Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Επί αιώνες η ιστορική έρευνα προσπαθεί να διαπιστώσει αν η στάση που τήρησε ο Μέγας Κωνσταντίνος απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν το αποτέλεσμα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύονταν από την εκτίμηση του συνόλου των συνθηκών.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Ανεξάρτητα από κίνητρα του, ο Μέγας Κωνσταντίνος έλαβε σειρά μέτρων τα οποία -πέρα από κάθε αμφισβήτηση- ευνόησαν την Εκκλησία. Ακούγοντας μέτρα, η σκέψη όλων πηγαίνει στην κατάπαυση των διωγμών, ύστερα από τη γνωστή συμφωνία για την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας το 313 στο Μεδιόλανο (σημερινό Μιλάνο). Αυτή η συμφωνία δεν έτυχε γενικής εφαρμογής, γιατί οι διωγμοί τερματίστηκαν οριστικά το 324 όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο και έμεινε μονοκράτορας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για την Εκκλησία η απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που στο παρελθόν είχε δημευθεί, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας για επαύξηση αυτής της περιουσίας. Η ενίσχυση της θέσης του κλήρου όχι μόνο από υλική αλλά και από ηθική άποψη, υπήρξε επίσης σημαντική. Στην υλική ενίσχυση ανήκει η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και στην ηθική η λεγόμενη «επισκοπική δικαιοδοσία», δηλαδή η παροχή στους επισκόπους του δικαιώματος να επιλύουν -μάλλον ιδιωτικώς- ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν περισσότερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των εκκλησιαστικών ποιμένων παρά των πολιτειακών δικαστών.

Ο Κωνσταντίνος όταν έγινε αυτοκράτορας διατήρησε τον τίτλο του pontifex maximus των Ρωμαίων καθώς και τα εθνικά θρησκευτικά σύμβολα στα νομίσματα. Διηγήσεις περιγράφουν ότι έλαβε μέτρα κατά των ειδωλολατρών αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ιστορικώς. Εξαίρεση αποτέλεσε το κλείσιμο λατρευτικών κέντρων με άσεμνες τελετές, γιατί ο χριστιανισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εθνικές θρησκείες και στο θέμα της λατρείας.

Εκδήλωση του σεβασμού του προς τις αρχές του χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321 με τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε ουσιαστικά την αργία της Κυριακής, αλλά και αυτή με κάποιους περιορισμούς.

Η Εκκλησία κατέταξε τον Κωνσταντίνο, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, μεταξύ των αγίων της δίνοντας του μάλιστα ξεχωριστή θέση. Δεν επικρατεί όμως ομοφωνία, μεταξύ των πηγών, ως προς το χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητας του στη συνείδηση των πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ενταφιάστηκε στο προετοιμασμένο γι’ αυτόν και την οικογένεια του μνημείο δίπλα στα κενοτάφια των Δώδεκα Αποστόλων στο ναό της Βασιλεύουσας, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστια της μαρτυρείται η ύπαρξη περίπου μιας δεκάδας ναών αφιερωμένων στη μνήμη του.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εορτάζεται στις 21 Μαΐου, ημέρα του θανάτου του το 337μ.Χ. Λίγες μέρες πριν είχε βαπτιστεί Χριστιανός. Η 21η Μαΐου καθιερώθηκε ως «άπρακτος», δηλαδή ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων, μόλις το 1166 με Νεαρά του Μανουήλ Α΄Κομνηνού. Σε αντίστοιχα κείμενα κείμενα των προγενέστερων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Για την Πατρίδα

Το πρώτο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα έχει το όνομα «Για την Πατρίδα». Εκδόθηκε το 1909. Η ιστορία του εκτυλίσσεται στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου Β΄Βουλγαροκτόνου (Μακεδονική Δυναστεία).

Για την πατρίδα

Για την Πατρίδα

Έλληνες και Βούλγαροι

Όσο ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β΄βρισκόταν στη Μικρασία στα 995, για να ελευθερώσει το Χαλέπι, που το πολιορκούσε ένα χρόνο ολόκληρο ο Εμίρης της Αιγύπτου, οι Βούλγαροι πήραν θάρρος και, σαν καταστρεπτική αντάρα, έπεσαν στη Μακεδονία.

Βασιλέας τους ήταν ο Σαμουήλ, άξιος αντίπαλος του Βασιλείου Β΄.

Ωφελήθηκε κείνος από την απουσία του Αυτοκράτορα και ρίχτηκε στη Μακεδονία με τον στρατό του, κυρίευσε πόλεις και φρούρια, έκαψε, ρήμαξε, αφάνισε ό,τι βρήκε στον δρόμο του, κατέκτησε πάλι σε λίγους μήνες όλη τη χώρα που είχε βάλει τέσσερα χρόνια να την ελευθερώσει ο Βασίλειος.

Κι έτσι έγινε κύριος της Ηπείρου, της Βόρειας και Δυτικής Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας.

Πρωτεύουσα του ήταν η Αχρίδα, ψηλά χτισμένη μέσα στ’ άγρια βουνά, που σηκώνουν υπερήφανα και άφθαστα τις χίλιες κορυφές τους παράπλευρα στη λίμνη της Αχρίδας.

Στα τέλη του 995 έφθασε ο Σαμουήλ ως τη Θεσσαλονίκη, όπου φρούραρχος ήταν ο Αρμένης μάγιστρος Γρηγόριος Ταρωνίτης.

Για να τον υποχρεώσει να βγει να πολεμήσει στον κάμπο, ο Σαμουήλ έστειλε ένα μικρό σώμα ως κάτω από τα κάστρα της πόλης, ενώ ο ίδιος, με τον υπόλοιπο στρατό, του έστηνε καρτέρι.

Ο Γρηγόριος ανέθεσε στο γιο του τον Ασώτη να βγει με την προφυλακή να πολεμήσει τους Βούλγαρους προσκόπους. Και ο ίδιος ακολούθησε με όλη τη φρουρά που έμενε στη Θεσσαλονίκη.

Ο Ασώτης ήταν πολύ νέος.

Καταχαρούμενος που του ανέθεσε ο πατέρας του μια τέτοια σπουδαία εντολή, θέλησε να δείξει πως ήταν άξιος της εμπιστοσύνης του, βγήκε με τους διαλεχτούς του στρατιώτες και ορμητικά έπεσε πάνω στους εχθρούς.

Εύκολα τους έτρεψε σε φυγή. Αλλά στον ενθουσιασμό της νίκης απομακρύνθηκε πολύ κι έπεσε στην παγίδα που του είχε στήσει ο Σαμουήλ.

Ευθύς τον περικύκλωσαν οι Βούλγαροι. Αυτός σαν λιοντάρι πολεμούσε με μερικούς πιστούς του, και δεν εννοούσε να παραδοθεί.

Κοντά του πολεμούσε κι ένας παιδικός του φίλος, ο Αλέξιος Αργυρός.

Βλέποντας την καταστροφή αναπόφευκτη του φώναξε ο Ασώτης:

-Τρέξε, ξέφυγε τους, φθάσε ως τον πατέρα μου, πες του να έρθει όσο είναι καιρός ακόμη…

Ο Αλέξιος δεν περίμενε ν’ ακούσει περισσότερα, κέντησε τα πλευρά του αλόγου του και πετάχθηκε ακράτητος ανάμεσα στους Βουλγάρους.

Με μια σπαθιά άνοιξε το κεφάλι του πρώτου που ζήτησε να τον σταματήσει, χτύπησε έναν δυο άλλους, και ξεφεύγοντας από μέσα από τα βέλη που σαν βροχή έπεφταν γύρω του, έτρεξε κατά το φρούριο.

Ο μάγιστρος ωστόσο είχε δει τον κίνδυνο που έτρεχε ο γιος του, και πηλάλα κατέφθασε με τη φρουρά.

-Ο γιος μου! Πού είναι ο Ασώτης; φώναξε καθώς είδε τον Αλέξιο.

-Τρέχα! Πρόφθασε! Φθάσε! απάντησε λαχανιασμένος ο Αλέξιος. Βαστά ακόμη, μα δεν του μένουν παρά μια φούχτα άνδρες.

Και χωρίς να σταματήσει, γύρισε το άλογο του και ξαναρίχθηκε στη μάχη με τον Γρηγόριο και τους δικούς του.

Μάταια προσπάθησε ο Γρηγόριος να φτάσει ως τον γιο του. Τον περικύκλωσαν οι Βούλγαροι, και το πλήθος τους απέκοψε το μικρό ελληνικό σώμα.

Ο μάγιστρος είδε τον κίνδυνο και εννόησε πως ελπίδα σωτηρίας δεν του έμενε. Βαριά πληγωμένος κόλας, έγειρε στον Αλέξιο, που πολεμούσε κοντά του, και του έχωσε στο χέρι ένα χρυσομάνικο μαχαίρι, στολισμένο με πολύτιμες πέτρες.

-Δώσε το αυτό στον Ασώτη, είπε, και πες του να το μπήξει στο στήθος του κάλλιο, παρά να ξεχάσει τι χρωστά στην πατρίδα.

Στην αγριότητα της μάχης, μόλις πρόφθασε ο Αλέξιος να κρύψει το μαχαίρι στον κόρφο του.

Και ο μάγιστρος έπεσε από το άλογο νεκρός.

Χτυπώντας με λύσσα τους εχθρούς, ο Αλέξιος προσπάθησε με το σπαθί του, ν’ ανοίξει δρόμο ως τον Ασώτη, που τον έβλεπε ακόμη γερό στο άλογο του. Μα τη στιγμή που έφθανε πια κοντά του, το ζώο κυλίστηκε στα χώματα σκοτωμένο, σέρνοντας μαζί και τον Ασώτη.

Μ’ έναν πήδο βρέθηκε κι ο Αλέξιος καταγής.

-Πάρε το άλογο μου! φώναξε. Γρήγορα! Φύγε! Ωστόσο κρατώ τους εχθρούς…

Ήταν πια αργά. Το πλήθος των Βουλγάρων έπεσε απάνω τους, τους καταπόνησε, τους αιχμαλώτισε.

Και δεμένους τους έσυραν στον Σαμουήλ.

Αφού σκοτώθηκε ο Ταρωνίτης και καταστράφηκε η φρουρά τους, οι Θεσσαλονικείς κλείστηκαν στην πόλη τους και με τρόμο περίμεναν την εκδίκηση του Σαμουήλ.

Αυτός όμως δεν σκοτίστηκε πια με αυτούς, δεν έχασε καιρό σε πολιορκίες.

Ξέγνοιαστος πως πίσω του δεν άφηνε δυνάμεις ελληνικές που μπορούσαν να εμποδίσουν τους σκοπούς του, παράτησε τη Θεσσαλονίκη και τράβηξε για τη νότια Ελλάδα, αφού πρώτα έστειλε τους αιχμαλώτους του με συνοδεία στην Αχρίδα.

Στο μεταξύ ο Αυτοκράτορας είχε επιστρέψει στη Βασιλεύουσα, όπου έμαθε την καταστροφή της φρουράς της Θεσσαλονίκης, και το τέλος του Γρηγορίου Ταρωνίτη. Ταράχθηκε, φουρκίστηκε για την επιτυχία του Σαμουήλ, αλλά και λυπήθηκε πολύ γιατί ο Ταρωνίτης ήταν ένας από τους αγαπημένου του στρατηγούς.

Με τη συνηθισμένη του όμως δραστηριότητα, παραμέρισε πένθη και λύπες και, χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε αμέσως έναν από τους ικανότερους του στρατηγούς, τον Νικηφόρο Ουρανό, με μεγάλο στρατό, να σταματήσει τους Βουλγάρους.

Ο Σαμουήλ είχε κατέβει στην κεντρική Ελλάδα και είχε προχωρήσει ως μέσα στην Πελοπόννησο.

Όπου περνούσε, δεν άφηνε πίσω του παρά στάχτη κι ερείπια.

Εκεί έφθασε η είδηση πως καινούργιος στρατηγός είχε φθάσει στη Θεσσαλονίκη με στρατό.

Ευθύς γύρισε πίσω, πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου, ανέβηκε στη Στερεά Ελλάδα, και σταμάτησε στον Σπερχειό, που ήταν πλημμυρισμένος και τον εμπόδιζε να περάσει με τον στρατό του.

Εκεί, κοντά στις Θερμοπύλες, κατέβηκε και τον πρόφθασε ο Ουρανός.

Ο ποταμός χώριζε τα δύο στρατόπεδα και ο Σαμουήλ και οι στρατιώτες του, με την ιδέα πως τα πλημμυρισμένα νερά θα εμπόδιζαν τους Έλληνες να περάσουν, δεν ανησύχησαν.

Ο Νικηφόρος Ουρανός όμως ζήτησε και μαι ρηχοτοπιά, και το βράδυ, σιωπηλά, πέρασε όλο το στρατό στην άλλη όχθη, όπου έπεσε πάνω στο κοιμισμένο στρατόπεδο των εχθρών και τους κατάκοψε.

Τόσοι Βούλγαροι σκοτώθηκαν εκείνη τη νύχτα, που ύστερα από είκοσι χρόνια, όταν πέρασε από κι ο Βουλγαροκτόνος πηγαίνοντας στην Αθήνα, ο ίδιος σάστισε σαν είδε τ’ αμέτρητα κόκαλα σκορπισμένα άταφα, που άσπριζαν την πεδιάδα ως πέρα.

Ο Σαμουήλ κι ο γιος του ο Ρωμανός πληγώθηκαν και ο δύο σ’ αυτήν την μάχη.

Κρυμμένοι όλη μέρα ανάμεσα στα πτώματα, έμειναν απαρατήρητοι. Και αφού νύχτωσε, σηκώθηκαν κι έφυγαν κρυφά.

Αψηφώντας τις πληγές τους και την κούραση, περπατούσαν τη νύχτα και κρύβονταν τη μέρα.

Μέρες και μέρες και με την επιμονή και το θάρρος τους, που δεν το έχασαν ποτέ, οι δύο αυτοί άνδρες κατόρθωσαν να περάσουν τα βουνά της Αιτωλίας και τ’ άγρια κορφοβούνια της Πίνδου, και να φτάσουν στην Ήπειρο, όπου είχαν συγκεντρώσει τις υπόλοιπες στρατιωτικές τους δυνάμεις και όπου ήξεραν πως οι Έλληνες δεν μπορούσαν να τους ακολουθήσουν.

…………………………………………………………………………

Πηνελόπη Δέλτα

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα, είναι Ιερό Χριστιανικό Αγίασμα που βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη, έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών», στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balik (= ψάρι) και περιλαμβάνει το Μοναστήρι, την Εκκλησία και το Αγίασμα.

Η Ζωοδόχος Πηγή
Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλί

Το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής

Για την αποκάλυψη του Αγιάσματος υπάρχουν δυο εκδοχές: 1) Η πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457-474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας για νερό, μια φωνή του υπέδειξε την Πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην Πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή Εκκλησία προς τιμήν της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή». Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή Εκκλησία με πολλές λεπτομέρειες, αν και η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στο οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Ιστορικά πάντως είναι εξακριβωμένο, ότι το 536 στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά, λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος «του Οίκου της Αγίας Ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».

2) Η δεύτερη, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ’ ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά και δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό Παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν Ιερέα μπροστά σε μια Πηγή. «Είναι η Πηγή των θαυμάτων», του είπαν. Και έχτισε εκεί Μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφιά. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ανάγεται στην ανακαίνιση του Ναού το 559.

Η Ζωοδόχος Πηγή χτίζεται 5 φορές

Το 559 ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, θεραπευμένος από λιθίαση κάνοντας χρήση του νερού της Πηγής, ανακαίνισε τον Ναό αυτό με υλικά που είχαν περισσέψει από την Αγιά Σοφιά. Ο ανακαινισμένος όμως Ναός, κατέπεσε μετά από σεισμό όπου και ανοικοδόμησε εκ νέου η Ειρήνη η Αθηναία. Αλλά και μετά από νεότερη πτώση του, ανοικοδομήθηκε για τρίτη φορά από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα. Αργότερα πυρπολήθηκε από τον αρχηγό των Βουλγάρων, Συμεών, όπου και ανεγέρθηκε για 4η φορά από τον Ρωμανό τον Λεκαπηνό. Κατά τον 6ο αιώνα αποτελούσε ανδρώα Μονή στην οποία προσέρχονταν ο Αυτοκράτορας κάθε Πέμπτη της Αναλήψεως.

Στον περίβολο του Ναού αυτού, έστησε τις σκηνές του το 1424 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’. Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο Ναός καταστράφηκε και το Αγίασμα καλύφθηκε. Αργότερα όμως επετράπη στους Χριστιανούς να αποκαλύψουν το Αγίασμα και να επανιδρύσουν μικρό Προσκύνημα. Το 1732, οι Αρμένιοι προσπάθησαν να υφαρπάξουν το προσκύνημα, όμως, οι Έλληνες Χριστιανοί διέσωσαν το δικαίωμα της κατοχής τους. Το 1825 καταστράφηκε από τους γενίτσαρους και το 1827 ανευρέθηκε η Ιερά Εικόνα της Θεοτόκου εικονιζόμενη υπέρ της Ζωοδόχου Πηγής. Μετά απ’ αυτό, το 1830 ο Σουλτάνος επέτρεψε την νέα ανοικοδόμηση (5η φορά) του Ναού όπως σήμερα διασώζεται, επί Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α’ όπου και εγκαινιάσθηκε μετά από πέντε χρόνια.

Σήμερα στην αυλή της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών. Το δε Αγίασμα, βρίσκεται στον υπόγειο Ναό και αποτελείται από μαρμαρόκτιστη Πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται αγιασμένο. Απ’ εδώ διαδόθηκε ο τύπος της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ψηφιδωτή παράσταση της Εικόνας σώζεται στον εσωνάρθηκα της Μονής της Χώρας.

Σε ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού από τον Αυτοκράτορα Λέοντα, η Εκκλησία καθιέρωσε την κατ’ έτος Εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδας.

Η Ζωοδόχος Πηγή

Η Ζωοδόχος Πηγή και τα ψάρια

Το όνομα Μπαλουκλί, προέρχεται από την Τουρκική λέξη «balik» («ψάρι») (προφέρεται περίπου μπαλούκ) και σημαίνει «των ψαριών» ή «με τα ψάρια», πιθανότατα λόγω ύπαρξης ψαριών στα νερά της περιοχής.

Σύμφωνα με το θρύλο, για τη Μονή του Μπαλουκλί, ένας καλόγερος τηγανίζει ψάρια. Τα ψάρια, μισοτηγανισμένα, έπεσαν στη λίμνη και περιμένουν την επιστροφή των Ελλήνων ως κυριάρχων στην Κωνσταντινούπολη για να ολοκληρώσει το τηγάνισμα ο καλόγερος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ζωοδόχος_Πηγή_του_Μπαλουκλή

Η Οσία Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).

Η Οσία Κασσιανή

Η Κασσιανή και ο Θεόφιλος

Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

Εκ γυναικός τα χείρω.
– Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.

Η μοναχή Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή το 843 μ.Χ. ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργειά της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της.

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το γνωστό τροπάριο της, που ψάλλεται στις Εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι’ αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Οσία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο, όπου τελείωσε η επίγεια ζωή της. Μετά το θάνατό της, τοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα μ.Χ. Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.

Παρόλο που την μνήμη της δεν την αναφέρει κανένας Συναξαριστής, οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματός της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 μ.Χ. στο τυπογραφείο της «Μεταρρυθμίσεως». Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889 μ.Χ.) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η Αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν οι κάτοικοι της Κάσου.

Η παρουσία της Κασσιανής έχει επισκιάσει τους υμνογράφους και μελωδούς της εποχής της, διότι αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελωδό (έγραφε και τους ύμνους και τη μελωδία) στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο, ευφυΐα, ευαισθησία και εκφραστικό πλούτο διακρίθηκε στον τομέα της μελουργίας (σ’ αυτό τη βοήθησε η μεγάλη μόρφωση, που η ευγενής καταγωγή της, της επέτρεψε να έχει). Γι’ αυτό και το έργο της είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, και συγκινεί ιδιαίτερα τον ορθόδοξο κόσμο.

Στην Κασσιανή αποδίδονται γύρω στα 45 έργα, από τα οποία τα 23 τουλάχιστον είναι χωρίς αμφιβολία δικά της, ενώ τα υπόλοιπα είναι αγνώστου προελεύσεως. Έχει επίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων υμνογράφων. Από τα πιο γνωστά τροπάρια είναι το περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σε ήχο πλ. δ΄, που ψάλλεται στους ναούς το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, καθώς και οι ειρμοί από την Α΄Ε΄ ωδή του Κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης». Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελείται από στιχηρά για εορταζομένους Αγίους. Στην ίδια αποδίδεται και ο τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , όπως και πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων, το «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», σέ ήχο β΄. Κατά τον βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, αναφερόμενος στο έργο της, έγραψε ότι «το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Αρκετοί πιστοί πιστεύουν (λανθασμένα) ότι η Κασσιανή ήταν αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα, και μιλώντας η Κασσιανή για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό της. Όπως όμως διαβάζουμε στον βίο της, από πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Η Κασσιανή ήταν μία οσία μοναχή του Βυζαντίου, προικισμένη με καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Αντί για τη βασιλική αλουργίδα προτίμησε το ταπεινό σχήμα της μοναχής και έγραψε πολλούς ύμνους.

Ποιά λοιπόν είναι η πόρνη γυναίκα, για την οποία μιλάνε όλα τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Στην ερώτηση αυτή, αρκετοί απαντούν (λανθασμένα) ότι αφού δεν είναι η Οσία Κασσιανή, τότε η αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα θα πρέπει να είναι η Μαρία η Μαγδαληνή! Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν υπήρξε διεφθαρμένη και πόρνη ποτέ. Ήταν μια ύπαρξη, που έπασχε, και την θεράπευσε ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει χαρακτηριστικά για τη Μαρία τη Μαγδαληνή: «Ακολουθούσαν τον Ιησού οι δώδεκα μαθηταί και γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια» (Λουκ. 8, 2). Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν λοιπόν δαιμονισμένη και ο Χριστός της έβγαλε τα δαιμόνια, όπως έβγαλε και τα δαιμόνια τόσων άλλων ανθρώπων.

Και τότε ποια είναι η πόρνη, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, η πόρνη, για την οποία μιλάνε τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Η αμαρτωλή και διεφθαρμένη πόρνη, αυτή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, μας είναι άγνωστη, είναι ανώνυμη. Ακούσατε σε κανένα τροπάριο το όνομα της πόρνης; Διαβάσατε στον Ευαγγελιστής Λουκά, που περιγράφει τη σχετική σκηνή, να αναφέρει πουθενά το όνομα της; Όχι! Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Απόστολοι, ενώ δεν έκρυβαν τις δικές τους ατέλειες και πτώσεις, όταν μιλάνε για μεγάλους αμαρτωλούς που μετανοούν, δεν αναφέρουν το όνομά τους. Δεν θέλουν να τους διαπομπεύσουν.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Πηγή: http://www.saint.gr

Παραδόσεις της πανούκλας

Η άγνοια των αιτίων που προκαλούσαν τις αρρώστιες έκανε τους ανθρώπους να τις αποδώσουν σε υπερφυσικές ή μεταφυσικές κακοποιές δυνάμεις και πνεύματα. Για να κατανοήσουν όμως αυτές τις αιτίες έπρεπε να τους δώσουν μορφή και μάλιστα μορφή ανθρώπου. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις αρρώστιες εκείνες που προκαλούσαν τις φονικές επιδημίες ή πανδημίες, όπως η χολέρα, η ευλογιά και η πανούκλα. Την τελευταία φοβερή αρρώστια ο ελληνικός λαός στις παραδόσεις του την προσωποποιεί ως γυναίκα με φονικό άγγιγμα, ως μαυροφόρα με φαρμακερό φύσημα, ως τρεις γριές, ως αράπισσα αμίλητη και απλησίαστη.

Παραδόσεις της πανούκλας
Ο Άγιος Χαράλαμπος πατά την «πανούκλα»

Για την προφύλαξη από την πανούκλα μια από τις παραδόσεις αναφέρει ότι επειδή αυτή, ως τυφλή, «πηγαίνει ψαχτά τοίχο τοίχο, δεν μπορεί να φτάσει κείνους που παραμερίζουν και κάθονται μες στα σπίτια τους». Εδώ υποδηλώνεται μια γενική υγειονομική αρχή: οι κλεισμένοι στα σπίτια τους περιορίζουν τις επαφές και ως εκ τούτου τον κίνδυνο μόλυνσης τους. Ίσως δε και η σωματική ανάπαυση, οι σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας να παίζουν κάποιο ρόλο.

Κατά τα άλλα, η αντιμετώπιση τους γίνεται με τρόπους μαγικούς ή με τη μεταφυσική-θεουργική παρέμβαση. Ένας αρκετά συχνός τρόπος ήταν το όργωμα ενός κύκλου γύρω από τον τόπο και το θάψιμο των καταπονημένων ζώων, για να «ταφεί» μαζί τους η πανούκλα.

Κατά τόπους αναφέρονται παραλλαγές αυτής της αντίληψης: «…έτυχε να γεννήσει μια γελάδα διδυμάρικα δαμάλια και σε σαράντα μέρες μπόρεσαν και τα έβαλαν στ’ αλέτρι και ζευγάρωσαν. Εσυλλογίστηκαν, λοιπόν, να βάλουν τα δαμάλια στο ζυγό, να οργώσουν ένα γύρο και να στο χωριό και να τα θάψουν στη μέση του χωριού. Το έκαμαν και από εκείνη τη μέρα γλύτωσαν από την πανούκλα. Και γι’ αυτό το χωριό από τα δαμάλια το ‘βγαλαν Δαμαλά». (Δαμαλά Τροιζηνίας)

Στην Αθήνα εκεί που «θαβόταν» η πανούκλα μαζί με τα ζώα και το αλέτρι, έβαζαν μια κολώνα («κολωνάκι»), ώστε να σηματοδοτείται ο τόπος για να μην «ξεθαφτεί» η αρρώστια. Ο Πολίτης αναφέρει μια ανάλογη κολώνα στη Γαργαρέτα, όπου είχε «ταφεί» η πανούκλα του 1789, μαζί με τα δίδυμα βόδια, με το αλέτρι και ένα ασημένιο καζάνι, μέσα το οποίο είχαν γράψει την αρρώστια. Το κολωνάκι αυτό ήταν τοποθετημένο στην περιοχή που σήμερα είναι το Γκάζι. Όταν, στα 1835, ανοιγόταν η οδός Πειραιώς το κολωνάκι βγήκε από τη θέση του και κι έπεσαν αρρώστιες στην πόλη. Σε ανάλογο κολωνάκι οφείλει την ονομασία της η ομώνυμη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.

Εκτός από τη μαγεία, την πανούκλα -κατά τις λαϊκές αντιλήψεις- μπορούσε να την αντιμετωπίσει και η παρέμβαση αγίων. Ιδιαίτερα έχει συσχετιστεί ο Άγιος Χαράλαμπος, ο οποίος στις εικόνες παριστάνεται να πατά την αρρώστια, που αποδίδεται με τη μορφή ισχνής, μαυριδερής γυναίκας που βγάζει φλόγα από το στόμα της. Η ιδιότητα αυτή του Αγίου προκύπτει από το συναξαρικό στοιχείο, που αφηγείται ότι το προνόμιο αυτό του δόθηκε «θεόθεν» κατά τη διάρκεια οπτασίας που έβλεπε κατά την ώρα του μαρτυρίου του. Εκκλησίες και παρεκκλήσια που υπάρχουν σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελλάδας συνδέονται με κάποια επιδημία πανούκλας. Στον προσεισμικό ναό του Αγίου Χαραλάμπους στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς, υπήρχε εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που ανέφερε τη σωτηρία της πόλης από το λοιμό με την παρέμβαση του Αγίου. Σε ορισμένα μέρη φτιάχνουν και «μονομερίτικο πουκάμισο» που του «φορούν» στην εικόνα του.

Κατά την επιδημία του 1792 στην Αθήνα, σαράντα μονοστέφανες γυναίκες έγνεσαν βαμβάκι, το ύφαναν και έκοψαν πουκάμισο που του φόρεσαν στις 10 Φεβρουαρίου (ημέρα γιορτής του Αγίου Χαραλάμπους) στην εικόνα του. Μάλιστα την επομένη το πουκαμισάκι κόπηκε σε κομμάτια και μοιράστηκε στον κόσμο ως φυλαχτό.

Εκτός από τον Άγιο Χαράλαμπο, και η Αγία Παρασκευή προστατεύει από την επιδημία πανούκλας. Στην Κέρκυρα οι τοπικές παραδόσεις θέλουν τον πολιούχο Άγιο Σπυρίδωνα να έχει πολλές φορές σώσει το νησί από διάφορα δεινά και από επιδημίες πανούκλας. Σε ανάμνηση της σωτηρίας από το λοιμό του 1630 τελείται η λιτανεία της Κυριακής των Βαΐων, ενώ σε ανάμνηση της προστασίας από το λοιμό του 1673 τελείται η λιτανεία της πρώτης Κυριακής του Νοεμβρίου. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι αυτή καθιερώθηκε από την ενετική αρχή.

Άλλα θεολογικά μέσα που χρησιμοποιούσαν για την πρόληψη ή το σταμάτημα ενός λοιμού αναφέρονται σε τελεουργίες που ήταν σε χρήση ήδη από τα χρόνια του Βυζαντίου κι έχουν ευρύτερη διασπορά στον ελλαδικό χώρο «…την αγίαν κάραν την οποίαν στέλλουσι και την φέρουσι εις στην πανούκλαν…». επικαλείται ο Καισάριος Δαπόντες. Αρχές Ιουλίου του 1821, για να αντιμετωπίσει επιδημία πανούκλας στο Ηράκλειο της Κρήτης ποσκομίστηκε στο νησί η Αγία Ζώνη από τη Μονή Βατοπεδίου. «Εκτός της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας, συναπεστάλησαν ο Τίμιος Σταυρός μετά Τίμιου Ξύλου και η κάρα του εν Αγίοις Πατρός ημών Ανδρέου του Κρητός…». Σε άλλα μέρη για να μην πέσει πανούκλα στο χωριό έκαναν την κεροδεσία, όπως έκαναν και για την ευλογιά. Γενικότερα λιτανείες αγίων λειψάνων ή θαυματουργών εικόνων, ολονύχτιες δεήσεις, λειτουργίες και άλλες τελετές ήταν σε κοινή χρήση για την αντιμετώπιση του λοιμού.

Ό,τι ισχύει και ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ισχύει και συμβαίνει και στον εξωελλαδικό ελληνισμό. Δεν είναι μόνο η κοινή παράδοση του Βυζαντίου και η κοινή (ορθόδοξη) πίστη με την ενιαία παράδοση. Είναι και η κοινή γλώσσα και το κοινό πολιτιστικό πλαίσιο, είναι όμως και η αδιάκοπη και πυκνή επικοινωνία των ανθρώπων που μεταφέρουν γνώσεις, σωστές ή λανθασμένες, γνώμες, αντιλήψεις, πίστεις, μύθους, παραδόσεις, τραγούδια. Ανάλογες είναι οι λαϊκές αντιλήψεις και στην Κύπρο, όπου η πανούκλα είναι η συχνότερα προσωποποιημένη νόσος, που εμφανίζεται ως ηλικιωμένη γυναίκα.

Εκτός από τις μαγικές και μεταφυσικές αντιλήψεις υπάρχουν και οι παράλληλα ακούμενες από τους εμπειρικούς μέθοδο, που, βέβαια, ελάχιστα μπορούν να παρέμβουν στην εξέλιξη του νοσήματος. Πιο αποτελεσματικά ήταν τα υγειονομικά μέτρα που έπαιρναν. Στη Χίο συγκεκριμένα έπαιρναν τα εξής:

  1. Απομόνωση των πανουκλιαμένων σε κελιά μοναστηριών (ενδεχομένως και σε άλλους χώρους)
  2. Ρούχα ανθρώπων που πέθαιναν από πανούκλα δεν τα έπαιρναν υγιείς, αλλά μόνο άτομα που είχαν αρρωστήσει και είχαν κατ’ εξαίρεση επιβιώσει.
  3. Όσοι πέθαιναν από πανούκλα θάβονταν σε λάκκους με ασβέστη.

Όσο για τη θεραπεία, οι εμπειρικοί της Λευκάδας χρησιμοποιούσαν πλήθος πολύπλοκων σκευασμάτων:

  1. Επιθέματα από μείγμα λαδιού κρίνου, λαδιού άνηθου, λίπους χήνας σε άπλυτο μαλλί προβάτου.
  2. Άνθη κολοκυθιάς, σταφίδες, μολόχα, χουρμάδες ανακατεμένα με χοιρινό λίπος, σε τοπικά επιθέματα.
  3. Χλωρή ρίζα άσπρης μολόχας, λινοκόκκι, σπόρι τίλιου σε λίπος χήνας ή σε ανάλατο λίπος χοίρου, σε επιθέματα.
  4. Ρίζα σέλινου σε ξύδι, σε απάλειψη.

Ευτυχώς η πανούκλα στις μέρες μας, χωρίς να εξαλειφθεί από τον κόσμο, έχει εκλείψει από ένα μεγάλο μέρος του και από το δικό μας τόπο. Έτσι η λέξη πανούκλα σήμερα λειτουργεί μόνο σε επίπεδο συμβολισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1355-1415)

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Κωνσταντία, 15 Σεπτεμβρίου 1415) ήταν από τους κυριότερους συγγραφείς και πρωτεργάτες της εισαγωγής της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στην Ιταλία κατά τα τελευταία έτη ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπήρξε ο λόγιος που έδωσε την πρώτη σοβαρή ώθηση για την άνθηση των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας τη Δύση όχι ως τον αντίποδα της Ανατολής, συνέβαλε στην πολιτισμική προσέγγιση των δύο μερών της διηρημένης χριστιανοσύνης. Ως πρεσβευτής του Μανουήλ Β’, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι (1408), δώρισε εκ μέρους του αυτοκράτορα στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου πολύτιμο ιστορημένο χειρόγραφο (σώζεται ως σήμερα) που περιείχε έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς
Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο πρόδρομος Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 σε επιφανή βυζαντινή οικογένεια. Απέκτησε μεγάλη μόρφωση και κλασσική παιδεία, παρακολουθώντας διαλέξεις και του Γεώργιου Γεμιστού και συνδέθηκε με το περίπου συνομήλικό του Aυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο.

Το 1394 ή 1395, επειδή ήταν γνώστης της λατινικής γλώσσας, εστάλη από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο στη Βενετία για να διαπραγματευτεί την αποστολή βοήθειας κατά των τουρκικών επιθέσεων που πολιορκούσαν την Πόλη υπό το σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’.

Το 1396 ή 1397 προσκλήθηκε στη Φλωρεντία να διδάξει ελληνικά από το μαικήνα Πάλα Στρότσι και τον προστάτη των γραμμάτων Κολούτσιο Σαλουτάτι. Την εποχή εκείνη στη Φλωρεντία άνθιζε το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές και τα ελληνικά ως γλώσσας φορέας τους. Ο Χρυσολωράς άρχισε με ελάχιστα μέσα, μερικά χειρόγραφα από τα έπη του Ομήρου, αλλά με τη μεταδοτικότητά του ενέπνευσε ενθουσιασμό στους μαθητές του. Βασίστηκε εν μέρει στην εργασία που είχε αρχίσει 35 χρόνια πριν στην ίδια πόλη ο Λεόντιος Πιλάτος.

Στον Χρυσολωρά ανήκει η τιμή ότι προετοίμασε για τους άλλους Βυζαντινούς λόγιους τον δύσκολο δρόμο, που οδηγούσε στις ελληνικές σπουδές, γιατί έπρεπε να διδάξει σε ξένους που δεν είχαν καμία σχετική προπαιδεία. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη τον έκανε να συντάξει τη πρώτη στοιχειώδη γραμματική με τον τίτλο «Ερωτήματα» γιατί είχε γραφτεί με τη μορφή απλών ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο Χρυσολωράς, σκυμμένος με τους μαθητές του επάνω στα αρχαία ελληνικά κείμενα, αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα της μεταφράσεως και το λύνει με την πιο αποτελεσματική μέθοδο που τη συνοψίζει στις τρεις λατινικές λέξεις «tranferre et sententiam» που σημαίνουν: να προσπαθείς να μεταφράζει το κείμενο κατά λέξη όπου είναι δυνατόν, αλλιώς όμως πιο ελεύθερα για να αποδίδει πιστά το νόημά του με τις κατάλληλες λέξεις ή εκφράσεις στη δική σου γλώσσα. Ήταν μια νέα αντίληψη για την εποχή εκείνη, εντελώς διαφορετική από τη σχολαστική και κατά λέξη μετάφραση που ακολουθούσαν ως τότε, όπως είχε κάνει ο Λεόντιος Πιλάτος.

Δίδαξε έπειτα τα ελληνικά γράμματα στη Βενετία, το Μιλάνο, την Πάντοβα, τη Παβία, τη Μπολόνια και τελικά στη Ρώμη. Τόνωσε το ενδιαφέρον για απόκτηση νέων ελληνικών χειρογράφων από τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που πραγματοποίησαν σύντομα λόγιοι όπως ο Τζιοβάνι Αουρίσπα, ο Φραγκίσκος Φίλελφος αλλά κι άρχοντες όπως ο Κολούτσιο Σαλουτάτι κι ο Κόζιμο των Μεδίκων.

Το 1400 συνάντησε στην Παβία τον Μανουήλ Παλαιολόγο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος αναζήτηση οικονομικής ή και στρατιωτικής στήριξης για να ανακουφίσει την Κωνσταντινούπολη από την πολυετή πολιορκία.

Το 1403, αφού η πολιορκία είχε επιτέλους λυθεί χάρη στην ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας (1402), ο Χρυσολωράς ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από το μαθητή του Γκουαρίνο ντα Βερόνα. Από το 1406 ταξίδεψε πέρα από την Ιταλία, σε διπλωματική αποστολή για συμμαχίες για το Βυζάντιο κι έφτασε στο Παρίσι, τη Βαρκελώνη και την Αγγλία (Λονδίνο και Salisbury), χωρίς όμως απτά αποτελέσματα εκτός από κατανόηση.

Το 1409 ο Αντίπαπας Αλέξανδρος Ε’ τον ονόμασε Καρδινάλιο και του ανέθεσε το έργο της Ένωσης των Εκκλησιών, γεγονός που αποδεικνύει την εκ μέρους του αποδοχή του καθολικού δόγματος.

Έγκαταστάθηκε στη Μπολόνια το 1410 και τελικά στη Ρώμη από το 1411 ως το 1413, συμμετέχοντας στις προσπάθειες σύγκλησης ενωτικής Συνόδου για να ξεπεραστεί το Σχίσμα της καθολικής Εκκλησίας. Το 1413 εστάλη σε νέα διπλωματική αποστολή στο Λουγκάνο, στο Γερμανό βασιλιά Σιγισμόνδο, όπου δέχτηκε να γίνει η Σύνοδος τον επόμενο χρόνο(1414) στην Κωνσταντία της Γερμανίας, δηλαδή σε έδαφος μακριά από την επιρροή του Πάπα.

Ο Μανουήλ έλαβε μέρος στη σημαντική για την καθολική Εκκλησία Σύνοδο της Κωνσταντίας, όπου επιχειρηματολόγησε υπέρ της Ένωσης των χριστιανικών κρατών ενάντια στους Τούρκους που θα τους απειλούσαν σύντομα κι άμεσα, αλλά και πάλι δεν εισακούστηκε. Άφησε την τελευταία πνοή κατά τη διάρκεια της Συνόδου, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1415 σε ηλικία 60 χρονών κι ετάφη εκεί.

Η επιτύμβια πλάκα του στο Μοναστήρι των Δομινικανών στην Κωνσταντία της Γερμανίας με εγκωμιαστικό επίγραμμα του μαθητή του Πιερ Πάολο Βερτζέριο σώζεται ως σήμερα.

Ανιψιός του ήταν ο λόγιος Ιωάννης Χρυσολωράς που επίσης άφησε την Κωνσταντινούπολη κι έζησε στην Ιταλία για να διδάξει ελληνικά. Η κόρη του Ιωάννη παντρεύτηκε το μαθητή του Μανουήλ Φραγκίσκο Φίλελφο.

Το έργο του Μανουήλ Χρυσολωρά

Ανάμεσα στα έργα του συναντούμε:

  • «Ερωτήματα» με μορφή ερωταποκρίσεων,
  • «Σύγκρισις Παλαιάς και Νέας Ρώμης» (δηλ.της Ρώμης με την Κωνσταντινούπολη)
  • «Πολιτεία» του Πλάτωνα και
  • «Οδύσσεια» του Ομήρου

Τα «Ερωτήματα» του βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Ήταν η πρώτη ελληνική Γραμματική που εκτυπώθηκε περί το 1471 και χρησιμοποιήθηκε από το Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, τον Έρασμο και το Γιόχαν Ρόιχλιν. Ο Γκουαρίνο τη μετέφρασε στα λατινικά.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μανουήλ_Χρυσολωράς

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η τελευταία μορφή του βυζαντινού Ελληνισμού πριν την πτώση του. Η σύγχρονη αποτίμηση της δράσης του και του έργου τον αναδεικνύει σε ένα από τους κριτικούς και πρωτότυπους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και με πολύ καλή γενική και ελληνική παιδεία, ο Γεώργιος Γεμιστός κέρδισε γρήγορα μεγάλη εκτίμηση στην πρωτεύουσα, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς για να εγκατασταθεί μετά το 1393 στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στον Μυστρά. Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι του στην αυλή του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος με πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε προσελκύσει στα ανάκτορα τους σοφούς άνδρες της εποχής. Σκοπός του Γεωργίου Γεμιστού ήταν να πρέπει να ήταν η γνωριμία του λαού με και της ηγεσίας μιας χώρας που αποτελούσε την κύρια απειλή για το Βυζάντιο, αλλά και η επαφή με τη σοφία του Ζωροάστρη, που δίδασκε εκεί ο Ιουδαίος και πολυθεϊστής Ελισσαίος. Τη εποχή αυτή ο Γεώργιος Γεμιστός είχε σχηματίσει ήδη τις επιφυλάξεις του για το πολιτικό και πνευματικό επίπεδο του Βυζαντίου και την κυρίαρχη θρησκεία του. Τον κλονισμένο κρατικό μηχανισμό και την κακή εκκλησιαστική διοίκηση, με πληθωρικό μοναχισμό, θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή της αυτοκρατορίας και την αδυναμία της να αντιδράσει αποτελεσματικά στους εξωτερικούς κινδύνους. Κατέληγε, λοιπόν, στην πεποίθηση ότι η μόνη δυνατότητα γαι ανάσχεση της καταστροφής και για μια αναγέννηση του ελληνικού Βυζαντίου ήταν η επιστροφή στις αρχαίες «εθνικές» αντιλήψεις.

Στο Μυστρά ο Γεώργιος Γεμιστός έδρασε ως δικαστής και διδάσκαλος, ήταν όμως κυρίως ο φιλόσοφος και σοφός συγγραφέας που συνέδεσε για πάντα το όνομα του με τη σχολή του Μυστρά και τους αφοσιωμένους οπαδούς του. Ο Γεώργιος Γεμιστός δεν ήταν μόνο ο σοφός του σπουδαστηρίου αλλά και ο άνθρωπος που ήξερε καλά την κατάσταση της εποχής του και αγωνίστηκε για τη συγκράτηση της καταστροφής. Μεταξύ 1412 και 1423 συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιόλογο και προς τον δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο, στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, που ο Γεμιστός θεωρούσε λίκνο των ελληνικών φύλων και πίστευε ότι σ’ αυτήν θα μπορούσε να στηριχθεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Στα υπομνήματα διατυπώνει και ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, νέου τύπου φορολογία, νέες αρχές για τις κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινικό σύστημα, κ.λ.π.). Την οικονομική αναδιάρθρωση θεωρούσε ο Γεμιστός προϋπόθεση για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Το σημαντικότερο στα κείμενα του Γεωργίου Γεμιστού είναι η έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία του, που εκδηλώνεται με τις συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική παράδοση και με την προσπάθεια του να παραμερισθεί επιτέλους το ρωμαϊκό στοιχείο στη ζωή του Βυζαντίου. Η συνείδηση του «ελληνικού γένους» και του «ελληνικού έθνους» τον οδήγησε στην έντονη κριτική της παραδοσιακής ιδέας της αυτοκρατορίας, ενώ στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της ανορθωτικής πολιτικής, που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο. Αυτό εξηγεί και γιατί στη διαμάχη τς εποχής αριστοτελικών και πλατωνικών πήρε τη θέση των δεύτερων. Ο Γεώργιος Γεμιστός έβλεπε τον Πλάτωνα ως συνολικό παιδαγωγό και από τα έργα κυρίως αντλούσε τις ιδέες του για μια γενική μεταρρύθμιση στο Βυζάντιο. Η δυσπιστία τυο προ τον Αριστοτέλη οφείλεται στον «εκχριστιανισμό» του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, την οποία είχαν μεταφέρει στο Βυζάντιο μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη, Ευρωπαίου θεολόγου από τον Γεώργιο Σχολάριο (Γεννάδιος).

Είναι ευεξήγητο ότι οι εθνικές αντιλήψεις του Γεωργίου Γεμιστού και τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά του σχέδια προκάλεσαν μεγάλη εχθρότητα εναντίον του, είχαν όμως και πολλούς οπαδούς και επέδρασαν στη σκέψη σοβαρών διανοητών στη Δύση. Στον Γεμιστό οφείλεται κατά κύριο λόγο η άνθιση των πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, που εγκαινίασε η ίδρυση εκεί της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν αποφασιστικά οι μαθητές του Γεμιστού με επικεφαλής των Βησσαρίωνα.

Το κύριο έργο του Γεωργίου Γεμιστού είναι το Νόμων Συγγραφή, ένας καταστατικός χάρτης του ιδανικού κράτους και του ιδανικού πολίτη. Το έργο δεν σώζεται ολόκληρο γιατί ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος προκάλεσε την «δια πυρός» εξαφάνιση του έργου του μεγαλύτερου μέρους του. Τα μεγάλα θέματα του Γεμιστού στους Νόμους είναι το θρησκευτικό, το ηθικό και το πολιτικό πρόβλημα του ανθρώπου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η θεολογία του είναι βασισμένη στις διδασκαλίες του Ζωροάστρη και του Πλάτωνα, με προσωπικές όμως λύσεις σε πολλά σημεία.

Το σύστημα του Γεμιστού, ένα σύστημα αναμφισβήτητα έντονα ουτοπικό, απέβλεπε στην αναβίωση μιας παγκόσμιας «εθνικής» θρησκείας με φαινομενικά «νεοπλατωνική» υποδομή και άλλα παγανιστικά στοιχεία. Πράγματι, η γενική εντύπωση, παλαιότερων και νεότερων μελετητών, για το θρησκευτικό οικοδόμημα του Γεμιστού και κυρίως για το πάνθεο με τα ονόματα των ειδωλολατρικών θεών, είναι ότι ο φιλόσοφος του Μυστρά επιζητούσε την ανασύσταση της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων και ότι από την ιδανική του πολιτεία απέκλειε τον Χριστιανισμό. Ο Γεμιστός πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωτερικούς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία»μπορούσε να έλθει μόνο από μια νέα πίστη με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως πρότεινε το σύστημα του. Μια σύγχρονη ερμηνεία του «πολυθεϊσμού» του Γεωργίου Γεμιστού είναι ότι ο φιλόσοφος με τα θεομορφικά του σύμβολα «συγκαλύπτει» μια συνολική οντολογική λύση του κοσμολογικού και του ανθρωπολογικού προβλήματος.

Το τέλος του Γεωργίου Γεμιστού

Ο Γεώργιος Γεμιστός πέθανε το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση. Οι φίλοι και μαθητές του, Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος Χαλκοκοδύλης, Ιωάννης Αργυρόπουλος κ.α., πένθησαν για την απώλεια του δασκάλου με κείμενα που απηχούν το μεγάλο θαυμασμό τους για τη σοφία και την αρετή του. Η φήμη του ήταν και έμεινε στην Ιταλία ζωντανή. όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι κατέλαβε για λίγο το Μυστρά, πήρε μαζί του τα οστά του Γεωργίου Γεμιστού και τα εναπόθεσε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου της πατρίδας μέσα σε λάρνακα και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος (1403-1472)

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον) Βησσαρίων  (κατά Χριστόν) (1403-1472) ήταν Βυζαντινός κληρικός, καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας και Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ένας από τους επιφανείς λόγιους που συνέβαλαν στη σημαντική αναβίωση των γραμμάτων τον 15ο αιώνα. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος
Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος

Ο Βησσαρίων γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1403 και πέθανε στη Ραβένα το 1472. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη πρώτα, στη Σηλυβρία στη συνέχεια και τέλος στη Σχολή του Πλήθωνος Γεμιστού στο Μυστρά, όπου παρακολούθησε μαθήματα πλατωνικής φιλοσοφίας με ιδιαίτερη έμφαση στα μαθηματικά. Ο ίδιος ως «ισόβιος» μητροπολίτης Νικαίας και ως καρδινάλιος στην Καθολική Εκκλησία και παρολίγον Πάπας, διακρίθηκε στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οίκων Κωνσταντινουπόλεως και Τραπεζούντος, σε αποστολές παπών προς βασιλείς και αυτοκρατόρων προς δεσπότες, αποβλέποντας πάντοτε στην συγκρότηση κοινού μετώπου για την αποτροπή και απόκρουση των κατακτητικών σχεδίων των Τούρκων. Κυρίως, όμως διακρίθηκε για τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες για την ένωση των δύο Εκκλησιών και ως «διαιτητής» μεταξύ των δύο φιλοσόφων, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος και το κίνημα των Ησυχαστών

Ο ησυχασμός δεν αποτελεί αναβίωση του νεοπλατωνισμού όπως υποστηρίζεται, αλλά ένα είδος μυστικιστικού ευσεβισμού που έχει τις ρίζες του στη βυζαντινή μοναστηριακή παράδοση και που συμπεριφέρεται περιφρονητικά, τόσο προς τους κανονικούς βυζαντινούς κληρικούς όσο και προς τους «Έλληνες» τους οποίος υποπτευόταν ως κρυπτοειδωλολάτρες και διαφθορείς των νέων.

Διαθέτοντας μια έντονη εσωτερική πνευματικότητα, όπως κάθε μυστικισμός και ακολουθώντας τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και άλλους Έλληνες Πατέρες, ο ησυχασμός εισηγήθηκε την πραγματική διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού. Μία από τις άπειρες θείες ενέργειες που απορρέει από την ουσία του Θεού, είναι το «θείον και άκτιστον φως», το οποίο μπορούσε ο ησυχαστής να δει με τους σωματικούς οφθαλμούς -παρά τα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη. «Θεόν ουδείς εόρακε πώποτε» και με το οποίο επιτυγχάνεται η ένωση του ανθρώπου με τη βοήθεια της θείας χάριτος- διδασκαλία η οποία, για τους καλά εξοικειωμένους με την πλατωνική και την αριστοτελική παράδοση, δεν ήταν μόνο από φιλοσοφική σκοπιά, ανορθόλογη και αστεία, αλλά επρόκειτο, από θεολογικής απόψεως, για «διθεΐτες» ησυχαστές και ως εκ τούτου για εισηγητές μιας νέας μεθόδου. Η αρχική διαμάχη μεταξύ του Βαρλαάμ και του Παλαμά δεν φορούσε την αντίδραση του αριστοτελισμού προς τον πλατωνισμό αλλά γεννήθηκε από την αναζήτηση μιας καλύτερης μεθόδου για τη στήριξη της Ορθοδοξίας ενάντια στις επιθέσεις των αντιμαχόμενων Δυτικών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι μετά το θρίαμβο του ησυχαστικού κινήματος το 1341, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη των αντι-παλαμιτών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, και, κυρίως μετά το 1347, όταν ο ησυχασμός αναγνωρίστηκε ως επίσημη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, οι ησυχαστές έδειξαν απροθυμία στο να συνδράμουν την αυτοκρατορία στην αντιμετώπιση της επερχόμενης καταιγίδας από την Ανατολή, και να συντελέσουν στην επιβίωση της ως πολιτικής οντότητας, η οποία, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, εξαρτιόταν από τον προσεταιρισμό της Λατινικής Εκκλησίας και την ένωση των Εκκλησιών. Οι ησυχαστές και παλαμίτες όχι μόνο έδειξαν απροθυμία για οποιαδήποτε μορφή συνδιαλλαγής και οικουμενικού διαλόγου, αλλά πολλοί από αυτούς ήταν πρόθυμοι να δεχθούν μια Ορθοδοξία υπό την τουρκική κυριαρχία παρά μια συμφωνία υπό την λατινική κηδεμονία.

Τα αποτελέσματα της επικράτησης του ησυχαστικού κινήματος είναι κυρίως έκδηλα στη δημιουργία τριών αντιδραστικών προς τούτο ομάδων: των λατινόφρονων και αριστοτελικών σχολαστικών, των διαλλακτικών διαμεσολαβητών και ενωτικών. Η δεύτερη ομάδα μας ενδιαφέρει άμεσα, γιατί αυτή περιλαμβάνει τον Βησσαρίωνα, ο ρόλο του οποίου ήταν από άποψη χαρακτήρα και ενδιαφερόντων διαμεσολαβητικός. Ο ίδιος μπορούσε να μελετά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και τους σύγχρονους Λατίνους θεολόγους στο πρωτότυπο, να διατυπώνει τον αντι-παλαμισμό και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τη διάκριση ουσίας και θείων ενεργειών. Ήταν η πιο σημαντική, μετά τον Γεώργιο Γεμιστό ή τον Πλήθωνα προσωπικότητα που επηρέασε τη δυτική διανόηση κατά το 15ο αιώνα, καθώς και την έκβαση της ενωτικής προσπάθειας.

Αποτίμηση του έργου του Βησσαρίωνος

Ο Βησσαρίων που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τη Ιταλία και δεν έπαψε ποτέ να γράφει υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας, να στηρίζει τη διδασκαλία της και να αγωνίζεται για την ένωση των δύο Εκκλησιών, έτρεφε την ελπίδα ότι μια ενωτική Οικουμενική σύνοδος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην απόκρουση του εξ Ανατολών επερχόμενου κινδύνου. Η Σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας αποτελούσε για το Βησσαρίωνα τη μεγάλη ευκαιρία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αποτίμηση της συμβολής του Βησσαρίωνος στην ιταλική Αναγέννηση είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ευκολότερα με τη διαμεσολάβηση του στην «αντιμαχία των δύο φιλοσόφων», όπως αυτή αποτυπώνεται στη σχέση του, πρώτον, προς το διδάσκαλό του, το μεγάλο πλατωνιστή φιλόσοφο, τον Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα και δεύτερον, προς τον αντίπαλο του αριστοτελιστή Γεώργιο Τραπεζούντιο. Έτσι προδιαγράφονται οι τρεις αντίστοιχες κατευθύνσεις των επιδράσεων του καρδινάλιου: η συμφιλίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας με το εκκλησιαστικό δόγμα, η απόκρουση της σχολαστικής φιλοσοφίας και η προσαρμογή των ιταλικών αναγεννησιακών δημιουργημάτων στους αυστηρούς φιλοσοφικούς κανόνες.

Ο Βησσαρίων και ο κύκλος του ένια κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνοι για την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Πλήθωνος και της «αντιμαχίας των φιλοσόφων» στη Δύση. Στην πραγματικότητα, η παρουσίαση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την ερμηνεία και κατανόηση της αποδοχής του Πλάτωνος στο δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα.

Πηγή: Ε-ιστορικά