Ο Κολόμβος της Αρχαιότητας

Ο «Κολόμβος της Αρχαιότητας» είναι ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, ο οποίος, γύρω στο 320π.Χ., αναζήτησε νέους εμπορικούς δρόμους προς τις χώρες του κασσίτερου, πολύ σπουδαίας πρώτης ύλης στην αρχαιότητα, που να μην τις ελέγχουν οι αντίπαλοι της Μασσαλίας, οι Καρχηδόνιοι.

Ο «Κολόμβος της Αρχαιότητας»
Το μνημείο του Πυθέα στη Μασσαλία

Ο Πυθέας, λοιπόν, εξερεύνησε τις ατλαντικές ακτές της Ιβηρίας και της Γαλατίας, έφτασε στις Κασσιτερίδες νήσους (ακτές Κορνουάλης και Ουαλίας), έκανε το γύρο της Βρετανίας, διέπλευσε τη Βόρειο Θάλασσα, γνώρισε τους ημιάγριους ιθαγενείς της σημερινής Ολλανδίας και Γερμανίας, έφτασε ενδεχομένως στην είσοδο της Βαλτικής, και κατόπιν τράβηξε βορειότερα, φτάνοντας στη μυθική «Εσχάτη Θούλη». Πολλοί ερευνητές θεωρούν πως η Θούλη αυτή, είναι η σημερινή Ισλανδία, ενώ οι άλλοι την ταυτίζουν με τη βόρεια Νορβηγία.

Το πιθανότερο είναι πως ο Πυθέας δεν πέρασε από τις Στήλες, γιατί οι Καρχηδόνιοι είχαν δημιουργήσει με το στόλο τους αληθινό «ξύλινο παραπέτασμα», που εμπόδιζε σε όλα τα ξένα πλοία να προχωρήσουν δυτικότερα από την Κορσική και τη Σαρδηνία. Η ισχυρή Μασσαλία επικοινωνούσε με τις αποικίες της Μόνοικο (Μονακό), Αγάθη (Αγκντ), Εμπορείον (Αμπούριας), είτε διά ξηράς, είτε ακτοπλοϊκώς. Ο Πυθέας φαίνεται πως κατέπλευσε τον ποταμό Γαρούνα ως τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Ο Πυθέας ήταν αυθεντικός εξερευνητής και ονομάστηκε από πολλούς «Κολόμβος της Αρχαιότητας». Οι παρατηρήσεις που έκανε εντυπωσιάζουν για την εμπιστοσύνη τους. Χωρίς φυσικά να υποπτεύεται την ύπαρξη του Γκολφ Στρημ, είχε επισημάνει την επίδραση του, αναφέροντας πως όταν διαπλέεις τις βόρειες ακτές της Ιβηρίας με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση, θέλεις λιγότερο χρόνο παρά αν τις διαπλέεις κατά την αντίθετη κατεύθυνση. Παρατήρησε επίσης τις παλίρροιες, κατά τις οποίες το νερό της θάλασσας ανέβαινε δεκάδες μέτρα, σημείωσε πως στις πιο βόρειες περιοχές που επισκέφθηκε, ο ήλιος δε βασίλευε επί έξη μήνες και ανέφερε για άγριες φυλές κανιβάλων στην Ιρλανδία.

Τα όσα είδε και μελέτησε στα ταξίδια του ο μεγάλος θαλασσοπόρος τα περιέλαβε στο βιβλίο του Περί Ωκεανού, το οποίο δυστυχώς έχει χαθεί. Μολονότι όσα παράξενα ανέφερε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ήταν φαινόμενα απολύτως άγνωστα στον κόσμο της Μεσογείου και φάνηκαν απίστευτα στους Έλληνες, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί μεγάλος τερατολόγος, εξ ου και η φράση «Πυθέου μυθεύματα», που χρησιμοποιούνταν όταν κάποιος ήθελε να χαρακτηρίσει κάποια μεγάλη τερατολογία.

Το Πάσχα αλλιώς

Το Πάσχα είναι συνδεδεμένο με τσουρέκια, κόκκινα βαμμένα αυγά, λαμπάδες, διακοσμητικά κοτοπουλάκια, λαγουδάκια και αρνάκια, μαγειρίτσα και την γνωστή, ελληνική συγκέντρωση ολόκληρης της οικογένειας γύρω απ’ το τραπέζι.

Το Πάσχα αλλιώς

Ποιες είναι όμως οι ρίζες της γιορτής του Πάσχα; Ποιες είναι οι επιρροές που ασπάστηκε ο χριστιανισμός; Μια πολύ παλιά ιστορία απ’ την αρχαία Βαβυλώνα ίσως μας δώσει τις απαντήσεις…

Το αρχαίο «Πάσχα»

Όλοι γνωρίζουμε τον Νώε και την ιστορία του. Ένας από τους γιους του, λοιπόν, απέκτησε έναν γιο, τον Κους κι εκείνος παντρεύτηκε την όμορφη και με μεγάλη επιρροή στους άνδρες, Σεμίραμις. Η Σεμίραμις ήταν κόρη της ίδιας της Σελήνης, η οποία μετά από έναν κύκλο 28 ημερών, γονιμοποιήθηκε και γέννησε ένα τεράστιο αυγό. Προστατευμένη μέσα του, η Σεμίραμις έπεσε στον ποταμό Ευφράτη. Ήταν η πρώτη πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία.

Ο Κους και η Σεμίραμις απέκτησαν έναν γιο, τον Νιμρόντ. Με τον θάνατο του πατέρα του, ο Νιμρόντ παντρεύτηκε την μητέρα του και έγινε βασιλιάς. Κάποτε, ωστόσο, ο νέος βασιλιάς σκοτώθηκε από έναν εχθρό. Το πτώμα του διαμελίστηκε και τα κομμάτια του σκορπίστηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη του βασιλείου της Βαβυλώνας. Η Σεμίραμις κατάφερε και συνέλεξε όλα τα κομμάτια, εκτός απ’ το μόριο του, δίχως το οποίο δεν μπορούσε να τον επαναφέρει στην ζωή. Τότε είπε στον λαό της, πως ο Νιμρόντ βρισκόταν πλέον στον ήλιο και πως θα ερχόταν στην γη με την μορφή φλόγας, κάθε φορά που οι πιστοί του θ’ άναβαν ένα κερί, ασκώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Τότε πήρε και το όνομα Έα.

Η Σεμίραμις δεν άργησε να λατρευτεί σαν θεά, γι’ αυτό και αποδεχόμενη την θεϊκή της φύση, μετονομάστηκε σε Ιστάρ. Σύντομα έμεινε έγκυος, όχι από την ένωση της με κάποιον άνδρα, αλλά λόγω των ακτίνων του ήλιου, όπου βρισκόταν ο Νιμρόντ. Ο γιος που γέννησε ονομάστηκε Ταμούζ και όπως ο πατέρας του, έτσι κι αυτός έγινε κυνηγός. Αγαπημένο του ζώο ήταν οι λαγοί κι έτσι ανακηρύχθηκαν ως ιερά ζώα στο βασίλειο της Βαβυλώνας. Παρόλα αυτά, ήρθε η μέρα που ο Ταμούζ σκοτώθηκε από ένα γουρούνι. Η Ιστάρ είπε πως ο Ταμούζ είχε πια ενωθεί με τον πατέρα του στους ουρανούς και η ίδια ανακηρύχθηκε μητέρα του Θεού.

Κάθε χρόνο σαράντα ημέρες πριν την ημερομηνία θανάτου του Ταμούζ γινόταν νηστεία, κατά την διάρκεια της οποίας το κρέας ήταν απαγορευμένο. Κατά τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, οι πιστοί σχημάτιζαν το αρχικό γράμμα του ονόματος του, το Τ, στον θώρακα τους, καθώς και σε διάφορα γλυκά. Την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθούσε την εαρινή ισημερία, γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Ήταν η Κυριακή της Ιστάρ και γιορταζόταν με αυγά, λαγούς και ψητό χοιρινό.

Η Ιστάρ λατρεύτηκε στις περιοχές της Μεσοποταμίας και της Βαβυλώνας σαν θεά της γονιμότητας, του έρωτα, της αγάπης, του σεξ και της δύναμης. Σύμβολο της ήταν το αστέρι με τις οκτώ ακτίνες, το οποίο και στεφανώνει τα μαλλιά της σε τοιχογραφίες και αγάλματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Ερευνητές την συνδέουν με την Ινάννα, θεότητα των Σουμερίων, την Αραμαϊκή θεότητα Αστάρτη, την θεά της Αρμενίας Αστγκίκ και την Αφροδίτη των αρχαίων Ελλήνων.

Στο έπος του Γιλγαμές αναφέρεται ένα επεισόδιο, όπου η Ιστάρ ζητά από τον ήρωα να την παντρευτεί, εκείνος ωστόσο αρνείται και αναφέρει ένα προς ένα τα ονόματα των νεκρών συντρόφων της, ξεκινώντας απ’ τον Κους και φτάνοντας μέχρι τον Ταμούζ. Εδώ η Ιστάρ περιγράφεται σαν κακομαθημένη, εγωίστρια και ευέξαπτη. Η λατρεία της ξεχάστηκε περίπου μεταξύ 1ου και 5ου μ. Χ. αιώνα με την εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Η σύνδεση της Ιστάρ με την Αφροδίτη δεν έγκειται μόνο στο ότι και οι δυο ήταν θεές του έρωτα, αλλά και σε ομοιότητες των μύθων γύρω από εκείνες και τους συντρόφους τους. Συγκεκριμένα, υπάρχει ένας παραλληλισμός ανάμεσα στις ιστορίες της Ιστάρ και της Αφροδίτης με τους νεκρούς Ταμούζ και Άδωνι αντίστοιχα.

Γνωρίζουμε πως η Αφροδίτη και η Περσεφόνη αγάπησαν παράφορα των Άδωνι και τον διεκδίκησαν. Ωστόσο, τον κέρδισε η Αφροδίτη κατά το μεγαλύτερο μέρος, αφού η Περσεφόνη τον είχε δικό της μονάχα το ένα τρίτο του χρόνου. Εκεί έχει ίσως τις ρίζες του το έθιμο του Επιταφίου, μιας και κατά τα Αδώνια που λάμβαναν χώρα κάθε άνοιξη, πενθούσες γυναίκες τοποθετούσαν πάνω σε νεκρικό κρεβάτι ομοιώματα του θεού μαζί με άνθη, κλαδιά, καρπούς και θυμιάματα. Έπειτα, μοιρολογώντας, περιέφεραν τα ομοιώματα του Άδωνι στους δρόμους, ώσπου τα έριχναν τελικά σε πηγές ή ποτάμια. Την επόμενη ημέρα γιορταζόταν η ανάσταση του.

Παρόμοια, η Ιστάρ μετά τον θάνατο του Ταμούζ, θεού της τροφής και της βλάστησης, κατέβηκε στον Κόσμο των Νεκρών, βασίλισσα του οποίου ήταν η αδερφή της, θεά Ερεσκιγκάλ, με σκοπό να φέρει πίσω στη ζωή τον σύντροφο της. Για να φτάσει στον Κόσμο των Νεκρών, η Ιστάρ πέρασε από εφτά πύλες και σε κάθε μια από αυτές έπρεπε να αφήσει ένα ρούχο ή κόσμημα της, ώστε να περάσει απ’ την έβδομη πύλη σαν μια απλή γυναίκα, ολόγυμνη. Έτσι και έκανε, παρόλα αυτά όταν η Ερεσκιγκάλ αρνήθηκε να της δώσει πίσω τον Ταμούζ, εκείνη δεν επέστρεψε πίσω στο βασίλειο της, αλλά κάθισε στον θρόνο της αδερφής της. Απευθείας το Ανουννάκι, ο κριτής του Κόσμου των Νεκρών, την έκρινε, την κοίταξε με τα μάτια του Θανάτου κι εκείνη μεταμορφώθηκε σε πτώμα, το οποίο και κρεμάστηκε σ’ ένα  γάντζο.

Ο πιστός υπηρέτης της Ιστάρ προσπάθησε να φέρει βοήθεια από τους υπόλοιπους θεούς, μα μονάχα η σοφή Ένκι ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Η θεά δημιούργησε το πλάσμα Άσου-σου-ναμίρ και το έστειλε στην Ερεσκιγκάλ. Εκεί το πλάσμα επικαλέστηκε τα ονόματα των θεών εναντίων της βασίλισσας του Κόσμου των Νεκρών και της ζήτησε τον ασκό που περιείχε το Νερό της Ζωής. Η Ερεσκιγκάλ υπάκουσε και έδωσε στο πλάσμα Άσου-σου-ναμίρ το Νερό της Ζωής, κι εκείνο με την σειρά του ανάστησε την Ιστάρ. Τότε η θεά του έρωτα πέρασε ξανά από τις επτά πύλες παίρνοντας πίσω τα ρούχα και τα κοσμήματα της.

Παρόλα αυτά, οι ερευνητές διχάζονται αναφορικά με την κατάβαση της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο, μιας και σε κείμενα της εποχής έχει βρεθεί μια παραλλαγή του μύθου, όπου η Ιστάρ –άγνωστο γιατί- κατέβηκε στον Κόσμο των Νεκρών πριν τον θάνατο του Ταμούζ. Εδώ, όμως, η Ερεσκιγκάλ της επέτρεψε να φύγει, αρκεί να έβρισκε κάποιον να πάρει την θέση της στο βασίλειο της. Η Ιστάρ, στο βασίλειο της πλέον, αναζήτησε τον εκλεκτό, αλλά κάθε φορά που βρισκόταν κάποιος στον δρόμο της, ήταν φίλος και δεν άντεχε να τον καταδικάσει να ζήσει για πάντα στον Κόσμο των Νεκρών. Φτάνοντας, ωστόσο, στο παλάτι της, βρήκε τον Ταμούζ να κάθεται στον θρόνο της διασκεδάζοντας, δίχως να θρηνεί για τον χαμό της. Τότε, η Ιστάρ ζήτησε από τους διαβόλους του Κόσμου των Νεκρών να πάρουν τον Ταμούζ στην θέση της. Η αδερφή του Ταμούζ, θρηνώντας, προσφέρθηκε να δεσμευτεί και να μένει στην θέση του τους μισούς μήνες του χρόνου, ώστε να είναι ο αδερφός της ελεύθερος.

Όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν

Κάπως γνώριμα όλα αυτά; Μια σύλληψη που διέφερε από τις άλλες, ένας πρόωρος θάνατος, μια νηστεία σαράντα ημερών και το γράμμα Τ που προσομοιάζει στο σχήμα του σταυρού. Περιφορές ομοιωμάτων στολισμένων με λουλούδια, μια ανάσταση στην αρχαία Βαβυλώνα κι άλλη μια στην αρχαία Ελλάδα. Ύστερα, μια σημαντική γιορτή την άνοιξη, μια Κυριακή με ιδιαίτερη σημασία που γιορτάζεται με αυγά και ψητό κρέας. Όσο για το θεϊκό όνομα της ίδιας της Σεμιράμις, Ιστάρ, δεν θυμίζει την αγγλική ονομασία του Πάσχα, την λέξη «Easter»;

Με μια δεύτερη ανάγνωση και με λίγη σκέψη, ο Χριστιανισμός συνδέεται με τις αρχαίες θρησκείες, πως έχουμε περισσότερα κοινά απ’ ότι φανταζόμαστε με τους ανθρώπους εκείνους που πίστευαν στην Ιστάρ, τον Ταμούζ, την Αφροδίτη, την Ινάννα, την Αστάρτη και άλλες θεότητες. Η θρησκεία είναι κάτι καθολικό, ότι υπάρχει για να μας ενώνει, όχι για να μας χωρίζει. Το σύμπαν είναι ένα τεράστιο δέντρο κι εμείς δεν είμαστε παρά φυλλαράκια, μικρά λουλουδάκια που φυτρώνουν πάνω στο ίδιο κλαδί. Υπάρχει αρκετό φως και αρκετό οξυγόνο για όλους μας.

Πηγή: http://nyctophilia.gr

Έλληνας και Γραικός

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η περιοχή της Αρχαίας Δωδώνης και των σημερινών Ιωαννίνων είναι η κοινή κοιτίδα αφενός των Ελλήνων αφετέρου των ονομάτων Έλληνας και Γραικός.

Έλληνας και Γραικός

Έλληνες ονομάζονταν αρχικά μόνον οι κάτοικοι μιας μικρής περιοχής της κεντρικής Eλλάδας, της Θεσσαλικής Φθίας. Aυτή γνωρίζει ο Όμηρος ως Ελλάδα. Aχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Aρ­­γείοι είναι τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες στον Όμηρο, καθώς επίσης και το όνομα Πανέλληνες.

Tον 7ο αι. η ονομασία Πανέλληνες έχει επικρατήσει, κάτι που συναντάμε στο έργο του Ησίοδου και του Αρχίλοχου. Από το Παν-έλληνες αποσπάστηκε και γενικεύθηκε η ονομασία Έλληνες / Έλλην, εξ ού και ο τονισμός Έλλην αντί Ελλήν / Ελλάν.

Ο Θουκυδίδης, σχολιάζοντας την ποικίλη ονομασία των Eλλήνων, αναφέρει (A΄, 3): «πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Tρωικῶν γενόμενος [ενν. ο Όμηρος] οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν [ενν. Έλληνες] οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ».

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι κοντά στη Δωδώνη «ώκουν οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες. Οι Αλεξανδρινοί θεώρησαν τις δύο ονομασίες ταυτόσημες. Οι Λατίνοι υιοθέτησαν τη λέξη Γραικός. Για τους λόγους αυτής της προτίμησης τους είχαν αναπτύξει ποικίλες θεωρίες. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι από την ευβοϊκή πόλη Γραία μεταφέρθηκε το όνομα στην Κύμη, αποικία στην Ιταλία, από όπου διαδόθηκε ευρύτερα. Όμως νεότερες έρευνες έδειξαν ότι το όνομα μεταδόθηκε στην Ιταλία από τις ηπειρωτικές ακτές της Αδριατικής.

Περαιτέρω, η γενίκευση τής ονομασίας Έλληνες (από τον 6ο αι.) έγινε μέσα από τους θεσμούς που ένωναν και χαρακτήριζαν όλους τους κατοίκους τής Eλλάδας, δηλ. μέσα από τα κοινά ιερά (Δελφών και Oλυμπίας) και τους πανελλήνιους αγώνες, ιδίως τους Ολυμπιακούς, μέσα από την αίσθηση της κοινής για όλους τους Έλληνες γλώσσας, από την ενιαία ταύτιση των Ελλήνων στις πολυάριθμες αποικίες που ίδρυσαν εκτός Eλλάδος και, γενικά, μέσα από χαρακτηριστικά εθνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ηθικά, μορφωτικά, που ξεχώριζαν τους Έλληνες ως ενιαίο εθνικό σύνολο από άλλα έθνη, όπως ήταν οι λεγόμενοι βάρβαροι.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους Έλληνες και Eλληνίζοντες και Eλληνιστές ονομάζονται αυτοί που μιλούν την ελληνική γλώσσα και μάλιστα, από τον 1ο αι. π.X., την απλοποιημένη Αλεξανδρινή Kοινή έναντι της Aττικής (αττικισμός), που άρχισαν να γράφουν και να μιλούν τότε οι λόγιοι.

Το όνομα Γραικός απέκτησε καθολική χρήση κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, λίγο πριν τη άλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρεται ότι συνήλθαν «Λατίνοι τε και Γραικοί», όπου το Γραικός είναι συνώνυμο του ελληνορθόδοξου.

Μέχρι της επικρατήσεως του χριστιανισμού το όνομα Έλληνες είναι απλό εθνικό. Με τον χριστιανισμό το Έλληνες παίρνει αρχικώς τη σημασία «ειδωλολάτρες, εθνικοί», αυτοί που πι­­στεύουν σε πολλούς θεούς, άρα οι μη (μονοθεϊστές) χριστιανοί και Iου­δαίοι. Αργότερα το όνομα Έλληνες σημαίνει γενικότερα τους «μη χριστιανούς» (Έλληνες και άλλους), ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας καλούνται Ελλαδικοί.

Οι Bυζαντινοί Έλληνες χριστιανοί, ιδίως ο κλήρος, τηρούν συχνά και για πολλούς αιώνες στάση καχυποψίας και δυσπιστίας προς την ελληνική παιδεία, που κατά βάθος τη θεωρούν αντιχριστιανική. Ωστόσο, ήδη στο Βυζάντιο, ιδίως από τον 7ο αι. κ. εξ. αρχίζει να χρησιμοποιείται σποραδικά ο όρος Έλλην.

Μετά την Επανάσταση του 1821, όλο και αποκλειστικότερα χρησιμοποιήθηκε το όνομα Έλληνας, όχι μόνο στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, αλλά και διεθνώς.

Πηγή: https://www.babiniotis.gr