Η μάχη της Δοϊράνης (1913)

Η μάχη της Δοϊράνης διεξήχθη στις 22-23 Ιουνίου 1913. Ήταν μι αμάχη των Βαλκανικών πολέμων. Συνέχεια της μάχης του Κιλκίς -Λαχανά.

Η μάχη της Δοϊράνης
Η μάχη της Δοϊράνης
(Λαϊκή απεικόνιση)

Η βουλγαρική φάλαγγα που υποχωρώντας από το Κιλκίς κατευθυνόταν προς τη Δοϊράνη, απαρτιζόταν από τη 3η ταξιαρχία της 3ης μεραρχίας και από το 50ο σύνταγμα πεζικού, δηλαδή συνολικά από 11 τάγματα με το ανάλογο πυροβολικό. Σύμφωνα με τη διαταγή του βουλγαρικού επιτελείου μεταφέρθηκε στην περιοχή της Δοϊράνης-Γευγελής η 1η ταξιαρχία της 6ης μεραρχίας, που έδρευε στη Στρώμνιτσα, ενταγμένη στην 4η βουλγαρική στρατιά. Οι δυνάμεις αυτές οργάνωσαν αμυντική τοποθεσία στα υψώματα νότια από τη Δοϊράνη πάνω από το χωριό Βλαντάγια.

Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, μετά τη διπλή νίκη της 21η Ιουνίου, έθεσε σαν άμεσο αντικειμενικό σκοπό την όσο το δυνατόν ταχύτερη εκκαθάριση όλης της περιοχής δυτικά του Στρυμόνα και νότια του Μπέλες από εχθρικές δυνάμεις και την απώθηση τους προς τα βορειοανατολικά, ώστε να επιτευχθεί επαφή με τους Σέρβους. Για το σκοπό αυτό στις 22 Ιουνίου όλες οι μεραρχίες του αριστερού και του κέντρου διατάχθηκαν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τα βόρεια.

Στις 4:30 το πρωί της 23 Ιουνίου εκδηλώθηκε αιφνιδιαστική απόπειρα των Βουλγάρων να ανακαταλάβουν τη γέφυρα του Στρυμονικού. Ο αιφνιδιασμός απέτυχε και η 7η μεραρχία, αφού άφησε δύο τάγματα στην Κουμαριά για να επιτηρούν τη γέφυρα συνέχισε την πορεία της. Αργότερα επέστρεψε στην περιοχή Κουμαριάς-Στρυμονικού, γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι βουλγάρικες ενισχύσεις από το Σιδηρόκαστρο κατευθύνονταν προς τις Σέρρες και το Στρυμονικό. Την ίδια μέρα η 1η μεραρχία προωθήθηκε προς την Καγιάλη και η 6η μέχρι το Κιοσελή. Τρεις από τις υπόλοιπες μεραρχίες συνέχισαν στις 22 και 23 Ιουνίου την πορεία τους απρόσκοπτα: η 2η, η οποία την πρώτη μέρα έφτασε στο Τέρπυλλο, ανέβηκε την επομένη στο όρος Δύσωρο και καταυλίστηκε κοντά στο χωριό Κεντρικό, η 5η, την πρώτη μέρα έφτασε στο Ποταρίς (Δροσάτο) και την επομένη στο χωριό Αμάραντα (Σούρλοβο) και 1η, που προχωρώντας μέσα από τις διαβάσεις του Δυσώρου, έφτασε στο Ακ. Μπουλαλίκ (Ακροχώρι).

Στο αριστερό του ελληνικού στρατού βάδιζαν η 6η και η 10η μεραρχία με κατεύθυνση την Δοϊράνη. Όταν γύρω στις 11 το πρωί της 22ας Ιουνίου οι εμπροσθοφυλακές έφτασαν αντίστοιχα στη Χέρσοβα και στο Γενήκιοϊ (Ελευθεροχώρι), δέχτηκαν εχθρικά πυρά από τα υψώματα νότια της Δοϊράνης. Η 3η μεραρχία δεν εκτέλεσε εκείνη τη μέρα καμία επιθετική ενέργεια και παρέμεινε στις θέσεις της. Μόνο η μοίρα πεδινού πυροβολικού της απαντούσε στα εχθρικά πυρά. Το 4ο σύνταγμα ευζώνων της 10ης μεραρχίας επιτέθηκε λίγο μετά το μεσημέρι και κατέλαβε τις θέσεις των εχθρικών προφυλακών πάνω από το χωριό Βλαντάγια. Η υπόλοιπη μεραρχία καλύφτηκε κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Καλινδρίας.

Η επίθεση των δύο ελληνικών μεραρχιών άρχισε νωρίς το πρωί της 23ης Ιουνίου. Η 3η διέθεσε δύο συντάγματα στην πρώτη γραμμή, το 12 στα ανατολικά της αμαξιτής οδού Θεσσαλονίκης-Δοϊράνης και το 6ο στα δυτικά της. Το 11ο θα προήλαυνε στη δεύτερη γραμμή, 1.500 μέτρα πίσω από τη πρώτη. Στο τομέα της 10ης μεραρχίας το 4ο σύνταγμα ευζώνων κράτησε τις προχωρημένες θέσεις, που είχε καταλάβει την προηγούμενη μέρα, και από εκεί απασχολούσε τον εχθρό.

Το 3ο σύνταγμα, σε συνδυασμό με τα δύο συντάγματα της 3ης μεραρχίας, ενεργούσε την κύρια επίθεση εναντίον της ισχυρότερης εχθρικής τοποθεσίας, που είχε οργανωθεί πάνω στο ύψωμα Οβελίσκος. Το 5ο σύνταγμα παρέμεινε στις θέσεις του ως εφεδρεία. Λίγο μετά την εκδήλωση της επιθέσεως, το τάγμα που ενεργούσε στο άκρο δεξιό της ελληνικής παρατάξεως, κατάφερε να καταλάβει με τη λόγχη τις απέναντι του εχθρικές θέσεις και στη συνέχεια καταδίωξε τους αμυνόμενους μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό της Δοϊράνης. Οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν την υπερφαλάγγιση στο αριστερό τους και εγκατέλειψαν τις θέσεις πάνω στα υψώματα. Προσπάθησαν να ανασυνταχθούν μπροστά στην πόλη, αλλά τελικά εγκατέλειψαν και τις νέες θέσεις τους και υποχώρησαν προς τα βόρεια. Απομονωμένα τμήματα των Βουλγάρων παρέμειναν στις θέσεις τους απέναντι από τη 10η μεραρχία και τις κρατούσαν μέχρι που έπεσε το σκοτάδι. Υποχώρησαν και αυτά προς τα βόρεια, τη νύχτα της 23ης Ιουνίου προς την 24η, χωρίς να γίνουν αντιληπτά από τις ελληνικές προφυλακές.

Την ίδια μέρα οι Βούλγαροι επιχείρησαν αντιπερισπασμό στο δεξιό του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα, απόσπασμα, αποτελούμενο από τρία τάγματα, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην αριστερή όχθη του Αξιού, απέναντι από τη Γευγελή, και απώθησε προς τα νότια τους ελληνικούς λόχους κατοχής της περιοχής. Επίσης, σώματα κομιτατζήδων εισέβαλαν στην περιοχή της Καρατζόβας, που είχε μείνει απροστάτευτη λόγω της υποχώρησης των ελληνικών λόχων. Η κατάσταση στην περιοχή αυτή αποκαταστάθηκε γρήγορα, χωρίς να ανακοπεί η πορεία των ελληνικών μεραρχιών προς τα βόρεια. Οι ελληνικοί λόχοι κατοχής σταμάτησαν την υποχώρηση τους στα υψώματα του Κουφιλούκ, όπου οργάνωσαν την άμυνα τους και συγχρόνως στάλθηκε από τη Θεσσαλονίκη άγημα πεζοναυτών, που ήταν αποσπασμένο στη φρουρά της. Ως το βράδυ της 24ης Ιουνίου η περιοχή είχε εκκαθαριστεί από τους Βούλγαρους.

Η μάχη της Δοϊράνης είχε στοιχίσει στις δύο μεραρχίες 1.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των λόχων κατοχής και των πεζοναυτών στις συμπλοκές δυτικά του Αξιού ανήλθαν συνολικά σε 300 νεκρούς και τραυματίες.

Η μάχη του Λαχανά (1913)

Η μάχη του Λαχανά έγραψε μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής  ιστορίας. Οι τέσσερις μεραρχίες ξεκίνησαν το πρωί της 19ης Ιουνίου 1913 με κατεύθυνση το Κιλκίς. Είχαν να αντιμετωπίσουν την 2η ταξιαρχία της 3ης βουλγαρικής μεραρχίας, 3 πεδινές πυροβολαρχίες και μία ορειβατική.

Η μάχη του Λαχανά
Η μάχη του Λαχανά
(Λαϊκή απεικόνιση)

Την πρώτη μέρα της ελληνικής επιθέσεως το 1ο σύνταγμα δέχθηκε πυρά από τις βουλγαρικές μονάδες που κατείχαν τα υψώματα γύρω από το χωριό Μάνδρες. Τελικά ενισχυμένο και από το 7ο σύνταγμα επιτέθηκε με τη λόγχη και εκτόπισε τον εχθρό από τις θέσεις του στις 3:30 το απόγευμα. Η 4η και η 5η μεραρχία προήλασαν κάτω από τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού, που ήταν ταγμένο στα υψώματα βορειοδυτικά της Ξυλοκερατιάς. Ένα τάγμα της 4ης μεραρχίας πέρασε το Γαλλικό ποταμό και προχώρησε προς το σιδηροδρομικό σταθμό του Σαλαμανλή. Ολόκληρη η μεραρχία καθηλώθηκε κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής. Το 23 σύνταγμα της 5ης μεραρχίας και το 16ο που ακολούθησε βρέθηκαν διαδοχικά στην ακάλυπτη ζώνη της περιοχής Μάνδρας Καρακατσανέων. Η 5η μεραρχία είχε βαρύτατες απώλειες, 1.200 νεκροί και τραυματίες. Τελικά, τα πρώτα εχθρικά χαρακώματα καταλήφθηκαν με τη λόγχη. Στο μεταξύ η 3η μεραρχία επιτέθηκε εναντίον των Βουλγάρων που κατείχαν τα υψώματα του Άνω Αποστόλου και Γυναικοκάστρου. Οι Βούλγαροι υποχώρησαν προς το Κιλκίς και οι Έλληνες κατέλαβαν τα χωριά Ξυλοκερατιά και Πέρινθος.

Στις 20 Ιουνίου, η 2η μεραρχία προχώρησε χωρίς να αντιμετωπίσει σοβαρή εχθρική αντίσταση και το απόγευμα έφτασε σε θέσεις εξορμήσεως απέναντι από το Κιλκίς στα υψώματα νότια από την Ποταμιά. Η 4η μεραρχία ήταν πιο προωθημένη και περίμενε και τις άλλες. Ξεκίνησε στις 9:30 το πρωί και ως το μεσημέρι οι Έλληνες είχαν καταλάβει με επίθεση τα υψώματα ανατολικά του Σαρηγκιόλ. Στη συνέχεια πλησίασε προς την κύρια εχθρική τοποθεσία μπροστά από το Κιλκίς. Τελικά καθηλώθηκε από τα εχθρικά πυρά μέχρι το απόγευμα στις 5:00 σε απόσταση 800 με 1.000 μέτρα από τα βουλγαρικά χαρακώματα. Η 5η μεραρχία έφτασε κοντά στο Κιλκίς το μεσημέρι στον σιδηροδρομικό σταθμό Σαρηγκιόλ, επιτέθηκε εναντίον των εχθρικών θέσεων με κάλυψη του πυροβολικού, αλλά καθηλώθηκε και αυτή στις παρυφές του χωριού. Η 3η μεραρχία έφτασε στα υψώματα του Αρμουτζή, αφού πρώτα καταδίωξε απομονωμένα βουλγαρικά τμήματα. Οι Βούλγαροι είχαν οχυρώσει την κύρια αμυντική τους τοποθεσία μπροστά από το Κιλκίς με ορύγματα που έφταναν τα έξι μέτρα. Τα ορύγματα ενισχύονταν με βολές που περιείχαν μα διλοχία. Μια κατά μέτωπο επίθεση, υπό αυτές τις συνθήκες θα είχε αβέβαιο αποτέλεσμα. Έτσι αποφασίστηκε από το Ελληνικό Στρατηγείο στη Μπάλτζα νυχτερινός αιφνιδιασμός. Η επιχείρηση ανατέθηκε σε δύο τάγματα που πέρασαν το Γαλλικό ποταμό και στις 3:30τα ξημερώματα βρίσκονταν μπροστά στα εχθρικά χαρακώματα. Οι κινήσεις έγιναν αντιληπτές από τους Βούλγαρους που νόμισαν ότι ήταν νυχτερινή επίθεση. Ακολούθησε ανταλλαγή πυρών πυροβολικού που κράτησε μισή ώρα, στις 4:10 το πρωί της 21ης Ιουνίου τα δύο συντάγματα κατέλαβαν την πρώτη εχθρική αμυντική γραμμή στις 5:00 τη δεύτερη και μετά την Τρίτη. Η μάχη σώμα με σώμα κράτησε μέχρι τις 10:00 το πρωί, οπότε και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της.

Μόλις ξημέρωσε επιτέθηκαν και οι υπόλοιπες μεραρχίες εναντίον των εχθρών. Στις 11:00 οι Βούλγαροι υποχώρησαν σε όλο το μήκος του μετώπου. Η υποχώρηση έγινε σε δύο φάλαγγες προς τη Δοϊράνη και τον Στρυμόνα. Ο Κωνσταντίνος διέταξε τη γενική καταδίωξη του εχθρού. Οι μεραρχίες 4η και 5η, που ανέλαβαν κυρίως την καταδίωξη, έφτασαν μέχρι στα χωριά Καρκάτ (Τέρπυλο) και Ξεροβρύση, όπου διανυκτέρευσαν. Είχαν συλλάβει 100 περίπου αιχμαλώτους. Η 3η μεραρχία έφτασε στα υψώματα του Μεταλλινού, από όπου έβαλε με το πυροβολικό εναντίον του εχθρού, που υποχωρούσε. Οι συνολικές απώλειες των τεσσάρων μεραρχιών ήταν 5.662 νεκροί και τραυματίες. Αιχμαλωτίστηκαν 500 περίπου Βούλγαροι και περιήλθαν στον ελληνικό στρατό 3 εχθρικά πυροβόλα και πλήθος πολεμικό υλικό.

Εν τω μεταξύ οι μεραρχίες 1η και 6η είχαν ξεκινήσει στις 19 Ιουνίου με κατεύθυνση το Βορρά. Η 1η μεραρχία χωρίς αντίσταση κατέλαβε το χωριό Όσσα. Το απόγευμα αντιμετώπισαν βουλγαρικές δυνάμεις στα υψώματα του Ζαρόχου και αφού υποχώρησαν οι εχθροί έμειναν στον ελληνικό στρατό 4 πυροβόλα. Λίγη ώρα αργότερα τα ελληνικά τμήματα έμπαιναν στη Μπέροβα που οι Βούλγαροι είχαν πυρπολήσει κατά την υποχώρηση τους. Η 6η μεραρχία στις 19 Ιουνίου το πρωί στις 10:00 έφτασε την Γιουβέζνα (Ασσηρό) μέχρι το βράδυ είχε καταλάβει τα υψώματα 604 και 544. Την 20η Ιουνίου η 1η μεραρχία συνέχισε την πορεία της σε δύο φάλαγγες. Η πρώτη κατευθύνθηκε προς το Λαχανά. Η 6η μεραρχία βρήκε το πρωί της ίδιας μέρας απέναντι της υψώματα εγκαταλελειμμένα από τους χθεσινούς της αντιπάλους, που τη νύχτα είχαν υποχωρήσει προς το Λαχανά. Προχώρησε και κατέλαβε τη Λιγκοβάνη. Το απόγευμα συντάγματα από την 1η και την 6η μεραρχία έφτασαν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τις εχθρικές γραμμές όπου εγκατέστησαν προφυλακές. Τη νύχτα της 20ης Ιουνίου οι δύο μεραρχίες έλαβαν εντολή να συστήσουν ένα απόσπασμα από 2 συντάγματα και να το στείλουν στο Κιλκίς για ενίσχυση. Το μεσημέρι όμως αναγγέλθηκε η νίκη στο Κιλκίς και η διαταγή αποστολής του αποσπάσματος ανακλήθηκε. Έτσι στις 3 το απόγευμα οι δύο μεραρχίες επιτέθηκαν στον εχθρό συντονισμένα. Μετά από αντίσταση μιας ώρας οι Βούλγαροι, που είχαν και αυτοί πληροφορηθεί την έκβαση της μάχης, υποχώρησαν άτακτα προς τα βορειοανατολικά, αφήνοντας στο πεδίο 16 από τα 24 πυροβόλα και περίπου 1.300 τουφέκια. Οι Έλληνες τους κατεδίωξαν ως το 630 χιλιόμετρο Θεσσαλονίκης-Σερρών και συνέλαβαν 500 περίπου αιχμαλώτους. Στις δύο μεραρχίες στοίχισε 2.701 νεκρούς και τραυματίες. Στο Λαχανά τα 18 τάγματα τους είχαν αντιμετωπίσει 20 βουλγαρικά τάγματα.

Η 7η μεραρχία το πρωί της 19ης Ιουνίου αφού άφησε ένα σύνταγμα στον Ασπροβάλτο, ξεκίνησε με κατεύθυνση τη Νιγρίτα. Στο Σούλοβο το 20 σύνταγμα μετά από σύντομη μάχη έτρεψε σε φυγή βουλγαρικά τάγματα. Η μάχη στοίχισε στο σύνταγμα 30 νεκρούς και 169 τραυματίες. Το άλλο πρωί τα πρώτα τμήματα έμπαιναν στη Νιγρίτα, που είχε πυρποληθεί από τους Βουλγάρους κατά την υποχώρηση μετά το Σούλοβο. Όσοι από τους αμάχους είχαν μείνει στην πόλη είχαν κατακρεουργηθεί. Την επομένη η 7η μεραρχία συνέχισε την πορεία της προς τα βορειοδυτικά και το απόγευμα η εμπροσθοφυλακή της αντιλήφθηκε τις βουλγαρικές φάλαγγες που υποχωρούσαν από το Λαχανά, να κινούνται προς τα βορειοανατολικά χρησιμοποιώντας την οδό Θεσσαλονίκης -Σερρών.

Δεύτερες πόλεις

Η Θεσσαλονίκη και η Φιλιππούπολη διαθέτουν ένα κοινό στοιχείο: μέσα στο εθνικό τους πλαίσιο ήταν πάντοτε «δεύτερες πόλεις». Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη ελληνική πόλη μετά την Αθήνα και η Φιλιππούπολη είναι η δεύτερη σε σημασία πόλη μέσα στη Βουλγαρία μετά τη Σόφια.

Τα οικονομικά μεγέθη της Θεσσαλονίκης και της Φιλιππούπολης είναι αντίστοιχα. Στη Φιλιππούπολη λειτουργεί Διεθνής Έκθεση, όπως ακριβώς και στη Θεσσαλονίκη. Η Φιλιππούπολη θεωρείται πνευματικό κέντρο της Βουλγαρίας, με πολλές ιστορικές «πρωτιές» σε διάφορους τομείς της τέχνης και της επιστήμης.

Η ίδρυση της πόλης της Φιλιππούπολης χρονολογείται στον 12ο αιώνα π.Χ. με το όνομα Ευμολπία. Στα χρόνια του μακεδονικού βασιλείου ονομάστηκε Φιλιππούπολη, ενώ οι Ρωμαίοι την αποκαλούσαν Trimontium (Τρίλοφο), επειδή ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις συνεχόμενους λόφους. Από τη ρωμαϊκή εποχή διασώζεται το στάδιο της πόλης, όπως ακριβώς συμβαίνει με την αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης. Και οι δύο πόλεις διαθέτουν αδιάλειπτη ιστορία αιώνων, στη διάρκεια της οποίας διατήρησαν τον αστικό τους χαρακτήρα.

Η Φιλιππούπολη έχει να επιδείξει σημαντική προσφορά στην ανάπτυξη του χριστιανισμού, από τα μέσα του του 1ου αιώνα. Όπως και η Θεσσαλονίκη είναι διάσπαρτη με εκκλησίες και μοναστήρια. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι δύο πόλεις είχαν κυρίαρχο ρόλο. Το 812 η Φιλιππούπολη συμπεριλήφθηκε στα όρια του πρώτου βουλγαρικού κράτους. Υπέστη τη Λατινοκρατία και την Τουρκοκρατία όπως ακριβώς και η Θεσσαλονίκη.

Οι περιγραφές των περιηγητών για την Φιλιππούπολη μοιάζουν πολύ με αυτές για την Θεσσαλονίκη. Τα σπίτια ήταν μονώροφα, τα περισσότερα ξύλινα, και το ενδιαφέρον εστιαζόταν στις αρχαιότητες, τα μνημεία και δημόσια κτίρια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, στο πλαίσιο της διαχείρισης των πληθυσμών, η Πύλη εποίκισε Φιλιππούπολη με Γιουρούκους, όπως ακριβώς και τη Θεσσαλονίκη.

Οι δύο πόλεις υπέστησαν εξισλαμισμούς μεταξύ των χριστιανών κατοίκων τους κατά τους 15ο και 16ο αιώνες και εμφάνισαν παράλληλους ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης την ίδια περίοδο. Και οι δύο πόλεις υποδέχθηκαν τα κύματα καταδιωγμένων Εβραίων της Δυτικής Ευρώπης και ανέπτυξαν πολυάριθμες εβραϊκές κοινότητες. Από τον 16ο αιώνα απέδιδαν υψηλότατες φορολογικές προσόδους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία: η Θεσσαλονίκη με το λιμάνι της, ενώ η Φιλιππούπολη ήταν το γεωγραφικό επίκεντρο της καλλιέργειας ρυζιού. Και οι δύο πόλεις ήταν πόλεις μπεηλέρμπεη, δηλαδή σημαντικά διοικητικά περιφερειακά κέντρα, και είναι χαρακτηριστικό ότι οι καδήδες και των δύο περιοχών ανήκαν στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα.

Έχοντας γύρω τους εκτεταμένες γεωγραφικές και κτηνοτροφικές οικονομίες η Φιλιππούπολη και η Θεσσαλονίκη αναπτύσσουν χειροτεχνίες, βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες που στηρίζονται στην επεξεργασία του μαλλιού και το εμπόριο των συναφών προϊόντων. Έτσι, από το 17ο αιώνα και οι δύο πόλεις είναι κέντρα παραγωγής αμπά, του σκληρού αυτού, αλλά πολύ ανθεκτικού μάλλινου υφάσματος, που ήταν σε καθημερινή χρήση στα Βαλκάνια. Γίνονται επίσης κέντρα παραγωγής κάπας. Αμπάς και κάπες είναι τα προϊόντα ισχυρών χριστιανικών συντεχνιών, οι οποίες έχουν αφήσει σημαντικό αρχειακό υλικό που επιτρέπουν στους ιστορικούς να αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνταν οι ενδοσυντεχνιακές διαφοροποιήσεις, όσο και πολλές άλλες οικονομικές λειτουργίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η έντονη βιοτεχνική δραστηριότητα, αλλά και η γεωργική παραγωγή οδήγησαν και τις δύο αυτές «δεύτερες πόλεις», από τον 18ο αιώνα, στη δημιουργία ισχυρών εμπορικών δικτύων και σε διεξαγωγή εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Οι κατευθύνσεις όμως ήταν διαφορετικές. Η Θεσσαλονίκη, ως μεσογειακό λιμάνι, ήταν κυρίως στραμμένη προς τη Δύση, τα λιμάνια της Ιταλίας και τη Μασσαλία και λιγότερο προς τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια. Αντίθετα, η Φιλιππούπολη βρίσκεται πάνω στη χερσαία οδό προς την Κωνσταντινούπολη. Το εμπόριο της στράφηκε προς την Μικρά Ασία μέχρι τη Συρία. Πολλές φορές ακόμη και μέχρι την Ινδία.

Εκτός από το εμπόριο οι δύο πόλεις συνέδεσαν την ανάπτυξη τους με την κατασκευή και πώληση ενδυμάτων για τον οθωμανικό στρατό. Όταν -με τη διάλυση των γενίτσαρων και τη αποτυχία της δημιουργίας του κρατικού εργοστασίου στην Κωνσταντινούπολη- η Θεσσαλονίκη αδυνατούσε να ικανοποιήσει πια τις ανάγκες του οθωμανικού στρατού για ρουχισμό, η Φιλιππούπολη ήρθε να καλύψει αυτό το κενό. Τα ευρωπαϊκά υφάσματα που διέλυσαν τις συντεχνίες της Θεσσαλονίκης, δεν κατέκτησαν με την ίδια ευκολία τη βουλγαρική ενδοχώρα, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί γύρω από τη Φιλιππούπολη αποτελούσαν πάντοτε μια καλή αγορά. Η Μικρά Ασία καθυστέρησε ακόμη περισσότερο να υιοθετήσει τα δυτικά προϊόντα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξασφάλισαν αγορές στα προϊόντα της Φιλιππούπολης και οι συντεχνίες της άνθισαν, ακόμα και στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι συντεχνίες της Θεσσαλονίκης άρχισαν να μπαίνουν σε οριστική παρακμή.

Και οι δύο αυτές «δεύτερες πόλεις» έγιναν κέντρα των πρώτων βιομηχανικών εγχειρημάτων στα Βαλκάνια. Ειδικά η Φιλιππούπολη παρέχει σπουδαίο πεδίο μελέτης των σταδίων της πρώτης βαλκανικής βιομηχανικής ανάπτυξης. Δυστυχώς, οι αστικές οικογένειες της Θεσσαλονίκης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας, αφού τα αρχεία τους καταστράφηκαν.

Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε πολυάριθμος ελληνικός πληθυσμός στην ευρύτερη περιοχή της Φιλιππούπολης, που έφταναν το 6% του συνόλου. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε αντίστοιχο ποσοστό βουλγαρικού πληθυσμού. Μέχρι την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού Έλληνες και Βούλγαροι έζησαν στις δύο πόλεις μαζί, ως μέλη των αντίστοιχων ορθόδοξων χριστιανικών κοινοτήτων. Μετά την ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή των πληθυσμών -που, σε αντίθεση με την αντίστοιχη ελληνοτουρκική, υπήρξε εθελοντική- ο πληθυσμός της Φιλιππούπολης έμεινε αμιγώς βουλγαρικός και της Θεσσαλονίκης αμιγώς ελληνικός.

Στις μέχρι τώρα ιστορικές πηγές οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πόλεις φαίνονται να ήταν περιορισμένες. Οι περιπτώσεις εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τους ήταν σπάνιες, αν και καταγράφονται από τον 16ο αιώνα, όταν Εβραίοι της Θεσσαλονίκης σχηματίσαν εμπορικό δίκτυο με Εβραίους της Φιλιππούπολης. Ωστόσο, οι δύο πόλεις αναπτύχθηκαν κατά την οθωμανική τους περίοδο πάνω σε διαφορετικά συγκοινωνιακά δίκτυα, γεγονός που εξηγεί τις περιορισμένες μεταξύ τους σχέσεις.

Εκτός από τις ιστορικές παραλληλίες, η Φιλιππούπολη των αρχών του εικοστού αιώνα παρουσίαζε έντονες μορφολογικές ομοιότητες με τη Θεσσαλονίκη. Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά, αλλά και το δομημένο τοπίο, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα κτίρια, οι κήποι, τα μνημεία της κάθε πόλης συγχέονται με τα αντίστοιχα της άλλης. Τους ανώνυμους δρόμους της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσει κανείς από τους δρόμους της παλιάς πόλης στη Φιλιππούπολη.

Οι ομοιότητες αυτές είναι είναι φυσιολογικές, αν λάβει κανείς υπόψιν ότι οι δύο αυτές «δεύτερες πόλεις» αναπτύχθηκαν σε κοινό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και ότι διαθέτουν γεωγραφικές αναλογίες. Δυστυχώς, όμως σήμερα, οι διαφορές στις δύο αυτές πόλεις είναι παραπάνω από εμφανείς. Η σύγχρονη Φιλιππούπολη έχει διατηρήσει πολλά από τα παραδοσιακά στοιχεία της, σε αντίθεση με τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, αποτελεί ένα φανταστικό πρότυπο για το πως θα ήταν η Θεσσαλονίκη, αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μηχανισμοί της αντιπαροχής και της αντί πάσης θυσίας ανοικοδόμησης.