Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html