Αθήνη (19ος αιώνας)

Η Αθήνα ονομάζεται σήμερα Αθήνη και δεν παύει να είναι σημαντική τόσο στην έκταση της όσο και στον αριθμό των κατοίκων της. Σε αυτήν απολαμβάνει κανείς την ευχάριστη θερμοκρασία τα και το γαλήνιο ουρανό της. Ο αέρας της είναι καθαρός και υγιεινός, αν και λιγότερο γλυκός και ευχάριστος από της Ιωνίας.

Αθήνη
Δυτική άποψη της Ακρόπολης από τα Προπύλαια
Έγχρωμη χαλκογραφία

Η πόλη απλώνεται κάτω από την Ακρόπολη, χωρίς να περιλαμβάνει, όπως άλλοτε, το βράχο. Αντίθετα, επεκτείνεται προς την πεδιάδα, κυρίως δυτικά και βορειοδυτικά. Καθώς συνεχώς τη λεηλατούσαν οι πειρατές, επιχείρησαν να προστατεύσουν τις διόδους από κάθε εχθρική επίθεση. Το 1676 έκλειναν τακτικά τις πόρτες μετά τη δύση του ηλίου. Η πόλη παραμένει και πάλι ανοιχτή σήμερα, μολονότι υπάρχουν πολλές πύλες και η τούρκικη φρουρά αρέσκεται σε μεταμεσονύχτιες περιπολίες. Είναι πιθανόν κάποιοι όγκοι από τούβλα, που απλώνονται σκόρπια έξω από την πόλη, να ανήκαν στο αρχαίο τείχος του οποίου βρίσκουμε ακόμη και άλλα ίχνη. Γενικά τα σπίτια είναι χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς οικοδομική γραμμή. Ωστόσο, κάποια από αυτά έχουν αρκετά μεγάλες αυλές μπροστά. Οι στενοί και ιδιαίτερα ακανόνιστοι δρόμοι περιστοιχίζονται από υψηλά τείχη όπου, όντας κατά το σύνηθες ασπρισμένοι, αντανακλούν οι καυτές ακτίνες του ήλιου με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν μπορείς να τους διασχίσεις χωρίς αν ενοχληθείς από τη ζέστη. Εξάλλου και παλαιότερα δεν ήταν καλύτερα σχεδιασμένοι, δεν υπήρξαν ποτέ ούτε ωραίοι ούτε ομοιόμορφοι.

Στην Αθήνη δεν υπάρχει άλλο νερό πέρα από αυτό που κατεβαίνει από το όρος Υμηττός σε αυλάκια, και αυτό βγάζει μία μεγάλη πηγή στο κέντρο του «παζαριού» -στην πλατεία της αγοράς. Οι Τούρκοι διέθεταν πολλά τζαμιά και δημόσια λουτρά. Οι Έλληνες έχουν και αυτοί ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια και σημαντικό αριθμό εκκλησιών, όπου η λειτουργία τελείται κανονικά. Ανεξάρτητα δε από αυτά τα κτίσματα, διαθέτουν επίσης αναρίθμητα παρεκκλήσια και τόπους προσευχής, τμήματα των οποίων ορισμένα ερειπωμένα  έχουν χρησιμοποιηθεί στα τείχη. Προσέρχονται εκεί την ημέρα της εορτής των Αγίων στους οποίους είναι αφιερωμένα, τοποθετούν πάνω σε ένα τραπέζι μια εικόνα ή ένα άγαλμα του εορτάζοντος Αγίου και το αποσύρουν με το πέρας της τελετής.

Η Ακρόπολις, το Άστυ, αποτελούσε την πόλη που ίδρυσε ο Κέκροπας. Σήμερα δεν είναι πια παρά ένα απλό φρούριο, το οποίο περιβάλλει  ένα παχύ άνισο τείχος, απλώνεται ως το χείλος των γκρεμών, εσωκλείοντας μία ευρεία τοποθεσία, σχεδόν δύο φορές το μήκος και το πλάτος της. Στο εξωτερικό της, και ιδίως στις δύο ακραίες γωνίες της, βρίσκονται ακόμη τμήματα από τα αρχαία τείχη, που σε διάφορα σημεία, επισκευάστηκαν με κομμάτια από κολόνες και μάρμαρα που ανασύρθηκαν από τα ερείπια.

Λίγο μετά την άφιξή μας, είχαμε ξοδέψει ένα αξιοσέβαστο ποσό για να επισκευαστεί η πλευρά προς τον Υμηττό, είχαμε ήδη μεταφέρει το συνεργείο στο άκρο προς το Πεντελικόν, αλλά ελλείψει χρημάτων, υποχρεωθήκαμε να απολύσουμε τους εργάτες. Τη φρουρά αποτελούσαν ελάχιστοι Τούρκοι με τις οικογένειες τους, αποκαλούμενοι από τους Έλληνες Καστριανοί, στρατιώτες του κάστρου. Κάθε βράδυ, οι σκοποί φωνάζουν από το πόστο τους, πάνω από την πόλη, για να ακουστεί πως πράγματι είναι εκεί. Τα καταλύματά τους ξεχωρίζουν στην πολιτεία, την πεδιάδα, τον κόλπο, μα όσο ελκυστικό κι να είναι αυτό το σημείο, ο δυνατός αέρας και η έκθεση σε άλλα απρόοπτα, ωθούν όσους έχουν την ελευθερία και τη δυνατότητα να ζουν κάτω, όταν δεν είναι υπηρεσία. Ο βράχος, που έχει κάποιο ύψος, είναι απόκρημνος, απροσπέλαστος από παντού, πλην της μπροστινής πλευράς που κοιτάζει τον Πειραιά. Από τούτη την πλευρά υψώνεται, περίπου σε απόσταση κανονιοβολής, μία μακρά οροσειρά. Η Ακρόπολη στερείται πλήρως πόσιμου νερού και προς αναπλήρωση αυτής της έλλειψης καθημερινώς μουλάρια και γάιδαροι μεταφέρουν πήλινα σταμνιά, που είναι υποχρεωμένοι να γεμίζουν από κάποιον αγωγό μες στην πόλη.

Η Ακρόπολη άλλοτε αποτελούσε ευρύ αντικείμενο παρατηρήσεων για λάτρεις και περίεργους. Πλήρης από δοξαστικά μνημεία των Αθηναίων, παρουσίαζε επίσης μια αληθινά θαυμαστή συγκέντρωση πολύτιμων αντικειμένων, όπου η ομορφιά, ο πλούτος, η μεγαλοπρέπεια και η τέχνη έλαμπαν το ίδιο, έμοιαζαν μάλιστα να διεκδικούν, σε ευγενή άμιλλα, την υπεροχή. Με μια λέξη, έμοιαζε σπονδή στην προστάτιδα θεά Αθηνών, όντας τόσο αξιολάτρευτη χάρη στην τελειότητα όλων των χώρων όσο και εκπληκτική χάρη στα αμύθητα πλούτη που είχαν αφιερώσει. Έτσι, ο Ηλιόδωρος, ο επονομαζόμενος Περιηγητής, χρειάστηκε δεκαπέντε βιβλία για την πλήρη περιγραφή τους. Ήταν τόσο πολλά και τόσο όμορφα τα αγάλματα, τα σπαράγματα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα αξιοθέατα κάθε είδους, που προμήθευαν στον Πολέμονα τον Περιηγητή υλικό ικανό να γεμίσει τέσσερις τόμους. Μάλιστα ο Στράβων βεβαιώνει ότι θα χρειάζονταν άλλοι τόσοι αν ήθελε κανείς να μιλήσει κατά τον ίδιο τρόπο για τα άλλα μέρη της Αθήνας και της Αττικής. Ιδιαίτερα ο αριθμός των αγαλμάτων ήταν εκπληκτικός.

Ο Τιβέριος Νέρων, παθιασμένος με παρόμοια έργα τέχνης, λεηλάτησε την Ακρόπολη, καθώς και τους Δελφούς και την Ολυμπία. Ωστόσο παρέμεναν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες μέσα στην Αθήνα και σε αυτές τις δύο πόλεις, την εποχή του Πλινίου, και μάλιστα λέγεται ότι ο Παυσανίας έμεινε έκθαμβος από το πλήθος των αντικειμένων που είχε να περιγράψει. Αυτό το θεσπέσιο συμπόσιο των αισθήσεων έχει εξαφανιστεί πολύ καιρό τώρα, και σήμερα δεν απομένει παρά η αφήγηση ενός ονείρου. Παρ’ όλ’ αυτά, ο θεατής βλέπει ακόμη με ενδιαφέρον αυτά τα κομμάτια από μάρμαρο ανάκατα σε παλιοκαλύβες με επίπεδη οροφή και κτισμένες πάνω τα ερείπια. Θλιβερά απομεινάρια του λαμπρότερου των λαών. Είναι ωστόσο πάλι αυτά τα υπολείμματα, που, ορατά από τη θάλασσα, έκαναν γνωστή τη σύγχρονη Αθήνα. Όσο γι’ αυτούς που ανέφεραν ότι αυτή η αρχαία πόλη δεν ήταν πια παρά ένα μικρό χωριό, πρέπει, χωρίς αμφιβολία, χάριν αστειότητας, όταν κοιτούσαν την Ακρόπολη να είχαν στρέψει το κιάλι τους προς την πλευρά που μικραίνει τα αντικείμενα.

Όταν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια που κύλησαν και τις άπειρες μεταβολές που δοκίμασαν την Αθήνα, δεν μπορεί να μην εκπλαγεί από το ότι έστω και ένα μέρος αυτής της πόλης μπόρεσε να ξεφύγει από τις φθορές του χρόνου, και η τοποθεσία της να προσφέρει ακόμη ένα ανεξάντλητο θησαυρό πραγμάτων άξιου ενδιαφέροντος. Ο Κικέρων μας παρουσιάζει τον Αττικό να συγκινείται περισσότερο με την ανάμνηση των λαμπρών ανδρών που γέννησε η πόλη, παρά με τη θέα των υπέροχων κτισμάτων και των θαυμάσιων έργων, όσον αφορά την τέχνη και την παλαιότητα, με τα οποία ήταν τότε γεμάτη, και μπορώ προσωπικά να σας βεβαιώσω πως ο ταξιδιώτης, στη θέα και μόνο της Αθήνης, δεν χρειάζεται να διεγείρει, τη φαντασία του για να γευτεί, ακόμη και σήμερα, ανείπωτη χαρά και ευχαρίστηση.

Μπορούμε να δούμε τους σημερινούς Έλληνες ως εκπροσώπους των αρχαίων Αθηναίων. Κατά την αποβίβαση μας στον Πειραιά, ένας άρχοντας ήρθε από την πόλη να μας υποδεχτεί. Ίσως φανταστεί κανείς ότι αυτό το αξίωμα διατηρεί ακόμη και σήμερα κάποιο μερίδιο αίγλης με την οποία είχε ιστορικά περιβληθεί. Μα η αλήθεια είναι πως οι άρχοντες δεν φέρουν παρά ένα μάταιο όνομα, δεν  ξεχωρίζουν από τους άλλους παρά από το μεγάλο γούνινο σκούφο, την ποιοτικότερη και πλουσιότερη σχετικά με την κατωτέρων τάξεων ένδυσή τους. Ορισμένοι μάλιστα κρατούν κατάστημα στην αγορά, άλλοι είναι έμποροι ή κτηματίες με κοινά εισοδήματα. Οι αρχοντικές οικογένειες, δηλαδή αυτές από τις οποίες επιλέγονται οι άρχοντες, είναι οχτώ ή δέκα τον αριθμό, οι περισσότερες σε φθίνουσα κατάσταση. Ο άρχοντας που ήρθε προς προϋπάντηση μας ήταν από μια οικογένεια που θέλει να συγκαταλέγεται στις παλαιότερε, και που κατ’ αυτόν εγκαταστάθηκε στην Αθήνη τριακόσια χρόνια πριν, δηλαδή μετά τη βασιλεία του του Μωάμεθ του Β΄. Η περιουσία τους είχε πληγεί πολύ από τους εκβιασμούς ενός βοεβόδα, αλλά είχαν καλύψει τις απώλειες μέσω του εμπορίου και της μονιμοποίησης τους σε μικρές διοικητικές θέσεις.

Η απλή λαϊκή ενδυμασία είναι η τόκα από κόκκινο ύφασμα, ένα είδος γιλέκου, μια ζώνη που καλύπτει τη μέση, φαρδιές βράκες -είδος παντελονιού- που δένονταν με χοντρό κόμπο μπροστά, καθώς και ένα μακρύ ρούχο ριγμένο στην πλάτη μάλλινο ή γούνινο, χρήσιμο για τα κρύα. Άδικα επιδίδονται στις πιο ευτελείς και ταπεινές εργασίες, πρέπει να κοπιάσουν πολύ ακόμα για να κερδίσουν τόσο όσα χρειάζονται για να επιβιώσουν, να πληρώσουν το φόρο τους και να αγοράσουν ρούχα για τις γιορτινές μέρες, τότε που ο καθένας θέλει να παρουσιαστεί καλύτερα ντυμένος από τους άλλους, μιας και η υπερηφάνεια ξεπερνά τη φτώχεια τους. 

Richard Chandler

Δρόμοι της Αθήνας

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν από τα λιμάνια στην Αθήνα. Κοντά στο Φάληρο υπήρχε ένας ναός και ένα άγαλμα της Ήρας. Αυτό το οικοδόμημα, καμένο κατά το ήμισυ, τότε δεν είχε ούτε πόρτα, ούτε οροφή και έμενε, όπως και ένας ναός της Δήμητρας κοντά στο λιμάνι, εγκαταλελειμμένο και ανεπισκεύαστο, να διαιωνίζει την ανάμνηση της οργής των βαρβάρων που κατέκλυσαν αυτή τη χώρα με την καθοδήγηση του Μαρδόνιου.

Δρόμοι της Αθήνας
Παζάρι της Αθήνας

Ο τάφος της Αμαζόνας Αντιόπης βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την είσοδο της πόλης και στον άλλο δρόμο που πήγαινε από τον Πειραιά στην Αθήνα βλέπαμε τα ερείπια των τειχών που ανηγέρθησαν από τον Κόνωνα και τάφους μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν ιδιαίτερα του Μενάνδρου και του Ευρυπίδη. Ο τάφος αυτού του τελευταίου ποιητή δεν ήταν παρά ένα κενοτάφιο ή καλύτερα ένα απλό ανάχωμα που δεν περιείχε καν τις στάχτες του. Βλέπαμε απέναντι από την πύλη της πόλης έναν τάφο πάνω στον οποίο ο Πραξιτέλης είχε αναπαραστήσει έναν όρθιο πολεμιστή, δίπλα στο άλογο του. Τα περιφράγματα που κατασκεύασαν στους δύο αυτούς δρόμους επέφεραν κάποιες αλλαγές στην πορεία τους. Αλλά μπορούμε να βεβαιώσουμε πως οι δρόμοι είχαν σχεδόν την ίδια κατεύθυνση και ότι ήταν ελάχιστα απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον.

Αφού είχαμε περάσει το σημείο που καταλάμβανε το θέατρο και την άκρη της βραχώδους χερσονήσου, βρήκαμε στα δεξιά μας ένα έδαφος ενιαίο και λιθόστρωτο που αποτελούσε πιθανόν την Αγορά, το πιο απομακρυσμένο σημείο του Πειραιά. Λίγο πριν, στην άκρη του δρόμου, έχει μια όμορφη αυλή που περιβάλλεται από έναν τοίχο ελάχιστα υψωμένο και φτιαγμένο αναμφίβολα με τα ερείπια του τείχους του ναού της Ήρας. Στη συνέχεια μπήκαμε στους αμπελώνες, ελαιώνες, και βαμβακοκαλλιέργειες. Είδα πάνω σε ένα δέντρο ένα είδος κρεβατιού προστατευμένο από κλαδιά που εξυπηρετούσε τη φρουρά, η οποία είχε εγκατασταθεί εκεί για να επιτηρεί κατά τη διάρκεια του τρύγου.

Ο άσχημος καιρός που υποστήκαμε στη θάλασσα ήταν το ίδιο αισθητός στην Αττική, όπου τις ισχυρές βροχοπτώσεις συνόδευαν βροντές και τρομερές αστραπές. Η γη είχε πλημμυρίσει, με αποτέλεσμα πολλές απώλειες και καταστροφές. Ένας Αλβανός χωρικός περίμενε την επιστροφή του άρχοντα για να του παρουσιάσει τα υπέροχα σταφύλια του, που με τη σειρά του είχε την καλοσύνη να μας προσφέρει. Οι άρχοντες είναι οι πρόκριτοι, που σήμερα αποκαλούνται επίτροποι. Συναντήσαμε έναν άλλον Αλβανό, ενώ γύριζε με ένα ασκί στην πλάτη. Μας το δάνεισε για να τραβήξουμε νερό από ένα πηγάδι, περίπου στα μισά του δρόμου από το λιμάνι στην πόλη.

Πέρα από τα αμπέλια υπάρχουν οι δημόσιες δεξαμενές, από όπου διανέμεται νερό αναγκαίο για να ποτιστούν οι κήποι και οι ευρισκόμενοι χαμηλότερα μπαξέδες. Στους ιδιοκτήτες αφήνεται η πρωτοβουλία να δώσουν στο νερό την πορεία που κρίνουν κατάλληλη, έναντι ορισμένου ποσού ανά ώρα, τιμή που κατεβαίνει ή ανεβαίνει ανάλογα με την αφθονία ή την έλλειψη του νερού. Μπροστά υπάρχει μία κλαίουσα. Κοντά της τοποθέτησαν ένα μάρμαρο που φέρει μία επιτάφια επιγραφή, αρχαία και με ωραίους χαρακτήρες. Πέρα από τις δεξαμενές και μπροστά από το φρούριο υψώνεται το βουνό, που από παλιά ονομάζεται Λυκαβηττός. Αυτό το βουνό, φημισμένο κατά το παρελθόν για τις ελιές του, είναι σήμερα καλυμμένο από άγριες φασκομηλιές και άλλα φυτά, εκτός από τα σημεία όπου δεν υπάρχει αρκετό χώμα. Είδαμε πίσω από τις δεξαμενές ένα μαρμάρινο άγαλμα, πιστέψαμε πως αναπαριστά ένα φιλόσοφο, καθιστό. Ήταν χωμένο μες στη γη και το πρόσωπο του είχε υποστεί ζημιές πρόσφατα, αφού, όπως μας είπαν, ήταν ακέραιο όταν το ανακάλυψαν πριν μερικά χρόνια.

Ο δρόμος κόβεται από τις δεξαμενές και σχηματίζει πολλούς παραδρόμους που διασχίζουν τον κάμπο από κάθε του πλευρά και του οποίου η όψη δεν δείχνει καθόλου εύφορη. Ο δρόμος αριστερά του Λυκαβηττού, που άλλοτε οδηγούσε στην πύλη του Πειραιά, τώρα περνάει ανάμεσα από τον απομονωμένο ναό του Θησέα και το γυμνό βράχο του Αρείου Πάγου, από όπου αρχίζει η πόλη. Επίσης στην ίδια πλευρά βρίσκεται ένα μονοπάτι που οδηγεί πάνω στο Λυκαβηττό. Πήραμε το δεξιό δρόμο από τον οποίο, σε κάποια απόσταση  από τις δεξαμενές δια μέσου ενός περάσματος του βουνού, ξεκόβει ένα μονοπάτι βραχώδες, φθαρμένο από ίχνη τροχών, που χωρίζει το λόφο του Μουσείου από αυτόν του Λυκαβηττού. Αυτός ο δρόμος οδηγούσε άλλοτε στην πύλη Μελίτη, ευρισκόμενη απέναντι από το φρούριο.

Συνεχίσαμε την πορεία μας στον κάμπο και διασχίσαμε τον Ιλισό, που τότε ήταν στεγνός. Στα αριστερά μας φαίνονταν οι πόρτες αρχαίων τάφων, φτιαγμένων μέσα στο βράχο, το Μουσείο και από πάνω, το μαρμάρινο μνημείο του Φιλοπάππου και επιτέλους η αγέρωχη Ακρόπολη, κάτω από την οποία περάσαμε. Είδαμε μπροστά μας έναν ναό κτισμένο στην απέναντι όχθη του Ιλισού και μερικούς πανύψηλους στύλους, εκπληκτικού μεγαλείου, μεγαλοπρεπή ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός. Φθάσαμε στο γαλλικό μοναστήρι, που βρίσκεται στο άκρο της πόλης. Η επιβλητική κατάσταση, η υπεροχή αυτού του οικοδομήματος, η φήμη και η μεγαλοσύνη των ερειπίων που μόλις συναντήσαμε, το όλον μας ενέπνεε ανάμικτα συναισθήματα ευχαρίστησης, θαυμασμού και θλίψης, που είναι αδύνατον να αποδοθούν σωστά.

Richard Chandler

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία

Αν η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία έγινε δυνατό να πάρει σάρκα και οστά το τρίτο έτος μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (επί Τιμοσθένους άρχοντος το 478/7π.Χ.), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αυτό οφείλεται στην αφάνταστη τύχη που είχαν οι Αθηναίοι να διαθέτουν έναν στρατηγό με την αρετή και την ευμένεια του Αριστείδη. Η θαυμάσια συμπεριφορά και η άψογη προσωπικότητα του δημιούργησαν τόση εμπιστοσύνη και συμπάθεια, ώστε οι σύμμαχοι, οι αγανακτισμένοι από την τυραννική στάση του Παυσανία, -εκτός από τους πιστούς στη Σπάρτη Πελοποννήσιους- «ώσπερ από μιας ορμής αποκλίναι προς τους Αθηναίους».

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία
Δήλος, η έδρα της Α΄ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας υπήρξε η πολιτική του Θεμιστοκλή, που είχε αναδείξει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διεκδικεί το 478/7π.Χ. την πανελληνία ηγεσία και να προσβλέπουν σ΄ αυτήν οι σύμμαχοι, βέβαιοι πως θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία τους από τους Πέρσες, συγχρόνως όμως και την αυτονομία τους, εφόσον ήταν πόλη με αναντίρρητη δημοκρατική αγωγή.

Είναι ελάχιστα τα στοιχεία που δίνουν οι αρχαίες πηγές γι΄ αυτή τη συγκλονιστική επιχείρηση των Αθηναίων: σποραδικές πληροφορίες μόνο, ενώ μένουν αναρίθμητα κενά για βασικά θέματα. Η κύρια αυθεντική πηγή είναι οι φορολογικοί κατάλογοι των συμμαχικών πόλεων, που από το 454π.Χ., όταν μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα το ταμείο της συμμαχίας, συντάσσονταν κάθε χρόνο. Και αυτοί όμως δεν είχαν διατηρηθεί ολόκληροι και, κυρίως, αναφέρονται σε μεταγενέστερο στάδιο της συμμαχίας, όταν ήδη είχαν γίνει μεταβολές και στο πνεύμα και τις λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Οι Αθηναίοι απότερο σκοπό είχαν τη δημιουργία μιας συμμαχίας αντίστοιχης της Πελοποννησιακής συμμαχίας που είχαν δημιουργήσει οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Η δημιουργία μιας συμμαχίας που θα εξασφάλιζε πλήθος νέους ορίζοντες για την Αθήνα -αξιοποίηση του στόλου της και προϋποθέσεις για κυριαρχία της στο ελληνικό εμπόριο- πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή και ήταν συνέπεια του ναυτικού του προγράμματος. Δίκαια έχουν υποστηρίξει ιστορικοί ότι η συμμαχία ήταν «το πνευματικό του τέκνο». Αν όλα προχωρούσαν ευνοϊκά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα ήταν εξασφαλισμένη για την Αθήνα η πρώτη θέση στην Ελλάδα και στον μικρασιατικό ελληνισμό, ενώ θα ανοίγονταν προοπτικές επέκτασης προς τη Δύση οπότε η Αθήνα θα έβρισκε εκεί νέες αγορές και θα δυνάμωνε την επιρροή της, όπως είχε υπολογίσει ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο.

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε ως σκοπό να πάρουν εκδίκηση οι Έλληνες για όσα έπαθαν από τους βαρβάρους, λεηλατώντας τη χώρα του Πέρση βασιλιά. Ύστερα, συμφωνήθηκε να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έδωσαν τον απαραίτητο όρκο: Έριξαν πυρακτωμένους «μύδρους» από σίδερο στη θάλασσα, πράξη που συμβόλιζε ότι η συμφωνία που έγινε θα λυνόταν, όταν μόνο αν ανέβαινε το σίδερο ξανά στην επιφάνεια. Επομένως, η διάρκεια της θα ήταν απεριόριστη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ένα πολύ βασικό σημείο για την εξέλιξη της, γιατί στον πρώτο ενθουσιασμό οι σύμμαχοι, όταν ο περσικός κίνδυνος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους, δέχθηκαν να αναλάβουν σοβαρές υποχρεώσεις, που αργότερα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, δεν επιθυμούσαν πια να τις εκτελούν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν με γάλα προβλήματα και, τελικά, συγκρούσεις.

Όταν καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμάχων, αποφασίσθηκε τη διοίκηση του συμμαχικού ναυτικού να αναλάβει η Αθήνα. Κάθε πόλη θα κατέβαλε «φόρο», δηλαδή εισφορά. Έχει συζητηθεί πολύ αν ο πρώτος φόρος ορίστηκε στα 460 τάλαντα το χρόνο. Παρ΄ όλες τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αρχικά κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε, ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, όπως το βεβαιώνει, χωρίς καμιά αμφιβολία ο Θουκυδίδης. Αποφασίστηκε αυτό το ποσό να το ορίσει ο Αριστείδης. Τότε αποφασίστηκε πόσα πλοία θα προσέφερε κάθε πόλη.

Αφού τελείωσε η σύνοδος στη Δήλο, ο Αριστείδης είχε να επιτελέσει το δύσκολο έργο του καθορισμού του ποσού του «φόρου» για κάθε πόλη. Το ποσό των 460 ταλάντων αντιστοιχούσε στις πολεμικές δαπάνες της συμμαχίας. Καταμερίστηκε στις πόλεις ανάλογα με βάση την έκταση και την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Οι πόλεις που ορίστηκε να παραδίδουν πολεμικά πλοία, έδιναν τόσα όσα αντιστοιχούσαν στο φόρο που τους αναλογούσε. Ο Αριστείδης για να εξακριβώσει το «φόρο» που έπρεπε να καταβάλει κάθε πόλη έκανε αρκετά ταξίδια για επιτόπιες έρευνες. Σε αυτή την εργασία, που τελείωσε μέσα στο 477π.Χ., ο Αριστείδης οφείλει το προσωνύμιο «Δίκαιος».

Κέντρο της συμμαχίας αποφασίστηκε να είναι η Δήλος. Εκεί στο ναό του Απόλλωνα, θα γίνονταν οι «σύνοδοι» και θα φυλασσόταν το ταμείο της συμμαχίας υπό την προστασία του θεού. Η είσπραξη του συμμαχικού φόρου ανατέθηκε στους «Ελληνοταμίες», που θα ήταν Αθηναίοι και θα τους εξέλεγε η πόλη τους. Επειδή ο σκοπός της συμμαχίας ήταν ο αμυντικός ή ο επιθετικός πόλεμος εναντίον των Περσών, μέλη τις διάφορες ελληνικές πόλεις και απώτερη επιδίωξη να αντιπροσωπεύεται σε αυτήν ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο τίτλος «Ελληνοταμίες» έχει πανελλήνιο χαρακτήρα και αντιστοιχεί στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επίσης αντιπροσωπεύονταν όλοι οι Έλληνες.

Μέλη της συμμαχίας, εκτός από την Αθήνα, ήταν οι: Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, Θάσος, Νάξος, οι οποίες έδιναν πλοία. Πόλεις όπως οι: Άργιλος, Στάγιρος, Άκανθος, Σκώλος, Όλυνθος και Σπάρτωλος πλήρωναν αρχικά φόρο. Εκτός από τις πόλεις της Ιωνίας και της αιολικές πόλεις, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, πόλεις στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης, πόλεις της Προποντίδας και άλλες, αργότερα και οι δωρικές αποικίες της Μικράς Ασίας έγιναν μέλη. 

Τον καιρό της ακμής της η συμμαχία κυριαρχούσε απόλυτα στο Αιγαίο, από τα μικρασιατικά παράλια ως την Εύβοια, και από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής ως τη Ρόδο. Το 425π.Χ. είναι γνωστό ότι τα μέλη ήταν περίπου 400. Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσα μέλη ήταν στην αρχή. Υπάρχει ακόμα άγνοια για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις «συνόδους» και το αν πήγαιναν από την αρχή  οι εκπρόσωποι των μελών και στην Αθήνα για συζητήσεις.

Από την πρώτη στιγμή ένα πράγμα είναι φανερό, πως η αρχική οργάνωση έδινε όλη την ευχέρεια να μεταβληθεί η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία σε αττική ηγεμονία. Η πανίσχυρη θέση της Αθήνας, όπως και η αόριστη διάρκεια της συμμαχίας στάθηκαν τα δύο σημεία που προδίκασαν τη μεγάλη εξέλιξη, αλλά και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα ο σπουδαίος αυτός συμμαχικός οργανισμός.  

Σκύρος και Κάρυστος

Σκύρος και Κάρυστος, ένα νησί και μια πόλη που δεν είχαν γίνει μέλη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η πρώτη γιατί είχε καταληφθεί από πειρατές και η δεύτερη γιατί τηρούσε ουδετερότητα ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τους Πέρσες. Το να τις πάρουν με το μέρος τους οι Αθηναίοι ήταν ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συμμαχία λόγω των γεωστρατηγικών θέσεων τους, αφού οι εμπορικοί δρόμοι του Αιγαίου περνούσαν από αυτές τις δύο πόλεις.

Μετά την εκστρατεία στη Θράκη και την κατάληψη της Ηιόνας το 475π.Χ. από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα, παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία για την Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο δρόμο των πλοίων της, προς το βορειοανατολικό Αιγαίο βρισκόταν η Σκύρος, άγονο νησί που δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του. Το είχαν από καιρό καταλάβει οι Δόλοπες, που επιδίδονταν στην πειρατεία και έτσι αποτελούσαν κίνδυνο για την ελεύθερη διακίνηση των εμπορικών πλοίων. 

Εκείνη ακριβώς την εποχή οι κάτοικοι του νησιού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί είχαν συλλάβει θεσσαλικά εμπορικά πλοία, που είχαν αράξει στο Κτήσιο, και άρπαξαν τα είδη που υπήρχαν μέσα. Το γεγονός καταγγέλθηκε στη Δελφική Αμφικτιονία. Οι Θεσσαλοί έμποροι ζητούσαν από τη Σκύρο αποζημίωση για την αρπαγή. Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο γιατί δεν μπορούσαν να καταβάλουν κανενός είδους αποζημίωση και κάλεσαν τον Κίμωνα να του παραδώσουν την πόλη.

Ο Κίμων επειδή έβλεπε ότι η θέση της Σκύρου είχε πολύ μεγάλη σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο και ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την κατοχή της για τους σκοπούς της συμμαχίας έδιωξε τους Δόλοπες από εκεί και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν στο ξεκίνημα της. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ήταν πολιτική ανάγκη να δοθεί στους ηγεμόνες της Αθηναίους θεϊκή επικύρωση, που να καταξιώνει τις ενέργειες τους. Παλιός Δελφικός χρησμός όριζε στους Αθηναίους να μεταφέρουν από τη Σκύρο τα λείψανα του Θησέα στην Αττική. Ο Δόλοπες, όμως, δε θέλησαν ποτέ να μαρτυρήσουν τη θέση του τάφου του Αθηναίου ήρωα, ούτε να επιτρέψουν στους Αθηναίους να ψάξουν το νησί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την κατάληψη της Σκύρου, οι σχετικές προσπάθειες τελεσφόρησαν. Με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια πάνω σε τριήρη, μετέφερε ο Κίμων τα οστά του ήρωα, όπου τοποθετήθηκαν στο Θησείο.

Η Κάρυστος ήταν η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν είχε θελήσει να γίνει μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Επειδή η θέση της είχε πρωταρχική σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο, και επειδή όπως είχε μείνει ουδέτερη, αν παρουσιάζονταν πάλι οι Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος να χρησιμοποιούσαν την Κάρυστο και το λιμάνι της ως βάση για ενδεχόμενες επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων, προέκυψε η ανάγκη να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της στη συμμαχία.

Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Κίμωνα μεταξύ του 474π.Χ. και 472π.Χ. να εκστρατεύσει εναντίον της για να τη πείσε με τη βία να ενταχθεί στη συμμαχία.  Οι Δρύοπες, κάτοικοι της πόλης, προέβαλαν γενναία αντίσταση στους συμμάχους – ο Κίμων πολύ εύστοχα, δεν χρησιμοποίησε άλλους Ευβοείς στην επιχείρηση. Οι Δρύοπες αφού αγωνίστηκαν στην περιοχή της Καρυστίας και έχασαν αρκετές μάχες, κλείστηκαν μέσα στα τείχη της πόλης, όπου και πολιορκήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρ΄ όλη την αντίσταση τους που κράτησε καιρό, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τους όρους των Αθηναίων.

Με αυτές τις δύο επιχειρήσεις η Σκύρος και η Κάρυστος έγιναν μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Κίμων Μιλτιάδου (506π.Χ.-450π.Χ)

Ο Κίμων γεννήθηκε γύρω στο 506π.Χ.. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα. Μετά την καταδίκη του πατέρα του σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο και τον άδοξο θάνατό του, ο Κίμων πέρασε τα νεανικά του χρόνια με πολλές δυσκολίες και στερήσεις και αρκετά άτακτα, κατηγορούμενος ακόμα και για σχέσεις με την αδελφή του Ελπινίκη.

Κίμων Μιλτιάδου
Κίμων Μιλτιάδου

Δεν ευτύχησε να πάρει την απαραίτητη μόρφωση. Ήταν όμως προικισμένος από τη φύση με τις αρετές της δικαιοσύνης και της τόλμης, και με την ενηλικίωση του υπέδειξε εξαιρετική πολιτική συγκρότηση με χαρακτηριστική την επιλογή του να συνταχθεί από τους πρώτους με την άποψη του Θεμιστοκλή να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι την πόλη και να συγκρουστούν με τους Πέρσες στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το παράδειγμα του το ακολούθησαν και άλλοι Αθηναίοι, και η γενναία αυτή στάση θύμισε στους συμπολίτες του το τρόπαιο στο Μαραθώνα του πατέρα του.

Λίγα χρόνια μετά τη Σαλαμίνα οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τον Θεμιστοκλή που τελικά τον κατηγόρησαν για προδοτική συνεργασία με τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία και τους Πέρσες, ανέδειξαν αρχηγό του αριστοκρατικού κόμματος τον Κίμωνα (471π.Χ.), που είχε την αμέριστη συμπαράσταση και του Αριστείδη.

Ο στρατηγός Κίμων

Στο πλαίσιο των πολέμων των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία ο Κίμων κέρδισε τη συμπάθεια των συμμάχων ως στρατηγός των Αθηναίων λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παυσανία και συνετέλεσε να αναγνωρισθεί η Αθήνα αρχηγική δύναμη. Με τη συγκρότηση λοιπόν της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία μετέχουν οι πόλεις της Ιωνίας και πολλά νησιά του Αιγαίου, ο Κίμων αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες με πρώτη του επιτυχία την άλωση της Ηιόνας, κοντά στον Στρυμόνα (475π.Χ.) που μέχρι τότε την κατείχαν οι Πέρσες. Ύστερα κατέλαβε τη Σκύρο, απαλλάσσοντας την από το πειρατικό γένος των Δολόπων και μεταφέροντας στην Αθήνα τα οστά του Θησέα.

Οι πολεμικές επιτυχίες του Κίμωνα εναντίον των Περσών συνεχίζονται με τη συντριβή τους στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού της Παμφυλίας στη Μικρά Ασία (467π.Χ.). Στη θάλασσα και στη στεριά ο Κίμων σημειώνει νίκες που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είναι ανώτερες και από τις νίκες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές, αφού οι Πέρσες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα και να μην ενοχλούν πια τις Ιωνικές πόλεις. Και τα παρακείμενα νησιά μέχρι την εποχή του Περικλή.

Οι επιτυχίες του Κίμωνα συνεχίζονται με την κατάληψη της Θάσου που αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία (464π.Χ.) ενώ συνάμα εκδηλώνεται και η πρώτη ζηλόφθονη αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων στην Αθήνα (με αρχηγούς τον Εφιάλτη και τον Περικλή) που τον κατηγόρησαν για δωροδοκία του από τον βασιλιά των Μακεδόνων για να μην καταλάβει τα χρυσωρυχεία της Θράκης. Αυτή η κατηγορία δεν απέδωσε αλλά η πολιτική ζηλοφθονία συνεχίστηκε με νέες κατηγορίες εναντίον του Κίμωνα για φιλολακωνισμό, ιδίως μετά την ταπεινωτική επιστροφή του αθηναϊκού στρατού από τη Σπάρτη που είχε κληθεί να βοηθήσει τη Λακεδαίμονα στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων, αλλά διατάχθηκε εύσημα να επιστρέψει άπρακτος. Επειδή υπέρμαχος της αποστολής βοήθειας ήταν ο Κίμων, χρέωσαν σε αυτόν την ταπείνωση οι πολιτικοί του αντίπαλοι και πέτυχαν τον εξοστρακισμό του. Οι περιπλοκές, όμως, στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης και η γνήσια πατριωτική του στάση στη μάχη της Τανάγρας (457π.Χ.) συνετέλεσαν στην ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία με ψήφισμα του Περικλή και στην εξομάλυνση των σχέσεων των δύο πόλεων με υπογραφή πενταετών σπονδών (453π.Χ), στις οποίες σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Κίμων. 

Στα πλαίσια της αρχηγικής του θητείας στο αριστοκρατικό κόμμα ο Κίμων ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, γνωρίζοντας τα προβλήματα των φτωχών, αφού και ο ίδιος πέρασε φτωχικά κάποια χρόνια της ζωής του. Οργανώνει γεύματα για τους φτωχούς συμπολίτες του και άλλου είδους ενισχύσεις, με χρήματα που είχε εξασφαλίσει από τις στρατηγίες του.

Θάνατος και Υστεροφημία του Κίμωνα

Τελευταία εκστρατεία του Κίμωνα ήταν αυτή εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου και πέθανε στο Κίτιο (450π.Χ.), θάνατος που κρατήθηκε κρυφός για την ασφαλή επιστροφή του αθηναϊκού στόλου, σε βαθμό που να λέγεται ότι και νεκρός ο Κίμων νίκησε τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι μετέφεραν τα λείψανα του λαμπρού τους στρατηγού για ταφή στην Αττική.  

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Βίο του Κίμωνα, αναφέρει ότι μετά τον Κίμωνα κανείς δεν πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον των Περσών, αφού οι Έλληνες με τους εμφυλίους πολέμους προσέφεραν ανάπαυλα στον Πέρση βασιλιά και στη συνέχεια παρέδωσαν τις ιωνικές πόλεις βορά στη φορολογική αφαίμαξη τους από τον Πέρση μονάρχη.

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)

Η Πηνελόπη Δέλτα (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 24 Απριλίου 1874 – Αθήνα, 2 Μαΐου 1941) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα
Η Πηνελόπη Δέλτα

Η Πηνελόπη Μπενάκη – Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας ήταν: η Αλεξάνδρα Μπενάκη Χωρέμη – Daves, ο Αντώνης Μπενάκης, ο Κωνσταντίνος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος Μπενάκης και η Αργίνη Μπενάκη – Σαλβάγου.

Η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε ιστορίες και παραμύθια για παιδιά. Υπηρέτησε την παιδική λογοτεχνία όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται η συγγραφέας που έβαλε γερές βάσεις στο παιδικό βιβλίο. Με μια ψυχή γεμάτη Ελλάδα, με μια παιδικότητα -με την καλή έννοια- ύφους, έδωσε αριστουργήματα στην παιδική μας λογοτεχνία. Λάτρεψε το παιδί και λατρεύτηκε από αυτό. Τρία πράγματα λάτρεψε στη ζωή της η Πηνελόπη Δέλτα: την Ελλάδα, το παιδί και τους φτωχούς. Και τα τρία τα υπηρέτησε πιστά και στα τρία έδωσε τον εαυτό της. Στα παιδιά έδωσε αφηγήματα διαποτισμένα από την ιστορία μας και από τις παραδόσεις μας, στους φτωχούς στάθηκε συμπαραστάτης και αρωγός και στην Ελλάδα, με την κοινωνική και πνευματική της προσφορά, δεν άφησε τομέα που να μην κάλυψε με τον γνήσιο πατριωτισμό της.

Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα

  • 1909: Για την Πατρίδα
  • 1909: Η καρδιά της βασιλοπούλας
  • 1910: Παραμύθι χωρίς όνομα
  • 1911: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
  • 1915: Παραμύθια και άλλα
  • 1921: Τ’ Ανεύθυνα
  • 1922: Στο Κοτέτσι (παραμύθι)
  • 1925: Η ζωή του Χριστού – (δίτομο)
  • 1927: Το γκρέμισμα
  • 1932: Τρελαντώνης
  • 1935: Μάγκας
  • 1937: Στα μυστικά του βάλτου
  • 1939: Οι Ρωμιοπούλες (μυθιστόρημα για ενήλικες)

Το τέλος της ζωής της στάθηκε, δυστυχώς, μια πράξη επιβεβαίωσης αυτής της ξέφρενης λατρείας της για την πατρίδα. Πέθανε λίγες μέρες αφότου μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, από δυνατό ψυχικό κλονισμό στις 2 Μαΐου 1941.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Πηνελόπη_Δέλτα

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Όταν κάποιος ακούσει σε μια πρόταση τις λέξεις «Κρήτη» και «πόλεμος» σίγουρα περιμένει να ακούσει στη συνέχεια για τους αγώνες και τα κατορθώματα των Κρητικών. Είναι αλήθεια ότι η Κρήτη έχει δείξει την πολεμική της δύναμη ανά τους αιώνες και η αδιαμφισβήτητη παληκαριά των παιδιών της, των Κρητικών, είναι ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Υπάρχουν, όμως, και δύο περιπτώσεις στις οποίες η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα.

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Κατά τη διάρκεια των Μηδικών Πολέμων η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες λίγο πριν το Συνέδριο του Ισθμού (481π.Χ.), έστειλαν πρέσβεις στην Κρήτη για να καλέσουν τις κρητικές πόλεις στον κοινό αγώνα κατά των Περσών. οι κρητικές πόλεις πριν απαντήσουν έστειλαν θεωρούς στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός της Πυθίας υπενθύμισε στους Κρητικούς τα παλιά παθήματα τους από τη συμμετοχή τους στον Τρωικό πόλεμο και τους αποθάρρυνε.

Οι νεώτεροι ιστορικοί αποδίδουν αυτήν την άρνηση των Κρητικών στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της νήσου. Οι αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων και των πόλεων μεταξύ τους και το γενικό κλίμα πολιτικής αστάθειας δεν επέτρεπαν την ανάληψη υποχρεώσεων για υπερπόντιες επιχειρήσεις.

Άλλωστε, η γεωγραφική θέση της Κρήτης και η απόσταση από τις άλλες ελληνικές περιοχές και η ασθενής οικονομία εξόγκωναν τα αισθήματα του φόβου για μια ενδεχόμενη περσική εισβολή στο νησί. Έτσι ο δελφικός χρησμός ήταν μια πρώτης τάξεως δικαιολογία για την κρητική ουδετερότητα. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι η άρνηση των Κρητικών να συμμετάσχουν στους κοινούς αγώνες των Ελλήνων μπορεί να δικαιολογηθεί και από την ψυχολογία των Δωριέων, που ήταν από τη φύση τους συντηρητικοί και αντιμετώπιζαν κάθε πολεμική περιπέτεια με σκεπτικισμό.

Η Κρήτη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου κράτησε και πάλι αυστηρή ουδετερότητα. Μια επίθεση ναυτικής μοίρας των Αθηναίων με το στρατηγό Φορμίωνα στην Κυδωνία το 429π.Χ. δεν είχε ευρύτερες συνέπειες. Ο Θουκυδίδης αποδίδει την επέμβαση αυτή σε υπόδειξη του Γορτύνιου Νικία, που ήταν πρόξενος των Αθηναίων, Φαίνεται όμως ότι η επίθεση αυτή είχε εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Στην Κυδωνία, που διατηρούσε, τότε, εμπορικές σχέσεις με την Αίγινα, είχαν καταφύγει Αιγινήτες φυγάδες μετά τη διασπορά τους το 431π.Χ. Σταθερή πολιτική των Αθηναίων ήταν η εξόντωση των Αιγινητών, όπου κι αν είχαν καταφύγει. Στην ουσία, λοιπόν, η επίθεση του Φορμίωνα είχε στόχο μάλλον τους Αιγινήτες και όχι την Κυδωνία. Ωστόσο, το γεγονός υατό αναζωπύρωσε τα ενδοκρητικά μίση. Οι κάτοικοι της Πολίχνης συνέπραξαν με τους Γορτύνιους και τους Αθηναίους στην επίθεση κατά της Κυδωνίας.

Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)

Ο Τάσος Λειβαδίτης (πλήρες όνομα Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης) (20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Καταγόταν από την Κοντοβάζαινα Γορτυνίας, από την πλευρά του πατέρα του, Λύσανδρου Λειβαδίτη.

Ο Τάσος Λειβαδίτης

Ο Βίος του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης. Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία Στούπα, κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη και απέκτησε μαζί της μία κόρη. Θα γράψει για αυτήν το «Ερωτικό» το οποίο είναι από τα λίγα ποιήματα που υπάρχουν ηχογραφημένα σε απαγγελία του ίδιου του ποιητή.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς. Τον αποκάλεσαν «Ποιητή του Έρωτα και της Επανάστασης». Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών ανήκε σε ομάδα της ΕΠΟΝ που διοργάνωνε εράνους και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, χωρίς να πάρει μέρος ως μάχιμος. Η δράση του αυτή είχε ως συνέπεια να συλληφθεί και να εξοριστεί. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Το 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Μεταφέρθηκε μετά από ένα χρόνο στη Μακρόνησο όπου ξεκίνησε τη συγγραφή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Μεταφέρθηκε στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 – 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Στο διάστημα της Χούντας των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος.

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».

Διακρίσεις του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»).
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.

Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».

Στα Ελληνικά ΜΜΕ έχουν πραγματοποιηθεί πολλά αφιερώματα στον ποιητή. Σε ακαδημαϊκή έρευνα που προβλήθηκε από την ΕΡΤ υπογραμμίζεται ως σημαντική η τάση γνωστοποίησης των ποιημάτων του μέσα από τα social media. Έτσι που θεωρείται αξιοσημείωτος ο τρόπος που αγγίζει σήμερα τους ανθρώπους της εποχής, κάποιος που αποτελεί το ακριβώς αντίθετο αυτής της εποχής. Δηλαδή «σε καιρούς μεταμοντέρνου καπιταλισμού, συγκινεί τους ανθρώπους ένας μοντέρνος κομμουνιστής».

Ο Τάσος Λειβαδίτης γράφει

  • Ποίηση:
  1. «Μάχη στην άκρη της νύχτας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.
  2. «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.
  3. «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Αθήνα, Κέδρος,1953.
  4. «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο». Αθήνα, Κέδρος, 1956.
  5. «Συμφωνία αρ.Ι». Αθήνα, Κέδρος, 1957.
  6. «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια». Αθήνα, Κέδρος, 1958.
  7. «Καντάτα». Αθήνα, Κέδρος, 1960.
  8. «25η ραψωδία της Οδύσσειας. Αθήνα, Κέδρος, 1963.
  9. «Ποίηση (1952-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1965.
  10. «Οι τελευταίοι». Αθήνα, Κέδρος, 1966.
  11. «Νυχτερινός επισκέπτης». Αθήνα, Κέδρος, 1972.
  12. «Σκοτεινή πράξη». Αθήνα, Κέδρος, 1974.
  13. «Οι τρεις». Αθήνα, Κέδρος, 1975.
  14. «Ο διάβολος με το κηροπήγιο». Αθήνα, Κέδρος, 1975.
  15. «Βιολί για μονόχειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1976.
  16. «Ανακάλυψη». Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  17. «Ποιήματα (1958-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  18. «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Αθήνα, Κέδρος, 1979
  19. «Ο Τυφλός με το λύχνο». Αθήνα, Κέδρος, 1983
  20. «Βιολέτες για μια εποχή». Αθήνα, Κέδρος, 1985.
  21. «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1987.
  22. «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου». Αθήνα, Κέδρος, 1990.
  23. «Απάνθισμα». Αθήνα, Κέδρος, 1997.
  24. Συγκεντρωτικές εκδόσεις:
    1. «Ποίηση 1» (1952-1966). Αθήνα, Κέδρος, 1985.
    2. «Ποίηση 2» (1972-1977). Αθήνα, Κέδρος, 1987.
    3. «Ποίηση 3» (1979-1987). Αθήνα, Κέδρος, 1988.
  • Πεζογραφία:
  1. «Το εκκρεμές». Αθήνα, Κέδρος, 1966.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο «Πολιτεία» (1961), «Της εξορίας» (1976), «Πολιτεία Γ’ – Οκτώβρης ’78» (1976), «Τα Λυρικά» (1977), «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» (1987), τον Μάνο Λοΐζο στο δίσκο «Για μια μέρα ζωής» (1980), τον Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει» (1993) με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου, τον Μιχάλη Γρηγορίου στο δίσκο «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη» (1997) και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003).

Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Συνοικία το όνειρο» σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινεζικά και Αγγλικά.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τάσος_Λειβαδίτης

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη