Jacobo della Quercia (1374-1438)

Ο Jacobo della Quercia (Quercia, 1374-Siena, 1438) ήταν Ιταλός γλύπτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Jacobo di Maestro Piero di Filippo. Γεννήθηκε στο Quercia της Ιταλίας, μια μικρή περιοχή κοντά στη Siena το 1374, γι’ αυτό και έγινε γνωστός Jacobo della Quercia. Ήταν από τους πρώτους που άρχισε να δουλεύει στην τέχνη του με περισσότερες μελέτες και πολλή φροντίδα, δείχνοντας πως με την τέχνη μπορεί κανείς να πλησιάσει τη ζωή. Ήταν επίσης από τους πρώτους που έδιναν στους άλλους ελπίδα και θάρρος ότι μπορούν, κατά κάποιον τρόπο, να είναι πιστοί στο φυσικό πρότυπο.

Jacobo della Quercia
Jacobo della Quercia

Το πρωιμότερο έργο του ο Jacobo della Quercia το δημιούργησε στα δεκαεννιά του χρόνια στη Siena. Αφορμή γι’ αυτό δόθηκε ένα συμβάν: οι Σιενέζοι είχαν παρατάξει κατά των Φλωρεντινών ένα στράτευμα υπό τις διαταγές των Gian Tedesco και Giovanni d’ Azzo Ubaldini. Όμως ο Giovanni d’ Azzo αρρώστησε. Τον έφεραν στη Siena, όπου και πέθανε. Οι Σιενέζοι, που τους άγγιξε πολύ ο θάνατος του, του έκαναν μια λαμπρή κηδεία και του έφτιαξαν ένα ικρίωμα από ξύλο στο τύπο της πυραμίδας. Σ’ αυτήν τοποθέτησαν ένα άγαλμα φτιαγμένο από το χέρι του Jacobo della Quercia, το οποίο παρουσίαζε τον Giovanni d’ Azzo έφιππο και σε υπερβολικό μέγεθος. Η μορφή αυτή ήταν φτιαγμένη με πολύ εφευρετικότητα, αφού η μέθοδος που ακολούθησε ο Jacobo δεν ήταν γνωστή μέχρι τότε. Ο σκελετός του αλόγου και της ανθρώπινης μορφής κατασκευαζόταν από ξύλα και σανίδια, τα οποία ενώνονταν και ύστερα περιτυλίγονταν με σανό, στουπί και σχοινιά. Όλα αυτά δένονταν γερά μεταξύ τους και πάνω τους ο Jacobo τοποθετούσε ένα επίχρισμα από πηλό τον οποίο ανακάτευε με μαλλί, ζύμη και κόλλα, μια μέθοδος που, πραγματικά, για τέτοια πράγματα ήταν η καλύτερη, αφού έργα αυτού του τύπου εμφανίζονταν σαν συμπαγή, έτοιμα και στεγνά, ενώ ήταν πολύ ελαφριά και κέρδιζαν το βλέμμα του θεατή. Επιπλέον, αγάλματα που δημιουργούνταν με αυτόν τον τρόπο δεν αποκτούσαν ρωγμές, κάτι που θα συνέβαινε αν ήταν μόνο με πηλό.

Μετά από μια εξέγερση των Σιενέζων ο μέντορας του Jacobo εκδιώχθηκε από την πόλη και έτσι ο γλύπτης με τη βοήθεια κάποιων φίλων πήγε στην πόλη Lucca, όπου με εντολή του άρχοντα της πόλης έφτιαξε στην εκκλησία του San Martino ένα ταφικό μνημείο για τη σύζυγο του, που είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό. Στη βάση αυτού του έργου σμίλεψε μερικά παιδιά, τα οποία ήταν καλά δουλεμένα που φαίνονται σαν ζωντανά. Επάνω στη σαρκοφάγο σμίλεψε τη σύζυγο του άρχοντα, η οποία ήταν ενταφιασμένη σ’ αυτήν, και από το ίδιο πέτρωμα απεικόνισε ένα σκυλί στα πόδια της, ως σύμβολο της πίστης της προς το σύζυγό της.

Jacobo della Quercia
San Martino

Ο Jacobo μετά από μια περιήγηση στις πόλεις της Ιταλίας επέστρεψε στη Siena, όπου βρήκε την ευκαιρία να δοξαστεί. Η Signoria της Siena του ανέθεσε να διακοσμήσει με μάρμαρο μια κρήνη, το νερό της οποίας είχε διοχετευθεί στην μεγάλη πλατεία. Το ποσό που θα έπαιρνε για αυτό το έργο ορίστηκε στα 2.200 χρυσά. Δημιούργησε ένα πρόπλασμα και άρχισε τη δουλειά στο μάρμαρο, την οποία ολοκλήρωσε για μεγάλη ικανοποίηση των συμπολιτών του, οι οποίοι δεν τον ονόμαζαν πια Jacobo della Quercia αλλά Jacobo della Fonte. Το επίκεντρο της παράστασης κατέλαβε η Ένδοξη Παρθένος Μαρία, η κατ’ εξοχήν προστάτιδα της πόλης. Ήταν κάπως μεγαλύτερη από τις άλλες μορφές, δοσμένη με έναν τρόπο ωραίο και ασυνήθιστο. Γύρω από αυτήν βλέπει κανείς τις μορφές των επτά θεολογικών και πρώτιστων Αρετών, τα κεφάλια των οποίων δουλεύτηκαν με πολλή τρυφερότητα και με χαριτωμένη έκφραση. Για τη διακόσμηση αυτής της κρήνης επεξεργάστηκε επίσης μερικές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, όπως τη δημιουργία των πρωτόπλαστων, τη γεύση του απαγορευμένου καρπού, ενώ στο πρόσωπο της Εύας κατάφερε να προσδώσει μια τόσο ωραία έκφραση καθώς προκαλεί τον Αδάμ να δοκιμάσει το μήλο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι του ήταν αδύνατο να αρνηθεί. Η υπόλοιπη διακόσμηση ολοκληρώνεται με παιδικές μορφές και άλλα διακοσμητικά, με λιοντάρια και λύκους που ανήκουν στο έμβλημα της πόλης. Και όλα αυτά τα έφτιαξε ο Jacobo μέσα σε δώδεκα χρόνια με φιλοπονία και πείρα.

Jacobo della Quercia
Fonte Gaia (Siena)

Με αυτή την εργασία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη φήμη και με την ηθική ζωή του έγινε γνωστός ως άνθρωπος ευγενικών ηθών. Γι’ αυτό χρίστηκε ιππότης από τη Signoria και αμέσως μετά πρωτομάστορας του ναού. Αυτά τα καθήκοντα του τα εκτέλεσε πολύ καλά ως το τέλος της ζωής του το 1438.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι (1475-1564)

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι, (πλήρες όνομα Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 – 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο απλά ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (Αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Δευτέρα Παρουσία, Καπέλα Σιξτίνα

Ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ήταν δοσμένος με πάθος στην τέχνη του, βλέποντας ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα μπορούσε να το λύσει με ευκολία. Γιατί η φύση τον είχε εφοδιάσει με πνεύμα που εξασφάλιζε την ικανότητα του σχεδίου πέρα για πέρα. Για να τελειοποιηθεί σ’ αυτό, ασχολήθηκε διεξοδικά με την ανατομία, ανατέμνοντας ο ίδιος πολλά πτώματα για να ερευνήσει τις ενώσεις των ιστών, τους μυώνες, τα νεύρα, τις φλέβες και τις αρτηρίες, και τις διάφορες κινήσεις και θέσεις του ανθρώπινου σώματος. Επίσης καταπιάστηκε με τη μελέτη των ζώων, κυρίως των αλόγων. Οι εργασίες του με το πινέλο και τη σμίλη έμειναν ανεπανάληπτες. Προσέδιδε στα έργα του τόσο μεγάλη ομορφιά, χάρη και ζωντάνια που ξεπέρασε ακόμη και τους αρχαίους.

Η τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου αναγνωρίστηκε ήδη ενόσω εκείνος ζούσε. Οι μεγάλοι Πάπες, ο Ιούλιος Β’, ο Λέων Ι’, ο Κλήμης Ζ’, ο Παύλος Γ’, ο Ιούλιος Γ’ και ο Πίος Ε’, ήθελαν να το έχουν πάντα κοντά τους. Το ίδιο και ο Τούρκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, ο Φραγκίσκος Βαλουά, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων: όλοι προσφέρθηκαν να πληρώνουν τιμητικό μισθό για να συμμετέχουν στη δόξα του. Όλοι είχαν δει και αναγνωρίσει ότι σ’ αυτόν οι τρεις τέχνες είχαν φτάσει την τελειότητα.

Είχε μια τόσο δυναμική φαντασία, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να μορφοποιήσουν τις μεγάλες και φοβερές σκέψεις που το πνεύμα συνελάμβανε ως ιδέες και πολλές φορές άφησε τα έργα μισοτελειωμένα ή κατέστρεψε πολλά. Ο Μιχαήλ Άγγελος αγαπούσε τη μοναξιά, γιατί πάρα πολύ δοθεί στην τέχνη του, η οποία θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο που αφιερώνεται σ΄αυτήν και φτάνει να θεωρεί καθήκον του την αποφυγή της παρέας. Η τέχνη απαιτεί σκέψη, μοναξιά και άνεση και δεν αντέχει αντιπερισπασμούς.

Ο Μιχαήλ Άγγελος σαν καλός Χριστιανός αγαπούσε πολύ τις Άγιες Γραφές και ήταν θαυμαστής το Μοναχού Σαβοναρόλα. Αγαπούσε στο έπακρο την ανθρώπινη ομορφιά και προσπαθούσε να τη μιμηθεί στην τέχνη του επιλέγοντας ό,τι ωραιότερο από το ωραίο. Ήταν πολύ μετριοπαθής και του αρκούσε στα μεν νιάτα του λίγο ψωμί και κρασί, ενώ στα στερνά του έπαιρνε τα βράδια μετά τη δουλειά της ημέρας ένα απλό βραδινό. Αν και ήταν πλούσιος, ζούσε σαν φτωχός. Ποτέ ή σπάνια έτρωγε ένας φίλος μαζί του. Δεν δεχόταν δώρα από κανέναν, γιατί υποχρεωνόταν απέναντι στον δωρητή. Η μετριοπάθεια του συνέτεινε στο να χρειάζεται ελάχιστο ύπνο. Συχνά, σηκωνόταν τη νύχτα, όταν δε μπορούσε να ησυχάσει, για να δουλέψει με τη σμίλη. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε κατασκευάσει ένα χάρτινο σκούφο και στην κορυφή του είχε στερεώσει ένα κερί, ώστε να έχει φως οπουδήποτε κι αν εργαζόταν χωρίς να εμποδίζονται τα χέρια του.

Στα νιάτα του, κοιμόταν πολλές φορές ντυμένος, όταν, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί και να ντυθεί πάλι, όταν ξυπνούσε. Μερικοί τον θεωρούσαν τσιγκούνη, όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού απέδειξε κατά τη διάρκεια του βίου το του ακριβώς αντίθετο. Με χρήματα που πήρε από τον κόπο του αποκλειστικά βοήθησε πολλούς φτωχούς και πάντρεψε στα κρυφά πολλά κορίτσια.

Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε μια πολύ καλή και πλατιά μνήμη. Χρειαζόταν να δει μόνο μια φορά τα έργα των άλλων, για να τα συγκρατήσει και κατά κάποιον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει χωρίς κανείς να το καταλάβει. Επίσης ποτέ δεν έφτιαξε πότε κάτι όμοιο με άλλα έργα του. Θύμωνε με αυτούς που τον πρόσβαλαν. Ποτέ όμως δεν ήταν εκδικητικός, αντίθετα ήταν πολύ υπομονετικός και απλός στις συνήθειες του, στα λόγια του πολύ κατανοητός, απαντούσε πάντα με σοφία και σοβαρότητα και πολλές φορές έλεγε πράγματα περιεκτικά, αστεία ή και σκληρά.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Πιετά (Αποκαθήλωση), Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Ρώμη

Το τέλος του Μιχαήλ Άγγελου

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Ο Μιχαήλ Άγγελος κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και με συμμετοχή όλων των καλλιτεχνών, των φίλων της φλωρεντινής παροικίας, μπροστά στα μάτια ολόκληρης της Ρώμης, σε μια κρύπτη των Αγίων Αποστόλων, γιατί ο Πάπας είχε την πρόθεση να ταφεί στον Άγιο Πέτρο, σε ένα ιδιαίτερο μνημείο. Ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων επειδή δεν μπόρεσε να τον κερδίσει όσο ζούσε, ήθελα να μεταφέρει το νεκρό στη Φλωρεντία και να του αποδώσει μεγάλες τιμές με όλη τη προσήκουσα μεγαλοπρέπεια. Το πτώμα του Μιχαήλ Άγγελου το πήραν τυλιγμένο, για να μην γίνει θόρυβος στη Ρώμη και ματαιωθεί το εγχείρημα. Μετέφεραν το φέρετρο στην Αδελφότητα της Αναλήψεως της Θεοτόκου και το τοποθέτησαν κάτω από τον κεντρικό βωμό, χωρίς να κάνουν τίποτα. Τη νύχτα, γύρω στις δώδεκα, μαζεύτηκαν γύρω από το σκήνωμα. Ήθελαν να ό,τι έκαναν να γίνει αθόρυβα. Η είδηση όμως μεταπήδησε από το ένα στόμα στο άλλο και η εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο. Τελικά ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ετάφη στην Santa Croce, όπως ήταν και η επιθυμία του, αφού εκεί βρισκόταν και η κρύπτη των προγόνων του. Με εντολή του Κόζιμο των Μεδίκων ανεγέρθηκε μνημείο με τρία αγάλματα: της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1355-1415)

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Κωνσταντία, 15 Σεπτεμβρίου 1415) ήταν από τους κυριότερους συγγραφείς και πρωτεργάτες της εισαγωγής της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στην Ιταλία κατά τα τελευταία έτη ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπήρξε ο λόγιος που έδωσε την πρώτη σοβαρή ώθηση για την άνθηση των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας τη Δύση όχι ως τον αντίποδα της Ανατολής, συνέβαλε στην πολιτισμική προσέγγιση των δύο μερών της διηρημένης χριστιανοσύνης. Ως πρεσβευτής του Μανουήλ Β’, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι (1408), δώρισε εκ μέρους του αυτοκράτορα στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου πολύτιμο ιστορημένο χειρόγραφο (σώζεται ως σήμερα) που περιείχε έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη.

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς
Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο πρόδρομος Μανουήλ Χρυσολωράς

Ο Μανουήλ Χρυσολωράς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 σε επιφανή βυζαντινή οικογένεια. Απέκτησε μεγάλη μόρφωση και κλασσική παιδεία, παρακολουθώντας διαλέξεις και του Γεώργιου Γεμιστού και συνδέθηκε με το περίπου συνομήλικό του Aυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο.

Το 1394 ή 1395, επειδή ήταν γνώστης της λατινικής γλώσσας, εστάλη από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο στη Βενετία για να διαπραγματευτεί την αποστολή βοήθειας κατά των τουρκικών επιθέσεων που πολιορκούσαν την Πόλη υπό το σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’.

Το 1396 ή 1397 προσκλήθηκε στη Φλωρεντία να διδάξει ελληνικά από το μαικήνα Πάλα Στρότσι και τον προστάτη των γραμμάτων Κολούτσιο Σαλουτάτι. Την εποχή εκείνη στη Φλωρεντία άνθιζε το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές και τα ελληνικά ως γλώσσας φορέας τους. Ο Χρυσολωράς άρχισε με ελάχιστα μέσα, μερικά χειρόγραφα από τα έπη του Ομήρου, αλλά με τη μεταδοτικότητά του ενέπνευσε ενθουσιασμό στους μαθητές του. Βασίστηκε εν μέρει στην εργασία που είχε αρχίσει 35 χρόνια πριν στην ίδια πόλη ο Λεόντιος Πιλάτος.

Στον Χρυσολωρά ανήκει η τιμή ότι προετοίμασε για τους άλλους Βυζαντινούς λόγιους τον δύσκολο δρόμο, που οδηγούσε στις ελληνικές σπουδές, γιατί έπρεπε να διδάξει σε ξένους που δεν είχαν καμία σχετική προπαιδεία. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη τον έκανε να συντάξει τη πρώτη στοιχειώδη γραμματική με τον τίτλο «Ερωτήματα» γιατί είχε γραφτεί με τη μορφή απλών ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο Χρυσολωράς, σκυμμένος με τους μαθητές του επάνω στα αρχαία ελληνικά κείμενα, αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα της μεταφράσεως και το λύνει με την πιο αποτελεσματική μέθοδο που τη συνοψίζει στις τρεις λατινικές λέξεις «tranferre et sententiam» που σημαίνουν: να προσπαθείς να μεταφράζει το κείμενο κατά λέξη όπου είναι δυνατόν, αλλιώς όμως πιο ελεύθερα για να αποδίδει πιστά το νόημά του με τις κατάλληλες λέξεις ή εκφράσεις στη δική σου γλώσσα. Ήταν μια νέα αντίληψη για την εποχή εκείνη, εντελώς διαφορετική από τη σχολαστική και κατά λέξη μετάφραση που ακολουθούσαν ως τότε, όπως είχε κάνει ο Λεόντιος Πιλάτος.

Δίδαξε έπειτα τα ελληνικά γράμματα στη Βενετία, το Μιλάνο, την Πάντοβα, τη Παβία, τη Μπολόνια και τελικά στη Ρώμη. Τόνωσε το ενδιαφέρον για απόκτηση νέων ελληνικών χειρογράφων από τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που πραγματοποίησαν σύντομα λόγιοι όπως ο Τζιοβάνι Αουρίσπα, ο Φραγκίσκος Φίλελφος αλλά κι άρχοντες όπως ο Κολούτσιο Σαλουτάτι κι ο Κόζιμο των Μεδίκων.

Το 1400 συνάντησε στην Παβία τον Μανουήλ Παλαιολόγο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος αναζήτηση οικονομικής ή και στρατιωτικής στήριξης για να ανακουφίσει την Κωνσταντινούπολη από την πολυετή πολιορκία.

Το 1403, αφού η πολιορκία είχε επιτέλους λυθεί χάρη στην ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας (1402), ο Χρυσολωράς ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από το μαθητή του Γκουαρίνο ντα Βερόνα. Από το 1406 ταξίδεψε πέρα από την Ιταλία, σε διπλωματική αποστολή για συμμαχίες για το Βυζάντιο κι έφτασε στο Παρίσι, τη Βαρκελώνη και την Αγγλία (Λονδίνο και Salisbury), χωρίς όμως απτά αποτελέσματα εκτός από κατανόηση.

Το 1409 ο Αντίπαπας Αλέξανδρος Ε’ τον ονόμασε Καρδινάλιο και του ανέθεσε το έργο της Ένωσης των Εκκλησιών, γεγονός που αποδεικνύει την εκ μέρους του αποδοχή του καθολικού δόγματος.

Έγκαταστάθηκε στη Μπολόνια το 1410 και τελικά στη Ρώμη από το 1411 ως το 1413, συμμετέχοντας στις προσπάθειες σύγκλησης ενωτικής Συνόδου για να ξεπεραστεί το Σχίσμα της καθολικής Εκκλησίας. Το 1413 εστάλη σε νέα διπλωματική αποστολή στο Λουγκάνο, στο Γερμανό βασιλιά Σιγισμόνδο, όπου δέχτηκε να γίνει η Σύνοδος τον επόμενο χρόνο(1414) στην Κωνσταντία της Γερμανίας, δηλαδή σε έδαφος μακριά από την επιρροή του Πάπα.

Ο Μανουήλ έλαβε μέρος στη σημαντική για την καθολική Εκκλησία Σύνοδο της Κωνσταντίας, όπου επιχειρηματολόγησε υπέρ της Ένωσης των χριστιανικών κρατών ενάντια στους Τούρκους που θα τους απειλούσαν σύντομα κι άμεσα, αλλά και πάλι δεν εισακούστηκε. Άφησε την τελευταία πνοή κατά τη διάρκεια της Συνόδου, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1415 σε ηλικία 60 χρονών κι ετάφη εκεί.

Η επιτύμβια πλάκα του στο Μοναστήρι των Δομινικανών στην Κωνσταντία της Γερμανίας με εγκωμιαστικό επίγραμμα του μαθητή του Πιερ Πάολο Βερτζέριο σώζεται ως σήμερα.

Ανιψιός του ήταν ο λόγιος Ιωάννης Χρυσολωράς που επίσης άφησε την Κωνσταντινούπολη κι έζησε στην Ιταλία για να διδάξει ελληνικά. Η κόρη του Ιωάννη παντρεύτηκε το μαθητή του Μανουήλ Φραγκίσκο Φίλελφο.

Το έργο του Μανουήλ Χρυσολωρά

Ανάμεσα στα έργα του συναντούμε:

  • «Ερωτήματα» με μορφή ερωταποκρίσεων,
  • «Σύγκρισις Παλαιάς και Νέας Ρώμης» (δηλ.της Ρώμης με την Κωνσταντινούπολη)
  • «Πολιτεία» του Πλάτωνα και
  • «Οδύσσεια» του Ομήρου

Τα «Ερωτήματα» του βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Ήταν η πρώτη ελληνική Γραμματική που εκτυπώθηκε περί το 1471 και χρησιμοποιήθηκε από το Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, τον Έρασμο και το Γιόχαν Ρόιχλιν. Ο Γκουαρίνο τη μετέφρασε στα λατινικά.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μανουήλ_Χρυσολωράς

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η τελευταία μορφή του βυζαντινού Ελληνισμού πριν την πτώση του. Η σύγχρονη αποτίμηση της δράσης του και του έργου τον αναδεικνύει σε ένα από τους κριτικούς και πρωτότυπους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και με πολύ καλή γενική και ελληνική παιδεία, ο Γεώργιος Γεμιστός κέρδισε γρήγορα μεγάλη εκτίμηση στην πρωτεύουσα, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς για να εγκατασταθεί μετά το 1393 στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στον Μυστρά. Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι του στην αυλή του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος με πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε προσελκύσει στα ανάκτορα τους σοφούς άνδρες της εποχής. Σκοπός του Γεωργίου Γεμιστού ήταν να πρέπει να ήταν η γνωριμία του λαού με και της ηγεσίας μιας χώρας που αποτελούσε την κύρια απειλή για το Βυζάντιο, αλλά και η επαφή με τη σοφία του Ζωροάστρη, που δίδασκε εκεί ο Ιουδαίος και πολυθεϊστής Ελισσαίος. Τη εποχή αυτή ο Γεώργιος Γεμιστός είχε σχηματίσει ήδη τις επιφυλάξεις του για το πολιτικό και πνευματικό επίπεδο του Βυζαντίου και την κυρίαρχη θρησκεία του. Τον κλονισμένο κρατικό μηχανισμό και την κακή εκκλησιαστική διοίκηση, με πληθωρικό μοναχισμό, θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή της αυτοκρατορίας και την αδυναμία της να αντιδράσει αποτελεσματικά στους εξωτερικούς κινδύνους. Κατέληγε, λοιπόν, στην πεποίθηση ότι η μόνη δυνατότητα γαι ανάσχεση της καταστροφής και για μια αναγέννηση του ελληνικού Βυζαντίου ήταν η επιστροφή στις αρχαίες «εθνικές» αντιλήψεις.

Στο Μυστρά ο Γεώργιος Γεμιστός έδρασε ως δικαστής και διδάσκαλος, ήταν όμως κυρίως ο φιλόσοφος και σοφός συγγραφέας που συνέδεσε για πάντα το όνομα του με τη σχολή του Μυστρά και τους αφοσιωμένους οπαδούς του. Ο Γεώργιος Γεμιστός δεν ήταν μόνο ο σοφός του σπουδαστηρίου αλλά και ο άνθρωπος που ήξερε καλά την κατάσταση της εποχής του και αγωνίστηκε για τη συγκράτηση της καταστροφής. Μεταξύ 1412 και 1423 συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιόλογο και προς τον δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο, στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, που ο Γεμιστός θεωρούσε λίκνο των ελληνικών φύλων και πίστευε ότι σ’ αυτήν θα μπορούσε να στηριχθεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Στα υπομνήματα διατυπώνει και ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, νέου τύπου φορολογία, νέες αρχές για τις κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινικό σύστημα, κ.λ.π.). Την οικονομική αναδιάρθρωση θεωρούσε ο Γεμιστός προϋπόθεση για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Το σημαντικότερο στα κείμενα του Γεωργίου Γεμιστού είναι η έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία του, που εκδηλώνεται με τις συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική παράδοση και με την προσπάθεια του να παραμερισθεί επιτέλους το ρωμαϊκό στοιχείο στη ζωή του Βυζαντίου. Η συνείδηση του «ελληνικού γένους» και του «ελληνικού έθνους» τον οδήγησε στην έντονη κριτική της παραδοσιακής ιδέας της αυτοκρατορίας, ενώ στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της ανορθωτικής πολιτικής, που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο. Αυτό εξηγεί και γιατί στη διαμάχη τς εποχής αριστοτελικών και πλατωνικών πήρε τη θέση των δεύτερων. Ο Γεώργιος Γεμιστός έβλεπε τον Πλάτωνα ως συνολικό παιδαγωγό και από τα έργα κυρίως αντλούσε τις ιδέες του για μια γενική μεταρρύθμιση στο Βυζάντιο. Η δυσπιστία τυο προ τον Αριστοτέλη οφείλεται στον «εκχριστιανισμό» του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, την οποία είχαν μεταφέρει στο Βυζάντιο μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη, Ευρωπαίου θεολόγου από τον Γεώργιο Σχολάριο (Γεννάδιος).

Είναι ευεξήγητο ότι οι εθνικές αντιλήψεις του Γεωργίου Γεμιστού και τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά του σχέδια προκάλεσαν μεγάλη εχθρότητα εναντίον του, είχαν όμως και πολλούς οπαδούς και επέδρασαν στη σκέψη σοβαρών διανοητών στη Δύση. Στον Γεμιστό οφείλεται κατά κύριο λόγο η άνθιση των πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, που εγκαινίασε η ίδρυση εκεί της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν αποφασιστικά οι μαθητές του Γεμιστού με επικεφαλής των Βησσαρίωνα.

Το κύριο έργο του Γεωργίου Γεμιστού είναι το Νόμων Συγγραφή, ένας καταστατικός χάρτης του ιδανικού κράτους και του ιδανικού πολίτη. Το έργο δεν σώζεται ολόκληρο γιατί ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος προκάλεσε την «δια πυρός» εξαφάνιση του έργου του μεγαλύτερου μέρους του. Τα μεγάλα θέματα του Γεμιστού στους Νόμους είναι το θρησκευτικό, το ηθικό και το πολιτικό πρόβλημα του ανθρώπου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η θεολογία του είναι βασισμένη στις διδασκαλίες του Ζωροάστρη και του Πλάτωνα, με προσωπικές όμως λύσεις σε πολλά σημεία.

Το σύστημα του Γεμιστού, ένα σύστημα αναμφισβήτητα έντονα ουτοπικό, απέβλεπε στην αναβίωση μιας παγκόσμιας «εθνικής» θρησκείας με φαινομενικά «νεοπλατωνική» υποδομή και άλλα παγανιστικά στοιχεία. Πράγματι, η γενική εντύπωση, παλαιότερων και νεότερων μελετητών, για το θρησκευτικό οικοδόμημα του Γεμιστού και κυρίως για το πάνθεο με τα ονόματα των ειδωλολατρικών θεών, είναι ότι ο φιλόσοφος του Μυστρά επιζητούσε την ανασύσταση της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων και ότι από την ιδανική του πολιτεία απέκλειε τον Χριστιανισμό. Ο Γεμιστός πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωτερικούς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία»μπορούσε να έλθει μόνο από μια νέα πίστη με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως πρότεινε το σύστημα του. Μια σύγχρονη ερμηνεία του «πολυθεϊσμού» του Γεωργίου Γεμιστού είναι ότι ο φιλόσοφος με τα θεομορφικά του σύμβολα «συγκαλύπτει» μια συνολική οντολογική λύση του κοσμολογικού και του ανθρωπολογικού προβλήματος.

Το τέλος του Γεωργίου Γεμιστού

Ο Γεώργιος Γεμιστός πέθανε το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση. Οι φίλοι και μαθητές του, Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος Χαλκοκοδύλης, Ιωάννης Αργυρόπουλος κ.α., πένθησαν για την απώλεια του δασκάλου με κείμενα που απηχούν το μεγάλο θαυμασμό τους για τη σοφία και την αρετή του. Η φήμη του ήταν και έμεινε στην Ιταλία ζωντανή. όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι κατέλαβε για λίγο το Μυστρά, πήρε μαζί του τα οστά του Γεωργίου Γεμιστού και τα εναπόθεσε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου της πατρίδας μέσα σε λάρνακα και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (Κέρκυρα, 1468-Πέζαρο, Ιταλία 1541) αποκαλούσε τον εαυτό του «Πατρίκιο Κωνσταντινούπολης», όπως και οι σύγχρονοι του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές. Ο Διπλοβατάτζης ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια φιλολογικών και ιστορικών κειμένων.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης
Εικόνα νομικού σε αρχίγραμμα νομικού κειμένου

Ο νομικός Θωμάς Διπλοβατάτζης

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του και διέμεναν εκεί από το 1457 έως το 1477. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου, την οποία παρέδωσε τη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Η Παπική Εκκλησία δεν τήρησε τη συμφωνία με τον Γεώργιο Διπλοβατάτζη «για άλλους τόπους» και έτσι ο τελευταίος κατέφυγε στην αυλή των Ισπανών βασιλιάδων, Φερδινάνδου και Ισαβέλλας και ως σταυροφόρος πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μοχόμενος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυριτανών στη Γρανάδα το 1481. Η Μαρία Λασκάρεως απέσπασε το γιο της, Θωμά, από το φιλολογικό προσανατολισμό του θείου του Κωνσταντίνου και μετανάστευσε στη βόρεια Ιταλία, δίνοντας στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα Πανεπιστήμια της Πάντοβας και της Φεράρας. Εκεί ο Θωμάς αναγορεύτηκε διδάκτωρ του φεουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαίου…» το 1490.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του Κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης. Το 1493 διορίστηκε σύμβουλος του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα. Για να αποδείξει του λόγου το αληθές άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν βρέθηκε ολόκληρο, το περιεχόμενο του όμως μας είναι γνωστό: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 αφορούσαν στα Ιδρύματα (σχολές, Πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Το ένατο βιβλίο, το οποίο σώθηκε από αντίγραφο, περιλαμβάνει τις βιογραφίες κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών, νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας, τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και της μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο είναι γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο του είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα, με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία, αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη του βιβλιοθήκη και κατέγραψε. Οι βιογραφίες του Θωμά Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Αποτίμηση του Θωμά Διπλοβατάτζη

Το μέγεθος της γενικής αναγνώρισης του Θωμά Διπλοβατάτζη συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερμανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» και «Πρόδρομος της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου».

Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με μεταγενέστερα, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας, πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μεταγενέστερους ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνιστική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών. Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παραμέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίωσης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρχαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, όπως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν.

Δεύτερο στοιχείο του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής αλλά και του περιεχομένου του. Ο Διπλοβατάτσης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου αλλά υπεισήλθε στη βάση της αθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και τις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων.

Για την πραγμάτωση αυτής της μεθόδου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομοθέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των οποίων παράγεται και εξαρτάται το παρόν δίκαιο. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών σε παράλληλα πορεία. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνότητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παιδεία του, τη χρονολογία, τις γνώσεις σύγχρονων και μεταγενέστερων. Προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικότητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανάτου των πρωταγωνιστών του έργου του. Τέλος, επικαλείται και διανθίζει τα κείμενα του και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής περιόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλολογικών, εκτός από των νομικών, πηγών με στίχους και αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών καθώς και φιλοσόφων, ιστορικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του: ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δικαίου. ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του Δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό και κοινωνιολογικό, όντα ο ίδιος ο πρώτος νομικός-ανθρωπιστής-φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος-κοινωνιολόγος του δικαίου.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος (1403-1472)

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον) Βησσαρίων  (κατά Χριστόν) (1403-1472) ήταν Βυζαντινός κληρικός, καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας και Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ένας από τους επιφανείς λόγιους που συνέβαλαν στη σημαντική αναβίωση των γραμμάτων τον 15ο αιώνα. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος
Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος

Ο Βησσαρίων γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1403 και πέθανε στη Ραβένα το 1472. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη πρώτα, στη Σηλυβρία στη συνέχεια και τέλος στη Σχολή του Πλήθωνος Γεμιστού στο Μυστρά, όπου παρακολούθησε μαθήματα πλατωνικής φιλοσοφίας με ιδιαίτερη έμφαση στα μαθηματικά. Ο ίδιος ως «ισόβιος» μητροπολίτης Νικαίας και ως καρδινάλιος στην Καθολική Εκκλησία και παρολίγον Πάπας, διακρίθηκε στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οίκων Κωνσταντινουπόλεως και Τραπεζούντος, σε αποστολές παπών προς βασιλείς και αυτοκρατόρων προς δεσπότες, αποβλέποντας πάντοτε στην συγκρότηση κοινού μετώπου για την αποτροπή και απόκρουση των κατακτητικών σχεδίων των Τούρκων. Κυρίως, όμως διακρίθηκε για τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες για την ένωση των δύο Εκκλησιών και ως «διαιτητής» μεταξύ των δύο φιλοσόφων, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Βησσαρίων ο Καρδινάλιος και το κίνημα των Ησυχαστών

Ο ησυχασμός δεν αποτελεί αναβίωση του νεοπλατωνισμού όπως υποστηρίζεται, αλλά ένα είδος μυστικιστικού ευσεβισμού που έχει τις ρίζες του στη βυζαντινή μοναστηριακή παράδοση και που συμπεριφέρεται περιφρονητικά, τόσο προς τους κανονικούς βυζαντινούς κληρικούς όσο και προς τους «Έλληνες» τους οποίος υποπτευόταν ως κρυπτοειδωλολάτρες και διαφθορείς των νέων.

Διαθέτοντας μια έντονη εσωτερική πνευματικότητα, όπως κάθε μυστικισμός και ακολουθώντας τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και άλλους Έλληνες Πατέρες, ο ησυχασμός εισηγήθηκε την πραγματική διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού. Μία από τις άπειρες θείες ενέργειες που απορρέει από την ουσία του Θεού, είναι το «θείον και άκτιστον φως», το οποίο μπορούσε ο ησυχαστής να δει με τους σωματικούς οφθαλμούς -παρά τα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη. «Θεόν ουδείς εόρακε πώποτε» και με το οποίο επιτυγχάνεται η ένωση του ανθρώπου με τη βοήθεια της θείας χάριτος- διδασκαλία η οποία, για τους καλά εξοικειωμένους με την πλατωνική και την αριστοτελική παράδοση, δεν ήταν μόνο από φιλοσοφική σκοπιά, ανορθόλογη και αστεία, αλλά επρόκειτο, από θεολογικής απόψεως, για «διθεΐτες» ησυχαστές και ως εκ τούτου για εισηγητές μιας νέας μεθόδου. Η αρχική διαμάχη μεταξύ του Βαρλαάμ και του Παλαμά δεν φορούσε την αντίδραση του αριστοτελισμού προς τον πλατωνισμό αλλά γεννήθηκε από την αναζήτηση μιας καλύτερης μεθόδου για τη στήριξη της Ορθοδοξίας ενάντια στις επιθέσεις των αντιμαχόμενων Δυτικών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι μετά το θρίαμβο του ησυχαστικού κινήματος το 1341, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη των αντι-παλαμιτών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, και, κυρίως μετά το 1347, όταν ο ησυχασμός αναγνωρίστηκε ως επίσημη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, οι ησυχαστές έδειξαν απροθυμία στο να συνδράμουν την αυτοκρατορία στην αντιμετώπιση της επερχόμενης καταιγίδας από την Ανατολή, και να συντελέσουν στην επιβίωση της ως πολιτικής οντότητας, η οποία, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, εξαρτιόταν από τον προσεταιρισμό της Λατινικής Εκκλησίας και την ένωση των Εκκλησιών. Οι ησυχαστές και παλαμίτες όχι μόνο έδειξαν απροθυμία για οποιαδήποτε μορφή συνδιαλλαγής και οικουμενικού διαλόγου, αλλά πολλοί από αυτούς ήταν πρόθυμοι να δεχθούν μια Ορθοδοξία υπό την τουρκική κυριαρχία παρά μια συμφωνία υπό την λατινική κηδεμονία.

Τα αποτελέσματα της επικράτησης του ησυχαστικού κινήματος είναι κυρίως έκδηλα στη δημιουργία τριών αντιδραστικών προς τούτο ομάδων: των λατινόφρονων και αριστοτελικών σχολαστικών, των διαλλακτικών διαμεσολαβητών και ενωτικών. Η δεύτερη ομάδα μας ενδιαφέρει άμεσα, γιατί αυτή περιλαμβάνει τον Βησσαρίωνα, ο ρόλο του οποίου ήταν από άποψη χαρακτήρα και ενδιαφερόντων διαμεσολαβητικός. Ο ίδιος μπορούσε να μελετά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και τους σύγχρονους Λατίνους θεολόγους στο πρωτότυπο, να διατυπώνει τον αντι-παλαμισμό και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τη διάκριση ουσίας και θείων ενεργειών. Ήταν η πιο σημαντική, μετά τον Γεώργιο Γεμιστό ή τον Πλήθωνα προσωπικότητα που επηρέασε τη δυτική διανόηση κατά το 15ο αιώνα, καθώς και την έκβαση της ενωτικής προσπάθειας.

Αποτίμηση του έργου του Βησσαρίωνος

Ο Βησσαρίων που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τη Ιταλία και δεν έπαψε ποτέ να γράφει υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας, να στηρίζει τη διδασκαλία της και να αγωνίζεται για την ένωση των δύο Εκκλησιών, έτρεφε την ελπίδα ότι μια ενωτική Οικουμενική σύνοδος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην απόκρουση του εξ Ανατολών επερχόμενου κινδύνου. Η Σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας αποτελούσε για το Βησσαρίωνα τη μεγάλη ευκαιρία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αποτίμηση της συμβολής του Βησσαρίωνος στην ιταλική Αναγέννηση είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ευκολότερα με τη διαμεσολάβηση του στην «αντιμαχία των δύο φιλοσόφων», όπως αυτή αποτυπώνεται στη σχέση του, πρώτον, προς το διδάσκαλό του, το μεγάλο πλατωνιστή φιλόσοφο, τον Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα και δεύτερον, προς τον αντίπαλο του αριστοτελιστή Γεώργιο Τραπεζούντιο. Έτσι προδιαγράφονται οι τρεις αντίστοιχες κατευθύνσεις των επιδράσεων του καρδινάλιου: η συμφιλίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας με το εκκλησιαστικό δόγμα, η απόκρουση της σχολαστικής φιλοσοφίας και η προσαρμογή των ιταλικών αναγεννησιακών δημιουργημάτων στους αυστηρούς φιλοσοφικούς κανόνες.

Ο Βησσαρίων και ο κύκλος του ένια κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνοι για την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Πλήθωνος και της «αντιμαχίας των φιλοσόφων» στη Δύση. Στην πραγματικότητα, η παρουσίαση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την ερμηνεία και κατανόηση της αποδοχής του Πλάτωνος στο δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα.

Πηγή: Ε-ιστορικά

Ο Masaccio (1401-1428)

Ο Masaccio (πραγματικό όνομα Tommaso di ser Giovanni di Mone Cassai, 21 Δεκεμβρίου 1401 – καλοκαίρι 1428) ήταν ο πρώτος μεγάλος Ιταλός ζωγράφος της Ιταλικής Αναγέννησης. Σύμφωνα με τον Giorgio Vasari, ήταν ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του λόγω των δεξιοτήτων του στην αναδημιουργία αληθοφανών στοιχείων και κινήσεων καθώς και στην πειστική αίσθηση των τριών διαστάσεων.

Ο Masaccio
Ο Masaccio

Ο Βίος του Masaccio

Ο Masaccio γεννήθηκε στο Castel San Giovanni in Valdarno και λένε ότι μπορεί κανείς ακόμη να δει μερικές εικόνες τις οποίες δημιούργησε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν άνθρωπος πολύ αφηρημένος και εσωστρεφής, όμοιος με κάποιον που η κλίση και η σκέψη του είναι αποκλειστικά στραμμένες προς την τέχνη και γι΄αυτό δεν καταπιάνεται ιδιαίτερα με τις δικές του υποθέσεις, πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των άλλων. Επειδή λοιπόν με κανένα τρόπο δεν σκεπτόταν τις έννοιες και τα πράγματα της καθημερινότητας, δεν έδινε σημασία σε αυτά που φορούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα δανεικά που έδινε, εκτός αν είχε απόλυτη ανάγκη. Έτσι ονομαζόταν από όλους, όχι Tommaso, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα αλλά Masaccio που θα πει μακρύς, ακατάστατος Θωμάς. Όχι επειδή ήταν άνθρωπος των ελαττωμάτων αλλά εξαιτίας της ατημελησίας του, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να καταπιάνεται με άλλα πράγματα που του προξενούσαν ευχαρίστηση.

Την εποχή που ο Masolino de Panicale ζωγράφιζε το παρεκκλήσιο στην εκκλησία Santa Maria del Carmine στη Φλωρεντία, ο Masaccio καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τέχνη του προσπαθώντας όσο μπορούσε να προσανατολιστεί με βάση τον Filippo και τον Donatello, παρ΄ όλο που η τέχνη τους ήταν διαφορετική από τη δική του. Προσπαθούσε ακατάπαυστα να παραστήσει τις μορφές του ζωντανές, κινούμενες και φυσικές. Σχέδιο και περίγραμμα, καθώς και η χρωματικότητα, διαφέρουν τόσο πολύ από τα ανάλογα των παλιών μαστόρων, που οι εικόνες του, χωρίς αμφιβολία, μπορούν να συγκριθούν με οποιοδήποτε νεότερο δημιούργημα στην περιοχή του σχεδίου ή της ζωγραφικής. Ήταν πολύ προσεκτικός στη δουλειά του και υπέροχος και θαυμάσιος στα θέματα της προοπτικής.

Περισσότερο από άλλους μάστορες επιχειρούσε να αποδώσει γυμνές μορφές και σμικρύνσεις μ΄έναν τρόπο άγνωστο στο παρελθόν. Είχε ελαφρύ χέρι και επέδειξε μεγάλη απλότητα στην απόδοση των ενδυμασιών. Απ΄αυτόν προέρχεται ένας πίνακας σε τέμπερα: η Παναγία που με τον γιο της στην αγκαλιά της αναπαύεται πάνω στην ποδιά της Αγίας Άννας.

Sant'Anna Metterza, 1424-1425, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Sant’Anna Metterza

Το τέλος του Masaccio

Ο Masaccio πέθανε στα 27 του χρόνια, και τόσο γρήγορα που δεν έλειψαν οι γνώμες πως πέθανε από δηλητήριο και όχι τυχαία. Ο Filippo Brunelleschi είπε σαν έμαθε τον θάνατο του: «Ο θάνατος του Masaccio είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια» και λυπήθηκε ιδιαίτερα που εκείνος πέθανε, γιατί είχε αγωνιστεί πολύ να του μάθει τους νόμους της προοπτικής και της αρχιτεκτονικής. Τα οστά του Masaccio τάφηκαν στην εκκλησία των Carmine το 1443 και μολονότι τότε δεν τοποθέτησαν κανένα μνημείο στον τάφο του, επειδή όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερα αναγνωριστεί, τιμήθηκε μετά θάνατον με επιτάφιες επιγραφές.

Αποτίμηση του έργου του Masaccio

Η τέχνη του Masaccio είναι άξια κάθε επαίνου, αφού αυτή άνοιξε τον δρόμο προς τον ωραίο τρόπο απεικόνισης της εποχής μας. Μεγάλη η φήμη του έργου του σε όλες τις εποχές, όμως υπάρχει η άποψη πως θα κατάφερνε ακόμη περισσότερα αν δεν τον άρπαζε ο Θάνατος. Ο Masaccio ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στην πράξη τις θεωρίες του Brunelleschi και του Leon Batista Alberti περί προοπτικής. Η ζωγραφική του έδινε την αίσθηση του τρισδιάστατου και η χρήση που έκανε της πηγής φωτός ήταν απαράμιλλη. Η επίδρασή του στην εν συνεχεία αναγεννησιακή ζωγραφική ήταν τεράστια.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Βοκάκιος (1313-1375)

Ο Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1313 – 21 Δεκεμβρίου 1375) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός  Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις  μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Ο Βοκάκιος
Ο Βοκάκιος

Ο Βίος του Βοκάκιου

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στη Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Μποκκάτσιο ντι Κελλίνο (Boccaccio di Chellino), πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Ο Βοκάκιος έγραψε

  • Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
  • Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
  • Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
  • Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
  • Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
  • Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής,
  • Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
  • Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
  • Filocolo (1336-39)
  • Filostrato (1335 or 1340)
  • Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
  • Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
  • Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
  • Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
  • Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

https://el.wikipedia.org/wiki/Βοκάκιος

Ο Ντονατέλλο (1386-1466)

Ο Ντονατέλλο, με πλήρες όνομα Ντονάτο ντι Νικολό Μπάρντι (Donato di Niccolò Bardi, 1386 – 13 Δεκεμβρίου 1466), ήταν γλύπτης της πρώιμης Αναγέννησης από τη Φλωρεντία. Τη φήμη του οφείλει κυρίως στους ανδριάντες του, δημιούργησε όμως και έργα τεχνοτροπίας basso rilievo (αβαθές ανάγλυφο), στα οποία εμφανίζονται οι νέες -για την εποχή του- τάσεις στην εικονική προοπτική.

Ο Ντονατέλλο
Ο Ντονατέλλο

Ο Βίος του Ντονατέλλο

Ο Ντονατέλλο γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1386. Αφιερώθηκε στη μελέτη σχεδίου και δεν έγινε μόνο ένας εξαίρετος και αξιοθαύμαστος γλύπτης, αλλά έδειξε επίσης πολλές ικανότητες και σε γύψινες διακοσμήσεις, ενώ ήταν έξοχος στην προοπτική και εκτιμήθηκε πολύ στην αρχιτεκτονική. Οι εργασίες του ήταν τόσο ωραίες και είχαν τέτοια χάρη, ώστε τις παρομοίαζε κανείς με τα περίφημα έργα των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλου μάστορα. Γι΄αυτό θεωρήθηκε ο πρώτος που επανέφερε το αρχαίο είδος του χαμηλού αναγλύφου και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο. Η ευκολία και η μαστοριά με τις οποίες επεξεργαζόταν τα ανάγλυφα δείχνουν με πόση σύνεση δούλευε προσδίδοντας τους ασυνήθιστη ομορφιά, έτσι ώστε, ως τις μέρες μας, δεν βρέθηκε κανείς καλλιτέχνης που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει ή να τον φτάσει. Στα νιάτα του δούλεψε πολλά πράγματα, στα οποία, λόγω της ποσότητας τους, δεν δόθηκε η σημασία που τους άξιζε.

Το έργο του Ντονατέλλο

Δόξα και όνομα τα κατοχύρωσε με ένα σύμπλεγμα που παρίστανε τον Ευαγγελισμό. Το υλικό ήταν αμμόλιθος και το έργο βρίσκεται στη Santa Croce της Φλωρεντίας. Ιδιαίτερη ποιότητα παρουσιάζει η μορφή της Παρθένου, που τρομαγμένη από την ξαφνική παρουσία του αγγέλου στρέφεται προς αυτόν με δέος και ύψιστη χάρη, ενώ αυτός τη χαιρετά. Στο πρόσωπο της διακρίνει κανείς την ταπεινοφροσύνη και ευγνωμοσύνη που εκφράζονται όταν κανείς δέχεται κάποιο δώρο χωρίς να το περιμένει, και μάλιστα όταν αυτό το δώρο είναι πολύ μεγάλο. Τα φορέματα της Παναγίας και του αγγέλου ο Ντονατέλλο τα αξιοποίησε ωραία προσδίδοντας τους μια θαυμάσια πτυχολογία, μέσα από την οποία προσπαθούσε να κάνει αντιληπτή την ανθρώπινη σωματικότητα επαναφέροντας την τελειότητα των αρχαίων, η οποία είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στη Φλωρεντία ο Ντονατέλλο έφτιαξε ακόμη ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα. Παρουσιάζει την Ιουδίθ να αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη. Είναι ένα έργο εξαιρετικής απόδοσης και μαστοριάς. Γιατί, όπως είναι απλή η εμφάνιση της Ιουδίθ, αναγνωρίζει κανείς σε αυτήν το θάρρος και την τόλμη, καθώς και τη δύναμη που απέκτησε με τη βοήθεια του Ουρανού. Στο πρόσωπο του Ολοφέρνη, αντίθετα, φαίνεται η επίδραση του κρασιού και του ύπνου, καθώς και ο θάνατος στα μέλη του, που έχουν καταρρεύσει και φαίνονται χωρίς ζωή.

Ιουδίθ  και Ολοφέρνης
Ιουδίθ και Ολοφέρνης

Στην εσωτερική αυλή της Signoria τοποθετήθηκε μια δική του μορφή σε μπρούντζο που παρίστανε τον Δαυίδ γυμνό σε φυσικό μέγεθος. Ακουμπά το ένα του πόδι πάνω στο κεφάλι του Γολιάθ, ενώ στο δεξί του χέρι κρατά ένα σπαθί. Η μορφή του είναι τόσο φυσική, τόσο ζωντανή και αληθινή, που να φαίνεται σε μερικούς καλλιτέχνες πως βγήκε κατευθείαν από ένα ζωντανό σώμα.

Δαυίδ
Δαυίδ

Η Signoria της Βενετίας τον κάλεσε να φτιάξει στην Padua το μνημείο του Gattamellata. Ο Ντονατέλλο δούλεψε στον μπρούντζο ένα έφιππο ανδριάντα, που απεικόνισε με μεγάλη φυσικότητα το άλογο αλλά και το θάρρος και τον ζωντανό δυναμισμό του ιππέα. Αξιοθαύμαστη είναι η χύτευση του τόσο μεγάλου έργου, κυρίως σε ότι αφορά το μέτρο και την ακρίβεια των αναλογιών. Γι΄αυτό, το έργο του μπορεί να συγκριθεί σε ό,τι αφορά την τεχνική, το μέγεθος και την ποιότητα με οποιοδήποτε ανάλογο έργο αρχαίου καλλιτέχνη.

Μνημείο του Gattamellata
Μνημείο του Gattamellata

Ο Ντονατέλλο, εκτός από τα αξιοθαύμαστα γλυπτά του, καταπιάστηκε και με μικρά καλλιτεχνικά αντικείμενα. Ανέλαβε, μάλιστα, τη δημιουργία οικογενειακών εμβλημάτων, που τα τοποθετούσαν πάνω στα τζάκια ή στις προσόψεις των αστικών σπιτιών. Ο Ντονατέλλο ήταν σε όλα έξοχος, που μπορεί να πει κανείς πως ήταν ένας από τους πρώτους που με μελέτη, κρίση και γνώση προώθησε τη γλυπτική για τους νεότερους και γι΄αυτό του αξίζει πολύ μεγάλη δόξα.

Ήταν γενναιόδωρος, αγαπητός και φιλικός. Σκεπτόταν περισσότερο το καλό των φίλων του παρά το δικό του καλό. Ποτέ δε νοιαζόταν για τα χρήματα. Τα είχε τοποθετήσει σε ένα καλάθι, που το είχε κρεμασμένο με ένα σκοινί στη στέγη και οι βοηθοί και φίλοι του έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν χωρίς να τον ρωτούν.

Το τέλος του Ντονατέλλο

Έζησε ευτυχισμένα γερατειά και όταν άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του και δεν μπορούσε να εργαστεί, υποστηρίχθηκε από τους φίλους του και τον Cosimo de Medici, οποίος όσο ήταν γερός ο Ντονατέλλο τον τιμούσε και αυτόν και την τέχνη του και του έδινε συνεχώς δουλειά.

Ο Ντονατέλλο στην ηλικία των 80 ετών έπεσε στο κρεβάτι από τα αρθριτικά του. Χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, χάνοντας τις δυνάμεις του και στις 13 Δεκεμβρίου 1466 πέθανε. Σύμφωνα με την επιθυμία του τάφηκε στην εκκλησία San Lorenzo κοντά στον Cosimo, για να είναι το σώμα του μετά θάνατον δίπλα σε εκείνον με τον οποίο ήταν το πνεύμα του όσο ζούσε.

Ο θάνατος του Ντονατέλλο λύπησε βαθιά τους συμπολίτες και τους ομοτέχνους του, και για να τιμηθεί νεκρός, όπως τιμήθηκε ζωντανός, έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία και ακολούθησαν όλοι οι ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες και όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ