Ολόγυρα στη Λίμνη

Η ζωοδότρα και επικίνδυνη θάλασσα, ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα, η παρηγοριά που χαρίζει η θρησκευτική λατρεία, η αγανάκτηση του απλοϊκού νησιώτη για την αδιαφορία και τη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού. Η Σκιάθος του 19ου αιώνα, το νησί που γέννησε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – κι αυτός με τη σειρά του, το λάτρεψε – ζωντανεύει στις σελίδες του διηγήματος του: «Ολόγυρα στη λίμνη».

Ολόγυρα στη Λίμνη

Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσία, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχον πλέον ίτσια να μυρωνώσι την ατμόσφαιραν με τας μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολύμνια εκεί, αλλά έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρούν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, την αντανακλώσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε καν η καλύβα του Λουκά του Θανασούλα, η βρεχόμενη από το κύμα, παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα βολής να πλησιάση, διότι, και κοιμωμένου του Λουκά, η καραμπίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον, ουδένα καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατο τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραμπίνα αυτή ήτον το αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσαν αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξελθώσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ’ ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα «τα εμά εμά, και τα σά εμά».

Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του. ο μπάρμπα-Γιώργος, Θεός σχωρέσ’τον, ο Κοψιδάκης , όστις δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα, ότι ήτο επάναγκες ν’ ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του Αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζει μετά δούπου την γην και να στομούται, πλήττουσα λίθους και χαλίκας, προέκυψαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδεν από ποιου λοιμού κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είναι, ότι ο ναΐσκος, ευπρεπής οποσούν, εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείετο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρώιμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατο τις να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς, ότι κανείς άλλος δεν σε έβλεπε από τον Θεόν και από τον Άγιον-αλλ’ ο νέος εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιώργου, Θεός σχωρέσ’τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτο προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης του, όταν σ’ έβλεπε αντίκρυ από το λόφον, κι έκλειες την θύραν, άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην τόσο μαλακά, ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνέχων την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά-σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα του ναΐσκου κι έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

…………………………………………………………………………………………..

Ολόγυρα στη Λίμνη, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Οι Έμποροι των Εθνών

Οι Έμποροι των Εθνών είναι μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Όπως όλα τα βιβλία του συγγραφέα είναι γραμμένο στη γνωστή ιδιάζουσα καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, με τους διαλόγους σε γλώσσα καθομιλουμένη. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο δισεβδομαδιαίο περιοδικό «Μη Χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες, από τις 8 Νοεμβρίου του 1882 μέχρι τις 8 Φλεβάρη του 1883.

Οι Έμποροι των Εθνών
Οι Έμποροι των Εθνών

Πλοκή

Το έργο διαδραματίζεται στο διάστημα 1199 με 1207, παραμονές της Δ΄ Σταυροφορίας, όταν Βενετοί και Γενοβέζοι πειρατές εξορμούν για να κυριαρχήσουν στις Κυκλάδες. Στο βιβλίο, παράλληλα με το ερωτικό πάθος, περιγράφεται και το κλίμα της εποχής όπου «οι έμποροι των εθνών» με βασικό κίνητρο τη δίψα για χρήμα, καταφεύγουν σε ωμότητες και αυθαιρεσίες. Ο Ιωάννης Μούχρας, ένας ευπατρίδης της Νάξου αλλά και πειρατής ο ίδιος, σώζει τον Βενετό Μάρκο Σανούτο από τους Γενοβέζους πειρατές, και τον φιλοξενεί στο σπίτι του. Ο Ιωάννης έχει για σύζυγο την Αυγούστα, που ζει μια ζωή πολυτελή αλλά μονότονη, περιμένοντας τον άντρα της να γυρίσει από τις επιδρομές του. Ο Σανούτος, που είναι ένας φιλήδονος και μηδενιστής γόης, την αποπλανά, και κάποια στιγμή απάγει την Αυγούστα στη Βενετία. Ένα πάθος ξεκινάει ανάμεσα στον Σανούτο και την Αυγούστα, η οποία όμως στη συνέχεια μη αντέχοντας τη φιληδονία της, δραπετεύει για να κλειστεί σε μοναστήρι, στην Πάτμο. Ο Μούχρας προσπαθεί να βρει και να εκδικηθεί τον Σανούτο, αλλά δεν τα καταφέρνει. Στο τέλος η Αυγούστα πηγαίνει στη ναυαρχίδα του Σανούτου, αλλά δεν τον βρίσκει εκεί. Ο Μαύρος, ένας βοηθός του, με μια αναπάντεχη και αυθαίρετη εντολή του Σανούτου, πυρπολεί τα πλοία του καίγοντας ταυτόχρονα και την Αυγούστα.

Οι Έμποροι των Εθνών

Α΄Εκδρομή

Εν έτει σωτηρίω 1199 ουδείς καθ΄όλον το Αιγαίον πέλαγος είχεν ωραιοτέραν σύζυγον της του Ιωάννου Μούχρα, πλουσίου ευπατρίδου, κατοικουντος εν Νάξω. Αλλά τούτο δεν εκώλυεν αυτόν του να εκτελή παραβόλους εκδρομάς κατά των Γενουατών πειρατών, των ενοχλούντων αδιαλείπτως τους Βενετούς επιδρομείς και τους φιλησύχους νησιώτας.

Ο Ιωάννης Μούχρας κατώκει κατά την άκραν του Νεοχωρίου επί τινός λόφου παρά την θάλασσαν. Η οικία του μεγάλη και ευπρεπής ήτο ωχυρωμένη με τρεις πύργους και υψηλόν τείχος. Ενομίζετο δε ως άσυλον εν τω τόπω. Ο Ιωάννης Μούχρας είχε λάβει εκ προγόνων προνόμια παρά των Βενετών, άτινα εφύλαττε και διεξεδίκει επιμόνως. Αυτοί οι Γενουάται πειραταί εσέβοντο παραδόξως την οικίαν του. Αλλ΄εκείνος μη ευρίσκων αυτούς εν τη οικία των, ίνα τους σεβαστή, εξεστράτευσε κατ΄αυτών επί κεφαλής των τολμηροτάτων εκ των νησιωτών.

Άλλως τε δε, ήτο φιλόξενος και ευπροσήγορος προς πάντας. Η σύζυγος του, ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας. Άρχουσα δωδεκάδος θεραπαινίδων, διεύθυνε φρονίμως τα του οίκου. Ουδαμού ηκούσθη ποτέ ότι εκ της οικίας του Ιωάννου Μούχρα απεπέμφθη πτωχός με κανάς τας χείρας ή απεβλήθη ξένος ζητών φιλοξενίαν. Πάντες οι υπηρέται εμιμούντο τους κυρίους των και ήσαν λίαν φιλόφρονες εις τους ξένους. Αι αποθήκαι της οικίας έγεμον σίτου και εδωδίμων, οι σταύλοι χόρτου και κριθής. Ο Θεός εφαίνετο, ότι είχεν ανοιχτήν την χείρα επί του οίκου τούτου, ο δε ιδιοκτήτης εδέχετο την ευλογίαν ταύτην με ασκεπή την κεφαλήν. Ήτο ως βιβλικός πατριάρχης έχων εκτεταμένους τους κόλπους προς τας ανθρωπίνας ψυχάς, τας κειμένας παρά τους πόδας του. Μία μόνη σκιά υπήρχεν επί της εικόνος ταύτης, εστερείτο τέκνων και τούτο έφερεν αυτόν εις απόγνωσιν.

Άπαξ της εβδομάδος ο Ιωάννης Μούχρας απήρχετο νύκτωρ εκ της οικίας και επανήρχετο μετά εικοσιτέσσαρας ή τριάκοντα εξ ώρας άυπνος και κεκμηκώς. Η οικοδέσποινα συείθισε να τον προπέμπη ατάραχος αφ΄εσπέρας και να τον περιμένη την πρωίαν ήσυχος. Απέμαθε δε το να γογγύζη ή να μεμψιμοιρή κατ΄αυτού, καθώς έπραττε τους πρώτους μετά τον γάμον μήνας. Πού μετέβαινε;

Τα πέριξ νησύδρια ήσαν πολλάκις, και μάλιστα εν καιρώ τρικυμίας, καταφύγιον των πειρατών. Ο Μούχρας επέβαινε επί της γαλέρας του και τους κατεδίωκεν. ήτο δε η γαλέρα αυτή μεγάλη και οχυρά. Την είχεν αγοράσει σντί του ημίσεος της τιμής της παρ΄Ενετού τινός τυχοδιώκτου δυστυχήσαντος, όστις άμα καθελκύσας αυτήν εχρεωκόπησε τον δεύτερον από της αποδημίας του μήνα. Οι ναύται του εστασίασαν κατ΄αυτού, διότι ήσαν επί τρεις μέρες άσιτοι. Ο Βενετός τους προέτρεπε να επιτεθώσι κατά των Γενουαίων και των νησιωτών και να λάβωσι παρ΄αυτών τροφάς. Αλλ΄άνθρωποι, από τριών ημερών αριστήσαντες, δεν είχον όρεξιν να επιτεθώσι κατ΄άλλων αφθόνως δειπνησάντων, και το μόνον όπερ ηδυνήθησαν να πράξωσιν ήτο να ρίψωσι τον Βενετόν εις την θάλασσαν. Ούτος εσώθη κολυμβών και μεταβάς εις το πρώτον λιμένα, όπου ήξευρεν ότι η γαλέρα έμελλε να προσαρμοσθή, την επώλησεν εις τινά ανταποκριτήν του Μούχρα, όστις είχε λάβει από πολλού εντολήν ν΄αγοράσει δι΄αυτόν εν πλοίον.

Τις ηδύνατο να προΐδη προ ένδεκα μηνών, ότε εναυπηγήθη εν τοις ναυστάθμοις του Αγίου Μάρκου, ότι το ωραίον τούτο σκάφος έμελλε να περιέλθη εις τας χείρας του προεστού της Νάξου; Και όμως ο Ιωάννης ηδύνατο να καυχηθή ότι η σχέσις αυτή δεν ήτο η μόνη, ην προς την Βενετίαν ποτέ συνέδεσεν. Πολλοί ανδρείοι και τολμηροί της Πολιτείας ιππόται είχον λάβει παρ΄ αυτού ξενίαν, και ήσαν πρόθυμοι να τω την αποδώσωσι πότε, αν παρεπέμπετο να δικασθή ενώπιον το κραταιοτάτου συμβουλίου των Δέκα. Εν τούτοις η ωραία Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, αν και εγεννήθη εν Νάξω, ήτο κατά το ήμισυ Βενετή την καταγωγή. Ηγάπα τον σύζυγον της και έτρεφε βαθείαν στοργήν προς την ωραίαν νήσον, εν η είδε το φως. Ήτο ου μόνον προς τους ξένους ευπροσήγορος και ευεργετική προς τους φτωχούς, αλλ΄ευσεβής περί τα θεία, και η μήτηρ Φηλικίτη, ηγουμένη του Αγίου Κοσμά, μετά των πατέρων Μάρθωνος και Βικεντίου, διενέμοντο προς αλλήλους τα προϊόντα της ευσεβείας της. Το αίτιον, δι΄ό ο Μούχρας κατεδίωκεν επιμόνως τους πειρατάς, ήτο, ότι είχε λάβει παρά της Βενετίας ειδικόν προνόμιον. Ο δε σκοπός του ήτο να τύχη, ως τω είχον υποσχεθή, διπλώματος ναυάρχου και ευπατρίδου της Βενετίας.

Εσπέραν τινά, περί τα μέσα Μαρτίου, έσπευσε κατά το σύνηθες να επιβή της γαλέρας. Το πλήρωμα γινώσκον την συνήθη ώραν ήτο επί του πλοίου εγρηγορός. Η δε λέμβος μετά δύο ερετών τον επερίμενε παρά την προκυμαίαν.

-Εδώ είσαι, Μηνά; έκραξεν ο Ιωάννης Μούχρας πλησιάζων.

-Εδώ είμεθα αρχηγέ, απάντησεν ο έτερος των ερετών. Και εισήλθε εις την λέμβον ο Μούχρας. Οι ερεταί εκάθισαν επί των ζυγών και εκωπηλάτουν.

-Δε μας δείχνουν μέτωπον, αρχηγέ, αυτοί οι ανδρείοι, είπεν ο Μηνάς, όστις ελάμβανε θάρρος εκ της προς αυτόν ευνοίας του κυρίου του. Είναι τώρα πέντε μήνες, όπου κάμνομεν κάθε εβδομάδα τον συνήθη γύρον μας. Αλλ΄ούτε Γενοβέζος εφάνη, ούτε Βαρβαρέζος.

-Απόψε κάτι μου λέγει ότι θα έχομεν εργασίαν, είπεν ο δεύτερος ερέτης. -Πόθεν συμπεραίνεις τούτο, γερο-Πειράχτη, ηρώτησεν ο αρχηγός.

-Το μάτι μου το αριστερό πηδά, αρχηγέ, και το χέρι το δεξιό με τρώγει.

-Τι θα κάμωμεν! Ό,τι του τύχη του ανθρώπου, το τραβά, είπεν ο Μηνάς, όστις ήτο εικοσαετής και εφιλοσόφει προώρως.

-Επεθύμουν να ακούσω άλλο τι από το στόμα σου Μηνά,είπεν ο Μούχρας. Τώρα σύ ωμίλησες ως γέρων.

-Αρχηγέ, μην αμφιβάλλης διά το θάρρος μου, Εις το έργον θα το δείξω. Όσοι λέγουν λόγους, εις τα πράγματα είναι ψόφιοι και οι λόγοι των είναι στρογγυλοί ως μηδενικόν.

Εν τούτοις έφτασαν ήδη εις την γαλέραν. Ο Μούχρας με ελαφρότητα νεανικήν επήδησεν εις το κατάστρωμα. Η λέμβος ανειλκύσθη επί τας πλευράς. Ανέσπασαν την άγκυραν και απέπλευσαν.

Προσήγγιζε το μεσονύκτιον και το απόγειον ήρχισε να πνέη εκ της ξηράς. Ο δόλων εξογκώθη μετρίως και το πλοίον εκινείτο επαισθητώς. Μετά δύο ωρών πλούν έφθασαν εις τα νησύδρια Μάκαρας. Η σελήνη είχεν ανατείλει και έφεγγεν ωχρώς την θάλασσαν και τους γυμνούς βράχους. ότε έκαμψαν το πρώτον νησύδριον, ο Μηνάς παρηγγέλθη παρά του πρωρέως να ξυπνήση τον αρχηγόν, όστις μόλις είχεν αποκοιμηθεί.

-Τι τρέχει Μηνά; ε’ιπεν αυτός.

-Αρχηγέ, φαίνεται εν πλοίον αραγμένον εις τον μέγαν Μάκαρα. Ούτως ωνομάζετο η μεγίστη των νησίδων. Ο Μούχρας ανεπήδησεν ευθύς.

-Πού είναι, Μηνά; ηρώτησεν ανοίγων τους οφθαλμούς.

-Ιδού αυτό, αρχηγέ.

Και έδειξε την πρύμνην σκάφους προσωρμισμένου παρά την ακτήν.

Ο Μούχρας εστάθη επί τινάς στιγμάς παρατηρών προσεκτικώς.

-Κάμετε το σημείον, είπε στραφείς προς τον πρωρέα.

Ηκούσθη τι, ως λυγμός, συρίζον διά του αέρος.

……………………………………………………………………………..

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη. Έγραψε κυρίως  διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Βίος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.

Αυτά μας πληροφορεί ο ίδιος ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα. Το σημείωμα αυτό όμως αναφέρεται μόνο σε ημερομηνίες και σε γεγονότα – σταθμούς για τον ίδιο. Κρίνεται λοιπόν αναγκαία μια λεπτομερής αναφορά στη ζωή του μεγάλου αυτού διηγηματογράφου.

Η οικογένεια του Παπαδιαμάντη είχε βγάλει πολλούς παπάδες. Παπάς ήταν και ο πατέρας του. Τότε οι παπάδες θεωρούνταν – και ήταν – από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους. Η παράδοση λοιπόν της οικογένειας του και η θέση του πατέρα του, του άνοιγαν πολλούς δρόμους μόρφωσης και ανάδειξης. Και πραγματικά ο Παπαδιαμάντης ήταν άριστος μαθητής. μόνο στα μαθηματικά δεν είχε καλή επίδοση.

Το θρησκευτικό περιβάλλον της οικογένειας του, και ιδιαίτερα του σπιτιού του τον επηρέασε βαθύτατα. Γιαυτό όταν πήγε στο Άγιο Όρος σκεφτόταν να γίνει καλόγερος. Τελικά όμως δεν το αποφάσισε. Έτσι επέστρεψε στην Σκιάθο., για να αποφασίσει τελικά να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Από δω και πέρα η ζωή του μοιραζόταν ανάμεσα στη Σκιάθο και την Αθήνα.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην Αθήνα

Όταν ήρθε στην πρωτεύουσα, άρχισε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία, ενώ παράλληλα γράφτηκε και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Η οικονομική του κατάσταση όμως ήταν άθλια. Ποτέ δεν σκεφτόταν τον εαυτό του ή την εμφάνιση του. Όσοι τον έβλεπαν τον λυπούνταν.

Αυτός αδιάφορος για όσα γίνονταν γύρω του, έβρισκε ψυχική διέξοδο σε μακρινούς, ατελείωτους περιπάτους. ήταν ένας αθεράπευτος φυσιολάτρης. Πολλούς φίλους δεν είχε, ενώ η ζωή του ήταν μοναχική. Ποτέ του όμως δεν ζήλεψε την αριστοκρατική ζωή των πρωτευουσιάνων.

Ωστόσο η οικτρή οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεψε να πάρει το δίπλωμα του. Σε αυτό φταίει και ο ίδιος, γιατί όταν είχε χρήματα, τα σπαταλούσε ασυλλόγιστα. Αρκετές φορές μάλιστα δεν είχε ούτε κρεβάτι να κοιμηθεί. Είχε όμως τα όπλα του: ένα μπαούλο με βιβλία και ένα κερί. όταν δεν διάβαζε, έγραφε και όταν δεν έγραφε, διάβαζε.

Όποτε βαριόταν το περιβάλλον και τη μιζέρια της πρωτεύουσας, πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την αγαπημένη του Σκιάθο. Εκεί καθόταν για λίγο καιρό, έγραφε, ξεκουραζόταν κι επέστρεφε πάλι στην Αθήνα. Ανανεωμένος πλέον, ριχνόταν ξανά στη δημοσιογραφία, καθώς και σε μεταφράσεις διαφόρων έργων.

Τα τελευταία χρόνια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο καιρός όμως περνούσε. Και αυτό φαινόταν καθαρά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Είχε καταβληθεί από την εντατική δουλειά, από τ ξενύχτι και το ποτό. Τώρα δε μπορούσε να δουλέψει όπως πριν. Έτσι μειώθηκαν τα έσοδα του, σε σημείο μάλιστα που να μην μπορεί να συντηρηθεί.

Δυο ταξίδια που έκανε στη Σκιάθο με την ελπίδα να ξαναβρεί τις δυνάμεις και την υγεία του, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί αναγκαζόταν να επιστέψει στην Αθήνα και να δουλέψει. Στην επιστροφή ήταν λιγότερο εξαντλημένος αλλά περισσότερο δύσθυμος.

Τελικά υποχρεώθηκε να αλλάξει σπίτι για να σώσει την υγεία του. Διάφορα αλλεπάλληλα χτυπήματα όμως του πίκραναν πολύ τη ζωή και τον έκαναν περισσότερο μελαγχολικό και κλεισμένο στον εαυτό του. Συγκεκριμένα πέθανε ο αδελφός του, που ζούσε στο Βόλο και ύστερα οι γονείς του. Ενώ οι δύο αδελφές του έμειναν μόνες τους στο νησί.

Ωστόσο, παρ΄όλη τη φτώχεια και την αρρώστια του., ο Παπαδιαμάντης ούτε ζητούσε ούτε δεχόταν βοήθεια από κανέναν. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να επιστρέψει στο νησί του. Και όταν η επιθυμία του αυτή πραγματοποιήθηκε, κατάφερε να ξαναβρεί τις δυνάμεις του, παρ΄όλο που ζούσε με τις αδελφές του στερούμενος πολλά πράγματα.

Τώρα το μοναδικό του όνειρο ήταν να επιστρέψει στην Αθήνα για να αρχίσει την έκδοση των έργων του. Το όνειρο του όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το Δεκέμβριο του 1910 έπεσε στο κρεβάτι από γρίπη, που τελικά εξελίχθηκε σε βρογχοπνευμονία. Εξαντλημένος καθώς ήταν και από την αρτηριοσκλήρωση δεν κατάφερε να αντέξει. Έτσι στις 3 Ιανουαρίου του 1911 άφησε την τελευταία του πνοή ψάλλοντας.