Ο Άλδος Μανούτιος (1452-1515)

Ο Άλδος Μανούτιος (1452 – 6 Φεβρουαρίου 1515) ήταν Ιταλός ουμανιστής, γνωστός για την εκδοτική του δραστηριότητα στη Βενετία την εποχή της Αναγέννησης. Άριστος γνώστης ελληνικών, ήταν από τους πρώτους που εκτύπωσαν βιβλία με ελληνικούς χαρακτήρες, αξιοποιώντας τα χειρόγραφα της πολύτιμης συλλογής του Βησσαρίωνα του Τραπεζούντιου, που σώζονται σήμερα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. Αξιοσημείωτη είναι η συνεισφορά του στην τυπογραφία με την επινόηση των πλάγιων γραμματοσειρών, την καθιέρωση της άνω τελείας στιγμής (semicolon), καθώς και τη μαζική παραγωγή δερματόδετων βιβλίων τσέπης σε προσιτές τιμές.

Ο Άλδος Μανούτιος
Ο Άλδος Μανούτιος

Ο εκδότης Άλδος Μανούτιος

Ο Άλδος Μανούτιος γεννήθηκε στο Μπασιάνο (Bassiano) των Παπικών Κρατών, στη σημερινή επαρχία του Λάτσιο, κοντά στη Ρώμη. Καθώς η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη, ο Μανούτιος έλαβε μια σφαιρική μόρφωση, σπουδάζοντας λατινικά στη Ρώμη με τον Γκασπαρίνο ντα Βερόνα, καθώς και (αρχαία) ελληνικά στη Φεράρα με τον Γκουαρίνο ντα Βερόνα.

Το 1482, μαζί με τον πάλαι ποτέ συμφοιτητή του και παλαιόθεν φίλο Τζοβάννι Πίκο ντε λα Μιράντολα, εγκαταστάθηκε στην πόλη Μιράντολα, όπου και έμεινε για δύο χρόνια, μελετώντας αρχαίους έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους. Προτού ο Πίκο φύγει για τη Φλωρεντία, συνέστησε τον Μανούτιο ως διδάσκαλο για τους ανηψιούς του, Αλβέρτο και Λιονέλο Πίο, πρίγκιπες του Κάρπι. Αργότερα, με χρηματοδότηση και γαίες του Αλβέρτου, ο Μανούτιος ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητα στην τυπογραφία.

Ως κυρίαρχος εκδότης και τυπογράφος την εποχή της ακμής της Αναγέννησης, ο Άλδος εδραίωσε κατ’ αρχάς τον σχεδιασμό του βιβλίου -ένα πρωτόκολλο- που περιελάμβανε το μέγεθος του χαρτιού, τον σχεδιασμό και τη χρήση συγκεκριμένων γραμματοσειρών, τη μορφολογία της σελίδας καθώς και νέες μεθόδους βιβλιοδεσίας. Οι εκδόσεις του με έργα κλασικών (αρχαία ελληνική φιλολογία) έγιναν περίφημες σε όλη την Ευρώπη. Πολλοί μάλιστα αντέγραψαν το εταιρικό του λογότυπο, ένα δελφίνι και μια άγκυρα, το οποίο συνδέεται με το λατινικό ρητό «Festina lente» («σπεύδε βραδέως»). Η εικόνα και το ρητό απεικονίζονταν σε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ., το οποίο και αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Το 1533 τη διεύθυνση του τυπογραφείου ανέλαβε ο γιος του Παύλος Μανούτιος (1512-1574).

Οι Έλληνες κλασικοί του Άλδου Μανούτιου

Μία από τις κυριότερες φιλοδοξίες του Μανούτιου ήταν να περισώσει ό,τι είχε απομείνει από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Εξέδωσε πολλές εκδόσεις των κυριότερων έργων, τόσο σε κανονική μορφή, όσο και σε μέγεθος τσέπης, ώστε τα έργα αυτά να γίνουν διαθέσιμα στο ευρύτερο κοινό. Μέχρι τότε ελάχιστα ελληνικά συγγράμματα κυκλοφορούσαν από εκδοτικούς οίκους: στο Μιλάνο η «Γραμματική του Λασκάρεως», Ελληνικοί Ψαλμοί, έργα του Αισώπου, του Θεοκρίτου και του Ισοκράτη (εκδόσεις 1476 – 1493), στη Βενετία τα «Ερωτήματα του Χρυσολωρά» (1484), στη Βιντσέντσα υπήρχαν ανατυπώσεις της «Γραμματικής του Λασκάρεως» και των «Ερωτημάτων» (1488 και 1490), και τέλος στη Φλωρεντία είχαν εκδοθεί έργα του Ομήρου μεταφρασμένα από τον Λορέντσο ντε Αλόπα. Από αυτά, μόνο ο Θεόκριτος, ο Ισοκράτης και ο Όμηρος θεωρούνταν κλασικά.

Ο Μανούτιος επέλεξε τη Βενετία ως πλέον κατάλληλη έδρα για την επιχείρησή του. Εγκαταστάθηκε το 1490 και τα πρώτα έργα που τυπώθηκαν ήταν το Ηρώ και Λέανδρος του Μουσαίου, η Γαλεομυομαχία και το Ελληνικό Ψαλτήρι. Χωρίς να φέρουν χρονολογία έκδοσης, θεωρούνται τα αρχαιότερα του τυπογραφείου.

Ο Άλδος Μανούτιος στρατολόγησε πλήθος μελετητών της ελληνικής στη Βενετία. Εμπορευόταν στα ελληνικά, έδινε οδηγίες στους τυπογράφους και τους βιβλιοδέτες στα ελληνικά· μέχρι και η καθημερινότητα του σπιτιού του ενδυόταν την ελληνική γλώσσα. Στις εκδόσεις τους προλόγιζε πάντα στα ελληνικά, ενώ προσέλαβε Κρητικούς λόγιους (όπως το Μάρκο Μουσούρο και τον Αρσένιο Αποστόλη) για να σελιδοποιούν και να επιμελούνται χειρόγραφα, καθώς και για να δειγματίσουν καλλιγραφικές ελληνικές γραμματοσειρές. Τουλάχιστον τριάντα Έλληνες βοηθοί εργαζόταν μαζί του, χωρίς να υπολογίζουμε τους τεχνίτες και χειρώνακτες. Ακούραστος και ανελέητος, εξέδωσε τον πρώτο τόμο με έργα του Αριστοτέλη το 1495. Μέχρι το 1498 άλλοι τέσσερις τόμοι συμπλήρωναν το έργο το μεγάλου κλασικού. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν εκδόσεις των Θουκυδίδη, Σοφοκλή, Ηροδότου, Ξενοφώντα και Δημοσθένη.

Ο β’ ιταλικός πόλεμος επιβράδυνε την εκδοτική του δραστηριότητα. Παρόλ’ αυτά, το 1508 εκδίδει έναν τόμο για τους Έλληνες ρήτορες και τον επόμενο χρόνο έργα του Πλουτάρχου. Νέοι πόλεμοι ανάγκασαν τη διακοπή του τυπογραφείου, μέχρι το 1513, οπότε και εκδίδεται τα άπαντα του Πλάτωνα (σε επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου), αφιερωμένο στον Πάπα Λέοντα τον Ι’. Στον πρόλογο ο Μανούτιος κάνει μια σύγκριση ανάμεσα στις κακουχίες της πολεμοπαθούσας Ιταλίας και στην ηρεμία και ομορφιά της μελέτης, ενώ ο Μουσούρος καλεί τον Πάπα σε νέα Σταυροφορία για ανακατάληψη των εδαφών όπου μιλιέται ακόμα η ελληνική γλώσσα, όπως και σε ενίσχυση διδασκαλίας της στην Ιταλία. Ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Αθήναιος ακολουθούν το 1514, ενώ προς το τέλος της ζωής του εργαζόταν πάνω στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η πρώτη έκδοση των οποίων έγινε μετά τον θάνατό του το 1518.

Με τα παραπάνω ολοκληρώνεται ο κατάλογος των εκδόσεων του Άλδου Μανούτιου. Ωστόσο, οι συνεχιστές του έργου του (κυρίως ο εγγονός του, Άλδος Μανούτιος ο νεότερος) έφεραν στο εκδοτικό προσκήνιο έργα των Παυσανία, Στράβωνα, Αισχύλου, Γαληνού, Ιπποκράτη και Λογγίνου. Ο Μανούτιος εξέδωσε και άλλα ελληνικά έργα που είχαν ήδη εκδοθεί, εντούτοις προσδίδοντάς τους διορθώσεις και τον χαρακτήρα του εκδοτικού του οίκου.

Η ιδιότητά του δεν ήταν αποκλειστικά του εκδότη και τυπογράφου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό αυτή του μελετητή και μεταφραστή. Ο Μανούτιος ως λόγιος υπήρξε στις μέρες του πραγματικά λίκνο του ουμανισμού και του ελληνισμού. Με στόχο να προάγει τις ελληνικές σπουδές, το 1502 ίδρυσε τη «Νέα Ακαδημία», ένα ίδρυμα αποκλειστικά για κλασικές ελληνιστικές σπουδές. Τα μέλη έπρεπε απαραιτήτως να μιλούν ελληνικά, να φέρουν ελληνοποιημένο το όνομά τους καθώς και τους τίτλους τους. Ένα από τα μέλη ήταν και ο γνωστός Έρασμος.

Παρόλο που η προσφορά του στον ελληνισμό υπήρξε τεράστια, σήμερα πολλοί αποδέχονται ότι η κυρτή γραφή και οι βραχυγραφίες που χρησιμοποίησε υπήρξαν ανασταλτικές τόσο στην εξέλιξη του ελληνικού γράμματος στην τυπογραφία, όσο και στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

Ο Άλδος Μανούτιος πέθανε φτωχός, έχοντας αφήσει στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο έργο ελληνικής φιλολογίας.

https://el.wikipedia.org/wiki/Άλδος_Μανούτιος

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η τελευταία μορφή του βυζαντινού Ελληνισμού πριν την πτώση του. Η σύγχρονη αποτίμηση της δράσης του και του έργου τον αναδεικνύει σε ένα από τους κριτικούς και πρωτότυπους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και με πολύ καλή γενική και ελληνική παιδεία, ο Γεώργιος Γεμιστός κέρδισε γρήγορα μεγάλη εκτίμηση στην πρωτεύουσα, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς για να εγκατασταθεί μετά το 1393 στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στον Μυστρά. Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι του στην αυλή του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος με πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε προσελκύσει στα ανάκτορα τους σοφούς άνδρες της εποχής. Σκοπός του Γεωργίου Γεμιστού ήταν να πρέπει να ήταν η γνωριμία του λαού με και της ηγεσίας μιας χώρας που αποτελούσε την κύρια απειλή για το Βυζάντιο, αλλά και η επαφή με τη σοφία του Ζωροάστρη, που δίδασκε εκεί ο Ιουδαίος και πολυθεϊστής Ελισσαίος. Τη εποχή αυτή ο Γεώργιος Γεμιστός είχε σχηματίσει ήδη τις επιφυλάξεις του για το πολιτικό και πνευματικό επίπεδο του Βυζαντίου και την κυρίαρχη θρησκεία του. Τον κλονισμένο κρατικό μηχανισμό και την κακή εκκλησιαστική διοίκηση, με πληθωρικό μοναχισμό, θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή της αυτοκρατορίας και την αδυναμία της να αντιδράσει αποτελεσματικά στους εξωτερικούς κινδύνους. Κατέληγε, λοιπόν, στην πεποίθηση ότι η μόνη δυνατότητα γαι ανάσχεση της καταστροφής και για μια αναγέννηση του ελληνικού Βυζαντίου ήταν η επιστροφή στις αρχαίες «εθνικές» αντιλήψεις.

Στο Μυστρά ο Γεώργιος Γεμιστός έδρασε ως δικαστής και διδάσκαλος, ήταν όμως κυρίως ο φιλόσοφος και σοφός συγγραφέας που συνέδεσε για πάντα το όνομα του με τη σχολή του Μυστρά και τους αφοσιωμένους οπαδούς του. Ο Γεώργιος Γεμιστός δεν ήταν μόνο ο σοφός του σπουδαστηρίου αλλά και ο άνθρωπος που ήξερε καλά την κατάσταση της εποχής του και αγωνίστηκε για τη συγκράτηση της καταστροφής. Μεταξύ 1412 και 1423 συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιόλογο και προς τον δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο, στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, που ο Γεμιστός θεωρούσε λίκνο των ελληνικών φύλων και πίστευε ότι σ’ αυτήν θα μπορούσε να στηριχθεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Στα υπομνήματα διατυπώνει και ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, νέου τύπου φορολογία, νέες αρχές για τις κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινικό σύστημα, κ.λ.π.). Την οικονομική αναδιάρθρωση θεωρούσε ο Γεμιστός προϋπόθεση για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Το σημαντικότερο στα κείμενα του Γεωργίου Γεμιστού είναι η έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία του, που εκδηλώνεται με τις συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική παράδοση και με την προσπάθεια του να παραμερισθεί επιτέλους το ρωμαϊκό στοιχείο στη ζωή του Βυζαντίου. Η συνείδηση του «ελληνικού γένους» και του «ελληνικού έθνους» τον οδήγησε στην έντονη κριτική της παραδοσιακής ιδέας της αυτοκρατορίας, ενώ στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της ανορθωτικής πολιτικής, που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο. Αυτό εξηγεί και γιατί στη διαμάχη τς εποχής αριστοτελικών και πλατωνικών πήρε τη θέση των δεύτερων. Ο Γεώργιος Γεμιστός έβλεπε τον Πλάτωνα ως συνολικό παιδαγωγό και από τα έργα κυρίως αντλούσε τις ιδέες του για μια γενική μεταρρύθμιση στο Βυζάντιο. Η δυσπιστία τυο προ τον Αριστοτέλη οφείλεται στον «εκχριστιανισμό» του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, την οποία είχαν μεταφέρει στο Βυζάντιο μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη, Ευρωπαίου θεολόγου από τον Γεώργιο Σχολάριο (Γεννάδιος).

Είναι ευεξήγητο ότι οι εθνικές αντιλήψεις του Γεωργίου Γεμιστού και τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά του σχέδια προκάλεσαν μεγάλη εχθρότητα εναντίον του, είχαν όμως και πολλούς οπαδούς και επέδρασαν στη σκέψη σοβαρών διανοητών στη Δύση. Στον Γεμιστό οφείλεται κατά κύριο λόγο η άνθιση των πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, που εγκαινίασε η ίδρυση εκεί της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν αποφασιστικά οι μαθητές του Γεμιστού με επικεφαλής των Βησσαρίωνα.

Το κύριο έργο του Γεωργίου Γεμιστού είναι το Νόμων Συγγραφή, ένας καταστατικός χάρτης του ιδανικού κράτους και του ιδανικού πολίτη. Το έργο δεν σώζεται ολόκληρο γιατί ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος προκάλεσε την «δια πυρός» εξαφάνιση του έργου του μεγαλύτερου μέρους του. Τα μεγάλα θέματα του Γεμιστού στους Νόμους είναι το θρησκευτικό, το ηθικό και το πολιτικό πρόβλημα του ανθρώπου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η θεολογία του είναι βασισμένη στις διδασκαλίες του Ζωροάστρη και του Πλάτωνα, με προσωπικές όμως λύσεις σε πολλά σημεία.

Το σύστημα του Γεμιστού, ένα σύστημα αναμφισβήτητα έντονα ουτοπικό, απέβλεπε στην αναβίωση μιας παγκόσμιας «εθνικής» θρησκείας με φαινομενικά «νεοπλατωνική» υποδομή και άλλα παγανιστικά στοιχεία. Πράγματι, η γενική εντύπωση, παλαιότερων και νεότερων μελετητών, για το θρησκευτικό οικοδόμημα του Γεμιστού και κυρίως για το πάνθεο με τα ονόματα των ειδωλολατρικών θεών, είναι ότι ο φιλόσοφος του Μυστρά επιζητούσε την ανασύσταση της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων και ότι από την ιδανική του πολιτεία απέκλειε τον Χριστιανισμό. Ο Γεμιστός πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωτερικούς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία»μπορούσε να έλθει μόνο από μια νέα πίστη με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως πρότεινε το σύστημα του. Μια σύγχρονη ερμηνεία του «πολυθεϊσμού» του Γεωργίου Γεμιστού είναι ότι ο φιλόσοφος με τα θεομορφικά του σύμβολα «συγκαλύπτει» μια συνολική οντολογική λύση του κοσμολογικού και του ανθρωπολογικού προβλήματος.

Το τέλος του Γεωργίου Γεμιστού

Ο Γεώργιος Γεμιστός πέθανε το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση. Οι φίλοι και μαθητές του, Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος Χαλκοκοδύλης, Ιωάννης Αργυρόπουλος κ.α., πένθησαν για την απώλεια του δασκάλου με κείμενα που απηχούν το μεγάλο θαυμασμό τους για τη σοφία και την αρετή του. Η φήμη του ήταν και έμεινε στην Ιταλία ζωντανή. όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι κατέλαβε για λίγο το Μυστρά, πήρε μαζί του τα οστά του Γεωργίου Γεμιστού και τα εναπόθεσε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου της πατρίδας μέσα σε λάρνακα και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534)

Ο Ιανός Λάσκαρις (βαπτιστικό όνομα Ιωάννης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Ρώμη. Βυζαντινός λόγιος, συγγραφέας με έμφαση στα επιγράμματα, διπλωμάτης, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία. Σύμφωνα με τον Έρασμο η φιλολογική του παραγωγή θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συχνές του πρεσβείες και οι ασχολίες του για τα πράγματα δεν τον είχαν απομακρύνει από τις Μούσες.

Ο Ιανός Λάσκαρις
Ο Ιανός (Ιωάννης) Λάσκαρις

Ο φιλόλογος Ιανός Λάσκαρις

Οι σύγχρονοι του τον αναφέρουν ως Ρυνδακηνό, όχι γιατί γεννήθηκε στη Ρύνδακο, πολίχνη της Προποντίδας, αλλά διότι οι πρόγονοι του κατοικούσαν εκεί ή κατάγονταν από εκεί. όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη ήταν 8 ετών. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε εκεί. Μετά οδηγήθηκε στην Κρήτη και από εκεί στη Βενετία, με εντολή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Η Βενετία ήταν ακόμη το δεύτερο Βυζάντιο, ο δε Βησσαρίων είχε συγκεντρώσει γύρω του κύκλο λογίων, γνωστό, ως «Ακαδημία του Βησσαρίωνα». Το 1463 ο Βησσαρίων ορίζεται αποστολικός απεσταλμένος του πάπα στη Βενετία, κηρύσσοντας σταυροφορία κατά των Τούρκων. Με εντολή του μεγάλου αυτού κληρικού ο νεαρός Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου δίδασκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος και προστάτης. Έμεινε εκεί μέχρι το 1472. Ο θάνατος του Βησσαρίωνα υπήρξε πλήγμα όχι μόνο για τον Λάσκαρι, αλλά για όλους τους Έλληνες υπήρξε εθνικό πένθος.

Ο Ιανός Λάσκαρις ήταν τότε 28 ετών και αναχώρησε για τη Φλωρεντία, στην αυλή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς. Το 1360 η σύγκλητος της Φλωρεντίας είχε ιδρύσει έδρα ελληνικών σπουδών -η πρώτη έδρα ελληνικής όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο πρώτος καθηγητής ήταν ο Λεόντιος Πιλάτος, διδάσκαλος του Πετράρχη και του Βοκάκιου, αλλά και γνωστός μεταφραστής στη λατινική της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το Πανεπιστήμιο εκείνο οργανώθηκε από τον Μανουήλ Χρυσολωρά.

Με την άνοδο του οίκου των Μεδίκων αρχίζει καινούργια εποχή. Η μόδα είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ο Ιανός Λάσκαρις ανοίγει Φροντιστήριο στη Φλωρεντία και έχει σωθεί ένα από τα πρώτα του μαθήματα. Στο μάθημα αυτό ο Λάσκαρις ήθελε να αποδείξει ότι ο πολιτισμός των Ρωμαίων κτίστηκε πάνω στα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης έμεινε πάνω από 20 χρόνια.

Ένας από τους γνωστούς μαθητές του ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο οποίος είχε έρθει στη Φλωρεντία 1486. Ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, παρά τις οικονομικές του δυσκολίες, δαπανούσε 30.000 δουκάτα για την αγορά χειρογράφων και την αμοιβή των αντιγραφέων και ο Λάσκαρις κλήθηκε να διευθύνει τη περίφημη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Ο Ιανός Λάσκαρις στάλθηκε στην ελληνική Ανατολή για την αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα και κατέγραψε σε πίνακα τους συγγραφείς που έπρεπε να αναζητήσει. Σε άλλο πίνακα ο Λάσκαρις κατέγραψε τους τόπους και τα πρόσωπα που έπρεπε να επισκεφθεί.

Ο Ιανός Λάσκαρις στη Γαλλία

Ενώ ο Λάσκαρις απασχολείται με τη διοργάνωση της Βιβλιοθήκης, μεγάλα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ιταλική χερσόνησο, τα οποία διαταράσσουν την ηρεμία του μεγάλου σοφού. Κατά το Μεσαίωνα ως απελευθερωτές του Πανάγιου Τάφου θεωρούσαν τους Γάλλους βασιλείς και σε αυτούς προσέτρεχαν σε βοήθεια οι Ρωμαίοι Πάπες. Ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολο Η’ στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο εισήλθε στη Φλωρεντία το 1494. Ο Πάπας, φοβούμενος την εμφάνιση του Γάλλου βασιλιά, έκανε ανοίγματα προς τον σουλτάνο. Ακολούθησε μαι σειρά επιστολών μεταξύ Πάπα και Σουλτάνου. Οι επιστολές κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Κάρολο τον Η’ στη Φλωρεντία. Δεδομένου ότι ήταν γραμμένες στην τουρκική γλώσσα. Για να αποδειχθεί η γνησιότητα των επιστολών η μετάφραση βεβαιώθηκε από συμβολαιογράφο και χρησιμοποιήθηκαν τρεις πολύγλωσσοι μεταφραστές, ανάμεσα τους και ο Ιανός Λάσκαρις. Ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε λόγω της συμπάθειας του προς τα γαλλικά συμφέροντα, αλλά και για την γνώση της τουρκικής.

Ο Κάρολος Η’ αναχώρησε για τη Νεάπολη, αφού ο Πάπας επικύρωσε τα δικαιώματα του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, που ήταν και ο βασικός στόχος του Γάλλου βασιλιά. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων οι Μέδικοι έχασαν την εξουσία και ανέλαβε ο καλόγερος Σαβοναρόλα, άνθρωπος διακείμενος εχθρικά προς τα κλασικά γράμματα. Ο Ιανός Λάσκαρις είχε ανάγκη από καινούργιο μαικήνα. Γνώριζε τα σχέδια του Γάλλου βασιλιά και την αγάπη του για τα γράμματα και στρέφεται στην Γαλλία.

Οι γαλλικοί πνευματικοί κύκλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Λάσκαρι όχι μόνο τον εκφραστή της Αναγέννησης αλλά και τον άμεσο κληρονόμο μιας νέας αντίληψης για την Αρχαιότητα. Δεν ήταν μόνο γόνος επιφανούς βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα της ελληνικής παράδοσης. Πέρα από τις σχέσεις με τους λογίους της γαλλικής αυλής, συνδέεται με το διπλωματικό σώμα, πράγμα που εξηγεί τη μετέπειτα διπλωματική του καριέρα.

Ο νεαρός Γάλλος βασιλιάς πέθανε ξαφνικά το 1498. Νέος βασιλιάς ήταν ο Λουδοβίκος ΙΒ’. Ο διάδοχος χρησιμοποιεί τον Λάσκαρι και σε άλλες θέσεις και τότε αρχίζει η διπλωματική του πορεία. Ο τουρκικός κίνδυνος διαφάνηκε και πάλι και ο Λουδοβίκος ΙΒ’ εισβάλλει δύο φορές στη βόρεια Ιταλία και καταλαμβάνει το Μιλάνο. Ο Λάσκαρις τον ακολουθεί. Φαίνεται ότι εκεί συνάντησε και το φίλο το Μάρκο Μουσούρο και συνομίλησαν για τις ελληνικές σπουδές.

Ο Ιανός Λάσκαρις επιστρέφοντας στη Γαλλία απασχολείται με τις πρώτες μεταφράσεις των κειμένων του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος έως τότε ήταν άγνωστος στη Δύση και τον σύστησαν στους Δυτικούς λόγιους οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου. Το 1504 ο Λάσκαρις με επιστολή του στον Άλδο Μανούτιο, γραμμένη στα ιταλικά, τον ενθαρρύνει στις εκδόσεις για τους Έλληνες συγγραφείς. Προσπαθεί να πείσει τον Μανούτιο για τη σπουδαιότητα των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, προς απογοήτευση των ελληνιστών, δεν βρίσκονταν σε αφθονία.

Στόχος του Ιανού Λάσκαρι, όπως και του Βησσαρίωνα, ήταν η απελευθέρωση του Βυζαντίου από τους Τούρκους εν είδει σταυροφορίας. Το 1501 οι συνομιλίες του εν όψει του πολέμου κατά των απίστων επαναλαμβάνονται και ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΒ’, με τη βοήθεια της Βενετίας και του βασιλιά της Ουγγαρίας, στέλνει δύο στόλους στο Αιγαίο, εκ των οποίων ο ένας αποτυγχάνει μπροστά τη Μυτιλήνη.

Η Γαλλία έχει ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων με τη Βενετία και ο Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται πρεσβευτής στη Βενετία. Εκεί έμεινε δύο μήνες, διότι οι Βενετοί έμειναν ουδέτεροι μην επιθυμώντας να εμπλακούν στις διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.

Επιγράμματα του Ιανού Λάσκαρι

Ο Ιανός Λάσκαρις συνεργάστηκε με τον Γκιγιόμ Μπιντέ (Βουδαίος) για την μεταφορά ελληνικών χειρογράφων από το Μπλουά στην πόλη του Φοντενεμπλό. Ο Μπιντέ ήταν ο επίσημος βιβλιοθηκάριος και ο Λάσκαρις ο βοηθός του. Υπάρχει επίγραμμα μνημείο της συνεργασίας των δύο μεγάλων φιλολόγων: «Του Αυγούστου, σαν τον Βάρρωνα, τη βιβλιοθήκη αυξάνει ο Βουδαίος με την προσφορά της Παλλάδας/ και οι δύο είναι σοφοί και ο κριτής αυτός είναι δικαιότερος εκείνου/ ο οποίος αυξάνει τις ελληνικές φωνές, ενώ εκείνος τις αφαιρούσε». Ο Λάσκαρις είχε την ευκαιρία να συνομιλεί με το βασιλιά Φραγκίσκο και του δώρισε μαι υδρόγειο σφαίρα και ένα μανδύα με το εξής επίγραμμα: «Το πέπλο αυτό που κατασκευάστηκε με επιμέλεια από ελληνικό χέρι, έργο της Αθηνάς, αφού το δεχθείς, βασιλιά του Παρισιού, να το ζωστείς, γιατί εάν σε αγγίξω, όμοιο όπως είμαι με το στολίδι της Αριάδνης θα λάμψω στον ουρανό».

Ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1534 στη Ρώμη. Τάφηκε στην εκκλησία της Αγίας Αγάθης. Στον τάφο του γράφτηκε επίγραμμα το οποίο είχε συνθέσει ο ίδιος, με επίγραμμα για τη γυναίκα του, Κατερίνα Ράλλη, που πέθανε αργότερα. Το επίγραμμα είναι το εξής: «Σε ξένη γη θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή. Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δεν δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων». Η μεγάλη θλίψη για την απώλεια του μεγαλύτερου Έλληνα φιλολόγου στη Δύση γίνεται αντιληπτή από στίχους που έγραψαν διάφοροι λόγιοι.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394-1486)

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394 – 1486) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Βυζαντινούς λόγιους του 15ου αιώνα που δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία στην Ιταλία και θεωρείται από τους πιο άξιους συνεχιστές του έργου του Μανουήλ Χρυσολωρά. Δίδαξε τους άρχοντες της Φλωρεντίας που καλλιέργησαν το πρωτοποριακό πνεύμα της Αναγέννησης.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος
Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της Εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη νεαρός διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τους μεγαλύτερους λογίους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας, όπου έμεινε αρκετά χρόνια και έμαθε λατινικά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Πάρα ταύτα, ήρθε ξανά στην Κωνσταντινούπολη και έφυγε μετά την άλωση από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβεβαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη και αυτός μαζί με άλλους πολλούς στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Έτσι βρέθηκε σε ένα φιλικό περιβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδίκων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (Cosimo de Medici), ο οποίος είχε ονομαστεί «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνική Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος. Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία. εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλωρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία τη ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακαδημία-με την υποστήριξη του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)-και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά. Πράγματι, η επιτυχημένη διδασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτωνα. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία. Το μάθημα του στο Πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοποριακό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πέρα από τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που είχε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν, όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κι αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική. Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα διδάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής. Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι το 1471, οπότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένεια του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία Ιωάννης Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου γαι να διδάξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέστρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρήκε τον Έλληνα φίλο του, το Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό και μετέπειτα Πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε χρόνο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Πάρα ταύτα, δίδαξε αρκετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Το 1477, λοιπόν, βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδαξε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κουρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς έπεσε σε πλήρη ένδεια και μάλιστα άρχισε να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θάνατος τον βρήκε γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγραφέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Πάρα ταύτα, το συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διαφόρων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του είναι τα εξής:

  1. Εκκλησιαστικά Ποιήματα
  2. Περί συλλογισμού
  3. Περί Αριστοτελικής Φιλοσοφίας
  4. Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά
  5. Λόγος περιττής Συνόδου της Φλωρεντίας
  6. Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προτείναντας
  7. Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους

Μεταφράσεις από τα ελληνικά στα λατινικά:

  1. Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί Ουρανού, Περί γενέσεως και φθορά, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης
  2. Βασιλείου του Μεγάλου: Ομιλία εις εξαήμερον

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος (1403-1472)

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον) Βησσαρίων  (κατά Χριστόν) (1403-1472) ήταν Βυζαντινός κληρικός, καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας και Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ένας από τους επιφανείς λόγιους που συνέβαλαν στη σημαντική αναβίωση των γραμμάτων τον 15ο αιώνα. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος
Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος

Ο Βησσαρίων γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1403 και πέθανε στη Ραβένα το 1472. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη πρώτα, στη Σηλυβρία στη συνέχεια και τέλος στη Σχολή του Πλήθωνος Γεμιστού στο Μυστρά, όπου παρακολούθησε μαθήματα πλατωνικής φιλοσοφίας με ιδιαίτερη έμφαση στα μαθηματικά. Ο ίδιος ως «ισόβιος» μητροπολίτης Νικαίας και ως καρδινάλιος στην Καθολική Εκκλησία και παρολίγον Πάπας, διακρίθηκε στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οίκων Κωνσταντινουπόλεως και Τραπεζούντος, σε αποστολές παπών προς βασιλείς και αυτοκρατόρων προς δεσπότες, αποβλέποντας πάντοτε στην συγκρότηση κοινού μετώπου για την αποτροπή και απόκρουση των κατακτητικών σχεδίων των Τούρκων. Κυρίως, όμως διακρίθηκε για τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες για την ένωση των δύο Εκκλησιών και ως «διαιτητής» μεταξύ των δύο φιλοσόφων, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος και το κίνημα των Ησυχαστών

Ο ησυχασμός δεν αποτελεί αναβίωση του νεοπλατωνισμού όπως υποστηρίζεται, αλλά ένα είδος μυστικιστικού ευσεβισμού που έχει τις ρίζες του στη βυζαντινή μοναστηριακή παράδοση και που συμπεριφέρεται περιφρονητικά, τόσο προς τους κανονικούς βυζαντινούς κληρικούς όσο και προς τους «Έλληνες» τους οποίος υποπτευόταν ως κρυπτοειδωλολάτρες και διαφθορείς των νέων.

Διαθέτοντας μια έντονη εσωτερική πνευματικότητα, όπως κάθε μυστικισμός και ακολουθώντας τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και άλλους Έλληνες Πατέρες, ο ησυχασμός εισηγήθηκε την πραγματική διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού. Μία από τις άπειρες θείες ενέργειες που απορρέει από την ουσία του Θεού, είναι το «θείον και άκτιστον φως», το οποίο μπορούσε ο ησυχαστής να δει με τους σωματικούς οφθαλμούς -παρά τα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη. «Θεόν ουδείς εόρακε πώποτε» και με το οποίο επιτυγχάνεται η ένωση του ανθρώπου με τη βοήθεια της θείας χάριτος- διδασκαλία η οποία, για τους καλά εξοικειωμένους με την πλατωνική και την αριστοτελική παράδοση, δεν ήταν μόνο από φιλοσοφική σκοπιά, ανορθόλογη και αστεία, αλλά επρόκειτο, από θεολογικής απόψεως, για «διθεΐτες» ησυχαστές και ως εκ τούτου για εισηγητές μιας νέας μεθόδου. Η αρχική διαμάχη μεταξύ του Βαρλαάμ και του Παλαμά δεν φορούσε την αντίδραση του αριστοτελισμού προς τον πλατωνισμό αλλά γεννήθηκε από την αναζήτηση μιας καλύτερης μεθόδου για τη στήριξη της Ορθοδοξίας ενάντια στις επιθέσεις των αντιμαχόμενων Δυτικών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι μετά το θρίαμβο του ησυχαστικού κινήματος το 1341, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη των αντι-παλαμιτών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, και, κυρίως μετά το 1347, όταν ο ησυχασμός αναγνωρίστηκε ως επίσημη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, οι ησυχαστές έδειξαν απροθυμία στο να συνδράμουν την αυτοκρατορία στην αντιμετώπιση της επερχόμενης καταιγίδας από την Ανατολή, και να συντελέσουν στην επιβίωση της ως πολιτικής οντότητας, η οποία, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, εξαρτιόταν από τον προσεταιρισμό της Λατινικής Εκκλησίας και την ένωση των Εκκλησιών. Οι ησυχαστές και παλαμίτες όχι μόνο έδειξαν απροθυμία για οποιαδήποτε μορφή συνδιαλλαγής και οικουμενικού διαλόγου, αλλά πολλοί από αυτούς ήταν πρόθυμοι να δεχθούν μια Ορθοδοξία υπό την τουρκική κυριαρχία παρά μια συμφωνία υπό την λατινική κηδεμονία.

Τα αποτελέσματα της επικράτησης του ησυχαστικού κινήματος είναι κυρίως έκδηλα στη δημιουργία τριών αντιδραστικών προς τούτο ομάδων: των λατινόφρονων και αριστοτελικών σχολαστικών, των διαλλακτικών διαμεσολαβητών και ενωτικών. Η δεύτερη ομάδα μας ενδιαφέρει άμεσα, γιατί αυτή περιλαμβάνει τον Βησσαρίωνα, ο ρόλο του οποίου ήταν από άποψη χαρακτήρα και ενδιαφερόντων διαμεσολαβητικός. Ο ίδιος μπορούσε να μελετά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και τους σύγχρονους Λατίνους θεολόγους στο πρωτότυπο, να διατυπώνει τον αντι-παλαμισμό και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τη διάκριση ουσίας και θείων ενεργειών. Ήταν η πιο σημαντική, μετά τον Γεώργιο Γεμιστό ή τον Πλήθωνα προσωπικότητα που επηρέασε τη δυτική διανόηση κατά το 15ο αιώνα, καθώς και την έκβαση της ενωτικής προσπάθειας.

Αποτίμηση του έργου του Βησσαρίωνος

Ο Βησσαρίων που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τη Ιταλία και δεν έπαψε ποτέ να γράφει υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας, να στηρίζει τη διδασκαλία της και να αγωνίζεται για την ένωση των δύο Εκκλησιών, έτρεφε την ελπίδα ότι μια ενωτική Οικουμενική σύνοδος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην απόκρουση του εξ Ανατολών επερχόμενου κινδύνου. Η Σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας αποτελούσε για το Βησσαρίωνα τη μεγάλη ευκαιρία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αποτίμηση της συμβολής του Βησσαρίωνος στην ιταλική Αναγέννηση είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ευκολότερα με τη διαμεσολάβηση του στην «αντιμαχία των δύο φιλοσόφων», όπως αυτή αποτυπώνεται στη σχέση του, πρώτον, προς το διδάσκαλό του, το μεγάλο πλατωνιστή φιλόσοφο, τον Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα και δεύτερον, προς τον αντίπαλο του αριστοτελιστή Γεώργιο Τραπεζούντιο. Έτσι προδιαγράφονται οι τρεις αντίστοιχες κατευθύνσεις των επιδράσεων του καρδινάλιου: η συμφιλίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας με το εκκλησιαστικό δόγμα, η απόκρουση της σχολαστικής φιλοσοφίας και η προσαρμογή των ιταλικών αναγεννησιακών δημιουργημάτων στους αυστηρούς φιλοσοφικούς κανόνες.

Ο Βησσαρίων και ο κύκλος του ένια κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνοι για την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Πλήθωνος και της «αντιμαχίας των φιλοσόφων» στη Δύση. Στην πραγματικότητα, η παρουσίαση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την ερμηνεία και κατανόηση της αποδοχής του Πλάτωνος στο δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα.

Πηγή: Ε-ιστορικά