Ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929)

Ο Γιάννης Ψυχάρης (15 Μαΐου 1854-29 Σεπτεμβρίου 1929) ήταν Έλληνας γλωσσολόγος και λογοτέχνης, καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι. Υπέρμαχος του δημοτικισμού. Έλαβε μέρος στο κίνημα του δημοτικισμού για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους.

Ο Γιάννης Ψυχάρης
Ο Γιάννης Ψυχάρης

Ο Βίος του Γιάννη Ψυχάρη

Ο Γιάννης Ψυχάρης γεννήθηκε την Οδησσό της Ρωσίας (σημ. Ουκρανία). Ο πατέρας του ήταν από τη Χίο και η μητέρα του από την Ήπειρο. Ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι, αφού η μητέρα του πέθανε 18 μήνες μετά τη γέννηση του και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Η οικονομική ευμάρεια του πατέρα του, επέτρεψε στον Ψυχάρη να μην του λείψει τίποτα. Μεγάλωσε σύμφωνα με τους τύπους και το γράμμα της αριστοκρατίας. Πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει Φιλολογία, Φιλοσοφία και Γλωσσολογία. Έπειτα πήγε στη Γερμανία όπου σπούδασε Γερμανική Φιλολογία. Επέστρεψε στο Παρίσι. Το 1884 έγινε υφηγητής της Γλωσσολογίας στη Σορβόνη, παίρνοντας την έδρα του δασκάλου του και ελληνιστή Εμίλ Λεγκράν. Στη συνέχεια διορίστηκε ως καθηγητής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών και στη Σχολή Ανατολικών Σπουδών. Στην Ελλάδα ο Ψυχάρης ήρθε μόνο πέντε φορές για να προχωρήσει κάποιες μελέτες του.

Παρ’ όλη την οικονομική του άνεση και την κοινωνική του θέση ο Γιάννης Ψυχάρης δεν έζησε ήρεμη οικογενειακή ζωή. Στα 1912 χώρισε με την πρώτη του γυναίκα. Στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε και τους δύο γιου του. Η δεύτερη γυναίκα του δεν κατάφερε να του δώσει την οικογενειακή θαλπωρή που τόσο αναζητούσε ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης.

Μια φοβερή αρρώστια τον καθήλωσε στο κρεβάτι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Δεν έχασε, όμως, ούτε για μια στιγμή την πνευματική του διαύγεια.Και από τη θέση αυτή συνέχιζε να γράφει. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1929 ο Γιάννης Ψυχάρης άφησε στο Παρίσι την τελευταία του πνοή, αφήνοντας το δημοτικιστικό κίνημα χωρίς αρχηγό. Η ταφή του έγινε στη Χίο, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ο Εμμανουήλ Μπενάκης φρόντισε να αγοράσει και να σώσει την αξιόλογη Βιβλιοθήκη του Γιάννη Ψυχάρη. Σήμερα η Βιβλιοθήκη αυτή αποτελεί παράρτημα της «Βιβλιοθήκης Μπενάκη».

Ο συγγραφέας Γιάννης Ψυχάρης

Ο Γιάννης Ψυχάρης διακρίθηκε ως φιλόλογος και συγγραφέας. Έγραψε πολλά έργα στην ελληνική, τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Σε αυτά απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή. Είναι ένας ρεαλιστής συγγραφέας που περιγράφει αυτά που είδε και έζησε. Ο Ψυχάρης, όμως, είδε και έζησε τη ζωή ως αστός, ως κυρίαρχος. Δεν εμβάθυνε στο θέμα του, ούτε προσπάθησε να δει τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στους οικονομικά ασθενέστερες και κοινωνικά κατώτερες κοινωνικές τάξεις του λαού.

Αυτή του η στάση δημιουργεί μια ανεξήγητη αντινομία. Ο άνθρωπος που πρώτος τόλμησε να ικανοποιήσει το αίτημα των απλών ανθρώπων για το θέμα της γλώσσας, ερχόμενος σε αντίθεση με τους λόγιους της κοινωνικής του τάξης, τους αστούς, δεν προσπάθησε να αγγίξει ή να δει τα προβλήματά τους. Δηλαδή από τη μια ο Ψυχάρης αδιαφόρησε για τη γνώμη των λογίων αστών στο θέμα της γλώσσας, και από την άλλη έβλεπε και περιέγραφε τα πάντα από τη μεριά τους. Κι όμως ως πνευματικός και μορφωμένος άνθρωπος όφειλε να δει πως πίσω από το πρόβλημα της γλώσσας υπήρχαν άλλα, πιο πολύπλοκα και ουσιώδη.

Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Ψυχάρης υπήρξε μια σημαντική φυσιογνωμία της λογοτεχνίας μας και ένας πρωτοπόρος αγωνιστής του δημοτικισμού, που με την πνευματική του δημιουργία συνετέλεσε στην ανοδική πορεία του τόπου μας.

Σε όλα τα έργα του κυριαρχεί η λαϊκή γλώσσα. Τη γλώσσα αυτή την υποστήριζε με όλες του τις δυνάμεις, διακηρύσσοντας μάλιστα ότι έπρεπε να καθιερωθεί σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου έτσι όπως μιλιέται από το λαό, χωρίς γραμματικές ή συντακτικές μεταποιήσεις. Ο Γιάννης Ψυχάρης, όμως, δεν απέφυγε και ένα λάθος: προσπάθησε να βάλει αυτή τη γλώσσα σε καλούπια.

Το γκρέμισμα της καθαρεύουσας ήταν δυνατό και για την εποχή εκείνη η γλωσσική του μεταρρύθμιση, ο «ψυχαρισμός» όπως ονομάστηκε, ήταν μια αληθινή επανάσταση που προκάλεσε αρκετό μίσος και επικρίσεις της κοινής γνώμης και των ειδικών στα θέματα αυτά.

Ολόκληρη η γλωσσική μεταρρύθμιση του Ψυχάρη εφαρμόστηκε στο έργο του «Το Ταξίδι μου», που εκδόθηκε το 1888. Μέσα στο έργο αυτό, που έχει ιστορική αξία, φαίνεται καθαρά η γλωσσική θεωρία του, που αποτελεί μια αναγέννηση για τη λογοτεχνία μας.

Ωστόσο ο Ψυχάρης στον αγώνα του για την επικράτηση της δημοτικής δεν ήταν μόνος. Ένα πλήθος από αξιόλογους λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης, ο Εφταλιώτης, ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας και ο Πάλλης, τάχθηκε με το μέρος του και τον υποστήριξε θερμά.

Μετά «Το Ταξίδι μου» ο Ψυχάρης εξέδωσε και άλλα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, σε γλώσσα δημοτική: «Η Τζούλια», «Ζωή και Αγάπη στη μοναξιά», Τα δυο αδέλφια», «Αγνή», «Τα δυο τριαντάφυλλα», «Η άρρωστη δούλα».

Η κριτική του έργου του είναι αντιφατική, γιατί επηρεάστηκε και από τις αντιπάθειες που είχε. Έτσι από πολλούς χαρακτηρίστηκε αριστουργηματικό και από άλλους ψυχρό και ασήμαντο. Η αλήθεια είναι το έργο του σε ορισμένα σημεία, στην προσπάθεια του να εφαρμόσει τα γλωσσικά του πιστεύω, φαίνεται να χάνει τον αυθορμητισμό του και να γίνεται πλαστό. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως δεν έχει αξία. Αντίθετα, αποτελεί αξιόλογο μέρος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Το γλωσσικό ζήτημα (αρχές 20ου αιώνα)

Το γλωσσικό ζήτημα έγκειται στον γλωσσικό διχασμό, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τη διάρκεια της ιστορίας 20 αιώνων του γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Το γλωσσικό ζήτημα

Το γλωσσικό ζήτημα ως ιδεολογική αντιπαράθεση

Η αναγνώριση μιας ενιαίας γλώσσας ως κατ’ εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κυρίου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους. Η στροφή προς την ομιλουμένη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονταν στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν τα ζητήματα τς αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους.

Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής γράφει στα 1790: «Η αιτία που μεταχειρίσθην απλούν ύφος ήτον δια να μην προξενήσω με τη γριφότητα του ελληνισμού{αρχαϊσμού) εις τους άλλλους εκείνο όπου ο ίδιος έπαθα σπουδάζοντας». Ενώ η πατριαρχική εγκύκλιος του 1798 καταδίκαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» του Ρήγα, όχι μόνο για το επαναστατικό της περιεχόμενο, αλλά και για το ότι ήταν γραμμένη «εις απλήν φράσιν ρωμαϊκήν».

Η γλωσσική σύγκρουση εξέφρασε το σύνολο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της ελληνικής κοινωνίας κυρίως από τη στιγμή που η συσπείρωση γύρω από τη δημοτική γλώσσα συνέδεσε το ζήτημα με την εκπαίδευση και διατύπωσε με επιμονή αιτήματα εκσυγχρονισμού των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, οι δύο γλωσσικές μορφές της δημοτικής και της καθαρεύουσας, πήραν διαστάσεις ισχυρών συμβολισμών, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου, αλλά σε συγκεκριμένες αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τη ζωή και την κοινωνία.

Η παρακολούθηση της μακράς και αντιθετικής πορείας αυτών των συμβολισμών δείχνει ότι η αντίληψη για τη δημοτική γλώσσα βιώθηκε ως μία σοβαρή απειλή καθιερωμένων συμπεριφορών και πατροπαράδοτων τρόπων ζωής. Ο δημοτικισμός δηλαδή ως κίνημα βιώθηκε από τους αντιπάλους του ως κίνημα εκσυγχρονιστικό.

Το εκσυγχρονιστικό θεωρήθηκε πάντα συνώνυμο του δυτικού, αφού οι έννοιες του εκσυγχρονισμού και της νεωτερικότητας είχαν παραχθεί στη Δύση. Άρα βιώθηκε ως κίνημα ξενόφερτο. Και ως ξενόφερτο, θεωρήθηκε πάντα υπονομευτικό των ηθών, επιβουλευτικό της θρησκείας και ύποπτο προδοσίας. Γι’ αυτό και η άμυνα απέναντι του οργανώθηκε με όρους που αναφέρονταν ακριβώς σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.

Το δημοτικιστικό κίνημα

Την άποψη για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου τη συστηματοποίησε ο Ψυχάρης. Της εξασφάλισε, μάλιστα, θεωρητικά γλωσσολογικά θεμέλια και ιδεολογικό εξοπλισμό. Πρόκειται για στοιχεία που της επέτρεψαν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα, το κίνημα του δημοτικισμού. Τα στοιχεία αυτά τα αναγκαία για τη συγκρότηση του κινήματος, τα προσέφερε, πρώτος, ο Ψυχάρης. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο την αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη μιας δημοτικιστικής συνείδησης, τουλάχιστον στην λογοτεχνία, την έδωσε η συμβολή του Εμμανουήλ Ροΐδη, αυτού του κατ’ εξοχήν νεωτερικού συγγραφέα και μοναδικού τεχνίτη του καθαρολογικού ύφους. Το 1893 εκδίδει τα Είδωλα, μια απολογία της δημοτικής, γραμμένη σε αριστοτεχνική καθαρεύουσα. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δηλώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χρονολογείται το «οριστικό διαζύγιο της ελληνικής λογοτεχνίας με την καθαρεύουσα». Άλλη μια απόδειξη ότι το διακύβευμα στη γλωσσική υπόθεση δεν ήταν απλώς του γλωσσικού οργάνου, αλλά μια αντίληψη περί ζωής.

Στα επόμενα χρόνια και όσο το κίνημα αναπτυσσόταν, δηλαδή όσο τα θεμέλια τη νεωτερικότητας γίνονταν στερεότερα, τόσο μεγάλωναν και οι κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες πήραν τελικά μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και πολιτικού διωγμού. Απέναντι στις εκσυγχρονιστικές πιέσεις οργανώθηκε μια άμυνα, η οποία παρέπεμπε, πάντα, στην προάσπιση τομέων της ζωής που δεν είχαν καμία σχέση με το ζητούμενο του εκσυγχρονισμού, αλλά είχαν σχέση με τις βαθύτερες ευαισθησίες των ανθρώπων. Παρέπεμπε, δηλαδή, στην προάσπιση της ηθικής, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού. Έτσι, το ιδεολόγημα που ενέπνευσε τις συντηρητικές δυνάμεις στηρίχθηκε σε αυτές τις τρεις έννοιες, οι οποίες βρίσκονταν στην καρδιά οποιασδήποτε πολεμικής απέναντι σε κάθε νεωτεριστική απόπειρα: από τις αρχές το 20ου αιώνα και μετά η δημοτική γλώσσα δεν ήταν πια απλώς «αγελαία» και «χυδαία». Ήταν «ανήθικη, αντεθνική και αντιθρησκευτική».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανιζόταν εφ’ εξής το γλωσσικό ζήτημα: κρατική και διοικητική επέμβαση, η οποία κατέληξε να γίνει θεσμική, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος, από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση των λογίων και επιχειρηματιών της διασποράς. (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής ήταν η δημιουργία συλλόγων -«Εθνική Γλώσσα» (1905), «Εκπαιδευτικός Όμιλος» (1910), «Φοιτητική Συντροφιά» (1910)- και η έκδοση εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924).

Ο Φώτης Φωτιάδης αγγίζει από πολύ νωρίς ένα ακανθώδες ζήτημα: οι δημοτικιστές ήταν αναγκασμένοι, επί δεκαετίες, να καταφεύγουν στην καθαρεύουσα προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα για να ζήσουν. Για τη στάση τους αυτή, επικρίθηκαν δριμύτατα από τον Ψυχάρη. Ο γλωσσολόγος Μένος Φιλήντας ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος και μαχόμενος οπαδός του Ψυχάρη σχολιάζει αυτή τη στάση του τελευταίου: «…ο Ψυχάρης στάθηκε αγωνιστής και πολεμιστής για τη γλώσσα γιατί ζούσε στο εξωτερικό. Αν ζούσε εδώ (…) ίσως θ’ αναγκαζόταν να γράψει και στην καθαρεύουσα για να ζήσει, όπως αναγκαστήκαμε λίγο πολύ όλοι εμείς οι άλλοι (…) γιατί έτσι το ‘θελε το κράτος που μας είχε υπαλλήλους ή έτσι το ‘θελαν οι χρηματοδότες μας αγοράζοντας την πέννα μας για να ‘χουνε μεγαλύτερη κυκλοφορία τα έργα που τυπώνανε».

Απόπειρα εισόδου τη δημοτικής σε ένα άλλο θεσμικό χώρο, στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγινε στην κρίσιμη τριετία των αρχών του 20ου αιώνα, με μία απόφαση, γραμμένη εξολοκλήρου στη δημοτική, την οποία εξέδωσε το 1901 ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου Βόλου Ξενοφών Στελλάκης. Το γεγονός έμεινε μεμονωμένο και η ίδια η απόφαση μετά από παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσύρθηκε και δεν καταχωρίσθηκε ποτέ στα αρχεία του δικαστηρίου. Το κείμενο έφτασε στα χέρια του Ψυχάρη, οποίος το αναδημοσίευσε, τόνισε τη σημασία της απόφασης, την αποκάλεσε ιστορική και αντί να περιοριστεί στην υπογράμμιση της πρωτοφανούς σε τόλμη ενέργειας, έκανε 96 γραμματικές διορθώσεις, τις οποίες δημοσίευσε αργότερα. Πρόκειται για ενδιαφέρον παράδειγμα της αδυναμίας του Ψυχάρη να αντιληφθεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συναγωνιστές του στην Ελλάδα.

Αντι-δημοτικιστικές αντιδράσεις

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η αναμέτρηση οδήγησε στα μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν, με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα στο δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Αρχές του 1901 κυκλοφόρησε η Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένη σε αυστηρή ψυχαρική γλώσσα. Προκάλεσε έντονη επικριτική ορθογραφία, ακόμη και από τους συμπαθούντες τη δημοτική. Τέλη του 1901 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ακολούθησαν τα «Ευαγγελικά». Το 1903 ανέβηκε στο τότε Βασιλικό Θέατρο η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Ακολούθησαν τα «Ορεστειακά».

Για τις δύο μεταφράσεις τη λαϊκή ανησυχία και την κοινωνική ταραχή δεν τις προκάλεσε τόσο η μετάφραση στη δημοτική αλλά αυτή καθαυτή η μετάφραση. Η μετάφραση εξελήφθη ως αλλοτρίωση αγαθών, τα οποία είναι εξ αποκαλύψεως τμήμα της ελληνικής οντότητας. Τα κείμενα των Ευαγγελίων είναι γραμμένα στην ελληνική. Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά, Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο κείμενο. όταν μεταφράζεται εξισώνεται με όλα τα μεταφρασμένα. Μαζί με τις αντιδράσεις για την επαπειλούμενη αλλοτρίωση από τις μεταφράσεις, συνυπολογίζονται οι αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο του Αργύρη Εφταλιώτη, Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης.Ο λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό εισάγει τον όρο Ρωμιός στην ιστοριογραφία. Ο όρος είναι σε χρήση και δεν φαίνεται να ενοχλεί σε άλλους τομείς της ζωής ή των γραμμάτων.

Το βιβλίο εισάγει στην ιστοριογραφία ένα ιστορικά προσδιορισμένο που ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πέραν του τόπου και του χρόνου έννοια του Έλληνα και παραπέμπει σε γεωγραφικούς χώρους και σε χρονικές περιόδους συνύπαρξης άλλες εθνότητες. Έλληνας είναι ο Έλληνας του Ισοκράτη. Ρωμιός είναι ο συγκάτοικος του Αρμένιου, του Εβραίου, του Τούρκου.

Ο χαρακτηριστικός συμβολισμός που ανέδιδαν και τα τρία γεγονότα δημιούργησε την απτή αίσθηση ότι ενεδρεύει ένας μεγάλος, καθολικός κίνδυνος, η συμπλοκή των δύο εννοιών, ελληνικό και χριστιανικό. Απόδειξη το πόσο σοβαρά προσελήφθη ο επαπειλούμενος κίνδυνος και πόσο βαθιά ριζώθηκε στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι τα σοβαρά θεσμικά μέτρα που πάρθηκαν για να οχυρώσουν το ιδεολόγημα, η νοοτροπία που παγιώθηκε στην αντιμετώπιση του εκ μέρους των πνευματικών θεσμών, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία κλπ.

Νομοσχέδιο για το γλωσσικό ζήτημα

Το 1907 η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό ζήτημα είχε σχέση με τα βιβλία και τη γλώσσα στην οποία θα ήταν γραμμένα. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο: το εθνικό: αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος», το θρησκευτικό: «Η γλώσσα η ελληνική είναι η γλώσσα την οποία ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον ότι ο Χριστός ομίλει την ελληνικήν. Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός».

Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Όμως η καταστολή είχε αρχίσει και κλιμακώθηκε με διοικητικά μέτρα. Το Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς, τότε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής επίσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζιδάκις, για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί με την ισχύ νόμου. Ωστόσο, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, το 1911, η χρήση της καθαρεύουσας θα επιβληθεί όχι απλώς από νόμο, αλλά από ειδική διάταξη που θα μπει στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 από τον ίδιο το Βενιζέλο, πιεζόμενο από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του κόμματός του.

Πηγή: http://www.enet.gr

Μαρίνος Κοντάρας

Οι νησιώτικες ιστορίες είναι μία συλλογή σύντομων διηγημάτων του Αργύρη Εφταλιώτη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κλεάνθους Μιχαηλίδη). Σε αυτή την έκδοση συμπεριλαμβάνονται 35 διηγήματα. Ένα από αυτά είναι και ο Μαρίνος Κοντάρας απόσπασμα του οποίου θα διαβάσουμε παρακάτω. Αν και δεν ορίζεται συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο συγγραφέας αναφέρεται στην εποχή του και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εφταλού και τη Λέσβο γενικότερα. Κεντρικό θέμα είναι η ήμερη ζωή των ανθρώπων του νησιού του, ειδωμένη με τη νοσταλγία του ξενιτεμένου, όπως ήταν ο ίδιος ο Εφταλιώτης.

Μαρίνος Κοντάρας

Μαρίνος Κοντάρας

…Ο παπάς τους τα ΄σιαξε όλα. Άμα μπήκε σπίτι, πάει ίσια στον αδελφό της κοπέλας, που κάθονταν εκείνη την ώρα κι ακουμπούσε τα μάγουλα του στα δυο του χέρια με τους αγκώνες στα γόνατα, κοιτάζοντας άγρια σαν τρελός, καιτου λέει:

-Παιδί μου η ευκή του Θεού να είναι μαζί σου, μη φοβάσαι καθόλου. Η αδελφή σου αυτήν την ώρα είναι αγνή και τιμημένη, καθώς ήταν τη στιγμή που γεννήθηκε. Εκείνος που την πήρε είναι άλλος άνθρωπος τώρα. Να ο όρκος του. Α σε ξέρεις γράμματα, να σου τόνε διαβάσω: «Ορκίζομαι στο Βαγγέλιο και στον Αη-Νικόλα – μεγάλη η χάρη του- πως απ΄αυτή την ώρα που παίρνω τη Λεμονή του μαστρο-Βασίλη από το Νεροχώρι, για γυναίκα μου, ως το τέλος της ζωής μου, θ΄αφήσω τη θάλασσα, δε θ΄αγγίξω μαχαίρι, θα ζήσω κοντά της στο Νεροχώρι, δε θα της ξεστομίσω ποτές πικρό λόγο, μόνο θα ζήσω και θα πεθάνω ειρηνικά και αγαπημένα. Μαρίνος Κοντάρας.»

Ο Φυσέκης άφρισε. Ο παπάς, μεγαλάνθρωπος, που είδε και αυτός κόσμο στον καιρό του, τους προστάζει όλους να φύγουν από κοντά τους. Μια ώρα μείνανε μοναχοί. Ο Γληγόρης να μουγκρίζει και να δέρνεται, και ο παπάς να του ψάλλει. Σαν άρχιζε να γλυκοχαράζει, ακούγαμε απ΄έξω λιγότερες φωνές και πιότερες ομιλίες. Και σα χτυπούσε ο ήλιος το κορφοβούνι εκειδά, ο παπάς, ο Γληγόρης και όλο το συγγενολόι με μερικούς γειτόνους και με τα παιχνίδια μπροστά, κατεβαίνανε στο γιαλό να ανεβάσουν το γαμπρό και τη νύφη.

Σαν είδαν βιολιά και χαρές ο Μαρίνος και οι δικοί του αρχίσανε να κλαίνε σα μωρά παιδιά απ΄τη χαρά τους. Η Λεμονή δε βάσταξε πάλι και λιγοθύμησε. ώρα της το΄χυσε ο Γληγόρης τ’ ανθόνερο. Τη συνέφερε και την έβγαλ΄έξω.

Όλο το χωριά μαζεύτηκε κάτω. Ανεβήκαμε όλοι με τα ”τραγούδια της νύφης”. Δε θα ξεχάσω ποτέ τ΄ανέβασμα εκείνο. Πήγαμε πρώτα στον Αη-Νικόλα. Εκεί έταξε ο Μαρίνος να κάμει τη βάρκα του ασημένιο καντήλι. Θα το είδες σήμερα αυτό το καντήλι.

Σαν προσκύνησαν πήγανε σπίτι. Μαζεύονται οι γυναίκες, στολίζουν τη νύφη, αρχινάει ο γάμος. Ανάποδος γάμος, πρώτα το στεφάνωμα, ύστερα οι χαρές. Μερόνυχτα βάσταξε το ξεφάντωμα. Μπήκα κι εγώ στο χορό τότες, παιδί αμούστακο, πρώτη φορά. Γι΄αυτό και τα θυμούμαι τόσο καλά. Μα που να σου τα διηγηθώ όλα αφεντικό!

Εδώ παρακάλεσα το γέρο Θανάση να μη μου πει άλλα σήμερα γιατί πέρασ΄ η ώρα και πρέπει να ξεκινήσω. Τον κέρασα λοιπόν ένα ποτήρι και τον καλοβράδιασα.

-Μα δεν τά ‘κουσες όλα αφεντικό! Δεν άκουσες τι άνθρωπος έγινε ύστερα τ΄αγγελοκάμωτο εκείνο το θεριό! Τι καλοτυχιά που την είχε με τη Λεμονή του και με τ΄αμπελάκι που τους έδωσε ο Γληγόρης! Δε σου είπα πως για χρόνια μήτε να ψαρέψει δεν ήθελε, ώσπου ήρθε ο παπάς το Καλοχωριού που τους είχε στεφανωμένους κι είπε πως ήρθε στον ύπνο του ο Αη-Νικόλας θυμωμένος που δεν ψάρευε πια ο Μαρίνος! Και τότες άρχισε να παίρνει κάποτες το πεζόβολο και να βγάζει ψάρια της γυναικούλας του.

Τι τα θες αφεντικό, πενήντα χρόνια έζησαν έτσι αγαπημένα κι έτσι πεθάνανε σήμερα. Ένα καημό τον είχανε μονάχα που δεν κάμανε και παιδιά. Μα κάθε άλλο καλό του κόσμου το είχανε. Ήτανε θέλημα Θεού να σώσει την ψυχή του ένα κορίτσι, μια γυναίκα! Κι ύστερα λεν, πως μας κολάζουν οι γυναίκες! Μα είναι βλέπεις, γυναίκες και γυναίκες, αφεντικό! Δες τώρα τη δική μου τη στρίγγλα και πες μου αν δεν κάμω φρόνιμα που περνώ τη βραδιά μου στο καπηλειό!

-Ε, καλό βράδυ καπετάνιο μου, πρέπει να πάω ν΄ανάψω ένα κερί και να φύγω, γιατί θα θυμώσει και μένα η γυναίκα μου, αν πολυαργήσω.

Κι έτσι σηκώθηκε κι έφυγε.

Ξαναπηγαίνω στην εκκλησιά. Ήθελε ακόμα καμιά ώρα να βασιλέψει ο ήλιος. Όλα ήσυχα στο κοιμητήριο. Η θύρα κλεισμένη, μήτε παπάς, μήτε νεκροθάφτης. Ανοίγω, μπαίνω μέσα, πηγαίνω κατά τον τάφο της θεια-Λεμονής, Βρίσκω δύο τάφους τώρα πλάγι πλάγι, κι απάνω τους σταυρό καμωμένο με τ΄αξίνι και με το φτυάρι. Έσκυψα μπρος στους δύο τάφους. και παρακάλεσα το Θεό να γεμίσει τον κόσμο τέτοια ταίρια, που αρχινούν τη ζωή τους αγκαλιασμένα και κατεβαίνουνε στο χώμα χέρι με χέρι.

Αργύρης Εφταλιώτης

Πηγή: http://homoinformaticus.eu/

Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849 –1923)

Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1 Ιουλίου 1849 – 25 Ιουλίου 1923) είναι ο Έλληνας λογοτέχνης (ποιητής και πεζογράφος) Κλεάνθης Μιχαηλίδης. Το ψευδώνυμο του ποιητή είναι απόρροια της νοσταλγίας του: Προέρχεται από την Εφταλού’, παραθαλάσσια τοποθεσία και σήμερα οικισμό στις βορειότερες ακτές της Λέσβου (το όνομα προέρχεται από το «Ευθαλού» = ευ + θάλλω, δηλαδή «πρασινίζω καλά»).

Ο Αργύρης Εφταλιώτης, κατά κόσμον Κλεάνθης Μιχαηλίδης
Ο Αργύρης Εφταλιώτης

Ο Αργύρης Εφταλιώτης γεννήθηκε στην κωμόπολη Μήθυμνα Λέσβου, όπου και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε ιδρύσει και διατηρούσε εκεί ιδιωτικό σχολείο. Το 1866 όμως ο πατέρας του πέθανε, οπότε τον διαδέχθηκε ο ίδιος σε ηλικία 17 ετών ως δάσκαλος στο σχολείο.

Αργότερα, ο Αργύρης Εφταλιώτης πήγε να εργασθεί ως έμπορος, πρώτα στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον εκεί εγκατεστημένο θείο του Κέπετζη. Ο θείος του στη συνέχεια τον έστειλε στο Μάντσεστερ, όπου είχε υποκατάστημα τού εμπορικού οίκου του. Στην πόλη αυτή, το εμπορικό δαιμόνιο του μελλοντικού λογοτέχνη τον ώθησε να ανοίξει δική του εμπορική επιχείρηση. Μη μπορώντας να ανταγωνισθεί τελικώς το μεγάλο κεφάλαιο, κατέληξε ως υπάλληλος στον οίκο των Ράλληδων.

Στο μεταξύ ο Εφταλιώτης είχε γνωρισθεί στο Μάντσεστερ με τον Αλέξανδρο Πάλλη, του οποίου οι θέσεις πάνω στο γλωσσικό ζήτημα κλόνισαν και επηρέασαν αποφασιστικά τις αρχικές δικές του ιδέες, την πνευματική του εξέλιξη και τις πνευματικές του πεποιθήσεις από τον ακμαίο τότε λογιοτατισμό τον οποίο και πρέσβευε ο Πάλλης. Νυμφεύτηκε με την Elisa Graham. Από το Μάντσεστερ, ο Εφταλιώτης μετατέθηκε στο κατάστημα του Λίβερπουλ, και έπειτα στη Βομβάη της Ινδίας, όπου ήδη είχε μετατεθεί ο Πάλλης. Εκεί έμεναν στο ίδιο σπίτι και μπορούσαν έτσι να ανταλλάσσουν συχνά απόψεις για τα πνευματικά και λογοτεχνικά θέματα που τους απασχολούσαν, ιδίως για το γλωσσικό. Στη Βομβάη έμαθαν για το γλωσσικό κίνημα τού δημοτικισμού τού Γιάννη Ψυχάρη, στο οποίο προσχώρησαν με ενθουσιασμό για να αποτελέσουν τη μαχητική ηγεσία του μαζί με τον Ψυχάρη. Η πίστη τού Εφταλιώτη στον δημοτικισμό ενέπνευσε όλα σχεδόν τα κείμενά του.

Η πρώτη εμφάνιση του Εφταλιώτη στα γράμματα σημειώνεται με τη συμμετοχή του στον «Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό» του 1889, όπου η ποιητική συλλογή του «Τραγούδια του ξενητεμένου» βραβεύθηκε και απέσπασε τον έπαινο της κριτικής επιτροπής, αφού το πρώτο βραβείο το κέρδισε ο Κωστής Παλαμάς με το ποίημα «Ύμνος εις την Αθηνάν». Τα λυρικά ποιήματα αυτής της συλλογής είναι διαποτισμένα με έντονη νοσταλγία της πατρικής γης και με τη λαϊκή παράδοση.

Ποίηση

Η ποίηση καλύπτει χρονικά μάλλον την περίοδο της νιότης του Εφταλιώτη, αφού μετά το 1890 συνέθεσε ελάχιστα ποιήματα. Το ποιητικό έργο του βρίσκεται κυρίως συγκεντρωμένο στη συλλογή «Παλιοί σκοποί» (1909), όπου είναι ενσωματωμένα και τα «Τραγούδια του ξενητεμένου». Πέρα από αυτή, υπάρχει το «Τραγούδι της Ζωής», που πρωτοκυκλοφόρησε σε γαλλική μετάφραση μετά τον θάνατό του από τον Μ. Βάλσα (1929), και τα επίσης δημοσιευμένα σονέτα «Αγάπης λόγια», τα οποία τύπωσε ο Γ. Βαλέτας.

Από τα ποιήματα του Εφταλιώτη ξεχωρίζουν εκείνα όπου ο λαϊκός τόνος μαζί με ένα πηγαίο λυρισμό δίνει μια ιδιαίτερη γοητεία, όπως είναι «Ό Καθρέφτης του πύργου» του 1891. Γραμματολογικώς, το ενδιαφέρον όλων παραμένει, αφού συνδέονται άμεσα με την περίοδο της ανόδου του δημοτικισμού.

Πεζογραφία

Το πεζό έργο του λογοτέχνη είναι πολύπλευρο. Αρχίζει χρονολογικά με τη συλλογή διηγημάτων «Νησιώτικες ιστορίες» (1894), με την οποία και εξασφάλισε μια θέση στη νεοελληνική διηγηματογραφία αμέσως μετά από εκείνη του Καρκαβίτσα. Στις ιστορίες του αυτές με το άφθονο ηθογραφικό υλικό ενυπάρχει η πνοή μιας γνήσιας ελληνικότητας, που δεν ξεπέφτει ποτέ στην κοινοτοπία και δεν καταφεύγει σε εύκολες λύσεις για να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη. Αξεπέραστος ανάμεσα στους ήρωές τους θεωρείται ο Μαρίνος Κοντάρας του ομώνυμου διηγήματος. Το διήγημα αυτό μεταφράσθηκε και στη γαλλική γλώσσα από τον ελληνιστή γλωσσολόγο Ιμπέρ Περνό το 1901, ενώ το 1948 γυρίστηκε και σε ελληνική κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστή τον Μάνο Κατράκη.

Αξιόλογο θεωρείται και το διήγημα «Μαζώχτρα» (1900), εμπνευσμένο από την Κρήτη και τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις της τον 19ο αιώνα. Τα διηγήματα είναι η σημαντικότερη συνεισφορά του Εφταλιώτη στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ωστόσο έγραψε και ένα μυθιστόρημα: το «Μανώλης ο Ντελμπεντέρης» το 1899, που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο των «Απάντων» του το 1952. Το μυθιστόρημα αυτό έχει τα χαρακτηριστικά ελαττώματα που δυσκολεύουν την ανάγνωση πολλών κειμένων της εποχής του: φόρτο περιγραφών, μακροπερίοδο λόγο, λεξιθηρία κάποτε. Σε αντιστάθμισμα, τα προσόντα του είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων, τα πλούσια και ποικίλα στοιχεία από μια ανεκμετάλλευτη ως τότε από τη νεοελληνική πεζογραφία θεματική: τον απόδημο ελληνισμό, που τον γνώρισε και ο ίδιος με πολύχρονη προσωπική επαφή.

Για την ηθογραφική του δύναμη, ο Εφταλιώτης είχε συγκριθεί από τον Ψυχάρη με τον Ρώσο συγγραφέα Ιβάν Τουργκένιεφ. Πολλά από τα διηγήματα του Μυτιληνιού λογοτέχνη έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό «Εστία» και είχαν μεταφρασθεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ισπανικά ήδη στα μέσα του εικοστού αιώνα.

Υπόλοιπο πρωτότυπο έργο

Ο Εφταλιώτης συνέγραψε τις «Φυλλάδες του Γεροδήμου» (1897) ως ένα ιστορικό ανάγνωσμα καί ένα είδος φρονηματιστικής πρόζας με την μορφή διηγημάτων, που οι ομοϊδεάτες του το ονόμασαν «Βαγγέλιο» για παιδιά, αλλά η διάρθρωση και το περιεχόμενό τους τις καθιστά πιο προσιτές στους μεγάλους. Οι «Φυλλάδες» αυτές προαναγγέλλουν κατά κάποιο τρόπο το επόμενο έργο του, την «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» (1901), με ευρύτερους στόχους και προοπτικές, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Φώτος Πολίτης έγραψε για τον Εφταλιώτη: «Ποιητής δεν ήτο. Κατά βάθος ήτο πατριώτης αγνός. Ο αγών του υπήρξε κατ’ εξοχήν κριτικός.». Ιστορικό του έργο, αλλά σε διαφορετικό κλίμα, είναι και το «Οι μεγάλοι μας Βυζαντινοί», που βρέθηκε στα ανέκδοτα γραπτά του. Σε αυτό παρουσιάζει με γλαφυρότητα τους μεγάλους σταθμούς της βυζαντινής ιστορίας τονίζοντας τις προσωπικότητες που την καταξίωσαν. Επίσης δημοσίευσε στον Νουμά λαϊκά παραμύθια.

Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε και ένα θεατρικό έργο, τον «Βουρκόλακα» (1900), που πρωτοπαίχθηκε στη Βάρνα όταν υπήρχε εκεί ακμαίος ελληνισμός. Το έργο αντλεί από την πλούσια πηγή των δημοτικών τραγουδιών, ενώ αντανακλά με χαρακτηριστικό τρόπο και τις αισθητικές προτιμήσεις του συγγραφέα. Ο Εφταλιώτης ήταν θερμός υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στην ποίηση, την οποία και χρησιμοποιούσε κατά κόρον· είχε έναν δυναμισμό και ταυτόχρονα διακρινόταν από ευγένεια και μετριοπάθεια στην χρήση ακραίων ιδιωματικών τύπων. Τα ποιήματά του τα χαρακτήριζε μια ποικιλία ρυθμών και λυγεράδα στον στίχο αφού θα ήταν καλύτερα έτσι αν δεν θεωρούσε χρέος του να τα γράψει έτσι ώστε να μην ξεχωρίζουν όπως ο ίδιος έλεγε από τα δημοτικά τραγούδια. Τα έγραφε έτσι επειδή θεωρούσε πως ήταν το μοναδικό μέσο με το οποίο η Ελλάδα θα γνώριζε την εθνική της αναγέννηση ήταν η δημοτική γλώσσα και ο φορέας της, δηλ. η δημοτική παράδοση.

Μεταφράσεις

Σημαντικό είναι και το μεταφραστικό έργο του Εφταλιώτη. Εκτός από τις μεταφράσεις ποιημάτων των Πέρσι Σέλλεϋ, Βύρωνα, Λονγκφέλοου κ.ά., απέδωσε στη νεοελληνική στίχους των Μυτιληνιών αρχαίων ποιητών Σαπφούς και Αλκαίου. Αλλά το απόγειο της μεταφραστικής του δουλειάς είναι η απόδοση της Οδύσσειας του Ομήρου κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, απογοητευμένος από τις ιστορικές εξελίξεις και εξαιτίας της κακής κατάστασης της υγείας του, ως ένα είδος φυγής. Παρότι της αφιέρωσε πολλά χρόνια εντατικής εργασίας, δεν πρόφθασε να μεταφράσει τις τρεις τελευταίες ραψωδίες φτάνοντας μέχρι την ραψωδία φ. Αποτόλμησε να τον συμπληρώσει σε αυτό ο Ν. Ποριώτης. Η μετάφραση της Οδύσσειας από τον Εφταλιώτη, παρά τις ατέλειές της, θεωρείται η καλύτερη ίσως απόδοση του ομηρικού έπους στη δημοτική νεοελληνική γλώσσα. Ο Γιάννης Ψυχάρης είπε για τον Εφταλιώτη: ’’Τα ρωμέικα συ μόνο τα γράφεις. Εμείς πού και πού αρπάζουμε ένα ψίχουλο’’.

Υποδοχή

Ο κριτικός και πεζογράφος, Μανώλης Γιαλουράκης, δήλωσε ότι: “Το έργο του Αργύρη Εφταλιώτη προσέφερε συνολικά θετικά στη νεοελληνική λογοτεχνία, στα χρόνια που ζητούσε να βρει τον δρόμο της και να ξεφύγει από το αδιέξοδο που την είχε οδηγήσει ο λογιοτατισμός. Παρότι σήμερα δε χρησιμοποιούνται οι γλωσσικές ακρότητες της μαχητικής τριανδρίας του δημοτικισμού (Ψυχάρης-Πάλλης-Εφταλιώτης), κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την εντιμότητα των επιδιώξεών της. Ο Εφταλιώτης εργάσθηκε με αφοσίωση και συνέπεια για τη γλωσσική ενοποίηση του έθνους και προσέφερε με τα αναμφισβήτητα λογοτεχνικά του προσόντα. Η ποίηση, η πεζογραφία και η δημιουργική μεταφραστική του εργασία χάραξαν μία βαθύτατη τομή στη λογοτεχνία μας και βοήθησαν τους νεότερους να δουν καλύτερα τις επιτακτικές της ανάγκες. Στα ελληνικά γράμματα η θέση του είναι εξασφαλισμένη: μία θέση κορυφαίου και καινοτόμου δημιουργού”.

Τέλος του λογοτέχνη

Ο Αργύρης Εφταλιώτης πέθανε στις 25 Ιουλίου του 1923, στην πόλη Αντίμπ (Antibes) της νότιας Γαλλίας, όπου είχε εγκατασταθεί αναζητώντας κατάλληλο κλίμα για την κλονισμένη υγεία του. Καθώς φαίνεται από τις επιστολές του, διατήρησε ως το τέλος της ζωής του την έντονη ανάμνηση του νησιού του, που το επισκέφθηκε συνολικά 5 φορές μετά την εγκατάστασή του στο εξωτερικό.

Στο σπίτι όπου έζησε ο Αργύρης Εφταλιώτης, σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία του Μολύβου, λειτουργεί η Δημοτική Πινακοθήκη Μήθυμνας, στο προαύλιο της οποίας βρίσκεται η προτομή του λογοτέχνη.

Πηγή; https://el.wikipedia.org/wiki/Αργύρης_Εφταλιώτης