Στοιχεία του Ευκλείδη του Αλεξανδρινού

Ο Ευκλείδης είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις διανοουμένων στην παγκόσμια κλίμακα. Για το έργο του γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Για τη ζωή του ελάχιστα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη σπουδαιότητα του έργου του για τους συγχρόνους του αλλά και τους μεταγενέστερους. Ο Ευκλείδης ήταν Έλληνας αλλά έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Το πιο σημαντικό του έργο είναι τα «Στοιχεία» του. Πολλοί αρχαίοι επιστήμονες των μαθηματικών τεχνών τιτλοφορούσαν τα γραπτά τους με τον όρο «Στοιχεία».

Στοιχεία του Ευκλείδη
Ο Ευκλείδης από λεπτομέρεια σε αναγεννησιακό πίνακα

Ο Ευκλείδης όμως παρουσίασε τα δικά του «Στοιχεία» με τέτοιον τρόπο που υπήρξε ανυπέρβλητος και αποτέλεσε πρότυπο δομημένου επιστημονικού λόγου. Σε αυτό το έργο ο Ευκλείδης κατάφερε να συνδέσει ένα μεγάλο πλήθος μαθηματικών ανακαλύψεων, που έγιναν σε μια μακρά χρονική διαδρομή, με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε μία από αυτές να προκύπτει από τις προηγούμενες με λογικά συνεπή τρόπο, με αιτιολογημένο επιστημονικά λόγο και συλλογισμούς, οι οποίοι να μην αφήνουν λογικά χάσματα και απορίες. Τα «Στοιχεία» διακρίνονται για την αρμονία στη σύνταξη και την παράθεση των θεωρημάτων, για την προσεκτική χρήση βασικών προτάσεων, οι οποίες θεωρούνται αληθείς χωρίς να είναι δυνατόν να αποδειχθούν – για παράδειγμα: από δύο δεδομένα σημεία διέρχεται μία και μοναδική ευθεία- και γι ατην υποδειγματική αξιοποίηση της μεγάλης ανακάλυψης των Ελλήνων της έννοιας της απόδειξης.

Παρά τη σπουδαιότητα των «Στοιχείων», από την εφεύρεση της τυπογραφίας μέχρι το 1952-1953, 500 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το έργο αυτό δεν είχε εκδοθεί ποτέ ολόκληρο στη νεότερη ελληνική γλώσσα από Έλληνες για Έλληνες.

Στα «Στοιχεία δεν υπήρχε ένας πρόλογος ή ένα εκτενές σημείωμα, το οποίο να εκφράζει τους σκοπούς του συγγραφέα, ποιες είναι οι δικές του ανακαλύψεις, ποιες είναι οι πηγές του και γενικά να δίνει πληροφορίες που να διαφωτίζουν την ιστορική και τη βιβλιογραφική έρευνα. Το πρώτο βιβλίο αρχίζει με την παράθεση 23 όρων, δηλαδή ορισμών των βασικών εννοιών, όπως είναι το τρίγωνο, η γωνία, ο κύκλος, το σημείο. κτλ. Ακολουθούν 5 αιτήματα, τα οποία είναι αυταπόδεικτες παραδοχές, που επιτρέπουν την κατασκευή των γεωμετρικών σχημάτων. Συνεχίζει με κοινές έννοιες, που σήμερα τα ονομάζουμε «αξιώματα», δηλαδή αναπόδεικτες προτάσεις για να αναπτυχθεί ο συλλογισμός πάνω στην ορθότητα ή μη των υπολοίπων προτάσεων. Στη συνέχεια ακολουθούν μαθηματικές προτάσεις που προκύπτουν ως λογικά επακόλουθα των προηγούμενων προτάσεων, τα αποκαλούμενα «θεωρήματα» και κάποιες δευτερεύουσες προτάσεις, τα «πορίσματα», οι οποίες είναι προτάσεςι που προκύπτουν άμεσα από τα θεωρήματα.

Το ίδιο τρόπο δόμησης ακολουθούν και τα υπόλοιπα δώδεκα βιβλία των «Στοιχείων», χωρίς όμως να εμφανίζονται άλλες κοινές έννοιες. Το 3ο βιβλίο αφιερώνεται στους ασύμμετρους αριθμούς και αποτελεί ένα διαμάντι του θησαυρού των ελληνικών μαθηματικών. Στο 9ο βιβλίο εμφανίζεται ο λεγόμενο ευκλείδειος αλγόριθμος, μια διαδικασία για την εύρεση του μέγιστου κοινού διαιρέτη δύο ή περισσότερων αριθμών. Στο 13ο βιβλίο ο Ευκλείδης αναπτύσσει μια αριστοτεχνική χρήση της μεθόδου της εξάντλησης. Η μέθοδος αυτή συνίσταται στην επ΄άπειρον προσέγγιση σχημάτων από άλλα απλούστερα. Με αυτή τη μέθοδο ο Ευκλείδης απέδειξε ότι τα εμβαδά δύο κύκλων είναι ανάλογα με τα τετράγωνα των διαμέτρων τους. Η μέθοδος της εξάντλησης αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το οικοδόμημα του ολοκληρωτικού λογισμού δύο χιλιάδες χρόνια μετά τον Ευκλείδη και τον Αρχιμήδη.

Με τα αιτήματα του ο Ευκλείδης εμμέσως πλην σαφώς απαιτεί οι κατασκευές των γεωμετρικών σχημάτων να πραγματοποιούνται με τον κανόνα και τον διαβήτη. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν μακρά παράδοση στα ελληνικά μαθηματικά και υποθέτουμε ότι πρόκειται για φιλοσοφικό στόχο των Ελλήνων να αναγάγουν τα πάντα σε ελάχιστες απλές γενικές αρχές, σε έννοιες και ενέργειες, οι οποίες όμως, παρά τη μεταφυσική χροιά που μπορεί να τους αποδοθεί, βασίζονται στην υλική πραγματικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και του φυσικού κόσμου.

Τα «Στοιχεία» περιέχουν συνολικά 465 θεωρήματα και γεωμετρικές κατασκευές, τα οποία συνθέτουν αρμονικά ένα μέρος των ανακαλύψεων των μαθηματικών έως την εποχή του Ευκλείδη, αλλά και του ίδιου του Ευκλείδη.

Ο τελικός σκοπός των «Στοιχείων», σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές, πιθανόν να ήταν η μαθηματική απόδειξη της ύπαρξης μόνο 5 κανονικών στερεών, δηλαδή στερεών οι έδρες των οποίων είναι ίσα πολύγωνα, με όλες τις πλευρές και τις γωνίες τους ίσες. Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι τα κανονικά στερεά αποτελούν τα ιδεατά πρότυπα των δομικών στοιχείων του Σύμπαντος. Αυτή είναι η αιτία που τα ερεύνησαν επιστημονικά και για τον ίδιο λόγο κατέχουν θέση κατακλείδος στα «Στοιχεία».

Τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη έχουν τέτοια αυτονομία και τέτοια πληρότητα που για αιώνες αποτέλεσαν όχι μόνο πρότυπο συγγραφής επιστημονικού έργου αλλά και πηγή εμπνεύσεων και γόνιμων ιδεών και για πνευματική δημιουργία σε θέματα εντελώς άσχετων με τη γεωμετρία.

Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)

Η Πηνελόπη Δέλτα (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 24 Απριλίου 1874 – Αθήνα, 2 Μαΐου 1941) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα
Η Πηνελόπη Δέλτα

Η Πηνελόπη Μπενάκη – Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας ήταν: η Αλεξάνδρα Μπενάκη Χωρέμη – Daves, ο Αντώνης Μπενάκης, ο Κωνσταντίνος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος Μπενάκης και η Αργίνη Μπενάκη – Σαλβάγου.

Η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε ιστορίες και παραμύθια για παιδιά. Υπηρέτησε την παιδική λογοτεχνία όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται η συγγραφέας που έβαλε γερές βάσεις στο παιδικό βιβλίο. Με μια ψυχή γεμάτη Ελλάδα, με μια παιδικότητα -με την καλή έννοια- ύφους, έδωσε αριστουργήματα στην παιδική μας λογοτεχνία. Λάτρεψε το παιδί και λατρεύτηκε από αυτό. Τρία πράγματα λάτρεψε στη ζωή της η Πηνελόπη Δέλτα: την Ελλάδα, το παιδί και τους φτωχούς. Και τα τρία τα υπηρέτησε πιστά και στα τρία έδωσε τον εαυτό της. Στα παιδιά έδωσε αφηγήματα διαποτισμένα από την ιστορία μας και από τις παραδόσεις μας, στους φτωχούς στάθηκε συμπαραστάτης και αρωγός και στην Ελλάδα, με την κοινωνική και πνευματική της προσφορά, δεν άφησε τομέα που να μην κάλυψε με τον γνήσιο πατριωτισμό της.

Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα

  • 1909: Για την Πατρίδα
  • 1909: Η καρδιά της βασιλοπούλας
  • 1910: Παραμύθι χωρίς όνομα
  • 1911: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
  • 1915: Παραμύθια και άλλα
  • 1921: Τ’ Ανεύθυνα
  • 1922: Στο Κοτέτσι (παραμύθι)
  • 1925: Η ζωή του Χριστού – (δίτομο)
  • 1927: Το γκρέμισμα
  • 1932: Τρελαντώνης
  • 1935: Μάγκας
  • 1937: Στα μυστικά του βάλτου
  • 1939: Οι Ρωμιοπούλες (μυθιστόρημα για ενήλικες)

Το τέλος της ζωής της στάθηκε, δυστυχώς, μια πράξη επιβεβαίωσης αυτής της ξέφρενης λατρείας της για την πατρίδα. Πέθανε λίγες μέρες αφότου μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, από δυνατό ψυχικό κλονισμό στις 2 Μαΐου 1941.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Πηνελόπη_Δέλτα

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν Έλληνας ποιητής, γνωστός ως ο ποιητής της Ιθάκης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Έζησε στο Λίβερπουλ, το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έγραψε πλήθος ποιημάτων, με θεματολογία από την ιστορία και μυθολογία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής περιόδου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης λίγο πριν το τέλος

Ο Κωνσταντίνος καβάφης ζει τις τελευταίες μέρες του στην Αλεξάνδρεια. Καιρό πριν είχε διαγνωστεί με καρκίνο του λάρυγγα. Από τον Μάρτιο του 1933 η υγεία του ποιητή είχε επιδεινωθεί. ήταν πολύ μελαγχολικός. Από το σπίτι του έβγαινε μόνο για να πάει στο γιατρό. Τον σωλήνα της τραχειοτομής του τον άλλαζε κάθε βράδυ ένας νοσοκόμος ο οποίος έμενε εκεί ως το πρωί. Δεν δεχόταν επισκέψεις, τον ενοχλούσαν, μόνο λίγους συγγενείς.

Παρ’ όλη την άσχημη σωματική και ψυχική του κατάσταση δουλεύει το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» που έμελλε να είναι και το τελευταίο του ποίημα. Το πνεύμα του ήταν ακμαίο. Υπολόγιζε να γράψει και άλλα ποιήματα. Αρχές Απριλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Μεταφέρθηκε στο Ελληνικό νοσοκομείο. Όταν είδε τη βαλίτσα που του ετοίμαζαν οι συγγενείς του για να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα μαζί του στο νοσοκομείο, δάκρυσε, είπε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα 30 χρόνια πριν, ένα βραδάκι βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».

Η ασθένεια του που τον οδήγησε στο τάφο τον είχε χτυπήσει στο λαιμό. Μάταιη αποδείχτηκε μία χειρουργική επέμβαση, που του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ένας ασημένιος σωλήνας, σφηνωμένος στο λάρυγγα δεν του ξανάδωσε φωνή. Πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Λίγοι φίλοι πήγαιναν να του κάνουν λίγη παρέα και κρατούσαν τη συζήτηση επιδέξια για θέματα που μπορούσαν να τον ευχαριστήσουν. Ο ποιητής απαντούσε χαράζοντας λίγες λέξεις πάνω σε μικρά κομματάκια χαρτί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φορούσε μια αλυσιδίτσα με ένα μικρό σταυρουδάκι στο λαιμό του. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο Καβάφης πίστευε ή όχι στον Χριστιανισμό. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά τις τελευταίες ώρες του δέχτηκε ένα παπά να τον κοινωνήσει και μετά έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, σαν να ζητούσε συγχώρεση.

Στο κρεβάτι ξάπλωσε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήταν θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση. Στις 29 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 το πρωί ο Κωνσταντίνος Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.

Ο Στρατής Τσίρκας (1911-1980)

Ο Στρατής Τσίρκας (πραγματικό όνομα Ιωάννης Χατζηανδρέας) (Κάιρο, 23 Ιουλίου 1911 – Αθήνα, 27 Ιανουαρίου 1980) ήταν Έλληνας συγγραφέας από τους αξιολογότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς, περισσότερο γνωστός για την μυθιστορηματική του τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» και το μυθιστόρημά του «Η χαμένη Άνοιξη».

Ο Στρατής Τσίρκας

Ο Βίος του Στρατή Τσίρκα

Ο Στρατής Τσίρκας γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 23 Ιουλίου 1911, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κωστή Χατζηανδρέου (από την Ίμβρο) και της Περσεφόνης Σταμαράτη (με καταγωή από την Χίο). To 1917 γράφεται στην περίφημη Αμπέτειο Σχολή της πόλης, και αφού τελειώσει το δημοτικό της, θα εγγραφεί το 1923 στο εμπορικό τμήμα της σχολής για να σπουδάσει και παρά την επιθυμία του- ένα επάγγελμα.
Αποφοίτησε από τη σχολή το 1928 και αμέσως (17 χρονών) προσελήφθη στην «National Bank of Egypt», στην παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Αιγύπτου, αγγλικών (τότε) συμφερόντων.

Αυτήν την περίοδο επίσης, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία – ενδιαφέρον που είχε από τα παιδικά του χρόνια- και μάλιστα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε, του Αλφρέ ντε Μυσσέ και του Σίλερ, στα έγκριτα ελλαδικά περιοδικά «Οικογένεια» και «Μπουκέτο», (1927) στα οποία υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο.

Για τα επόμενα δέκα χρόνια εργάσθηκε ως λογιστής στην Άνω Αίγυπτο, όπου έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα για τη ζωή των φελλάχων. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, για τον οποίο έγραψε πολλά χρόνια αργότερα δύο βιβλία, Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) και Ο Πολιτικός Καβάφης (1971). Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.

Το 1937 ο Στρατής Τσίρκας νυμφεύεται την Αντιγόνη Κερασώτη και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στο Παρίσι, όπου συμμετέχει στο «Β΄ Διεθνές και Παγκόσμιο Συνέδριο Συγγραφέων για την υπεράσπιση της κουλτούρας ενάντια στον πόλεμο και στον φασισμό». Εκεί συγγράφει μαζί με τον ποιητή Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) τον Όρκο των ποιητών προς τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο διάβασε στο συνέδριο ο συγγραφέας Λουί Αραγκόν.

Το 1932 εργάσθηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. To 1938 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και από τον επόμενο χρόνο διορίζεται διευθυντής στο εργοστάσιο βυρσοδεψίας του Μικέ Χαλκούση, μια θέση που διατηρεί μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα το 1963.

Ο Στρατής Τσίρκας από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα της Αιγύπτου και συνδέθηκε αρχικά, πιθανόν το 1928, με την κομμουνιστική ομάδα του Σακελλάρη Γιαννακάκη στο Κάιρο. Μαζί με τον Αλεξανδρινό ζωγράφο Γιάννη Μαγκανάρη (1918 – Αθήνα 2007) και άλλους Έλληνες Αιγυπτιώτες δημιουργούν την δραστήριο Πνευματική Εστία Ελλήνων Αλεξανδρείας. Το 1935, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Θεοδόση Πιερίδη, εντάσσεται στην πολυεθνική οργάνωση Ligue Pacifiste, που ίδρυσε ο Ελβετός Paul Jacot-Descombes και αναλαμβάνει με τον Πιερίδη, τον συντονισμό του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης. Την περίοδο αυτή αρθρογραφεί στο επίσημο όργανο της League, το περιοδικό Πολιτισμός-Civilisation, που εκδίδεται σε τρεις γλώσσες (Γαλλικά, Αραβικά και Ελληνικά).

Από το 1942, μαζί τον Θεοδόση Πιερίδη, τον Οδυσσέα Καραγιάννη, τον Στρατή Ζερμπίνη και άλλους, συμμετέχει στην έκδοση της αντιφασιστικής πολιτικής επιθεώρησης Έλλην, που εκδίδει ο δημοσιογράφος Άγγελος Κασιγόνης. Το 1943-44 είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του φιλο-ΕΑΜικού Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ) και από το 1945 μέχρι το 1961 είναι στέλεχος της παροικιακής κομμουνιστικής οργάνωσης «Αντιφασιστική Πρωτοπορία», της οποίας διετέλεσε και γραμματέας από το 1946 μέχρι το 1951. Στο διάστημα αυτό γράφει συχνά το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Φωνή (1952-53) και Πάροικος (1953-61), που διευθύνει ο δημοσιογράφος Σοφιανός Χρυσοστομίδης και είναι τα επίσημα όργανα της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας.

Έχοντας εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο «Μπόμπα» εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.

Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα, τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα.

Η έκδοση της Λέσχης το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας «Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ’ το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο». Λόγω της άρνησής του διεγράφη από το κόμμα, αλλά μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, προσχώρησε στο ΚΚΕ-Εσωτερικού. Η Αριάγνη (1962), το δεύτερο μέρος, που περιείχε ισχυρότερα δείγματα νοσηρών καταστάσεων της Αριστεράς, ανέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης με «ασύγγνωστη εμπάθεια, να καταδικάσει για τη θέση της, ως ολίσθημα από τα ιδεολογικά θέσφατα». Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις, που εξελίχθηκαν σε τρεις ακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης και ολικής υποταγής του από τα μεταξικά στοιχεία και την αγγλική διοίκηση.

Μετά το πραξικόπημα που εδραίωσε τη Δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967, ο Τσίρκας συμμετέχει στη «σιωπή» των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.

Το μυθιστόρημα Χαμένη Άνοιξη (1976) προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας με τίτλο «Δίσεχτα χρόνια». Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.

Η μετάφραση των Ακυβέρνητων Πολιτειών στα Γαλλικά από την Catherine Lerouvre και τη Χρύσα Προκοπάκη το 1971 απέσπασε το βραβείο των Κριτικών καί των Εκδοτών του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος της χρονιάς στη Γαλλία το 1972.

Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1980 σε ηλικία 69 ετών από ανεύρυσμα.

Το έργο του Στρατή Τσίρκα

Ποίηση

  • Φελλάχοι. Αλεξάνδρεια, 1937.
  • Το Λυρικό Ταξίδι. Αλεξάνδρεια, 1938.
  • Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο. Oρίζοντες, Αλεξάνδρεια 1946.

Διηγήματα

  • Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα. Ορίζοντες, Αλεξάνδρεια 1944.
  • Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός. Ορίζοντες, Αλεξάνδρεια 1947.
  • Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα. Τυπογραφείο Τ. Μπαρμπαγιεννέρη, Αλεξάνδρεια 1954.
  • Νουρεντίν Μπόμπα και άλλα διηγήματα. Κέδρος, Αθήνα 1957.
  • Στον κάβο κι άλλα διηγήματα. Κέδρος, Αθήνα 1966.

Μυθιστορήματα

  • Ακυβέρνητες Πολιτείες – Η Λέσχη. Κέδρος, Αθήνα 1961.
  • Ακυβέρνητες Πολιτείες – Αριάγνη. Κέδρος, Αθήνα 1962.
  • Ακυβέρνητες Πολιτείες – Η Νυχτερίδα. Κέδρος, Αθήνα 1965.
  • Η Χαμένη Άνοιξη. Κέδρος, Αθήνα 1976.

Μελέτες, δοκίμια και άλλα κείμενα

  • Ο Καβάφης και η εποχή του. Κέδρος, Αθήνα 1958.
  • Τα Τείχη ενός κριτικού και η Τέχνη του Καβάφη. Ανάτυπο από την Καινούργια Εποχή, 1959.
  • Μια άποψη για το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄. Ανάτυπο από τον τόμο Για τον Σεφέρη, Αθήνα 1962.
  • Κ.Π. Καβάφη. Σχόλια στο Ράσκιν. Ένα ανέκδοτο χειρόγραφο του ποιητή. Ανάτυπο από την Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 108), Αθήνα 1963.
  • Ο Καβάφης και η σύγχρονη Αίγυπτος. Ανάτυπο από την Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 108), Αθήνα 1963.
  • Κ.Π. Καβάφης. Σχεδίασμα χρονογραφίας του βίου του. Ανάτυπο από την Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 108), Αθήνα 1963.
  • Ο πολιτικός Καβάφης. Κέδρος, Αθήνα 1971.
  • Τα ημερολόγια της τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες. Κέδρος, Αθήνα 1973.
  • Ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης, επιμ.- επίμετρο Λευτέρης Παπαλεοντίου, Εν Τύποις, Λευκωσία 2003.

Μεταφράσεις

  • Ανν Φιλίπ, Όσο κρατάει ένας στεναγμός. Θεμέλιο, Αθήνα 1965.
  • Αισώπιοι Μύθοι. Χρυσές Εκδόσεις, Αθήνα χ.χ. [1968] .
  • Antoin de Saint Exupery, Ο μικρός πρίγκηπας. Ηριδανός, Αθήνα 1968.
  • Μαλκόλμ Λόρυ, Το μονοπάτι της βρύσης. Κέδρος, Αθήνα 1968.
  • Πιερ Ζαν Ζουβ, Στα βαθιά χρόνια. Κέδρος, Αθήνα 1968.
  • Ο θαυμαστός κόσμος των αδερφών Γκριμμ. Οι Φίλοι του Παιδιού, Αθήνα χ.χ. [1969].
  • Τσεζάρε Παβέζε, Κοπέλες μόνες. Κέδρος, Αθήνα 1969.
  • Σταντάλ, Οι Τσέντσι – 1599. Κέδρος, Αθήνα 1969.
  • Εράσμου, Μωρίας Εγκώμιον. Ηριδανός, Αθήνα 1970.
  • Peter Levi, Ο τόνος της φωνής του Σεφέρη. Ίκαρος, Αθήνα 1970.
  • Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια ιταλική άνοιξη. Κέδρος, Αθήνα 1972.
  • Ανν Φιλίπ, Ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα. Κέδρος, Αθήνα 1978.

https://el.wikipedia.org/wiki/Στρατής_Τσίρκας

Ο Άγιος Κύριλλος (375-444)

Ο Άγιος Κύριλλος, μετά τον Άγιο Αθανάσιο, υπήρξε ο ασυμβίβαστος υπερασπιστής του ομοουσίου. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας υπήρξε για την οικουμένη φάρος της Ορθοδοξίας χάρις στον Άγιο Κύριλλο, τον υπέρμαχο της Θεοτόκου, του θεμελίου λίθου του δόγματος της Ενανθρωπήσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος
Ο Άγιος Κύριλλος

Ο Άγιος Κύριλλος και ο θείος του Θεόφιλος

Ο Άγιος Κύριλλος γεννήθηκε περί το 375 και από πολύ νωρίς τέθηκε υπό την προστασία του θείου του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος του εξασφάλισε ολοκληρωμένη μόρφωση στην ρητορική και στην φιλοσοφία, πρωτίστως όμως στην Αγία Γραφή, την οποία ο Κύριλλος γνώριζε σχεδόν απέξω και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί με θαυμαστό τρόπο. Σε ηλικία περίπου 18 ετών, ο θείος του τον έστειλε στην έρημο της Νιτρίας για να συμπληρώσει την μόρφωσή του με την ασκητική επιστήμη. Όταν μετά πέντε χρόνια (περί το 399) επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έθεσε την μεγάλη του παιδεία στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύθηκε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τον ενέταξε στον κλήρο και τον προάλειφε για διάδοχό του. Ο Κύριλλος τον συνόδευσε στην Βασιλεύουσα και παρευρέθη στην παράνομη σύνοδο της Δρυός (403), η οποία καταδίκασε αδίκως τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκτοτε αρνιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα να μνημονεύσει το όνομα του αγίου ιεράρχη στα δίπτυχα – περισσότερο λόγω της προσήλωσής του στην μνήμη του θείου του, παρά εξαιτίας δογματικής αντίθεσης προς τον Χρυσόστομο –και μόνο μετά από επίμονες παροτρύνσεις του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου (4 Φεβρ.) και, καθώς λέγεται, από όραμα της Θεοτόκου, η οποία είχε στο πλευρό της τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, συναίνεσε να αποκαταστήσει το όνομά του και έγινε μάλιστα ένθερμος υποστηρικτής της τιμής του (417).

Ο Άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας

Όταν εκοιμήθη ο Θεόφιλος (412), ο Κύριλλος χειροτονήθηκε αμέσως αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, παρά την βίαιη αντίθεση των υποστηρικτών του αρχιδιακόνου Τιμοθέου. Με τον ενεργητικό χαρακτήρα του και τον φλογερό ζήλο για την υπεράσπιση της αληθείας, που τον διέκρινε, ο Άγιος Κύριλλος επιδόθηκε στην στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας του, που βρισκόταν τους χρόνους εκείνους σε πλήρη άνθιση, αλλά απειλούνταν από ποικίλα διαιρετικά στοιχεία. Κήρυττε στο πλήρωμα την αγάπη της αληθινής Πίστεως, την οποία διέσωσαν οι άγιοι Πατέρες χάρις σε τόσους αγώνες κατά των αιρετικών και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των σχισματικών νοβατιανών, οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς Ορθοδόξους εξαιτίας της αυστηρότητας του βίου τους και του ακάμπτου ήθους τους. Έκλεισε τους ναούς τους και απαγόρευσε στον επίσκοπό τους να ασκεί το αξίωμά του. Για να καταπολεμήσει τα υπολείμματα της ειδωλολατρίας και τις δεισιδαιμονίες, που παρέμεναν ανεκρίζωτες στους κόλπους του λαού, μετέφερε τα λείψανα των Αγίων Κύρου και Ιωάννου (28 Ιουν.) από την Αλεξάνδρεια στο ειδωλολατρικό τέμενος στην Μένουθη, κοντά στην Κανώπη, το οποίο ήταν περιβόητο για τους χρησμούς, που έδιναν οι δαίμονες, και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής της λιτάνευσης, που διήρκεσε μία ολόκληρη εβδομάδα (414).

Παρά το γεγονός ότι ήταν χριστιανική, η πόλη της Αλεξάνδρειας συμπεριελάμβανε σημαντική εβραϊκή μειονότητα, η οποία διετάρασσε συχνά την ειρήνη με στάσεις και επιθέσεις κατά των χριστιανών. Μετά από κάποια συμβάντα, ο επίσκοπος κάλεσε τους Εβραίους ηγέτες και τους επετίμησε απειλώντας τους. Αυτοί για να εκδικηθούν, διέδωσαν ψευδείς φήμες για πυρκαγιά στον ναό του Αγίου Αλεξάνδρου, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος χριστιανών και εσφάγησαν πολλοί. Μπροστά στην αδράνεια του επάρχου Ορέστη, ο οποίος φοβούμενος την αυξανομένη ανάμειξη του επισκόπου στα πράγματα της πόλεως διέκειτο μάλλον ευνοϊκά προς τους Εβραίους, ο Άγιος Κύριλλος προέβη στην απέλασή τους και μετέτρεψε τις συναγωγές τους σε ναούς του Κυρίου. Έτσι, η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, ονομαστή από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έπαψε να υπάρχει. Τα γεγονότα αυτά, όμως, δηλητηρίασαν τις σχέσεις του αρχιεπισκόπου με τον έπαρχο. Πεντακόσιοι μοναχοί της Νιτρίας, αφοσιωμένοι στον Κύριλλο, έκλεισαν μία ημέρα τον δρόμο στον άρχοντα και τον ονόμασαν ειδωλολάτρη. Ένας δε εξ αυτών, ονόματι Αμμώνιος, αρπάζοντας μία πέτρα την πέταξε στο κεφάλι του επάρχου. Συνελήφθη αμέσως και βασανίσθηκε τόσο βίαια, που πέθανε. Νέες ταραχές, επίσης, στάθηκαν η αφορμή για τον επονείδιστο φόνο της Υπατίας, γυναίκας ενάρετης, μεγάλου κύρους σε θέματα φιλοσοφίας, την οποία όλος ο κόσμος τιμούσε, από ανεξέλεγκτη ομάδα φανατικών χριστιανών, που υποπτευόμενοι ότι μεσολαβούσε μεταξύ του επισκόπου και του επάρχου Ορέστη ήθελαν να αποτρέψουν την συμφιλίωσή τους. Μπροστά στις αιματηρές αυτές ταραχές ο Άγιος Κύριλλος αγωνίσθηκε, για να γίνει σεβαστή η δικαιοσύνη και τελικά κατόρθωσε να εξασφαλίσει την αυθεντία της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς του βίου της πόλεως.

Κληρονόμος των παραδόσεων της περίφημης Σχολής Αλεξανδρείας και πιθανώς μαθητής του Διδύμου του Τυφλού, ο άγιος επίσκοπος αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην συγγραφή ερμηνευτικών έργων, τα οποία σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα με τον αλληγορικό και ηθικό τρόπο, όλες τις λεπτομέρειες της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία διέκρινε το «Μυστήριο του Χριστού φανερωμένο εν αινίγμασι». Αυτή η αντίληψις του Ενός Χριστού, τέλους του Νόμου και των Προφητών, επρόκειτο να καθοδηγεί όλο τον βίο του και σύντομα η θεία Πρόνοια θα απαιτούσε να την εφαρμόσει τόσο σε θεολογικό επίπεδο, όσο και σε κείνο της εκκλησιαστικής δράσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος και ο Νεστόριος

Το 428 εκλήθη από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο ο πρεσβύτερος Νεστόριος, περίφημος για την ευγλωττία του και την αυστηρότητα του βίου του. Η εκλογή αυτή χαιρετίσθηκε με μεγάλη χαρά, όχι μόνο από τον λαό της Βασιλεύουσας, ο οποίος ήλπιζε να δεχθεί ένα νέο Χρυσόστο μο, αλλά και από το σύνολο των επισκόπων, συμπεριλαμβανομένου και του Κυρίλλου. Ωστόσο, μόλις χειροτονήθηκε, ο Νεστόριος έβγαλε την μάσκα της ευσεβείας και επέδει ξε ασυγκράτητο ζήλο στην καταπολέμηση των αιρετικών, δηλώνοντας έτοιμος να αναστατώσει τις πόλεις για να τους εκδιώξει. Σύντομα κατέστη μισητός για τις βιαιότητές του και την αλαζονεία του και άρχισε να κάνει απερίσκεπτες δηλώσεις στο ζήτημα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Ωθώντας ως τις έσχατες συνέπειές της την θεολογία της Σχολής της Αντιοχείας – η οποία αρεσκόταν να διακρίνει στις ενέργειες του Κυρίου εκείνες, που απέρρεαν από την θεία φύση και εκείνες που ανήκαν στην ανθρωπίνη φύση Του – ο Νεστόριος επεχείρησε να δώσει μία αφηρημένη και λογοκρατική ερμηνεία της Ενανθρωπήσεως, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τις κατάλληλες έννοιες, για να εξηγήσει τον τρόπο της ενώσεως των δύο φύσεων. Εισάγοντας την διττότητα υποκειμένου μεταξύ του Λόγου του Θεού και του Χριστού, «του προσληφθέντος ανθρώπου», ισχυριζόταν ότι έπρεπε κανείς να αποδίδει στο ένα ή στο άλλο τους χαρακτήρες της θείας φύσεως και της ανθρωπίνης φύσεως αντίστοιχα. Οδηγήθηκε κατά συνέπεια στην θεωρία ότι ο Λόγος προσέλαβε την ανθρωπότητα μόνο ως σκηνή, ως όργανο, και ότι η Παρθένος Μαρία δεν ήταν «Θεοτόκος» – έναν όρο, που η παράδοση της Εκκλησίας είχε καθιερώσει προ πολλού – αλλά μόνο «Χριστοτόκος». Διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί να λέει κανείς ότι «ο Θεός γεννήθηκε από την Παρθένο, αλλά ότι ενώθηκε μόνο με εκείνον (τον άνθρωπο), που γεννήθηκε και πέθανε», δεν έβλεπε κατά βάθος στον Χριστό παρά μόνο έναν υποδειγματικό άνθρωπο, θεοφόρο, «θεωμένο», με εξέχοντα τρόπο λόγω των αρετών του, στον οποίο ενοικούσε ο Θεός κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον, που ενέπνεε τους προφήτες και τους αγίους, και επ  οὐδενὶ τον Θεάνθρωπο, που αποτελεί για τους ανθρώπους την πηγή της Σωτηρίας, της ζωής και της θεοποιού χάριτος. Χωρίς ο ίδιος να κάνει λόγο για δύο «πρόσωπα» στον Χριστό, δεν έπαυε να επιτίθεται στην έκφραση «Θεοτόκος» και ένας από τους μαθητές του, ο επίσκοπος Δωρόθεος, διακήρυξε μία ημέρα σε μία ομιλία, παρουσία του Νεστορίου: «ο λέγων την Μαρίαν Θεοτόκον, ανάθεμα έστω!». Τούτο ισοδυναμούσε με τον αναθεματισμό όλων των θεοφόρων Πατέρων, που είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο αυτό καθώς και των επισκόπων όλης της οικουμένης, που ομολογούσαν την Θεομήτορα.

Πληροφορούμενος την νέα αυτή αίρεση, ο Άγιος Κύριλλος εξέθεσε επισήμως στην πασχάλιο επιστολή του τον επόμενο χρόνο (429) ότι όντως η Παρθένος γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και ότι πρέπει συνεπώς να ονομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Έγραψε στον Νεστόριο μία αδελφική επιστολή νουθεσίας, για να του ζητήσει να δεχθεί τον όρο αυτό, πάνω στον οποίο βασιζόταν το δόγμα της εν Χριστώ Σωτηρίας μας. Κατόπιν, μετά την αλαζονική και περιφρονητική άρνηση του Νεστορίου, ο οποίος επιστρέφοντας τις κατηγορίες κατά του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας διέδιδε συκοφαντίες εις βάρος του και ισχυριζόταν ότι θα τον εγκαλούσε στην δικαιοσύνη, ο Κύριλλος αποφάσισε να πάρει τα όπλα, για να υπερασπισθεί την αλήθεια και δήλωσε «έτοιμος να υποφέρει τα πάντα, μέχρι θανάτου, παρά να εγκαταλείψει την Πίστη». Απηύθυνε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β´, στην σύζυγό του και στις αδελφές του μία πραγματεία περί ορθής πίστεως, και απέστειλε στον πάπα Ρώμης, Κελεστίνο (8 Απρ.), μία έκθεση για τις πλάνες του Νεστορίου. Ο πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στην Ρώμη, η οποία τις καταδίκασε και ανέθεσε στον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας να εκτελέσει την απόφαση κατά του αιρετικού, αν αρνιόταν να τις ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες (430). Εν τω μεταξύ ο Άγιος Κύριλλος είχε συγκαλέσει Σύνοδο των επισκόπων της Αιγύπτου, η οποία συνέταξε έκθεση του χριστολογικού δόγματος, ακολουθούμενη από τους δώδεκα Αναθεματισμούς των προτάσεων του Νεστορίου, τους οποίους ο Κύριλλος είχε απευθύνει στον αιρετικό στην Τρίτη Επιστολή του.

Στα απολογητικά αυτά συγγράμματα κατά του Νεστορίου, πιστός στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής για τον Λόγο, που σαρξ εγένετο (Ιω. 1, 14) και στους Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας, οι οποίοι είχαν ομολογήσει ότι ο ίδιος ο Υιός του Θεού, παραμένοντας στους κόλπους του Πατρός, έγινε άνθρωπος, πέθανε και ανεστήθη, ο Άγιος Κύριλλος υπογράμμιζε την ενότητα του μυστηρίου του Χριστού. Επιδιώκει να δείξει ότι από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς Του ο Κύριος ένωσε οριστικά την ανθρωπίνη και την θεία φύση· και στην μυστηριώδη αυτή ένωση – και όχι συνάφεια, όπως ισχυριζόταν ο Νεστόριος, – βλέπει την αντίδοση των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως στην ενιαία κράση του Σωτήρος, ο Οποίος άνοιξε στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας πραγματικής μετοχής στο θείο, μιας θεώσεώς του, της οποίας πρότυπο και υπόδειγμα είναι η Θεομήτωρ. Με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος έχοντας εγκαινιάσει καινόν τρόπον υπάρξεως, θεανθρώπινο, στο Σώμα του, την Εκκλησία, λαμβάνουμε ζωή από την σάρκα Του, που έγινε αληθινά «σάρκα του Λόγου». Ο «εις Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου είναι, λοιπόν, Εκείνος της θείας Ευχαριστίας και του πνευματικού βιώματος, που μέσα από μακρές και επώδυνες έριδες η Εκκλησία έμελλε να διασαφηνίσει στις επόμενες γενιές.

Η Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο

Εν τω μεταξύ, ο Νεστόριος με την υποστήριξη της αυτοκρατορικής εξουσίας και των φίλων του στο παλάτι επεδίωξε να επιβάλει τις ιδέες του στην Βασιλεύουσα με απειλές, διαφθορά, αφορισμούς και διώξεις εναντίον όσων τολμούσαν να του αντισταθούν. Η κατάσταση έφθασε σε σημείο, ώστε ο Ορθόδοξος κλήρος παρακάλεσε τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο «οικουμενικό σκάνδαλο» του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά με ένα επιδέξιο τέχνασμα, ο αιρεσιάρχης έπεισε τον αυτοκράτορα να συγκληθεί Σύνοδος στην Έφεσο για την Πεντηκοστή του επομένου έτους (431), προκειμένου να κρίνει τον Άγιο Κύριλλο για τους Αναθεματισμούς του, με τους οποίους κατηγορήθηκαν ως αιρετικοί.

Ο Κύριλλος και ο Νεστόριος έφθασαν στην Έφεσο επι κεφαλής των επιβλητικών συνοδειών τους και ανέμεναν την άφιξη του αρχιεπισκόπου Αντιοχείας, Ιωάννη, και των επισκόπων της Ανατολής, τους οποίους ο Νεστόριος είχε κερδίσει με το μέρος του, όχι με βάση την απόρριψη του «Θεοτόκος», αλλά αποστέλλοντας τους Αναθεματισμούς του Κυρίλλου, οι οποίοι αποκομμένοι από τα συμφραζόμενά τους ήταν αναπόφευκτο να διαβασθούν ως παλινόρθωση της αιρέσεως του Απολλιναρίου. Καθώς ο Ιωάννης και η συνοδεία του αργούσαν, αποφασίσθηκε να ανοίξει δίχως αυτούς η πρώτη συνεδρίαση στις 22 Ιουνίου 431. Προήδρευε ο Άγιος Κύριλλος, ως αναπληρωτής του πάπα Ρώμης, οι λεγάτοι του οποίου είχαν επίσης καθυστερήσει. Μετά την ανάγνωση του Συμβόλου της Νικαίας, της Επιστολής του Κυρίλλου προς Νεστόριο και της απαντήσεως του τελευταίου, οι διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν την νομιμότητα του «Θεοτόκος» και καθαίρεσαν τον Νεστόριο, ο οποίος είχε αρνηθεί τρεις φορές να παρευρεθεί. Βγαίνοντας από τον ναό τους υποδέχθηκαν οι επευφημίες πλήθους πιστών υπερμάχων της τιμής της Θεομήτορος, ενώ γυναίκες θυμιάτιζαν στο πέρασμά τους.

Μόλις έφθασαν στην Έφεσο πέντε ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης και η συνοδεία του, προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι δεν τους περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο με σαράντα τρεις επισκόπους και, κατηγορώντας τον Κύριλλο ότι ανανεώνει την αίρεση του Απολλιναρίου, αποφάσισαν την καθαίρεσή του, χωρίς άλλη διαδικασία, καθώς και εκείνη του Μέμνονος Εφέσου. Η Οικουμενική Σύνοδος μετατράπηκε έτσι σε ένα βίαιο και εμπαθή αγώνα ανάμεσα στα δύο μέρη, που προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προστασία του αυτοκράτορα. Ευρισκόμενος μακριά και λάθος πληροφορημένος, ο Θεοδόσιος, μετά από μάταιες προσπάθειες για συμφιλίωση, διέταξε να συλληφθούν ο Κύριλλος και ο Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τον Νεστόριο αιρετικό, και έδωσε εντολή να διαλυθεί η Σύνοδος. Το μόνο αποτέλεσμα της Συνόδου ήταν ότι είχε διακηρύξει το βάσιμο του όρου «Θεοτόκος» και ότι είχε προχωρήσει στην καθαίρεση του Νεστορίου, ο οποίος εστάλη στην μονή του στην Αντιόχεια και κατόπιν εξορίσθηκε στην Λιβύη (435), όπου και πέθανε οικτρά.

Εν τούτοις είχε προκύψει μία νέα και σκληρή διαίρεση. Την στιγμή που η Αυτοκρατορία απειλούμενη από τους βαρβάρους είχε ανάγκη μεγαλύτερης συνοχής, το μόνο που έβλεπε κανείς με το πρόσχημα της προσήλωσης στην αλήθεια ήταν έριδες, αμοιβαίοι αναθεματισμοί και ταραχές, που εξέθεταν την αγιότητα της Εκκλησίας στην χλεύη των εχθρών της. Κατά την διάρκεια των επιπόνων διαπραγματεύσεων, που ακολούθησαν, ο Άγιος Κύριλλος που είχε επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε θριαμβευτικά, φανέρωσε όχι μόνο την ορθοδοξία του, αλλά και την ταπεινοφροσύνη του και την περίσσεια της αρετής του. Παραιτούμενος από κάθε απαίτηση δικαίωσης για την κακομεταχείριση που υπέστη στην Έφεσο κατά την φυλάκισή του, έδωσε στους επισκόπους της Ανατολής εξηγήσεις για τους Αναθεματισμούς, ένα θέμα που τους άγγιζε όλως ιδιαιτέρως, διευκρινίζοντας ότι δεν είχαν στόχο παρά τα αιρετικά δόγματα του Νεστορίου, και δήλωσε έτοιμος να τους διορθώσει, με τον όρο ο Ιωάννης και οι συν αυτώ να συναινέσουν στην καταδίκη του Νεστορίου. Τελικά κατέληξαν σε συμφωνία και οι ανατολικοί έστειλαν στον Κύριλλο ομολογία Πίστεως, την οποία εκείνος έκανε δεκτή με επιστολή, που δεν έκρυβε την μεγάλη χαρά του. Με ειρηνικό πνεύμα, δίχως όμως να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις θέσεις του, έκανε δίκαιες παραχωρήσεις στην ορολογία της αντιοχειανής παραδόσεως και προσυπέγραφε την διάκριση, που γινόταν εκεί των δύο φύσεων, που βρίσκονταν ασυγχύτως και αμίκτως ενωμένες στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτή η Έκθεσις των Διαλλαγών (Απρ. 433), παρά το γεγονός ότι δεν ήταν απόφαση Συνόδου, θεωρείται ωστόσο ως η ομολογία Πίστεως της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου και ο Κανόνας της Ορθοδοξίας. Απέρριπτε εκ των προτέρων τις αιρετικές προτάσεις του Ευτυχούς και των μονοφυσιτών, οι οποίοι θα επικαλούνταν τα συγγράμματα του Αγίου Κυρίλλου, για να υποστηρίξουν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν τρόπον τινά «απορροφημένη» από την θεότητα· και η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (451) ουσιαστικά δεν έκανε άλλο από το να διευκρινίσει τους βασικούς όρους της.

Τα τελευταία χρόνια του Αγίου Κυρίλλου

Αφού αποκαταστάθηκε μία εύθραυστη ειρήνη, ο Άγιος Κύριλλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της επισκοπείας του στερεώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας και μετριάζοντας τις εκδηλώσεις άμετρου ζήλου των οπαδών του, οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι είχε προδώσει την υπόθεσή τους προωθώντας την ένωση με τους ανατολικούς. Έχοντας διδαχθεί από τις εμπειρίες του στα εκκλησιαστικά πράγματα και τα ανθρώπινα πάθη, αποδείχθηκε στις περιστάσεις αυτές υπόδειγμα μετριοπαθείας και ποιμαντικής συγκαταβάσεως. Έτσι, ενώ ανασκεύασε τα συγγράμματα του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του μεγάλου θεολόγου της Σχολής της Αντιοχείας, ο οποίος είχε πεθάνει εν ειρήνη (428), απέφυγε να ζητήσει την καταδίκη του, για να μην προκαλέσει εκ νέου τις ευαισθησίες των ανατολικών και θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Εκκλησίας.

Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, που του ανέθεσε ο Θεός για την οικοδομή της Εκκλησίας του, ο Άγιος Κύριλλος εκοιμήθη εν ειρήνη στις 9 Ιουνίου 444, για να συγκαταριθμηθεί στον χορό των Αγίων Πατέρων και να παρακαθήσει μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στο πλευρό της Θεοτόκου. Τιμήθηκε σύντομα ως άγιος και εγκωμιάσθηκε ως «φωστήρας του κόσμου», «ανίκητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας» και «Σφραγίς των Πατέρων».

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2014/06/vios-ke-politia-tou-agiou-kirillou-a/

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας (298-373)

Ο Άγιος Αθανάσιος ή Μέγας Αθανάσιος ή Αθανάσιος Αλεξανδρείας (περ. 298 – 373) ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Τιμάται ως άγιος από την Ανατολική Ορθόδοξη, την Κοπτική Ορθόδοξη, την Ρωμαιοκαθολική, τις Λουθηρανικές και τις Αγγλικανικές εκκλησίες. Αποτελεί έναν από τους τέσσερις Πατέρες της Ανατολικής εκκλησίας που φέρουν τον τίτλο «Μέγας» μαζί με τούς Βασίλειο, Φώτιο, και Αντώνιο, και ένας από τους 33 Πατέρες της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

Από πολύ νέος έδειξε την πνευματική κλίση του. Σε ηλικία 25 ετών χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολούθησε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325, στη Νίκαια της Βιθυνίας. Εκεί αναδείχθηκε πρωτεργάτης στην καταδίκη της διδασκαλίας του Αρείου που χαρακτηρίστηκε αιρετική. Το 328 και σε ηλικία 33 ετών εξελέγη πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Τα θρησκευτικά παιχνίδια του Αγίου Αθανασίου

Τους γονείς του Μ. Αθανασίου ακριβώς δεν τους γνωρίζουμε. Δεν έχουμε πληροφορίες για αυτούς. Πρέπει να ήταν ευσεβείς άνθρωποι, γιατί την ευσέβεια δίδαξαν στο παιδί τους. Από μικρό παιδί, τον πότισαν με τα νάματα της χριστιανικής θρησκείας, από μικρό τον έθρεψαν με το μάννα της θεϊκής τροφής.

Και τούτο το καταλαβαίνουμε, γιατί βρίσκουμε τον Αθανάσιο από μικρό παιδί να ζει με τον Θεό. Και έζησε όχι μονάχα έτσι αφηρημένα και γενικά τα του Θεού, μα έμπρακτα και εφηρμοσμένα και στην αρετή και στα μυστήρια τής Εκκλησίας μας. Δεν έπαιζε άλλα παιχνίδια, τα παιχνίδια του ήταν θρησκευτικά. Παίζανε με τα άλλα συνομήλικα παιδιά του, αναπαράσταση τής Θ. Λειτουργίας και των άλλων μυστηρίων της Εκκλησίας μας.

Μια φορά μάλιστα, κάποια μέρα, που οι χριστιανοί της Αλεξανδρείας, είχαν μεγάλη γιορτή εις μνήμην του επισκόπου Πέτρου, που μαρτύρησε κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου, ο Αθανάσιος με άλλα παιδιά παίζανε στην ακροθαλασσιά διάφορα εκκλησιαστικά παιχνίδια. Εκεί κοντά βρισκόταν και το σπίτι του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρου. Ο Πατριάρχης εκείνη την ήμερα είχε καλέσει και μερικούς άλλους κληρικούς να φάνε μαζί του το μεσημέρι. Εκεί λοιπόν που τους περίμενε, κοιτάζει για μια στιγμή από το παράθυρο και βλέπει τα παιδιά να παίζουν ένα παιχνίδι. Του τράβηξε την προσοχή ιδιαίτερα τούτο το παιχνίδι. Παρατηρεί, ότι τα παιδιά έπαιρνε το κάθε ένα και ένα ρόλο, θα έλεγε κανείς, των αξιωματούχων της Εκκλησίας. Το ένα ήταν αναγνώστης, το άλλο διάκονος, άλλο ιερέας και το άλλο επίσκοπος.

Τον Αθανάσιο τον χειροτονήσανε Πατριάρχη και στο τέλος παρατηρεί με κατάπληξη, μα και με ιερή συγκίνηση, ότι βαφτίζανε ένα παιδάκι. Η έκπληξη και η χαρά του Πατριάρχη ήταν απερίγραπτη. Τα παιδιά κάνανε τη βάπτιση ακριβώς κατά την τάξιν της Εκκλησίας. Όλα τα παιδιά βοηθήσανε, προΐστατο δε ο Αθανάσιος.

Αυτός καθοδηγούσε όλα τα άλλα τα παιδάκια πώς και τι να κάνουν. Κατασυγκινημένος ο Πατριάρχης Αλέξανδρος, κάλεσε τα παιδάκια και ήλθανε κοντά του. Τα αγκάλιασε, τα ασπάσθηκε, τα ευλόγησε, τους έδωσε τις ευχές του. Η παράδοση λέγει ότι ύστερα, όταν ο Πατριάρχης έμαθε, ότι το παιδάκι που βαπτίσανε, ο Αθανάσιος και οι περί αυτόν, ήταν αβάπτιστο πραγματικά, ανεγνώρισε την βάπτιση που έκανε ο Αθανάσιος και τα άλλα παιδιά. Απλώς όμως συμπλήρωσε ο ίδιος, με το μυστήριο του Χρίσματος που γίνεται πάντα μετά το βάπτισμα. Εν πάση περίπτωση ο Πατριάρχης, φωτισμένος και από τον Θεό, πρόσεξε ιδιαίτερα τον Αθανάσιο. Κάλεσε τους γονείς του, τους παίνεψε για το παιδί τους και για την ανατροφή που του δώσανε και τους συμβούλεψε για το πως να το καθοδηγήσουν στον δρόμο του Θεού, πως να διαφυλαχθεί ανέγγιχτο από τις παγίδες του σατανά, πως να διατηρηθεί αγνό και αμόλυντο από την απατηλή και προκλητική γλυκύτητα της αμαρτίας. Τους είπε ακόμη, ότι έπρεπε να μορφώσουν τον Αθανάσιο, να μάθει γράμματα, και πιο πολύ εκείνα, που είναι αναγκαία και απαραίτητα για να γνωρίσει πιο καλά τον Θεό και τα του Θεού. Και έτσι να εφαρμόζει το άγιο θέλημα Του και να ζήσει πιο ενάρετα και πιο άγια.

Ο Πατριάρχης διείδε στη ψυχή, στην παιδική ψυχή του Αθανασίου, ότι αυτός προωριζότανε να γίνει μεγάλος μεγάλος. Μεγάλος για τη δόξα του Χριστού, για την πίστη των Χριστιανών. Για τούτο, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Αθανάσιο. Τον παρακολουθούσε στο μεγάλωμα και στην ανάπτυξή του. Είπε μάλιστα στους γονείς του, σαν γίνει δεκαοκτώ χρονών, να τον φέρουνε κοντά του. Και έτσι έγινε.

Η μόρφωση του Αγίου Αθανασίου

Για την μόρφωση που πήρε ο άγιος δεν γνωρίζουμε και πάλι πολλά πράγματα. Τότε στην Αλεξάνδρεια υπήρχαν φημισμένες σχολές ανωτέρας μορφώσεως και ξακουστοί διδάσκαλοι. Ο Αθανάσιος, σίγουρα, θα παρακολούθησε τέτοιες σχολές, θα πήρε τέτοια μαθήματα, όχι όμως πολλά. Δεν ενέσκυψε στη βαθειά φιλολογία, φιλοσοφία, νομική κτλ. σαν τον Άγιο Βασίλειο ή τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο Θεός όμως τον φώτισε και σπούδασε, μελέτησε όλα εκείνα που του ήσαν ύστερα απαραίτητα και αναγκαία για το μεγάλο του έργο. Για την υποστήριξη και σταθεροποίηση της Ορθοδοξίας. Λέγει ο άγιος Γρηγόριος στο εγκώμιο του, ότι «ολίγα των εγκυκλίων εφιλοσόφησεν του μη δοκείν πάντα πάσι των τοιούτων των απείρως έχειν» (Φιλοσόφησε λίγο από τα εγκυκλοπαιδικά και τούτο για να μη φαίνεται σ’ αυτά ότι δεν έχει καμία πείρα, καμία γνώση).

Εκεί πού ενέσκυψε πιό πλατειά και πιό βαθειά ήταν στην Αγ. Γραφή, την Π. και Κ. Διαθήκην. Αυτήν την έμαθε απ’ έξω. Και για τούτο συνδιάζοντας την των δύο ειδών μόρφωσιν διέπρεψε στην όλη ενάρετον ζωήν του, όπως επίσης και στους αγώνες του, υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως. Με τα παρακάτω πάλι λόγια, ο άγιος Γρηγόριος τον χαρακτηρίζει «όρον μεν επισκοπής είναι τον εκείνου βίον και τρόπον, νόμον δε Ορθοδοξίας τα εκείνου δόγματα» (Ο βίος του ήτανε όρος, δόγμα και τρόπος, παράδειγμα για την επισκοπική ζωή κάθε ιεράρχου και νόμος οι εντολές και οι αποφάσεις του). Λοιπόν, ο Αθανάσιος πατέρας της Ορθοδοξίας, στύλος της Ορθοδοξίας. Παράδειγμα προς μίμησιν, από κάθε ορθόδοξον χριστιανόν, μα προ πάντων, κάθε κληρικού και μάλιστα αυτού που κατέχει τον ανώτατον βαθμόν του Επισκόπου, πρότυπον ή μάλλον «τύπον Χριστού», όπως θέλει κάθε επίσκοπον και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.

Ο Άγιος Αθανάσιος στο Πατριαρχείο

Όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών οι γονείς τον Αθανασίου τον πήγανε στον Πατριάρχη, όπως εκείνος τους είχε ζητήσει, τότε που τους κάλεσε και τους μίλησε για τον Αθανάσιο, τότε που ήτανε παιδί και που με τα άλλα παιδιά κάνανε εκείνη τη βάπτιση.

Ο Πατριάρχης ήτανε ένας πολύ καλός και άγιος ποιμενάρχης. Είχε πολλές καλοσύνες και αρετές. Ήτανε «φιλόθεος, φιλάνθρωπος, φιλόπτωχος, καταδεκτικός, πράος, επιεικής», μα και αυστηρός στην αλήθεια και την αγιότητα. Ήτανε ένας άγιος.

Βρήκε λοιπόν εκεί και καλό παράδειγμα ο Αθανάσιος. Ακόμη, εκεί στο Πατριαρχείο έβλεπε να περνάνε λαϊκοί, κληρικοί και επίσκοποι επίσης, που πολλοί φέρανε στο σώμα τους, τα στίγματα των παθημάτων του Χριστού, από τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια που υφίσταντο κατά τους διωγμούς. Είδε άλλους να κουτσαίνουν, άλλους να μην βλέπουνε, άλλους να τους λείπει ένα χέρι, ένα αυτί ή και τα δύο, ή γενικά κάτι από τα μέλη του σώματος τους. Ναι, πολλοί ήσαν οι ακρωτηριασμένοι, οι άρρωστοι, οι ταλαιπωρημένοι από τις φυλακίσεις, τα φρικτά βασανιστήρια, από τις κακουχίες γενικά, που υπέστησαν για την χάριν και την δόξαν του Χριστού μας. Με ένα λόγο ο Αθανάσιος μπορούσε να δει και να διδαχθεί τα μέγιστα, από το παράδειγμα των αγωνιστών και των ηρώων της πίστεως μας. Και πραγματικά αυτοί, όχι μονάχα του εμπνεύσανε την αγωνιστικότητα και το ηρωικό φρόνημα στην ψυχήν, μα και του την γεμίσανε, του την πληρώσανε μέχρις επάνω. Και έτσι, όπως είπαμε και πιο πάνω, ξεπέρασε όλους τους άλλους και ανεδείχθει «ο ηρωικότερος των αγίων και ο αγιότερος των ηρώων». Τον βοήθησε τα μέγιστα και ο Πατριάρχης. Και με τις συμβουλές και με το παράδειγμα του.

Λίγο αργότερα ο Αθανάσιος, έτσι νεαρός στην ηλικία, επισκέφθηκε και ήλθε σε στενή επαφή με τους μοναχούς της ερήμου της Αιγύπτου. Τότε η διψώσα έρημος εποτίζετο, τότε η άγονος έρημος εκαρποφορούσε. Την ποτίζανε οι μοναχοί με τα δάκρυα της μετανοίας τους, οι ίδιοι την καρποφορούσανε με τους αγώνες και τις αγωνίες τους, με την εις την βάθος καλλιέργειαν της ψυχής τους. Ναι, οι μοναχοί τότε φθάσανε σε ύψη αρετής, σε σφαίρες αγιότητος, θαυματουργούσανε, επιτελούντες θαύματα μεγάλα και εξαίσια.

Όλα τα είδε, τα άκουσε, τα έζησε ο Αθανάσιος. Συνεδέθη με μεγάλους ασκητές της ερήμου, με τον καθηγητή της ερήμου τον Άγιο Αντώνιο. Και από αυτούς πήρε ιδιαίτερα μαθήματα. Μαθήματα αγωνιστικότητας, μαθήματα νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, μαθήματα αρετής και αγιότητας. Και για τούτο αργότερα δεν υστέρησε καθόλου από αυτούς. Αντίθετα και πολλούς τους ξεπέρασε. Και για τούτο υπήρξε Μέγας. Σε όλα Μέγας.

Η χειροτονία του Αγίου Αθανασίου

Πατριάρχης, βλέποντας όλα αυτά τα προσόντα και τα χαρίσματα, μα και τις αρετές του Αθανασίου, τον έκρινε άξιο για κληρικό. Και το έτος 312 τον χειροτόνησε αναγνώστη και τον προσέλαβε για γραμματέα του. Ύστερα από επτά χρόνια τον χειροτόνησε διάκονό του.

Και ενώ ήτανε διάκονος ο Αθανάσιος είχε καταστεί σύμβουλος του Πατριάρχου Αλεξάνδρου. Ο Πατριάρχης τον πήρε μαζί του στη Νίκαια και έλαβε μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. Εδώ ο Αθανάσιος θριάμβευσε, ανεδείχθει ανώτερος όχι μονάχα του πατριάρχου του, μα και όλων των άλλων που λάβανε μέρος στην μεγάλη αυτήν Σύνοδον.

Ο Άγιος Αθανάσιος στην Α’ οικομενική Σύνοδο

Ο Άρειος που καταγόταν από τη Λιβύη και που χειροτονήθηκε στην Αλεξάνδρεια σαν ιερέας και αργότερα πήρε και το οφφίκιο του πρωθιερέα, θέλησε να ανατρέψει την τάξη της Εκκλησίας που είχε και πίστευε μέχρι τότε. Παραδεχόταν και δίδασκε πράγματα αιρετικά, βλάσφημα για τον Χριστό μας. Ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός, αλλά το πρώτον κτίσμα, δημιούργημα του Θεού. Ότι δεν είναι ίσιος με τον Θεό Πατέρα, μα είναι δεύτερο και κατώτερο δημιούργημα του, πλάσμα του Θεού. Και μάλιστα έλεγε «ην ποτέ ότε ουκ ην». Ήταν κάποτε, υπήρξε καιρός προηγουμένως που δεν ήταν ο Χριστός. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν ήταν, δεν υπήρχε.
 
Με την ύπουλη, είπαμε, αυτή του διδασκαλία και με την γλαφυρότητα της γλώσσας του, μα και με κάποια ποιήματα του, δίδασκε την λανθασμένη αυτή διδασκαλία του. Και επειδή φαινόταν εξωτερικά πως ήταν και ευσεβής, τον ακολούθησαν πολλοί άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν την αλήθεια και την ορθότητα της πίστεώς μας.

Ανάμεσα σ’ αυτούς και 700 νεαρές παρθένες και μερικοί κληρικοί που είχαν μεγάλη θέση και φαινόντουσαν σοβαροί και μυαλωμένοι. Έτσι άρχισε το κακό. Ο Πατριάρχης έβλεπε την ανάπτυξή του και ανησυχούσε. Για τούτο και ευθύς αμέσως παίρνει μέτρα για την καταστολή του.

Να λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί ο Λυτρωτής έπρεπε να είναι Θεός και άνθρωπος μαζί. Να γιατί, ή διδασκαλία του Αρείου ήταν λανθασμένη. Και σαν λανθασμένη, σαν ψεύτικη, δεν θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο. Όμως ο αρχηγός της Άρειος και οι ομόφρονές του επέμεναν στην πλάνη τους και παράσυραν και πολλούς άλλους. Μεγάλο λοιπόν κακό ξέσπασε, μεγάλη σύγχυσις δημιουργήθηκε, μεγάλος σκανδαλισμός επεκράτησε. Η ειρήνη διώχθηκε και από την Εκκλησία και από την πολιτεία.

Ο πατριάρχης Αλέξανδρος, δεν χάνει καιρό. Λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα. Καλεί όλους τους επισκόπους της Αλεξάνδρειας και της Μαρεώτιδος και τους δίνει να υπογράψουν επιστολή με την οποία ο πατριάρχης καλούσε τον Άρειο και τους ομόφρονές του να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την αίρεση τους.

Εν τω μεταξύ, κάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της δικαιοδοσίας του, το 321 μ.Χ. Στη Σύνοδο έρχονται 100 περίπου επίσκοποι. Αφού μελέτησαν το θέμα, αναθεμάτισαν τον Άρειο, την αίρεση του και τους οπαδούς της.
Ο Άρειος έπειτα φεύγει για την Παλαιστίνη και εκεί συνεχίζει το ανόσιο έργο του.
Ο Αθανάσιος κοντά στον επίσκοπο του είναι όχι μονάχα το δεξί του χέρι, μα ακόμη και περισσότερο. Αυτός πιο πολύ σκέπτεται, μελετά και εργάζεται για το σταμάτημα του μεγάλου αυτού κακού.

Εν τω μεταξύ, επέρχεται σύγχυσις, ταραχή και τα πνεύματα όλο και εξάπτονται πιο πολύ. Ο Μ. Κωνσταντίνος που αντελήφθη ότι, αν άφηνε έτσι τα πράγματα μόνα τους σύντομα θα ξέσπαγε θύελλα, ανέλαβε πρωτοβουλίες. Συνεκάλεσε στη Νίκαια της Βυθηνίας Σύνοδο. Ήταν ή Α’ Οικουμενική Σύνοδος.

Σε αυτήν πήραν μέρος έξοχοι ιεράρχες και μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας. Όπως ο άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο όσιος Κορδούης, ο άγιος Σπυρίδωνας, Τριμυθούντος της Κύπρου, ο όσιος Πανφούτιος, ο Μάρκελλος Αγγύρας κ.ά. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν και μάρτυρες και ομολογητές της Εκκλησίας μας. Όπως και πιο μπροστά είπαμε, πολλοί φέρνανε και τα σημάδια του μαρτυρίου πάνω τους.

Αυτή η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, είπαμε, έλαβε χώραν τον Ιούλιον του 325 μ.Χ. Μαζεύτηκαν περί τους 318 θεοφόροι Πατέρες. Στην πρώτη συνεδρίαση τους πήρε μέρος και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος. Με το χαιρετισμό του εξέφρασε και την ευχή του για ειρήνευση της Εκκλησίας.

Άρχισε η συζήτηση. Αναπτύχθηκε γιατί είναι αίρεση η διδασκαλία του Αρείου. Ύστερα κλήθηκε ο Άρειος να απαντήσει. Μα στα ερωτήματα που του τέθηκαν, εκείνος δεν απάντησε. Απλώς ξαναεπανέλαβε την αίρεση του. Ενώ δε, έλεγε τις βλάσφημες δοξασίες του, πολλοί άγιοι πατέρες τόσο στεναχωρήθηκαν που έκλεισαν τα αυτιά τους για να μην τον ακούνε. Λέγεται ότι ο άγιος Νικόλαος, τόσο στεναχωρήθηκε πού σηκώθηκε από τη θέση του και ράπισε τον Άρειο. Μίλησαν πολλοί και διάφοροι άγιοι πατέρες. Ο άγιος Σπυρίδωνας έκανε και το θαύμα του. Πήρε ένα κεραμίδι και στάθηκε στο μέσον. Το κράτησε στη χούφτα του, το ψήλωσε λιγάκι για να το βλέπουν όλοι και είπε: «Εις το όνομα του Πατρός» και βλέπουν όλοι ότι φωτιά έφυγε τότε από το κεραμίδι προς τα πάνω. Ύστερα συνέχισε: «Και του Υιού» και ευθύς νερό έτρεξε στη γη. Και μετά είπε: «Και του Αγίου Πνεύματος» και είδαν όλοι ότι στο χέρι του έμεινε χώμα. Και έτσι με το θαύμα αυτό κατη-σχύνθησαν οι αιρετικοί. Απεδείχθη το δόγμα τής Αγίας Τριάδος.

Στο τέλος, καταδικάστηκε ο Άρειος με την αίρεση του και τους οπαδούς του. Τα ονόματα τους διαγράφτηκαν από τα δίπτυχα τής Εκκλησίας. Ψηφίστηκαν τότε και τα επτά άρθρα του συμβόλου τής πίστεως. Ακόμη, δογμάτισε η Σύνοδος ότι, ο Χριστός είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ομοούσιος με τον Πατέρα. Στη Σύνοδο ανεδείχθη, θριάμβευσε ο τότε διάκονος Αθανάσιος. Αυτός με τις σκέψεις του, με τα δυνατά του λόγια, με τα ακαταμάχητα επιχειρήματα του κατετρόπωσε τον Άρειο και τους οπαδούς του. Έκανε τους ορθόδοξους να κατανοήσουν καλύτερα και πιο ξεκάθαρα τις αλήθειες τής πίστεως μας και να αποφανθούν ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήταν όχι μονάχα άνθρωπος, αλλά και Θεός μαζί. Θεάνθρωπος.
Ο Άρειος, μετά την καταδίκη του, ανεχώρησε στα μέρη της Παλαιστίνης όπου είχε ισχυρούς προστάτες. Πρώτος και καλύτερος ο Ευσέβιος Νικομήδειας πού μάλιστα συνδεόταν και με τον αυτοκράτορα.

Ο Άγιος Αθανάσιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια

Ο Αλέξανδρος και ο Αθανάσιος γύρισαν ύστερα στην Αλεξάνδρεια και εργάζονται. Εργάζονται πυρετωδώς και ακούραστα για το ποίμνιον. Ο Αθανάσιος και εδώ αναδεικνύεται κορυφαίος. Ο Πατριάρχης τον αναγνωρίζει και πιο πολύ τον αγαπά. Μα περισσότερο ο Διάκονος Αθανάσιος κερδίζει την εκτίμηση και την αγάπη του λαού του Θεού. Κλήρος και λαός τον σέβεται και τον εκτιμά.
Εκτός της ορθοδόξου διδασκαλίας του, ο Αθανάσιος είχε την αληθινή ορθόδοξο ζωή. Είχε αγιότητα βίου. Δεν φάνηκε σκληρός απέναντι του Αρείου. Αυστηρός υπήρξε απέναντι στη διδασκαλία του Αιρεσιάρχη.

Ο Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης

Τον επόμενο χρόνο, τον Φεβρουάριο του 326, ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αρρωστά. Είναι και ηλικιωμένος. Κατάλαβε ότι θα φύγει από τον κόσμο αυτό. Ο Αθανάσιος απομακρύνεται από  τον Πατριάρχη. Δεν θέλει να ανακατευθεί στη διαδοχή. Μα ο πατριάρχης καταλαβαίνει γιατί έφυγε ο Αθανάσιος και του διαμηνύει: «Αθανάσιε νομίζεις ότι θα ξεφύγεις από του να γίνεις Πατριάρχης. Όμως δεν θα μπορέσεις».

Ο Πατριάρχης πέθανε στα τέλη του μηνός. Και ζητάνε τώρα πατριάρχη. Οι επίσκοποι συνέρχονται, συσκέπτονται και συζητούν. Μα δεν καταλήγουν σε απόφαση. Η απόφαση όμως του λαού είναι εκπεφρασμένη. Μόνος υποψήφιος, μόνος εκλεγμένος είναι ο Αθανάσιος. Με χίλιες δυό εκδηλώσεις εκφράζει ο λαός την αγάπη του και την απόφαση του για τον Αθανάσιο. Αυτός να γίνει πατριάρχης.

Έτσι και γίνεται. Χειροτονείται πατριάρχης. Λέγει δια την εκλογή του Αθανασίου ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «ούτω μεν και δια ταύτα ψηφώ του λαού παντός ου κατά τον ύστερον νικήσαντα πονηρόν τύπον ουδέ φονικώς τε και τυραννικώς, άλλ’ άποστολικώς τε και πνευματικώς επί τον Μάρκου θρόνον ανάγεται». (Έτσι λοιπόν και δι’ όλα αυτά, με ψήφον όλου του λαού, όχι κατά τον μετέπειτα πονηρόν τρόπον, ούτε με φόνους και τυρρανικόν τρόπον, αλλά με αποστολικόν και πνευματικόν τρόπον αναβιβάζεται στον θρόνον του Αγ. Μάρκου).

Τώρα γίνεται πιο αυστηρός στη πνευματικήν ζωήν του, στα όσα αφορούν τον ίδιον. Τώρα γίνεται περισσότερο χειροπιαστή η αγάπη του για το ποίμνιό του και πιο πυρακτωμένη για τον Θεόν. Όλους τους αγκαλιάζει, όλους τους εξυπηρετεί. Και όλοι μαζί προχωρούνε στην κατά Χριστόν ζωή, στα χριστιανικά βιώματα. Αγωνίζεται, ακόμη πιο πολύ τώρα, για την Ορθοδοξία. Και γίνεται για όλους θυσία, ολοκαύτωμα για το Θεό και για τα πνευματικά παιδιά του. Είναι ο βοηθός, ο υπερασπιστής, ο προστάτης και ο καθοδηγητής.

Το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου

Ο Άγιος Αθανάσιος τα χρόνια που διακομούσε τον Πατριάρχη Αλέξανδρο εξέδωσε και τα πρώτα συγγράματά του, «Λόγος κατά Ελλήνων» και «Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου». Με το πρώτο έδωσε απάντηση στους ειδωλολάτρες που υποστήριζαν την πολυθεΐαν. Τους απέδειξε με τούτη τη μελέτη του, ότι ένας είναι ο Θεός. Συγκεκριμένα εκείνοι υποστήριζαν ότι υπάρχει και θεός του κακού. Μα ο Αθανάσιος τους απέδειξε, ότι ένας και μοναδικός είναι ο Θεός. Το κακό υπάρχει ανεξάρτητα από τον Θεό. Γιατί, τι Θεός θα ήταν, αν αυτός ο Θεός θέλησε και έφτιαξε το κακό; Σίγουρα, Θεός δεν θα μπορούσε να είναι. Δαίμονας ναι, όχι όμως Θεός, Θεός αγαθός αληθινός. Έτσι όπως το λέγει και η Αγ. Γραφή, «Κύριος ο Θεός ένας είναι».

Έγραψε και άλλα σπουδαία συγγράμματα ο Άγιος Αθανάσιος. Και δογματικά και διδακτικά. Έγραψε επίσης και τον βίο του αγίου Αντωνίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας υπήρξε «ο ηρωικότερος των αγίων και αγιότερος των ηρώων».

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αθανάσιος_Αλεξανδρείας

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/93B58196.el.aspx