Ο Τσιμαμπούε (1240-1302)

Ο Τσιμαμπούε (Cimabue, Σεπτέμβριος 1240 – 24 Ιανουαρίου 1302), γνωστός επίσης με το πραγματικό του όνομα Τσέννι ντι Πέπο (Τζοβάννι) Τσιμαμπούε (Cenni di Pepo (Giovanni) Cimabue) ή Μπενβενούτο ντι Τζουζέππε (Benvenuto di Giuseppe), ήταν Ιταλός ζωγράφος με καταγωγή από τη Φλωρεντία. Θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν τα ψηφιδωτά που φιλοτέχνησε, ενώ ο ίδιος θεωρείται ως ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε τον Τζιότο του οποίου υπήρξε πιθανά δάσκαλος. Το έργο του έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν μεταγενέστεροι ζωγράφοι, όπως ο Τζιότο και ο Ντούτσιο, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Ο σύγχρονός του Δάντης εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του και τον είχε κατατάξει ανάμεσα στους μείζονες Ιταλούς ζωγράφους της εποχής, όπως έκανε πολύ μεταγενέστερα και ο Τζόρτζιο Βαζάρι.

 Ο Τσιμαμπούε θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική.
Ο Τσιμαμπούε

Ο Βίος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε γεννήθηκε στην Φλωρεντία από ευγενική οικογένεια. Σύμφωνα με την κρίση του πατέρα του αλλά και άλλων το παιδί είχε ένα εξαιρετικά καθαρό μυαλό, γι’ αυτό έπρεπε να σπουδάσει τις επιστήμες. Έτσι, όταν μεγάλωσε το έφερε ο πατέρας του σ’ ένα συγγενή, που δίδασκε γραμματική στις νέες μοναχές στη Santa Maria Novella. Όμως ο νεαρός Τσιμαμπούε, αντί να επιδίδεται στις επιστήμες, περνούσε όλη την ημέρα ζωγραφίζοντας πάνω στα βιβλία και σε άλλα φύλλα χαρτιού ανθρώπους, άλογα, σπίτια και κάθε είδους φαντασίες και σε αυτήν την κλίση του υπήρξε τυχερός. Γιατί οι τότε προύχοντες της πόλης κάλεσαν στην Φλωρεντία μερικούς Έλληνες ζωγράφους, οι οποίοι έπρεπε να αναζωπυρώσουν τη σβησμένη τέχνη, κα αυτοί ιστόρησαν μεταξύ των άλλων και το παρεκκλήσιο των Gondi στη Santa Maria Novella, του οποίου η οροφή και οι τοίχοι έχουν τώρα πια καταστραφεί. Αφού ο Τσιμαμπούε έκανε τα πρώτα του βήματα στην τέχνη που τόσο του άρεσε, άφηνε συχνά τα μαθήματα του και παρακολουθούσε τους ζωγράφους στο έργο τους. Γ’ αυτό πίστεψαν και αυτοί, όπως ο πατέρας του ότι, ότι έχει ταλέντο ζωγράφου και ότι μπορούσε, αν αφιερωνόταν στη ζωγραφική, να ελπίζει σ’ ένα λαμπρό μέλλον. Έτσι τον παρέδωσαν, για μεγάλη του χαρά, σε εκείνους τους καλλιτέχνες, προκειμένου να διδαχθεί την τέχνη τους, και με συνεχή προσπάθεια αλλά και χάρη στο ταλέντο του κατάφερε να ξεπεράσει και αυτούς τους δασκάλους του σε ό,τι αφορά το σχέδιο και το χρώμα. Γιατί αυτοί δεν δούλευαν με βάση το ωραίο, αρχαίο ελληνικό τρόπο, αλλά, όπως το βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα στα έργα τους, με τον χονδροειδή και σκληρό τρόπο της εποχής τους, χωρίς να προσπαθούν στο ελάχιστο για οποιαδήποτε καλυτέρευση.

Η τέχνη του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε τους μιμήθηκε βέβαια, αλλά εξευμένισε και τελειοποίησε την τέχνη τους, έτσι ώστε το όνομα του και τα έργα του τίμησαν την πόλη όπου γεννήθηκε. Αυτό μαρτυρούν πολλές εικόνες που ζωγράφισε στη Φλωρεντία, όπως ο πίνακας μπροστά στο βωμό της Santa Croce. Ύστερα ζωγράφισε πάνω σε χρυσό καμβά, όσο καλύτερα μπορούσε τον Άγιο Φραγκίσκο εκ του φυσικού, κάτι νέο για την εποχή του, και γύρω γύρω ιστορίες από τη ζωή του Αγίου σε είκοσι μικρές εικόνες, γεμάτες από μικρές μορφές πάνω σε χρυσό καμβά. Ανέλαβε ένα μεγάλο πίνακα για τους μοναχούς της Vallombrosa, στο μοναστήρι για της Santa Trinita, στη Φλωρεντία. Κόπιασε πολύ προκειμένου να ανταποκριθεί στη φήμη που είχε αποκτήσει και παρουσίασε καλύτερες επινοήσεις και ωραίες πόζες. Η εικόνα αυτή έδειχνε μια Παναγία με το Βρέφος στην αγκαλιά της και πολλούς αγγέλους τριγύρω που την υμνούσαν, και όλα αυτά πάνω σε χρυσό καμβά. Όταν τελείωσε αυτό το έργο, πήρε από τον ηγούμενο παραγγελία να ζωγραφίσει πάνω σε ξύλο έναν μεγάλο Εσταυρωμένο.

Maestà της Santa Trinita, 1290-1300, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Η Παναγία με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι

Ο Τσιμαμπούε στην Ασίζη

Με αυτά τα έργα απλώθηκε παντού η φήμη του Τσιμαμπούε και έτσι τον κάλεσαν στην Ασίζη, όπου μαζί με μερικούς Έλληνες ζωγράφους ιστόρησε ένα τμήμα της οροφής της Κάτω Εκκλησίας και επάνω στους τοίχους ζωγράφισε την ιστορία του Χριστού και εκείνη του Αγίου Φραγκίσκου, ενώ ξεπέρασε κατά πολύ με την τέχνη του εκείνους τους Έλληνες ζωγράφους. Έτσι πήρε θάρρος. Άρχισε να νωπογραφεί μόνος του την Άνω Εκκλησία και στην κύρια κόγχη, πάνω στο βωμό, σε τέσσερα τμήματα ζωγράφισε σκηνές από το βίο της Θεοτόκου, και μάλιστα την Κοίμηση της, ύστερα την Ανάληψη της και τελικά την Στέψη της με πλήθος αγγέλων, ενώ στα πόδια της βρίσκονται άγιοι. Ζωγράφισε επίσης στα πέντε σταυροθόλια της ίδιας εκκλησίας πολλά ιερά θαύματα.

Maestà της Ασσίζης, νωπογραφία, 1288, Ασσίζη, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου
Maestà της Ασσίζης, Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου

Όταν τελείωσε η οροφή, ζωγράφισε, στην αριστερή πλευρά της εκκλησίας, το επάνω τμήμα του τοίχου σε φρέσκο. Αυτό το πολύ μεγάλο, πλούσιο και πραγματικά εξαίρετο έργο πρέπει να εντυπωσίασε τους πάντες εκείνη την εποχή, ύστερα από τον λήθαργο της τέχνης. Επιστρέφοντας στη Φλωρεντία ο καλλιτέχνης ζωγράφισε στο Chiostro (αυλή με κιονοστοιχίες) του μοναστηριού Santo Spirito -όπου η μια πλευρά της εκκλησίας ήταν ζωγραφισμένη με τον ελληνικό τρόπο- τρία τόξα με θέματα από τη ζωή του Χριστού, τα οποία είναι αναμφίβολα πολύ ωραία δοσμένα.

Για την εκκλησία Santa Maria Novella ζωγράφισε την εικόνα της Παναγίας, η οποία είχε τοποθετηθεί μεταξύ του παρεκκλησίου των Ruccellai και εκείνο των Bardi da Vernio. Αυτό το έργο έχει μεγαλύτερο μέγεθος από οποιοδήποτε άλλο παλαιότερο, και μερικοί άγγελοι που περιβάλλουν τη Θεοτόκο δείχνουν πως ο Τσιμαμπούε δούλευε ακόμη κατά τον ελληνικό τρόπο, αν και με τα περιγράμματα αλλά και με τη μέθοδο πλησίαζε περισσότερο προς τη νεότερη τεχνοτροπία. Ως τότε δεν είχε δει κανείς κάτι καλύτερο και γι’ αυτό η εικόνα αυτή ξε σήκωσε τόσο θαυμασμό, ώστε μεταφέρθηκε με εορταστική πομπή από το σπίτι του Τσιμαμπούε στην εκκλησία με πολλή μεγαλοπρέπεια και με μουσική από τρομπέτες, ενώ ο ίδιος ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα για την προσπάθεια του αυτή.

Το τέλος του Τσιμαμπούε

Ο Τσιμαμπούε έφυγε από αυτόν τον κόσμο στα 62 του, αφού ανάστησε στην κυριολεξία τη ζωγραφική. Θάφτηκε στη Santa Maria del Fiore και στον τάφο του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«Credidit ut Cimabos picturae castra tenere, Sic tenuit vivens, nunc tenet astra poli».

«Όπως πίστευε ο Τσιμαμπούε ότι κρατά τα κάστρα της ζωγραφικής, έτσι τα κρατούσε ζωντανά. Τώρα κρατά τα άστρα του ουρανού».

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Please follow and like us:
error0

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469)

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (Φρα Φίλιππο ντι Τομμάζο Λίππι, 23 Ιουνίου 1406 – 9 Οκτωβρίου 1469) ήταν Ιταλός ζωγράφος.

 Fra Filippo Lippi
Fra Filippo Lippi

Ο Βίος του Fra Filippo Lippi

Τα πρώτα χρόνια του Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi, μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του πατέρα του Tommaso, έμεινε ένα φτωχό και απροστάτευτο αγόρι, αφού και η μητέρα του είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννηση του. Η Mona Lappacia (Μόνα Λαπάτσια), η αδελφή του πατέρα του, τον ανέλαβε και τον μεγάλωσε με πολύ κόπο ως τα οκτώ του χρόνια. Ύστερα όμως δε μπορούσε πια να τον κρατήσει και τον έδωσε να γίνει μοναχός στο μοναστήρι της Carmine. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη κλίση για όλες τις μηχανικές επιδόσεις και εφευρετικότητα, όμως στην εκμάθηση των επιστημών δεν είχε καμία επίδοση. Δεν ήθελε να ταλαιπωρεί το πνεύμα του με αυτές και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το αγόρι διατήρησε το κοσμικό του όνομα Filippo και τέθηκε κάτω από την εποπτεία του δασκάλου της γραμματικής, για να μάθει κανείς ποιες ήταν οι ικανότητες του. Αντί όμως να σπουδάζει, σχεδίαζε στα βιβλία του και στα βιβλία των άλλων διάφορες μορφές και ο ηγούμενος αποφάσισε τελικά να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο προκειμένου να μάθει ζωγραφική.

Εκείνη την εποχή είχε ζωγραφίσει και πάλι το παρεκκλήσι της Carmine ο Masaccio (Ιταλός ζωγράφος, από τους σημαντικότερους) και αυτές οι ζωγραφιές άρεσαν πολύ στον Filippo. Κάθε μέρα πήγαινε από ευχαρίστηση να τις επεξεργαστεί και με παρέα άλλα παιδιά έκανε ασκήσεις σχεδίου και τα ξεπερνούσε όλα σε ικανότητα και γνώση, έτσι που πίστευε πια καθένας ότι με τον καιρό θα κατορθώσει σημαντικά πράγματα. Έτσι, όχι σε ώριμη ηλικία αλλά κιόλας όταν ήταν ακόμη νεαρός, έφτιαξε τόσο υπέροχα έργα, που έμοιαζε ο ίδιος με θαύμα.

Πολύ νωρίς ζωγράφισε στο διάδρομο του μοναστηριού έναν πάπα που επιβεβαιώνει τον κανόνα του τάγματος των Καρμελιτών. Σε πολλούς άλλους τοίχους της εκκλησίας βρίσκονται άλλες τοιχογραφίες από το χέρι του, κυρίως μια παράσταση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και με σκηνές από τη ζωή του. Στην ίδια εκκλησία ζωγράφισε ο Filippo τον Άγιο Μαρτάλιο, μια μορφή που του εξασφάλισε μεγάλη φήμη.

Ο Filippo Lippi φεύγει από το μοναστήρι

Επειδή ο ίδιος άκουσε συνέχεια να τον επαινούν αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα έκανε ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στη Μπαρμπαριά.

Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριο του, που τον είχε δει αρκετά. Με κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σε έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι τον ανέφεραν στον κύριο τους, γιατί σε εκείνα τα μέρη, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης της ζωγραφικής φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί ους ανθρώπους στην καλοσύνη και την ελευθερία. Γιατί, αφού ο Filippo έφτιαξε μερικές έγχρωμες εικόνες, οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη.

Η φήμη της ζωγραφικής του Filippo εκτοξεύεται

Εκεί ζωγράφισε με εντολή του βασιλιά Alfonso, βασιλιά της Καλαβρίας, έναν πίνακα με τέμπερα επάνω σε σανίδι για το παρεκκλήσιο του πύργου. Λίγο αργότερα νοστάλγησε τη Φλωρεντία και, επιστρέφοντας εκεί, έμεινε μερικούς μήνες και ζωγράφισε για τις μοναχές του San Ambrogio, έναν ωραίο πίνακα βωμού, κάτι που έγινε γνωστό στον Cosimo de Medici, ο οποίος τον συμπάθησε πολύ. Για το παρεκκλήσιο του παλατιού των Μεδίκων έφτιαξε μια εικόνα με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Έναν πίνακα με τη Γέννηση του Χριστού και τη μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή ζωγράφισε για τη γυναίκα του Cosimo, η οποία τον δώρισε την σκήτη των Camaldoli, που την είχε ιδρύσει από ευλάβεια και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Στο παλάτι της Signora ο Filippo ζωγράφισε πάνω από μια πόρτα ένα Ευαγγελισμό και πάνω από μια άλλη πόρτα του ίδιου κτιρίου τη μορφή του Αγίου Βερνάρδου. Στη Sancretia του Santo Spirito ζωγράφισε ακόμη την Παναγία περιβαλλόμενη από αγγέλους και αγίους, ένα σημαντικό έργο το οποίο εκτιμήθηκε από τους μάστορες του επαγγέλματος.

Ευαγγελισμός
Ευαγγελισμός

Στο παρεκκλήσιο των Επιστατών της εκκλησίας του San Lorenzo ζωγράφισε πάνω σε ξύλο έναν Ευαγγελισμό. Σε ένα παρεκκλήσιο των Santi Apostoli, υπάρχει από τα χέρια του ένας πίνακας που παριστάνει την Παναγία περιτριγυρισμένη από από πολλές μορφές. Στο Prato, κοντά στην Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στην παρέα του Fra Diamante, του τάγματος των Καρμελιτών ο οποίος ήταν φίλος του, όταν και εκείνος ήταν στο μοναστήρι, και ζωγράφισε σε όλη την περιοχή ένα πλήθος έργων. Εκεί πήρε από τις μοναχές της Santa Margherita την εντολή να ζωγραφίσει την εικόνα για τον κεντρικό βωμό. Ενώ δούλευε εκεί, παρατήρησε μια μέρα τη θυγατέρα του Φλωρεντινού, Francesco Butti, που σε αυτό το μοναστήρι είχε ανατραφεί ή ήθελε να γίνει μοναχή. Ο Fra Filippo παρατήρησε τη Lucrezia (αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) και, επειδή ήταν όμορφη και χαριτωμένη κατάφερε τις μοναχές να του δώσουν άδεια να κάνει ένα σχέδιο της, που θα χρησιμοποιούσε για τη μορφή της Παναγίας στην εικόνα του βωμού. Σε αυτήν την περίπτωση ερωτεύτηκε την κοπέλα και βρήκε τελικά μέσα και τρόπους να φυγαδέψει τη Lucrezia.Η κοπέλα έμεινε κοντά στον Filippo και του γέννησε έναν γιο, που πήρε το όνομα του πατέρα του και αργότερα έγινε και εκείνος ένας φημισμένος ζωγράφος.

Σε μια παράσταση πάνω από το πηγάδι στην αυλή του νοσοκομείου Ceppo, έκανε ο Filippo τον δωρητή αυτού του θεραπευτηρίου, τον Francesco di Marco, και στην εκκλησία ζωγράφισε έναν μικρό πίνακα με θέμα το θάνατο του Αγίου Ιερωνύμου. Οι επιστάτες της εκκλησίας που ήθελαν κάτι από το Filippo για να τον θυμούνται, του έδωσαν τη παραγγελία να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο του κεντρικού βωμού. Σε αυτό το έργο ο Filippo επέδειξε όλες του τις ικανότητες κατορθώνοντας να δώσει ενδύματα και μορφές με τον ωραιότερο τρόπο, προσδίδοντας στις μορφές ανάστημα μεγαλύτερο του φυσικού και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, οι οποίοι με νέο τρόπο επιδίωκαν να απεικονίσουν μορφές μεγάλου μεγέθους. Ακόμη απεικόνισε και την ιστορία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, τη γέννηση του, τη διδασκαλία του και τη βάπτιση, τι γεύμα του Ηρώδη και τέλος τον αποκεφαλισμό του Αγίου.

Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη
Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη

Καθώς επίσης παρουσίασε σκηνές από τον βίο του Αγίου Στεφάνου, του πάτρωνα αυτού εκείνης της εκκλησίας, και τη συζήτηση, τον λιθοβολισμό και τον θάνατο αυτού του πρώτου μάρτυρα. Ανάμεσα στις μορφές που θρηνούν τον Άγιο Στέφανο ζωγράφισε τον μαθητή του Fra Diamante και τον εαυτό του, όπως τον έβλεπε στον καθρέφτη και φορώντας ράσο. Αυτό το έργο είναι το σημαντικότερο του.

Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου.
Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου

Το 1463, ο Filippo ζωγράφισε έναν πίνακα με τέμπερα, με μια πολύ ωραία παράσταση του Ευαγγελισμού για την εκκλησία San Jacopo στο Pistoia. Ο Filippo ήταν σε όλους τους πίνακες του θαυμάσιος, εδώ όμως ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο πίνακας αυτός ζωγραφίστηκε τόσο χαριτωμένα, τόσο όμορφα, που δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερος. Γενικά, ήταν κάτι το ασυνήθιστο, που στην εποχή του δεν τον ξεπέρασε κανείς. Γι’ αυτό ο Michelangelo δεν τον επαινούσε μόνο, αλλά τον μιμούνταν σε πολλά πράγματα.

Η ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de Medici, για να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna, κάτι που έκανε μαζί με τον Fra Diamante, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του.

Κριτική για τον Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi ήταν φίλος των χαρούμενων ανθρώπων και ζούσε πάντα ευχάριστα. Έμαθε στον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής, και ο τελευταίος τελείωσε πολλά έργα στην εκκλησία των Καρμελιτών στο Prato και προχώρησε στην απομίμηση της τεχνοτροπίας του δασκάλου του φτάνοντας σε μεγάλη τελειότητα.

Ο Fra Filippo Lippi πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1469 στα εξήντα τρία του χρόνια και με τη διαθήκη του εμπιστεύτηκε στον Fra Diamante τη φροντίδα του γιου του Filippo (Filippino). Αυτό το παιδί, που τότε ήταν δέκα χρονών, έμαθε από τον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής και επέστρεψε μαζί του στη Φλωρεντία.

Ο Filippo τάφηκε σε έναν τάφο από λευκό και κόκκινο μάρμαρο, που οι κάτοικοι του Spoleto έφτιαξαν στην εκκλησία που αυτός διακόσμησε. Ο θάνατος του λύπησε πολύ τους φίλους του, ιδιαίτερα τον Cosimo de Medici και τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του δώσει την άδεια να νομιμοποιήσει το γάμο του με τη Lucrezia. Ο Filippo όμως δεν ενδιαφερόταν, γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν μια ζωή ελεύθερη και ανεμπόδιστη.

Ο Lorenzo de Medici, ο οποίος είχε ονομαστεί πρεσβευτής των Φλωρεντινών, πήγε στο Spoleto, για να ζητήσει από την εκεί ενορία το σκήνωμα του Filippo προκειμένου να ενταφιαστεί στη Santa Maria del Fiore στη Φλωρεντία. Αλλά οι κάτοικοι του Spoleto του απάντησαν ότι δεν έχουν μεγάλο μερίδιο στη δόξα και ότι τους λείπουν έξοχοι άνδρες. Γι’ αυτό του ζήτησαν τη χάρη να τους αφήσει αυτόν τον άνδρα, αφού η Φλωρεντία έχει ένα ατελείωτο πλήθος σπουδαίων ανθρώπων και δε θα τους έλειπε αυτός. Η παράκληση έγινε δεκτή και το σκήνωμα του Filippo έμεινε στην πόλη στην οποία εργάστηκε στα τελευταία του. Ο γιος του Filippo (Filippino) του έφτιαξε εκεί, σύμφωνα με εντολή του Lorenzo, ένα μαρμάρινο μνημείο το οποίο κόστισε εκατό χρυσά δουκάτα.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Please follow and like us:
error0

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (1571-1610)

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (ιταλ.: Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 1571 – 18 Ιουλίου 1610), γνωστός περισσότερο απλά ως Καραβάτζιο, ήταν Ιταλός ζωγράφος, το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών. Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των αποστόλων και των μαρτύρων στα έργα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της Αντιμεταρρύθμισης. Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζιο, σφράγισε την μπαρόκ  σχολή της ζωγραφικής.

Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική. Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Ο ζωγράφος, Michelangelo Merisi da Caravaggio (Ιταλικά)
Michelangelo Merisi da Caravaggio 

Ο Βίος του Καραβάτζιο

Τα νεανικά του χρόνια

Ο Καραβάτζιο γεννήθηκε το 1571, χρονολογία που επιβεβαιώνεται από μία πρόσφατη ανακάλυψη ενός συμβολαίου με το οποίο ανέλαβε μαθητευόμενος του ζωγράφου Σιμόνε Πετερτσάνο. Πιθανή ημερομηνία γέννησής του θεωρείται η 29η Σεπτεμβρίου, ημέρα γιορτής του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Ο πατέρας του, Φέρμο ήταν διακοσμητής-αρχιτέκτονας και εργαζόταν στην υπηρεσία του Φραγκίσκου Α΄ Σφόρτσα, μαρκησίου του Καραβάτζιο. Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής, συμπεραίνεται πως η οικογένεια Μερίζι ήταν εγκατεστημένη στο Μιλάνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1570, τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Φέρμο Μερίζι από πανούκλα στις 20 Οκτωβρίου 1577. Εξαιτίας της απώλειας τόσο του πατέρα του όσο και του θείου του, η μητέρα του μεγάλωσε τα πέντε συνολικά παιδιά της οικογένειας υπό συνθήκες οικονομικής ανέχειας. Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου Σφόρτσα, την προστασία του νεαρού Καραβάτζιο ανέλαβε η οικογένεια των Κολόννα, συνδεόμενη δι’ επιγαμίας με αυτήν των Σφόρτσα.

Ο Καραβάτζιο μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια δίπλα στον ζωγράφο Σιμόνε Πετερτσάνο που καταγόταν από το Μπέργκαμο και ήταν μαθητής του Τιτσιάνο. Σχετικά με την δραστηριότητά του κατά την περίοδο της μαθητείας του, ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές. Ήδη στις 6 Απριλίου του 1584 καταγράφεται η παρουσία του στο Μιλάνο, ως μαθητευόμενου του Πετερτσάνο, ενώ νομικά έγγραφα της περιόδου, που πραγματεύονται την κληρονομιά των αδελφών Μερίζι, μαρτυρούν πως ήταν κάτοικος του Καραβάτζιο το Σεπτέμβριο του 1589, τον Ιούνιο του 1590 και στα τέλη Μαρτίου του 1591. Θεωρείται πιθανό πως κατά το ίδιο διάστημα επισκέφτηκε τη Βενετία όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Τζορτζόνε και του Τιτσιάνο.

Στις 11 Μαΐου 1592, οριστικοποιήθηκε το μοίρασμα της οικογενειακής του περιουσίας και ο ίδιος πώλησε το μερίδιο που του απέμενε – μια μικρή έκταση γης – ενώ φαίνεται πως δεν επέστρεψε έκτοτε ποτέ στον τόπο της καταγωγής του, τουλάχιστον όπως αυτό συμπεραίνεται από την απουσία σχετικών αναφορών σε άλλα σύγχρονα έγγραφα στην ευρύτερη περιοχή της Λομβαρδίας. Θεωρείται πιθανό πως αναζήτησε απλώς την επαγγελματική του ανέλιξη σε άλλες πόλεις, ωστόσο σύμφωνα με τον ιστορικό και βιογράφο του Τζοβάννι Πιέτρο Μπελόρι, εγκατέλειψε την περιοχή εξαιτίας ενός διαπληκτισμού του. Μία παρόμοια αναφορά συναντάται και στην πρώτη βιογραφία του Καραβάτζιο από τον Τζούλιο Μαντσίνι, σύμφωνα με την οποία είχε σκανδαλώδη συμπεριφορά λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του.

Παρά το γεγονός πως δεν διαθέτουμε αναφορές σε συγκεκριμένα έργα που φιλοτέχνησε σε νεαρή ηλικία, η εκπαίδευση του και εν γένει η πνευματική κίνηση στο νότο της Ιταλίας θα πρέπει να είχαν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της τέχνης του. Ο Μαντσίνι δίνει επίσης μία από τις λίγες αναφορές σχετικά με την εκπαίδευσή του, σύμφωνα με την οποία σπούδασε στο Μιλάνο για τέσσερα ή έξι χρόνια. Tα πρώιμα έργα του Καραβάτζιο θεωρούνται επηρεασμένα από τον Πετερτσάνο αλλά και άλλους καλλιτέχνες του Μιλάνου, ενώ δεν μπορούν να αποκλειστούν και επιρροές από τον Τζορτζόνε, τον Τιτσιάνο ή ακόμη και από τον Τζοβάννι Μπελλίνι. Ειδικότερα, στο Μιλάνο είχε δημιουργηθεί εκείνη την εποχή μία νέα σχολή ζωγραφικής, που αντλούσε έμπνευση από την καθημερινότητα, ενώ αρκετοί ζωγράφοι είχαν απορρίψει τη σχολή του μανιερισμού.

Ο Καραβάτζιο στη Ρώμη

Άρρωστος Βάκχος, πιθανό προσωπογραφία του Καραβάτζιο,  Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.
Άρρωστος Βάκχος,
Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.

Η εγκατάσταση του Καραβάτζιο στη Ρώμη τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1588-92, όταν είχε ήδη αποκτήσει σημαντική εμπειρία στο εργαστήριο του Πετερτσάνο, ωστόσο δεν υπάρχουν σύγχρονες πηγές για τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Μαντσίνι, μετέβη στη Ρώμη σε ηλικία είκοσι ετών (1591), ενώ ασαφές είναι επίσης αν ταξίδεψε εκεί από το Μιλάνο ή αν, όπως αναφέρει ο Μπελόρι, μεσολάβησε η επίσκεψή του στη Βενετία. Η παλαιότερη εκτενής αναφορά στον άσημο τότε Καραβάτζιο φαίνεται πως είναι ένα αρχειακό έγγραφο σχετικά με τις προκαταρκτικές ανακρίσεις που πραγματοποίησε στις 11 και 12 Ιουλίου του 1597 ο συμβολαιογράφος του δικαστηρίου της Ρώμης, Tommaso de Richis, σχετικά με μία υπόθεση εγκλήματος που ωστόσο δεν οδηγήθηκε σε δίκη, ενώ ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη σε παραβατική συμπεριφορά αλλά εμφανίστηκε ως μάρτυρας. Οι πίνακες του Καραβάτζιο δεν ανταποκρίνονταν στην κυρίαρχη τάση εκείνης της περιόδου που ήταν ο μανιερισμός και θεωρείται μάλλον απίθανο να έβρισκαν αγοραστές. Επίδραση στην πορεία του Καραβάτζιο είχε αρχικά ένας πλούσιος ιεράρχης, ο Pandulfo Pucci, ο οποίος του πρόσφερε στέγη και τροφή με αντάλλαγμα αντιγραφές διαφόρων θρησκευτικών πινάκων που αναλάμβανε ο Καραβάτζιο, έργα που ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Σύντομα, ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε την οικία του Pucci και λίγο αργότερα προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια, κοινή για εκείνη την εποχή, που τον ανάγκασε να περάσει περίπου έξι μήνες στο νοσοκομείο των απόρων Santa Maria della Consolazione. Εκεί, χάρη στις προσπάθειες του ηγούμενου του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν γνωστός της οικογένειας των Pucci, αντιμετωπίστηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα και τελικά η ζωή του σώθηκε. Το διάστημα που βρισκόταν στο νοσοκομείο, εμπνεύστηκε και ένα από τα πιο γνωστά έργα του, τον Άρρωστο Βάκχο, που θεωρείται πως πρόκειται για αυτοπροσωπογραφία. Νωρίτερα, ο Καραβάτζιο πιθανότατα εργάστηκε στο εργαστήριο του Λορέντζο Σιτσιλιάνο, μέτριου καλλιτέχνη της εποχής που ειδικευόταν στην κατασκευή προτομών. Βέβαιη θεωρείται η παραμονή του Καραβάτζιο στην οικία του μανιεριστή ζωγράφου Τζουζέπε Τσέζαρι, του επονομαζόμενου Καβαλιέρ ντ’ Αρπίνο, για διάστημα περίπου οκτώ μηνών, αν και οι σχετικές αναφορές σε πρωτογενείς πηγές δεν είναι πάντα σύμφωνες. Κατά τον Μπελόρι, ο Καραβάτζιο εργάστηκε αποκλειστικά ως ζωγράφος λουλουδιών και φρούτων, φιλοτεχνώντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις. Με δεδομένο πως η προσωπική συλλογή του Αρπίνο δεν περιέχει έργα αυτού του είδους, εικάζεται πως είτε δεν διασώθηκαν είτε πουλήθηκαν από τον Αρπίνο χωρίς την υπογραφή του δημιουργού τους.

Δουλεύοντας στο πλευρό του Αρπίνο, ο Καραβάτζιο ήρθε σε επαφή με αρκετούς πλούσιους φιλότεχνους στην πόλη της Ρώμης, καθώς επίσης και με εμπόρους τέχνης. Αυτή η περίοδος θα πρέπει να αποτέλεσε και την πρώτη κατά την οποία ο Καραβάτζιο κατάφερε να πουλήσει πίνακές του. Περίπου το 1594, εγκατέλειψε τον Αρπίνο αποφασισμένος να ακολουθήσει μία αυτόνομη πορεία ως ζωγράφος. Ευνοήθηκε από τη γνωριμία του με τον Φαντίνο Πετρινιάνι, ο οποίος του παραχώρησε στέγη και πιθανώς προώθησε έργα του βοηθώντας στην πώλησή τους σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Αναφέρεται ότι αυτή την περίοδο φιλοτέχνησε πλήθος έργων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο πίνακας Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596/97, Ρώμη, πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι). Το συνεσταλμένο και περίτεχνο ύφος που καλλιέργησε σε αυτά τα έργα αντλούν από την τεχνοτροπία της βόρειας Ιταλίας ενώ ορισμένα στοιχεία της σύνθεσης στην Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο παραπέμπουν στη βενετική παράδοση.

Παρά τις γνωριμίες του με τον καλλιτεχνικό κόσμο της Ρώμης, επέλεξε να συναναστρέφεται με άλλους άπορους ζωγράφους και να ακολουθεί έναν σκανδαλώδη – για τα πρότυπα της εποχής – τρόπο ζωής, με αποτέλεσμα να έχει και συχνά προβλήματα με την αστυνομία του Βατικανού. Σε αναζήτηση χρημάτων για την επιβίωσή του, στράφηκε σε έναν Γάλλο έμπορο τέχνης με το όνομα Maestro Valentino, ο οποίος τον συμβούλεψε να ζωγραφίσει θρησκευτικούς πίνακες καθώς είχαν μεγάλη ζήτηση. Ωστόσο, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως αγνόησε τις συμβουλές του Valentino, καθώς ανάμεσα στα έργα του εκείνης της περιόδου συγκαταλέγονται κυρίως πίνακες με καθημερινά θέματα, από τους οποίους αποκόμισε λίγα χρήματα. Αργότερα, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως τελικά πείστηκε να πραγματοποιήσει το πρώτο του θρησκευτικό έργο, το οποίο όμως δεν βασιζόταν σε κάποιο δημοφιλές θέμα όπως η Σταύρωση, αλλά έφερε τον τίτλο Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου (1595). Το τελικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με άλλους πίνακες της ίδιας περιόδου του εξασφάλισε την εκτίμηση αρκετών φιλότεχνων και μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα ώριμα έργα του που σηματοδότησε τις απαρχές του μπαρόκ και προανήγγειλε τις μεταγενέστερες θρησκευτικές συνθέσεις του.

Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου, Connecticut, Wadsworth Atheneum
Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου,
Hartford Connecticut, Wadsworth Atheneum

Ο Καραβάτζιο γίνεται διάσημος ζωγράφος

Το επόμενο διάστημα, ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Μαρία ντελ Μόντε, εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του Καραβάτζιο, τού πρόσφερε τροφή και στέγη την οποία εκείνος αποδέχτηκε. Ο ντελ Μόντε βρισκόταν στο επίκεντρο των καλλιτεχνικών κύκλων της Ρώμης και ο Καραβάτζιο κατόρθωσε να πραγματοποιήσει διασυνδέσεις με ισχυρούς πάτρονες αλλά και διακεκριμένους ποιητές που με τη σειρά τους προέβαλαν το έργο του. Παρέμεινε στην οικία του τουλάχιστον μέχρι τις 19 Νοεμβρίου του 1600, ενώ στην κατοχή του ντελ Μόντε βρέθηκαν αργότερα δέκα πίνακες του Καραβάτζιο. Εξελίχθηκε σημαντικά, προσφέροντας – κυρίως θρησκευτικούς – πίνακες μεγάλης αξίας. Ζωγράφισε θέματα που σπάνια είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ενώ κάτω από την πίεση των καρδινάλιων, να αποτυπώσει γνωστά βιβλικά θέματα, τα απέδωσε με ένα τρόπο που απείχε από τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής, θυμίζοντας συχνά σκηνές της καθημερινότητας. Ένα παράδειγμα που αποτυπώνει τον αντισυμβατικό χαρακτήρα της τέχνης του Καραβάτζιο αποτελεί ο πίνακας Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596-1597), όπου παριστάνεται η Παναγία με μαλλιά σε έντονο κόκκινο χρώμα και σε αντιδιαστολή με τα ξανθά μαλλιά του Χριστού. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Καραβάτζιο ήταν ένας αναγνωρισμένος για το ταλέντο του ζωγράφος. Το 1599 ανέλαβε επίσης μία σημαντική παραγγελία για την διακόσμηση του παρεκκλησίου Κονταρέλλι της εκκλησίας του Αγίου Λουδοβίκου των Γάλλων (San Luigi dei Francesi) στην Ρώμη, έργο για το οποίο ήταν υποψήφιοι αρκετοί ακόμη καθιερωμένοι ζωγράφοι. Αν και δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένος ο λόγος που ο Καραβάτζιο ανέλαβε τελικά την παραγγελία, θεωρείται πιθανό πως καταλυτικό ρόλο είχε η επιρροή του ντελ Μόντε.

Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη
Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη

Η φήμη που απέκτησε μέσα από αυτά τα έργα, είχε ως αποτέλεσμα να αναλάβει μία ακόμη σημαντική παραγγελία για ένα παρεκκλήσι στην εκκλησία Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο. Το συμβόλαιο της συγκεκριμένης συμφωνίας, ανακαλύφθηκε το 1920 και αναφέρεται συνολικά σε δύο έργα που θα παρέδιδε ο Καραβάτζιο. Τα θέματα της παραγγελίας ήταν η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου. Οι πρώτες εκδοχές του έργου απορρίφθηκαν, πιθανόν διότι θεωρήθηκαν προκλητικές, αλλά τελικά ο Καραβάτζιο παρέδωσε με καθυστέρηση το έργο, σε μία μορφή που έγινε αποδεκτή.

Η περίοδος 1602 – 1606 αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγική και δημιουργική για τον Καραβάτζιο. Παράλληλα, συνοδεύτηκε και από προβλήματα με τη δικαιοσύνη. Εξαιτίας μιας δημόσιας αρνητικής κριτικής του κατά του ζωγράφου Τζοβάννι Μπαλιόνε, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος κυρίως χάρη στην επέμβαση ορισμένων καρδινάλιων και του μαρκησίου Τζουστινιάνι. Το 1604, ένας συμβολαιογράφος με το όνομα Μαριάνο Πασκαλόνε, εμφανίστηκε αιμόφυρτος στην αστυνομία δηλώνοντας πως ο Καραβάτζιο είχε αποπειραθεί να τον σκοτώσει. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε τότε τη Ρώμη και αναζήτησε καταφύγιο στη Γένοβα, στο πλευρό του πρίγκιπα Μάρτσο Κολόννα. Επέστρεψε στη Ρώμη όταν, για άγνωστους λόγους, ο Πασκαλόνε απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον του. Παρά την κακή φήμη που είχε αναπτύξει, η προστασία του από τον πρίγκιπα Κολόννα του έδωσε την ευκαιρία να λάβει αρκετές παραγγελίες, μεταξύ αυτών και μία για την εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Του ανατέθηκε να ζωγραφίσει μία Παναγία, έργο που θα αποτελούσε μία πολύ σημαντική ευκαιρία για την καταξίωση κάθε ζωγράφου. Παρόλα αυτά, ο Καραβάτζιο επέλεξε να ολοκληρώσει το έργο υιοθετώντας μία πλήρως αντισυμβατική προσέγγιση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ιερόσυλη και ασεβής. Στον πίνακα που παρέδωσε, αποτύπωσε την Παναγία ως μία κοινή θνητή, την Αγία Άννα σαν μια άσχημη γερασμένη γυναίκα και τον Χριστό εντελώς γυμνό παρότι δεν ήταν σε βρεφική ηλικία. Το έργο φυσικά απορρίφθηκε, στερώντας από τον Καραβάτζιο την ευκαιρία να λάβει επίσημη αναγνώριση ως ζωγράφος.

Η εξορία και ο θάνατος του

Στις 29 Μαΐου του 1606, κατά τη διάρκεια λογομαχίας, o Καραβάτζιο σκότωσε με μαχαίρι ένα νεαρό ονόματι Ρανούτσιο Τομασσόνι. Τα αίτια ενδεχομένως να ήταν οικονομικά ή/και ερωτικά ή πολιτικά. Ο ίδιος τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι φίλοι του που ήταν παρόντες στο επεισόδιο φυλακίστηκαν. Για την πράξη του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και εξορία, γεγονός που έδινε το δικαίωμα σε κάθε μέλος της αστυνομίας του Βατικανού να τον εκτελέσει επιτόπου. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε μεταμφιεσμένος τη Ρώμη αφού αναζήτησε μάταια καταφύγιο στους πρώην προστάτες του. Πρώτο σταθμό της περιπλάνησής του αποτέλεσε η Νάπολι, όπου παρέμεινε αρχικά για περίπου οκτώ μήνες.

Παρά την μεγάλη του επιτυχία και φήμη, εγκατέλειψε την πόλη και έφυγε για την Μάλτα. Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησής του θεωρείται η πρόθεσή του να γίνει Ιππότης του Τάγματος της Μάλτας, ώστε να μπορεί πιο εύκολα να διεκδικήσει μια απονομή χάριτος από τον Πάπα και να επιστρέψει στο μέλλον στη Ρώμη. Εκεί έζησε για περίπου πέντε μήνες, διάστημα στο οποίο ολοκλήρωσε το έργο Ο Άγιος Ιερώνυμος στο σπουδαστήριο του για τον καθεδρικό ναό της Βαλέτας. Άλλοι αξιοσημείωτοι πίνακες της ίδιας περιόδου είναι ο τεραστίων διαστάσεων Αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο), η προσωπογραφία του Μεγάλου Μάγιστρου Alof de Wignacourt, καθώς και ο Ερωτιδέας που κοιμάται, έργο που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το ασκητικό πνεύμα των Ιπποτών. Ο Καραβάτζιο τελικά εκδιώχθηκε από το τάγμα, χαρακτηριζόμενος ως «διεφθαρμένος και ρυπαρός» (putridum et foetidum) και κατέφυγε στη Σικελία, αρχικά στις Συρακούσες και αργότερα στη Μεσσίνα.

Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα,  (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο),
Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα

Το 1609 επέστρεψε στη Νάπολι όπου έγινε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, οι λόγοι της οποίας παραμένουν άγνωστοι. Το καλοκαίρι του 1610 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και έφτασε με πλεούμενο στο κοντινό στη Ρώμη λιμάνι Πόρτο Έρκολε που βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή, ενώ πιθανότατα σταμάτησε να ζωγραφίζει. Εκεί φέρεται να συνελήφθη και να εξαγόρασε την απελευθέρωσή του, τα ίχνη του όμως χάνονται σε αυτό το σημείο. Στις 28 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε η είδηση του θανάτου του διάσημου ζωγράφου, ενώ τρεις ημέρες αργότερα μία νέα δημοσίευση αναφερόταν σε θάνατό του από σοβαρή ασθένεια. Ως επίσημη ημερομηνία θανάτου του θεωρείται η 18η Ιουλίου, ωστόσο παραμένει υπό διερεύνηση τόσο ο ακριβής χρόνος όσο και η αιτία του θανάτου του.

Το έργο του Καραβάτζιο

Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη
Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου,
 Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη

Το έργο του Καραβάτζιο συχνά αντιμετωπίστηκε αρνητικά στην εποχή του, κυρίως λόγω του σκανδαλώδους τρόπου με τον οποίο αποτύπωνε τα θέματά του, ωστόσο ακόμη και οι επικριτές του αναγνώριζαν το ταλέντο του. Η ζωγραφική του θεωρείται πως διαμόρφωσε καταλυτικά τη μπαρόκ σχολή, επιδιώκοντας να ανατρέψει τον μανιερισμό των παλαιότερων ζωγράφων. Διαμόρφωσε ένα ρεαλιστικό ύφος στη ζωγραφική, με έντονα στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο των έργων του αποτελούσε η χρήση των φωτοσκιάσεων και των φωτεινών αντιθέσεων (κιαροσκούρο). Αν και η τεχνική αυτή είχε αναπτυχθεί πριν από τον Καραβάτζιο, εκείνος την υιοθέτησε με απόλυτο τρόπο και θεωρείται πως αποτέλεσε τον ιδανικό εκφραστή της. Το δεδομένο στυλ έμεινε γνωστό στην ιστορία της τέχνης ως τενεμπρισμός, δηλαδή ελεύθερη τεχνική η οποία χρησιμοποιεί το σκοτάδι σαν ουσιαστικό στοιχείο ενός έργου.

Ζωγράφιζε με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς προπαρασκευαστικά σχέδια και χρησιμοποιώντας μοντέλα εκ του φυσικού, τα οποία απεικόνιζε απ’ ευθείας στον καμβά. Λεπτομερείς έρευνες πάνω σε πίνακές του, φανερώνουν πως απουσίαζαν ίχνη σχεδίου, ενώ χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες αδρές χαράξεις, κυρίως για τον καθορισμό της σύνθεσης και της θέσης των μοντέλων. Θεωρείται πως η χρήση ζωντανών μοντέλων αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο για το ρεαλισμό που αναζητούσε να αποδώσει.

Μετά το θάνατό του, η φήμη του εξασθένισε γρήγορα και το όνομά του ουσιαστικά εξαφανίστηκε από καταλόγους. Ο πρώτος του βιογράφος ήταν ο ζωγράφος Τζοβάννι Μπαλιόνε, ο οποίος δεν έτρεφε συμπάθεια προς το έργο του. Πολλοί από τους πίνακές του αποδόθηκαν σε άλλους ζωγράφους, ενώ παράλληλα έργα που δεν του ανήκαν αποδόθηκαν σε αυτόν. Μετά από μια μακροχρόνια λήθη, το έργο του Καραβάτζιο άρχισε να επανεκτιμάται στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Wolfgang Kallab, μελετώντας κάποιους πίνακες, αναγνώρισε σε αυτούς πολλά κοινά στοιχεία και τελικά μετά από ενδελεχή έρευνα τους απέδωσε στον Μικελάντζελο Μερίζι. Εκείνη την εποχή, ελάχιστα ήταν γνωστά για τον Καραβάτζιο, ενώ μόλις ένα έργο έφερε την υπογραφή του. Ωστόσο, με έναυσμα την έρευνα του Kallab και την μεσολάβηση και άλλων ειδικών, σύντομα ξεκίνησε να αποκαλύπτεται το κυρίως σώμα του έργου του Καραβάτζιο. Στην ανάδειξη του έργου του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης η ανακάλυψη σχετικών εγγράφων στις πόλεις όπου έζησε και δημιούργησε ο Καραβάτζιο.

Το γεγονός είναι ότι το έργο του Καραβάτζιο επηρέασε γενιές καλλιτεχνών του νέου ύφους του μπαρόκ. Ανάμεσά τους οι Τζοβάννι Μπαλιόνε, Λεονέλλο Σπάντα, Οράτσιο Τζεντιλέσκι, Κάρλο Σαρατσένι, Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, οι Καραβατζιστές της Ουτρέχτης, Φλαμανδοί (Ρούμπενς και Άμπραχαμ Γιάνσσενς, Γάλλοι (Ζωρζ ντε Λα Τουρ και Σιμόν Βουέ) και Ισπανοί (Φρανθίσκο Ριμπάλτα και Χοσέ Ριμπέρα).

Το 1920, ο ιστορικός τέχνης Roberto Longhi μελέτησε περαιτέρω τη δομή και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου του, ισχυριζόμενος πως μεταγενέστεροι καλλιτέχνες όπως ο Γιοχάννες Βερμέερ ή ο Ρέμπραντ δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς τον Καραβάτζιο, ενώ η τεχνική ζωγράφων όπως ο Ντελακρουά ή ο Εντουάρ Μανέ θα ήταν ριζικά διαφορετική. Ο Αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Μπέρενσον επίσης σχολίασε πως «εκτός από τον Μιχαήλ Άγγελο, κανένας Ιταλός ζωγράφος δεν άσκησε τόσο έντονη επιρροή». Οι νέες έρευνες και κριτικές πάνω στο έργο του Καραβάτζιο ενίσχυσαν τη φήμη του και οδήγησαν σε μία πρώτη σημαντική έκθεση με τίτλο Καραβάτζιο και Καραβατζιστές (Caravaggio e dei Caravaggeschi), μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες εκθέσεις για τον Καραβάτζιο, ο οποίος είχε πλέον αναγνωριστεί ως μεγάλος ζωγράφος του παρελθόντος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Καραβάτζο

Please follow and like us:
error0

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 1511-1574)

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 – 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός.
Ο Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Βίος και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (1470-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Τζόρτζιο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων

Έκδοση των Βίων του Τζόρτζο Βαζάρι
Έκδοση των Βίων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι οφείλει τη φήμη του ως «πατέρα» της ιστορίας της τέχνης στη συγγραφή του έργου Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), καθώς δεν περιορίστηκε στην εξιστόρηση της ζωής των καλλιτεχνών αλλά προχώρησε σε μία κριτική θεώρηση της εξέλιξης των τεχνοτροπιών και του ύφους που επέβαλαν. Το έργο του ήταν αφιερωμένο στον Κόζιμο Α’ των Μεδίκων και η πρώτη έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1550, σε δύο τόμους με συνολικά περισσότερες από χίλιες σελίδες. Περιείχε ένα προοίμιο, μία εισαγωγή στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, καθώς και τρία κύρια μέρη με τις βιογραφίες συνολικά 133 καλλιτεχνών.

Σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες. Ο ίδιος αναφέρεται σε κείμενα του Βιτρούβιου, σε αρχιτεκτονικές πραγματείες των Αλμπέρτι και Σεμπαστιάνο Σέρλιο, στα κείμενα του Λορέντζο Γκιμπέρτι (Commentari) καθώς και σε άλλα γραπτά του Ραφαήλ και του Ντομένικο Γκιρλαντάιο, τα οποία όμως δεν έχουν καθοριστεί. Ανάμεσα σε άλλα έργα που βρίσκονταν στη διάθεσή του Βαζάρι, περιλαμβάνονται ο οδηγός του Φραντσέσκο Αλμπερτίνι για την πόλη της Φλωρεντίας, η αλληλογραφία του Πιέτρο Αρετίνο και άλλες ανώνυμες πηγές. Μία δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του έργου ολοκληρώθηκε το 1568 και αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μελλοντικών εκδόσεων και μεταφράσεων. Εκδόθηκε σε τρεις τόμους, σημαντικά πιο εκτεταμένη από την πρώτη έκδοση, περιέχοντας περισσότερες από 1500 σελίδες και περίπου 30 νέες βιογραφίες. Η δεύτερη έκδοση ανέφερε επίσης πρόσθετες πηγές, μεταξύ αυτών τα ιστορικά έργα του Παύλου Διάκονου (π. 720-799), τα χρονικά των Τζοβάνι και Ματέο Βιλάνι, καθώς και την προσωπική του αλληλογραφία. Σημαντική συμβολή στη δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση είχε και ο Βιτσέντζο Μποργκίνι, ο οποίος συμβούλευσε τον Βαζάρι να μην περιοριστεί στις βιογραφικές πληροφορίες για κάθε καλλιτέχνη, αλλά να εστιάσει στο έργο τους και την αξία του.

Κριτική για το συγγραφικό έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι

Η έκδοσή του έργου θεωρήθηκε πολύ σημαντική στο σύνολο της Ευρώπης προκαλώντας τόσο τον άκριτο θαυμασμό όσο και την περιφρόνηση ή τα δυσμενή σχόλια από άλλους καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ αυτών και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Ο Ελ Γκρέκο διαφώνησε με αρκετές από τις κριτικές τοποθετήσεις του Βαζάρι, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα των Βίων. Οι παρατηρήσεις του Θεοτοκόπουλου απηχούσαν τις απόψεις ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου του 16ου αιώνα, καθώς έχουν διασωθεί και άλλα σχόλια καλλιτεχνών και φιλότεχνων με ανάλογο περιεχόμενο.

Τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα του Βαζάρι θεωρούνται μικρότερης αξίας, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με το έργο του ίδιου, ειδικότερα η αλληλογραφία του, τμήματα της οποίας εμφανίζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές, ωστόσο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό δεν έχει διασωθεί.

Κριτική για τον Τζόρτζιο Βαζάρι

Το έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι παρά τα κενά, τα λάθη, τη μέθοδο για την οποία μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία την απαρχή της επιστημονικής αντιμετώπισης των καλλιτεχνικών φαινομένων. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι βλέπει στο σύνολο της την καλλιτεχνική δημιουργία της Ιταλίας, κάτι που δεν είχε επιχειρήσει κανείς στο παρελθόν.

Εκεί που η επιστημονική κριτική ελέγχει τον Τζόρτζιο Βαζάρι είναι κυρίως η επιφανειακή έρευνα των πηγών και το ότι οι χρονολογίες που δίνει είναι πολλές φορές λανθασμένες. Δεν είναι πάντα αντικειμενικός στις κρίσεις του αλλά δεν είναι και άδικος. όλα αυτά όμως δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι ο Βαζάρι αποτελεί έναν μεγάλο πρωτοπόρο, που δημιουργεί τεράστιες προϋποθέσεις στην έρευνα και την κατανόηση τόσο των δημιουργών όσο και των δημιουργημάτων τους.

Στον Τζόρτζιο Βαζάρι αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά η οικουμενικότητα του αναγεννησιακού ανθρώπου. Ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, υπήρξε, με την παρότρυνση του Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, ο ιδρυτής της Φλωρεντινής Ακαδημίας, η οποία συμπεριέλαβε όλους τους καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Φλωρεντία, διαχωρίζοντας για πρώτη φορά τους καλλιτέχνες από τους τεχνίτες. Αυτό συνέτεινε στην εξύψωση της θέσης τους και μέσα στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού εντάσσονται και οι Βίοι, που κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα των δημιουργών της τέχνης, οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της.

Τέλος του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι πέθανε στη Φλωρεντία στις 27 Ιουνίου 1574, μόλις 2 μήνες μετά το θάνατο, στις 21 Απριλίου 1574, του δούκα Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, του μεγάλου του πάτρωνα, στον οποίο είχε αφιερώσει και τις δύο εκδόσεις του έργου του.

Please follow and like us:
error0

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (1519-1574)

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (ιταλικά: Cosimo I de’ Medici‎, 12 Ιουνίου 1519 – 21 Απριλίου 1574) ήταν ο δεύτερος Δούκας της Φλωρεντίας και, στη συνέχεια, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.
Ο Κόζιμο Α’ των Μεδίκων

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων γεννήθηκε στην Φλωρεντία και ήταν ο γιος του διάσημου στρατιωτικού Τζοβάνι των Μεδίκων, του επιλεγόμενου «νταλε Μπάντε Νέρε», και της Μαρίας Σαλβιάτι.

Με τη δολοφονία του δούκα Αλεξάνδρου των Μεδίκων (1537) δεν υπήρχε κανένας άρρην απόγονος της οικογένειας από τον πρώτο κλάδο της δυναστείας. Τότε θυμήθηκαν τον ξεχασμένο δεύτερο κλάδο, του οποίου εκπρόσωπος τότε ήταν ο μόλις 17χρονος Κόζιμο. Παρόλο που δε ζούσε στη Φλωρεντία, τον ευνόησαν, διότι πίστευαν ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, θα μπορούσε εύκολα να γίνει “πιόνι”. Σύντομα όμως τους διέψευσε, γιατί αποδείχθηκε υπερβολικά ισχυρογνώμων και φιλόδοξος.

Απέρριψε αμέσως την πρόταση να δώσει επιπλέον εξουσίες στο συμβούλιο των 48. Τον Ιούλιο του 1537, οι εξόριστοι βάδιζαν κατά της Τοσκάνης υπό την αρχηγία του Μπερνάρντο Σαλβιάτι και του Πιέρο Στρότσι. Όταν ο Κόζιμο Α΄ άκουσε ότι πλησιάζουν, έστειλε τον καλύτερο στρατηγό του, τον Αλεσσάντρο Βιτέλλι, να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Αφού τους κατανίκησε, πολιόρκησε και το φρούριο, που ο Στρότσι και οι άνδρες του είχαν καταφύγει για να σωθούν. Το φρούριο έπεσε αμέσως και οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι αποκεφαλίσθηκαν, ενώ το σώμα τού αρχηγού Στρότσι βρέθηκε με ένα αιματοβαμμένο μαχαίρι δίπλα του.

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους

Τον Ιούνιο του 1537 ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αναγνωρίστηκε από τον Κάρολο Ε΄ των Αψβούργων της Γερμανίας ως αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους, σε αντάλλαγμα πολεμικών υπηρεσιών που του είχε προσφέρει με τη Γαλλία. Επανέφερε έτσι την δύναμη των Μεδίκων, που βασίλεψαν στην Φλωρεντία ως τον Τζαν Γκαστόνε των Μεδίκων (1671 – 1737). Πολιόρκησε τη Σιένα με τη στρατιωτική υποστήριξη του βασιλιά. Η πόλη αντιστάθηκε, αλλά μετά από 15μηνη πολιορκία (1554 – 1555) έπεσε· ο πληθυσμός της μειώθηκε από 40.000 στις 8.000. Φρόντισε ιδιαίτερα για τη ναυτική παρουσία της Τοσκάνης, ιδρύοντας το Τάγμα του Αγίου Στεφάνου, που πολέμησε τους Οθωμανούς και άσκησε πειρατεία στη Μεσόγειο. Το 1569 ανακήρυξε το μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης.

Αυταρχική διακυβέρνηση

Ήταν ηγεμόνας δεσποτικός και απολυταρχικός. Παρά όμως την αυταρχικότητα και τους βαρείς φόρους που επέβαλλε, ήταν λάτρης των γραμμάτων και των τεχνών. Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και ο Φλωρεντινός στόλος που πήρε μέρος σε αυτή ενέπνευσαν τον καλύτερο ζωγραφικό πίνακα. Έκτισε πάρα πολλές κατασκευές, περισσότερο για να εξασφαλίσει την άμυνα του κράτους του από τους εχθρούς. Ήταν και λάτρης της αλχημείας, τέχνη που κληρονόμησε από τη μάμμη του Κατερίνα Σφόρτσα. Ο βασιλιάς Κάρολος Ε΄ τον βοήθησε να ανεξαρτητοποιηθεί εντελώς και να απαλλαγεί το κράτος του από οποιαδήποτε Ισπανική επιρροή. Ταυτόχρονα φρόντιζε να εξουδετερώνει όλες τις εναντίον του συνωμοσίες πριν δημιουργηθούν, οργανώνοντας τη δολοφονία των ύποπτων γι’ αυτό. Ένας από αυτούς ήταν ο Λορεντσίνο (1548), ο τελευταίος Μέδικος διεκδικητής της Φλωρεντίας.

Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του, συντετριμμένος από το θάνατο δύο γιων του από ελονοσία, παρέδωσε την εξουσία στο γιο του Φραγκίσκο και αποσύρθηκε στη βίλα του Καστέλο.

Πέθανε στις 21 Απριλίου 1574.

Παλάτσο Πίττι

Το κτίριο πουλήθηκε το 1549 από τον Μπουονακόρσο Πίττι στην Ελεονώρα του Τολέδου. Μεγαλωμένη στην πολυτελή αυλή της Νάπολης, η Ελεονώρα ήταν σύζυγος του Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων. Κατά την εγκατάστασή του στο ανάκτορο Πίττι, ο Κόζιμο ανέθεσε στον Τζόρτζιο Βαζάρι την επέκταση του κτιρίου έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις αισθητικές του προτιμήσεις. Το κτίριο υπερδιπλασιάστηκε με την προσθήκη μιας νέας κατασκευής στην πίσω πλευρά του. Ο Βαζάρι κατασκεύασε επίσης το Corridoio Vasariano, έναν υπερυψωμένο διάδρομο που ξεκινούσε από το Παλάτσο Βέκιο, το παλιό ανάκτορο των Μεδίκων και έδρα της κυβέρνησης, περνούσε μέσα από το Ουφίτσι και πάνω από το Πόντε Βέκιο κι έφτανε στο Πίττι. Έτσι μπορούσαν οι Μέδικοι να μεταβαίνουν από την επίσημη διαμονή τους στο νέο τους παλάτι εύκολα και με ασφάλεια. Αρχικά το Παλάτσο Πίττι χρησιμοποιούνταν κυρίως για την φιλοξενία επισήμων επισκεπτών και για εκδηλώσεις της αυλής, ενώ κύρια διαμονή των Μεδίκων παρέμενε το Παλάτσο Βέκκιο. Μόνιμη κατοικία των Μεδίκων και στέγη των καλλιτεχνικών τους συλλογών έγινε επί Φερινάνδου Α΄, γιου του Κόζιμο και της Ελεονώρας. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κόζιμο_Α΄_των_Μεδίκων

Please follow and like us:
error0