Η Κατερίνη (13ος αιώνας μ.Χ.-…)

Η Κατερίνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κατερίνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας στην Κεντρική Μακεδονία. Έχει πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 55.997 κατοίκους. Βρίσκεται στο Πιερικό ύψωμα, ανάμεσα στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό κόλπο, σε υψόμετρο 14–45 m. Απέχει 71 km από τη  Θεσσαλονίκη, κάτι το οποίο έχει αποδειχθεί ευεργετικό για την ανάπτυξη της Κατερίνης τα τελευταία χρόνια.

Η Κατερίνη
Η Κατερίνη

Και το όνομα αυτής … Κατερίνη

Είναι άγνωστο από πότε υπήρχε ως κωμόπολη. Πολλοί περιηγητές, όπως ο Leake, αλλά και σε χάρτες ήδη από το 13ο αιώνα (1264), αναφέρουν την πόλη με το όνομα Άτηρα (σταθμός ή πόλισμα Hatera) και αρκετοί είδαν και επίδραση στο όνομα της πόλης (Κατερίνη – Κάτηρα- Χάτηρα- Άτηρα). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Πουκεβίλ, ο οποίος σε χάρτη σημειώνει τον τόπο ως Kateri Hatera. Ο Heuzey υπολόγισε τη θέση της αρχαίας Άτηρας κοντά στην Κονταριώτισσα, ενώ ο Kurz τοποθετεί το πόλισμα κάπου ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς του Κορινού και της Καλλιθέας.

Άλλη υπόθεση κάνει λόγο για το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης και όπου βρίσκεται σήμερα το παλαιό νεκροταφείο. Οι εικόνες στο ναό χρονολογούνται από το 1831 και δεν αποκλείεται να υπήρχε από πριν στην ίδια θέση κάποιος άλλος ναός.

Η πόλη εμφανίζεται με τη λόγια ονομασία Αικατερίνη, το όνομα μιας χριστιανής μάρτυρα από την Αλεξάνδρεια, που έζησε τον 4ο αιώνα, ή Αγία Αικατερίνη στη γλώσσα της γραφειοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τελικά επικράτησε η ονομασία Κατερίνη.

Η Ιστορία της Κατερίνης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Πιερίας, αποτελεί ιδιαίτερη Διοικητική Περιφέρεια με κέντρο την Κατερίνη. Η Κατερίνη ανήκε αρχικά στην επισκοπή του Πλαταμώνα, μέχρι το 1878, που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα. Αργότερα προστέθηκε στην επισκοπή Πέτρας του Ολύμπου και όταν αυτή διαλύθηκε μεταφέρθηκε στο Κίτρος. Η επισκοπή έγινε Μητρόπολη το 1924 και τυπικά αναφέρεται κατ’ όνομα, σαν Μητρόπολη Κίτρους, αν και περί τα τέλη του 19ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κατερίνη, που ήταν ο κεντρικότερος οικισμός.

Παρά τη συμμετοχή της σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, από την Επανάσταση του 1821, το κίνημα του 1854, τη Μακεδονική Επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό Αγώνα, απελευθερώθηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Οκτωβρίου του 1912, από την 7η Μεραρχία πεζικού. Σημαντικοί Μακεδονομάχοι εκείνη την περίοδο, ήταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Στρεμπίνας και Νικόλαος Μπαμπάκας, καθώς και ο Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου.

Μετά την απελευθέρωση 1912 η Κατερίνη έγινε Δήμος μέχρι τις 28 Ιουνίου 1918. Το 1920-1930 η Κατερίνη αποτέλεσε Κοινότητα. Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε χώρα στις 4 Σεπτεμβρίου 1929. Το 1931 ανεγέρθηκε η Δημοτική Αγορά της Κατερίνης. Τη δεκαετία αυτή, με την έλευση των προσφύγων, διπλασιάστηκε ο πληθυσμός της πόλης. Πολλοί κάτοικοι κατάγονται από τη Θράκη, και συγκεκριμένα από τον Αρτεσκό.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό στις 14 Απριλίου 1941 και απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Το 1944 ιδρύθηκε και το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.

Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κατερίνης

Το 1961, το πολεοδομικό συγκρότημα της Κατερίνης ήταν το τέταρτο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, μετά τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τις Σέρρες και το δωδέκατο της Ελλάδας. Η πληθυσμιακή αυτή ανάπτυξη, την οποία φυσικά ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη της μορφής της πόλης, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας και στην αύξηση της παραγωγής καπνών ποικιλίας Κατερίνης, τα οποία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν περιζήτητα στη διεθνή αγορά για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι η συμβολή του καπνού στη διαμόρφωση του υψηλού σχετικά εισοδήματος της περιοχής της Κατερίνης, και γενικότερα του νομού Πιερίας, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το 1806 ο William Leake αναφέρει 100 οικίες και το 1810 ο Daniel κάνει λόγο για 140. Το 1812, το 1880 και το 1890 ο αριθμός των οικιών είναι σταθερός (300) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές του Henry Holland και του Επισκόπου Κίτρους, Νικολάου.  Ειδικότερα, το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμαζόντες Βλαχολιβαδιώτες.

Το 1900 υπήρχαν 2.070 Χριστιανοί και 600 Μουσουλμάνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 αποχώρησαν από την πόλη οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αριθμούσαν περί τους 8.000 ανθρώπους.  Στην Κατερίνη κατέληξε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων Ευαγγελικών της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Κατά την απογραφή του 1928 η Κατερίνη κατείχε την 45η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Σήμερα, με βάση την απογραφή του 2001 κατέχει τη 10η θέση. 

Η Κατερίνη τις τελευταίες δεκαετίες

Η πόλη της Κατερίνης αποτελούσε την πρωτεύουσα επαρχίας του Νομού Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1949. Στη συνέχεια γίνεται πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος Νομού Πιερίας. Από το 1950 που η Κατερίνη γίνεται Νομαρχιακό και Περιφερειακό κέντρο, αρχίζει πια και η αστική πολεοδομική ανάπτυξή της και η γρήγορη επέκταση του οικισμού.

Σήμερα η πόλη αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές αστικές περιοχές της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας. Στις μέρες μας η ανάπτυξη της Κατερίνης ανακόπτεται αισθητά από την παρουσία της γειτονικής Θεσσαλονίκης, που απορροφά σε συντριπτικό βαθμό όλες τις δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Παρ’ όλα αυτά, εξ αιτίας της πολύ μεγάλης τουριστικής κίνησης που υπάρχει στον νομό Πιερίας, η πόλη βρίσκεται αισθητά στο προσκήνιο. Η πόλη διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα αστικά πάρκα της Ελλάδας, με πληθώρα λιμνών, σιντριβανιών και γλυπτών και ειδικά το καλοκαίρι αποτελεί όαση δροσιάς και χαλάρωσης, ιδιαίτερα τις πολύ θερμές ώρες της ημέρας.

Τα τελευταία χρόνια η Κατερίνη γνωρίζει αξιόλογη τουριστική κίνηση με την ανάπτυξη οργανωμένων παραθεριστικών κέντρων στις ακτές της οι οποίες αποτελούν παραδοσιακό θέρετρο για τουρίστες από τη Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κ.λπ για αρκετές δεκαετίες. Παράλληλα, με δεδομένη την ύπαρξη τεράστιων επίπεδων εκτάσεων γύρω της, η πόλη γνωρίζει φρενήρη οικιστική ανάπτυξη, με συνεχή ένταξη νέων εκτάσεων στον υπάρχοντα αστικό ιστό της. Το 2008 ανακατασκευάστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, στην ομώνυμη συνοικία, ενώ από το 2007 συνδέεται με προαστιακό σιδηρόδρομο με την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: https://www.katerini.gr/index.php/2018-01-18-13-31-08

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Κατερίνη

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη των Γιαννιτσών (1912)

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής. Η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Η μάχη των Γιαννιτσών

Συνθήκες και στρατηγικές

Η περιοχή των Γιαννιτσών, που το τούρκικο επιτελείο επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία, εκτός από το μειονέκτημα ότι είχε ένα μεγάλο φυσικό κώλυμα στα νώτα της, τον Αξιό ποταμό, προσφέρονταν για άμυνα με μέτωπο προς τα δυτικά, καθώς απέκλειε την κύρια οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στήριζε ικανοποιητικά τα πλευρά της στο όρος Πάικο και στη λίμνη των Γιαννιτσών. Επίσης η επάνδρωσή της απαιτούσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις. Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν την 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από το Σαραντάπορο.

Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του Tουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.

Η μάχη των Γιαννιτσών

Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στο χωριό Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο χωριό Μυλότοπος, η 1η και η 2η στο χωριό Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο χωριό Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.

Κατά την διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.

Συνέπειες της μάχης

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, όμως πιθανότατα ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.

Αμέσως μετά την μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Κοζάνη (600π.Χ.-…)

Η Κοζάνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κοζάνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης στην δυτική Μακεδονία. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Είναι χτισμένη ανάμεσα στις οροσειρές του Βερμίου, του Μπούρινου και των Πιερίων, 15 χλμ βορειοδυτικά της λίμνης του Πολυφύτου, σε υψόμετρο 720 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Απέχει 120 χλμ από τη Θεσσαλονίκη και 470 χλμ από την Αθήνα. Έχει πληθυσμό 41.066 κατοίκους, ενώ ο νέος διευρυμένος Καλλικρατικός Δήμος έχει 71.388 κατοίκους (απογραφή 2011).

Στην πόλη στεγάζονται τμήματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης είναι η έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Εφετείου της Δυτικής Μακεδονίας, του Α’ Σώματος Στρατού της Ελλάδας και της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης.

Η πλατεία Νικης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.
Η πλατεία Νίκης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.

Τα αρχαία και βυζαντινά χρόνια της Κοζάνης

Αρχαιότητες από την προϊστορική εποχή έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά σημεία της πόλης. Στα ανατολικά της Κοζάνης, έχει ανασκαφεί νεκρόπολη, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Σιδήρου. Οι αρχαιότητες που βρέθηκαν εδώ μαρτυρούν την ύπαρξη μιας από τις αρχαιότερες πόλεις της αρχαίας Ελιμιώτιδας (ή Ελίμειας), της οποίας η ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του «Αγίου Ελευθερίου». Στα νοτιοδυτικά της σύγχρονης πόλης, στο λόφο Σιόποτο, υπήρχε οικισμός ο οποίος ονομαζόταν Καλύβια, μεταξύ 1100 και 1300, ίχνη του οποίου υπάρχουν ακόμα.

Η Κοζάνη κατά την τουρκοκρατία

Η Κοζάνη εμπορεύεται

Η Κοζάνη είναι μια πόλη που δημιουργήθηκε και γνώρισε οικονομική ακμή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι κάτοικοι της Κοζάνης, μαζί με άλλων δυτικομακεδονικών πόλεων, όπως της Σιάτιστας, της Βλάστης, των Γρεβενών, της Κλεισούρας, εκμεταλλεύτηκαν παλιές και νέες γεωγραφικές διασυνδέσεις, συχνά παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού, στη νέα γεωπολιτική δυναμικής της οθωμανικής περιόδου. Ένα μεγάλο κομμάτι του ορεινού κόσμου της Δυτικής Μακεδονίας αξιοποίησε βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές οδικές συνδέσεις, παραποτάμια και παραλίμνια περάσματα και χάραξε τα δρομολόγια του χερσαίου εμπορίου. Στις δυτικομακεδονικές πόλεις συγκεντρώθηκε οικονομικό πλεόνασμα από την κτηνοτροφία κυρίως και τη γεωργία και αναπτύχθηκαν τοπικές μεταποιητικές δραστηριότητες, καθώς και διαβαλκανικές εμπορικές συναλλαγές. Έτσι οι πόλεις αυτές είναι γνωστές για τη εμπορική αποδημία των κατοίκων τους, που έφθανε μέχρι τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη.

Στην Κοζάνη ίσχυε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. όπως είναι γνωστό και από άλλες παρόμοιες προβιομηχανικές κοινωνίες, στην πόλη αναπτύχθηκε η υφαντική τέχνη. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια οικονομική νησίδα αρκετά διαφοροποιημένη από τη γύρω αγροτοκτηνοτροφική περιοχή και η Κοζάνη αναδείχθηκε σε τοπικό οικονομικό κέντρο, κοιτίδα ενός σημαντικού αριθμού εμπόρων που δραστηριοποιήθηκαν στη βόρεια Βαλκανική και κεντρική Ευρώπη. Κάτοικοι αυτής της πόλης διείσδυσαν σε βορειότερα οικονομικά κέντρα, καλύπτοντας το εμπορικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την παρακμή της Μοσχόπολης και του Μελένικου, καθώς και κέντρων του βενετομακεδονικού εμπορίου και τη συνακόλουθη μετατόπιση των εμπορικών αξόνων.

Η Κοζάνη και οι κάτοικοι της

Το οικιστικό πλέγμα που διαμορφώνεται κατά μήκος του Αλιάκμονα παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα μεσαιωνικών και νεότερων οικισμών της οθωμανικής περιόδου. Παράλληλα συγκροτούνται μοναστικές μονάδες, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, την επονομαζόμενη Ζάβορδα από το γειτονικό ομώνυμο οικισμό. Έτσι η ιστορία των οικισμών εξετάζεται παράλληλα με αυτής της μονής και αξιολογούνται οι ίδιοι γεωγραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.

Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα η Κοζάνη εμφανίζει ένα σχεδόν ομοιογενές πληθυσμιακό σύνολο, με κανονική αυξητική τάση. Στις αρχές του αιώνα ο Άγγλος περιηγητής Λικ (Leake) σημείωνε ότι η Κοζάνη είχε 600-700 σπίτια ελληνικά (3000 κατοίκους περίπου). Στο β’ μισό του 19ου αιώνα η πόλη είχε 5000 κατοίκους, οι οποίοι σε γεωγραφικό λεξικό της εποχής χαρακτηρίζονται φιλομαθείς έμποροι.

Λίγο αργότερα ο Ν. Σχινάς σημειώνει 8000 «κατοίκους» (δηλαδή Έλληνες) και μόνο 500 Οθωμανούς στην Κοζάνη. Τέλος, στις παραμονές της ένωσης της Κοζάνης με την Ελλάδα η πόλη είχε φτάσει τους 12000 Ορθόδοξους Έλληνες.

Στην ύστερη Τουρκοκρατία το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας ανήκε στο οθωμανικό διοικητικό διαμέρισμα, στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Κοζάνη είχε αποκτήσει τη φυσιογνωμία της αστικής Βαλκανικής πόλης. Το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, η Βιβλιοθήκη και άλλα δημόσια ιδρύματα πλαισιώνουν ιδρυτικά οικοδομήματα.

Παράλληλα παγιώνεται η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη. Η οικονομική ελίτ μετέχει στην οργάνωση της τοπικής εκκλησιαστικής και σχολικής διοίκησης και η κύρια οικονομική δύναμη αντλείται από τον αγροτικό χώρο: τα αμπέλια και τα σιτηρά.

Η παιδεία στην Κοζάνη (ως το 1832)

Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία εμφανίστηκαν στην Κοζάνη στο τέλος του 17ου αιώνα ως καρπός της οικονομικής προόδου των κατοίκων λόγω εμπορίου και της έφεσης του για μόρφωση. Υποτυπώδη όμως σχολεία πρέπει να λειτούργησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα με τα σχολεία, σημαντικό ρόλο για την Παιδεία της Κοζάνης διαδραμάτισαν πολλοί λόγιοι Κοζανίτες, εγκαταστημένοι κυρίως στις ελληνικές παροικίες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίοι εξέδωσαν πλήθος έργων και προώθησαν τις ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο πρώτος δάσκαλος που δίδαξε στο πρώτο οργανωμένο σχολείο της Κοζάνης ήταν ο Γεώργιος Κονταρής, με σπουδές στη Βενετία και μετέπειτα επίσκοπος Σερβίων και μητροπολίτης Σμύρνη. Δίδασκε Αριστοτέλη και θεολογία, ενώ εξέδωσε το έργο «Ιστορίαι της πόλεως Αθήνης», το πρώτο νεοελληνικό έργο για την αρχαία ιστορία. Το έτος 1745 ιδρύθηκε από με την ενίσχυση των εντοπίων και αποδήμων Κοζανιτών της Ουγγαρίας η Στοά. Ο πρώτος δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρις δίδαξε θετικές επιστήμες. Στην Κοζάνη ενέπνευσε νέος άνεμος. Η εισαγωγή όμως των επιστημών στο σχολικό πρόγραμμα έμεινε χωρίς συνέχεια γιατί οι συνεχιστές του Βουλγάρεως δεν διέθεταν γνώσεις θετικών επιστημών. Η Στοά σταμάτησε να λειτουργεί το 1774.

Παράλληλα με τη Στοά από το 1756 λειτούργησε και η Σχολή της Κομπανίας που πήρε το όνομα από τους χρηματοδότες εμπόρους της Ουγγαρίας. Η Σχολή της Κομπανίας έκλεισε πιθανώς το 1769 λόγω διακοπής της χρηματοδότησης.

Το 1776 ιδρύεται από τη Μητρόπολη και τους προκρίτους το Ελληνικόν Μουσείο. Το σχολείο αυτό έμεινε γνωστό ως Σχολείο του Παγούνη, καθώς βασική πηγή εσόδων του ήταν οι τόκοι κεφαλαίου 4292 δουκάτων του Κοζανίτη Δημητρίου Μανόλη Παγούνη στην επίσημη τράπεζα της Βενετίας Zecca. Το 1797/9 εξαιτίας της κατάληψης της Βενετίας από τους Γάλλους διακόπηκε και η αποστολή χρημάτων, μαζί με αυτήν και η λειτουργία του σχολείου. Ανώτερο σχολείο αναφέρεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1810 νέο σχολείο λειτούργησε κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1813 κτίστηκε πίσω από το ιερό του ναού ο Οίκος της Βελτιώσεως, που στέγασε τη Βιβλιοθήκη.

Τα σχολεία λειτούργησαν με εισφορές των κατοίκων, της Μητρόπολης και των ευεργετών. Διοικούνταν από από επιτροπή που λογοδοτούσε σε σύνοδο προκρίτων. Ο μισθός του δασκάλου ήταν σχετικά χαμηλός, το σχολείο όμως πλήρωνε και το χαράτσι του και άλλους μικρότερους φόρους. Οι μαθητές ήταν λίγοι, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν πλήρωναν δίδακτρα. Οι πλούσιοι Κοζανίτες προσελάμβαναν δασκάλους για μαθήματα κατ’ οίκον. Στις τρεις βαθμίδες των σχολείων -κοινά γράμματα, κυκλοπαίδεια, επιστημονικά μαθήματα- διδάσκονταν γλωσσικά μαθήματα αρχαίοι συγγραφείς, θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Σκοπός της εκπαίδευσης δεν υπήρξε η άμεση επαγγελματική αποκατάσταση αλλά η αντιμετώπιση των οικονομικών υποθέσεων μέσω της γνώσης. Στόχος βέβαια υπήρξε η χρηστότητα των ηθών και η γλωσσική κατάρτιση. Καθώς οι περισσότεροι δάσκαλοι υπήρξαν ιερωμένοι, δεν παρουσίασαν κάποιο νεωτερισμό σε σχέση με την παραδοσιακή ιδεολογία. Η απήχηση του Διαφωτισμού στα σχολεία ήταν περιορισμένη λόγω έλλειψης καταρτισμένων στις θετικές επιστήμες δασκάλων, αλλά και λόγω του συντηρητισμού της διοίκησης και της κοινωνίας. Ο φωτισμός ήρθε από μεγάλες προσωπικότητες Κοζανιτών αστών, που έδρασαν κυρίως στις παροικίες και είχαν περιορισμένη επιρροή στη γενέτειρα.

Η παιδεία στην Κοζάνη (1832-1912)

Το 1832 ιδρύεται η πρώτη αλληλοδιδακτική σχολή, η οποία από το 1842 λειτουργεί ως εξατάξια αστική σχολή, ενώ το 1894 ιδρύεται και τριτάξιο Ημιγυμνάσιο. Οι πρώτες μαθήτριες εμφανίζονται το 1840, ενώ το 1862 λειτουργεί εξατάξιο Παρθεναγωγείο. Σταθμό στην εκπαίδευση της Κοζάνης αποτελεί η ίδρυση από τους ευεργέτες αδελφούς Βαλταδώρου το 1899 του Βαλταδωρείου Γυμνασίου. Το 1905 λειτουργεί 1 Γυμνάσιο, 5 Αστικές Σχολές και 1 Παρθεναγωγείο. Μετά το 1830 η εκπαίδευση διαπνεόταν από ελληνοχριστιανικό ιδεώδες λόγω αφ’ ενός της προσπάθειας για διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και αφ’ ετέρου λόγω της επιμονής της Εκκλησίας στο θρησκευτικό χαρακτήρα του σχολείου. Το τοπίο των γραμμάτων συμπληρώνουν και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι «Φοίνιξ» (1873) και «Μορφωτική Αδελφότητα Πανδώρα» (1900). Τέλος, το πρώτο βιβλιοπωλείο ιδρύθηκε από τον Γρηγόρη Πιτένη από τη Σαμαρίνα, ενώ το 1914 κυκλοφόρησε η πρώτη τοπική εφημερίδα «Ηχώ της Μακεδονία» του Μιλτιάδη Τζώνη.

Η Κοζάνη και η οθωμανική Βουλή

Το 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων και θεσπίστηκε Σύνταγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Σύνταγμα προέβλεπε εκλογές, οι οποίες προκηρύχθηκαν. Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άντρες υπήκοοι της Αυτοκρατορίας και ανεξάρτητα από θρήσκευμα και εθνικότητα. Θα ψήφιζαν δηλαδή και οι ραγιάδες και η ψήφος τους θα ήταν ισοδύναμη με των Τούρκων. Το σύστημα ήταν περίπου σαν πλειοψηφικό. Οι Νεότουρκοι έκαναν μια σειρά ενεργειών ούτως ώστε να αποκλειστούν πολλοί χριστιανοί από την εκλογική διαδικασία. Δεν τα κατάφεραν όμως. Στην περιοχή της Κοζάνης ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν σχετικά μεγαλύτερος από τον τουρκικό.

Μέσα σε τρομοκρατική ατμόσφαιρα έγινε ο εκλογικός αγώνας. Δεν το έβαλαν κάτω όμως οι Κοζανίτες. Οι τελευταίοι δεν ήταν ανίδεοι εκλογών και εκλογικών αγώνων. Πάντοτε ακολουθούσαν δημοκρατικές διαδικασίες στους συλλόγους, στα σωματεία, στην εφορεία κτλ. Και΄ήξεραν πως να μαζεύουν ψήφους και πως να ψηφίζουν. Εκλέχτηκαν λοιπόν, και δύο Έλληνες υποψήφιοι, ο Γεώργιος Μπούσιος και ο Κοζανίτης Κωνσταντίνος Δρίζης.

Η απελευθέρωση της Κοζάνης

Στις παραμονές του 1912 δεν είχε μείνει κοζανίτικο σπίτι χωρίς να έχει κάποιο όπλο κρυμμένο. Δεν ήταν μόνο τα απομεινάρια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά κρατούσε η παλιά παράδοση να προστατεύεται κάθε οικογένεια μονάχη της. Κρυψώνες για όπλα υπήρχαν όχι μόνο στα σπίτια αλλά και για μεγαλύτερους αριθμούς και ποσότητες στις εκκλησίες, και κυρίως εκείνη του Αγίου Νικολάου. Οι Τούρκοι σπάνια έψαχναν στις εκκλησίες και πολύ λιγότερο στο χώρο της Αγίας Τράπεζας. Υπήρχαν επίσης και ελληνικές σημαίες. Σε όλα τα σπίτια τις έραβαν μόνοι τους και τις κρατούσαν κάπου κρυμμένες. Τις ξεδίπλωναν και τις ανέμιζαν μέσα στα σπίτια στις γιορτές.

Από το Σεπτέμβριο του 1912, που φαινόταν πια καθαρά πως θα ξεσπάσει πόλεμος, ο εκνευρισμός του τουρκικού πληθυσμού ήταν φανερός, η εχθρότητα προς τους Έλληνες είχε ξανανάψει. Οι συγκεντρώσεις στα σπίτια είχαν μεταβληθεί σε συσκέψεις μικρών συνωμοσιών για τον τρόπο που οι ίδιοι θα χτυπούσαν τους Τούρκους, όταν ο ελληνικός στρατός θα πρόσβαλλε τις οχυρές θέσεις του κατακτητή στο Σαραντάπορο.

Η μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού. Έπειτα από αυτή την ελληνική νίκη, οι Τούρκοι έφυγαν άτακτα από το Σαραντάπορο και εγκατέλειψαν τα Σέρβια. Οι Τούρκοι στρατιώτες εγκαταλείπουν τα όπλα τους και αρπάζουν ψωμιά από τους φούρνους και κρέατα από τα κρεοπωλεία. Ο πληθυσμός βράζει από αγωνία και ενθουσιασμό. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών λουφάζουν. Ο πανικός μεταδίδεται σε όλα τους Τούρκους στρατιώτες στην περιοχή. Το τουρκικό επιτελείο συνεδρίασε το πρωί και αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη την 11η Οκτωβρίου. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση της εγκατάλειψης δημιουργήθηκε ακόμη μεγαλύτερος πανικός στις τάξεις των Τούρκων. Στο μεταξύ οι Κοζανίτες έσπευσαν στους τουρκικούς στρατώνες και άρπαζαν όπλα. Από όλες τις γειτονιές κατέβαινε κόσμος προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το κέντρο της πόλης. Κάποιοι αναπέταξαν στο κωδωνοστάσιο τη γαλανόλευκη. Αυτά όλα έγιναν γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα. Αυτήν την ώρα εμφανίζεται ο πρώτος Έλληνας ιππέας από το Νότο και δέχεται τους ασπασμούς και τις περιπτύξεις των αλλοφρονούντων εκ συγκινήσεως και χαράς πολιτών. Την επομένη μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος και στις 14 Οκτωβρίου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης (1858-1940)

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης (20 Σεπτεμβρίου 1858 – 4 Μαΐου 1940) ήταν Έλληνας αντιστράτηγος και υπουργός Στρατιωτικών.

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης, Έλληνας αντιστράτηγος και υπουργός Στρατιωτικών.
Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης

Ο Βίος του Κωνσταντίνου Καλλάρη

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1858 και ήταν γιος του Φρούραρχου Αθηνών Γεωργίου Καλλάρη. Εξήλθε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1880 και κατατάχθηκε στο κλάδο του Μηχανικού. Μετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και το 1905 τοποθετήθηκε ως ταγματάρχης στο νέο Σώμα των Γενικών Επιτελών μέχρι το 1909. Το 1911 διορίσθηκε διοικητής των στρατιωτικών σχολών Ευελπίδων και Υπαξιωματικών μέχρι το 1912. Μετά από πρόταση της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής διορίσθηκε διοικητής της 2ης Μεραρχίας την οποία και κατέστησε υποδειγματική, για τον λόγο και τον οποίο προάχθηκε σε υποστράτηγο.

Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου επικεφαλής της μεραρχίας του μετείχε αρχικά στο μέτωπο της Μακεδονίας. Στη συνέχεια στις επιχειρήσεις του Μπιζανίου ανέπτυξε νικηφόρο δράση που τον έκανε ιδιαίτερα γνωστό. Κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ηπείρου ο μεγαλύτερος γιος του Σπυρίδων, έφεδρος ανθυπολοχαγός, σκοτώθηκε πολεμώντας.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο ο Κ. Καλλάρης στη μάχη της Κρέσνας έπεσε από το άλογό του και τραυματίσθηκε. Μετά τον πόλεμο χρημάτισε για κάποιο διάστημα πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και όταν συστάθηκαν τα Σώματα Στρατού ανέλαβε, ως αντιστράτηγος, διοικητής του Α΄ Σώματος (1914). Το 1916 ανέλαβε υπουργός των Στρατιωτικών και στις 29 Ιουνίου του 1918 παραιτήθηκε κατόπιν αιτήσεώς του. Στο γήρας του ο Κ. Καλλάρης δοκιμάσθηκε ακόμη μια φορά με το χαμό του δεύτερου γιου του, Άγγελου, λοχαγού του πυροβολικού, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος το 1922 στη Μικρασιατική εκστρατεία. Πέθανε στις 4 Μαΐου του 1940.

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης, το πρωί στρατηγός, το βράδυ πατέρας

Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης ήταν διοικητής της 2ης Μεραρχίας που ήρθε από τη Μακεδονία τον Νοέμβριο του 1912. Ο γιος του Σπύρος Καλλάρης ήταν Ανθυπολοχαγός που υπηρετούσε στην ίδια Μεραρχία. Ο Ανθυπολοχαγός Καλλάρης για αρκετές ημέρες είχε υψηλό πυρετό και ο γιατρός δεν του επέτρεπε να λάβει μέρος στις μάχες. Ο πατέρας του, όμως, στρατηγός επέτρεψε στο γιο του να φύγει από τη σκηνή και να λάβει πάλι μέρος στον αγώνα.
Είχε σκοτωθεί ο λοχαγός του και ο ανθυπολοχαγός Καλλάρης ανέλαβε τη διοίκηση του λόχου του. Σε λίγο άρχισε η επίθεση. Οι άνδρες του λόχου άρχισαν να ζαλίζονται από τις σφαίρες και τις οβίδες που έπεφταν βροχή. Ο νέος Καλλάρης σηκώνεται όρθιος, σύρει το σπαθί του, ορμά εμπρός και παρασύρει πλέον το λόχο του με ενθουσιασμό στην ηρωική επίθεση. Μια σφαίρα βρήκε τον ανθυπολοχαγό στο μέτωπο και τον σκότωσε.
Ο Στρατηγός με σκυθρωπή σοβαρότητα άκουσε την ιστορία του θανάτου του παιδιού του. Κατόπιν ερώτησε: «Τον έχετε εδώ;» Χωρίς να απαντήσει ο επιτελάρχης οδήγησε τον Στρατηγό στη σορό του γιου του. Ο Καλλάρης βγάζει το πηλίκιό του, σκύβει, ασπάζεται το αιματωμένο μέτωπο του παιδιού του και λέει με μεγάλη ηρεμία: «Η ημέρα αυτή, παιδί μου, είναι ημέρα ευτυχίας διά τον στρατηγόν και δυστυχίας διά τον πατέρα. Ανθυπολοχαγέ Καλλάρη, εξετέλεσες λαμπρά το καθήκον σου. Εύγε! Aιωνία σου η μνήμη, παιδί μου»!
Και επανέλαβαν οι παρευρισκόμενοι με δάκρυα: «Αιωνία σου η μνήμη».
Ο Στρατηγός στράφηκε κατόπιν προς τον υπολοχαγό Τσακμάκη και του είπε: «Φροντίσατε, παρακαλώ, διά την κηδείαν του παιδού μου».
Έπειτα είπε στον δεκανέα που τον ακολουθούσε: «Φέρε μου τη φοράδα μου. Οι κύριοι αξιωματικοί επί των ίππων τους»! Έφυγαν όλοι καλπάζοντας γιατί σε λίγο θα άρχιζε η μάχη. Ο Στρατηγός όλη την ημέρα διηύθυνε τη μάχη, που ήταν μια από τις πιο πεισματώδεις μάχες όλου του πολέμου.
Το βράδυ αργά επέστρεψε στη σκηνή, όπου είχαν ετοιμάσει το νεκρό. Κατέβηκε από το άλογό του, μπήκε μέσα στη σκηνή, έσφιξε το μέτωπό του και έκλαψε σαν πατέρας, σαν άνθρωπος, αφού σαν στρατηγός εξετέλεσε σπαρτιατικότατα το καθήκον του.

Πηγή: http://mathainoumeellinikiistoria.blogspot.com/2011/01/blog-post_341.html

Please follow and like us:
error0

Ο Παναγιώτης Δαγκλής (1853-1924)

Ο Παναγιώτης Δαγκλής (Αταλάντη, 30 Αυγούστου 1853 – Αθήνα, 9 Μαρτίου 1924) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός καθώς και δημιουργός του ορειβατικού πυροβόλου Σνάιντερ – Δαγκλή.

Ο Παναγιώτης Δαγκλής φοιτητής στη Σχολή Ευελπίδων
Ο Παναγιώτης Δαγκλής ως Εύελπις το 1870

Βίος και Στρατιωτική σταδιοδρομία του Παναγιώτη Δαγκλή

Ο Παναγιώτης Δαγκλής γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου 1853 στην Αταλάντη σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του ιδίου. Γιος του υποστρατήγου πεζικού Γεωργίου Π. Δαγκλή (1809-1896). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής πυροβολικού το 1877. Μετά από ένα εξάμηνο, έλαβε μέρος στα πολεμικά επεισόδια του 1878, με τις τόσο ευνοϊκές εθνικές συνέπειες, προβιβάστηκε σε ανθυπολοχαγό και υπηρέτησε σε μονάδες πυροβολικού στην επαρχία. Υπολοχαγός το 1880 και λοχαγός το 1883, στάλθηκε στο Βέλγιο (Βρυξέλλες, Λιέγη) για μετεκπαίδευση με δικά του έξοδα στο πυροβολικό την περίοδο 1883. Με την επιστροφή του, το 1884, τοποθετήθηκε ως υπασπιστής στο επιτελείο του Γάλλου υποστρατήγου Βίκτωρ Βοσσέρ, αρχηγού της Γαλλικής Οργανωτικής Στρατιωτικής Αποστολής (1884-1887), που μετακλήθηκε από την κυβέρνηση Τρικούπη.

Κατά το διάστημα 1889 – 1895 υπηρέτησε ως καθηγητής της Πυροβολικής και της Περιγραφικής Γεωμετρίας στη Σχολή Ευελπίδων και στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Ταγματάρχης από το 1892, έγινε υψηλόβαθμο μέλος της Εθνικής Εταιρείας και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο γνωστό προπαρασκευαστικό έργο των εθνικών αγώνων της Εταιρείας. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897 ως επιτελάρχης της 1ης Ταξιαρχίας του Στρατού της Ηπείρου. Μετά τον πόλεμο, επανήλθε για ένα διάστημα στη Σχολή Ευελπίδων. Μετά την αναδιοργάνωση του στρατού και τη συγκρότηση της Γενικής Διοικήσεως Στρατού, ο ταγματάρχης Παναγιώτης Δαγκλής τοποθετήθηκε στο Επιτελείο της Γενικής Διοικήσεως ως διευθυντής του Τμήματος Πυροβολικού.

Το 1902 προβιβάστηκε σε αντισυνταγματάρχη και το 1903 τοποθετήθηκε ως υποδιοικητής του υπό τον πρίγκηπα Νικόλαο 1ου Συντάγματος Πυροβολικού. Από το 1904 μετατέθηκε στο νέο Σώμα των Γενικών Επιτελών της 1ης Μεραρχίας (Λαρίσης), στην οποία υπηρέτησε μέχρι το 1909. Κατά το διάστημα αυτό προώθησε το από το 1893 επινοημένο σχέδιο λυόμενου ορειβατικού πυροβόλου 7,5 εκ., γνωστού ως πυροβόλο Schneider-Δαγκλή, από τα ονόματα της κατασκευάστριας πολεμικής βιομηχανίας και του σχεδιαστή του.

Συνταγματάρχης το 1907, ανέλαβε κατά την τελευταία περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα την απόρρητη υπηρεσία του Διευθυντή του Ανατολικού Τμήματος του Μακεδονικού Κομιτάτου (Φεβρουάριος 1908) και της Πανελληνίου Οργανώσεως (Σεπτέμβριος 1908), η οποία το διαδέχτηκε και στην οποία υπάχθηκε και η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως. Ο Παναγιώτης Δαγκλής προσέφερε σπουδαίες υπηρεσίες στις δύο οργανώσεις για τη διάσωση του αλύτρωτου ελληνισμού μέχρι τον Νοέμβριο του 1909. Μετά το Στρατιωτικό Κίνημα του Αυγούστου 1909 και τα νέα οργανωτικά στρατιωτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων ήταν και η κατάργηση του Σώματος Γενικών Επιτελών, ο Δαγκλής, όπως και όλοι όσοι υπηρετούσαν σε αυτό, επανήλθαν στα όπλα τους. Ανέλαβε τότε τη διοίκηση της Σχολής Ευελπίδων (1910) και στη συνέχεια, τη διοίκηση της 1ης Μεραρχίας (Λαρίσης), την αρχηγία της Χωροφυλακής (1911) και τέλος, τη διοίκηση της 2ης Μεραρχίας (Αθηνών).

Το 1911 προβιβάστηκε σε υποστράτηγο κατ’ απόλυτον εκλογήν. Τον Αύγουστο του 1912 τοποθετήθηκε αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (Γενικού Επιτελείου Στρατού) και από την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου, αρχηγός του Επιτελείου του Στρατού της Θεσσαλίας-Μακεδονίας. Από τη θέση του επιτελάρχη του Γενικού Στρατηγείου Θεσσαλίας διηύθυνε τη σχεδίαση των επιχειρήσεων, παρακολούθησε τη νικηφόρα πορεία του στρατού και εισήλθε μαζί με τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο στη Θεσσαλονίκη. Μετά τη λήξη της εκστρατείας στο μακεδονικό χώρο, χρησιμοποιήθηκε ως τεχνικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις συζητήσεις του Λονδίνου (Νοέμβριος 1912-Ιανουάριος 1913).

Στο μεταξύ, ανατέθηκε και η αρχηγία του Στρατού της Ηπείρου στο διάδοχο Κωνσταντίνο με σκοπό την κατάληψη των Ιωαννίνων, που πραγματοποιήθηκε στις 20/21 Φεβρουαρίου 1913. Ο Παναγιώτης Δαγκλής πρόφτασε να επιστρέψει στις αρχές Φεβρουαρίου και να αναλάβει τα καθήκοντα του επιτελάρχη στο ενιαίο Γενικό Στρατηγείο και να εισέλθει στα ελευθερωμένα Ιωάννινα. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, ο διάδοχος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και μετακινήθηκε στην Αθήνα. Ο Παναγιώτης Δαγκλής τοποθετήθηκε τότε Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, που είχε προωθηθεί νικηφόρα στη δυτική Βόρειο Ήπειρο (Τεπελένι, Αργυρόκαστρο, κλπ.) και απομακρύνθηκε από την καίρια επιτελική θέση που κατείχε (6 Μαρτ. 1913). Ίσως η αρχή της διάστασης του Δαγκλή προς τον Κωνσταντίνο θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά τότε. Το Σεπτέμβριο του 1913 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος και στη συνέχεια, προβιβάστηκε σε αντιστράτηγο.

Πολιτική Δράση του Παναγιώτη Δαγκλή

Από τα τέλη του 1914 ο Παναγιώτης Δαγκλής είχε αποφασίσει να αποσυρθεί και να στραφεί στην πολιτική υπό τη σημαία του κόμματος των Φιλελευθέρων, πολιτευόμενος στην Ήπειρο. Την απόφαση αυτή πραγματοποίησε, αφού είχε διαφανεί ο διχασμός, μετά τις εκλογές του 1915, στις οποίες έλαβε μέρος και εκλέχθηκε βουλευτής Ιωαννίνων. Αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1915 σε ηλικία 62 ετών. Στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών (10/8/1915-23/9/1915). Στις νέες εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915 απείχε.

Τον Ιούλιο του 1916 ανέλαβε την προεδρία του Εθνικού Συνδέσμου των Ελλήνων Επιστράτων και από την εκδήλωση του βενιζελικού Κινήματος Εθνικής Αμύνης (Χανιά, Σεπτέμβριος 1916) προσχώρησε σε αυτό και ορίστηκε μέλος της τριμελούς Επαναστατικής Προσωρινής Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος (17 Σεπτεμβρίου 1916). Με γαλλικό πολεμικό πλοίο πήγε στην Κρήτη και στις 26 του ίδιου μήνα, εγκαταστάθηκε με τη λοιπή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, συμμετέχοντας υπεύθυνα στο πολιτικό και διοικητικό έργο της και στη συγκρότηση του Στρατού Εθνικής Άμυνας, σε συνεργασία με τις γαλλικές δυνάμεις που είχαν αποβιβαστεί στη Μακεδονία.

Μετά την επικράτηση του επαναστατικού καθεστώτος της Θεσσαλονίκης, την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου και το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου (14 Ιουνίου 1917), μολονότι ήταν έφεδρος, ανακλήθηκε στην ενέργεια και διορίστηκε αρχηγός του Στρατού (20 Ιανουαρίου 1918), με καθήκοντα ευρύτατα αλλά όχι επιχειρησιακά, αφού την ανώτατη επιχειρησιακή ευθύνη στο μέτωπο είχαν οι συμμαχικές αρχές. Από την αρχηγία του Στρατού απαλλάχθηκε το Νοέμβριο του 1918 και αντικαταστάθηκε από τον αντιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Τον Οκτώβριο του 1920 αποστρατεύθηκε και πάλι.

Στις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 πέτυχε να εκλεγεί βουλευτής. Μετά την αναχώρηση του Ελευθερίου Βενιζέλου ανέλαβε την προεδρία της Διευθύνουσας Επιτροπής του κόμματος των Φιλελευθέρων. Τη θέση αυτή διατήρησε σε όλο το δραματικό χρονικό διάστημα που επακολούθησε, ακόμη και μετά τη διενέργεια των εκλογών της Δ΄ Εθνικής (Συντακτικής) Συνέλευσης (16/12/1923). Στις 22 Φεβρουαρίου 1924 παραιτήθηκε από την προεδρία του κόμματος των Φιλελευθέρων (αφού δεν τελεσφόρησε ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό την προεδρία του στις 10 Ιανουαρίου του 1924, επειδή οι Δημοκρατικοί Φιλελεύθεροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν) και στις 9 Μαρτίου 1924 πέθανε στην Αθήνα έπειτα από σύντομη ασθένεια.

https://el.wikipedia.org/wiki/Παναγιώτης_Δαγκλής

Please follow and like us:
error0

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου είναι εκείνη η συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1913 μεταξύ Βουλγαρίας, από τη μια μεριά, και της Ελλάδας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας από την άλλη.

Τα εδάφη της Ελλάδας μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου
Η Ελλάδα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου

Όροι της Συνθήκης του Βουκουρεστίου

Το άρθρο 4 πρόβλεπε την χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφογραμμής του όρους Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο. Τα βόρεια σύνορα διέρχονταν ανάμεσα από το Μοναστήρι και τη Φλώρινα και κατέληγαν στη Δοϊράνη. Η δυτική Θράκη επιδικαζόταν οριστικά στη Βουλγαρία, ενώ η Τουρκία ανακτούσε το ανατολικό τμήμα της, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση της Αίνου, του Διδυμοτείχου και της Αδριανουπόλεως. Τα τελευταία άρθρα καθόριζαν τους όρους για την εκκένωση του βουλγαρικού εδάφους από τα ξένα στρατεύματα και την αμοιβαία απόδοση των αιχμαλώτων.

Δύο μέρες αργότερα, με πρωτοβουλία του Ελευθερίου Βενιζέλου συνομολογήθηκε τετραμερές μυστικό πρωτόκολλο που εγγυόταν την αμοιβαία διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου σε περίπτωση μη επικυρώσεως της συνθήκης από τη Βουλγαρία. Στο πλαίσιο των διμερών διακυβερνητικών επαφών Ελλάδας και Ρουμανίας είχε προβλεφθεί, στις 5 Αυγούστου, με ανταλλαγή επιστολών από τους πρωθυπουργούς των δύο χωρών, η σύσταση επισκοπής και η παροχή αυτονομίας στις σχολές και τις εκκλησίες των Κουτσοβλάχων στα νεοπροσκτηθέντα ελληνικά εδάφη. Η παραχώρηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη όχι μόνο από την εξασφάλιση της συμπαραστάσεως του Βουκουρεστίου στη διεκδίκηση της Καβάλας, αλλά και για την εξισορρόπηση ανάλογης παραχωρήσεως της Βουλγαρίας, στο περιθώριο της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου.

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου για την Ελλάδα

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, χωρίς να εκφράζει την ολοκληρωτική δικαίωση, αποτέλεσε γενναίο βήμα στην πορεία για την εκπλήρωση των εθνικών προσδοκιών. Στη σύνθεση των νέων παραγόντων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, που έτειναν να δώσουν νέα μορφή και υπόσταση στη διεθνή παρουσία της Ελλάδας, δεσπόζει η σημαντική διεύρυνση, ο ουσιαστικός διπλασιασμός, της ελληνικής εδαφικής επικράτειας. Η εδαφική έκταση του ελληνικού κράτους από τα 63.211 έφτασε στα 120.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η εντυπωσιακή αυτή μεγέθυνση, πέρα από την ποσοτική της αποτίμηση, θα όφειλε να συναρτηθεί με την επισήμανση των ειδικότερων πλεονεκτημάτων που συνεπαγόταν η προσάρτηση επαρχιών με αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όπως η Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου. Παρά την έλλειψη στερεάς σπονδυλικής στήλης, η νέα Ελλάδα ενίσχυε σημαντικά την παράκτια διάσταση της. Η επέκταση ως τον ποταμό Νέστο κάλυπτε, με επίκεντρο τον καίριο στρατηγικό κόμβο της Θεσσαλονίκης, το μέγιστο μέρος των νοτίων παραλίων της Βαλκανικής Χερσονήσου, προκεχωρημένου τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου προς την κατεύθυνση της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Η κυριαρχική παρουσία στη νευραλγική ζώνη του Αιγαίου ενίσχυε τη σημασία του ελληνικού χώρου για τον έλεγχο των θαλάσσιων διαβάσεων και για την στρατηγική στήριξη στο ευαίσθητο τρίγωνο Δαρδανελλίων-Γιβραλτάρ-Σουέζ.

Η διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας συνοδευόταν, από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμιακού δυναμικού της, από 2.631.912 σε 4.718.221 κατοίκους. Το φαινόμενο αυτό, πέρα από την ευεργετική επίδραση στον τομέα κάθε παραγωγικής διαδικασίας, συνέβαλλε αποφασιστικά στην επαύξηση της ισχύος της χώρας και στη ριζική βελτίωση βελτίωση της διεθνούς θέσης της. Η υπερκέραση, σε σημαντικό βαθμό, των εγγενών αδυναμιών που είχαν ως τότε περιστείλει την αποδοτικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπογραμμιζόταν από την προσάρτηση εδαφών πρόσφορων να συντελέσουν στη ριζική αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Η επέκταση προς την κατεύθυνση της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Μακεδονίας, συντελούσε στην εξασφάλιση αξιόλογων πλουτοπαραγωγικών πηγών που προορίζονταν να ανεβάσουν αισθητά τον ποιοτικό και ποσοτικό δείκτη της αγροτικής παραγωγής, να ενισχύσουν τις προϋποθέσεις για την εκβιομηχάνιση και, γενικότερα, να συντελέσουν καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η μερική, τουλάχιστον, απαλλαγή από τη χρόνια παραγωγική καχεξία που απέρρεε από τη στενότητα και την πενία του ελλαδικού χώρου επέτρεπε την αποτελεσματικότερη αναζήτηση τρόπων και μεθόδων ικανών να συμβάλλουν στην περισσότερο ισόρροπη σχέση της Ελλάδας με τα ισχυρότερα μέλη της διεθνούς κοινότητας.

Σε αναζήτηση των παραγόντων που επέδρασαν καθοριστικά στη βελτίωση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας, θα ήταν δυνατό, πέρα από τα αντικειμενικά στοιχεία, να γένει μνεία και ορισμένων υποκειμενικών, περισσότερο, παραγόντων. Προς την κατεύθυνση αυτή, θα ήταν αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι η ευόδωση της πολεμικής προσπάθειας και η πρόσκτηση εδαφών σε έκταση που άγγιζε, αν δεν ξεπερνούσε, τις άμεσες προσδοκίες της υπεύθυνης ηγεσίας της χώρας, είχε εύλογα δημιουργήσει κλίμα γενικής ευφορίας και αισιοδοξίας στους κόλπους της εθνικής οικογένειας. Το αίσθημα αυτό δεν αποτελούσε την απόρροια στιγμιαίων ή ανεδαφικών συναισθηματικών παρορμήσεων. Αντίθετα, είχε ως αφετηρία συγκεκριμένα επιτεύγματα που εξασφαλίστηκαν με αιματηρούς αγώνες. Η πίστη στις δυνάμεις του έθνους και του λαού διασταυρώνονταν με την έξαρση της ανάγκης για διαφύλαξη της εθνικής ομοψυχίας, η οποία και είχε αποφασιστικά συμβάλει στη θετική έκβαση της μεγάλης προσπάθειας. Πέρα όμως από το διάχυτο αυτό αίσθημα, θα ήταν δυνατό να επισημανθούν στο χώρο της νέας Ελλάδας και άλλες ποιοτικές μεταβολές. Το ελεύθερο τμήμα του έθνους εμπλουτιζόταν με τη δυναμική παρουσία πληθυσμιακών ομάδων που εισέφεραν τα βιώματα, τις εμπειρίες και τις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η επαναθεώρηση και η γονιμοποίηση των σταθερών προσανατολισμών και των καθιερωμένων αξιών άνοιγε νέους ορίζοντες και πρόσθετε νέες παραμέτρους στην πολιτική και πνευματική ζωή του έθνους.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Παπάγος (1883-1955)

Ο Αλέξανδρος Παπάγος ήταν στρατιωτικός και πολιτικός. Διετέλεσε Αρχιστράτηγος κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στο τελευταίο στάδιο του Εμφυλίου Πολέμου, και Πρωθυπουργός από το 1952 έως το θάνατό του.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος, Στρατιωτικός και πολιτικός.
Ο Αλέξανδρος Παπάγος

Ο Βίος του

Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1883. Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος με καταγωγή από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας και μητέρα του η Μαρία Καλίνσκυ, ανιψιά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1901 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, προκειμένου ν’ ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό, καθότι είχε παρέλθει το όριο ηλικίας για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων. Φοίτησε για μία διετία (1902 – 1904) στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών και την επόμενη διετία στη σχολή Ιππικού του Ιπρ.

Το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη στο στρατό ως Ανθυπίλαρχος στο Όπλο του Ιππικού. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Λεωνίδα (1912), διπλωμάτη και αυλάρχη των ανακτόρων και την Ειρήνη (1914), σύζυγο του γλύπτη Γιάννη Παππά.

Η στρατιωτική του σταδιοδρομία

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Δεδηλωμένος φιλοβασιλικός ο Παπάγος, μετά την επικράτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1917, αποστρατεύτηκε κι εξορίστηκε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη.

Η νίκη των «Κωνσταντινικών» και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου το Νοέμβριο του 1920 είχε ως επακόλουθο την ανάκληση του Παπάγου στο στράτευμα και την αναδρομική απόδοση του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.

Μετά την Επανάσταση Πλαστήρα, το 1922, αποστρατεύτηκε εκ νέου. Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης με το βαθμό του Συνταγματάρχη και μέχρι το 1935 είχε φθάσει στο βαθμό του Αντιστρατήγου, διοικώντας σημαντικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού.

Στις 10 Οκτωβρίου 1935, ως αρχηγός του Στρατού οργάνωσε κίνημα μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη και επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στη χώρα μας. Ο Γεώργιος Κονδύλης, που βρισκόταν σε συνεννόηση με τους πραξικοπηματίες, σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση, ορίζοντας τον Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών. Η νέα κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο απέβη υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και ο Παπάγος ορίστηκε να μεταφέρει το αποτέλεσμα στο Βασιλιά Γεώργιο Β’ στην Αγγλία, όπου διέμενε.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός, επανήλθε στην αρχηγία του στρατεύματος την 1η Αυγούστου 1936, παρέχοντάς του σημαντική βοήθεια στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού στον διαφαινόμενο πόλεμο.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος του στρατού ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση, επικρίνοντας το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης.

Η δράση του στην Κατοχή

Στη διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Στις 19 Ιανουαρίου 1949 η κεντρώα κυβέρνηση Σοφούλη ανακάλεσε στην ενέργεια τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και του ανέθεσε εν λευκώ τη Γενική Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο τη συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.

Η έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επιτυχής για τις αστικές δυνάμεις, με την καθοριστική συμβολή των Αμερικανών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Βασιλιά Παύλο να απονείμει στον Παπάγο, για πρώτη φορά σε Έλληνα στρατιωτικό, τον τίτλο του Στρατάρχη (17 Οκτωβρίου 1949). Ο Στρατάρχης Παπάγος παρέμεινε επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, συμβάλλοντας στην ίδρυση στις 11 Απριλίου 1950 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε υφιστάμενων Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, και την οργάνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του οποίου υπήρξε και ο πρώτος αρχηγός.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του σε θέματα που αφορούσαν τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των αξιωματικών, με τη σύσταση του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ) και τη δημιουργία ενός οικισμού στις ανατολικές πλαγιές του Υμηττού, που φέρει το όνομά του (Δήμος Παπάγου).

Η πολιτική του δραστηριότητα

Οι αποτυχημένες προσπάθειες των βενιζελογενών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού οδήγησαν τον αμερικανικό παράγοντα να βλέπει θετικά τη λύση της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον δεξιό Παπάγο, που πλέον διέθετε ιδιαίτερα ισχυρό γόητρο στην ελληνική κοινωνία. Το εγχείρημα στηρίχθηκε και από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της εποχής (Καθημερινή, Εστία, Βήμα), αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίδραση των Ανακτόρων, που φοβούνταν απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος.

Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο «Ελληνικός Συναγερμός», το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του γαλλικού Συναγερμού του στρατηγού Ντε Γκωλ, συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων, αλλά δεν εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειονοψηφία στη Βουλή.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος παραλαμβάνει από τον Νικόλαο Πλαστήρα. Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένειά του και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά. Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου, με νέο πλειοψηφικό σύστημα. Ο Ελληνικός Συναγερμός κατήγαγε θρίαμβο με ποσοστό 49,22% και 247 από τις 300 έδρες της Βουλής, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί κυβέρνηση Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Παπάγου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση της χώρας, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και την κατοχή. Στο οικονομικό πεδίο απόλυτος κυρίαρχος υπήρξε ο Υπουργός Συντονισμού Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος με τολμηρές κινήσεις κατάφερε τη μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Στις 9 Απριλίου 1953 η κυβέρνηση, με πρόταση του Μαρκεζίνη, προχώρησε στην υποτίμηση κατά 50% του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή νομίσματα, σύμφωνα με τις επιταγές του Μπρέτον Γουντς (1944). Η απόφαση αυτή θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές κινήσεις και συνέβαλε δραστικά στη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε επανειλημμένα την κυβέρνηση Παπάγου ότι δεν έπραξε αρκετά για την κοινωνική συμφιλίωση και την επούλωση των τραυμάτων του Εμφυλίου.

Στην εξωτερική πολιτική, η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των Η.Π.Α., κατανοώντας την ηγετική τους παρουσία μεταξύ των χωρών του Ελευθέρου Κόσμου και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Δύο είναι τα σοβαρότερα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική που αντιμετώπισε ο Παπάγος: το Κυπριακό και τα Σεπτεμβριανά.

Την περίοδο της διακυβέρνησής του κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία, που ζητούσαν την Ένωση με τη μητέρα – πατρίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, που αντιμετώπισε, όμως, και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκει τον Παπάγο σοβαρά άρρωστο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις. Οι συγκρούσεις στην Κύπρο οδηγούν σε χειροτέρευση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που φθάνουν στο κατώτερο δυνατό σημείο με το τουρκικό πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.

Το τέλος του Στρατάρχη

Ο Στρατάρχης Παπάγος πέθανε, τελικά, στις 4 Οκτωβρίου 1955, έπειτα από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη πρωθυπουργός. Ο Βασιλιάς Παύλος έκανε την έκπληξη κι έχρισε διάδοχό του τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησής του, όπως τους δελφίνους Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/198

Please follow and like us:
error0