Ο Άλδος Μανούτιος (1452-1515)

Ο Άλδος Μανούτιος (1452 – 6 Φεβρουαρίου 1515) ήταν Ιταλός ουμανιστής, γνωστός για την εκδοτική του δραστηριότητα στη Βενετία την εποχή της Αναγέννησης. Άριστος γνώστης ελληνικών, ήταν από τους πρώτους που εκτύπωσαν βιβλία με ελληνικούς χαρακτήρες, αξιοποιώντας τα χειρόγραφα της πολύτιμης συλλογής του Βησσαρίωνα του Τραπεζούντιου, που σώζονται σήμερα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. Αξιοσημείωτη είναι η συνεισφορά του στην τυπογραφία με την επινόηση των πλάγιων γραμματοσειρών, την καθιέρωση της άνω τελείας στιγμής (semicolon), καθώς και τη μαζική παραγωγή δερματόδετων βιβλίων τσέπης σε προσιτές τιμές.

Ο Άλδος Μανούτιος
Ο Άλδος Μανούτιος

Ο εκδότης Άλδος Μανούτιος

Ο Άλδος Μανούτιος γεννήθηκε στο Μπασιάνο (Bassiano) των Παπικών Κρατών, στη σημερινή επαρχία του Λάτσιο, κοντά στη Ρώμη. Καθώς η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη, ο Μανούτιος έλαβε μια σφαιρική μόρφωση, σπουδάζοντας λατινικά στη Ρώμη με τον Γκασπαρίνο ντα Βερόνα, καθώς και (αρχαία) ελληνικά στη Φεράρα με τον Γκουαρίνο ντα Βερόνα.

Το 1482, μαζί με τον πάλαι ποτέ συμφοιτητή του και παλαιόθεν φίλο Τζοβάννι Πίκο ντε λα Μιράντολα, εγκαταστάθηκε στην πόλη Μιράντολα, όπου και έμεινε για δύο χρόνια, μελετώντας αρχαίους έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους. Προτού ο Πίκο φύγει για τη Φλωρεντία, συνέστησε τον Μανούτιο ως διδάσκαλο για τους ανηψιούς του, Αλβέρτο και Λιονέλο Πίο, πρίγκιπες του Κάρπι. Αργότερα, με χρηματοδότηση και γαίες του Αλβέρτου, ο Μανούτιος ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητα στην τυπογραφία.

Ως κυρίαρχος εκδότης και τυπογράφος την εποχή της ακμής της Αναγέννησης, ο Άλδος εδραίωσε κατ’ αρχάς τον σχεδιασμό του βιβλίου -ένα πρωτόκολλο- που περιελάμβανε το μέγεθος του χαρτιού, τον σχεδιασμό και τη χρήση συγκεκριμένων γραμματοσειρών, τη μορφολογία της σελίδας καθώς και νέες μεθόδους βιβλιοδεσίας. Οι εκδόσεις του με έργα κλασικών (αρχαία ελληνική φιλολογία) έγιναν περίφημες σε όλη την Ευρώπη. Πολλοί μάλιστα αντέγραψαν το εταιρικό του λογότυπο, ένα δελφίνι και μια άγκυρα, το οποίο συνδέεται με το λατινικό ρητό «Festina lente» («σπεύδε βραδέως»). Η εικόνα και το ρητό απεικονίζονταν σε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ., το οποίο και αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Το 1533 τη διεύθυνση του τυπογραφείου ανέλαβε ο γιος του Παύλος Μανούτιος (1512-1574).

Οι Έλληνες κλασικοί του Άλδου Μανούτιου

Μία από τις κυριότερες φιλοδοξίες του Μανούτιου ήταν να περισώσει ό,τι είχε απομείνει από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Εξέδωσε πολλές εκδόσεις των κυριότερων έργων, τόσο σε κανονική μορφή, όσο και σε μέγεθος τσέπης, ώστε τα έργα αυτά να γίνουν διαθέσιμα στο ευρύτερο κοινό. Μέχρι τότε ελάχιστα ελληνικά συγγράμματα κυκλοφορούσαν από εκδοτικούς οίκους: στο Μιλάνο η «Γραμματική του Λασκάρεως», Ελληνικοί Ψαλμοί, έργα του Αισώπου, του Θεοκρίτου και του Ισοκράτη (εκδόσεις 1476 – 1493), στη Βενετία τα «Ερωτήματα του Χρυσολωρά» (1484), στη Βιντσέντσα υπήρχαν ανατυπώσεις της «Γραμματικής του Λασκάρεως» και των «Ερωτημάτων» (1488 και 1490), και τέλος στη Φλωρεντία είχαν εκδοθεί έργα του Ομήρου μεταφρασμένα από τον Λορέντσο ντε Αλόπα. Από αυτά, μόνο ο Θεόκριτος, ο Ισοκράτης και ο Όμηρος θεωρούνταν κλασικά.

Ο Μανούτιος επέλεξε τη Βενετία ως πλέον κατάλληλη έδρα για την επιχείρησή του. Εγκαταστάθηκε το 1490 και τα πρώτα έργα που τυπώθηκαν ήταν το Ηρώ και Λέανδρος του Μουσαίου, η Γαλεομυομαχία και το Ελληνικό Ψαλτήρι. Χωρίς να φέρουν χρονολογία έκδοσης, θεωρούνται τα αρχαιότερα του τυπογραφείου.

Ο Άλδος Μανούτιος στρατολόγησε πλήθος μελετητών της ελληνικής στη Βενετία. Εμπορευόταν στα ελληνικά, έδινε οδηγίες στους τυπογράφους και τους βιβλιοδέτες στα ελληνικά· μέχρι και η καθημερινότητα του σπιτιού του ενδυόταν την ελληνική γλώσσα. Στις εκδόσεις τους προλόγιζε πάντα στα ελληνικά, ενώ προσέλαβε Κρητικούς λόγιους (όπως το Μάρκο Μουσούρο και τον Αρσένιο Αποστόλη) για να σελιδοποιούν και να επιμελούνται χειρόγραφα, καθώς και για να δειγματίσουν καλλιγραφικές ελληνικές γραμματοσειρές. Τουλάχιστον τριάντα Έλληνες βοηθοί εργαζόταν μαζί του, χωρίς να υπολογίζουμε τους τεχνίτες και χειρώνακτες. Ακούραστος και ανελέητος, εξέδωσε τον πρώτο τόμο με έργα του Αριστοτέλη το 1495. Μέχρι το 1498 άλλοι τέσσερις τόμοι συμπλήρωναν το έργο το μεγάλου κλασικού. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν εκδόσεις των Θουκυδίδη, Σοφοκλή, Ηροδότου, Ξενοφώντα και Δημοσθένη.

Ο β’ ιταλικός πόλεμος επιβράδυνε την εκδοτική του δραστηριότητα. Παρόλ’ αυτά, το 1508 εκδίδει έναν τόμο για τους Έλληνες ρήτορες και τον επόμενο χρόνο έργα του Πλουτάρχου. Νέοι πόλεμοι ανάγκασαν τη διακοπή του τυπογραφείου, μέχρι το 1513, οπότε και εκδίδεται τα άπαντα του Πλάτωνα (σε επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου), αφιερωμένο στον Πάπα Λέοντα τον Ι’. Στον πρόλογο ο Μανούτιος κάνει μια σύγκριση ανάμεσα στις κακουχίες της πολεμοπαθούσας Ιταλίας και στην ηρεμία και ομορφιά της μελέτης, ενώ ο Μουσούρος καλεί τον Πάπα σε νέα Σταυροφορία για ανακατάληψη των εδαφών όπου μιλιέται ακόμα η ελληνική γλώσσα, όπως και σε ενίσχυση διδασκαλίας της στην Ιταλία. Ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Αθήναιος ακολουθούν το 1514, ενώ προς το τέλος της ζωής του εργαζόταν πάνω στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η πρώτη έκδοση των οποίων έγινε μετά τον θάνατό του το 1518.

Με τα παραπάνω ολοκληρώνεται ο κατάλογος των εκδόσεων του Άλδου Μανούτιου. Ωστόσο, οι συνεχιστές του έργου του (κυρίως ο εγγονός του, Άλδος Μανούτιος ο νεότερος) έφεραν στο εκδοτικό προσκήνιο έργα των Παυσανία, Στράβωνα, Αισχύλου, Γαληνού, Ιπποκράτη και Λογγίνου. Ο Μανούτιος εξέδωσε και άλλα ελληνικά έργα που είχαν ήδη εκδοθεί, εντούτοις προσδίδοντάς τους διορθώσεις και τον χαρακτήρα του εκδοτικού του οίκου.

Η ιδιότητά του δεν ήταν αποκλειστικά του εκδότη και τυπογράφου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό αυτή του μελετητή και μεταφραστή. Ο Μανούτιος ως λόγιος υπήρξε στις μέρες του πραγματικά λίκνο του ουμανισμού και του ελληνισμού. Με στόχο να προάγει τις ελληνικές σπουδές, το 1502 ίδρυσε τη «Νέα Ακαδημία», ένα ίδρυμα αποκλειστικά για κλασικές ελληνιστικές σπουδές. Τα μέλη έπρεπε απαραιτήτως να μιλούν ελληνικά, να φέρουν ελληνοποιημένο το όνομά τους καθώς και τους τίτλους τους. Ένα από τα μέλη ήταν και ο γνωστός Έρασμος.

Παρόλο που η προσφορά του στον ελληνισμό υπήρξε τεράστια, σήμερα πολλοί αποδέχονται ότι η κυρτή γραφή και οι βραχυγραφίες που χρησιμοποίησε υπήρξαν ανασταλτικές τόσο στην εξέλιξη του ελληνικού γράμματος στην τυπογραφία, όσο και στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

Ο Άλδος Μανούτιος πέθανε φτωχός, έχοντας αφήσει στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο έργο ελληνικής φιλολογίας.

https://el.wikipedia.org/wiki/Άλδος_Μανούτιος

Ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534)

Ο Ιανός Λάσκαρις (βαπτιστικό όνομα Ιωάννης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Ρώμη. Βυζαντινός λόγιος, συγγραφέας με έμφαση στα επιγράμματα, διπλωμάτης, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία. Σύμφωνα με τον Έρασμο η φιλολογική του παραγωγή θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συχνές του πρεσβείες και οι ασχολίες του για τα πράγματα δεν τον είχαν απομακρύνει από τις Μούσες.

Ο Ιανός Λάσκαρις
Ο Ιανός (Ιωάννης) Λάσκαρις

Ο φιλόλογος Ιανός Λάσκαρις

Οι σύγχρονοι του τον αναφέρουν ως Ρυνδακηνό, όχι γιατί γεννήθηκε στη Ρύνδακο, πολίχνη της Προποντίδας, αλλά διότι οι πρόγονοι του κατοικούσαν εκεί ή κατάγονταν από εκεί. όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη ήταν 8 ετών. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε εκεί. Μετά οδηγήθηκε στην Κρήτη και από εκεί στη Βενετία, με εντολή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Η Βενετία ήταν ακόμη το δεύτερο Βυζάντιο, ο δε Βησσαρίων είχε συγκεντρώσει γύρω του κύκλο λογίων, γνωστό, ως «Ακαδημία του Βησσαρίωνα». Το 1463 ο Βησσαρίων ορίζεται αποστολικός απεσταλμένος του πάπα στη Βενετία, κηρύσσοντας σταυροφορία κατά των Τούρκων. Με εντολή του μεγάλου αυτού κληρικού ο νεαρός Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου δίδασκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος και προστάτης. Έμεινε εκεί μέχρι το 1472. Ο θάνατος του Βησσαρίωνα υπήρξε πλήγμα όχι μόνο για τον Λάσκαρι, αλλά για όλους τους Έλληνες υπήρξε εθνικό πένθος.

Ο Ιανός Λάσκαρις ήταν τότε 28 ετών και αναχώρησε για τη Φλωρεντία, στην αυλή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς. Το 1360 η σύγκλητος της Φλωρεντίας είχε ιδρύσει έδρα ελληνικών σπουδών -η πρώτη έδρα ελληνικής όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο πρώτος καθηγητής ήταν ο Λεόντιος Πιλάτος, διδάσκαλος του Πετράρχη και του Βοκάκιου, αλλά και γνωστός μεταφραστής στη λατινική της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το Πανεπιστήμιο εκείνο οργανώθηκε από τον Μανουήλ Χρυσολωρά.

Με την άνοδο του οίκου των Μεδίκων αρχίζει καινούργια εποχή. Η μόδα είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ο Ιανός Λάσκαρις ανοίγει Φροντιστήριο στη Φλωρεντία και έχει σωθεί ένα από τα πρώτα του μαθήματα. Στο μάθημα αυτό ο Λάσκαρις ήθελε να αποδείξει ότι ο πολιτισμός των Ρωμαίων κτίστηκε πάνω στα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης έμεινε πάνω από 20 χρόνια.

Ένας από τους γνωστούς μαθητές του ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο οποίος είχε έρθει στη Φλωρεντία 1486. Ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, παρά τις οικονομικές του δυσκολίες, δαπανούσε 30.000 δουκάτα για την αγορά χειρογράφων και την αμοιβή των αντιγραφέων και ο Λάσκαρις κλήθηκε να διευθύνει τη περίφημη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Ο Ιανός Λάσκαρις στάλθηκε στην ελληνική Ανατολή για την αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα και κατέγραψε σε πίνακα τους συγγραφείς που έπρεπε να αναζητήσει. Σε άλλο πίνακα ο Λάσκαρις κατέγραψε τους τόπους και τα πρόσωπα που έπρεπε να επισκεφθεί.

Ο Ιανός Λάσκαρις στη Γαλλία

Ενώ ο Λάσκαρις απασχολείται με τη διοργάνωση της Βιβλιοθήκης, μεγάλα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ιταλική χερσόνησο, τα οποία διαταράσσουν την ηρεμία του μεγάλου σοφού. Κατά το Μεσαίωνα ως απελευθερωτές του Πανάγιου Τάφου θεωρούσαν τους Γάλλους βασιλείς και σε αυτούς προσέτρεχαν σε βοήθεια οι Ρωμαίοι Πάπες. Ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολο Η’ στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο εισήλθε στη Φλωρεντία το 1494. Ο Πάπας, φοβούμενος την εμφάνιση του Γάλλου βασιλιά, έκανε ανοίγματα προς τον σουλτάνο. Ακολούθησε μαι σειρά επιστολών μεταξύ Πάπα και Σουλτάνου. Οι επιστολές κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Κάρολο τον Η’ στη Φλωρεντία. Δεδομένου ότι ήταν γραμμένες στην τουρκική γλώσσα. Για να αποδειχθεί η γνησιότητα των επιστολών η μετάφραση βεβαιώθηκε από συμβολαιογράφο και χρησιμοποιήθηκαν τρεις πολύγλωσσοι μεταφραστές, ανάμεσα τους και ο Ιανός Λάσκαρις. Ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε λόγω της συμπάθειας του προς τα γαλλικά συμφέροντα, αλλά και για την γνώση της τουρκικής.

Ο Κάρολος Η’ αναχώρησε για τη Νεάπολη, αφού ο Πάπας επικύρωσε τα δικαιώματα του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, που ήταν και ο βασικός στόχος του Γάλλου βασιλιά. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων οι Μέδικοι έχασαν την εξουσία και ανέλαβε ο καλόγερος Σαβοναρόλα, άνθρωπος διακείμενος εχθρικά προς τα κλασικά γράμματα. Ο Ιανός Λάσκαρις είχε ανάγκη από καινούργιο μαικήνα. Γνώριζε τα σχέδια του Γάλλου βασιλιά και την αγάπη του για τα γράμματα και στρέφεται στην Γαλλία.

Οι γαλλικοί πνευματικοί κύκλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Λάσκαρι όχι μόνο τον εκφραστή της Αναγέννησης αλλά και τον άμεσο κληρονόμο μιας νέας αντίληψης για την Αρχαιότητα. Δεν ήταν μόνο γόνος επιφανούς βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα της ελληνικής παράδοσης. Πέρα από τις σχέσεις με τους λογίους της γαλλικής αυλής, συνδέεται με το διπλωματικό σώμα, πράγμα που εξηγεί τη μετέπειτα διπλωματική του καριέρα.

Ο νεαρός Γάλλος βασιλιάς πέθανε ξαφνικά το 1498. Νέος βασιλιάς ήταν ο Λουδοβίκος ΙΒ’. Ο διάδοχος χρησιμοποιεί τον Λάσκαρι και σε άλλες θέσεις και τότε αρχίζει η διπλωματική του πορεία. Ο τουρκικός κίνδυνος διαφάνηκε και πάλι και ο Λουδοβίκος ΙΒ’ εισβάλλει δύο φορές στη βόρεια Ιταλία και καταλαμβάνει το Μιλάνο. Ο Λάσκαρις τον ακολουθεί. Φαίνεται ότι εκεί συνάντησε και το φίλο το Μάρκο Μουσούρο και συνομίλησαν για τις ελληνικές σπουδές.

Ο Ιανός Λάσκαρις επιστρέφοντας στη Γαλλία απασχολείται με τις πρώτες μεταφράσεις των κειμένων του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος έως τότε ήταν άγνωστος στη Δύση και τον σύστησαν στους Δυτικούς λόγιους οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου. Το 1504 ο Λάσκαρις με επιστολή του στον Άλδο Μανούτιο, γραμμένη στα ιταλικά, τον ενθαρρύνει στις εκδόσεις για τους Έλληνες συγγραφείς. Προσπαθεί να πείσει τον Μανούτιο για τη σπουδαιότητα των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, προς απογοήτευση των ελληνιστών, δεν βρίσκονταν σε αφθονία.

Στόχος του Ιανού Λάσκαρι, όπως και του Βησσαρίωνα, ήταν η απελευθέρωση του Βυζαντίου από τους Τούρκους εν είδει σταυροφορίας. Το 1501 οι συνομιλίες του εν όψει του πολέμου κατά των απίστων επαναλαμβάνονται και ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΒ’, με τη βοήθεια της Βενετίας και του βασιλιά της Ουγγαρίας, στέλνει δύο στόλους στο Αιγαίο, εκ των οποίων ο ένας αποτυγχάνει μπροστά τη Μυτιλήνη.

Η Γαλλία έχει ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων με τη Βενετία και ο Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται πρεσβευτής στη Βενετία. Εκεί έμεινε δύο μήνες, διότι οι Βενετοί έμειναν ουδέτεροι μην επιθυμώντας να εμπλακούν στις διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.

Επιγράμματα του Ιανού Λάσκαρι

Ο Ιανός Λάσκαρις συνεργάστηκε με τον Γκιγιόμ Μπιντέ (Βουδαίος) για την μεταφορά ελληνικών χειρογράφων από το Μπλουά στην πόλη του Φοντενεμπλό. Ο Μπιντέ ήταν ο επίσημος βιβλιοθηκάριος και ο Λάσκαρις ο βοηθός του. Υπάρχει επίγραμμα μνημείο της συνεργασίας των δύο μεγάλων φιλολόγων: «Του Αυγούστου, σαν τον Βάρρωνα, τη βιβλιοθήκη αυξάνει ο Βουδαίος με την προσφορά της Παλλάδας/ και οι δύο είναι σοφοί και ο κριτής αυτός είναι δικαιότερος εκείνου/ ο οποίος αυξάνει τις ελληνικές φωνές, ενώ εκείνος τις αφαιρούσε». Ο Λάσκαρις είχε την ευκαιρία να συνομιλεί με το βασιλιά Φραγκίσκο και του δώρισε μαι υδρόγειο σφαίρα και ένα μανδύα με το εξής επίγραμμα: «Το πέπλο αυτό που κατασκευάστηκε με επιμέλεια από ελληνικό χέρι, έργο της Αθηνάς, αφού το δεχθείς, βασιλιά του Παρισιού, να το ζωστείς, γιατί εάν σε αγγίξω, όμοιο όπως είμαι με το στολίδι της Αριάδνης θα λάμψω στον ουρανό».

Ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1534 στη Ρώμη. Τάφηκε στην εκκλησία της Αγίας Αγάθης. Στον τάφο του γράφτηκε επίγραμμα το οποίο είχε συνθέσει ο ίδιος, με επίγραμμα για τη γυναίκα του, Κατερίνα Ράλλη, που πέθανε αργότερα. Το επίγραμμα είναι το εξής: «Σε ξένη γη θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή. Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δεν δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων». Η μεγάλη θλίψη για την απώλεια του μεγαλύτερου Έλληνα φιλολόγου στη Δύση γίνεται αντιληπτή από στίχους που έγραψαν διάφοροι λόγιοι.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι (1619-1694)

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 26 Φεβρουαρίου 1619 – 6 Ιανουαρίου 1694) ήταν Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας (1688 – 1694) κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Μοριά. Είχε προηγηθεί ο Μεγάλος Κρητικός Πόλεμος και η Πολιορκία του Χάνδακα  που ολοκληρώθηκε με την Άλωση της Κρήτης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1669). Ήταν γόνος της περίφημης Ενετικής μεσαιωνικής οικογένειας ευγενών Μοροζίνι από την οποία και προήλθαν πολλοί Δόγηδες, λόγιοι, στρατηγοί και ναυμάχοι. Ντυνόταν πάντοτε με πορφυρά χρώματα «από την κορυφή ως τα νύχια» και ποτέ δεν πραγματοποιούσε εκστρατεία χωρίς την γάτα στην πρύμνη του πλοίου του.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι
Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Βίος του Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1619, από νεαρή ηλικία είχε διακριθεί σε ανδρεία κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο. Με τον θάνατο του Ενετού ναυάρχου Μοτσενίγου, διορίστηκε προσωρινά σε ηλικία 36 ετών στόλαρχος των Ενετικών ναυτικών δυνάμεων. Ξεκίνησε τις λεηλασίες των Τουρκικών παραλίων και πυρπολήσεις εχθρικών αποθηκών αναμένοντας τον νέο ναύαρχο Φοσκαρίνι, μετά τον θάνατο και του νέου ναυάρχου ανέλαβε οριστικά την αρχηγία του Ενετικού στόλου. Από τη θέση αυτή άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό του που ήταν η εκτόπιση των Τούρκων από το Αιγαίο προσβάλλοντας διαδοχικά την Μονεμβασιά, την Χαλκίδα, πολλούς λιμένες στην Εύβοια και τέλος τα Χανιά (1660) αλλά απέτυχε σ’ όλες αυτές τις επιχειρήσεις του. Τότε καταγγέλθηκε από κάποιον υφιστάμενό του λεγόμενο Μπαρμπάρο (Barbaro), (στον οποίο είχε απαγγείλει ποινή θανάτου για παράλειψη καθήκοντος) για αναξιότητα με συνέπεια να ανακληθεί από τη κυβέρνηση της Βενετίας που όμως στην συνέχεια εισήλθε σε δίκη και απηλλάγη από κάθε κατηγορία.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι Δούκας της Κανδίας

Στο μεταξύ εξακολουθούσε ο πόλεμος στη Κρήτη που έφθασε σε ένταση με την πολιορκία του Χάνδακα που ταυτίζεται με το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης, την πολιορκία διεύθυνε ο Μέγας Βεζίρης Φαζίλ Αχμέτ Κιουπρουλού. Για την αντιμετώπιση του πολυμήχανου εκείνου Βεζίρη η Ενετική κυβέρνηση έκρινε επιβεβλημένο να αποστείλει τον δραστήριο Μοροζίνι, τον διόρισε τον Δεκέμβριο του 1666 αρχιστράτηγο των Ενετικών δυνάμενων της Κρήτης. Από τη θέση αυτή ο Μοροζίνι μη δυνάμενος να αποκόψει τις θαλάσσιες συγκοινωνίες των Τούρκων περιορίστηκε στην άμυνα του Χάνδακα. Μετά από αιματηρούς αγώνες και αφού αντιστάθηκε σκληρά στις Οθωμανικές πιέσεις δύο ακόμη ετών και 9 μηνών αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει (κατά άλλους για να προλάβει νέα έφοδο με πιθανή άλωση και σφαγή της φρουράς και των κατοίκων, κατά άλλους προκειμένου να ματαιώσει Γαλλικές μηχανορραφίες).

Με την ομώνυμη «Συνθήκη της Κανδίας» (27 Σεπτεμβρίου 1669) παρέδωσε την πρωτεύουσα Χάνδακα μαζί με αυτόν ολόκληρη την Κρήτη στις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την σύναψη της Συνθήκης η φρουρά και οι κάτοικοι της ερειπωμένης πλέον πόλης από τους συνεχείς βομβαρδισμούς εξήλθαν ελεύθερα. Για την πράξη του αυτή μετά την επιστροφή του στην συνέχεια στη Βενετία κατηγορήθηκε για δειλία και προδοσία. Ωστόσο αθωώθηκε πανηγυρικά μετά από μια σύντομη δίκη, παραμένοντας σε αφάνεια μέχρι της κήρυξης του Έκτου Βένετο-Τουρκικού Πολέμου ή Πολέμου του Μοριά (1684), όλες οι ένοπλες δυνάμεις της Ενετίας καθώς και πολλοί Έλληνες τάχθηκαν μαζί τους και συγκεντρώθηκαν υπό την αρχηγία του.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακαταλαμβάνει την Πελοποννήσο

Ασημένιο μετάλλιο προς τιμή του Φραντσέσκο Μοροζίνι για να τιμηθεί για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου.
Ασημένιο μετάλλιο προς τιμή του Φραντσέσκο Μοροζίνι για να τιμηθεί για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι διορίστηκε διοικητής του Ενετικού στόλου (1685) προσέγγισε αρχικά την Κέρκυρα από όπου ενισχύθηκε με 2.000 Έλληνες εθελοντές, τον ίδιο χρόνο κυρίευσε τη Λευκάδα. Στη συνέχεια αφού ενισχύθηκε και με νέες επικουρίες από τον Σουηδό στρατηγό Όθωνα Καίνιξμαρκ στράφηκε προς τα Κάστρα της Μεσσηνίας τα οποία κατέλαβε το ένα μετά το άλλο, έκανε στάση στην Μεθώνη Μεσσηνίας για πολεμικό συμβούλιο αφού προηγουμένως λεηλάτησε το Τουρκοκρατούμενο κάστρο της Κορώνης.

Στο συμβούλιο εκείνο λήφθηκε η απόφαση της άμεσης επίθεσης στον  Μυστρά και στη συνέχεια στο Ναύπλιο που οι Τούρκοι εν τω μεταξύ είχαν ξεκινήσει τον ανεφοδιασμό του. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι συνεχίζει με την αρμάδα του τον περίπλου της Μάνης φθάνοντας στο Καραβοστάσι του Μαραθονησίου (το νησί έξω από το Γύθειο). Τα στρατιωτικά αποσπάσματα του Καίνιξμαρκ αποβιβάστηκαν για άμεση προσβολή και κατάληψη του Μυστρά, ενώ ο ίδιος συνεχίζει προς τη Μονεμβασία και από εκεί προς τον όρμο του Τολού, στις 25 Ιουλίου του 1686 αποβιβάζει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων με γενική επίθεση την ίδια ημέρα στο Άργος. Μετά την επιτυχία αυτή τα στρατεύματα του Καίνιξμαρκ κατέλαβαν και το Παλαμήδι. Οι νίκες που ακολούθησαν το επόμενο έτος (1687), με την κατάληψη όλων των κάστρων Ναυπάκτου, Μάνης, Μυστρά, Άργους, Ναυπλίου και Κορίνθου υπήρξαν καθοριστικές για την έκβαση εκείνου του πολέμου. Ολόκληρη η Πελοπόννησος  απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς εκτός της ανθιστάμενης Μονεμβασίας.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι βομβαρδίζει τον Παρθενώνα

Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ακολούθησε νέο πολεμικό συμβούλιο που τάχθηκε υπέρ της διάνοιξης του Ισθμού της Κορίνθου για τη διασφάλιση της Πελοποννήσου, που ήταν έργο χρονοβόρο και πολυδάπανο και την ανακατάληψη της Αθήνας. Υπέρ της δεύτερης άποψης τάχθηκε ο Μοροζίνι όπου κατέπλευσε στον όρμο Λεόνε (= Λιμάνι του Πειραιά) (2 Σεπτεμβρίου 1687). Στην επιχείριση που ακολούθησε εναντίον της Αθήνας βομβάρδισε και τον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε μπαρουταποθήκη με συνέπεια τη καταστροφή του μεγαλυτέρου τμήματός του, ο ίδιος ισχυρίστηκε, ψευδώς, πως κατά λάθος έπεσε μία οβίδα. Η αλήθεια είναι πως γνώριζε για την πυριτιδαποθήκη και πως επί τούτου σημάδευε τον Παρθενώνα το κανόνι που ήταν τοποθετημένο πλησίον της Αγίας Αικατερίνης, στην Πλάκα. Το γεγονός αυτό απετέλεσε τη πρώτη κηλίδα στις στρατιωτικές νίκες του Μοροζίνι, κατά των Τούρκων. Την επόμενη χρονιά η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να ξεπουλά τα πολύτιμα κατεστραμμένα τμήματα του Παρθενώνα στους Δυτικούς. Η δεύτερη κηλίδα ήταν η πανώλη που μεταδόθηκε αστραπιαία από Γαλλικό πλοίο στο Ναύπλιο και τα περίχωρα του.

Ο Δόγης της Βενετίας, Φραντσέσκο Μοροζίνι

Παρά ταύτα η Βενετική Γερουσία εκτιμώντας τις σπουδαίες νίκες του, του απένειμε τον τίτλο τιμής «Πελοποννησιακός», τοποθετώντας και χάλκινη προτομή του «εν ζωή» στο Ανάκτορο των Δόγηδων. Μετά τον θάνατο του προκατόχου του Μαρκαντόνιο Τζουστινιάν (23 Μαρτίου 1688) ανακηρύχτηκε νέος Δόγης της Βενετίας (3 Απριλίου 1688). Την εποχή της εκλογής του βρίσκονταν στον Πόρο όπου ναυλοχούσε η αρμάδα του, σε λίγες μέρες κατέπλευσε στον Πόρο το θρυλικό σκάφος «Βουκένταυρος» το οποίο και μετέφερε τα σύμβολα του Δογικού αξιώματος, παραδόθηκαν σε λαμπρότατη τελετή στο ναύαρχο. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι περιεβλήθη με τα σύμβολα υπό τις ιαχές των πληρωμάτων των πλοίων του, επιβιβάστηκε στον «Βουκένταυρο» όπου και απέπλευσε για τη Βενετία για την ανάληψη των νέων του καθηκόντων συνοδευόμενος από το μεγαλύτερο μέρος της αρμάδας του.

Το τέλος του Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Δόγης Μοροζίνι και υπό τα νέα του καθήκοντα δεν έπαψε να ενδιαφέρεται περί των διαφόρων συμβάντων στη Πελοπόννησο. Την απουσία του Μοροζίνι εκμεταλλεύτηκε για δράση ο πολυμήχανος  Μανιάτης πειρατής Λιμπεράκης Γερακάρης που συμμάχησε με τον Οθωμανό Σερασκέρη και διέταξε όλους τους Έλληνες να δηλώσουν υποταγή στον Σουλτάνο (1691). Ο Δόγης επιβιβαστείς και πάλι στο «Βουκένταυρο» σε ηλικία 75 ετών (24 Μαΐου 1693) αλλά σε πλήρη μαχητικότητα και με ολόκληρη την Ενετική αρμάδα απέπλευσε για το Αιγαίο προς ματαίωση της νέας εισβολής. Αρχικά κατέπλευσε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια στον Πόρο. Αφού κατέστρωσε λεπτομερές πολεμικό σχέδιο επιχειρήσεων απόκρουσης σε συνεργασία με τον Προβλεπτή της Πελοποννήσου Αντόνιο Ζένο αιφνίδια και ενώ βρισκόταν με την αρμάδα του στον όρμο της Καρύστου η χρόνια λιθίαση από την οποία έπασχε πολλά χρόνια επιδεινώθηκε. Απέπλευσε εσπευσμένα για Ναύπλιο όπου τελικά και υπέκυψε (27 Δεκεμβρίου 1693). Το λείψανό του ταριχεύτηκε και μεταφέρθηκε στη Βενετία όπου σε μεγαλοπρεπή τελετή (16 Ιανουαρίου 1694) τοποθετήθηκε σε κρύπτη του Ναού του Αγίου Στεφάνου των Αυγουστίνων. Στο μνημείο του που ανεγέρθηκε χαράχθηκε η επιγραφή «Francisco Mavroceno Peloponneciaco. Senatus 1694» (= σε Ελληνική απόδοση: «Φραγκίσκω Μαυρογένη τω Πελοποννησιακώ η Γερουσία έτει 1694»).

https://el.wikipedia.org/wiki/Φραντσέσκο_Μοροζίνι

Οι Έμποροι των Εθνών

Οι Έμποροι των Εθνών είναι μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Όπως όλα τα βιβλία του συγγραφέα είναι γραμμένο στη γνωστή ιδιάζουσα καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, με τους διαλόγους σε γλώσσα καθομιλουμένη. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο δισεβδομαδιαίο περιοδικό «Μη Χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες, από τις 8 Νοεμβρίου του 1882 μέχρι τις 8 Φλεβάρη του 1883.

Οι Έμποροι των Εθνών
Οι Έμποροι των Εθνών

Πλοκή

Το έργο διαδραματίζεται στο διάστημα 1199 με 1207, παραμονές της Δ΄ Σταυροφορίας, όταν Βενετοί και Γενοβέζοι πειρατές εξορμούν για να κυριαρχήσουν στις Κυκλάδες. Στο βιβλίο, παράλληλα με το ερωτικό πάθος, περιγράφεται και το κλίμα της εποχής όπου «οι έμποροι των εθνών» με βασικό κίνητρο τη δίψα για χρήμα, καταφεύγουν σε ωμότητες και αυθαιρεσίες. Ο Ιωάννης Μούχρας, ένας ευπατρίδης της Νάξου αλλά και πειρατής ο ίδιος, σώζει τον Βενετό Μάρκο Σανούτο από τους Γενοβέζους πειρατές, και τον φιλοξενεί στο σπίτι του. Ο Ιωάννης έχει για σύζυγο την Αυγούστα, που ζει μια ζωή πολυτελή αλλά μονότονη, περιμένοντας τον άντρα της να γυρίσει από τις επιδρομές του. Ο Σανούτος, που είναι ένας φιλήδονος και μηδενιστής γόης, την αποπλανά, και κάποια στιγμή απάγει την Αυγούστα στη Βενετία. Ένα πάθος ξεκινάει ανάμεσα στον Σανούτο και την Αυγούστα, η οποία όμως στη συνέχεια μη αντέχοντας τη φιληδονία της, δραπετεύει για να κλειστεί σε μοναστήρι, στην Πάτμο. Ο Μούχρας προσπαθεί να βρει και να εκδικηθεί τον Σανούτο, αλλά δεν τα καταφέρνει. Στο τέλος η Αυγούστα πηγαίνει στη ναυαρχίδα του Σανούτου, αλλά δεν τον βρίσκει εκεί. Ο Μαύρος, ένας βοηθός του, με μια αναπάντεχη και αυθαίρετη εντολή του Σανούτου, πυρπολεί τα πλοία του καίγοντας ταυτόχρονα και την Αυγούστα.

Οι Έμποροι των Εθνών

Α΄Εκδρομή

Εν έτει σωτηρίω 1199 ουδείς καθ΄όλον το Αιγαίον πέλαγος είχεν ωραιοτέραν σύζυγον της του Ιωάννου Μούχρα, πλουσίου ευπατρίδου, κατοικουντος εν Νάξω. Αλλά τούτο δεν εκώλυεν αυτόν του να εκτελή παραβόλους εκδρομάς κατά των Γενουατών πειρατών, των ενοχλούντων αδιαλείπτως τους Βενετούς επιδρομείς και τους φιλησύχους νησιώτας.

Ο Ιωάννης Μούχρας κατώκει κατά την άκραν του Νεοχωρίου επί τινός λόφου παρά την θάλασσαν. Η οικία του μεγάλη και ευπρεπής ήτο ωχυρωμένη με τρεις πύργους και υψηλόν τείχος. Ενομίζετο δε ως άσυλον εν τω τόπω. Ο Ιωάννης Μούχρας είχε λάβει εκ προγόνων προνόμια παρά των Βενετών, άτινα εφύλαττε και διεξεδίκει επιμόνως. Αυτοί οι Γενουάται πειραταί εσέβοντο παραδόξως την οικίαν του. Αλλ΄εκείνος μη ευρίσκων αυτούς εν τη οικία των, ίνα τους σεβαστή, εξεστράτευσε κατ΄αυτών επί κεφαλής των τολμηροτάτων εκ των νησιωτών.

Άλλως τε δε, ήτο φιλόξενος και ευπροσήγορος προς πάντας. Η σύζυγος του, ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας. Άρχουσα δωδεκάδος θεραπαινίδων, διεύθυνε φρονίμως τα του οίκου. Ουδαμού ηκούσθη ποτέ ότι εκ της οικίας του Ιωάννου Μούχρα απεπέμφθη πτωχός με κανάς τας χείρας ή απεβλήθη ξένος ζητών φιλοξενίαν. Πάντες οι υπηρέται εμιμούντο τους κυρίους των και ήσαν λίαν φιλόφρονες εις τους ξένους. Αι αποθήκαι της οικίας έγεμον σίτου και εδωδίμων, οι σταύλοι χόρτου και κριθής. Ο Θεός εφαίνετο, ότι είχεν ανοιχτήν την χείρα επί του οίκου τούτου, ο δε ιδιοκτήτης εδέχετο την ευλογίαν ταύτην με ασκεπή την κεφαλήν. Ήτο ως βιβλικός πατριάρχης έχων εκτεταμένους τους κόλπους προς τας ανθρωπίνας ψυχάς, τας κειμένας παρά τους πόδας του. Μία μόνη σκιά υπήρχεν επί της εικόνος ταύτης, εστερείτο τέκνων και τούτο έφερεν αυτόν εις απόγνωσιν.

Άπαξ της εβδομάδος ο Ιωάννης Μούχρας απήρχετο νύκτωρ εκ της οικίας και επανήρχετο μετά εικοσιτέσσαρας ή τριάκοντα εξ ώρας άυπνος και κεκμηκώς. Η οικοδέσποινα συείθισε να τον προπέμπη ατάραχος αφ΄εσπέρας και να τον περιμένη την πρωίαν ήσυχος. Απέμαθε δε το να γογγύζη ή να μεμψιμοιρή κατ΄αυτού, καθώς έπραττε τους πρώτους μετά τον γάμον μήνας. Πού μετέβαινε;

Τα πέριξ νησύδρια ήσαν πολλάκις, και μάλιστα εν καιρώ τρικυμίας, καταφύγιον των πειρατών. Ο Μούχρας επέβαινε επί της γαλέρας του και τους κατεδίωκεν. ήτο δε η γαλέρα αυτή μεγάλη και οχυρά. Την είχεν αγοράσει σντί του ημίσεος της τιμής της παρ΄Ενετού τινός τυχοδιώκτου δυστυχήσαντος, όστις άμα καθελκύσας αυτήν εχρεωκόπησε τον δεύτερον από της αποδημίας του μήνα. Οι ναύται του εστασίασαν κατ΄αυτού, διότι ήσαν επί τρεις μέρες άσιτοι. Ο Βενετός τους προέτρεπε να επιτεθώσι κατά των Γενουαίων και των νησιωτών και να λάβωσι παρ΄αυτών τροφάς. Αλλ΄άνθρωποι, από τριών ημερών αριστήσαντες, δεν είχον όρεξιν να επιτεθώσι κατ΄άλλων αφθόνως δειπνησάντων, και το μόνον όπερ ηδυνήθησαν να πράξωσιν ήτο να ρίψωσι τον Βενετόν εις την θάλασσαν. Ούτος εσώθη κολυμβών και μεταβάς εις το πρώτον λιμένα, όπου ήξευρεν ότι η γαλέρα έμελλε να προσαρμοσθή, την επώλησεν εις τινά ανταποκριτήν του Μούχρα, όστις είχε λάβει από πολλού εντολήν ν΄αγοράσει δι΄αυτόν εν πλοίον.

Τις ηδύνατο να προΐδη προ ένδεκα μηνών, ότε εναυπηγήθη εν τοις ναυστάθμοις του Αγίου Μάρκου, ότι το ωραίον τούτο σκάφος έμελλε να περιέλθη εις τας χείρας του προεστού της Νάξου; Και όμως ο Ιωάννης ηδύνατο να καυχηθή ότι η σχέσις αυτή δεν ήτο η μόνη, ην προς την Βενετίαν ποτέ συνέδεσεν. Πολλοί ανδρείοι και τολμηροί της Πολιτείας ιππόται είχον λάβει παρ΄ αυτού ξενίαν, και ήσαν πρόθυμοι να τω την αποδώσωσι πότε, αν παρεπέμπετο να δικασθή ενώπιον το κραταιοτάτου συμβουλίου των Δέκα. Εν τούτοις η ωραία Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, αν και εγεννήθη εν Νάξω, ήτο κατά το ήμισυ Βενετή την καταγωγή. Ηγάπα τον σύζυγον της και έτρεφε βαθείαν στοργήν προς την ωραίαν νήσον, εν η είδε το φως. Ήτο ου μόνον προς τους ξένους ευπροσήγορος και ευεργετική προς τους φτωχούς, αλλ΄ευσεβής περί τα θεία, και η μήτηρ Φηλικίτη, ηγουμένη του Αγίου Κοσμά, μετά των πατέρων Μάρθωνος και Βικεντίου, διενέμοντο προς αλλήλους τα προϊόντα της ευσεβείας της. Το αίτιον, δι΄ό ο Μούχρας κατεδίωκεν επιμόνως τους πειρατάς, ήτο, ότι είχε λάβει παρά της Βενετίας ειδικόν προνόμιον. Ο δε σκοπός του ήτο να τύχη, ως τω είχον υποσχεθή, διπλώματος ναυάρχου και ευπατρίδου της Βενετίας.

Εσπέραν τινά, περί τα μέσα Μαρτίου, έσπευσε κατά το σύνηθες να επιβή της γαλέρας. Το πλήρωμα γινώσκον την συνήθη ώραν ήτο επί του πλοίου εγρηγορός. Η δε λέμβος μετά δύο ερετών τον επερίμενε παρά την προκυμαίαν.

-Εδώ είσαι, Μηνά; έκραξεν ο Ιωάννης Μούχρας πλησιάζων.

-Εδώ είμεθα αρχηγέ, απάντησεν ο έτερος των ερετών. Και εισήλθε εις την λέμβον ο Μούχρας. Οι ερεταί εκάθισαν επί των ζυγών και εκωπηλάτουν.

-Δε μας δείχνουν μέτωπον, αρχηγέ, αυτοί οι ανδρείοι, είπεν ο Μηνάς, όστις ελάμβανε θάρρος εκ της προς αυτόν ευνοίας του κυρίου του. Είναι τώρα πέντε μήνες, όπου κάμνομεν κάθε εβδομάδα τον συνήθη γύρον μας. Αλλ΄ούτε Γενοβέζος εφάνη, ούτε Βαρβαρέζος.

-Απόψε κάτι μου λέγει ότι θα έχομεν εργασίαν, είπεν ο δεύτερος ερέτης. -Πόθεν συμπεραίνεις τούτο, γερο-Πειράχτη, ηρώτησεν ο αρχηγός.

-Το μάτι μου το αριστερό πηδά, αρχηγέ, και το χέρι το δεξιό με τρώγει.

-Τι θα κάμωμεν! Ό,τι του τύχη του ανθρώπου, το τραβά, είπεν ο Μηνάς, όστις ήτο εικοσαετής και εφιλοσόφει προώρως.

-Επεθύμουν να ακούσω άλλο τι από το στόμα σου Μηνά,είπεν ο Μούχρας. Τώρα σύ ωμίλησες ως γέρων.

-Αρχηγέ, μην αμφιβάλλης διά το θάρρος μου, Εις το έργον θα το δείξω. Όσοι λέγουν λόγους, εις τα πράγματα είναι ψόφιοι και οι λόγοι των είναι στρογγυλοί ως μηδενικόν.

Εν τούτοις έφτασαν ήδη εις την γαλέραν. Ο Μούχρας με ελαφρότητα νεανικήν επήδησεν εις το κατάστρωμα. Η λέμβος ανειλκύσθη επί τας πλευράς. Ανέσπασαν την άγκυραν και απέπλευσαν.

Προσήγγιζε το μεσονύκτιον και το απόγειον ήρχισε να πνέη εκ της ξηράς. Ο δόλων εξογκώθη μετρίως και το πλοίον εκινείτο επαισθητώς. Μετά δύο ωρών πλούν έφθασαν εις τα νησύδρια Μάκαρας. Η σελήνη είχεν ανατείλει και έφεγγεν ωχρώς την θάλασσαν και τους γυμνούς βράχους. ότε έκαμψαν το πρώτον νησύδριον, ο Μηνάς παρηγγέλθη παρά του πρωρέως να ξυπνήση τον αρχηγόν, όστις μόλις είχεν αποκοιμηθεί.

-Τι τρέχει Μηνά; ε’ιπεν αυτός.

-Αρχηγέ, φαίνεται εν πλοίον αραγμένον εις τον μέγαν Μάκαρα. Ούτως ωνομάζετο η μεγίστη των νησίδων. Ο Μούχρας ανεπήδησεν ευθύς.

-Πού είναι, Μηνά; ηρώτησεν ανοίγων τους οφθαλμούς.

-Ιδού αυτό, αρχηγέ.

Και έδειξε την πρύμνην σκάφους προσωρμισμένου παρά την ακτήν.

Ο Μούχρας εστάθη επί τινάς στιγμάς παρατηρών προσεκτικώς.

-Κάμετε το σημείον, είπε στραφείς προς τον πρωρέα.

Ηκούσθη τι, ως λυγμός, συρίζον διά του αέρος.

……………………………………………………………………………..

Η Αικατερίνη Κορνάρο (1454-1510)

Η Αικατερίνη Κορνάρο (Caterina Cornaro, 25 Νοεμβρίου 1454 – 10 Ιουλίου 1510) ήταν η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου από τις 26 Αυγούστου 1474 ως τις 26 Φεβρουαρίου 1489, και είχε ανακηρυχτεί «Κόρη του Αγίου Μάρκου» προκειμένου η Δημοκρατία της Βενετίας να είχε τη δυνατότητα να πάρει τον έλεγχο της Κύπρου μετά το θάνατο του συζύγου της Ιάκωβου Β΄.

Η Αικατερίνη Κορνάρο
Η Αικατερίνη Κορνάρο

Η Αικατερίνη ήταν κόρη του Μάρκο Κορνάρο Ιππότη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Πατρίκιος της Βενετίας, από την γυναίκα του Φλορέντσα Κρίσπο. Ο πατέρας της ήταν δισέγγονος του Μάρκο Κορνάρο, Δόγη της Βενετίας (1365 – 1368). Ήταν η μικρότερη αδελφή του επίσης, ευγενούς, Τζιόρτζιο Κορνάρο, Πατέρα της Πατρίδας και Ιππότη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η οικογένεια Κορνάρο έβγαλε συνολικά τέσσερις Δόγηδες. Η οικογένεια είχε μακροχρόνιες σχέσεις με την Κύπρο, ειδικά όσον αφορά το εμπόριο. Στην περιοχή της Επισκοπής και στη περιοχή της Λεμεσού λειτουργούσαν μύλους ζάχαρης, τα προϊόντα των οποίων μαζί με άλλα Κυπριακά προϊόντα εξήγαγαν στην Βενετία. Η μητέρα της Αικατερίνης Φιορέντσα Κρίσπο μέλος του Οίκος των Κρίσπων ήταν κόρη του Νικολό Κρίσπο, Κύριου της Σύρου. Η ταυτότητα της μητέρας της Φιορέντσας δεν είναι σίγουρη, γιατί ο Κρίσπο ήταν γνωστό ότι είχε δύο γυναίκες, κάθε μία από τις οποίες θα μπορούσε να είναι η μητέρα της Φιορέντσας.

Γάμος και βασιλεία

Το 1468, ο Ιάκωβος Β΄ της Κύπρου, αλλιώς γνωστός ως Ιάκωβος ο Νόθος, έγινε Βασιλιάς της Κύπρου. Το 1468 διάλεξε την Κατερίνα για γυναίκα του και Βασίλισσα-Σύζυγο του Βασιλείου της Κύπρου, επιλογή η οποία χαροποίησε ιδιαίτερα τη Βενετική Δημοκρατία, καθώς έτσι θα εξασφάλιζε στο εξής εμπορικά δικαιώματα και άλλα προνόμια της Βενετίας στην Κύπρο. Παντρεύτηκαν στη Βενετία στις 30 Ιουλίου 1468 μέσω πληρεξούσιου, ενώ ήταν 14 χρονών. Τελικά ξεκίνησε για την Κύπρο το Νοέμβριο του 1472 και παντρεύτηκε αυτοπροσώπως τον Ιάκωβο στη Φαμαγκούστα. Ο Ιάκωβος πέθανε σύντομα μετά το γάμο λόγω αιφνίδιας ασθένειας, και σύμφωνα με τη διαθήκη του, η Καταρίνα, που ήταν τότε έγκυος, θα ενεργούσε ως αντιβασιλέας. Έγινε τελικά αυτή ο μονάρχης όταν ο γιος της Ιάκωβος Γ΄ της Κύπρου πέθανε πριν τα πρώτα του γενέθλια, πιθανότατα από ασθένεια, παρόλο που φημολογούνταν ότι δηλητηριάστηκε από την Βενετία ή από χωρικούς της Καρλότας. Tο Βασίλειο είχε ήδη από καιρό αρχίζει να παρακμάζει, και ήταν φόρου-υποτελές κράτος των Μαμελούκων από το 1426. Υπό την Κατερίνα, που βασίλεψε στην Κύπρο από το 1474 ως το 1489, το νησί ήταν υπό τον έλεγχο Βενετών εμπόρων, και στις 14 Μαρτίου 1489 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την διοίκηση του νησιού στη Βενετική Δημοκρατία.

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Βουστρώνιο, «στις 15 Φεβρουαρίου 1489 η βασίλισσα έφυγε από τη Λευκωσία για να πάει στην Αμμόχωστο, για να φύγει [από την Κύπρο]. Και όταν ήταν καβάλα στο άλογο φορώντας ένα μαύρο μεταξένιο μανδύα, με όλες τις κυρίες και τους ιππότες της συνοδείας της […] Τα μάτια της, παραπέρα, δεν σταμάτησαν να χύνουν δάκρυα σε όλη τη διαδρομή. Ομοίως και ο κόσμος έχυσε πολλά δάκρυα». Έχοντας εκθρονιστεί το Φεβρουάριο, η Κατερίνα αναγκάστηκε να φύγει από την Κύπρο στις 14 Μαΐου 1489.

Μετέπειτα ζωή στο Άσολο

Έτσι λοιπόν το τελευταίο Σταυροφορικό κράτος, η Κύπρος, έγινε αποικία τη Βενετίας, και ως αποζημίωση επιτράπηκε στην Κατερίνα να διατηρήσει το τίτλο της Βασίλισσας και έγινε το 1489 Κυρία του Άσολο, μιας επαρχίας στο Βένετο της Ιταλίας. Το Άσολο έγινε σύντομα γνωστό ως αυλή λογοτεχνικής και διάκρισης στη τέχνη, κυρίως ως η μυθοπλαστική τοποθεσία των πλατωνικών διαλόγων για τον έρωτα του Πιέτρο Μπέμπο, Gli Asolani. Η Κατερίνα πέθανε στη Βενετία το 1510.

Κληρονομιά

Οι όπερες Catharina Cornaro (1841) του Φραντς Λάχνερ και Caterina Cornaro (1844) του Γκαετάνο Ντονιτσέττι είναι βασισμένες στη ζωή της.

Έχουν γίνει πολλά πορτρέτα της Αικατερίνης, και μεταξύ αυτών του Ντύρερ, του Τιτσιάνο, του Μπελίνι και του Τζορτζόνε.

Το Κολλέγιο Καλών Τεχνών (Ινστιτούτο Κορνάρο), είναι ένας φιλανθρωπικός οργανισμός στη Λάρνακα για την προώθηση της τέχνης και του πολιτισμού, που διασώζει το όνομά της στην Κύπρο.

Τον Οκτώβριου του 2011 στην Κύπρο η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων Κύπρου ανακοινώσε ότι θα ανακαινιστεί το καλοκαιρινό παλάτι της Αικατερίνης Κορνάρο στην Ποταμιά, με κόστος πρόγραμμα 1 εκατομμύριο ευρώ, για να γίνει πολιτιστικό κέντρο. Σήμερα (2017) η αγρέπαυλη είναι ακόμη εγκαταλελειμμένη, καταρρέει και υπήρξαν επίσης κλοπές πολιτιστικού υλικού.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αικατερίνη_Κορνάρο