Η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία

Κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα και πριν η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία πάρει σάρκα και οστά, η ζωή στα φραγκικά βασίλεια της Δύσης ήταν ένας διαρκής αγώνας του ανθρώπου ενάντια στη Φύση, ένας αγώνας για επιβίωση. Ακόμη και τις καλές χρονιές, η παραγωγή των βασικών μέσων διαβίωσης ήταν πενιχρή, όπως πενιχρή ήταν και η τιμή του απλού ανθρώπου. Για το φόνο ενός ελεύθερου Φράγκου, ο σαλικός νόμος θεσπίζει μια ανταποδοτική τιμή 200 νομισμάτων. Αντίθετα, για το φόνο ενός ευγενούς της βασιλικής ακολουθίας η ανταποδοτική ποινή ήταν τριπλάσια.

Η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία
Η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία

Ο σαλικός νόμος που συντάχθηκε στις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. αποκαλύπτει μέσα από τις 65 παραγράφους του, έναν κόσμο κοινωνικά ήδη διαφοροποιημένο αλλά πολιτικά και πολιτιστικά ακόμη βάρβαρο. Οι συνεχείς εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι που είχαν μόνιμο αποτέλεσμα την κατάσχεση γης, είχαν εξαθλιώσει τη μεγάλη μάζα των αγροτών, ήδη από την εποχή της δυναστείας των Μεροβιγγείων (481-754), έτσι πολλοί ελεύθεροι να έχουν καταστεί ακτήμονες.

Η οικογένεια των Μεροβιγγείων, από την οποία οι Δυτικοί συνήθιζαν να επιλέγουν τους βασιλείς τους, διήρκεσε ως τον Χιλδέριχο, ο οποίος με εντολή του πάπα Στεφάνου, εκθρονίστηκε, υποβλήθηκε σε κούρεμα και κλείστηκε σε μοναστήρι. Αλλά η οικογένεια πολύ πριν την εκθρόνιση του Χιλδερίχου είχε χάσει την δύναμη και το βασιλικό της κύρος. Ο πλούτος και η ισχύς του βασιλείου βρισκόταν στα χέρια των διοικητών του παλατιού που αποκαλούνταν μαγιορδόμοι και στους οποίους ανήκε η ανώτατη εξουσία.

Η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία γεννιέται

Το αξίωμα του μαγιορδόμου το είχε κληρονομικά ο Πεπίνος ο Βραχύς, πατέρας του Καρόλου του Μεγάλου ή Καρλομάγνου. Και αυτό επειδή ο πατέρας του Πεπίνου Κάρολος Μάρτελος, ο οποίος υπέταξε τους τυράννους που διεκδικούσαν την κυριαρχία σε ολόκληρη την Γαλλία, νίκησε σε δύο μάχες τους Σαρακηνούς που επιχείρησαν να καταλάβουν την Γαλλία.

Την ίδια περίοδο της εκθρόνισης του Χιλδερίχου και ενθρόνισης του Πεπίνου, ο πάπας Στέφανος αποσχίστηκε από πολιτικά και εκκλησιαστικά από τη βυζαντινή επικυριαρχία, το 756, δημιουργώντας το παπικό κράτος και ορίζοντας προστάτες του τους έως τότε βυζαντινούς συμμάχους, τους Φράγκους. Η Δυτική Ευρώπη προχώρησε στην πολιτική της χειραφέτηση από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής που ήταν ως τότε η νόμιμη κληρονόμος της αρχαίας ελληνορωμαϊκής παράδοσης, δημιουργώντας ταυτόχρονα την παράδοση της συμπόρευσης της Αγίας Έδρας με το φραγκικό βασίλειο. Αυτή η ταύτιση απόψεων ανάμεσα στην Εκκλησία της Ρώμης και στο ισχυρότερο κράτος της Δυτικής Ευρώπης θα αποτελέσει το θεωρητικό υπόβαθρο της ιδέας ότι η Δυτική Ευρώπη, έστω και κατακερματισμένη εδαφικά, είναι ενιαία και η ενότητα της αυτή μπορεί να πάρει τη μορφή της αυτοκρατορίας.

Η συγκέντρωση μεγάλων ιδιοκτησιών γης στα χέρια λίγων, που εμφανίζονται ως μεγαλογαιοκτήμονες ή ως υπάλληλοι της της βασιλικής αυλής είτε ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας, συγκέντρωση που πραγματοποιείται κυριολεκτικά κάτω από το βλέμμα των βασιλέων, έχει δύο φάσεις: στο αρχικό της στάδιο, οι ευγενείς που αυξάνουν την έγγεια ιδιοκτησία τους έχουν ανάγκη να συνασπιστούν υπό μια ισχυρή εξουσία και αυτό είναι που συμβαίνει στη βασιλεία του Πεπίνου και του γιου του, Καρόλου. Θα ακολουθήσει μια περίοδος κατά την οποία οι διάδοχοι του Καρλομάγνου θα αποδειχθούν ανίσχυροι μπροστά στις κεντρόφυγες τάσεις των αυθεντών-γαιοκτημόνων που έχουν μεγεθυνθεί υπερβολικά και η προσπάθεια συγκέντρωσης της εξουσίας με τη μορφή της αυτοκρατορίας θα ναυαγήσει, πρώτα το 843, στη συνέχεια το 888 και τέλος το 899.

Η συμπεριφορά αυτή των μεγαλογαιοκτημόνων, οι οποίοι στα πρώτα τους βήματα αναζητούν ένα προστάτη έχει αντίκτυπο στα φραγκικά βασίλεια: με τη βοήθεια τους ο Καρλομάγνος θα καταστείλει τις ταραχές στη Βρετάνη το 768, θα υποτάξει και θα προσαρτήσει το λογγοβαρδικό βασίλειο της Β. Ιταλίας ήδη από το 774, αποκαλούμενος στο εξής rex Francorum et Longobardum. Ως το 782 θα επιχειρήσει διαδοχικές εκστρατείες στην ακόμη ειδωλολατρική Σαξονία, την οποία θα οργανώσει σε μεθοριακές κομητείες. Από το 777, ο φραγκικός στρατός θα εισβάλει στη μουσουλμανική Ισπανία και, παρά την ήττα του 778 στο Roncenvals, θα προσαρτήσει τη λεγόμενη «ισπανική μάρκα».

Σύμφωνα με τα Χρονικά του βασιλείου των Φράγκων, το 788 αναφέρονται ως υπήκοοι του Φράγκοι, Λογγοβάρδοι, Βαυαροί και Σάξονες. Η επέκταση προς Ανατολάς θα φέρει τη σύγκρουση με το τρομερό νομαδικό έθνος των Αβάρων, που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στο παρελθόν. Ως το 803, ο Καρλομάγνος θα εξαφανίσει από προσώπου Γης τους Αβάρους και οι προφυλακές του φραγκικού στρατού θα αποτελέσουν τη μάρκα της Παννονίας.

Οι προϋποθέσεις για μια αυτοκρατορική ενοποίηση της Δύσης ωριμάζουν και τα Χριστούγεννα του 800, στη Ρώμη, ο πάπας Λέων Γ’ στέφει τον Καρλομάγνο βασιλιά Ρωμαίων στο ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Η Δύση ξεπερνά την εποχή της βαρβαρότητας που διανύει και το 407μ.Χ. και συνδέεται και πάλι με την αρχαία ρωμαϊκή παράδοση.

Τα κομμάτια της Καρολιγγείου Αυτοκρατορίας

Ο Καρλομάγνος το 814 πεθαίνει. Από τότε αρχίζει η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία να παρακμάζει. Το 817 θα υπάρξει ήδη σχέδιο μοιρασιάς της Αυτοκρατορίας. Οι αποσχιστικές τάσεις των ευγενών καταλήγουν σε εδαφικές ηγεμονίες, αληθινά κράτη, μέσα στα όρια των οποίων οι χωροδεσπότες αυτοί ασκούν ολόκληρη την εξουσία που ασκούσε προηγουμένως η κεντρική διοίκηση, στην οποία δίνουν όρκο φεουδαρχικής υποταγής, που, όμως, δεν συνεπάγεται συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Η Καρολλίγειος Αυτοκρατορία επειδή δεν μπορούσε να βρει τόσους πολλούς έμπιστους ανθρώπους που να τους χρησιμοποιήσει σε όλη την κλίμακα της διοικητικής ιεραρχίας, χρησιμοποίησε τους φεουδάρχες με το σύστημα της φεουδαρχικής υποταγής. Η τελευταία γιγαντώθηκε τόσο τον 9ο αιώνα, ώστε περίπου στα τέλη του, οι ανεξάρτητες αυτές δεσποτείες να έχουν καταστεί πια αδιαμφισβήτητο γεγονός δημοσίου δικαίου.

Το Φεβρουάριο του 842, οι δύο μικρότεροι γιοι του Λουδοβίκου του Ευσεβούς, Κάρολο ο Φαλακρός και Λουδοβίκος ο Γερμανικός συναντιούνται με τα στρατεύματα τους στο σημερινό Στρασβούργο και δίνουν όρκο αμοιβαίας πίστης και συμπαράστασης ο ένας στη γλώσσα του άλλου, για να καταλαβαίνουν και οι στρατοί.

Οι δύο σύμμαχοι αδελφοί συναντούν τον μεγαλύτερο αδελφό τους, Λοθάριο, στη σημερινή Βέρνη και μοιράζουν μεταξύ τους την Καρολίγγειο Αυτοκρατορία: ο Λουδοβίκος παίρνει όλες τις περιοχές πέρα από το Ρήνο, ο Λοθάριος από το Ρήνο ως το Ροδανό με τις Κάτω Χώρες και τη Βόρεια Ιταλία μαζί με τον αυτοκρατορικό τίτλο, τα υπόλοιπα μέχρι την Ισπανία ο Κάρολος.

Η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία πεθαίνει επίσημα και οριστικά και ούτε ο αυτοκρατορικός τίτλος ούτε οι οποιεσδήποτε πρόσκαιρες συμμαχίες θα μπορέσουν να την ανασυστήσουν. Η μετέπειτα ανάπτυξη της Δυτικής Ευρώπης όμως θα προέλθει κύρια μέσα από τον κοινωνικό και οικονομικό σχηματισμό που οφείλει την πρώτη του άνθηση στην αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Καρλομάγνος.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.