Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Προμηθεύς Δεσμώτης

Η τραγωδία «Προμηθεύς Δεσμώτης» είναι μέρος μιας Τριλογίας (Προμηθεύς Δεσμώτης, Προμηθεύς λυόμενος, Προμηθεύς πυρφόρος) του Αισχύλου που σχετίζεται με το μύθο του τιτάνα Προμηθέα. Τα δύο άλλα μέρη της Τριλογίας δεν μας έχουν σωθεί.

Προμηθεύς Δεσμώτης

Ο Προμηθέας ήταν ένας τιτάνας ο οποίος έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους ούτως ώστε να βελτιώσει το επίπεδο ζωής του. Για αυτήν την «κλοπή» ο Δίας τον τιμώρησε δένοντας τον στον Καύκασο και υποβάλλοντας τον στο μαρτύριο να πηγαίνει κάθε μέρα ένας αητός και να του τρώει το συκώτι, το οποίο κάθε βράδυ αναγεννιόταν. Όλα αυτά μέχρι να τον ελευθερώσει ο Ηρακλής.

Από όσα προοικονομούνται στο έργο που μας σώζεται και από λεπτομέρειες του σχετικού μύθου ο τιτάνας ήταν μια φιλάνθρωπη θεότητα, που στο έργο αυτό τιμωρείται από το Δία στον Καύκασο, όπου τον επισκέπτονται οι συγγενείς του και η πολυβασανισμένη Ιώ κατά την ατελείωτη περιπλάνηση της. Στον Προμηθέα Λυόμενο προφανώς εξιστορείται η απελευθέρωση του τιτάνα από τον Ηρακλή και στο Προμηθέα πυρφόρο μάλλον το θέμα αφορούσε στον εορτασμό με τον οποίο ο Αθηναϊκός λαός υποδεχόταν τον απελευθερωμένο Προμηθέα με λαμπαδηφορία.

Σε αυτό το έργο βλέπουμε μια φάση της αντιδικίας των θεών με τον Προμηθέα. Στο έργο λειτουργεί η «τερατεία», δηλαδή ο σκηνικός εντυπωσιασμός με την παρέλαση θεοτήτων και μιας μεταμορφωμένης ανθρώπινης μορφής. Μέσα σε όλα αυτά κυριαρχούν δύο θέματα: η ανιδιοτελής δραστηριότητα του τιτάνα να ευεργετήσει τους ανθρώπους που πληρώνεται με τα προσωπικά του δεινά και η επιστράτευση του Δία σκληρών μέσων για στερέωση μιας πρόσφατης, πραξικοπηματικά κερδισμένης, εξουσίας Ο Προμηθεύς Δεσμώτης συγκινεί με όσα ανάξια πάσχει.

Προμηθεύς Δεσμώτης

ΕΡΜΗΣ: Σε σένα το σοφό που μίλησες πολύ χολωμένα, που αμάρτησες απέναντι στους θεούς παρέχοντας τιμές στους εφήμερους, τον κλέφτη της φωτιάς μιλάω. Ο πατέρας σε προστάζει να φανερώσεις για ποιους γάμους κομπορημονείς, από τους οποίους εκείνος θα χάσει το θρόνο του, και αυτά όμως να τα αποκαλύψεις χωρίς αινίγματα, αλλά να τα λες το καθένα χωριστά, και μη με βάλεις Προμηθέα σε διπλό κόπο. Βλέπεις βέβαια ότι με κάτι τέτοια δεν εξευμενίζεται ο Δίας.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Μεγαλόστομα και γεμάτα έπαρση είναι τα λόγια σου, όπως ταιριάζει σε υπηρέτη θεών. Νέοι είστε και έχετε νέα εξουσία, και νομίζετε βέβαια ότι κατοικείτε σε παλάτια που δεν τα φτάνει ο πόνος. Δεν είδα εγώ να απ’ αυτά να διώχνονται με το χειρότερο τρόπο και πολύ γρήγορα, αυτόν που τώρα κυβερνά. Μήπως δίνω την εντύπωση σ εσένα πως τρέμω και ζαρώνω από φόβο μπροστά στους νέους θεούς; πολύ απέχω από κάτι τέτοιο. και εσύ όμως βιάσου να πάρεις πίσω το δρόμο που ήρθες. Γιατί δε θα μάθεις τίποτα από όσα με ρωτάς.

……………………………………………………………………………………

ΕΡΜΗΣ: Τόλμησε, ανόητε, τόλμησε επιτέλους να σκεφτείς σωστά, μπροστά στις τωρινές σου συμφορές.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Με ενοχλείς μάταια σα να μιλάς στο κύμα. Και ας μη σου περάσει ποτέ από το μυαλό, πως τάχα εγώ, από φόβο για την απόφαση του Δία, θα αποχτήσω σκέψη και συμπεριφορά γυναικεία και θα εκλιπαρήσω αυτόν που μισώ τόσο πολύ, με χέρια ικετευτικά στραμμένα προς τα πάνω, όπως κάνουν οι γυναίκες, για να με απαλλάξει από αυτά τα δεσμά. Κάθε άλλο μάλιστα.

……………………………………………………………………………………..

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Τα Νεκυομαντεία

Τα Νεκυομαντεία είναι τα πιο γοητευτικά από τα ελληνικά μαντεία, αλλά και τα πιο απόμακρα. Πράγμα ασυνήθιστο για τα ελληνικά μαντεία, δεν χρηματοδοτούνταν τακτικά ούτε ελέγχονταν από παρακείμενες πόλεις, ούτε υποστηρίζονταν από προσοδοφόρα ιερά. Ενώ το μαντείο των Δελφών μας έχει αφήσει πολλές επιγραφές, από τις οποίες μπορεί να ανασυσταθεί η ιστορία του, είναι αξιοσημείωτο ότι ούτε μια επιγραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε νεκυομαντείο. Αυτό σημαίνει ότι οι ακριβείς θέσεις τους είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με βεβαιότητα. Συνεπώς εξαρτιόμαστε για την κατανόηση των μαντείων αυτών κυρίως από το πιο ευφάνταστο είδος λογοτεχνίας: την επική και την τραγική ποίηση, που πλάθονται παράλληλα με την πορεία του μύθου μέσα στους αιώνες, και την πεζογραφία, που εμποτίζεται συχνά από τα εκφραστικά μέσα της λαϊκής αφήγησης.

Τα Νεκυομαντεία
Ο Αχέροντας

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν διάφορους όρους για τα νεκυομαντεία. Εκτός από τον όρο νεκυομαντείον, τα μαντεία ήταν επίσης γνωστά και ως ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκτώρια. Οι λεπτές διαφορές των όρων αυτών διακρίνονται από τις ετυμολογίες τους, αλλά χρησιμοποιούνταν ως συνώνυμα.

Τα Νεκυομαντεία στον ελληνικό κόσμο

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πόσα νεκυομαντεία υπήρχαν στον ελληνικό κόσμο. Κάθε πόλη είχε τη δική της είσοδο στον Κάτω Κόσμο, που βρισκόταν σε μια παρακείμενη σπηλιά ή λίμνη και ήταν πιθανό ότι κάποια από αυτές θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί ως νεκυομαντείο στο πέρασμα του χρόνου. Παρ’ όλ’ αυτά οι τέσσερις προαναφερθέντες όροι φαίνεται ότι είχαν χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένα για τέσσερις τοποθεσίες: τον Αχέροντα στη Θεσπρωτία, τη λίμνη Άορνο στην Καμπανία, την Ηράκλεια Ποντική στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας και στο Ταίναρο στην άκρη της Μάνης στην Πελοπόννησο. Σε αυτές λοιπόν τις τοποθεσίες πρέπει να βασιστούν οι ιστορικοί και αρχαιολόγοι για την κατανόηση του φαινομένου. Τα νεκυομαντεία της Ηράκλειας και του Ταίναρου πρέπει να έχουν βασιστεί σε σπήλαια που τροποποιήθηκαν με χρήση εργαλείων ή τοιχοποιία, ενώ τα νεκυομαντεία του Αχέροντα και της λίμνης Άορνο βασίστηκαν, πιθανόν, σε απλούς περιβόλους, δίπλα σε λίμνες.

Η ίδρυση του σπηλαιομαντείου της Ηράκλειας ακολούθησε τη θεμελίωση της πόλης των Μεγαρέων, το περίπου το 560π.Χ., στην οποία θεωρείται ότι έδωσε το όνομα της. Λέγεται ότι ο Ηρακλής είχε σύρει τον Κέρβερο από την τρύπα όπου βρισκόταν και τότε το θηρίο, τρομαγμένο από το φως της ημέρας, με το οποίο δεν ήταν εξοικειωμένο, έκανε εμετό πάνω σε ένα αβλαβές φυτό και το μετέτρεψε σε θανατηφόρο ακόνιτο, για το οποίο ήταν φημισμένη η περιοχή.

Μόνο μια υποθετική ιστορική μαρτυρία περί του μαντείου αυτού έχει καταγραφεί και βρίσκεται στο γενικότερο πλαίσιο της τραγικής ιστορίας του Σπαρτιάτη Παυσανία, όπως την αναφέρει ο Πλούταρχος, που εκτυλίχθηκε περίπου το 479-7π.Χ. Ο νικητής των Περσών εισβολέων στις Πλαταιές άρχισε να φέρεται τυραννικά από τότε που οδηγώντας τον ελληνικό στόλο στο Βυζάντιο -πλούσια σε εφόδια και ισχυρότατη περσική βάση- κατέλαβε εύκολα την απροετοίμαστη πόλη. Αποφάσισε να βιάσει μια παρθένα της περιοχής, την Κλεονίκη, αλλά στην πορεία την σκότωσε τυχαία. Το φάντασμα της τον κατεδίωκε στα όνειρα του. «Επειδή το φάντασμα της Κλεονίκης δεν τον άφηνε ήσυχο, ο Παυσανίας έπλευσε στο ψυχοπομπείο στην Ηράκλεια, όπου έκανε εξευμενιστικές θυσίες και σπονδές. Είδε ένα όραμα που του έλεγε ότι θα απαλλασσόταν από τα βάσανά του όσο βρισκόταν στη Σπάρτη. Με την άφιξη του εκεί πέθανε.»

Τα φαντάσματα βαρύνουν πολύ στην παράδοση που σχετίζεται με τον Παυσανία, που ήταν να γίνει και εκείνος φάντασμα, όταν οι Σπαρτιάτες σύντροφοι του τον έχτισαν στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Δυστυχώς, η ιστορία της Κλεονίκης, ιστορική ή όχι, δε μας δίνει ουσιαστικά στοιχεία για τη τελετουργικό πληροφόρησης στο μαντείο. Παρ’ όλ’ αυτά άλλες λογοτεχνικές αναφορές ταυτίζουν το μαντείο με μια σκαμμένη εν μέρει σπηλιά πάνω από τον ποταμό Αχέροντα στη χερσόνησο της Ηράκλειας, που τώρα λέγεται Μπαμπά Μπουρνού. Εκεί πρέπει να κατεβεί κάποιος μια περιστροφική σκάλα που οδηγεί σε μια σχεδόν τετράγωνη κύρια αίθουσα, 45 επί 20 μέτρα, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είναι πλημμυρισμένο. Κολόνες από λειασμένο βράχο στηρίζουν την οροφή.

Η ύπαρξη του νεκυομαντείου του Αχέροντα στη Θεσπρωτία συμπεραίνεται από το ενδέκατο βιβλίο της Οδύσσειας του Ομήρου, Νέκυια, στο οποίο ο Οδυσσέας έρχεται στον Αχέροντα για να συμβουλευτεί το φάντασμα του Τειρεσία. Όπως και με την Ηράκλεια, μόνο μία υποτιθέμενη ιστορική αναφορά παροχής συμβουλών ταυτίζεται με τον Αχέροντα. Αυτή είναι η μνημονευόμενη από τον Ηρόδοτο ιστορία του Περίανδρου, του τυράννου της Κορίνθου κατά το 7ο αιώνα π.Χ., και της συζύγου του Μέλισσας. Την είχε σκοτώσει τυχαία και εκείνη είχε πάρει στον τάφο το μυστικό κάποιου θαμμένου θησαυρού. «Έστειλε σε αυτήν, τη Θεσπρωτία, στον Αχέροντα ποταμό, στο νεκυομαντείο, απεσταλμένους για το ζήτημα της περιουσίας ενός φιλοξενούμενου. Η Μέλισσα εμφανίστηκε και είπε ότι ούτε θα υποδείκνυε ούτε θα έλεγε που βρισκόταν ο θησαυρός, γιατί ήταν κρύα και γυμνή. Τα ρούχα με τα οποία θάφτηκε της ήταν άχρηστα γιατί δεν είχαν καεί. Η μαρτυρία για την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών ήταν το γεγονός ότι ο Περίανδρος είχε ρίξει τα καρβέλια του σε έναν κρύο φούρνο. Το σημάδι ήταν απόδειξη: είχε έρθει σε ερωτική επαφή με το πτώμα της Μέλισσας». Ο Περίανδρος μετά ξεγύμνωσε δημοσίως τις καλές κυρίες της Κορίνθου και θυσίασε τα ρούχα τους στη Μέλισσα, οπότε του εκμυστηρεύτηκε που είχε θάψει το θησαυρό. Όμως, η αφήγηση αυτή είναι εμπλουτισμένη σε μεγάλο βαθμό με πολλά μυθικά στοιχεία. Παρόμοια θέματα συναντώνται, στις παραδόσεις για το βασιλιά Ηρώδη και τη σύζυγό του Μαριάμ, της οποίας το σώμα συντηρούσε σε μέλι, συνεχίζοντας να κάνει έρωτα με αυτό. Το απογοητευτικό είναι ότι δε μας λέει τίποτα για το μηχανισμό συμβουλευτικής στον Αχέροντα.

Ο Κάτω Κόσμος του Δάκαρη

Η ιστορία του νεκυομαντείου του Αχέροντα συνδέεται με τον αρχαιολόγο Σωτήριο Δάκαρη, ο οποίος πίστευε ότι βρήκε την τοποθεσία στα ελληνιστικά ερείπια κάτω από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Μεσοπόταμο, που δεσπόζει στη συμβολή των ποταμών Αχέροντα και Κωκυτού. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της τοποθεσίας εκεί είναι μια περίπλοκη, υπόγεια, τοξωτή «κρύπτη» -ο ίδιος «ο Κάτω Κόσμος»- όπως πίστευε. Πάνω από αυτή υπάρχει μια τετράγωνη κατασκευή με τοίχους πάνω από 3μ πάχος. Εδώ οι προσφεύγοντες συναντούσαν φαντάσματα ή δυνάμεις του Κάτω Κόσμου που είχαν τη μορφή κουκλών, που τις κουνούσαν με βαρούλκα οι ιερείς από μυστικές κοιλότητες, οι οποίες υπήρχαν μέσα στους τοίχους. Η αίσθηση επαφής με φαντάσματα ενισχυόταν περαιτέρω από την κατανάλωση υποτιθέμενων παραισθησιογόνων λούπινων και φασολιών, τα απανθρακωμένα απομεινάρια των οποίων βρέθηκαν στο οικοδόμημα. Το 1981 ένας Γερμανός λόγιος απέδειξε ότι οι μηχανισμοί αναστολέα που υποθετικά ανήκαν στα βαρούλκα του Δάκαρη, ανήκαν μάλλον σε καταπέλτες στρέψεως. Κατέστη σαφές ότι η τετράγωνη κατασκευή ήταν ένα αμυντικό καταφύγιο και η κρύπτη του απλώς ένα κελάρι. Το κτίριο αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν ένα νεκυομαντείο αλλά μια οχυρωμένη αγροικία κοινού ελληνιστικού τύπου. Εγκαταλείπουμε, λοιπόν, τη συναρπαστική υπόθεση του Δάκαρη. Ωστόσο, πρέπει να του είμαστε ευγνώμονες για την πρόκληση του ενδιαφέροντος για τα νεκυομαντεία.

Κατά τη γνώμη του Δάκαρη το νεκυομαντείο του Αχέροντα συνδεόταν αναπόσπαστα με κάποιο είδος σπηλιάς, μολονότι ήταν κατασκευασμένη, όπως στην περίπτωση της Ηράκλειας. Επί πλέον, η διαδικασία παροχής συμβουλών ήταν μια περίτεχνα θεατρική υπόθεση και, τουλάχιστον, ως ένα βαθμό, στηριζόταν στην εξαπάτηση των ατόμων που προσέφευγαν στο μαντείο από δόλιους ιερείς. Με την απώλεια της τοποθεσίας χάνουμε, όμως, και όλες αυτές τις υποθέσεις.

Τα Νεκυομαντεία στον Όμηρο και τον Αισχύλο

Στις φιλολογικές πηγές δεν γίνεται καμιά αναφορά σε σπηλιά. Μάλλον το μαντείο τοποθετούνταν στην περιοχή μιας λίμνης. Ο ομηρικός Οδυσσέας πραγματοποιεί την τελετουργία του δίπλα στο ποτάμι, ίσως στο βράχο που βρισκόταν στη συμβολή των ποταμών.

Στην τραγωδία του Αισχύλου Ψυχαγωγοί ξαναγράφτηκε η ιστορία της Νέκυιας. Εδώ οι ψυχαγωγοί συμβουλεύουν τον Οδυσσέα: «Έλα τώρα, ξένε, στάσου στο χλοερό ιερό περίβολο της φοβερής λίμνης. Κόψε το λαρύγγι του σφαγίου και άφησε το αίμα του να κυλήσει μέσα στα ζοφερά βάθη των καλαμιών, για να το πιουν οι νεκροί. Κάλεσε την πανάρχαια γη και τον χθόνιο Ερμή, το συνοδό των νεκρών, και ζήτα από το χθόνιο Δία να ανεβάσει το πλήθος των νυκτοβατών από την εκβολή του ποταμού, έξω από την κοίτη του οποίου κυλά μελαγχολικά το ακατάλληλο για καθαρμό νερό που ανεβαίνει από τις πηγές της Στύγας». Στην πραγματικότητα ο Οδυσσέας στέκεται σε ένα σημείο δίπλα στη λίμνη και χύνει το αίμα από το λαιμό του θυσιαστικού προβάτου κατ’ ευθείαν μέσα στη λίμνη, από την οποία θα αναδυθούν τα φαντάσματα.

Ο Όμηρος και ο Αισχύλος μας δίνουν κάποιες ενδείξεις του χθόνιου τελετουργικού που ακολουθούσε κάποιος πριν πάρει τις συμβουλές από τους νεκρούς.

Τα φαντάσματα σε νεκυομαντείο

Πώς γινόταν η συνάντηση με τα φαντάσματα στο νεκυομαντείο; Μόνο ο Κράντωρ από τους Σόλους (Κύπρος) μας βοηθάει σε αυτό το ερώτημα, με την παραβολή του για τον Ελύσιο της Τερίνας (νότια Ιταλία). Ο Ελύσιος υποπτευόταν ότι ο νεκρός γιος του, ο Εύθινος, είχε δολοφονηθεί. Επειδή δεν μπορούσε να βρει άκρη πήγε σε κάποιο ψυχομαντείο. Έκανε τις συνηθισμένες προκαταρκτικές θυσίες, πήγε για ύπνο και είδε το ακόλουθο όραμα. Ο ίδιος ο πατέρας του φαινόταν να στέκεται δίπλα του. Του είπαν του Ελύσιου ότι η μοίρα είχε πάρει τον Εύθινο από αυτόν για το καλό όλων. Υποτίθεται ότι θα γινόταν κακός αν συνέχιζε αν ζει. Αν ο Κράντωρ είχε κάποιο συγκεκριμένο νεκυομαντείο κατά νου όταν έγραφε, πιθανόν, να ήταν το Άορνο, με δεδομένο το ιταλικό πλαίσιο. Αλλά το σημαντικό στοιχείο εδώ είναι ο υπαινιγμός ότι κάποιος συμβουλευόταν το νεκυομαντείο μετά από κάποια προετοιμασία, δηλαδή πηγαίνοντας για ύπνο και συναντώντας τα φαντάσματα σε όνειρα. Οι αυθόρμητες επισκέψεις από φαντάσματα γίνονταν συνήθως στα όνειρα, όπως στην περίπτωση του Παυσανία και της Κλεονίκης. Ο Ύπνος και ο Θάνατος ήταν αδέλφια: «Η νύχτα γέννησε τη μισητή Καταδίκη και τη Μαύρη Μοίρα και το Θάνατο, και γέννησε τον Ύπνο και τη φυλή των Ονείρων» (Θεογονία,Ησίοδος).

Πολυάριθμα αγγεία απεικονίζουν την περίφημη σκηνή της Ιλιάδας κατά την οποία το ζεύγος των Ύπνων μεταφέρει το νεκρό Σαρπηδόνα από το πεδίο της μάχης: παρουσιάζονται σαν ταυτόσημοι δίδυμοι. Και έτσι ήταν, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι κατά τον ύπνο κάποιος πλησίαζε την κατάσταση του θανάτου και έμπαινε σε μια κατάσταση κατά την οποία μπορούσε εύκολα να επικοινωνήσει με τους νεκρούς.

Πηγή: http://www.enet.gr