Ράμπες στους αρχαιοελληνικούς ναούς

Σε αφιέρωμά του γερμανικό περιοδικό προσπαθεί να εξηγήσει τι σκοπό εξυπηρετούσαν οι πολλές μικρές ράμπες πρόσβασης στους αρχαιοελληνικούς ναούς. Πιθανόν δεν εξυπηρετούσαν μόνο άτομα με κινητικά προβλήματα τότε, αλλά είχαν και άλλη χρήση.

Ράμπες στους αρχαιολογικούς ναούς
Ασκληπιείο Επιδαύρου

Στην Ακρόπολη, για παράδειγμα, η ράμπα είχε μήκος 80 μέτρα. Ειδικοί εκτιμούν ότι συνέβαλλαν στην ευκολότερη μεταφορά αγαθών και ζώων. Σε ορισμένους ναούς ωστόσο οι αρχαιολόγοι δεν είναι βέβαιοι σε τι ακριβώς χρησίμευαν οι κατασκευές αυτές.

Αμερικανίδα αρχαιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας υποστηρίζει ότι κύριος σκοπός της ράμπας ήταν να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε άτομα με κινητικά προβλήματα. Διότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν πολλοί πολίτες με δυσκολίες στο περπάτημα, όπως βλέπουμε σε αγγεία που απεικονίζουν άτομα με πατερίτσες ή με προσθετικά μέλη. Αναλύσεις σκελετών δείχνουν εκτός αυτού ότι τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ η αρθρίτιδα και προβλήματα αρθρώσεων ήταν ευρέως διαδεδομένα.

Κατά συνέπεια ο ελληνικός πολιτισμός είναι, πιθανότατα, ο πρώτος, ο οποίος έλαβε υπόψη του άτομα με ειδικές ανάγκες στο σχεδιασμό και την κατασκευή σημαντικών κτιρίων.

Σύμφωνα με την Αμερικανίδα αρχαιολόγο, η εκτίμησή αυτή υποστηρίζεται από το γεγονός ότι πολλές ράμπες εντοπίζονται σε ναούς αφιερωμένους στον Ασκληπιό, θεό της ιατρικής, όπως για παράδειγμα εκείνος στην Επίδαυρο, δίπλα στο διάσημο Αρχαίο Θέατρο. Εκτός από τους ασθενείς στο Ασκληπιείο προσέρχονται και ασθενείς με ρευματικές παθήσεις για να προσευχηθούν για την ανάρρωσή τους. Η ειδικός, η οποία εντόπισε πολλές τέτοιες κατασκευές, θεωρεί ότι οι ράμπες εξυπηρετούσαν και αδύναμους και ηλικιωμένους.

Ο κύριος σκοπός των ειδικών προσβάσεων στους ναούς παραμένει ωστόσο αμφιλεγόμενος. Δεν αποκλείεται να ήταν απλά μια προσωρινή και τοπικά περιορισμένη αρχιτεκτονική μόδα.

Η Γερμανίδα ειδικός θεωρεί πιθανότερο οι ράμπες απλά να διευκόλυναν τη πρόσβαση όλων των πιστών στους ναούς και να μην κατασκευάστηκαν επί τούτου για άτομα με ειδικές ανάγκες. Ίσως η πρόσβαση των ΑμεΑ να ήταν απλά «παράπλευρο κέρδος».

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/

Ο Πίνδαρος (518π.Χ.-438π.Χ)

Ο Πίνδαρος γεννήθηκε στη Βοιωτία, στην κώμη Κυνός Κεφαλές, σπούδασε στην Αθήνα και έζησε στη Θήβα. Είναι ο κορυφαίος δημιουργός της χορικής ποίησης, της οποίας καλλιέργησε όλα τα είδη. Είναι ο μοναδικός λυρικός ποιητής που η παράδοση έσωσε μεγάλο μέρος του έργου του. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται από εκθαμβωτικές μεταφορές, εκφραστικότατες περιφράσεις και λεξιλόγιο προσωπικό που καταπλήσσει. Την πανελλήνια φήμη του τη χρωστά κυρίως στους επινίκους του, χορικά άσματα που αφιέρωσε στους νικητές των πανελληνίων αθλητικών αγώνων: η νίκη τους γιορταζόταν από έναν ομαδικό χορό στην πατρίδα τους, που τον οργάνωνε συνήθως ο Πίνδαρος, ύστερ από παραγγελία τις πιο πολλές φορές, με ποιητικό λόγο, μουσική, ρυθμό, χορευτικό βηματισμό.

Το θαυμασμό που έτρεφε ο αρχαίος κόσμος για το έργο του τον διατυπώνει επιγραμματικά ο Λατίνος ποιητής Οράτιος: «Όποιος βάζει στο νου του να ξεπεράσει τον Πίνδαρο, στηρίζεται σε κεροκόλλητα φτερά, φτιαγμένα από το Δαίδαλο. Η μοίρα του είναι να δώσει το όνομά του σε πέλαγο με διάφανα νερά».

Ο Πίνδαρος
Ο Πίνδαρος

Ο Πίνδαρος γράφει

Διθύραμβος Για τους Αθηναίους

Ολύμπιοι, ρίχτε στο χορό επάνω τη ματιά σας

και την τρισδοξασμένη σας τη χάρη στέλνετε του.

Θεοί, που τριγυρίζετε μέσα στην άγια Αθήνα,

και μες στο πολυσύχναστο και μοσκοβολισμένο,

της πολιτείας αφάλι,

στην αγορά την ξακουστή κι ομορφοστολισμένη,

θυσίαν από ανοιξιάτικα μενεξεδοπλεγμένα

στεφάνια, θεοί, δεχτείτε.

Κι ύστερα από τον Ουρανό, χαρούμενοι σαν πάτε,

ρίξετε πάλι τη ματιά σ΄ εμέ και στο τραγούδι,

για τον κισσοστέφανο θεό, που εμείς οι άνθρωποι

τον κράζουμε Ξεφωνητή και Θορυβογεννήτη.

Του υπέρμαχου πατέρα

το γιο κι απ΄τις Καδμίτισσες γυναίκες τη Σεμέλη

ομορφοτραγουδάμε .

Δεν το ξεχνάει ο ποιητής ν΄αρχίσει το τραγούδι

άμα οι κοκκινοφόρες

ώρες τη μοσχομύριστη την άνοιξη μας φέρνουν,

όταν τ΄ωραίο παλάτι τους ανοίξει. Τότε θεία

λουλούδια στην αθάνατη τη γη τότε φυτρώνουν

και μενεξέδων όμορφα μπουκέτα, τότε σμίγουν

με τα μαλλιά τα ρόδα.

Αρχίστε τα γλυκόλογα τραγούδια με φλογέρες1

Χοροί, τη σγουρομάλλινη Σεμέλη τραγουδάτε!

Η Σαπφώ (630π.Χ.-570π.Χ)

Η Σαπφώ, η αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια με τη μεγαλύτερη φήμη και τα πλουσιότερα ποιητικά χαρίσματα, γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου. Στη Μυτιλήνη είχε ιδρύσει ένα είδος σχολής λυρικής ποίησης, στην οποία φοιτούσαν νέες κοπέλες που προετοιμάζονταν για τη μουσική εκτέλεση των ωδών της. Σημαντικό μέρος της ζωής της πέρασε στη Σικελία, εξόριστη από τον Πιττακό, πολέμιο της αριστοκρατικής τάξης, στην οποία ανήκε η ποιήτρια.

Από το πλούσιο έργο της μας έχει σωθεί πολύ μικρό μέρος, αρκετό όμως γι να δικαιολογήσει το θαυμασμό που προκάλεσε σε όλη την αρχαιότητα (την αποκαλούσαν (Δέκατη Μούσα»). Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που που δίνουν την αληθινή ευγένεια στην ποίηση της Σαπφούς είναι το ότι συμμερίζεται ειλικρινά τα συναισθήματα του άλλου και η βαθιά αίσθηση της ομορφιάς της φύσης, που αναδίνεται από κάθε σχεδόν στροφή των ποιημάτων της. .

Η Σαπφώ
Η Σαπφώ

Η Σαπφώ γράφει

Η ξενιτεμένη φίλη

Συχνά απ΄τις Σάρδεις

σε μας δω πέρα η σκέψη της γυρίζει.

πως ζούσαμε μαζί, τι εφάνταζες μπροστά της

σαν μια θεά, κι η πιο τρανή χαρά της

το δικό σου τραγούδι ήτανε πάντα.

Τώρα μες στις Λυδές γυναίκες ξεχωρίζει,

καθώς σαν πέσει ο ήλιος, η σελήνη

ροδοδάχτυλη λάμπει, τ΄άστρα τ΄άλλα

σκοτεινιάζοντας, κι ίδια γύρω αφήνει

το φως της ν΄απλωθεί, πα σ΄αλμυρά πελάγη

και σε πολύανθες χώρες. Κι έχει πάρει

γλυκιά δροσιά να χύνεται, τα ρόδα

μοσχοβολούν και τ΄απαλό χορτάρι

και το τριφύλλι ολούθε τ΄ανθισμένο.

Κι εκείνη πέρα δώθε τριφυρίζει

την Ατθίδα θυμάμενη, η καρδιά της

η τρυφερή από πόθο πλημμυρίζει

κι απ΄τον καημό βαραίνει μες στα στήθη.

Κι εμάς τις δυο φωνάζει, να βρεθούμε κοντά της.

Όμως…

Προσευχή για τον αδελφό

Κύπρη μου εσύ, κι εσείς Νηρηίδες, κάντε

γερός, εδώ να μου ΄ρθει ο αδελφός μου,

κι όσα καλά η καρδιά του λαχταράει

όλα να γίνουν.

Τα πρωτινά του λάθη να τ΄αφήσει,

έτσι που να΄ναι πια η χαρά των φίλων

κι η πίκρα των εχθρών, μα εχθρός κανένας

πια να μη μας γίνει.

Κι ας το θελήσει να έχει κι η αδελφή του

τιμή απ΄αυτόν, και τα παλιά φαρμάκια,

που τ αφερσίματα του την ποτίσαν,

να ξεχαστούνε.

Αχ, άκουσε με, θεά μου, αν σ΄έχω ευφράνει

με τα τραγούδια, ρίξε στα σκοτάδια

τις συμφορές, και κάθε θλίψη διώξε

από κοντά μας.

Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Μάρτης, η παιχνιδιάρικη κλωστή

Ο Μάρτης ή Μαρτιά είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μύστες έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι, όπως παρατηρεί ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης.

Ο Μάρτης, η παιχνιδιάρικη κλωστή

Η κλωστή του Μάρτη

Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η του Μάρτη, οι μητέρες φορούν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά, για να τα προστατεύει από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες. Ο Μάρτης προφυλάσσει επίσης, όπως πιστεύεται, από τα κουνούπια και τους ψύλλους και ακόμα απομακρύνει τις αρρώστιες και άλλα κακά.

Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι. Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.

Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους ή το καίνε με το αναστάσιμο φως του Πάσχα.

Η Χριστιανική Εκκλησία δια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου θεωρεί το έθιμο ειδωλολατρικό ήδη από το 5ο αιώνα.

Ο Μάρτης στα Βαλκάνια

Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.

Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός – Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.

Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Η φυλάκιση και οι φυλακές

Στην εποχή μας η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκημα είναι σχεδόν συνώνυμο με την «φυλάκιση» δηλαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Ήταν όμως πάντα έτσι;

Η Φυλάκιση

Η φυλάκιση στην Αρχαία Ελλάδα

Μολονότι η ανάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτισης της νομοθετικής τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι άγνωστη στην ελληνική αρχαιότητα.

Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επιβάλλεται από τον κρατούντα την εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα. Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δεμένος στον Καύκασο. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμβάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμηθέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορολογία του ποινικού δικαίου της εποχής του για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του. Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επειδή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δεσμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή αγορά. Το κτίσμα αυτό γνωστό ως Πόρος, έχει ταυτιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προμηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριο του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια. Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και παράλληλα τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό.

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οικήματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μία φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλλαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμενους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαιρετική ποινή σε όποιον γινόταν αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτιστεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό-συμβολικό πλαίσιο, σύμφωνα με τον Παυσανία, οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον.

Η συνήθης τιμωρία των δούλων στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα δεσμά και ένας πρόχειρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του περιορισμού των πολιτών στη φυλακή, που τουλάχιστον, μέχρι τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν φειδωλή, αφού τα πρόστιμα ήταν η πιο συνήθης επιβαλλόμενη ποινή.

Τα πρόστιμα όμως ήταν πολλές φορές εξοντωτικά. Συχνά βλέπουμε στους δικανικούς λόγους τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλακή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μιλτιάδης ο οποίος πέθανε στη φυλακή (489π.Χ.) αδυνατώντας να πληρώσει ένα χρηματικό πρόστιμο 50 ταλάντων που του είχε επιβληθεί.

Τα υπόγεια της Αρχαίας Ρώμης

Η στέρηση της ελευθερίας στη Ρώμη μπορούσε να απορρέει είτε από δημόσια αρχή είτε από ιδιώτη. Ο οφειλέτης που δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος του υποχρεώνεται σε δουλική εργασία μέχρι να αποσβεστεί το χρέος. Η φυλακή στη Ρώμη δεν αφορά έναν τόπο εγκλεισμού αλλά τις συνθήκες και τον τρόπο φυλάκισης. Οι αρχές είχαν τη δυνατότητα να θέσουν ένα άτομο σε λίγο ή πολύ μακρόχρονη κράτηση και ταυτόχρονα εκτός της ζωής της πολιτείας.

Στη αρχαϊκότατη εποχή οι φυλακισμένοι κλείνονταν σε κιβώτια από ξύλο δρυός και αφήνονταν στην τύχη τους με επακόλουθο έναν βασανιστικό θάνατο αργά ή γρήγορα από ασφυξία, ασιτία, δίψα ή παθολογικά αίτια κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, εκτός κι αν ο δήμιος τους θανάτωνε είτε με στραγγαλισμό είτε με καταβαράθρωση. Στην μετέπειτα εποχή της δημοκρατικής Ρώμης η διατήρηση της βασικής ιδέας της εγκατάλειψης του φυλακισμένου από την οργανωμένη πολιτική κοινωνία εκφράζεται ακόμη και με τη διαρρύθμιση των χώρων της ρωμαϊκής φυλακής, η οποία φαίνεται να υπακούει σε μια πάγια διάταξη: στο επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους υπήρχε το κτίσμα για χρήση των δεσμοφυλάκων, όπου προφανώς γινόταν η καταγραφή των προσαγομένων προς φυλάκιση ανθρώπων και ακριβώς από κάτω ένα υπόγειο όρυγμα χωρίς ίχνος φωτός, το οποίο αποτελούσε την κυρίως φυλακή.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο αιχμάλωτος Μακεδόνας βασιλιάς Περσέας, μετά την ήττα του στην Πύδνα, φυλακίστηκε σε ένα υπόγειο δωμάτιο χωρίς κανένα άνοιγμα για να μπαίνει φως και τέτοιου μεγέθους ώστε να χωρούσαν στην καλύτερη περίπτωση εννέα κρεβάτια. Εκεί συνωστίζονταν οι φυλακισμένοι οι οποίοι κατέληγαν σε ζωώδη κατάσταση μέσα σε ένα αποπνικτικό περιβάλλον που δημιουργούσαν οι οσμές από τα σαπισμένα αποφάγια και τα συσσωρευμένα περιττώματα και σωματικά υγρά.

Η παροχή στέρεας τροφής για τους φυλακισμένους στην Αρχαία Ρώμη ήταν τόση όση χρειαζόταν για να διατηρηθούν οι ζωτικές λειτουργίες. Μπορούσε όμως ακόμη και αυτή η ελάχιστη τροφή να πάψει να παρέχεται ύστερα από εντολή της συγκλήτου, του άρχοντα ή και με απόφαση των δεσμοφυλάκων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η εκτέλεση απέβαινε πράξη οίκτου και ο θάνατος λύτρωση.

Σε απόλυτη συνάφεια με όλο αυτό το αποτρόπαιο περιβάλλον βρισκόταν ρόλος του δήμιου όσο και το προσωπικό του καθεστώς. Ο άνθρωπος αυτός είχε αποστολή το στραγγαλισμό του φυλακισμένου κατά κανόνα ή σε ορισμένες περιπτώσεις, τη θανάτωση με άλλους τρόπους. Κινούμενος στον κόσμο του θανάτου και της απόρριψης από την κοινωνία ο δήμιος ήταν συχνά βαρβαρικής καταγωγής, δεν είχε δικαίωμα να ζει μέσα στην πόλη και μετά το θάνατο του απαγορευόταν η ταφή του σώματος του.

Η φυλάκιση στο Βυζάντιο

Ποινές στερητικές της ελευθερίας, κυρίως η φυλάκιση και κάθειρξη, δεν γνώριζε καταρχήν το βυζαντινό δίκαιο. Τις αντικαθιστούσαν οι διάφορες μορφές καταναγκαστικών έργων και εξορίας που συνεπάγονταν ολοκληρωτική στέρηση ή, έστω, περιορισμό της ελευθερίας.

Η μη πρόβλεψη των ποινών στερητικών της ελευθερίας δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν φυλακές. Χρησίμευαν όμως όχι για την τιμωρία των εγκληματιών αλλά για τη φύλαξη τους. Οι φυλακές προορίζονταν για την κράτηση των υποδίκων (προσωρινή κράτηση, σήμερα) ή, ενδεχομένως οφειλετών του δημοσίου, όχι όμως των καταδίκων αφού τέτοια ποινή δεν προέβλεπαν οι νόμοι.

Η άγνοια των ποινών φυλάκισης και κάθειρξης στη βυζαντινή έννομη τάξη δεν απέκλειε τις καταχρήσεις. Είναι φανερό πως στην πράξη η κράτηση κάποιου επί αόριστο χρονικό διάστημα χωρίς δίκη, ελάχιστα θα διέφερε από μια καταδίκη σε φυλάκιση ή κάθειρξη. Συχνά, γινόταν αυτό μετά από εντολή του αυτοκράτορα σε περιπτώσεις συνωμοσίας ή άλλων συναφών εγκλημάτων.

Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, η αυτοκρατορία συρρικνώνεται με συνέπεια να μειώνονται και τα μέρη που προσφέρονταν για εξορία και καθιερώνεται για πρώτη φορά ποινή ισόβιας κάθειρξης για τους δράστες ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως.

Τα κελιά των φυλακών ήταν πολλές φορές τόσο στενά που οι κρατούμενοι ήταν αναγκασμένοι να κοιμούνται όρθιοι. Εφόσον υπήρχε η ευχέρεια και το επέτρεπαν ο φύλακες (συχνά έναντι ανταλλάγματος) συμπλήρωναν την ελάχιστη τροφή οι γυναίκες, οι αδελφές ή οι κόρες των κρατουμένων την τροφή που τους ήταν απαραίτητη για να κρατηθούν στη ζωή.

Οι χώροι φυλάκισης ήταν υπόγειοι και γι’ αυτό δεν είχαν αερισμό και φως. Ο μόνος φωτισμός που θα μπορούσαν να έχουν οι φυλακισμένοι μπορούσε να προέρχεται από λυχνάρι ή καντήλι, το λάδι των οποίων όφειλαν οι κρατούμενοι να προμηθεύονται με δικές τους δαπάνες. Η έλλειψη αερισμού και εγκαταστάσεων υγιεινής είχε συνέπεια την ανυπόφορη δυσοσμία.

Ήδη από την πρώιμη περίοδο, λειτούργησε ως υποκατάστατο της ποινής ο εγκλεισμός των δραστών ορισμένων εγκλημάτων σε μοναστήρια. Η τάση αυτή εμφανίζεται στην πολιτειακή νομοθεσία της Ανατολής για πρώτη φορά. Ο εγκλεισμός αυτός αφορούσε άνδρες και γυναίκες που είχαν διαπράξει αδικήματα σχετικά με το γάμο και την οικογένεια και τη γενετήσια ζωή. Ακόμη αφορούσε κληρικούς και μοναχούς που με τη συμπεριφορά τους είχαν παραβιάσει τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Εκκλησία, ενδεχομένως και στην πολιτεία.

Ιστορικές και φιλολογικές πηγές μας πληροφορούν για την τοποθεσία των φυλακών, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, πολλές από τις οποίες ήταν μέσα ή κοντά στο ιερό παλάτιο. Από τις αρχαιότερες ήταν το λεγόμενο Πραιτώριον, σε διώροφο κτίσμα που δώρισε μια ευγενής. ίσως πιο παλιά ήταν τα Νούμερα, που πήραν το όνομα τους από το διαμέρισμα των ανακτόρων που στεγαζόταν η φρουρά. Άλλη φυλακή υπήρχε στα υπόγεια των ανακτόρων του Βουκολέοντος, καθώς και στο Ζεύξιππο. Με αφορμή τον εγκλεισμό διαφόρων προσωπικοτήτων μνημονεύονται ευκαιριακά στις πηγές και άλλες φυλακές μέσα και έξω από την πρωτεύουσα.

Πηγή: http://www.enet.gr