Οι δύο ιερωμένοι δέχτηκαν με μεγάλη προθυμία και χαρά, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα υπηρετούσαν το θέλημα του Θεού και θα οδηγούσαν στο δρόμο της σωτηρίας τους λαούς των περιοχών που βρίσκονταν πάνω από τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους λαούς αυτούς, χρησιμοποίησαν ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ελληνικό, το οποίο μπορούσε να αποδώσει τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας, και το οποίο εφηύρε ο Κύριλλος. Σε αυτό το αλφάβητο που ονομάστηκε Γλαγολιτικό, μετέφρασαν την Αγία Γραφή, πoλλά λειτουργικά και θεολογικά βιβλία, καθώς και τη Χριστιανική λειτουργική υμνολογία. Επάνω στο Γλαγολιτικό αλφάβητο στηρίζεται και η σημερινή Κυριλλική γραφή (που ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Κύριλλου) των σλαβικών εθνών και πάνω σε αυτό αναπτύχθηκε ολόκληρη η γραμματεία τους.

Η διαφωτιστική τους αποστολή εκεί προκάλεσε την οργή, τη ζήλια και το μίσος στα μέρη των φράγκων και του γερμανο-λατινικού κλήρου και ήταν η αιτία να υπάρξουν εντάσεις ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτική. Οι ιεραπόστολοι αδελφοί αναγκάστηκαν από τον Πάπα Avδριαvό τoν Β’ να προσέλθουν στη Ρώμη για να απολογηθούν στις κατηγορίες ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η χριστιανική ιεροτελεστία μπορεί να τελείται μόνο στην Eβραϊκή, την Ελληνική και τη Λατινική γλώσσα, δηλαδή στις τρεις γλώσσες, στις οποίες γράφτηκε η επιγραφή που κρεμάστηκε στο σταυρό του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος Κύριλλος υποστήριξε ότι όλοι οι λαοί, όπως και οι Σλάβοι, δικαιούνται να δοξάζουν τον Θεό και να δημιουργούν την κουλτούρα τους στην μητρική τους γλώσσα. Ο Πάπας Ανδριανός o Β’ επείσθη, αγίασε τα μεταφρασμένα βιβλία, ενώ σε μερικές εκκλησίες της Ρώμης τελέστηκε λειτουργία στη σλαβική γλώσσα, προς αναγνώρισή της στο χριστιανικό κόσμο. Πρόκειται για μια επιτυχημένη αποστολή των Αγίων αδελφών.

Αποστολή στους Σαρακηνούς

Στο πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, αφού άρπαξαν τις πλούσιες εκείνες περιοχές της αυτοκρατορίας, δεν έπαυσαν ποτέ να ενεργούν επιδρομές στις ανατολικές της επαρχίες με κύριο σκοπό τη λεηλασία. Υπό την κυριαρχία των μουσουλμάνων Αράβων ζούσαν ακόμη πολλά εκατομμύρια χριστιανοί. Έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να πάρουν θάρρος και οι κατακτητές να αναγκαστούν να τους συμπεριφέρονται ηπιότερα. Αλλά τα βυζαντινά όπλα δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την κατάσταση.

Το 856 στάλθηκε στο χαλιφάτο της Βαγδάτης ο Φώτιος για πολιτικές διαπραγματεύσεις. Έπειτα από λίγα χρόνια, ίσως το 860, ανατέθηκε άλλη αποστολή στον Κωνσταντίνο, η οποία απέβλεπε στη βελτίωση της θέσης των εκεί χριστιανών με τις συζητήσεις που θα γίνονταν με τον Χαλίφη Μουταβακκήλ. Υπήρχε ελπίδα ότι θα ήταν δυνατή η κάμψη του φανατισμού και της ορμής των Αράβων με το λόγο, αλλά περισσότερο υπήρχε ελπίδα ότι το φρόνημα των υπόδουλων χριστιανών θα αναπτερωνόταν με την είδηση ότι κάποιος δυναμικός ομόθρησκός τους επισκέφτηκε την πρωτεύουσα του χαλιφάτου και ντρόπιασε τους μουσουλμάνους θεολόγους.

Έφτασε στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου μαζί με ένα γραμματέα σε εποχή έξαρσης των πιέσεων και διώξεων κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων οι δυνάστες είχαν υποχρεώσει τους χριστιανούς να ζωγραφίσουν στις πόρτες των σπιτιών τους τη μορφή του διαβόλου. Κατά την επίσκεψή του ο Κωνσταντίνος ρωτήθηκε ειρωνικά από μουσουλμάνους τι σήμαινε η απεικόνιση αυτή. Απάντησε με χαρακτηριστική ευστροφία: «Βλέπω παραστάσεις διαβόλων και συμπεραίνω ότι στο εσωτερικό αυτών των σπιτιών κατοικούν χριστιανοί· επειδή, δηλαδή, οι διάβολοι δεν μπορούν να συμβιώσουν με αυτούς, βγήκαν έξω από τα σπίτια. Όπου δε βλέπω τις παραστάσεις αυτές, εκεί προφανώς οι διάβολοι κατοικούν μέσα».

Σε συζήτηση με μουσουλμάνους θεολόγους κατά τη διάρκεια συμποσίου ο Κωνσταντίνος έθιξε ένα από τα σπουδαιότερα σημεία διαφορών μεταξύ των δύο θρησκειών. Οι Χριστιανοί, είπε, βαδίζουν προς την απόκτηση της τελειότητας με ηθικούς αγώνες και δοκιμάζουν μεταπτώσεις στο δρόμο τους, αλλά τα επιτεύγματά τους είναι πιο πνευματικά. Οι Μουσουλμάνοι δεν αγωνίζονται ηθικά, διότι ο θρησκευτικός νόμος τους δεν έχει απαγορεύσεις, γι’ αυτό δεν μπορούν να προκόψουν σε ήθος.
Η αποστολή του Κωνσταντίνου στο αραβικό κράτος έφερε κάποια ανακούφιση στους εκεί χριστιανούς. Κατά την επιστροφή του αυτός πέρασε από το ασκητήριο του αδελφού του Μεθοδίου, στον Όλυμπο, και έμεινε λίγο χρόνο μαζί του για ανάπαυση.

Αποστολή στη Ρωσία

Η προηγούμενη αποστολή του Κωνσταντίνου δεν υπήρξε τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός. Εδώ και δύο αιώνες και ο Χριστιανισμός και η ελληνική αυτοκρατορία μίκραινε λόγω της αραβικής επίθεσης. Τώρα ήταν καιρός ν’ αφυπνιστούν και από τη μακραίωνη σύμπτυξη να έρθουν σε απότομη ανάπτυξη. Δυστυχώς η απόπειρα επέκτασης προς την Ανατολή δεν έφερε αποτελέσματα. Αλλά αν ο Χριστιανισμός έχασε έδαφος στο Νότο και στην Ανατολή εξαιτίας της αιματηρής βίας των Μουσουλμάνων, υπήρχε χώρος δράσης στο Βορρά.

Ο πατριάρχης Φώτιος αντιλήφτηκε εγκαίρως ότι οι Σλάβοι και οι Τούρκοι του Βορρά, οι Χαζάροι, έχοντας έρθει σε επαφή με τους Έλληνες από παλιά, ήταν πλέον ώριμοι να κερδηθούν και να μπουν στην ομάδα των χριστιανικών λαών και συγχρόνως στον κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Για την ασφαλή θεμελίωση κάθε προσπάθειας προς την κατεύθυνση αυτή έπρεπε να προηγηθεί προσεκτική μελέτη των θεσμών των σλαβικών ιδίως λαών, λογοτεχνική διαμόρφωση της σλαβικής γλώσσας και μετάφραση των απαραίτητων βιβλίων σε αυτήν. Για την προετοιμασία αυτού του έργου ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ειδικό κέντρο σλαβικών μελετών, στο οποίο εκπαιδεύτηκαν ιεραπόστολοι και εκπολιτιστές. Προϊστάμενος του κέντρου ορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τον Φώτιο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος στο εξής ανέλαβε τη διοργάνωση κάθε διαφωτιστικής αποστολής
Τον Ιούνιο του 860 πολυάριθμα ρωσικά στρατεύματα ενήργησαν εισβολή απίθανης αγριότητας στην Κωνσταντινούπολη με μονόξυλα. Ο Φώτιος τη χαρακτηρίζει ως εξής σε ομιλία του: «το παράλογο της επίθεσης, το απροσδόκητο της ταχύτητας, η απανθρωπιά της βαρβαρικής φυλής, η σκληρότητα της συμπεριφοράς και η επιθετική σκέψη παρουσιάζουν τη συμφορά σαν κεραυνό που στάλθηκε από τους ουρανούς». Ευτυχώς η εισβολή αποκρούστηκε τόσο απροσδόκητα όσο είχε ενεργηθεί.

Οι Ρώσοι ήταν σλαβικό έθνος υποταγμένο τότε στη μικρή σκανδιναβική φυλή, τους Βαράγγους, που είχαν κατέβει από τη λίμνη Λάδογα [Λάντογκα]. Αν και οι Ρώσοι ήταν υπόδουλοι, η γλώσσα τους επικράτησε και τελικά οι Βαράγγοι αφομοιώθηκαν με αυτούς. Κατείχαν τότε το χώρο μεταξύ των μεγάλων ποταμών Δνειπέρου και Δον. Κατά την εισβολή τους στην πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας, τη πολυθρύλητη Τσάργραδ, είδαν όλη τη λάμψη της και κατά την απόκρουσή τους έμαθαν εκ πείρας όλη τη δύναμή της.

Αντιλήφτηκαν, λοιπόν, ότι ήταν προτιμότερο να έχουν τη φιλία παρά την έχθρα των Ελλήνων. Και το Βυζάντιο τους διευκόλυνε σε αυτό. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να σταλεί αντιπροσωπεία ικανή να θέσει τις βάσεις για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων του Βορρά, αλλά και των Χαζάρων που βρίσκονταν στα ανατολικά τους. Αυτό θα ήταν επίσης ωφέλιμο και από πολιτικής πλευράς· διότι ο Χριστιανισμός έφερε πάντοτε εξημέρωση ηθών και μέχρι ενός σημείου κατεύνασε τις επιθετικές διαθέσεις των βαρβάρων που δέχονταν.

Ο αυτοκράτορας και ο Φώτιος δεν μπορούσαν να βρουν άλλον πιο κατάλληλο από τον Κωνσταντίνο. Αυτός, αν και είχε επιστρέψει από την αποστολή του στους Άραβες μόλις πριν από μικρό χρονικό διάστημα, δέχτηκε χωρίς δισταγμό την εντολή, και πήρε μαζί του τον Μεθόδιο, ο οποίος φαίνεται ότι τον είχε ακολουθήσει από τον Όλυμπο στην πρωτεύουσα. Ο Μεθόδιος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Κωνσταντίνο, αλλά υποτάχθηκε σε εκείνον, επειδή ήταν πιο αρμόδιος για την ιεραποστολή. Αυτός εργαζόταν περισσότερο με την προσευχή, εκείνος με το λόγο. Αλλά αργότερα έγινε και αυτός πολύ ικανός οργανωτής.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος πήγαν με πλοίο στη Χερσώνα της Κριμαίας. Το καθεστώς της Κριμαίας ήταν πολύ ρευστό: ανατολικά τους κυριαρχούσαν οι Χαζάροι, βόρεια οι Ρώσοι και δυτικά οι Ούγγροι, ενώ ομάδες αυτών των φύλων κατοικούσαν και μέσα στη Χερσόνησο. Είχαν απομείνει εκεί επίσης αρκετοί Έλληνες κάτοικοι και μερικοί μοναχοί.

Μία ημέρα, κατά την οποία οι ιεραπόστολοι βρίσκονταν σε ένα ελληνικό μοναστήρι και τελούσαν λειτουργία, επιτέθηκε πλήθος Ούγγρων, έτοιμο να τους κατασπαράξει. Οι αδελφοί δεν ταράχτηκαν καθόλου. Είπαν μόνο το «Κύριε ελέησον» και συνέχισαν τη λειτουργία. Όταν οι επιδρομείς είδαν ότι δε φοβούνται, έμειναν έκπληκτοι και δεν τους πείραξαν.

Στην Κριμαία ο Κωνσταντίνος έδωσε δείγματα της επίδοσής του σε γλωσσικά και μεταφραστικά έργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους και κοντά τους είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τις γνώσεις του στην εβραϊκή γλώσσα. Εκεί μετέφρασε και την εβραϊκή γραμματική, η οποία τώρα για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της. Συνάντησε, επίσης, γέροντα Σαμαρείτη, που του έδειξε τη βίβλο της κοινότητάς του, δηλαδή τη σαμαρειτική Πεντάτευχο, την οποία αυτός κατόρθωσε να διαβάσει.
Μεταξύ των Ρώσων βρήκε περικοπές των Ευαγγελίων και των Ψαλμών μεταφρασμένες στη σλαβική γλώσσα με συριακούς χαρακτήρες. Τότε για ακόμη μία φορά κατάλαβαν ότι χρειαζόταν καινούριο αλφάβητο, ικανό να αποδώσει όλους τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας.

Πριν προχωρήσουν ανατολικά, ανέσυραν από τη θάλασσα το λείψανο του Αγίου Κλήμη, επισκόπου Ρώμης. Σύμφωνα με παλιά παράδοση, ο Κλήμης είχε εξοριστεί στη Χερσώνα το 100 μ.Χ. και οι δεσμώτες του τον είχαν ρίξει στη θάλασσα δένοντας στο λαιμό του μία πέτρα. Οι αδελφοί πήγαν τα λείψανα στο ναό της Χερσώνας και πήραν μαζί τους μέρος από αυτά, το οποίο μετέφεραν αργότερα στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος έγραψε προς τιμή του Κλήμη Βίο, Λόγο Πανηγυρικό και Ύμνους.
Τα αποτελέσματα αυτής της αποστολής υπήρξαν σπουδαία. Δεν προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας των Ρώσων, αλλά ήρθαν σε επαφή με εκπροσώπους τους στην Κριμαία και σε περιοχές βόρεια της πόλης. Οι Ρώσοι επέτρεπαν πλέον ελεύθερα στους ιεραποστόλους να εισέρχονται στη χώρα τους και δέχτηκαν επίσκοπο. Έτσι, τέθηκαν γερές βάσεις για τον ολοκληρωτικό εκχριστιανισμό της αχανούς χώρας τους κατά τον επόμενο αιώνα.

Αποστολή στη Χαζαρία

Μετά από πολύμηνη διαμονή στην Κριμαία οι ιεραπόστολοι πήγαν στη Χαζαρία. Εκείνη ακριβώς την εποχή ο ηγεμόνας των Χαζάρων ζήτησε με αντιπροσωπεία την αποστολή στη χώρα του, για να αποδείξει την υπεροχή του Χριστιανισμού έναντι της ιουδαϊκής και της μωαμεθανικής θρησκείας, ώστε να τον δεχτεί ο λαός του.
Οι δύο αδελφοί είχαν πάρει εντολή να επισκεφτούν και τη χώρα του. Οι Χαζάροι, φύλο της τουρκικής οικογένειας, κατείχαν τότε την περιοχή από την Κριμαία μέχρι τον Κάτω Βόλγα και από τον Εύξεινο μέχρι την Κασπία. Είχαν εκπολιτιστεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τα άλλα τουρκικά φύλα και η χώρα τους ήταν πόλος έλξης για Έλληνες, Άραβες και Ιουδαίους εμπόρους.

Διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με του Βυζαντινούς από τον έβδομο (Ζ’) αιώνα. Ο Ιουστινιανός ο Β’ κατέφυγε εκεί και παντρεύτηκε μία από τις κόρες του ηγεμόνα τους, του Χαγάνου. Μετά από λίγες δεκαετίες η κόρη άλλου Χαγάνου, η Ειρήνη, έγινε σύζυγος του Κωνσταντίνου του Ε’. Τώρα οι ηγεμόνες τους αισθάνονταν την ανάγκη να συνδεθούν στενότερα με αυτούς. Ένα μέσο ήταν να δεχτούν τη χριστιανική θρησκεία. Πίστευαν σε ένα Θεό, προφανώς ως έμμεση επίδραση από τον Χριστιανισμό. Ήδη όμως μεταξύ του λαού είχε αρχίσει η διάδοση του Ιουδαϊσμού και του Μωαμεθανισμού. Ό,τι έχανε η ειδωλολατρία το κέρδιζαν αυτοί. Ήταν, λοιπόν, επείγουσα η ανάγκη της αντίδρασης.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έφυγαν από τη Χερσώνα με πλοίο και αποβιβάστηκαν στις ανατολικές ακτές του Εύξεινου. Πρωτεύουσα της Χαζαρίας ήταν η Ίτιλ, αλλά ο Χαγάνος έμενε άλλοτε και στη Σάρκελ, πόλη κοντά στον Εύξεινο, την οποία είχαν κτίσει βυζαντινοί αρχιτέκτονες.

Στο τραπέζι του Χαγάνου έγιναν διαδοχικές συζητήσεις με εκπροσώπους πρώτα του Ιουδαϊσμού, έπειτα και του Μωαμεθανισμού, τους οποίους και κατατρόπωσαν. Προκλήθηκε μεγάλη εντύπωση. Διακόσιοι επίσημοι άντρες βαπτίστηκαν αμέσως από τους ιεραποστόλους και άλλοι δήλωσαν ότι θα τους μιμηθούν αργότερα. Το ίδιο δήλωσε και ο Χαγάνος με επιστολή του προς τον αυτοκράτορα.
Οι ιεραπόστολοι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη πάλι δια μέσου της Χερσώνας.

Τέλος των Αγίων

Ο Κύριλλος πέθανε το Φεβρουάριο του 869 στη Ρώμη. Ετάφη με τιμές στον προσωπικό τάφο του Πάπα Avδριανού τoυ Β’, ενώ αργότερα μετακινήθηκε στη βασιλική του Αγίου Κλεμεντίνου στη Ρώμη, όπου και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανά του.
Το χριστιανικό διαφωτιστικό και αποστολικό έργο συνεχίζει ο μεγαλύτερός του αδελφός Μεθόδιος, ο οποίος απεβίωσε στις 6 Απριλίου 885 ως επίσκοπος Μοραβίας.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/άγιοι-κύριλλος-και-μεθόδιος-οι-ισαπόσ/

Please follow and like us:
error0