Δήλος, τόπος ιερός (1400π.Χ.-…)

Ήταν πολύ όμορφες οι Τιτανίδες αδελφές Αστερία και Λητώ. Ο Δίας πρώτα είδε την Αστερία και την πόθησε. Εκείνη όμως, είχε την καρδιά της δοσμένη σε άλλον, τον άνδρα της Πέρση, στον οποίο είχε χαρίσει κόρη την Εκάτη. Ο Δίας την κυνήγησε. Στην απελπισία της η Αστερία πήδηξε από έναν βράχο και έπεσε στη θάλασσα. Θύμωσε ο Δίας και την μεταμόρφωσε σε κακοτράχαλο νησάκι. Και ήταν το μοναδικό στον κόσμο νησί, που δεν μπορούσε κάπου να ριζώσει: πλανιόταν πάνω κάτω στο Αιγαίο, έγινε φωλιά ορτυκιών, το είπαν Ορτυγία. Οι θαλασσινοί το συναντούσαν στα ταξίδια του, το προσπερνούσαν και το ονόμασαν «Δήλος» (=σημαδούρα).

Δήλος, τόπος ιερός
Αναπαράσταση του ναού του θεού Απόλλωνα στη Δήλο

Ο Δίας ξέχασε την Αστερία. Είχε δει την αδελφή της και την είχε ερωτευτεί. Αυτή δεν τον αρνήθηκε. Στους εννιά μήνες την έπιασαν οι πόνοι. Κόντευε να σκάσει από τη ζήλια της η ‘Ηρα και διέταξε κανένας τόπος να μη δεχτεί τη ετοιμόγεννη Λητώ. Με την κοιλιά στο στόμα η Λητώ περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο παρακαλώντας κάπου να σταθεί για να γεννήσει. Απελπισμένη στράφηκε στην αδελφή της, την περιπλανώμενη Δήλο. Εκείνη δέχτηκε. Δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από την Ήρα αφού είχε καταντήσει ένα κακοτράχαλο νησί. Πως, όμως, να γεννήσει η Λητώ πάνω στη Δήλο, έτσι καθώς την παρέδερναν τα κύματα. ήρθε η ώρα του Δία να κάνει κάτι: τέσσερις κολόνες ορθώθηκαν από το βυθό της θάλασσας και στήριξαν τη Δήλο να μένει στο εξής ακίνητη, στη σημερινή της θέση. Η Λητώ είχε βρει πια τόπο να γεννήσει. Και ήρθαν να τη βοηθήσουν και άλλες θεές, παλιές και νέες, η Ρέα, η Θέμιδα, η Αμφιτρίτη ανάμεσα τους.

Όμως, η Λητώ πάλι δε μπορούσε να γεννήσει. Επτά μερόνυχτα ταλαιπωρούνταν χωρίς να μπορεί να ελευθερωθεί. Οι άλλες κατάλαβαν ότι έπρεπε να βρεθεί η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Την είχε απομονώσει η Ήρα στον Όλυμπο, μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο, για να μη βλέπει και να μην ακούει τι γίνεται στον κόσμο. Έστειλαν την ίριδα να τη βρει. Πείστηκε να πάει. Γεννήθηκε ο θεός Απόλλωνας. Την επόμενη μέρα στο διπλανό νησί γεννήθηκε η Άρτεμη. Η Δήλος έγινε τόπος λατρείας του θεού Απόλλωνα, του θεού του φωτός.

Η Δήλος στο αθηναϊκό άρμα

Ριζωμένη στα νοτιοδυτικά της Μυκόνου, είναι γνωστή ως Μικρή Δήλος, σε αντιδιαστολή με τη Ρήνεια, τη Μεγάλη Δήλο. Διαθέτει ένα από τα πιο ασφαλή φυσικά λιμάνια, αλλά συνδέεται με καΐκι με τη Μύκονο, στην οποία ανήκει διοικητικά.

Κατοικήθηκε αρχικά από Μινωίτες και τον 12ο αιώνα π.Χ. από Μυκηναίους. Δύο αιώνες αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί Ίωνες που έφεραν εκεί τη λατρεία στη Λητώ και τα παιδιά της, Απόλλωνα και Άρτεμη.

Τον 7ο π.Χ. αιώνα η Δήλος αναδείχτηκε σε ιερό κέντρο αμφικτιονίας των Κυκλαδιτών Ιώνων, κάτω από την προστασία της Νάξου. Ιωνική πόλη και η Αθήνα, μπήκε στη δηλιακή αμφικτιονία και ανέλαβε την κηδεμονία της Δήλου. Στα 543 π.Χ., ο τύραννος της Αθήνας Πεισίστρατος προχώρησε σε κάθαρση του ιερού. Μετά το νησί πέρασε στη σύντομη κυριαρχία του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη.

Ο Πέρσης στρατηγός, Δάτις, που πέρασε από εκεί στα 490 π.Χ. πλέοντας προς την Εύβοια και την Αττική, σεβάστηκε τη Δήλο ως τόπο ιερό και δεν την κατέλαβε. Δέκα χρόνια αργότερα όταν ο περσικός κίνδυνος εξέλιπε, η ιδέα μιας μεγάλης συμμαχίας είχε ωριμάσει: η Δήλος έγινε το κέντρο της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία συμμετείχαν 300 πόλεις. Στο νησί είχαν εγκαταστήσει το Κοινό Ταμείο.

Προοδευτικά όμως η συμμαχία μετατράπηκε σε ηγεμονία της Αθήνας. Στα 456 π.Χ. το Ταμείο μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη, ενώ οι Αθηναίοι επενέβησαν ανοιχτά στη διοίκηση του ιερού. Στα 46 π.Χ. διέταξαν «γενική κάθαρση» του νησιού και απαγόρευσαν να γεννιούνται και να πεθαίνουν άνθρωποι στη Δήλο. Οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Ρήνεια, αλλά, την επόμενη χρονιά, τους επετράπη να επιστρέψουν. Η διοίκηση και τα οικονομικά του ναού είχαν αναλάβει να διαχειρίζονται τέσσερις αμφικτίονες Αθηναίοι.

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την ήττα της Αθήνας η Δήλος πέρασε στην επιρροή της Σπάρτης. Σύντομα όμως οι Αθηναίοι συνήλθαν, ανασύστησαν την συμμαχία και επέβαλαν την κηδεμονία τους στο νησί. όσο διαρκούσε η αθηναϊκή ηγεμονία, ανά τέσσερα χρόνια και μήνα Μάιο, τελούσαν στη Δήλο την εορτή των Δηλίων. Οι Αθηναίοι έστελναν «θεωρούς» και «χορούς». Ο αρχηγός της «θεωρίας» επέβαινε σε πλοίο που ονομαζόταν «δηλία»ή «θεωρία ναυς». Μόλις ο αρχηγός της αποστολής πατούσε στη Δήλο, κατευθυνόταν στο ναό και έψελνε τον «προσόδιον», ύμνο που περιέγραφε όσα πέρασε η Λητώ ώσπου να γεννήσει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Μετά τις θυσίες βοδιών ακολουθούσαν αγώνες: στίβου, ιππικοί και μουσικοί. Η εορτή τελείωνε με παραστάσεις δράματος και συμπόσια. Η όλη ιστορία ήταν τόσο σεβαστή και ιερή, ώστε όσο έλειπαν από την Αθήνα οι «θεωροί» αναστέλλονταν οι εκτελέσεις θανατικής ποινής.

Το πρόβλημα της Δήλου

Το 315 π.Χ., όταν ο Πτολεμαίος έγινε κυρίαρχος του Αιγαίου, Οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τη κηδεμονία της Δήλου, η οποία ανέκτησε την ανεξαρτησία της. Ως το 166 π.Χ., οπότε το νησί αποδόθηκε πάλι στην Αθήνα, η Δήλος έζησε τη χρυσή 150ετία της. Αναδείχτηκε για άλλη μια φορά κέντρο συνομοσπονδίας των νησιών, ενώ το ιερό της κατακλύσθηκε από πλούσια αναθήματα. Στην εποχή αυτή ανήκουν τα πιο πλήρη επιγραφικά μνημεία της.

Τοπικός άρχοντας, μια γερουσία και η εκκλησία του δήμου διαχειρίζονταν τις υποθέσεις του δηλιακού λαού. Την εποπτεία του ναού ασκούσαν τέσσερις ιεροποιοί, ιερείς και ταυτόχρονα διαχειριστές της περιουσίας του θεού, όλοι με ετήσια θητεία. Κάποια στιγμή οι κάτοικοι της Δήλου απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών με το ερώτημα: τι να κάνουν με το βωμό του Απόλλωνα που τους φαινόταν μικρός. Πολύ σοβαρά η Πυθία απάντησε να διπλασιάσουν τον όγκο του. Ποτέ δεν κατάφεραν να λύσουν να βρουν τη λύση, γιατί ο βωμός είχε σχήμα κύβου και οι τότε μαθηματικοί διέθεταν μόνο διαβήτες και χάρακες για να λύσουν γεωμετρικά προβλήματα, χρησιμοποιώντας ευθείες και κύκλους.

Το όλο ζήτημα («να βρεθεί η ακμή κύβου διπλάσιου όγκου από άλλο δοθέντα κύβο») αποκλίθηκε «δήλιον πρόβλημα». Ούτε σήμερα έχει απαντηθεί καθώς η άλγεβρα μόνο κατά μεγάλη προσέγγιση δίνει λύση.

Στα 250 π.Χ. στο νησί φάνηκαν οι Ρωμαίοι. Αρχικά, έστησαν εταιρεία εμπόρων και τραπεζιτών που με την υποστήριξη της Ρώμης απέκτησαν μεγάλη δύναμη στη Δήλο. Στα 166 π.Χ. μετά την ήττα του Μακεδόνα Περσέα, η ρωμαϊκή σύγκλητος παρέδωσε το νησί στην κηδεμονία της Αθήνας.

Η Δήλος έγινε αθηναϊκή κτήση με τους Ρωμαίους ουσιαστικούς κυριάρχους. Οι Αθηναίοι εγκατέστησαν εκεί κληρουχία (στρατιωτική αποικία με διανομή κλήρων -αγροτεμαχίων- στους στρατιώτες, αντί αμοιβής για την εκεί θητεία τους). Από το 146 π.Χ., οπότε και αρχίζει ουσιαστικά η ρωμαϊκή κατάκτηση στην Ελλάδα το νησί γνώρισε μεγάλη ακμή. Εξελίχθηκε σε δυναμικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, καθώς βρέθηκε στο σταυροδρόμι θαλάσσιων επικοινωνιών από την Ανατολή στην Ελλάδα και τη Ρώμη και αντίστροφα.

Η Δήλος εγκαταλείπεται

Στους πολέμους της Ρώμης με τους Πάρθους η Αθήνα πήγε με το βασιλιά Μιθριδάτη, ενώ η Δήλος έμεινε πιστή στη ρωμαϊκή δημοκρατία (88π.Χ). Το νησί αφαιρέθηκε από την εποπτεία της Αθήνας, αλλά γνώρισε μεγάλες καταστροφές και λεηλατήθηκε άγρια από τους Πάρθους στρατηγούς του Μιθριδάτη, Αρχέλαο και Μηνοφάνη.

Όμως, στο Αιγαίοι δρούσαν οι πειρατές Αθηνόδωρος και Ισίδωρος, που αψηφούσαν τους Ρωμαίους και τρομοκρατούσαν τους νησιώτες. Στα 69 π.Χ. κυρίευσαν τη Δήλο, κατέστρεψαν τα ιερά και τους ναούς, αιχμαλώτισαν τους κατοίκους για να τους πουλήσουν δούλους και αποχώρησαν. Δύο αιώνες αργότερα όταν ο περιηγητής Παυσανίας ασχολήθηκε με το νησί, η Δήλος κατοικούνταν μόνο από τους φύλακες του ναού. Στα επόμενα χρόνια η Δήλος λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε πολλές φορές. Τελευταίοι το κούρσεψαν οι Ιωαννίτες Ιππότες (1533μ.Χ.).

Μετά η έρημη Δήλος μεταβλήθηκε σε λατομείο για τις ανάγκες των Βενετών και των Τούρκων που έχτιζαν κάστρα στα γύρω νησιά. Ως μια από τις Κυκλάδες πέρασε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος του 1830. Στα 1873 αποστολή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής πήρε άδεια να ανασκάψει το νησί. Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως σπουδαία ευρήματα. Σοβαρή δουλειά έκαναν στη Δήλο και οι Έλληνες Αρχαιολόγοι: Π.Καββαδίας, Α. Κεραμόπουλος, και άλλοι.

Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Αθήνη (19ος αιώνας)

Η Αθήνα ονομάζεται σήμερα Αθήνη και δεν παύει να είναι σημαντική τόσο στην έκταση της όσο και στον αριθμό των κατοίκων της. Σε αυτήν απολαμβάνει κανείς την ευχάριστη θερμοκρασία τα και το γαλήνιο ουρανό της. Ο αέρας της είναι καθαρός και υγιεινός, αν και λιγότερο γλυκός και ευχάριστος από της Ιωνίας.

Αθήνη
Δυτική άποψη της Ακρόπολης από τα Προπύλαια
Έγχρωμη χαλκογραφία

Η πόλη απλώνεται κάτω από την Ακρόπολη, χωρίς να περιλαμβάνει, όπως άλλοτε, το βράχο. Αντίθετα, επεκτείνεται προς την πεδιάδα, κυρίως δυτικά και βορειοδυτικά. Καθώς συνεχώς τη λεηλατούσαν οι πειρατές, επιχείρησαν να προστατεύσουν τις διόδους από κάθε εχθρική επίθεση. Το 1676 έκλειναν τακτικά τις πόρτες μετά τη δύση του ηλίου. Η πόλη παραμένει και πάλι ανοιχτή σήμερα, μολονότι υπάρχουν πολλές πύλες και η τούρκικη φρουρά αρέσκεται σε μεταμεσονύχτιες περιπολίες. Είναι πιθανόν κάποιοι όγκοι από τούβλα, που απλώνονται σκόρπια έξω από την πόλη, να ανήκαν στο αρχαίο τείχος του οποίου βρίσκουμε ακόμη και άλλα ίχνη. Γενικά τα σπίτια είναι χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς οικοδομική γραμμή. Ωστόσο, κάποια από αυτά έχουν αρκετά μεγάλες αυλές μπροστά. Οι στενοί και ιδιαίτερα ακανόνιστοι δρόμοι περιστοιχίζονται από υψηλά τείχη όπου, όντας κατά το σύνηθες ασπρισμένοι, αντανακλούν οι καυτές ακτίνες του ήλιου με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν μπορείς να τους διασχίσεις χωρίς αν ενοχληθείς από τη ζέστη. Εξάλλου και παλαιότερα δεν ήταν καλύτερα σχεδιασμένοι, δεν υπήρξαν ποτέ ούτε ωραίοι ούτε ομοιόμορφοι.

Στην Αθήνη δεν υπάρχει άλλο νερό πέρα από αυτό που κατεβαίνει από το όρος Υμηττός σε αυλάκια, και αυτό βγάζει μία μεγάλη πηγή στο κέντρο του «παζαριού» -στην πλατεία της αγοράς. Οι Τούρκοι διέθεταν πολλά τζαμιά και δημόσια λουτρά. Οι Έλληνες έχουν και αυτοί ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια και σημαντικό αριθμό εκκλησιών, όπου η λειτουργία τελείται κανονικά. Ανεξάρτητα δε από αυτά τα κτίσματα, διαθέτουν επίσης αναρίθμητα παρεκκλήσια και τόπους προσευχής, τμήματα των οποίων ορισμένα ερειπωμένα  έχουν χρησιμοποιηθεί στα τείχη. Προσέρχονται εκεί την ημέρα της εορτής των Αγίων στους οποίους είναι αφιερωμένα, τοποθετούν πάνω σε ένα τραπέζι μια εικόνα ή ένα άγαλμα του εορτάζοντος Αγίου και το αποσύρουν με το πέρας της τελετής.

Η Ακρόπολις, το Άστυ, αποτελούσε την πόλη που ίδρυσε ο Κέκροπας. Σήμερα δεν είναι πια παρά ένα απλό φρούριο, το οποίο περιβάλλει  ένα παχύ άνισο τείχος, απλώνεται ως το χείλος των γκρεμών, εσωκλείοντας μία ευρεία τοποθεσία, σχεδόν δύο φορές το μήκος και το πλάτος της. Στο εξωτερικό της, και ιδίως στις δύο ακραίες γωνίες της, βρίσκονται ακόμη τμήματα από τα αρχαία τείχη, που σε διάφορα σημεία, επισκευάστηκαν με κομμάτια από κολόνες και μάρμαρα που ανασύρθηκαν από τα ερείπια.

Λίγο μετά την άφιξή μας, είχαμε ξοδέψει ένα αξιοσέβαστο ποσό για να επισκευαστεί η πλευρά προς τον Υμηττό, είχαμε ήδη μεταφέρει το συνεργείο στο άκρο προς το Πεντελικόν, αλλά ελλείψει χρημάτων, υποχρεωθήκαμε να απολύσουμε τους εργάτες. Τη φρουρά αποτελούσαν ελάχιστοι Τούρκοι με τις οικογένειες τους, αποκαλούμενοι από τους Έλληνες Καστριανοί, στρατιώτες του κάστρου. Κάθε βράδυ, οι σκοποί φωνάζουν από το πόστο τους, πάνω από την πόλη, για να ακουστεί πως πράγματι είναι εκεί. Τα καταλύματά τους ξεχωρίζουν στην πολιτεία, την πεδιάδα, τον κόλπο, μα όσο ελκυστικό κι να είναι αυτό το σημείο, ο δυνατός αέρας και η έκθεση σε άλλα απρόοπτα, ωθούν όσους έχουν την ελευθερία και τη δυνατότητα να ζουν κάτω, όταν δεν είναι υπηρεσία. Ο βράχος, που έχει κάποιο ύψος, είναι απόκρημνος, απροσπέλαστος από παντού, πλην της μπροστινής πλευράς που κοιτάζει τον Πειραιά. Από τούτη την πλευρά υψώνεται, περίπου σε απόσταση κανονιοβολής, μία μακρά οροσειρά. Η Ακρόπολη στερείται πλήρως πόσιμου νερού και προς αναπλήρωση αυτής της έλλειψης καθημερινώς μουλάρια και γάιδαροι μεταφέρουν πήλινα σταμνιά, που είναι υποχρεωμένοι να γεμίζουν από κάποιον αγωγό μες στην πόλη.

Η Ακρόπολη άλλοτε αποτελούσε ευρύ αντικείμενο παρατηρήσεων για λάτρεις και περίεργους. Πλήρης από δοξαστικά μνημεία των Αθηναίων, παρουσίαζε επίσης μια αληθινά θαυμαστή συγκέντρωση πολύτιμων αντικειμένων, όπου η ομορφιά, ο πλούτος, η μεγαλοπρέπεια και η τέχνη έλαμπαν το ίδιο, έμοιαζαν μάλιστα να διεκδικούν, σε ευγενή άμιλλα, την υπεροχή. Με μια λέξη, έμοιαζε σπονδή στην προστάτιδα θεά Αθηνών, όντας τόσο αξιολάτρευτη χάρη στην τελειότητα όλων των χώρων όσο και εκπληκτική χάρη στα αμύθητα πλούτη που είχαν αφιερώσει. Έτσι, ο Ηλιόδωρος, ο επονομαζόμενος Περιηγητής, χρειάστηκε δεκαπέντε βιβλία για την πλήρη περιγραφή τους. Ήταν τόσο πολλά και τόσο όμορφα τα αγάλματα, τα σπαράγματα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα αξιοθέατα κάθε είδους, που προμήθευαν στον Πολέμονα τον Περιηγητή υλικό ικανό να γεμίσει τέσσερις τόμους. Μάλιστα ο Στράβων βεβαιώνει ότι θα χρειάζονταν άλλοι τόσοι αν ήθελε κανείς να μιλήσει κατά τον ίδιο τρόπο για τα άλλα μέρη της Αθήνας και της Αττικής. Ιδιαίτερα ο αριθμός των αγαλμάτων ήταν εκπληκτικός.

Ο Τιβέριος Νέρων, παθιασμένος με παρόμοια έργα τέχνης, λεηλάτησε την Ακρόπολη, καθώς και τους Δελφούς και την Ολυμπία. Ωστόσο παρέμεναν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες μέσα στην Αθήνα και σε αυτές τις δύο πόλεις, την εποχή του Πλινίου, και μάλιστα λέγεται ότι ο Παυσανίας έμεινε έκθαμβος από το πλήθος των αντικειμένων που είχε να περιγράψει. Αυτό το θεσπέσιο συμπόσιο των αισθήσεων έχει εξαφανιστεί πολύ καιρό τώρα, και σήμερα δεν απομένει παρά η αφήγηση ενός ονείρου. Παρ’ όλ’ αυτά, ο θεατής βλέπει ακόμη με ενδιαφέρον αυτά τα κομμάτια από μάρμαρο ανάκατα σε παλιοκαλύβες με επίπεδη οροφή και κτισμένες πάνω τα ερείπια. Θλιβερά απομεινάρια του λαμπρότερου των λαών. Είναι ωστόσο πάλι αυτά τα υπολείμματα, που, ορατά από τη θάλασσα, έκαναν γνωστή τη σύγχρονη Αθήνα. Όσο γι’ αυτούς που ανέφεραν ότι αυτή η αρχαία πόλη δεν ήταν πια παρά ένα μικρό χωριό, πρέπει, χωρίς αμφιβολία, χάριν αστειότητας, όταν κοιτούσαν την Ακρόπολη να είχαν στρέψει το κιάλι τους προς την πλευρά που μικραίνει τα αντικείμενα.

Όταν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια που κύλησαν και τις άπειρες μεταβολές που δοκίμασαν την Αθήνα, δεν μπορεί να μην εκπλαγεί από το ότι έστω και ένα μέρος αυτής της πόλης μπόρεσε να ξεφύγει από τις φθορές του χρόνου, και η τοποθεσία της να προσφέρει ακόμη ένα ανεξάντλητο θησαυρό πραγμάτων άξιου ενδιαφέροντος. Ο Κικέρων μας παρουσιάζει τον Αττικό να συγκινείται περισσότερο με την ανάμνηση των λαμπρών ανδρών που γέννησε η πόλη, παρά με τη θέα των υπέροχων κτισμάτων και των θαυμάσιων έργων, όσον αφορά την τέχνη και την παλαιότητα, με τα οποία ήταν τότε γεμάτη, και μπορώ προσωπικά να σας βεβαιώσω πως ο ταξιδιώτης, στη θέα και μόνο της Αθήνης, δεν χρειάζεται να διεγείρει, τη φαντασία του για να γευτεί, ακόμη και σήμερα, ανείπωτη χαρά και ευχαρίστηση.

Μπορούμε να δούμε τους σημερινούς Έλληνες ως εκπροσώπους των αρχαίων Αθηναίων. Κατά την αποβίβαση μας στον Πειραιά, ένας άρχοντας ήρθε από την πόλη να μας υποδεχτεί. Ίσως φανταστεί κανείς ότι αυτό το αξίωμα διατηρεί ακόμη και σήμερα κάποιο μερίδιο αίγλης με την οποία είχε ιστορικά περιβληθεί. Μα η αλήθεια είναι πως οι άρχοντες δεν φέρουν παρά ένα μάταιο όνομα, δεν  ξεχωρίζουν από τους άλλους παρά από το μεγάλο γούνινο σκούφο, την ποιοτικότερη και πλουσιότερη σχετικά με την κατωτέρων τάξεων ένδυσή τους. Ορισμένοι μάλιστα κρατούν κατάστημα στην αγορά, άλλοι είναι έμποροι ή κτηματίες με κοινά εισοδήματα. Οι αρχοντικές οικογένειες, δηλαδή αυτές από τις οποίες επιλέγονται οι άρχοντες, είναι οχτώ ή δέκα τον αριθμό, οι περισσότερες σε φθίνουσα κατάσταση. Ο άρχοντας που ήρθε προς προϋπάντηση μας ήταν από μια οικογένεια που θέλει να συγκαταλέγεται στις παλαιότερε, και που κατ’ αυτόν εγκαταστάθηκε στην Αθήνη τριακόσια χρόνια πριν, δηλαδή μετά τη βασιλεία του του Μωάμεθ του Β΄. Η περιουσία τους είχε πληγεί πολύ από τους εκβιασμούς ενός βοεβόδα, αλλά είχαν καλύψει τις απώλειες μέσω του εμπορίου και της μονιμοποίησης τους σε μικρές διοικητικές θέσεις.

Η απλή λαϊκή ενδυμασία είναι η τόκα από κόκκινο ύφασμα, ένα είδος γιλέκου, μια ζώνη που καλύπτει τη μέση, φαρδιές βράκες -είδος παντελονιού- που δένονταν με χοντρό κόμπο μπροστά, καθώς και ένα μακρύ ρούχο ριγμένο στην πλάτη μάλλινο ή γούνινο, χρήσιμο για τα κρύα. Άδικα επιδίδονται στις πιο ευτελείς και ταπεινές εργασίες, πρέπει να κοπιάσουν πολύ ακόμα για να κερδίσουν τόσο όσα χρειάζονται για να επιβιώσουν, να πληρώσουν το φόρο τους και να αγοράσουν ρούχα για τις γιορτινές μέρες, τότε που ο καθένας θέλει να παρουσιαστεί καλύτερα ντυμένος από τους άλλους, μιας και η υπερηφάνεια ξεπερνά τη φτώχεια τους. 

Richard Chandler

Δρόμοι της Αθήνας

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν από τα λιμάνια στην Αθήνα. Κοντά στο Φάληρο υπήρχε ένας ναός και ένα άγαλμα της Ήρας. Αυτό το οικοδόμημα, καμένο κατά το ήμισυ, τότε δεν είχε ούτε πόρτα, ούτε οροφή και έμενε, όπως και ένας ναός της Δήμητρας κοντά στο λιμάνι, εγκαταλελειμμένο και ανεπισκεύαστο, να διαιωνίζει την ανάμνηση της οργής των βαρβάρων που κατέκλυσαν αυτή τη χώρα με την καθοδήγηση του Μαρδόνιου.

Δρόμοι της Αθήνας
Παζάρι της Αθήνας

Ο τάφος της Αμαζόνας Αντιόπης βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την είσοδο της πόλης και στον άλλο δρόμο που πήγαινε από τον Πειραιά στην Αθήνα βλέπαμε τα ερείπια των τειχών που ανηγέρθησαν από τον Κόνωνα και τάφους μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν ιδιαίτερα του Μενάνδρου και του Ευρυπίδη. Ο τάφος αυτού του τελευταίου ποιητή δεν ήταν παρά ένα κενοτάφιο ή καλύτερα ένα απλό ανάχωμα που δεν περιείχε καν τις στάχτες του. Βλέπαμε απέναντι από την πύλη της πόλης έναν τάφο πάνω στον οποίο ο Πραξιτέλης είχε αναπαραστήσει έναν όρθιο πολεμιστή, δίπλα στο άλογο του. Τα περιφράγματα που κατασκεύασαν στους δύο αυτούς δρόμους επέφεραν κάποιες αλλαγές στην πορεία τους. Αλλά μπορούμε να βεβαιώσουμε πως οι δρόμοι είχαν σχεδόν την ίδια κατεύθυνση και ότι ήταν ελάχιστα απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον.

Αφού είχαμε περάσει το σημείο που καταλάμβανε το θέατρο και την άκρη της βραχώδους χερσονήσου, βρήκαμε στα δεξιά μας ένα έδαφος ενιαίο και λιθόστρωτο που αποτελούσε πιθανόν την Αγορά, το πιο απομακρυσμένο σημείο του Πειραιά. Λίγο πριν, στην άκρη του δρόμου, έχει μια όμορφη αυλή που περιβάλλεται από έναν τοίχο ελάχιστα υψωμένο και φτιαγμένο αναμφίβολα με τα ερείπια του τείχους του ναού της Ήρας. Στη συνέχεια μπήκαμε στους αμπελώνες, ελαιώνες, και βαμβακοκαλλιέργειες. Είδα πάνω σε ένα δέντρο ένα είδος κρεβατιού προστατευμένο από κλαδιά που εξυπηρετούσε τη φρουρά, η οποία είχε εγκατασταθεί εκεί για να επιτηρεί κατά τη διάρκεια του τρύγου.

Ο άσχημος καιρός που υποστήκαμε στη θάλασσα ήταν το ίδιο αισθητός στην Αττική, όπου τις ισχυρές βροχοπτώσεις συνόδευαν βροντές και τρομερές αστραπές. Η γη είχε πλημμυρίσει, με αποτέλεσμα πολλές απώλειες και καταστροφές. Ένας Αλβανός χωρικός περίμενε την επιστροφή του άρχοντα για να του παρουσιάσει τα υπέροχα σταφύλια του, που με τη σειρά του είχε την καλοσύνη να μας προσφέρει. Οι άρχοντες είναι οι πρόκριτοι, που σήμερα αποκαλούνται επίτροποι. Συναντήσαμε έναν άλλον Αλβανό, ενώ γύριζε με ένα ασκί στην πλάτη. Μας το δάνεισε για να τραβήξουμε νερό από ένα πηγάδι, περίπου στα μισά του δρόμου από το λιμάνι στην πόλη.

Πέρα από τα αμπέλια υπάρχουν οι δημόσιες δεξαμενές, από όπου διανέμεται νερό αναγκαίο για να ποτιστούν οι κήποι και οι ευρισκόμενοι χαμηλότερα μπαξέδες. Στους ιδιοκτήτες αφήνεται η πρωτοβουλία να δώσουν στο νερό την πορεία που κρίνουν κατάλληλη, έναντι ορισμένου ποσού ανά ώρα, τιμή που κατεβαίνει ή ανεβαίνει ανάλογα με την αφθονία ή την έλλειψη του νερού. Μπροστά υπάρχει μία κλαίουσα. Κοντά της τοποθέτησαν ένα μάρμαρο που φέρει μία επιτάφια επιγραφή, αρχαία και με ωραίους χαρακτήρες. Πέρα από τις δεξαμενές και μπροστά από το φρούριο υψώνεται το βουνό, που από παλιά ονομάζεται Λυκαβηττός. Αυτό το βουνό, φημισμένο κατά το παρελθόν για τις ελιές του, είναι σήμερα καλυμμένο από άγριες φασκομηλιές και άλλα φυτά, εκτός από τα σημεία όπου δεν υπάρχει αρκετό χώμα. Είδαμε πίσω από τις δεξαμενές ένα μαρμάρινο άγαλμα, πιστέψαμε πως αναπαριστά ένα φιλόσοφο, καθιστό. Ήταν χωμένο μες στη γη και το πρόσωπο του είχε υποστεί ζημιές πρόσφατα, αφού, όπως μας είπαν, ήταν ακέραιο όταν το ανακάλυψαν πριν μερικά χρόνια.

Ο δρόμος κόβεται από τις δεξαμενές και σχηματίζει πολλούς παραδρόμους που διασχίζουν τον κάμπο από κάθε του πλευρά και του οποίου η όψη δεν δείχνει καθόλου εύφορη. Ο δρόμος αριστερά του Λυκαβηττού, που άλλοτε οδηγούσε στην πύλη του Πειραιά, τώρα περνάει ανάμεσα από τον απομονωμένο ναό του Θησέα και το γυμνό βράχο του Αρείου Πάγου, από όπου αρχίζει η πόλη. Επίσης στην ίδια πλευρά βρίσκεται ένα μονοπάτι που οδηγεί πάνω στο Λυκαβηττό. Πήραμε το δεξιό δρόμο από τον οποίο, σε κάποια απόσταση  από τις δεξαμενές δια μέσου ενός περάσματος του βουνού, ξεκόβει ένα μονοπάτι βραχώδες, φθαρμένο από ίχνη τροχών, που χωρίζει το λόφο του Μουσείου από αυτόν του Λυκαβηττού. Αυτός ο δρόμος οδηγούσε άλλοτε στην πύλη Μελίτη, ευρισκόμενη απέναντι από το φρούριο.

Συνεχίσαμε την πορεία μας στον κάμπο και διασχίσαμε τον Ιλισό, που τότε ήταν στεγνός. Στα αριστερά μας φαίνονταν οι πόρτες αρχαίων τάφων, φτιαγμένων μέσα στο βράχο, το Μουσείο και από πάνω, το μαρμάρινο μνημείο του Φιλοπάππου και επιτέλους η αγέρωχη Ακρόπολη, κάτω από την οποία περάσαμε. Είδαμε μπροστά μας έναν ναό κτισμένο στην απέναντι όχθη του Ιλισού και μερικούς πανύψηλους στύλους, εκπληκτικού μεγαλείου, μεγαλοπρεπή ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός. Φθάσαμε στο γαλλικό μοναστήρι, που βρίσκεται στο άκρο της πόλης. Η επιβλητική κατάσταση, η υπεροχή αυτού του οικοδομήματος, η φήμη και η μεγαλοσύνη των ερειπίων που μόλις συναντήσαμε, το όλον μας ενέπνεε ανάμικτα συναισθήματα ευχαρίστησης, θαυμασμού και θλίψης, που είναι αδύνατον να αποδοθούν σωστά.

Richard Chandler

Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία

Αν η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία έγινε δυνατό να πάρει σάρκα και οστά το τρίτο έτος μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (επί Τιμοσθένους άρχοντος το 478/7π.Χ.), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αυτό οφείλεται στην αφάνταστη τύχη που είχαν οι Αθηναίοι να διαθέτουν έναν στρατηγό με την αρετή και την ευμένεια του Αριστείδη. Η θαυμάσια συμπεριφορά και η άψογη προσωπικότητα του δημιούργησαν τόση εμπιστοσύνη και συμπάθεια, ώστε οι σύμμαχοι, οι αγανακτισμένοι από την τυραννική στάση του Παυσανία, -εκτός από τους πιστούς στη Σπάρτη Πελοποννήσιους- «ώσπερ από μιας ορμής αποκλίναι προς τους Αθηναίους».

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία
Δήλος, η έδρα της Α΄ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας υπήρξε η πολιτική του Θεμιστοκλή, που είχε αναδείξει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διεκδικεί το 478/7π.Χ. την πανελληνία ηγεσία και να προσβλέπουν σ΄ αυτήν οι σύμμαχοι, βέβαιοι πως θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία τους από τους Πέρσες, συγχρόνως όμως και την αυτονομία τους, εφόσον ήταν πόλη με αναντίρρητη δημοκρατική αγωγή.

Είναι ελάχιστα τα στοιχεία που δίνουν οι αρχαίες πηγές γι΄ αυτή τη συγκλονιστική επιχείρηση των Αθηναίων: σποραδικές πληροφορίες μόνο, ενώ μένουν αναρίθμητα κενά για βασικά θέματα. Η κύρια αυθεντική πηγή είναι οι φορολογικοί κατάλογοι των συμμαχικών πόλεων, που από το 454π.Χ., όταν μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα το ταμείο της συμμαχίας, συντάσσονταν κάθε χρόνο. Και αυτοί όμως δεν είχαν διατηρηθεί ολόκληροι και, κυρίως, αναφέρονται σε μεταγενέστερο στάδιο της συμμαχίας, όταν ήδη είχαν γίνει μεταβολές και στο πνεύμα και τις λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Οι Αθηναίοι απότερο σκοπό είχαν τη δημιουργία μιας συμμαχίας αντίστοιχης της Πελοποννησιακής συμμαχίας που είχαν δημιουργήσει οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Η δημιουργία μιας συμμαχίας που θα εξασφάλιζε πλήθος νέους ορίζοντες για την Αθήνα -αξιοποίηση του στόλου της και προϋποθέσεις για κυριαρχία της στο ελληνικό εμπόριο- πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή και ήταν συνέπεια του ναυτικού του προγράμματος. Δίκαια έχουν υποστηρίξει ιστορικοί ότι η συμμαχία ήταν «το πνευματικό του τέκνο». Αν όλα προχωρούσαν ευνοϊκά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα ήταν εξασφαλισμένη για την Αθήνα η πρώτη θέση στην Ελλάδα και στον μικρασιατικό ελληνισμό, ενώ θα ανοίγονταν προοπτικές επέκτασης προς τη Δύση οπότε η Αθήνα θα έβρισκε εκεί νέες αγορές και θα δυνάμωνε την επιρροή της, όπως είχε υπολογίσει ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο.

Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε ως σκοπό να πάρουν εκδίκηση οι Έλληνες για όσα έπαθαν από τους βαρβάρους, λεηλατώντας τη χώρα του Πέρση βασιλιά. Ύστερα, συμφωνήθηκε να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έδωσαν τον απαραίτητο όρκο: Έριξαν πυρακτωμένους «μύδρους» από σίδερο στη θάλασσα, πράξη που συμβόλιζε ότι η συμφωνία που έγινε θα λυνόταν, όταν μόνο αν ανέβαινε το σίδερο ξανά στην επιφάνεια. Επομένως, η διάρκεια της θα ήταν απεριόριστη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ένα πολύ βασικό σημείο για την εξέλιξη της, γιατί στον πρώτο ενθουσιασμό οι σύμμαχοι, όταν ο περσικός κίνδυνος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους, δέχθηκαν να αναλάβουν σοβαρές υποχρεώσεις, που αργότερα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, δεν επιθυμούσαν πια να τις εκτελούν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν με γάλα προβλήματα και, τελικά, συγκρούσεις.

Όταν καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμάχων, αποφασίσθηκε τη διοίκηση του συμμαχικού ναυτικού να αναλάβει η Αθήνα. Κάθε πόλη θα κατέβαλε «φόρο», δηλαδή εισφορά. Έχει συζητηθεί πολύ αν ο πρώτος φόρος ορίστηκε στα 460 τάλαντα το χρόνο. Παρ΄ όλες τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αρχικά κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε, ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, όπως το βεβαιώνει, χωρίς καμιά αμφιβολία ο Θουκυδίδης. Αποφασίστηκε αυτό το ποσό να το ορίσει ο Αριστείδης. Τότε αποφασίστηκε πόσα πλοία θα προσέφερε κάθε πόλη.

Αφού τελείωσε η σύνοδος στη Δήλο, ο Αριστείδης είχε να επιτελέσει το δύσκολο έργο του καθορισμού του ποσού του «φόρου» για κάθε πόλη. Το ποσό των 460 ταλάντων αντιστοιχούσε στις πολεμικές δαπάνες της συμμαχίας. Καταμερίστηκε στις πόλεις ανάλογα με βάση την έκταση και την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Οι πόλεις που ορίστηκε να παραδίδουν πολεμικά πλοία, έδιναν τόσα όσα αντιστοιχούσαν στο φόρο που τους αναλογούσε. Ο Αριστείδης για να εξακριβώσει το «φόρο» που έπρεπε να καταβάλει κάθε πόλη έκανε αρκετά ταξίδια για επιτόπιες έρευνες. Σε αυτή την εργασία, που τελείωσε μέσα στο 477π.Χ., ο Αριστείδης οφείλει το προσωνύμιο «Δίκαιος».

Κέντρο της συμμαχίας αποφασίστηκε να είναι η Δήλος. Εκεί στο ναό του Απόλλωνα, θα γίνονταν οι «σύνοδοι» και θα φυλασσόταν το ταμείο της συμμαχίας υπό την προστασία του θεού. Η είσπραξη του συμμαχικού φόρου ανατέθηκε στους «Ελληνοταμίες», που θα ήταν Αθηναίοι και θα τους εξέλεγε η πόλη τους. Επειδή ο σκοπός της συμμαχίας ήταν ο αμυντικός ή ο επιθετικός πόλεμος εναντίον των Περσών, μέλη τις διάφορες ελληνικές πόλεις και απώτερη επιδίωξη να αντιπροσωπεύεται σε αυτήν ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο τίτλος «Ελληνοταμίες» έχει πανελλήνιο χαρακτήρα και αντιστοιχεί στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επίσης αντιπροσωπεύονταν όλοι οι Έλληνες.

Μέλη της συμμαχίας, εκτός από την Αθήνα, ήταν οι: Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, Θάσος, Νάξος, οι οποίες έδιναν πλοία. Πόλεις όπως οι: Άργιλος, Στάγιρος, Άκανθος, Σκώλος, Όλυνθος και Σπάρτωλος πλήρωναν αρχικά φόρο. Εκτός από τις πόλεις της Ιωνίας και της αιολικές πόλεις, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, πόλεις στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης, πόλεις της Προποντίδας και άλλες, αργότερα και οι δωρικές αποικίες της Μικράς Ασίας έγιναν μέλη. 

Τον καιρό της ακμής της η συμμαχία κυριαρχούσε απόλυτα στο Αιγαίο, από τα μικρασιατικά παράλια ως την Εύβοια, και από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής ως τη Ρόδο. Το 425π.Χ. είναι γνωστό ότι τα μέλη ήταν περίπου 400. Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσα μέλη ήταν στην αρχή. Υπάρχει ακόμα άγνοια για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις «συνόδους» και το αν πήγαιναν από την αρχή  οι εκπρόσωποι των μελών και στην Αθήνα για συζητήσεις.

Από την πρώτη στιγμή ένα πράγμα είναι φανερό, πως η αρχική οργάνωση έδινε όλη την ευχέρεια να μεταβληθεί η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία σε αττική ηγεμονία. Η πανίσχυρη θέση της Αθήνας, όπως και η αόριστη διάρκεια της συμμαχίας στάθηκαν τα δύο σημεία που προδίκασαν τη μεγάλη εξέλιξη, αλλά και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα ο σπουδαίος αυτός συμμαχικός οργανισμός.  

Σκύρος και Κάρυστος

Σκύρος και Κάρυστος, ένα νησί και μια πόλη που δεν είχαν γίνει μέλη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η πρώτη γιατί είχε καταληφθεί από πειρατές και η δεύτερη γιατί τηρούσε ουδετερότητα ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τους Πέρσες. Το να τις πάρουν με το μέρος τους οι Αθηναίοι ήταν ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συμμαχία λόγω των γεωστρατηγικών θέσεων τους, αφού οι εμπορικοί δρόμοι του Αιγαίου περνούσαν από αυτές τις δύο πόλεις.

Μετά την εκστρατεία στη Θράκη και την κατάληψη της Ηιόνας το 475π.Χ. από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα, παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία για την Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο δρόμο των πλοίων της, προς το βορειοανατολικό Αιγαίο βρισκόταν η Σκύρος, άγονο νησί που δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του. Το είχαν από καιρό καταλάβει οι Δόλοπες, που επιδίδονταν στην πειρατεία και έτσι αποτελούσαν κίνδυνο για την ελεύθερη διακίνηση των εμπορικών πλοίων. 

Εκείνη ακριβώς την εποχή οι κάτοικοι του νησιού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί είχαν συλλάβει θεσσαλικά εμπορικά πλοία, που είχαν αράξει στο Κτήσιο, και άρπαξαν τα είδη που υπήρχαν μέσα. Το γεγονός καταγγέλθηκε στη Δελφική Αμφικτιονία. Οι Θεσσαλοί έμποροι ζητούσαν από τη Σκύρο αποζημίωση για την αρπαγή. Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο γιατί δεν μπορούσαν να καταβάλουν κανενός είδους αποζημίωση και κάλεσαν τον Κίμωνα να του παραδώσουν την πόλη.

Ο Κίμων επειδή έβλεπε ότι η θέση της Σκύρου είχε πολύ μεγάλη σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο και ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την κατοχή της για τους σκοπούς της συμμαχίας έδιωξε τους Δόλοπες από εκεί και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν στο ξεκίνημα της. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ήταν πολιτική ανάγκη να δοθεί στους ηγεμόνες της Αθηναίους θεϊκή επικύρωση, που να καταξιώνει τις ενέργειες τους. Παλιός Δελφικός χρησμός όριζε στους Αθηναίους να μεταφέρουν από τη Σκύρο τα λείψανα του Θησέα στην Αττική. Ο Δόλοπες, όμως, δε θέλησαν ποτέ να μαρτυρήσουν τη θέση του τάφου του Αθηναίου ήρωα, ούτε να επιτρέψουν στους Αθηναίους να ψάξουν το νησί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την κατάληψη της Σκύρου, οι σχετικές προσπάθειες τελεσφόρησαν. Με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια πάνω σε τριήρη, μετέφερε ο Κίμων τα οστά του ήρωα, όπου τοποθετήθηκαν στο Θησείο.

Η Κάρυστος ήταν η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν είχε θελήσει να γίνει μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Επειδή η θέση της είχε πρωταρχική σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο, και επειδή όπως είχε μείνει ουδέτερη, αν παρουσιάζονταν πάλι οι Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος να χρησιμοποιούσαν την Κάρυστο και το λιμάνι της ως βάση για ενδεχόμενες επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων, προέκυψε η ανάγκη να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της στη συμμαχία.

Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Κίμωνα μεταξύ του 474π.Χ. και 472π.Χ. να εκστρατεύσει εναντίον της για να τη πείσε με τη βία να ενταχθεί στη συμμαχία.  Οι Δρύοπες, κάτοικοι της πόλης, προέβαλαν γενναία αντίσταση στους συμμάχους – ο Κίμων πολύ εύστοχα, δεν χρησιμοποίησε άλλους Ευβοείς στην επιχείρηση. Οι Δρύοπες αφού αγωνίστηκαν στην περιοχή της Καρυστίας και έχασαν αρκετές μάχες, κλείστηκαν μέσα στα τείχη της πόλης, όπου και πολιορκήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρ΄ όλη την αντίσταση τους που κράτησε καιρό, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τους όρους των Αθηναίων.

Με αυτές τις δύο επιχειρήσεις η Σκύρος και η Κάρυστος έγιναν μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Κίμων Μιλτιάδου (506π.Χ.-450π.Χ)

Ο Κίμων γεννήθηκε γύρω στο 506π.Χ.. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα. Μετά την καταδίκη του πατέρα του σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο και τον άδοξο θάνατό του, ο Κίμων πέρασε τα νεανικά του χρόνια με πολλές δυσκολίες και στερήσεις και αρκετά άτακτα, κατηγορούμενος ακόμα και για σχέσεις με την αδελφή του Ελπινίκη.

Κίμων Μιλτιάδου
Κίμων Μιλτιάδου

Δεν ευτύχησε να πάρει την απαραίτητη μόρφωση. Ήταν όμως προικισμένος από τη φύση με τις αρετές της δικαιοσύνης και της τόλμης, και με την ενηλικίωση του υπέδειξε εξαιρετική πολιτική συγκρότηση με χαρακτηριστική την επιλογή του να συνταχθεί από τους πρώτους με την άποψη του Θεμιστοκλή να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι την πόλη και να συγκρουστούν με τους Πέρσες στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το παράδειγμα του το ακολούθησαν και άλλοι Αθηναίοι, και η γενναία αυτή στάση θύμισε στους συμπολίτες του το τρόπαιο στο Μαραθώνα του πατέρα του.

Λίγα χρόνια μετά τη Σαλαμίνα οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τον Θεμιστοκλή που τελικά τον κατηγόρησαν για προδοτική συνεργασία με τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία και τους Πέρσες, ανέδειξαν αρχηγό του αριστοκρατικού κόμματος τον Κίμωνα (471π.Χ.), που είχε την αμέριστη συμπαράσταση και του Αριστείδη.

Ο στρατηγός Κίμων

Στο πλαίσιο των πολέμων των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία ο Κίμων κέρδισε τη συμπάθεια των συμμάχων ως στρατηγός των Αθηναίων λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παυσανία και συνετέλεσε να αναγνωρισθεί η Αθήνα αρχηγική δύναμη. Με τη συγκρότηση λοιπόν της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία μετέχουν οι πόλεις της Ιωνίας και πολλά νησιά του Αιγαίου, ο Κίμων αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες με πρώτη του επιτυχία την άλωση της Ηιόνας, κοντά στον Στρυμόνα (475π.Χ.) που μέχρι τότε την κατείχαν οι Πέρσες. Ύστερα κατέλαβε τη Σκύρο, απαλλάσσοντας την από το πειρατικό γένος των Δολόπων και μεταφέροντας στην Αθήνα τα οστά του Θησέα.

Οι πολεμικές επιτυχίες του Κίμωνα εναντίον των Περσών συνεχίζονται με τη συντριβή τους στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού της Παμφυλίας στη Μικρά Ασία (467π.Χ.). Στη θάλασσα και στη στεριά ο Κίμων σημειώνει νίκες που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είναι ανώτερες και από τις νίκες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές, αφού οι Πέρσες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα και να μην ενοχλούν πια τις Ιωνικές πόλεις. Και τα παρακείμενα νησιά μέχρι την εποχή του Περικλή.

Οι επιτυχίες του Κίμωνα συνεχίζονται με την κατάληψη της Θάσου που αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία (464π.Χ.) ενώ συνάμα εκδηλώνεται και η πρώτη ζηλόφθονη αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων στην Αθήνα (με αρχηγούς τον Εφιάλτη και τον Περικλή) που τον κατηγόρησαν για δωροδοκία του από τον βασιλιά των Μακεδόνων για να μην καταλάβει τα χρυσωρυχεία της Θράκης. Αυτή η κατηγορία δεν απέδωσε αλλά η πολιτική ζηλοφθονία συνεχίστηκε με νέες κατηγορίες εναντίον του Κίμωνα για φιλολακωνισμό, ιδίως μετά την ταπεινωτική επιστροφή του αθηναϊκού στρατού από τη Σπάρτη που είχε κληθεί να βοηθήσει τη Λακεδαίμονα στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων, αλλά διατάχθηκε εύσημα να επιστρέψει άπρακτος. Επειδή υπέρμαχος της αποστολής βοήθειας ήταν ο Κίμων, χρέωσαν σε αυτόν την ταπείνωση οι πολιτικοί του αντίπαλοι και πέτυχαν τον εξοστρακισμό του. Οι περιπλοκές, όμως, στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης και η γνήσια πατριωτική του στάση στη μάχη της Τανάγρας (457π.Χ.) συνετέλεσαν στην ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία με ψήφισμα του Περικλή και στην εξομάλυνση των σχέσεων των δύο πόλεων με υπογραφή πενταετών σπονδών (453π.Χ), στις οποίες σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Κίμων. 

Στα πλαίσια της αρχηγικής του θητείας στο αριστοκρατικό κόμμα ο Κίμων ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, γνωρίζοντας τα προβλήματα των φτωχών, αφού και ο ίδιος πέρασε φτωχικά κάποια χρόνια της ζωής του. Οργανώνει γεύματα για τους φτωχούς συμπολίτες του και άλλου είδους ενισχύσεις, με χρήματα που είχε εξασφαλίσει από τις στρατηγίες του.

Θάνατος και Υστεροφημία του Κίμωνα

Τελευταία εκστρατεία του Κίμωνα ήταν αυτή εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου και πέθανε στο Κίτιο (450π.Χ.), θάνατος που κρατήθηκε κρυφός για την ασφαλή επιστροφή του αθηναϊκού στόλου, σε βαθμό που να λέγεται ότι και νεκρός ο Κίμων νίκησε τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι μετέφεραν τα λείψανα του λαμπρού τους στρατηγού για ταφή στην Αττική.  

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Βίο του Κίμωνα, αναφέρει ότι μετά τον Κίμωνα κανείς δεν πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον των Περσών, αφού οι Έλληνες με τους εμφυλίους πολέμους προσέφεραν ανάπαυλα στον Πέρση βασιλιά και στη συνέχεια παρέδωσαν τις ιωνικές πόλεις βορά στη φορολογική αφαίμαξη τους από τον Πέρση μονάρχη.

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.