Ράμπες στους αρχαιοελληνικούς ναούς

Σε αφιέρωμά του γερμανικό περιοδικό προσπαθεί να εξηγήσει τι σκοπό εξυπηρετούσαν οι πολλές μικρές ράμπες πρόσβασης στους αρχαιοελληνικούς ναούς. Πιθανόν δεν εξυπηρετούσαν μόνο άτομα με κινητικά προβλήματα τότε, αλλά είχαν και άλλη χρήση.

Ράμπες στους αρχαιολογικούς ναούς
Ασκληπιείο Επιδαύρου

Στην Ακρόπολη, για παράδειγμα, η ράμπα είχε μήκος 80 μέτρα. Ειδικοί εκτιμούν ότι συνέβαλλαν στην ευκολότερη μεταφορά αγαθών και ζώων. Σε ορισμένους ναούς ωστόσο οι αρχαιολόγοι δεν είναι βέβαιοι σε τι ακριβώς χρησίμευαν οι κατασκευές αυτές.

Αμερικανίδα αρχαιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας υποστηρίζει ότι κύριος σκοπός της ράμπας ήταν να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε άτομα με κινητικά προβλήματα. Διότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν πολλοί πολίτες με δυσκολίες στο περπάτημα, όπως βλέπουμε σε αγγεία που απεικονίζουν άτομα με πατερίτσες ή με προσθετικά μέλη. Αναλύσεις σκελετών δείχνουν εκτός αυτού ότι τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ η αρθρίτιδα και προβλήματα αρθρώσεων ήταν ευρέως διαδεδομένα.

Κατά συνέπεια ο ελληνικός πολιτισμός είναι, πιθανότατα, ο πρώτος, ο οποίος έλαβε υπόψη του άτομα με ειδικές ανάγκες στο σχεδιασμό και την κατασκευή σημαντικών κτιρίων.

Σύμφωνα με την Αμερικανίδα αρχαιολόγο, η εκτίμησή αυτή υποστηρίζεται από το γεγονός ότι πολλές ράμπες εντοπίζονται σε ναούς αφιερωμένους στον Ασκληπιό, θεό της ιατρικής, όπως για παράδειγμα εκείνος στην Επίδαυρο, δίπλα στο διάσημο Αρχαίο Θέατρο. Εκτός από τους ασθενείς στο Ασκληπιείο προσέρχονται και ασθενείς με ρευματικές παθήσεις για να προσευχηθούν για την ανάρρωσή τους. Η ειδικός, η οποία εντόπισε πολλές τέτοιες κατασκευές, θεωρεί ότι οι ράμπες εξυπηρετούσαν και αδύναμους και ηλικιωμένους.

Ο κύριος σκοπός των ειδικών προσβάσεων στους ναούς παραμένει ωστόσο αμφιλεγόμενος. Δεν αποκλείεται να ήταν απλά μια προσωρινή και τοπικά περιορισμένη αρχιτεκτονική μόδα.

Η Γερμανίδα ειδικός θεωρεί πιθανότερο οι ράμπες απλά να διευκόλυναν τη πρόσβαση όλων των πιστών στους ναούς και να μην κατασκευάστηκαν επί τούτου για άτομα με ειδικές ανάγκες. Ίσως η πρόσβαση των ΑμεΑ να ήταν απλά «παράπλευρο κέρδος».

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/

Ο Αλκαίος (τέλη 7ου-αρχές 6ου αιώνα π.Χ.)

Η Λέσβος τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. παρουσίασε πολύ μεγάλη πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα. Ο Πιττακός, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, και οι λυρικοί ποιητές, η Σαπφώ και ο Αλκαίος, κατάγονταν από τη Λέσβο. Οι δύο τελευταίοι είναι περίπου σύγχρονοι και παρουσιάζουν το κοινό χαρακτηριστικό: το έργο τους είναι στενά συνδεδεμένο με περιστατικά της ζωής τους.

Εκείνο που προέχει στη ζωή του Αλκαίου, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, είναι η ανάμειξη του με την πολιτική ζωή της πόλης του καθώς ο ίδιος ανήκε σε αριστοκρατική τάξη. Βρέθηκε σε πολύχρονη αντιπαράθεση με τους τυράννους, που, στηριγμένοι στο δημοκρατικό πλήθος, πήραν την εξουσία. Έτσι γνώρισε περιπέτειες, πήρε μέρος σε εμφυλίους πολέμους, γεύτηκε την εξορία. Από όλα αυτά εμπνεύστηκε τα περίφημα στασιωτικά (πολιτικά) ποιήματα του, που μαζί με τα ερωτικά και τα συμποσιακά αποτελούν το κύριο μέρος του έργου του. Βασικό χαρακτηριστικό είναι το έντονο πάθος για ό,τι τον απασχολεί.

Ο Αλκαίος
Ο Αλκαίος

Ο Αλκαίος γράφει

Αγριοκαίρι

Τι ανέμων ταραχή είν΄ αυτή δε νιώθω

κυλάει το κύμα δώθε, κείθε, ολούθε,

κι εμάς, στη μέση, με το μαύρο πλοίο

μακριά μας σέρνει

τ΄ αγριοκαίρι βαριά μας πολεμάει,

μες της σεντίνας τα νερά είν΄ η βάση

του καταρτιού, και το πανί, σκισμένο

κουρέλι είν΄ όλο

τα σκοινιά έχουν λασκάρει…

Πολέμα τ’ αγριοκαίρι

Ο Δίας ρίχνει βροχή, βαρύς χειμώνας

από τον ουρανό, τα ρέματα έχουν

παγώσει και τα δέντρα μες στο λόγγο

το βάρος δε μπορούν πια να σηκώσουν.

Πολέμα τ΄ αγριοκαίρι, ξύλα ρίχνε

στη φωτιά, βάζε μπόλικο κρασάκι

γλυκόπιοτο, και γέρνε το κεφάλι

στο μαλακό σου απάνω μαξιλάρι.

Ο γυρισμός του αδελφού

Μας ήρθες απ΄της γης την άκρη, με ένα

σπαθί που ΄ναι χρυσόδετη η λαβή του

και φιλντισένια, αφού, της Βαβυλώνας

βοηθώντας το λαό σε πόλεμό τους,

ένα ανδραγάθημα έκαμες μεγάλο,

έναν εχθρό τους, μαχητή γιγάντιο,

που μια παλάμη του ΄λειπε να φτάσει

τις πέντε πήχες, σκότωσες στη μάχη

κι έτσι απ΄τα βάσανα έσωσες εκείνους.

Ο Αρχίλοχος (680π.Χ.-640π.Χ.)

Ο Αρχίλοχος στάθηκε ο δημιουργός και ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ιαμβικής ποίησης. Τα θέματα του, εμπνευσμένα από τη γύρω ζωή του και το παρόν, τράβηξαν την προσοχή των συγχρόνων το, που ως τότε πρόσεχαν τις επιβλητικές περιγραφές από πολέμους και κατορθώματα βασιλιάδων. Η ζωή του στάθηκε μυθιστορηματική.

Ο Αρχίλοχος
Ο Αρχίλοχος

Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Πάρο, μετά, σπρωγμένος από τη φτώχεια, ακολούθησε τον πατέρα του στην παριανή αποικία της Θάσου, αλλά και εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Η αποικία μπλέχτηκε σε πόλεμο με τους Σαΐους της αντικρινής θρακικής ακτής και ο Αρχίλοχος πολεμώντας σε κάποια μάχη κινδύνεψε να σκοτωθεί και σώθηκε τρέχοντας ρίχνοντας προηγουμένως την ασπίδα του.

Αργότερα επιστρέφει στη Πάρο, μνηστεύεται τη Νεοβούλη, κόρη του Λυκάμβη, αλλά ο πεθερός του μετανιώνει και δίνει τη Νεοβούλη σε άλλον. Τότε ο ποιητής εκδικείται με τους πιο δηκτικούς ιάμβους του, που όπως λέει η παράδοση, έκαναν τον Λυκάμβη και τις κόρες του να κρεμαστούν από την ντροπή τους. Το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του το έζησε ως μισθοφόρος ή ως πειρατής, ώσπου σκοτώθηκε σε μια μάχη στη Νάξο.

Ο Αρχίλοχος γράφει

Χαμός του γαμπρού

Την πολυστέναχτη θλίψη κανείς, ή πολίτης ή η πόλη,

δεν κατακρίνει, μακριά τα φαγοπότια, ακριβοί

ήταν αυτοί, Περικλή, που πολύβοου πελάγου το κύμα

έπνιξε, ο πόνος βαριά μας τυραννά την καρδιά.

Μα, αγαπητέ μου, οι θεοί για τ΄αγιάτρευτα βάσανα πάλι

έχουνε βρει γιατρικό: καρτερική υπομονή.

Η συμφορά μια τον έναν χτυπά μια τον άλλον, τώρα

ήρθε σ΄εμάς, για πληγή βογκούμε, ναι, αιματηρή,

μα θα περάσει και σ΄άλλους αργότερα, μπρος, τη γυναικεία

θλίψη πετάξτε λοιπόν, σφίξτε γερά την καρδιά.

Κουράγιο

Ψυχή, ψυχή, που δύσκολες σε συνταράζουν έγνοιες,

ορθώσου και γυρίζοντας προς τους εχθρούς το στήθος

υπερασπίσου, αφού γερά τη θέση σου κρατήσεις

μες στα καρτέρια των εχθρών. Κι ανίσως και νικήσεις

να μην καυχιέσαι φανερά, μήτε να κλαις στο σπίτι,

πέφτοντας χάμου αν νικηθείς. Παρά να χαίρεις λίγο

για τις χαρές και στα κακά να μην πολυλυπάσαι.

Και ξέρε τους ανθρώπους ποιος ρυθμός τους κυβερνάει.

Βάκχες

Βάκχες ονομάζονται οι πιστές και οι ιέρειες του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος είχε το προσωνύμιο Βάκχος και από αυτό πήραν το όνομα τους οι πρώτες του ακόλουθες.

Η υπόθεση στο έργο του Ευριπίδη είναι η εξής: Ο Διόνυσος ήταν γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης. Έφτασε τη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό τρελάθηκαν από τον θεό και σαν Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε κι αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί εναντίον των Μαινάδων. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα και να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες, οι Βάκχες, και πρώτη η μητέρα του, όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι είχε διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.

Βάκχες
Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα

Βάκχες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ήρθα εδώ, στη Θήβα, εγώ του Δία ο γιος, ο Διόνυσος, γέννημα της Σεμέλης της αστραποβλημένης, του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στις Δίρκης τις πηγές, στου Ισμηνού το ρέμα. Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης, κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα, αθάνατη αδικία στη μάνα μου απ’ την Ήρα. Υμνώ τον Κάδμο που όρισε στον τόπο του απάτητο στη θυγατέρα του ναό που εγώ με αμπελοβλάσταρα σκέπασα γύρω γύρω. Ήρθα στην πόλη πρώτα αυτή, την πόλη των Ελλήνων, τη χρυσοφόρα αφήνοντας γη των Λυδών και των Φρυγών κι επέρασα από των Περσών τους ηλιοκαμένους κάμπους, τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη, τη ζάμπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη που απλώνει ως τη θάλασσα που Έλληνες και βάρβαροι ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι. Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήρθα δω για να φανώ θεός μπρος τους ανθρώπους. Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν κισσόδετο κοντάρι, γιατί της μάνας οι αδελφές που πιο πολύ απ’ τις άλλες δίχως να πρέπει έλεγαν πως γιος του Δία ο Διόνυσος δεν ήταν, κι η Σεμέλη θνητό πως ζευγαρώθηκε και φόρτωσε την ενοχή στο Δία που τη σκότωσε -του Κάδμου ειν’ αυτά σοφίσματα- γιατί είπε αυτό το ψέμα. Γι’ αυτό κι εγώ τις κέντησα ν’ αφήσουνε τα σπίτια τους και στο βουνό ν’ ανέβουν με σαλεμένο στο μυαλό. Των τελετών τα σύμβολα να πάρουν τις ανάγκασα και κάθε γένος θηλυκού απ’ τη σπορά του Κάδμου το τρέλανα, κι όλες μαζί αφήσανε τα σπίτια τους και κατοικοεδρεύουν ανάκατα κι οι κόρες του κάτω από έλατα χλωρά και γυμνωμένους βράχους. Θέλει δε θέλει η πόλη αυτή μάθημα θα της γίνει να κάνει τα βακχεύματα που αρνείται να τελέσει, και πρέπει της μητέρας μου το δίκιο της να πάρω καθώς με γέννησε θεό και φανερά απ’ το Δία. Λοιπόν, ο Κάδμος τις τιμές και το βασίλειο του έδωσε στον Πενθέα, παιδί της θυγατρός του που τη λατρεία μου μάχεται και που σπονδές μ’ αρνείται κι ακόμη στις δεήσεις του εμέ δε μνημονεύει. Για τούτα και γιατί θεός μόλις δείξω πως είμαι σ’ αυτόν και στους Θηβαίους κι αφού καλά εδραιωθώ σ’ άλλον θα πάω τόπο. Αλλ’ αν η Θήβα οργισθεί κι απ’ το βουνό θελήσει τις Βάκχες ν’ αποδιώξει κάνοντας χρήση όπλων, θα συμπλακώ μαζί κι εγώ μπροστάρης στις Μαινάδες. Γι’ αυτούς τους λόγους άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση. Μα ελάτε, εσείς συντρόφισσες γυναίκες, θίασε μου, που πήρα και σας έφερα μαζί μου απ’ την Ασία τον Τμώλο πίσω αφήνοντας προπύργιο της Λυδίας, τον ήχο από τα τύμπανα, γνήσια της Φρυγίας, υψώστε κι είναι ευρήματα δικά μου και της Ρέας. Ζυγώστε στο παλάτι γύρωθε του Πενθέα, χτυπάτε τα για ν’ ακουστούν στην πόλη αυτή του Κάδμου. Τις Βάκχες πάω για να βρω στου Κιθαιρώνα τις πτυχές, να σμίξω στους χορούς τους.

………………………………………………………………………………………

Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Ο Άλδος Μανούτιος (1452-1515)

Ο Άλδος Μανούτιος (1452 – 6 Φεβρουαρίου 1515) ήταν Ιταλός ουμανιστής, γνωστός για την εκδοτική του δραστηριότητα στη Βενετία την εποχή της Αναγέννησης. Άριστος γνώστης ελληνικών, ήταν από τους πρώτους που εκτύπωσαν βιβλία με ελληνικούς χαρακτήρες, αξιοποιώντας τα χειρόγραφα της πολύτιμης συλλογής του Βησσαρίωνα του Τραπεζούντιου, που σώζονται σήμερα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. Αξιοσημείωτη είναι η συνεισφορά του στην τυπογραφία με την επινόηση των πλάγιων γραμματοσειρών, την καθιέρωση της άνω τελείας στιγμής (semicolon), καθώς και τη μαζική παραγωγή δερματόδετων βιβλίων τσέπης σε προσιτές τιμές.

Ο Άλδος Μανούτιος
Ο Άλδος Μανούτιος

Ο εκδότης Άλδος Μανούτιος

Ο Άλδος Μανούτιος γεννήθηκε στο Μπασιάνο (Bassiano) των Παπικών Κρατών, στη σημερινή επαρχία του Λάτσιο, κοντά στη Ρώμη. Καθώς η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη, ο Μανούτιος έλαβε μια σφαιρική μόρφωση, σπουδάζοντας λατινικά στη Ρώμη με τον Γκασπαρίνο ντα Βερόνα, καθώς και (αρχαία) ελληνικά στη Φεράρα με τον Γκουαρίνο ντα Βερόνα.

Το 1482, μαζί με τον πάλαι ποτέ συμφοιτητή του και παλαιόθεν φίλο Τζοβάννι Πίκο ντε λα Μιράντολα, εγκαταστάθηκε στην πόλη Μιράντολα, όπου και έμεινε για δύο χρόνια, μελετώντας αρχαίους έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους. Προτού ο Πίκο φύγει για τη Φλωρεντία, συνέστησε τον Μανούτιο ως διδάσκαλο για τους ανηψιούς του, Αλβέρτο και Λιονέλο Πίο, πρίγκιπες του Κάρπι. Αργότερα, με χρηματοδότηση και γαίες του Αλβέρτου, ο Μανούτιος ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητα στην τυπογραφία.

Ως κυρίαρχος εκδότης και τυπογράφος την εποχή της ακμής της Αναγέννησης, ο Άλδος εδραίωσε κατ’ αρχάς τον σχεδιασμό του βιβλίου -ένα πρωτόκολλο- που περιελάμβανε το μέγεθος του χαρτιού, τον σχεδιασμό και τη χρήση συγκεκριμένων γραμματοσειρών, τη μορφολογία της σελίδας καθώς και νέες μεθόδους βιβλιοδεσίας. Οι εκδόσεις του με έργα κλασικών (αρχαία ελληνική φιλολογία) έγιναν περίφημες σε όλη την Ευρώπη. Πολλοί μάλιστα αντέγραψαν το εταιρικό του λογότυπο, ένα δελφίνι και μια άγκυρα, το οποίο συνδέεται με το λατινικό ρητό «Festina lente» («σπεύδε βραδέως»). Η εικόνα και το ρητό απεικονίζονταν σε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ., το οποίο και αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Το 1533 τη διεύθυνση του τυπογραφείου ανέλαβε ο γιος του Παύλος Μανούτιος (1512-1574).

Οι Έλληνες κλασικοί του Άλδου Μανούτιου

Μία από τις κυριότερες φιλοδοξίες του Μανούτιου ήταν να περισώσει ό,τι είχε απομείνει από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Εξέδωσε πολλές εκδόσεις των κυριότερων έργων, τόσο σε κανονική μορφή, όσο και σε μέγεθος τσέπης, ώστε τα έργα αυτά να γίνουν διαθέσιμα στο ευρύτερο κοινό. Μέχρι τότε ελάχιστα ελληνικά συγγράμματα κυκλοφορούσαν από εκδοτικούς οίκους: στο Μιλάνο η «Γραμματική του Λασκάρεως», Ελληνικοί Ψαλμοί, έργα του Αισώπου, του Θεοκρίτου και του Ισοκράτη (εκδόσεις 1476 – 1493), στη Βενετία τα «Ερωτήματα του Χρυσολωρά» (1484), στη Βιντσέντσα υπήρχαν ανατυπώσεις της «Γραμματικής του Λασκάρεως» και των «Ερωτημάτων» (1488 και 1490), και τέλος στη Φλωρεντία είχαν εκδοθεί έργα του Ομήρου μεταφρασμένα από τον Λορέντσο ντε Αλόπα. Από αυτά, μόνο ο Θεόκριτος, ο Ισοκράτης και ο Όμηρος θεωρούνταν κλασικά.

Ο Μανούτιος επέλεξε τη Βενετία ως πλέον κατάλληλη έδρα για την επιχείρησή του. Εγκαταστάθηκε το 1490 και τα πρώτα έργα που τυπώθηκαν ήταν το Ηρώ και Λέανδρος του Μουσαίου, η Γαλεομυομαχία και το Ελληνικό Ψαλτήρι. Χωρίς να φέρουν χρονολογία έκδοσης, θεωρούνται τα αρχαιότερα του τυπογραφείου.

Ο Άλδος Μανούτιος στρατολόγησε πλήθος μελετητών της ελληνικής στη Βενετία. Εμπορευόταν στα ελληνικά, έδινε οδηγίες στους τυπογράφους και τους βιβλιοδέτες στα ελληνικά· μέχρι και η καθημερινότητα του σπιτιού του ενδυόταν την ελληνική γλώσσα. Στις εκδόσεις τους προλόγιζε πάντα στα ελληνικά, ενώ προσέλαβε Κρητικούς λόγιους (όπως το Μάρκο Μουσούρο και τον Αρσένιο Αποστόλη) για να σελιδοποιούν και να επιμελούνται χειρόγραφα, καθώς και για να δειγματίσουν καλλιγραφικές ελληνικές γραμματοσειρές. Τουλάχιστον τριάντα Έλληνες βοηθοί εργαζόταν μαζί του, χωρίς να υπολογίζουμε τους τεχνίτες και χειρώνακτες. Ακούραστος και ανελέητος, εξέδωσε τον πρώτο τόμο με έργα του Αριστοτέλη το 1495. Μέχρι το 1498 άλλοι τέσσερις τόμοι συμπλήρωναν το έργο το μεγάλου κλασικού. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν εκδόσεις των Θουκυδίδη, Σοφοκλή, Ηροδότου, Ξενοφώντα και Δημοσθένη.

Ο β’ ιταλικός πόλεμος επιβράδυνε την εκδοτική του δραστηριότητα. Παρόλ’ αυτά, το 1508 εκδίδει έναν τόμο για τους Έλληνες ρήτορες και τον επόμενο χρόνο έργα του Πλουτάρχου. Νέοι πόλεμοι ανάγκασαν τη διακοπή του τυπογραφείου, μέχρι το 1513, οπότε και εκδίδεται τα άπαντα του Πλάτωνα (σε επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου), αφιερωμένο στον Πάπα Λέοντα τον Ι’. Στον πρόλογο ο Μανούτιος κάνει μια σύγκριση ανάμεσα στις κακουχίες της πολεμοπαθούσας Ιταλίας και στην ηρεμία και ομορφιά της μελέτης, ενώ ο Μουσούρος καλεί τον Πάπα σε νέα Σταυροφορία για ανακατάληψη των εδαφών όπου μιλιέται ακόμα η ελληνική γλώσσα, όπως και σε ενίσχυση διδασκαλίας της στην Ιταλία. Ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Αθήναιος ακολουθούν το 1514, ενώ προς το τέλος της ζωής του εργαζόταν πάνω στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η πρώτη έκδοση των οποίων έγινε μετά τον θάνατό του το 1518.

Με τα παραπάνω ολοκληρώνεται ο κατάλογος των εκδόσεων του Άλδου Μανούτιου. Ωστόσο, οι συνεχιστές του έργου του (κυρίως ο εγγονός του, Άλδος Μανούτιος ο νεότερος) έφεραν στο εκδοτικό προσκήνιο έργα των Παυσανία, Στράβωνα, Αισχύλου, Γαληνού, Ιπποκράτη και Λογγίνου. Ο Μανούτιος εξέδωσε και άλλα ελληνικά έργα που είχαν ήδη εκδοθεί, εντούτοις προσδίδοντάς τους διορθώσεις και τον χαρακτήρα του εκδοτικού του οίκου.

Η ιδιότητά του δεν ήταν αποκλειστικά του εκδότη και τυπογράφου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό αυτή του μελετητή και μεταφραστή. Ο Μανούτιος ως λόγιος υπήρξε στις μέρες του πραγματικά λίκνο του ουμανισμού και του ελληνισμού. Με στόχο να προάγει τις ελληνικές σπουδές, το 1502 ίδρυσε τη «Νέα Ακαδημία», ένα ίδρυμα αποκλειστικά για κλασικές ελληνιστικές σπουδές. Τα μέλη έπρεπε απαραιτήτως να μιλούν ελληνικά, να φέρουν ελληνοποιημένο το όνομά τους καθώς και τους τίτλους τους. Ένα από τα μέλη ήταν και ο γνωστός Έρασμος.

Παρόλο που η προσφορά του στον ελληνισμό υπήρξε τεράστια, σήμερα πολλοί αποδέχονται ότι η κυρτή γραφή και οι βραχυγραφίες που χρησιμοποίησε υπήρξαν ανασταλτικές τόσο στην εξέλιξη του ελληνικού γράμματος στην τυπογραφία, όσο και στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

Ο Άλδος Μανούτιος πέθανε φτωχός, έχοντας αφήσει στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο έργο ελληνικής φιλολογίας.

https://el.wikipedia.org/wiki/Άλδος_Μανούτιος

Ταξίδια του Περσέα και του Ηρακλή

Το Βιβλίο, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, είναι το τρίτο βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου που αναφέρεται στην αρχαιότητα. Αφηγείται ταξίδια των αρχαίων εξερευνητών. Εδώ θα διαβάσουμε για τα ταξίδια του Περσέα και του Ηρακλή.

Ταξίδια

Το ταξίδι του Περσέα στην Αιθιοπία

Ο Περσέας ήταν, κατά την παράδοση, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του βασιλιά του Άργους, Ακρίσιου, η οποία για να γλιτώσει από την οργή του πατέρα της, τον έβαλε σε στεγανό κάνιστρο και τον άφησε στο έλεος των κυμάτων, τα οποία τον έβγαλαν στη Σέριφο. Εκεί ο Περσέας μεγάλωσε προστατευόμενος του βασιλιά του νησιού, ο οποίος αργότερα από φόβο μήπως του πάρει το θρόνο, τον έστειλε να του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας, ενός αποκρουστικού τέρατος που με την όψη μόνο απολίθωνε τους ανθρώπους.

Ο Περσέας αναζητώντας τη Μέδουσα, περιπλανήθηκε σε πολλές χώρες και ιδίως στην Αφρική, κι έφτασε μέχρι την Αιθιοπία, όπου έσωσε την Ανδρομέδα, την κόρη του Κηφέα, του τοπικού βασιλιά, σκοτώνοντας το δράκο, που πήγε να την φάει. Τελικά βρήκε τη Μέδουσα, της έκοψε το κεφάλι και γύρισε μαζί με την Ανδρομέδα στη Σέριφο. Στο μύθο του Περσέα συναντούμε πολλά στοιχεία, που τα βρίσκουμε σε μεταγενέστερους μύθους. Ειδικότερα ο μύθος του ήρωα που σκοτώνει το δράκο, επέζησε χιλιάδες χρόνια, ως τις μέρες μας, μόνο που ο ήρωας μετονομάστηκε σε Άγιο Γεώργιο.

Τα ταξίδια του Ηρακλή στην Ιταλία και δυτική Μεσόγειο

Ο Ηρακλής, εκτελώντας τις διαταγές του Ευρυσθέα, περιπλανήθηκε σε όλο τον μεσογειακό κόσμο. Από τον έβδομο άθλο και μετά, ο Ευρυσθέας τον έστελνε σε όλο και πιο μακρινά μέρη, στην Κρήτη για να φέρει τον άγριο ταύρο της, στη Θράκη για τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη, πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα, στη χώρα των Αμαζόνων για να φέρει τη ζώνη της Ιππολύτης, στη δυτική εσχατιά της Λιβύης, κοντά στον ωκεανό, για να φέρει τα μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων και ακόμα πιο μακριά, σε νησί μέσα στον ωκεανό, για να κλέψει τα πρόβατα του Γηρυόνη,

Πέρασε ακόμη από τον Καύκασο, όπου σκότωσε το γύπα που κατέτρωγε το συκώτι του Προμηθέα και περιπλανήθηκε στην Ιταλία και την Αδριατική.

Όσον αφορά την εκστρατεία του Ηρακλή στην Ινδία, αυτή πρέπει να έγινε πολύ αργότερα από την εκστρατεία του Διονύσου, αφού σύμφωνα με τις μυθολογικές παραδόσεις ο Ηρακλής ήταν κατά έξι γενεές νεότερος από τον Διόνυσο.

Πρέπει πάντως να επισημανθεί ως όχι μόνον ο Ερατοσθένης στην αρχαιότητα, αλλά και το πλείστον των νεότερων ερευνητών, αμφισβητούν αυτούς του μύθους περί των Νυσσαίων και των εκστρατειών του Διονύσου και του Ηρακλή στην Ινδία που τους θεωρούν προπαγανδιστικές επινοήσεις, συνδεόμενες με την αντίστοιχη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία.

Δημήτρης Σαραντάκος

Πηγή: https://sarantakos.wordpress.com/2019/01/08/orizon-12/

Τα ποτά της αρχαίας Ελλάδας

Τα ποτά της αρχαίας Ελλάδας
Ο Ηρακλής πίνει κρασί, το οποίο γυναίκα αναμειγνύει με νερό από μία υδρία.

Μιλώντας για τα ποτά της αρχαίας Ελλάδας, δεν μπορεί κανείς παρά ν’ αρχίσει από το κρασί. Η λέξη οίνος υπάρχει στην ελληνική γλώσσα ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, με δικό της ιδεόγραμμα. Η καλλιέργεια της αμπέλου ξεκίνησε στην Ελλάδα και σ’ όλη τη Μεσόγειο ήδη την εποχή του Χαλκού. Υπήρχαν πολλά είδη οίνου, στην αρχαία ελληνική γραμματεία δε αναφέρονται τέσσερα: ο λευκός, ο μέλας, ο κίρρος (ξανθός) κι ο ερυθρός. Κάθε περιοχή της Ελλάδας είχε τη δική της παραγωγή, τα πιο φημισμένα όμως κρασιά ήταν αυτά της Νάξου, της Θάσου, της Λέσβου, της Ρόδου και της Χίου, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες και για κρασιά πολλών άλλων περιοχών. Οι γευσιγνώστες και έμπειροι πότες π.χ. πλήρωναν όσο όσο για το κρασί της Τορώνης και της Μένδης στη Χαλκιδική, καθώς και της Μαρώνειας στη Θράκη.

Οι Έλληνες συνδύασαν άρρηκτα τη ζωή και την ιστορία τους με το αμπέλι. Όταν οι κάτοικοι της Φώκαιας της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω του περσικού κινδύνου, έβαλαν στα πλοία τους τα υπάρχοντά τους, μεταξύ των οποίων τις αγαπημένες τους ποικιλίες αμπελιού. Η περιπλάνησή τους τους έφερε στις μεσογειακές ακτές της σημερινής Γαλλίας, όπου ίδρυσαν τη Μασσαλία. Ξεκινώντας εμπορικές σχέσεις με τους ντόπιους Κέλτες, τους δίδαξαν την τέχνη της καλλιέργειας του αμπελιού και της παραγωγής κρασιού. Κι έτσι σήμερα υπάρχουν τα ξακουστά γαλλικά κρασιά.

Η καλλιέργεια του κλήματος και η αγάπη για το κρασί συνοδεύτηκε στην Ελλάδα με την λατρεία του θεού Διονύσου. Η λατρεία του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας, ήλθε στην Ελλάδα από τη Φρυγία της Μικράς Ασίας και τη Θράκη και έκανε αρκετό καιρό να καθιερωθεί και τούτο επεισοδιακά. Ο Διόνυσος ήταν ο θεός των αγροτών και του πληθυσμού της υπαίθρου, του οποίου η τύχη εξαρτιόταν από την ετήσια σοδειά. Γι’ αυτό, ο τρύγος ήταν μία από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του έτους, που συνοδευόταν με λατρευτικές τελετές και γιορτές κάθε είδους. Σε αντίθεση με τους αγρότες, οι εύποροι αριστοκράτες των πόλεων αρχικά περιφρόνησαν τη λατρεία του Διονύσου, αναγκάστηκαν, όμως, να εντάξουν και το χαρωπό αυτό θεό στο πάνθεόν τους μετά από κοινωνικές αναταράξεις και μετά την εγκαθίδρυση τυραννιών στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Οι τύραννοι, όπου κατέλαβαν την εξουσία, βασίσθηκαν κυρίως στους αγροτικούς πληθυσμούς και γι΄αυτό στήριξαν τη λατρεία των θεών της βλάστησης.

Το άνοιγμα των πιθαριών με το κρασί της νέας εσοδείας γινόταν στα Ανθεστήρια, μια γιορτή προς τιμήν του Διονύσου, που γινόταν στα μέσα του μήνα Ανθεστηριώνα (περίπου αρχές Μαρτίου). Την πρώτη ημέρα της γιορτής τελούνταν τα «Πιθοίγια», δηλ. ανοίγονταν τα πιθάρια με το κρασί. Με το κρασί αυτό γίνονταν οι σπονδές, καθώς και διαγωνισμοί οινοποσίας με έπαθλο ακόμη πιο πολύ κρασί.

Αν και σε όλες περίπου τις αρχαίες ελληνικές πόλεις – κράτη βρέθηκαν πατητήρια και δεξαμενές για τον τρύγο, η παραγωγή κρασιού ήταν μια διαδικασία αρκετά διαφορετική από τη σημερινή. Κάθε πόλη δε αναμείγνυε στο κρασί της διάφορα συστατικά: έβαζαν μέλι ή φρούτα, όπως ξερά σύκα, μπαχαρικά και αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, σμύρνα, βαλεριάνα κι έτσι αναδείκνυαν περισσότερο τη γεύση του. Δεν ήταν άγνωστη η χρήση ρητίνης, ακόμη και αψίνθου στο κρασί: ο «αψινθίτης» οίνος ήταν ένα είδος «βερμούτ». Ονομαζόταν και «ιπποκράτειος», καθώς αποδιδόταν στον πατέρα της ιατρικής. Στην Ποσειδωνία της Κάτω Ιταλίας μάλιστα αρωμάτιζαν το κρασί τους με τα φημισμένα σ’ όλον τον αρχαίο κόσμο τριαντάφυλλα της περιοχής τους.

Τα κρασιά που προορίζονταν για πώληση στην τοπική αγορά τα τοποθετούσαν σε ασκιά και τα μετέφεραν με υποζύγια, ενώ όσα προορίζονταν για εξαγωγή, τα τοποθετούσαν σε αμφορείς διαφόρων σχημάτων ανάλογα με το είδος και την προέλευση τους, τα οποία σφράγιζαν με το όνομα της πόλης και του παραγωγού, το έτος παραγωγής κτλ. Καθώς ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, κάθε πόλη – κράτος είχε θέσει αυστηρούς κανόνες για την διάθεση του κρασιού της. Η Θάσος π.χ. απαγόρευε με νόμο ξένα πλοία που μετέφεραν κρασί να προσεγγίζουν το νησί επί ποινή δήμευσης του φορτίου.

Το κρασί καταναλωνόταν σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις: ο μέσος Αθηναίος προγευμάτιζε βουτώντας λίγο ψωμί στο κρασί (το λεγόμενο ακράτισμα). Το κρασί συνόδευε κάθε γεύμα ως ποτό, αλλά χρησίμευε και ως υλικό για τη μαγειρική, καθώς μία σειρά από φαγητά το περιείχαν. Ήταν απαραίτητο για πολλές θρησκευτικές τελετές για τις σπονδές, ενώ έρεε άφθονο σ’ όλες τις γιορτές, ήταν μία καλή ευκαιρία για τους φτωχούς να πιουν ένα ποτήρι παραπάνω.

Το κρασί χρησιμοποιήθηκε πολύ και στην ιατρική για τις ευεργετικές ιδιότητές του όταν γίνεται συνετή κατανάλωση. Από «ποιητές του κρασιού», όπως ο Ανακρέοντας, υμνήθηκε ως το καλύτερο βάλσαμο για τις αρρώστιες της ψυχής, τη μελαγχολία, αλλά και τις πίκρες του έρωτα. Ορισμένα κρασιά ήταν γνωστό ότι αυξάνουν και την ερωτική επιθυμία. Ο αθυρόστομος Αριστοφάνης ανέφερε πως τέτοιο κρασί είναι το πράμνειο (ικαριώτικο) και το πεπαρήθειο (της Αλλονήσου).

Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, το κρασί τότε είχε πιο πολλούς βαθμούς αλκοόλης. Οι Έλληνες δεν έπιναν ποτέ τον οίνο άκρατο, δηλ. ανέρωτο. Θεωρούσαν βαρβαρικό έθιμο να πίνει κανείς έτσι κρασί, κυκλοφορούσε δε η φράση «πίνει κρασί σαν Σκύθης». Από την αραίωση δε του κρασιού με νερό («κράσις») προήλθε η λέξη κρασί. Αραίωναν το κρασί ανάλογα με την περίσταση με αναλογία 2 μέρη κρασί προς 1 νερό ή και 3 προς 1 για ν’ αποφύγουν τη μέθη. Οι συνέπειες της μέθης είχαν επισημανθεί από νωρίς, διάφοροι φιλόσοφοι δε, όπως ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος είχαν γράψει ολόκληρες πραγματείες για το θέμα, αλλά σε μας έφτασαν ελάχιστα αποσπάσματα.

Εκτός, όμως, από το κρασί, υπήρχαν κι άλλα αλκοολούχα ποτά. Εκτός από τους Βίκινγκς και οι Έλληνες παρασκεύαζαν υδρόμελι, αλλά δεν ήταν ευρέως διαδεδομένο εκτός των αγροτικών πληθυσμών. Χρησιμοποιώντας μήλα, αχλάδια, ρόδια και σύκα έφτιαχναν οινοπνευματώδη σαν το σημερινό μηλίτη και το fruit punch, ενώ διπλοβράζοντας ορισμένα αποστάγματα παρασκεύαζαν ένα ποτό συγγενές με τη ρακή.

Τι συνέβαινε, όμως, με το πιο διαδεδομένο σήμερα λαϊκό ποτό, τη μπύρα; Η μπύρα ήταν το κατεξοχήν ποτό των αρχαίων Αιγυπτίων. Οι αρχαίοι Έλληνες την ήξεραν, κυρίως λόγω των στενών δεσμών τους με τους γιούς του Φαραώ από την αυγή της ιστορίας. Παρόλαυτα, δεν ήταν δημοφιλής η καταναλωσή της, θεωρείτο βαρβαρική συνήθεια.

Ας αφήσουμε τώρα τα αλκοολούχα ποτά για ν’ ασχοληθούμε με τα πιο «αθώα». Και πρώτα απ’ όλα το γάλα, για το οποίο μαρτυρίες έχουμε κιόλας από τον Όμηρο. Καταναλωνόταν κυρίως από τους αγροτικούς πληθυσμούς, που διατηρούσαν πρόβατα και κατσίκες. Η περιφρόνησή του ως ποτού φαίνεται ήδη στην Οδύσσεια, όπου ο Κύκλωπας Πολύφημος θεωρείται βάρβαρος επειδή πίνει κατσικίσιο γάλα και δεν έχει δοκιμάσει κρασί. Το γάλα χρησιμοποιείτο ελάχιστα στη μαγειρική. Συχνά έβραζαν το γάλα και πρόσθεταν κνήκο (κουρκουμά). Η βασική του χρήση, όμως, ήταν για παρασκευή τυριού, το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν. Το βούτυρο δεν τους ήταν επίσης άγνωστο, αλλά δεν το προτιμούσαν, καθώς είχαν το ελαιόλαδο. Ονόμαζαν χλευαστικά τους βόρειους λαούς και τους Θράκες «βουρυτοφάγους».

Μεγάλη διάδοση στην αρχαία Ελλάδα είχε ένα είδος ποτού, που περιείχε νερό, πληγούρι κριθαριού, φλισκούνι και ίσως μέλι. Ήταν ο κυκεών (από το ρήμα κυκάω, που σημαίνει ανακατεύω), στον οποίο ανακάτευαν ενίοτε τριμμένο κατσικίσιο τυρί. Ήταν πολύ δημοφιλές ανάμεσα στους φτωχότερους, ενώ ο κυκεών ήταν το ποτό που έπιναν οι μύστες στα Ελευσίνια Μυστήρια πριν έρθουν σε μέθεξη και επαφή με το θείον. Προφανώς είχε κάποιο, άγνωστο σήμερα, συστατικό, που προκαλούσε έκσταση.

Ποια ήταν εντέλει η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με το ποτό; Όπως και με τα εδέσματα, οι αρχαίοι Έλληνες βασίζονταν στη γη για να τους προσφέρει τα αγαθά που έπιναν. Έδειχναν μεγάλη φαντασία και εφευρετικότητα δημιουργώντας ολοένα και περισσότερα είδη ποτών, αν και η κυρίαρχη λατρεία τους ήταν το κρασί. Η ανάπτυξη της αμπελουργίας και η διάδοσή της σε όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες μας δείχνει ότι το κρασί είναι βασικό συστατικό της ελληνικής ψυχής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αφέθηκαν στην κατάχρησή του, αντίθετα, καθόρισαν κανόνες για την οινοποσία, ώστε να απολαμβάνουν το κρασί με μέτρο. Το μέτρο, βασική ηθική αρχή τους, επηρέασε και αυτή την πλευρά της ζωής τους.

Πηγή: http://www.lavyrinthos.gr/

Η αρχαία ελληνική διατροφή

Σκηνή σε αγγείο που απεικονίζει την αρχαία ελληνική διατροφή
Αγγείο με σκηνή από αρχαιοελληνικό κρεοπωλείο.

Η αρχαία ελληνική διατροφή βασιζόταν στην λιτότητα, καθώς εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ισχνή αγροτική παραγωγή τους. Θεμέλιό της ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι, λάδι και κρασί. Τα γεύματα της ημέρας ενός Αθηναίου (και κατ’ επέκταση των περισσότων Ελλήνων) ήταν κυρίως τρία: ένα μόλις ξυπνούσε, που περιελάμβανε κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε κρασί (άκρατος), κάποιες φορές μαζί με ελιές και σύκα και ονομαζόταν ακράτισμα. Ένα δεύτερο γεύμα πολύ απλό, που ονομαζόταν άριστον αργά το μεσημέρι και, τέλος, το καθαυτό γεύμα της ημέρας, με τη δύση του ηλίου, που ονομαζόταν δείπνον.

Τι περιελάμβαναν όμως τα γεύματα των Ελλήνων; Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της τροφής τους. Ο Όμηρος ονομάζει τους ανθρώπους «αρτοφάγους», γιατί το ψωμί, σε όλες του τις παραλλαγές, είναι αναντικατάστατο. Το σταρένιο ψωμί, ο «άρτος», ήταν ακριβό και πιο σπάνιο, το έτρωγαν οι πιο εύποροι, ενώ με νόμο του Σόλωνα, στους Αθηναίους επιτρεπόταν η μαζική κατανάλωσή του μόνο σε εορτές. Οι περισσότεροι Έλληνες κατανάλωναν κριθαρένιο ψωμί, τον «άλφιτο», γι’ αυτό και αργότερα οι κατακτητές Ρωμαίοι θα τους χλευάσουν ως «κριθαροφάγους». Η Ελλάδα, τόπος φτωχός σε σιτηρά, δεν μπορούσε να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των κατοίκων της κι έτσι έπρεπε να έχει διόδους προς τις σιτοπαραγωγικές περιοχές: την Αίγυπτο και τη σημερινή Ουκρανία. Το λιμάνι της Ζέας στον Πειραιά πήρε το όνομά τους από τη ζεια, ένα είδος σιταριού, που ερχόταν από έξω. Οι αποικίες στη Μαύρη Θάλασσα και οι αρχαίοι πόλεμοι για την εξασφάλιση των στενών του Βοσπόρου έχουν ως αιτία και το ψωμί.

Το ψωμί από κριθάλευρο ζυμωμένο με γάλα ονομαζόταν μάζα και το νοστίμιζαν με τυρί ή μέλι. Οτιδήποτε συνόδευε το ψωμί ως προσφάι ονομαζόταν «οψόν». Για τους πιο εύπορους βέβαια υπήρχαν διάφορες ποικιλίες ψωμιού, στων οποίων τη ζύμη πρόσθεταν δυόσμο, κολίανδρο, κάρδαμο, βασιλικό θυμάρι και μέντα. Ένας αρτοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. ονόματι Πάξαμος έφτιαξε σκληρά κομμάτια ψωμιού για να βουτούν στο κρασί, κι έτσι γεννήθηκαν τα παξιμάδια.

Με κριθαρένια ζύμη έφτιαχναν τηγανίτες και σκευάσματα που έμοιαζαν κάπως με τους σημερινούς λουκουμάδες. Αλλά το αγαπημένο έδεσμα των ανδρών που κατέκλυζαν την Αγορά για να βρουν φίλους και να ψωνίσουν ήταν οι πίτες, αλμυρές ή γλυκές, οι Έλληνες τις λάτρευαν. Ο μυτλωτός, μία πίτα με τυρί, μέλι και λάδι, ήταν αγαπημένη λιχουδιά, ενώ οι απλές μελόπιτες ήταν απαραίτητο «σνακ» των ανδρών πριν γυρίσουν στο σπίτι. Το μέλι γλύκαινε τα πάντα, η ζάχαρη δεν είχε έρθει ακόμη.

Η ποικιλία των λαχανικών ήταν μεγάλη στην αρχαία Ελλάδα: λάχανα, κρεμμύδια, σκόρδα, καρότα, ραπανάκια, σέσκουλα, ραδίκια, σπαράγγια κι αγριαγγινάρες, που τις μαγείρευαν με πολλούς τρόπους. Το μαρούλι, απ’ την άλλη, είχε τότε τη χειρότερη φήμη, καθώς θεωρείτο ότι προκαλεί σεξουαλική ανικανότητα και έλλειψη ζωτικότητας. Ο βολβός από την άλλη, ήταν πολύ αγαπητός, καθώς θεωρείτο εξαίρετο αφροδισιακό, αν και στριφνός στη γεύση, εξ ου και τον φόρτωναν με καρυκεύματα. Η ντομάτα και η πατάτα δεν υπήρχαν, ήρθαν πολύ αργότερα.

Αν και τα όσπρια ήταν γνωστά, οι Έλληνες δεν τα εκτιμούσαν πολύ, γιατί τα θεωρούσαν, όπως και όλες τις σούπες, «φαΐ των φτωχών». Κουκιά, φακές, μπιζέλια, λούπινα και ρεβίθια ήταν το καθημερινό φαΐ των ασθενέστερων και του πληθυσμού της υπαίθρου, ενώ κι ο ημίθεος Ηρακλής, παροιμιώδης λιχούδης, τρελαινόταν για μπιζελόσουπα.

Τα φρούτα που έτρωγαν οι αρχαίοι δεν ήταν πάντα τα ίδια με τη σημερινή εποχή. Η αρχαία ελληνική διατροφή ήταν πλούσια σε μήλα, αχλάδια, κυδώνια (από τα οποία πήραν το όνομά τους οι Κυδωνίες – τα σημερινά Χανιά), αλλά και σύκα, για τα οποία φημιζόταν η Αττική και αποτελούσαν το τέλειο πρόγευμα ή επιδόρπιο. Αφού στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε ζάχαρη, το σύκο (εκτός από το μέλι) χρησιμοποιείτο σε όλα τα γλυκά. Με πολτό σύκων τάιζαν τα μελίσσια τους για καλό μέλι, αλλά και τις χήνες για να παχύνουν και να παράγουν καλό «φουά γκρα». Ξεχωριστή θέση είχε το ρόδι, τόσο ως τροφή, όσο και ως φάρμακο, αλλά και για λόγους συμβολικούς, καθώς συνδέεται με τη γονιμότητα, την καλοτυχία, αλλά και το θάνατο (το έλεγαν και «τροφή των νεκρών»). Κατά παράδοση, ο Πλούτων έδωσε στην Περσεφόνη να φάει ρόδι στον Κάτω Κόσμο, ενώ ακόμη και σήμερα ρόδι βάζουμε στα κόλλυβα.

Η αρχαία ελληνική διατροφή εμπεριείχε όλα τα φρούτα με πολλά κουκούτσια. Πεπόνια, καρπούζια, αγγούρια, αλλά και κολοκύθες όλων των ειδών παρελαύνουν στο τραπέζι των Ελλήνων, ενώ μούσμουλα, κεράσια και ένα είδος δαμάσκηνα ήταν προσιτά σε πιο πλούσιους. Από την Περσία προμηθεύονταν ροδάκινα και βερύκοκα, ενώ από τη Μικρά Ασία έρχονταν φυστίκια και άλλοι ξηροί καρποί. Λεμόνια και πορτοκάλια, τα πιο συνηθισμένα φρούτα μας, ήταν άγνωστα στην κλασική αρχαιότητα.

Αν υπάρχει ένα φαγητό, για το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες είχαν λατρεία, αυτό είναι τα ψάρια. Ήταν πολύ πιο αγαπητά από το κρέας, είχαν άπειρους τρόπους για να τα μαγειρεύουν και δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ψάρι που δεν προτιμούσαν. «Αν βρεθείς στην Αμβρακία και τύχει να δεις καρχαρία, αγόρασέ τον! Ακόμη κι αν κοστίζει το βάρος του σε χρυσάφι, μη φύγεις χωρίς αυτόν», συμβουλεύει ο καλοφαγάς ποιητής Αρχέστρατος. Κάθε πόλη είχε δική της αλιεία, αλλά τα καλύτερα ψάρια προέρχονταν κυρίως από τη Μαύρη Θάλασσα: τόνοι, σκουμπριά, παλαμίδες, μπαρμπούνια, κυπρίνοι, μουρούνες, οξύρυγχοι κ.α. Τα πιο μεγάλα ψάρια βέβαια ήταν πανάκριβα, οι φτωχοί αρκούνταν στα αφρόψαρα (μαρίδα, γαύρος, σαρδέλα), για τα οποία φημιζόταν η Αττική. Μια αύξηση στην τιμή τους μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στη φτωχολογιά.

Περίοπτη θέση στην αρχαία ελληνική διατροφή είχαν τα χέλια της Κωπαϊδας, οι «ζηλεμένες νεράιδες» της Βοιωτίας, όπως τις έλεγαν. Οι Αθηναίοι τις κυνηγούσαν ανηλεώς και τις μαγείρευαν τυλιχτές σε σέσκουλα. Εκτός από αυτές, πολλά άλλα είδη ψαριού εισάγονταν στον Πειραιά από κάθε σημείο της Μεσογείου. Για να είναι σίγουρο ότι τα ψάρια πωλούνταν φρέσκα, υπήρχε ειδική καμπάνα στην Αγορά που χτυπούσε όταν κατέφταναν τα κάρα από τον Πειραιά. Τότε, όλοι οι Αθηναίοι άφηναν ό,τι έκαναν για να τρέξουν στους πάγκους των ψαράδων. Εκεί, αγορανόμοι έλεγχαν την ποιότητα των ψαριών και τους απαγόρευαν να ρίχνουν νερό στα ψάρια, ώστε να τα κρατούν τεχνητά φρέσκα.

Οι αρχαίοι Έλληνες έψηναν τα ψάρια τους στα κάρβουνα, σε ειδικές σχάρες ή στην κατσαρόλα και το τηγάνι. Τη μεγάλη διαφορά έκαναν οι περίτεχνες σάλτσες, με τις οποίες τα περίχυναν, γεμάτες από μια περίπλοκη μίξη καρυκευμάτων και μυρωδικών με λάδι και τυρί. Το προσφάι τους, το «οψόν» κατέληξε να είναι ψωμί με ψάρι. Γι’ αυτό και από το μικρό προσφάι με ιχθύες, δηλ. το οψάριον, προήλθε η λέξη ψάρι.

Το κρέας, πάλι, δεν είχε την κατανάλωση που έχει σήμερα. Οι περισσότεροι κατανάλωναν κρέας μόνο στις θρησκευτικές εορτές, οπότε μοιράζονταν το κρέας των θυσιών. Όσοι κατοικούσαν στην ύπαιθρο, έτρωγαν συχνότερα κρέας κυνηγιού ή πουλερικά, σπάνια έσφαζαν τα οικόσιτα ζώα τους, καθώς τους χρειάζονταν. Γενικά, όμως, το κρέας ήταν ακριβό, εκτός από το χοιρινό. Οι πιο φτωχοί έτρωγαν συχνότερα λουκάνικα και μικρά μεζεδάκια, ενώ οι πιο πλούσιοι είχαν συνταγές όπου αναμείγνυαν διάφορα κρέατα.

Σε ό,τι κι αν έτρωγαν, όμως, οι αρχαίοι Έλληνες, χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο. Η ελιά ήταν ο ευλογημένος από τους θεούς καρπός και το ιερό δέντρο της Αθήνας. Οι Έλληνες έτρωγαν το λάδι ωμό, μαγείρευαν μ’ αυτό όλα τα φαγητά, έφτιαχναν μ’ αυτό ψωμί, σάλτσες κάθε είδους, αλλά και αλοιφές και αρώματα. Το χρησιμοποιούσαν στις θρησκευτικές τελετές κι αλείφονταν μ’ αυτό οι αθλητές. Ήταν γνωστές πολλές θεραπευτικές του ιδιότητες, καθώς ο Ιπποκράτης το θεωρούσε πανάκεια: ιδανικό αντισηπτικό, θεραπευτικό για δερματολογικά και εγκαύματα, για τα αυτιά, τα μάτια, τα ούλα, το στομάχι, την καρδιά, για γυναικολογικά προβλήματα κ.ο.κ.

Πώς, όμως, έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες το φαγητό τους; Στην αρχαιότητα υπήρχαν μαχαίρια, κυρίως για την κοπή του κρέατος και κουτάλια (κοχλιάρια) για τη σούπα. Οι βλάχοι ακόμη και σήμερα ονομάζουν τα κουτάλια χλιάρια. Τα πηρούνια ήταν άγνωστα. Συνήθως έτρωγαν με τα χέρια, χρησιμοποιώντας μια κόρα ψωμιού για να μαζεύουν από το πιάτο τη μπουκιά τους. Γι’ αυτό, το φαγητό σερβιριζόταν σε μικρά κομμάτια. Πετσέτες και τραπεζομάντηλα δεν υπήρχαν, σκουπίζονταν με ψίχα ψωμιού, που την έκαναν μπαλάκια και την πετούσαν στα σκυλιά, που τριγύριζαν στα πόδια τους.

Η αρχαία ελληνική διατροφή ήταν λιτοδίαιτη. Αν ο κατάλογος των φαγητών που προτιμούσαν οι Έλληνες είναι μακρύς, η ποσότητα του φαγητού στο τραπέζι τους ήταν μικρή. Στην καθημερινότητά τους οι αρχαίοι Έλληνες προτιμούσαν κυρίως απλά φαγητά σε συνετές ποσότητες. Παροιμιώδεις για τη λιτή διατροφή τους οι Αθηναίοι άφησαν το ρητό «αττικηρώς ζην», ενώ οι Μακεδόνες κατηγορούνταν για υπερβολές και οι Πέρσες για μαλθακότητα.

Στον αντίποδα βρίσκουμε τους Σπαρτιάτες, που ήταν υπέρ το δέον λιτοδίαιτοι. Ο θρυλικός μέλανας ζωμός, που έτρωγαν οι στρατιώτες τους, ήταν ένας ζωμός από χοιρινό, αλάτι, ξύδι και αίμα. Ήταν μαύρος λόγω του αίματος και, αν και κατά γενική ομολογία δυναμωτικός, ήταν τόσο απεχθής στη γεύση, ώστε ένας Συβαρίτης (η Σύβαρις ήταν γνωστή για την τρυφηλότητά της) που έτυχε σε σπαρτιατικό συσσίτιο είπε ότι όντως οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι, γιατί οποιοσδήποτε άλλος θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να δοκιμάσει αυτό το φαΐ. Μια ελληνίστρια που υποστήριξε ότι βρήκε την αυθεντική συνταγή για μέλανα ζωμό και τάισε φίλους της, τελικώς ανακάλυψε το τέλειο καθαρτικό.

Τι πρέπει να μας μείνει από τα φαγητά των αρχαίων Ελλήνων; Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν στη νοοτροπία τους να τρέφονται με αυτά που τους χάριζε ο τόπος τους και ως επί το πλείστον ν’ αρκούνται σ’ αυτά. Αυτή η αρετή, μεταξύ άλλων, τους προσέδωσε το ένδοξο βάθρο που έχουν σήμερα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν είχαν φαντασία και περιέργεια όταν έτρωγαν. Δεν έτρωγαν μόνο για να ζήσουν, αλλά το απολάμβαναν. Η ίδια η διαδικασία του φαγητού είχε μια τεράστια κοινωνική σημασία, καθώς το φαγητό είχε σχέση με την ισορροπία τους, ισορροπία που φρόντιζαν να κατακτούν συνδυάζοντας το φαΐ με το ποτό.

Πηγή: http://www.lavyrinthos.gr